Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καρατζάς - Η ουσίωση των όντων και η αθανασία της ψυχής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καρατζάς - Η ουσίωση των όντων και η αθανασία της ψυχής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 15 Φεβρουαρίου 2023

Ἡ οὐσίωση τῶν ὄντων καὶ ἡ ἀθανασία τῆς ψυχῆς (2)

 Συνέχεια από: Τετάρτη 15 Φεβρουαρίου 2023

Περιοδικό Θεολογία

Ἀνδρέα Καρατζᾶ (δρ. Ἐπιστημῶν ἀγωγῆς καὶ δρ. Θεολογίας καὶ μέλος Σ.Ε.Π. τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἀνοικτοῦ Πανεπιστημίου.)

2.4. Ἡ οὐσίωση καὶ ὕπαρξη τῶν κτιστῶν ἔμβιων ὄντων 

Ἄν ἐξετάσουμε τώρα τὰ κτιστὰ ζῶντα ὄντα ὡς πρὸς τὴν ἐξ ἀρχῆς οὐσίωση δημιουργία τους, θὰ διαπιστώσουμε ὅτι ὡς διακριτὰ ὄντα δὲν ἔχουν ἐξ ἀρχῆς οὐσίωση, ἀλλὰ δημιουργοῦνται ἀπὸ τὴ μεταποίηση ἄλλων στοιχείων, τὰ ὁποῖα ἔχουν ἐξ ἀρχῆς οὐσίωση. Τὰ ἔμβια ὄντα δηλαδὴ δημιουργοῦνται μὲ τὴ διαδικασία τῆς μεταποίησης. Ἐνῶ ὡς ὄντα δὲν προϋπῆρχαν καὶ μὲ τὴ δημιουργικὴ βούληση τοῦ Θεοῦ ἦρθαν «ἐξ οὐκ ὄντων» στὸ εἶναι, ἡ οὐσία τους δημιουργεῖται ἀπὸ ἤδη ὑπάρχουσες οὐσίες. Συνεχίζοντας τὴν ἀνάγνωση τῶν στίχων τῆς Γενέσεως ποὺ ἀναφέρονται στὰ ἔμβια ὄντα διαβάζουμε: «καὶ εἶπεν ὁ Θεός· βλαστησάτω ἡ γῆ βοτάνην χόρτου σπεῖρον σπέρμα κατὰ γένος καὶ καθ᾿ ὁμοιότητα, καὶ ξύλον κάρπιμον ποιοῦν καρπόν, οὗ τὸ σπέρμα αὐτοῦ ἐν αὐτῷ κατὰ γένος ἐπὶ τῆς γῆς. καὶ ἐγένετο οὕτως»18. Ἡ οὐσίωση τῶν ὄντων, ποὺ ἀνήκουν στὴ χλωρίδα, ἔγινε διὰ τοῦ ἀιδίου καὶ ἄχρονου λόγου τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ἐκφράζει τὴν ἀίδια καὶ ἄχρονη θέληση καὶ δημιουργικὴ Του δύναμη γιὰ τὴ δημιουργία καὶ ὕπαρξή τους μέσα στὸ χωροχρονικὸ πλαίσιο τῆς κτίσεως. Ἡ οὐσίωση τῶν φυτῶν καὶ γενικὰ τῆς χλωρίδας, ἐνῶ πραγματοποιεῖται ἐξ οὐκ ὄντων μὲ τὴ δημιουργική δύναμη τοῦ Θεοῦ («καὶ εἶπεν ὁ Θεός»), δέν προϋποθέτει ἐξ ἀρχῆς οὐσίωση. Ὅλα τὰ φυτὰ ὡς οὐσίες προέρχονται ἀπὸ τὴ μεταποίηση στοιχείων τῆς γῆς: «βλαστησάτω ἡ γῆ βοτάνην χόρτου». Ἡ κτιστή τους οὐσία εἶναι σύνθεση τῶν στοιχείων τῆς γῆς. Ἔτσι, ἡ ὕπαρξη κάθε ἀτομικῆς ὑπόστασης ἑνὸς φυτικοῦ ὄντος σὲ βιολογικὸ ἐπίπεδο ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴ φυσικὴ τάση, ἀπὸ τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς οὐσίας του, γιὰ ὁλοκλήρωση τοῦ βιολογικοῦ του κύκλου μὲ τὸν θάνατο καὶ τὸ πέρασμά του στὴν ὑποστατικὴ ἀνυπαρξία. Καθένα ἀπὸ αὐτά, ὡς ἀτομικὲς ὑπάρξεις, ἔχει τόσο προσδιορίσιμη ἀρχὴ ὕπαρξης (σπέρμα – σύνθεση τῶν στοιχείων τῆς γῆς) ὅσο καὶ προσδιορίσιμο τέλος (ἀποσύνθεση τῶν στοιχείων αὐτῶν). Ἔτσι, ἡ οὐσία τους ἀκολουθεῖ ἕναν κύκλο ποὺ ἐπαναλαμβάνεται λόγῳ τῆς πρόνοιας του Θεοῦ νὰ παράγουν σπέρμα. Μὲ τὸν τρόπο αὐτόν, ἡ ὀντολογικὴ ὕπαρξη ἑνὸς φυτικοῦ ὄντος, ἡ διατήρηση τῆς οὐσίας του, δὲν σταματᾶ νὰ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ἄχρονη θέληση τοῦ Θεοῦ. 

Στὴ δημιουργία τῶν ζώων ὅμως ὁ συγγραφέας τῆς Γενέσεως προσθέτει μία σημαντικὴ διαφοροποίηση: «Καὶ εἶπεν ὁ Θεός· ἐξαγαγέτω τὰ ὕδατα ἑρπετὰ ψυχῶν ζωσῶν καὶ πετεινὰ πετόμενα ἐπὶ τῆς γῆς κατὰ τὸ στερέωμα τοῦ οὐρανοῦ. καὶ ἐγένετο οὕτως. καὶ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὰ κήτη τὰ μεγάλα καὶ πᾶσαν ψυχὴν ζῴων ἑρπετῶν, ἃ ἐξήγαγεν τὰ ὕδατα κατὰ γένη αὐτῶν, καὶ πᾶν πετεινὸν πτερωτὸν κατὰ γένος. καὶ εἶδεν ὁ Θεός, ὅτι καλά» καὶ «Καὶ εἶπεν ὁ Θεός· ἐξαγαγέτω ἡ γῆ ψυχὴν ζῶσαν κατὰ γένος, τετράποδα καὶ ἑρπετὰ καὶ θηρία τῆς γῆς κατὰ γένος. καὶ ἐγένετο οὕτως.»19. Ἐδῶ εἰσάγεται μία διαφοροποίηση ὡς πρὸς τὴν οὐσίωση τῶν ζώων (πανίδα τῆς κτίσεως) ποὺ δημιουργεῖ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ. Ἡ οὐσίωση τῶν ζώων, κατὰ τὸ ὑλικό τους μέρος, γίνεται ἀπὸ τὰ ὕδατα καὶ τὴ γῆ, ἀπὸ στοιχεῖα τῆς κτίσεως, ἐνῶ ταυτόχρονα δηλώνεται ὅτι ἀποτελοῦν ψυχὲς ζῶσες20. Τὰ ζῶα εἶναι, κατὰ τὸν δημιουργικὸ λόγο τοῦ Θεοῦ («Καὶ εἶπεν ὁ Θεός»), ψυχὲς ζῶσες, ἔχουν δηλαδὴ ζωή, σὲ ἀντίθεση μὲ τὰ φυτά, τὰ ὁποῖα θεωροῦνται ἀπὸ τοὺς πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ὅτι δὲν μετέχουν ζωῆς21. 

Ὡστόσο, ἡ ζωὴ σὲ ἕνα κτιστὸ ἔνυλο καὶ ζωντανὸ ὂν ἐκφράζεται γιὰ τοὺς πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὴν αἴσθηση, τὴν κίνηση καὶ τὴν ἀναπνοή, ποὺ τοῦ προσδίδει ἡ συνύπαρξη σὲ αὐτὸ ἑνὸς κτιστοῦ πνεύματος. Ἀντίθετα, ὁ θάνατος δηλώνεται μὲ τὴν ἀπουσία τῶν τριῶν παραπάνω χαρακτηριστικῶν λόγῳ τοῦ διαχωρισμοῦ τῶν ὑλικῶν στοιχείων ἀπὸ τὸ κτιστὸ πνεῦμα. Ἡ ζωὴ στὸν ὑλικὸ κόσμο γιὰ τὸν Συμεὼν εἶναι ἡ σύνδεση ὑλικῶν στοιχείων μὲ πνεῦμα, μὲ ἕνα ἄυλο καὶ κτιστὸ στοιχεῖο ποὺ ἔχει τὴ δυνατότητα νὰ παρέχει αἴσθηση, κίνηση καὶ ἀναπνοή. Τὸ κτιστὸ πνεῦμα γιὰ τὸν Συμεὼν εἶναι ἡ δωρεὰ τοῦ Κυρίου μὲ τὴν ὁποία παράγεται ζωὴ καὶ δημιουργοῦνται ἔμψυχα ζῶα22. Ἔτσι, τὰ ζῶα, σύμφωνα μὲ τὸν Συμεών, ἔχουν κτιστὸ πνεῦμα23. Ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου καὶ τῶν ζώων διαφοροποιεῖται ὡς πρὸς τὸν νοῦ, ἀφοῦ τὰ κτήνη εἶναι ἄλογα. Γιὰ τὸν Συμεὼν καθετὶ ποὺ ἔχει αἴσθηση εἶναι ἔμψυχο, ἐνῶ ὁτιδήποτε εἶναι ἄμοιρο αἰσθήσεως εἶναι ἄψυχο. 

Τὸ κτιστὸ αὐτὸ πνεῦμα τῶν ζώων εἶναι ἄλογο καὶ ὑποστηρίζει τὴ ζωή (αἴσθηση, κίνηση καὶ ἀναπνοή). Ἔτσι, ἐνῶ τὰ ζῶα ἔχουν μία ὑλικὴ οὐσία, ἡ ὁποία συντίθεται ἀπὸ τὰ στοιχεῖα τῆς γῆς μὲ τὴ διαδικασία τῆς μεταποίησης, ταυτόχρονα ἔχουν καὶ ἕνα ἄλλο στοιχεῖο, ὄχι ὑλικό, ἕνα κτιστὸ πνεῦμα. Τὸ πνεῦμα αὐτὸ ὡς οὐσία παρουσιάζεται ὡς ἄμεσο ἀποτέλεσμα τοῦ δημιουργικοῦ λόγου καὶ ἐνέργειας τοῦ Θεοῦ καὶ γι’ αὐτὸ τὸ κτιστὸ πνεῦμα τῶν ζώων συγκαταλέγεται στὶς οὐσίες ποὺ ἔχουν ἀρχὴ οὐσίωσης. 
Ἀπὸ τὴν ἄλλη, ὁ θάνατος κάθε θνητοῦ ὄντος εἶναι ἡ ἀπώλεια τῆς ζωῆς, τῆς ἀδυναμίας πλέον τῶν δομικῶν ὑλικῶν καὶ ἄυλων στοιχείων του νὰ ἐκφράζουν τὸ φαινόμενο τῆς ζωῆς. Ὁ Συμεὼν ἔχοντας μπροστά του τὸ νεκρὸ σῶμα ἀντιλαμβάνεται τὸ φαινόμενο τοῦ θανάτου ὡς διαχωρισμὸ τοῦ ἄυλου κτιστοῦ πνεύματος (τῆς ψυχῆς) ἀπὸ τὸ ὑλικὸ σῶμα. Ἔτσι, ὁ βιολογικὸς θάνατος τῶν ζώων εἶναι ἡ ἀπουσία ἐκδήλωσης αἴσθησης, ἀναπνοῆς καὶ κίνησης στὸ σῶμα, φαινόμενα ποὺ προσδιορίζουν τὸ φαινόμενο ζωὴ καὶ ὑπάρχουν λόγῳ τῆς σύνδεσης τοῦ ὑλικοῦ σώματος μὲ ἕνα κτιστὸ πνεῦμα. Τὸ ἔνυλο ζωντανὸ ὂν ἀρχικὰ μὲ τὸν διαχωρισμό του ἀπὸ τὸ κτιστὸ πνεῦμα μεταβαίνει στὴν κατάσταση τοῦ ἔνυλου νεκροῦ ὄντος (θάνατος) καὶ στὴ συνέχεια λόγῳ τῆς ἀποδόμησης τῶν ὑλικῶν στοιχείων ποὺ τὸ συνθέτουν σταδιακὰ ἐξαφανίζεται, περνᾶ δηλαδὴ στὴν ἀνυπαρξία. Ἡ μετάβαση αὐτὴ νοεῖται ὡς διαχωρισμὸς ὑλικῶν καὶ πνευματικῶν στοιχείων, ὡς ἀπο-σύνδεση τῶν στοιχείων ποὺ τὸ συναποτελοῦν καὶ συντηροῦν τὴ ζωή. Ἡ ἔννοια θνητότητα συνεπῶς περιγράφει τὴν ἰδιότητα ἑνὸς ἔνυλου ζωντανοῦ ὄντος νὰ μεταβαίνει ἀπὸ τὴν κατάσταση τῆς βιολογικῆς ζωῆς στὴν κατάσταση τοῦ θανάτου καὶ στὴ συνέχεια στὴν κατάσταση τῆς ἀνυπαρξίας. Ἡ θνητότητα ἐπίσης δὲν μπορεῖ νὰ ταυτίζεται ἐννοιολογικὰ μὲ τὴν ἀνυπαρξία ὅλου τοῦ ὄντος, ἐφ’ ὅσον κατὰ τὴ στιγμὴ τοῦ θανάτου ὑπάρχει ἀκόμη τὸ ὑλικὸ μέρος τῶν ζώντων ὄντων. Ἡ θνητότητα, ὡς ἐκ τούτου,  ὡς ἔννοια συνδέεται ἄρρηκτα μὲ τὴν ἐκ φύσεως ἀδυναμία τοῦ ἔνυλου ζωντανοῦ ὄντος νὰ ἀντιστέκεται στὴν ἀποσύνδεση, στὴ ροὴ τῆς οὐσίας του24, δηλαδὴ στὴ φθορά, ἡ ὁποία ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τὸν διαχωρισμὸ τῶν ὑλικῶν στοιχείων ἀπὸ τὸ κτιστὸ πνεῦμα καὶ ἀποτελεῖ τὸν πρῶτο σταθμὸ στὴν πορεία τοῦ ὄντος πρὸς τὴν ἀνυπαρξία. Γι’ αὐτὸ ὡς ἔννοιες οἱ λέξεις θνητός, θνητότητα χρησιμοποιοῦνται ἀπὸ τοὺς πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μόνο γιὰ τὰ ἔνυλα ζωντανὰ ὄντα, γιὰ τὰ ἔμψυχα, ὅπως γιὰ παράδειγμα τὰ ζῶα καὶ ὁ ἄνθρωπος. Κάθε ἔμβιο ὄν, φυτό, ζῶο, ἄνθρωπος συνεπῶς χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὴ θνητότητα καὶ δὲν μπορεῖ νὰ λάβει τὸ κατηγορούμενο ἀθάνατος. Ἡ βιολογικὴ θνητότητα εἰσέρχεται στὴν κτίση μετὰ ἀπὸ τὴν ἔκπτωση ἀπὸ τὸν Παράδεισο καὶ ἔκτοτε ἀποτελεῖ ἰδιότητα τῆς φύσεως τῶν ἔμβιων ὄντων, τὰ ὁποῖα δημιουργοῦνται μὲ τὴ διαδικασία τῆς μεταποίησης καὶ λόγῳ αὐτῆς ὁδηγοῦνται ὡς ὀντολογικὲς ὑποστάσεις στὴν ἀνυπαρξία, στὸ τίποτε. Τὰ ὄντα αὐτά, λόγῳ τῆς δημιουργίας τους χωρὶς ἐξ ἀρχῆς οὐσίωση ὡς πρὸς τὸ ὑλικό τους μέρος καὶ τῆς δημιουργίας τῆς οὐσίας τους ἀπὸ ἕνα σύνολο οὐσιῶν, ἔνυλων καὶ ἄυλων, εἶναι φθαρτὰ καὶ θνητά. 
Παρ’ ὅλα αὐτά, ἐνῶ στὸν ὑλικὸ κόσμο ἡ ἀπώλεια τῆς  βιολογικῆς ζωῆς ἀπὸ τὸ κάθε συγκεκριμένο ὂν ἐπιφέρει τὸν βιολογικὸ θάνατο καὶ τὴν ἀνυπαρξία τοῦ ὄντος, δὲν ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα καὶ τὴν ἐξαφάνιση τῶν στοιχείων ποὺ συνθέτουν τὴν οὐσία του. Στὸν ὑλικὸ κόσμο ὁ βιολογικὸς θάνατος ὡς ἀποδόμηση καὶ ἐξαφάνιση ἑνὸς ὄντος δὲν συνεπάγεται τὴν ἐξαφάνιση τῶν δομικῶν του στοιχείων εἴτε αὐτὰ εἴναι ὑλικὰ εἴτε ἄυλα. Τὰ ὑλικὰ δομικὰ στοιχεῖα τοῦ ὄντος ἀποδομοῦνται καὶ διασπείρονται στὴ φύση, ὅπως συμβαίνει μὲ ἕνα σάπιο μῆλο, ἕνα ζῶο ἢ τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου. Τὸ ἄυλο στοιχεῖο, τὸ κτιστὸ πνεῦμα (ἡ ψυχή), παύει νὰ γίνεται ἀντιληπτό, ἰδιότητα ποὺ τοῦ παρεῖχε ἡ συνύπαρξή του μὲ τὸ ὑλικὸ σῶμα. Τὰ στοιχεῖα ποὺ συνθέτουν τὸ κάθε ἔμβιο ὂν καὶ εἶχαν ἐξ ἀρχῆς οὐσίωση μὲ τὸν θάνατο τοῦ ὄντος δὲν περνοῦν, ὅπως αὐτό, στὴν ἀνυπαρξία, ἀλλὰ συνεχίζουν νὰ ὑπάρχουν λόγῳ τῆς ἀίδιας καὶ ἄχρονης θέλησης τοῦ Θεοῦ ποὺ τὰ δημιούργησε25.

2.5. Ἡ οὐσίωση καὶ ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου 

Προτοῦ ἐξετάσουμε τὴ δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου μὲ κριτήριο τὸν τρόπο οὐσίωσής του, ἂς σημειώσουμε ὅτι μέχρι τώρα ἔχουμε διακρίνει σύμφωνα μὲ τὴ Γένεση διαφορετικοὺς τρόπους οὐσίωσης τῶν κτιστῶν ὄντων: Ἡ ὕλη ποιεῖται ἀπὸ τὸν Θεὸ ἐξ οὐκ ὄντων μὲ ἐξ ἀρχῆς οὐσίωση καὶ συγκρατεῖται στὴν ὕπαρξη ἀπὸ τὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ ποὺ ἐπιφέρεται αὐτῆς, εἶναι δηλαδὴ ἐξωτερικὰ παρόν. Τὸ φῶς δημιουργεῖται ἐξ οὐκ ὄντων διὰ τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ καὶ ἔχει ἐξ ἀρχῆς οὐσίωση. Τὰ φυτὰ δημιουργοῦνται ἐκ προδημιουργημένων ἐξ οὐκ ὄντων ὑλικῶν στοιχείων διὰ τοῦ ἀχρόνως ἐκφερόμενου λόγου τοῦ Θεοῦ καὶ γι’ αὐτὸ συγκαταλέγονται στὰ ὄντα ποὺ δὲν ἔχουν ἐξ ἀρχῆς οὐσίωση. Τὰ ζῶα δημιουργοῦνται ἐκ προδημιουργημένων ἐξ οὐκ ὄντων ὑλικῶν στοιχείων καὶ κτιστοῦ πνεύματος ποὺ ἐκδηλώνει τὸ φαινόμενο τῆς ζωῆς στὸν ὑλικὸ κόσμο διὰ τοῦ ἀχρόνως ἐκφερόμενου λόγου τοῦ Θεοῦ. Τὸ ὑλικό τους μέρος δημιουργεῖται χωρὶς ἐξ ἀρχῆς οὐσίωση, ἐνῶ τὸ κτιστὸ πνεῦμα τους δημιουργεῖται μὲ ἐξ ἀρχῆς οὐσίωση. 

Κάθε ὄν, ὅπως ἤδη ἔχουμε ἀναφέρει, ποὺ ἔχει δημιουργηθεῖ ἀπὸ τὸν Θεὸ ἐξ οὐκ ὄντων μὲ ἐξ ἀρχῆς οὐσίωση δὲν φέρει ὡς φυσικὸ ἰδίωμα, ὡς ἐγγενῆ δύναμη τῆς φύσεώς του τὴν τάση πρὸς τὴν ἀνυπαρξία. Ἀντίθετα, κάθε ὂν ποὺ ἔχει δημιουργηθεῖ ἐξ οὐκ ὄντων ἀπὸ τὸν Θεὸ μὲ τὴ διαδικασία τῆς μεταποίησης φέρει ἐγγενῶς στὴ φύση του τὴν τάση πρὸς τὴν ὑποστατικὴ ἀνυπαρξία διαμέσου τῆς διαδικασίας τοῦ θανάτου. Μόνο σὲ αὐτὰ τὰ ὄντα μπορεῖ νὰ ἀποδίδεται ὡς κατηγορούμενο τὸ ἐπίθετο θνητός, ἐφ’ ὅσον ἡ πορεία τους πρὸς τὴν ἀνυπαρξία περνᾶ ἀπὸ τὸ στάδιο τοῦ θανάτου, τῆς ἀπώλειας τῆς βιολογικῆς ζωῆς, μὲ τὸν διαχωρισμὸ τῶν ὑλικῶν στοιχείων ἀπὸ τὸ κτιστό τους πνεῦμα. Συνεπῶς, ἡ ἐπιστροφὴ στὸ τίποτε, στὸ μηδέν, ἑνὸς ὄντος συνδέεται ἄρρηκτα μὲ τὸν τρόπο οὐσίωσής του ἐξ οὐκ ὄντων ἀπὸ τὴ δημιουργικὴ θέληση τοῦ Θεοῦ.

Συνεχίζοντας τὸν ἀνθρωπομορφικό του λόγο, ὁ συγγραφέας τῆς Γενέσεως ἀναφέρει σχετικὰ μὲ τὴν δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου: «καὶ ἔπλασεν ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον, χοῦν ἀπὸ τῆς γῆς, καὶ ἐνεφύσησεν εἰς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ πνοὴν ζωῆς, καὶ ἐγένετο ὁ ἄνθρωπος εἰς ψυχὴν ζῶσαν»26. Ὁ ἄνθρωπος μὲ τὴν ἰδιαίτερη δημιουργικὴ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ γίνεται ψυχὴ ζῶσα, μία ὕπαρξη ποὺ ἐκδηλώνει τὸ φαινόμενο τῆς ζωῆς μέσα σὲ ὑλικὸ σῶμα. Ὁ Θεὸς πλάθει τὸ ὑλικὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν προδημιουργημένη ὕλη «χοῦν ἀπὸ τῆς γῆς». Τὸ ἀνθρώπινο σῶμα δὲν ἔχει ἐξ ἀρχῆς οὐσίωση, ἀλλὰ κατασκευάζεται μὲ τὴ μεταποίηση τῶν στοιχείων τῆς κτίσεως καὶ ὑπόκειται ἐκ φύσεως στὴ διαδικασία τῆς ἀποδόμησης, τῆς ἀποσύνθεσης. Ἀντίθετα, τὸ κτιστὸ πνεῦμα, ποὺ φέρει ὁ ἄνθρωπος καὶ ἐκδηλώνει τὸ φαινόμενο τῆς ζωῆς στὸ ὑλικὸ σῶμα του καθιστώντας τὸν ἄνθρωπο ψυχὴ ζῶσα, οὐσιώνεται ἐξ ἀρχῆς μὲ ἕναν ἐντελῶς διάφορο τῶν ἄλλων κτιστῶν πνευμάτων τρόπο οὐσίωσης27. Ὁ Θεός, σύμφωνα μὲ τὸν συγγραφέα τῆς Γενέσεως, δὲν οὐσιώνει τὸ κτιστὸ πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν ἔναρθρο λόγο Του («εἶπεν») ἀλλὰ μὲ τὴν πνοή Του («ἐνεφύσησεν εἰς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ πνοὴν ζωῆς»). Τὸ κτιστὸ πνεῦμα λαμβάνει τὴν οὐσίωσή του διὰ τῆς πνοῆς ζωῆς, ποὺ ἐμφυσεῖ στὸ πρόσωπο τοῦ ἀνθρώπου ὁ Θεός28. Τὸ ἐμφύσημα τῆς πνοῆς ζωῆς τοῦ Θεοῦ συνδέει ἀνθρωπομορφικὰ μία ἄχρονη ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία ὑπερβαίνει τὴ χωροχρονική μας ἀντίληψη («ἐνεφύσησεν») καὶ ὑποδηλώνει μιὰ στενώτερη σχέση τοῦ κτιστοῦ πνεύματος τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό, ἕνα ἀντικείμενο αὐτῆς τῆς ἐνέργειας («πνοὴν ζωῆς»), ἡ ὁποία ἐξέρχεται ὄχι ὡς ἔναρθρος λόγος («εἶπεν»), ἀλλὰ ὡς πνοή, ὡς ἐκπνοὴ ἀπὸ τὰ βάθη τοῦ Θεοῦ καὶ ἕναν συγκεκριμένο χωρικὸ προσδιορισμό: «εἰς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ». Τὸ ἐμφύσημα τῆς πνοῆς ζωῆς τοῦ Θεοῦ μεταφέρει κάτι περισσότερο ἀπὸ τὴ θέλησή Του, ἡ ὁποία ἐκφράζεται μὲ τό «εἶπεν». Σύμφωνα μὲ τοὺς πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μεταφέρει καὶ τὴν εἰκόνα Του29. Ἔτσι, τὸ κτιστὸ πνεῦμα (ψυχή) ποὺ οὐσιώνει ἐξ ἀρχῆς ὁ Θεὸς γιὰ νὰ κάνει τὸν ἄνθρωπο ψυχὴ ζῶσα διαφέρει ὡς πρὸς τὴν οὐσία του ἀπὸ ὅλες τὶς μέχρι ἐκείνη τὴ στιγμὴ δημιουργημένες ἐξ οὐκ ὄντων κτιστὲς πνευματικὲς οὐσίες. Ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου, ἐκτὸς ἀπὸ κτιστὸ πνεῦμα ποὺ ἐκδηλώνει τὸ φαινόμενο τῆς ζωῆς μέσα στὸν ὑλικὸ κόσμο, εἶναι λογική, ἔχει δηλαδὴ νοῦν καὶ λόγο30. Ἡ ἀνθρώπινη ψυχὴ εἶναι, κατὰ συνέπεια, τὸ μόνο κτιστὸ πνεῦμα ποὺ ἐκδηλώνει στὸν ὑλικὸ κόσμο τὴ λογικὴ ζωή. Κατὰ συνέπεια, ὁ ἄνθρωπος ὡς ὄν, ἀποτελούμενος ἀπὸ τὴ σύνδεση δύο διαφορετικῶν φύσεων, μιᾶς ἔνυλης καὶ μιᾶς ἄυλης, ὑπόκειται καὶ αὐτὸς στὸ φαινόμενο τοῦ βιολογικοῦ θανάτου, ποὺ δημιουργεῖ ἡ ἀπώλεια τῆς ζωῆς, λόγῳ τῆς ἀποσύνδεσης τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὸ ὑλικὸ σῶμα. Γι’ αὐτὸ καὶ χαρακτηρίζεται ὡς θνητός. Ἡ θνητότητα τοῦ ἀνθρώπου προσδιορίζεται ἀπὸ τὴν ἀδυναμία ἐκ φύσεως ποὺ ἔχει ὡς ὂν νὰ συντηρεῖ ἐς ἀεὶ τὸν δεσμὸ τῆς ὑλικῆς του οὐσίας, τοῦ σώματός του, μὲ τὴν πνευματική του οὐσία, τὴν ψυχή. 

Ἂν ὅμως, ὁ ἄνθρωπος ὡς ὂν εἶναι θνητός, ἡ θνητότητά του δὲν χαρακτηρίζει καὶ τὰ ὑλικὰ στοιχεῖα ποὺ συνθέτουν τὸ ὑλικό του σῶμα καθὼς καὶ τὸ πνευματικὸ στοιχεῖο ποὺ ἀποτελεῖ τὸ ἄυλο μέρος του, τὴν ψυχή. Αὐτὸ ποὺ πεθαίνει καὶ ἐξαφανίζεται εἶναι ὁ ἄνθρωπος ὡς ψυχοσωματικὴ ὑποστατικὴ ὀντότητα[ΑΤΟΜΙΚΟΤΗΤΑ]. Τὰ ὑλικὰ στοιχεῖα ποὺ συνθέτουν τὸ ὑλικὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου δὲν πεθαίνουν ἀλλὰ ἀποδομοῦνται, ἀποσυντίθενται καὶ ἐπιστρέφουν στὴ γῆ ἀπ’ ὅπου ἐλήφθησαν. Δὲν ἐξαφανίζονται μὲ τὸν θάνατο, ὅπως συμβαίνει μὲ τὸν ἄνθρωπο ὡς ξεχωριστὴ ὑπόσταση τῆς ἀνθρώπινης οὐσίας, ἀλλὰ μεταποιοῦνται καὶ πάλι, ἐφ’ ὅσον ἡ δημιουργία τοῦ σώματος δὲν ἔχει ἐξ ἀρχῆς οὐσίωση. Τὸ τί συμβαίνει μὲ τὸ πνευματικὸ ἄυλο στοιχεῖο τοῦ ἀνθρώπου, τὴν ψυχή, μένει νὰ διερευνήσουμε, ἀφοῦ πρῶτα ἐξετάσουμε τὶς ἔννοιες ζωὴ καὶ ἀθανασία ὡς πρὸς τὴν ὑλικὴ καὶ ἄυλη κτίση καὶ ὡς πρὸς τὸν Θεό. Πάντως, αὐτὸ ποὺ γνωρίζουμε μέχρι τώρα γιὰ τὴν ψυχὴ εἶναι ὅτι αὐτή, ὡς τὸ κτιστὸ πνεῦμα, ποὺ ἔχει ἐξ ἀρχῆς οὐσίωση καὶ ἐκδηλώνει τὸ φαινόμενο τῆς λογικῆς ζωῆς μέσα στὸν ὑλικὸ κόσμο, μὲ τὴν ἀποσύνδεσή της ἀπὸ τὸ ὑλικὸ σῶμα παύει νὰ γίνεται ἀντιληπτή31. Μὲ αὐτὴν τὴν κατανόηση τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου, ὁ Συμεὼν χαρακτηρίζει τὸν ἄνθρωπο θνητὸ καὶ χοϊκό.

3. Ἡ φυσικὴ ἀθανασία τῆς ψυχῆς

 Ἕνα σοβαρὸ ὁλίσθημα, τὸ ὁποῖο συμβαίνει στὴ σκέψη πολλῶν ὅταν συζητοῦν τὴν ἀθανασία τῆς ψυχῆς, εἶναι ἡ μὴ ἔνταξη τῆς ἔννοιας ἀθανασία στὴ διάκριση κτιστοῦ καὶ ἀκτίστου. Γιὰ παράδειγμα, ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Μπρανιτσέβου κ. Ἰγνάτιος (Μίντιτς) γράφει: «Ἡ ἀθανασία τῆς ψυχῆς κατὰ φύσιν δύναται νὰ δικαιολογηθεῖ μόνον ἐὰν υἱοθετήσουμε τὴν πλατωνικὴ διδασκαλία περὶ αἰωνιότητος, δηλαδή, περὶ μὴ δημιουργίας τῆς ψυχῆς[ΕΙΝΑΙ ΜΕΡΟΣ ΤΗΣ ΚΟΣΜΙΚΗΣ ΨΥΧΗΣ], ἢ ἐκείνην τοῦ Ὠριγένους, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία οἱ ψυχὲς εἶναι μέρος τοῦ Θεοῦ καὶ αἰωνίως ὑπάρχουν ἐν τῷ Θεῷ Λόγῳ, καὶ αὐτή τους ἡ ὕπαρξη εἶναι ἀδιάρρηκτη ἀπὸ τὴν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ Λόγου, καὶ ὡς ἐκ τούτου, τὰ πνευματικὰ ὄντα καὶ οἱ ψυχὲς εἶναι αἰώνιες ἐκ τῆς φύσεώς τους»32. Στὴν παραπάνω διατύπωση φαίνεται ὅτι ὁ συγγραφέας κατανοεῖ καὶ χρησιμοποιεῖ τὸν ὅρο φύση, ὅπως προσδιορίζεται στὴν πλατωνική φιλοσοφία, ὅπου κάθε φύση καὶ οὐσία ὑπάρχουν αἰωνίως δίχως ἀρχή. Ἀντιθέτως, στοὺς πατέρες τῆς Ἐκκλησίας οἱ ὅροι φύση καὶ οὐσία χρησιμοποιοῦνται γιὰ νὰ ἐκφράσουν τόσο τὴν ἄκτιστη οὐσία τοῦ δημιουργοῦ, ὅσο καὶ τὶς κτιστὲς οὐσίες τῶν «ἐξ οὐκ ὄντων» δημιουργημάτων Του. Μὲ βάση τὴ διάκριση αὐτή, κάθε ὅρος ἢ ἔννοια ἔχει διαφορετικὸ νόημα στὴ σκέψη τῶν πατέρων τῆς Ἐκκλησίας ἀνάλογα μὲ τὴν ἀναφορά του εἴτε στὸ κτιστὸ εἴτε στὸ ἄκτιστο. Ἔτσι, ἡ ἀθανασία τῆς ψυχῆς κατὰ φύσιν μπορεῖ νὰ γίνει κατανοητὴ ἐὰν ἐνταχθεῖ στὸ κτιστὸ πλαίσιο τῆς δημιουργίας καὶ γίνει διάκρισή της ἀπὸ τὴν ἀίδια ἀθανασία τοῦ ἀκτίστου Θεοῦ 
Ἂν ἐξετάσουμε εἰδικώτερα τὴν ἀθανασία καὶ τὸ παράγωγό της ἀθάνατος ὡς ἔννοιες, θὰ διαπιστώσουμε κατ’ ἀρχὴν ὅτι δηλώνουν τὴ φυσικὴ ἰδιότητα ἑνὸς ὄντος, τὴν ἐκ φύσεως ἰδιότητα τοῦ ὄντος, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία δὲν μπορεῖ νὰ ὑποστεῖ τὸ φαινόμενο τοῦ θανάτου (τὴν ἀπώλεια τῆς ζωῆς) καὶ παραμένει σὲ κατάσταση ζωῆς. Ἔτσι, γιὰ τὸν ἄκτιστο Θεὸ ἡ ἔννοια ἀθανασία δηλώνει τὴν ἐκ τῆς θείας φύσεως αἰώνια, δίχως ἀρχὴ καὶ τέλος κατάσταση ζωῆς. Ὁ ἄκτιστος Θεὸς εἶναι συνεπῶς ὁ μόνος ἀθάνατος33, γιατὶ εἶναι αὐτὴ ἡ ἴδια ἡ Ζωή, «ἐγώ εἰμι ἡ ζωή»34, δίχως ἀρχὴ καὶ δίχως τέλος. 
Γιὰ τὸν κτιστὸ ἄνθρωπο ὅμως τὸ ἐννοιολογικὸ περιεχόμενο τῆς ἀθανασίας ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὰ ἰδιώματα τῆς κτιστῆς οὐσίας του, τὰ ὁποῖα καθόρισε ὁ Θεὸς ὡς τὸ ἐξωτερικὸ δημιουργικό τους αἴτιο. Μία κτιστή, ὑλικὴ οὐσία, ὅπως τὸ ἀνθρώπινο σῶμα, δὲν μπορεῖ ἐκ φύσεως νὰ ζεῖ, πόσο μᾶλλον νὰ εἶναι ἀθάνατη. Ἡ δημιουργία τοῦ σώματος «ἐξ οὐκ ὄντων», ὡς οὐσίας ὑλικῆς καὶ σύνθετης, τὸ καθιστᾶ ὑποκείμενο στὴ φθορὰ καὶ διάλυση καὶ ἀνίκανο νὰ ἐκφράζει ἀπὸ μόνο του τὸ φαινόμενο τῆς ζωῆς. Ὁ ἄνθρωπος συνεπῶς ἐκτὸς τοῦ σώματος χρειάζεται τὴ συνδρομὴ μιᾶς ἄλλης φύσεως, ἡ ὁποία θὰ εἶναι ἱκανὴ νὰ τοῦ παρέχει ζωή, βιολογικὴ ζωή. Ὁ ἄνθρωπος μόνο ὡς διπλῆ φύση (ὑλικὴ καὶ νοερή), ἀποτελούμενος δηλαδὴ ἀπὸ σῶμα καὶ ψυχή, μπορεῖ νὰ ὑπάρχει ὡς ζωντανὸ ὄν. Αὐτὴ ἡ ἄλλη φύση (κτιστὸ πνεῦμα-ψυχή), γιὰ νὰ μπορεῖ κατὰ τὴ συνδρομή της στὸ ὑλικὸ σῶμα νὰ ἐκφράζει τὸ φαινόμενο τῆς ζωῆς, πρέπει ὡστόσο νὰ ἔχει ἡ ἴδια ζωή, νὰ λειτουργεῖ ὡς ζωτική δύναμη (ruach). Ἔτσι, ἡ ψυχή, ὡς κτιστὴ νοερὴ φύση, δημιουργεῖται ἀπὸ τὸν Θεό «ἐξ οὐκ ὄντων» καὶ οὐσιώνεται μὲ οὐσία, ἡ ὁποία ἔχει ζωή, εἶναι πνοὴ ζωῆς, ἡ ὁποία καθιστᾶ τὸν ἄνθρωπο ψυχὴ ζῶσα35, ζῶσα ὕπαρξη. 

Ἂν τώρα στρέψουμε τὴν προσοχή μας στήν «κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν» δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου, μποροῦμε νὰ διακρίνουμε στὴ σκέψη τῶν πατέρων τῆς Ἐκκλησίας τὴν κατανόηση τῆς ἀθανασίας τῆς ψυχῆς καὶ ὡς συνέπεια τῆς «εἰκονικῆς» οὐσίωσης καὶ ὕπαρξης τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου δημιουργήθηκε σύμφωνα μὲ τὴ Γένεση «κατ’ εἰκόνα» τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Ἡ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ δηλαδή, κατὰ τὸν Συμεών, εἶναι ἀποτυπωμένη στὴ νοερὰ καὶ λογικὴ ψυχὴ καὶ ὄχι σὲ ὅλον τὸν ψυχοσωματικὸ ἄνθρωπο: «Ζῷόν σοι λέγω λογικόν / ἄνθρωπος διπλοῦς ἐκ δύο / φύσεων ἀνεκλαλήτως· / σώματος τοῦ ὁρωμένου, / ἀναισθήτου καὶ ἀλόγου / καὶ ψυχῆς τῆς ἀοράτου / κατὰ τὴν ἐμὴν εἰκόνα / λογικῆς τε καὶ νοερᾶς»36. Ἡ «κατ’ εἰκόνα» τοῦ Θεοῦ ἐξ ἀρχῆς οὐσίωση τῆς ψυχῆς «ἐνεφύσησεν πνοὴν ζωῆς», δὲν τὴν καθιστᾶ μόνο λογικὴ ἀλλὰ καὶ ἀθάνατη, ἐφ’ ὅσον ἡ ἀθανασία εἶναι ἰδίωμα τοῦ πρωτοτύπου: «ἐτεκτήνατο ‘κατ' εἰκόνα’ τῆς εἰκόνος ἑαυτοῦ τὴν ψυχήν, διὸ καὶ λογικὴ καὶ ἀθάνατός ἐστι»37. Ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως δηλώνεται μὲ τήν «κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν» τοῦ Θεοῦ δημιουργία της, ὁμοιάζει38 μὲ τὸν Θεό, τὴ Ζωή, τοῦ Ὁποίου φέρει καὶ τὴν εἰκόνα. Ἑπομένως, ἡ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ στὴν ψυχὴ φέρει κατ’ ἀναλογία καὶ τὸ ἰδίωμα τῆς λογικῆς καὶ ἀθάνατης ζωῆς. Στὴν κτιστή της φύση ἡ ψυχὴ ἔχει εἰκονικὰ τὸ θεῖο ἰδίωμα τῆς ζωῆς. Ἡ ζωὴ ὅμως αὐτὴ δὲν εἶναι ἀίδια καὶ αἰώνια, ὅπως ἡ Ζωὴ τοῦ ἀρχετύπου της, τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ ἔχει ἀρχὴ κατὰ τήν «ἐξ οὐκ ὄντων» ἐξ ἀρχῆς οὐσίωσή της39. Ἡ ψυχή, ὡς κτιστὸ πνεῦμα, εἶναι «κατ’ εἰκόνα» τοῦ Θεοῦ φορέας ζωῆς. Ἕνα ἀπὸ τὰ λειτουργήματά της εἶναι ἡ ἐκδήλωση τῆς βιολογικῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου40. Γι’αὐτὸ ὡς φορέας βιολογικῆς ζωῆς ἐκ τῆς κτιστῆς της φύσεως ἡ ψυχὴ θεωρεῖται ἀθάνατος μέσα στὸν κτιστὸ κόσμο, ἔχει δηλαδὴ κτιστὴ φυσικὴ ἀθανασία. Ἡ ἀθανασία τῆς ψυχῆς δὲν εἶναι συνεπῶς τῆς ἴδιας κατηγορίας μὲ τὴν ἀθανασία τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἀθανασία τῆς ψυχῆς εἶναι ἰδίωμα τῆς κτιστῆς καὶ νοερῆς φύσεώς της, μιᾶς φύσεως ποὺ δημιουργεῖται «ἐξ οὐκ ὄντων» ἀπὸ τὸν Θεὸ μὲ ζωὴ καὶ ἔχει ἀρχή. Ἡ ἀθανασία τῆς ψυχῆς δὲν εἶναι μία ἰδιότητα ἄκτιστη, ἀλλὰ μία ἰδιότητα κτιστή. Ἡ ψυχή σύμφωνα μὲ τὸν τρόπο οὐσίωσής της καὶ τὸν σκοπὸ τῆς δημιουργίας της δὲν μπορεῖ νὰ χάσει τὸ ἰδίωμα τῆς ζωῆς, δὲν μπορεῖ νὰ πάψει νὰ εἶναι ζωτικὴ δύναμη μέσα στὸν κτιστὸ κόσμο καὶ ὡς πρὸς τὸν κτιστὸ κόσμο εἶναι ἀθάνατη. Ἔτσι, ἡ φυσικὴ ἀθανασία γιὰ μία κτιστὴ οὐσία, ὅπως εἶναι ἡ ψυχή, διαφοροποιεῖται στὴ σκέψη τῶν Πατέρων ἀπὸ τὴν ἀίδια ἀθανασία, ποὺ ἔχει ἐκ τῆς θείας φύσεως ὁ ἄκτιστος Θεός. 
Ὡς πρὸς τὸν ἄκτιστο Θεὸ ἡ ψυχή, ἡ ὁποία δημιουργεῖται «ἐξ οὐκ ὄντων», γίνεται δηλαδὴ ἕνα κτίσμα μὲ ἀρχή, ὑπόκειται ἀνὰ πᾶσα στιγμὴ σὲ δύο εἴδη θανάτου: α) στὸν ὀντολογικό της θάνατο, στὴν ἐπιστροφή της στὸ μὴ εἶναι, ποὺ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴ βούληση τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος εἶναι αὐτὸς ποὺ τὴν οὐσίωσε καὶ Αὐτὸς μόνον μπορεῖ νὰ τῆς ἀφαιρέσει τὴν οὐσία της καὶ νὰ τὴν ὁδηγήσει στὴν ἀνυπαρξία, καὶ β) στὸν πνευματικὸ θάνατο, στὴν ἀπώλεια τῆς ζωῆς, ὅπως αὐτὴ ἐκφράζεται στὸν νοερὸ κτιστὸ κόσμο ὅπου ἀνήκει. Ὁ πνευματικὸς αὐτὸς θάνατος ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴ θέληση τῆς ψυχῆς καὶ τὴν καθιστᾶ νεκρὴ καὶ ἀναίσθητη ὡς πρὸς τὸν νοερὸ κτιστὸ κόσμο, στὸν ὁποῖο ἀνήκει ἡ οὐσία της. 

Γιὰ νὰ γίνει κατανοητὸς ὁ θάνατος τῆς ψυχῆς καὶ κατ’ ἐπέκταση ἡ θνητότητά της, ὡς πρὸς τὸν νοερὸ κόσμο ὅπου συγκαταλέγεται, πρέπει κατ’ ἀρχὰς νὰ γίνει διάκριση τῆς ζωῆς στὴν ἔνυλη καὶ ἄυλη κτίση. Ἄν, ὅπως προαναφέραμε, ἡ ζωὴ στὰ ἔνυλα ὄντα ἐκφράζεται μὲ τὴν ὑλικὴ αἴσθηση, τὴν κίνηση καὶ τὴν ἀναπνοὴ καὶ συνιστᾶ τὴ βιολογικὴ ζωή, στὰ ἄυλα ὄντα, στὰ κτιστὰ πνεύματα, ὅπως ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ζωὴ δὲν μπορεῖ νὰ χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὰ χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τῆς βιολογικῆς ζωῆς, τὴν ἀναπνοή, τὴν ὑλικὴ αἴσθηση καὶ τὴν κίνηση. Τὰ χαρακτηριστικὰ ἰδιώματα τῆς ζωῆς τῶν ἄυλων ὄντων εἶναι ἡ νοερὴ αἴσθηση καὶ ἡ νοερὴ κίνηση. Ἡ νοερὴ αἴσθηση καὶ ἡ νοερὴ κίνηση συνιστοῦν μιὰν ἄλλης ποιότητας ζωή, τὴ νοερή, τὴν πνευματικὴ ζωή. Ἡ πνευματικὴ ἢ νοερὴ ζωὴ τῆς ψυχῆς γιὰ τὸν Συμεὼν εἶναι ἡ κατὰ χάριν ἕνωσή της μὲ τὸν ἀθάνατο Θεό, τὴν ὄντως Ζωή. Σύμφωνα μὲ τὸν Συμεὼν ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα «τὸν θάνατον ἀπέθανε τῆς ψυχῆς»41. Μὲ τὴ φράση αὐτὴ ὁ Συμεὼν δηλώνει ἀμέσως ὅτι ἡ ψυχὴ ὡς ἄυλο κτίσμα δύναται νὰ ἀπωλέσει τὴ ζωή, ὅπως αὐτὴ ἐκφράζεται στὸν νοερὸ κόσμο, δηλαδὴ ὡς νοερὰ ἢ πνευματικὴ ζωή, καὶ νὰ βιώσει τὸν θάνατο τῆς ψυχῆς, τὸν πνευματικὸ θάνατο. Ἡ ψυχὴ μὲ τὸν χωρισμό της ἀπὸ τὴν πηγὴ τῆς Ζωῆς, τὸν Θεό, πεθαίνει, χάνει τὴν ἱκανότητα νὰ ζεῖ στὸν νοερὸ κτιστὸ κόσμο, δηλαδὴ νὰ αἰσθάνεται καὶ νὰ κινεῖται (νὰ θέλει42), καὶ ἔκτοτε εἶναι νεκρά (ἀκίνητη) καὶ ἀναίσθητη. Συνεχίζει νὰ ὑπάρχει ὡς ἁπλῶς εἶναι, σύμφωνα μὲ τὸν Μάξιμο τὸν Ὁμολογητή43, ἀλλὰ δίχως τὰ ἰδιώματα τῆς νοερῆς ζωῆς ποὺ τῆς ἐπέτρεπαν νὰ ὑπάρχει στὸ ὄντως εἶναι44. Ἔτσι, ἡ ψυχὴ ὡς ἄυλο, νοερὸ κτίσμα δὲν εἶναι ἀθάνατη, ἐφ’ ὅσον ὑπόκειται στὸν πνευματικό, νοερὸ θάνατο, στὴν ἀπώλεια τῆς νοερῆς ζωῆς της, ἀλλὰ θνητή. Ἡ θνητότητα τῆς ψυχῆς δὲν ὁδηγεῖ στὴν ἀνυπαρξία, ὅπως ἡ θνητότητα τοῦ ἀνθρώπου ἢ τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος. Ἐνῶ ὡς πρὸς τὸν νοερὸ κόσμο ἡ ψυχὴ εἶναι νεκρὴ καὶ ἀναίσθητη, ὡστόσο συνεχίζει νὰ ὑπάρχει, νά «εἶναι» ὡς κτιστὴ ἄυλη οὐσία ποὺ δημιούργησε ὁ Θεὸς καὶ παρέχει τὴ ζωτικὴ δύναμη στὸ σῶμα45. 

Ἐπίσης, θὰ πρέπει νὰ μὴν μᾶς διαφεύγει ὅτι ὁ πνευματικὸς θάνατος τῆς ψυχῆς δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς βούλησης τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ θέλημα τῆς ψυχῆς, μὲ τὸ ὁποῖο ἔπαψε νὰ ἐπιζητεῖ τὰ ἀγαθά46. Ἡ θέληση τῆς ψυχῆς, ἐνῶ ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τὸν νοερὸ θάνατο τῆς ψυχῆς, δὲν μπορεῖ νὰ ἀντιστρέψει τὴ δημιουργικὴ θέληση τοῦ Θεοῦ ποὺ τὴν οὐσίωσε καὶ τὴν καθιστᾶ ἕνα νοερὸ ὄν. Ἔτσι, ὡς ἄυλη νοερὴ οὐσία μὲ τὸν νοερό της θάνατο δὲν παύει νὰ ὑπάρχει ὡς κτιστὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖο συντηρεῖ μία ἄλογη πλέον βιολογικὴ ζωὴ στὸν ἄνθρωπο. Ἑπομένως, ὁ πνευματικὸς θάνατος τῆς ψυχῆς δὲν ἐπιφέρει τὴν ἀνυπαρξία της, ἀλλὰ μία διαφοροποίηση στὸν τρόπο ὕπαρξής της. 

Συμπερασματικὰ ἑπομένως, ἡ ψυχὴ γιὰ τοὺς πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ὡς τὸ ἓν ἐξ ἀμφοτέρων ποὺ συνιστᾶ τὸν ἄνθρωπο47, εἶναι καὶ δηλώνεται ἀθάνατη μέσα στὴν κτιστὴ δημιουργία, γιατὶ ὁ δημιουργός της Θεὸς τὴ δημιούργησε μὲ ἐξ ἀρχῆς οὐσίωση καὶ θέλει νὰ ὑπάρχει ὡς πνεῦμα ζωῆς, ὡς κτιστὸ πνεῦμα ποὺ φέρει τὴν εἰκόνα Του καὶ παρέχει λογικὴ ζωὴ στὸν ἄνθρωπο. Ἡ ψυχὴ δημιουργεῖται ἀπὸ τὸν Θεὸ ἐξ οὐκ ὄντων, εἶναι κτιστή, ἔχει δηλαδὴ ἀρχὴ οὐσίωσης, καὶ εἶναι φορέας κτιστῆς καὶ ὄχι ἀίδιας ζωῆς, γεγονὸς ποὺ τῆς προσδίδει φυσικὴ ἀθανασία μέσα στὸν κτιστὸ κόσμο. Ἐπίσης, ὡς νοερὴ καὶ ἄυλη οὐσία ἡ ψυχὴ ἔχει ζωὴ μόνον ὅταν σχετίζεται μὲ τὴν πηγὴ τῆς ὄντως ζωῆς, τὸν Θεό. Ὅταν δὲν σχετίζεται μὲ τὴν πηγὴ τῆς ζωῆς, τὸν Θεό, βιώνει τὸν θάνατο τῶν νοερῶν οὐσιῶν, ὁ ὁποῖος συνίσταται στὴν ἀπώλεια νοερῆς αἴσθησης καὶ νοερῆς κίνησης. Ἔτσι δηλώθηκε ὅτι ἡ ψυχὴ δὲν εἶναι ἀθάνατη, ὅπως ὁ δημιουργός της Θεός, δὲν ἔχει δηλαδὴ ἀίδια ζωὴ ἐκ φύσεως. Ἡ ψυχὴ δηλαδὴ ἔχει κτιστὴ φυσικὴ ἀθανασία. Ἀντίθετα ἡ ψυχή, ὡς νοερὸ κτίσμα ἐξ οὐκ ὄντων δημιουργημένη, μπορεῖ νὰ ὑφίσταται κατὰ τὴ θέλησή της ἀπώλεια τῆς νοερᾶς ζωῆς, γι’ αυτὸ καὶ δὲν εἶναι ἀθάνατη ἀλλὰ ὑπόκειται στὸν νοερὸ θάνατο. Κατὰ συνέπεια, γιὰ τοὺς πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ὁ ἄνθρωπος ὡς διπλῆ κτιστὴ φύση εἶναι θνητὸς καὶ ἀθάνατος48. Ἡ κτιστὴ οὐσία τῆς ψυχῆς, ἐνῶ ἔχει φυσικὴ ἀθανασία, ἀθανασία ἐντὸς τοῦ χωροχρονικοῦ πλαισίου τῆς δημιουργίας, μὲ τὴν ὁποία δὲν ὁδηγεῖται στὸν φυσικὸ θάνατο καὶ στὴν ἀνυπαρξία, ὅπως συμβαίνει μὲ κάθε ἄλλη οὐσία ποὺ δημιουργήθηκε ἐξ οὐκ ὄντων μὲ ἀρχὴ οὐσίωσης, δὲν ἔχει τὴν ἀίδια ἀθανασία τοῦ πρωτοτύπου της Θεοῦ. Ἡ ἀίδια ἀθανασία δὲν εἶναι φυσικὸ ἰδίωμα τῆς κτιστῆς κατ’ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ οὐσίας τῆς ψυχῆς. Ἡ ψυχὴ μπορεῖ μόνο κατὰ χάριν καὶ ὄχι κατ’ οὐσία νὰ μετέχει στὴν ἀίδια Ζωὴ τοῦ Θεοῦ49.

4. Ἡ κατὰ χάριν ἀθανασία τῆς ψυχῆς

 Γιὰ νὰ κατανοήσουμε τὴν κατὰ χάριν ἀθανασία τῆς ψυχῆς καὶ κατ’ ἐπέκταση τοῦ ἀνθρώπου θὰ πρέπει νὰ ἀναφέρουμε, ἔστω περιληπτικά, τὴ διδασκαλία τοῦ Συμεὼν γιὰ τὴν καθ’ ὁμοίωσιν τοῦ Θεοῦ δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου50. Σύμφωνα λοιπὸν μὲ τὸν Συμεών, ὁ Θεὸς κατὰ τὴ δημιουργία τοῦ Ἀδὰμ χρησιμοποίησε τὰ ἄφθαρτα στοιχεῖα τῆς κτίσεως καὶ ἔπλασε τὸ σῶμα ἄφθαρτο. Σὲ αὐτὸ τὸ ἄφθαρτο σῶμα ἐνεφύσησε πνοὴ ζωῆς μὲ τὴν ὁποία δημιούργησε τὴν ψυχή, δίδοντάς της τὴν εἰκόνα Του. Ὡστόσο, δὲν ἔδωσε στὴν ψυχὴ μόνο τὴν εἰκόνα Του ἀλλὰ καὶ ἕνα ἄνωθεν ἀξίωμα ὡς δωρεά. Ἔντυσε διὰ τῆς ψυχῆς ὅλον τὸν ἄνθρωπο μὲ τὴ θεία του δόξα, εἰσάγοντάς τον στὴν ὄγδοη ἡμέρα, στὴν χωρὶς ἀρχὴ καὶ τέλος ἡμέρα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος51, στὸν Παράδεισο. Ἡ θεία δόξα ντύνοντας ὡς ἱμάτιο τὴν ψυχὴ τοῦ Ἀδὰμ τῆς ἐπέτρεψε νὰ μετέχει στὴν ἀίδια ζωὴ καὶ στὴν ἀίδια ἀθανασία τοῦ Θεοῦ. Μὲ τὴ θεία δόξα ὡς ἱμάτιο ἡ ψυχὴ ὁμοίασε μὲ τὸν Θεό, ἀποκτώντας θεῖα ἰδιώματα, ὅπως τὰ ἰδιώματα τῆς αἰώνιας ζωῆς καὶ τῆς ἀίδιας ἀθανασίας. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν ὁ ψυχοσωματικὸς ἄνθρωπος δὲν ἦταν μόνο κατ’ εἰκόνα Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ καθ’ ὁμοίωσιν τοῦ Θεοῦ, ἄφθαρτος καὶ ἀθάνατος52. Μὲ τὴν παρακοὴ ὡστόσο τῆς ἐντολῆς του Θεοῦ ὁ Ἀδὰμ ἔχασε τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ, τὸ ἄνωθεν ἀξίωμα, τὸ ὁποῖο εἶχε δοθεῖ στὸν ἄνθρωπο κατὰ χάριν. Ἡ ψυχή του ἔπαψε νὰ εἶναι ζωντανὴ καὶ ἀθάνατη, βιώνοντας τὴν ἀπώλεια τῆς μετοχῆς της στὴν ἀίδια ζωὴ τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἀπώλεια ἀπὸ τὴν ψυχὴ τῆς μετοχῆς στὴν ἀίδια ζωὴ τῆς τριαδικῆς θεότητας κατέστησε τὴν ψυχὴ νεκρὴ καὶ ἀναίσθητη τοῦ νοεροῦ κόσμου καὶ τὸ σῶμα φθαρτό. Ὁ ἄνθρωπος ἔχασε δηλαδὴ τὴν ὁμοιότητα μὲ τὸν Θεὸ ἀλλὰ ὄχι τὸ κατ’ εἰκόνα53. Ἡ ψυχὴ συνεχίζει ἔκτοτε νὰ ὑπάρχει ὡς ἄυλη οὐσία κατ’ εἰκόνα Θεοῦ, φορέας κτιστῆς ζωῆς. Ἡ φθορὰ τοῦ σώματος καὶ ὁ βιολογικὸς θάνατος ἔγιναν τὸ ἱμάτιο, τὸ ὁποῖο περιβάλλει στὸ ἑξῆς τὴν ἀνθρώπινη φύση. Ἡ ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου, λόγῳ τῆς ἀπώλειας τῆς μετοχῆς τῆς ψυχῆς στὴ δόξα τοῦ Θεοῦ, ἐξέπεσε ἀπὸ τὸ ὄντως εἶναι στὸ ἁπλῶς εἶναι. Γι’ αὐτὸ ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴ φθορὰ καὶ τὸν θάνατο προϋποθέτει γιὰ τὸν Συμεὼν τὴν ἀναγωγὴ καὶ πάλι στὴ δόξα, τὴν κάθαρση, τὴν ἀπάθεια καὶ τὴν ἐκ νέου ἕνωση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό, τὰ ὁποῖα πραγματοποιήθηκαν ἀπὸ τὸν σαρκωθέντα καὶ ἀναστάντα Χριστὸ καὶ στὰ ὁποῖα μπορεῖ νὰ μετέχει κάθε ἀνθρώπινη ὑπόσταση, πρόσωπο, διὰ τῆς ψυχοσωματικῆς ἕνωσής της μὲ τὸν ἀναστάντα Χριστό54.

Σημειώσεις

Ἡ οὐσίωση τῶν ὄντων καὶ ἡ ἀθανασία τῆς ψυχῆς (1)


Περιοδικό Θεολογία

Ἀνδρέα Καρατζᾶ (δρ. Ἐπιστημῶν ἀγωγῆς καὶ δρ. Θεολογίας καὶ μέλος Σ.Ε.Π. τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἀνοικτοῦ Πανεπιστημίου.)

1. Εἰσαγωγὴ

Δὲν ἔχει περάσει πολὺς καιρὸς ἀπὸ τὴ συζήτηση ποὺ εἴχαμε μὲ Καθηγητὴ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Ἀθηνῶν, ὁ ὁποῖος μᾶς ἔθεσε τὸ ἐρώτημα περὶ τῆς ἐξαφάνισης ἢ μὴ τῆς ψυχῆς μετὰ ἀπὸ τὸν βιολογικὸ θάνατο τοῦ ἀνθρώπου. Στὴν ἀρχὴ ὁμολογοῦμε ὅτι ξαφνιαστήκαμε. Θεωρήσαμε ὅτι ἦταν μία μορφὴ διερεύνησης ἐκ μέρους του τῶν θεολογικῶν μας πεποιθήσεων καὶ τοποθετήσεων ἔναντι λυμένων ἀπὸ αἰώνων θεμάτων. Στὴν ἐξέλιξη ὅμως τῆς συζήτησης διαπιστώσαμε ὅτι τὸ ἐρώτημα αὐτὸ ἔχει ἐπανέλθει στὸ ἐπίκεντρο θεολογικῶν συζητήσεων στὸ πλαίσιο μιᾶς προσπάθειας ἀπομάκρυνσης –ἢ καλύτερα κάθαρσης– τοῦ θεολογικοῦ λόγου ἀπὸ πλατωνικὲς καὶ νεοπλατωνικὲς ἀντιλήψεις. Μόλις εἴχαμε καταθέσει τὴ διδακτορική μας διατριβὴ γιὰ τὴ σχέση ψυχῆς καὶ σώματος στὴν περὶ σωτηρίας διδασκαλία Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου καὶ ἦταν προφανὲς ὅτι ὁ ἀγαπητὸς συνομιλητής μας ἀναζητοῦσε ἐναγωνίως ὄχι μία ἀπάντηση, τὴν ὁποία εἶχε ἄλλωστε, ἀλλὰ τὴ θεολογικὴ ἐπιχειρηματολογία τοῦ ἁγίου Συμεών, ἡ ὁποία δὲν θὰ στηριζόταν στὰ πλατωνικὰ καὶ νεοπλατωνικὰ ἐπιχειρήματα ἀλλὰ στὸν θεολογικὸ λόγο ἑνὸς θεωμένου ἀνθρώπου. Αὐτὸς ἦταν καὶ ὁ λόγος ποὺ μᾶς ὤθησε νὰ διερευνήσουμε περαιτέρω τὴν ἀντίληψη καὶ πίστη τοῦ ἁγίου Συμεὼν γιὰ τὴν ἀθανασία τῆς ψυχῆς καὶ τοὺς ἄξονες πάνω στοὺς ὁποίους ἑδράζει τὴν πεποίθησή του αὐτή. Ἀναπόφευκτα ἡ διδασκαλία τοῦ ἁγίου ἔρχεται ὡς μέτρο ὀρθοδοξίας καὶ ὀρθολογίας τόσο τῶν πλατωνικῶν ἀντιλήψεων γιὰ τὴν ψυχὴ ὅσο καὶ διάφορων θεολόγων, οἱ ὁποῖοι διατείνονται ὅτι ἡ ψυχὴ δὲν εἶναι ἀθάνατη, ἀλλὰ θνητή.

Στὴν προσπάθειά του ὁ ἄνθρωπος νὰ κατανοήσει τὸν κόσμο καὶ τὸν ἑαυτό του διήνυσε μία μεγάλη πορεία ἀπὸ τὴν προομηρικὴ ἐποχὴ μέχρι καὶ σήμερα. Ἡ βασικὴ ἐρώτηση ποὺ συνεχῶς θέτει καὶ ἀποτελεῖ τὸν ἄξονα τῆς σκέψης του ἀφορᾶ τὴν οὐσία τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἀνθρώπου. Εἰδικώτερα, μπροστὰ στὸ φαινόμενο τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου, προσπάθησε νὰ προσδιορίσει τί εἶναι αὐτὸ ποὺ παρέχει ζωὴ στὰ ὑλικὰ σώματα· ἂν ἡ ζωοποιὸς αὐτὴ δύναμη ἀποτελεῖ ξεχωριστὴ ἀπὸ τὸ σῶμα οὐσία, ἂν ἔχει ὑλικὴ προέλευση ἢ ἀποτελεῖ μιὰ ἄλλης φύσεως οὐσία, διαφορετικὴ τῆς ὕλης. Καὶ ἂν πράγματι ἀποτελεῖ μία ἄλλη οὐσία, τί γίνεται αὐτὴ μετὰ ἀπὸ τὸν βιολογικὸ θάνατο καὶ τὴν κατάληξη τῆς ζωῆς;

Ἡ ἀπάντηση ὡστόσο στὸ ἐρώτημα περὶ τῆς ἐξαφάνισης ἢ μὴ τῆς ψυχῆς μετὰ ἀπὸ τὸν βιολογικὸ θάνατο τοῦ ἀνθρώπου σχετίζεται μὲ τὴν ἀντίληψη ποὺ ἔχει ὁ ἄνθρωπος γιὰ τὸν ἴδιο του τὸν ἑαυτό, γιὰ τὴ φύση καὶ τὴν οὐσία του, γιὰ τὸ πρόσωπό του ὡς ψυχοσωματικὴ ἑνότητα. Ἀνεξαρτήτως τοῦ τρόπου διαμόρφωσης αὐτῆς τῆς ἀντίληψης, εἴτε εἶναι δηλαδὴ προϊὸν λογικῶν συλλογισμῶν εἴτε ἀποτέλεσμα πίστεως, εἶναι αὐτὴ ἡ ἰδέα ποὺ ἔχει ὁ ἄνθρωπος γιὰ τὴν ὕπαρξή του, γιὰ τὸ τί εἶναι ὀντολογικά (ὡς οὐσία) καὶ ὑπαρξιακά (ὡς ὕπαρξη), ποὺ καθορίζει τὴν ἀπάντηση ποὺ δίνει ἢ ποὺ ἐνστερνίζεται γιὰ τὴν ἐξαφάνιση ἢ ὄχι τῆς ψυχῆς. Ἀναπόφευκτα ἡ ἀπάντηση στὸ ἐρώτημά μας σχετίζεται μὲ ἀπαντήσεις ποὺ κατὰ καιροὺς ἔδωσε ὁ ἄνθρωπος στὰ ἐρωτήματα: Τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος; Πῶς δημιουργήθηκε; Τί συνιστᾶ τὴν ἀνθρώπινη οὐσία; Τί εἶναι ἡ ψυχή; Ποιά ἡ σχέση τοῦ σώματος καὶ τῆς ψυχῆς; Τί συνιστᾶ τὸ φαινόμενο τῆς ζωῆς, τὸ σῶμα, ἡ ψυχή, ἢ καὶ τὰ δύο μαζί; Τί εἶναι ὁ θάνατος τοῦ ἀνθρώπου; Σὲ αὐτὰ τὰ ἐρωτήματα ἡ ἀνθρωπότητα ἔδωσε διάφορες ἀπαντήσεις καὶ συνεπῶς διαμόρφωσε διαφορετικὲς τοποθετήσεις ἔναντι τοῦ ἐρωτήματος περὶ ἐξαφάνισης ἢ ὄχι τῆς ψυχῆς μετὰ ἀπὸ τὸν βιολογικὸ θάνατο τοῦ ἀνθρώπου.

Εἰδικώτερα, ὁ χριστιανισμὸς ἀπὸ τὰ πρωτοχριστιανικὰ χρόνια διαμόρφωσε τὴ δική του ἀντίληψη γιὰ τὴν οὐσία τοῦ ἀνθρώπου καὶ κατ’ ἐπέκταση γιὰ τὴν ἀθανασία τῆς ψυχῆς. Ἡ πίστη τῆς Ἐκκλησίας στὴν ἀθανασία τῆς ψυχῆς συνδέεται ἄρρηκτα τόσο μὲ τὸν τρόπο δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου ὅσο καὶ μὲ τὸ εὐαγγέλιο περὶ τῆς ἀνάστασης τῶν νεκρῶν, τὸ ὁποῖο παρουσίασε ἔμπρακτα ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς μὲ τὴν ἀνάστασή Του. Στὸν διάλογο περὶ ἀθανασίας τῆς ψυχῆς ὡστόσο, κάθε φορὰ ποὺ γίνεται ἀναφορὰ στὴ δημιουργία τῆς Κτίσεως καὶ εἰδικώτερα στὴ δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου καὶ τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς, ἡ ἔμφαση δίνεται στήν «ἐκ τοῦ μηδενός» (ex nihilo) δημιουργία τῶν ὄντων καὶ ὄχι στὴ θέληση καὶ τὴ δημιουργικὴ ἐνέργεια τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἡ ὁποία προσδιορίζει τὸν τρόπο οὐσίωσής τους καὶ τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς οὐσίας τους. Ἔτσι, δημιουργεῖται ἡ πλασματικὴ ἄποψη πὼς ὅλα τὰ κτιστά (ἐνέργεια, ὕλη, ὑλικὰ σώματα, φυτά, ζῶα, ἀκόμη καὶ ὁ ἄνθρωπος) ἔχουν κτιστὴ οὐσία μὲ τὸ ἴδιο κοινὸ χαρακτηριστικό, αὐτὸ τῆς «φυσικῆς» τάσεως πρὸς τὴν ἀνυπαρξία, στὸ τίποτε. Ἡ τάση αὐτὴ ἐκλαμβάνεται ὡς ἰδιότητα τῆς φύσεως τῶν κτιστῶν ὄντων. Κάθε ὂν δηλαδή, ἐπειδὴ προέρχεται «ἐκ τοῦ μηδενός», ὁδεύει πρὸς τὸ μηδὲν κινούμενο ἀπὸ μία ἐσωτερικὴ τῆς φύσης του δύναμη. Μὲ ἄλλα λόγια, ἐφ’ ὅσον ὅλα τὰ κτιστὰ προέρχονται στὸ εἶναι «ἐξ οὐκ ὄντων», τότε μὲ τὸν θάνατό τους ἢ τὴν ἀποδόμησή τους ἐπανέρχονται ἐκ φύσεως στὸ nihilo, στὴν ἀνυπαρξία τῆς οὐσίας τους, στὸ τίποτε.

Ἡ ἀντίληψη αὐτὴ φαίνεται νὰ στηρίζεται στὴν κατανόηση τῆς οὐσίας ὅλων τῶν κτιστῶν ὄντων ὡς αὐθύπαρκτης, ἀνεξάρτητης, αὐτόνομης οὐσίας, ἡ ὁποία ὑπόκειται μόνο στοὺς ἐνυπάρχοντες φυσικούς της νόμους. Ἡ οὐσία των ὄντων, μὲ τὴν ἀντίληψη αὐτή θεωρεῖται ἀνεξαρτήτως τοῦ τρόπου δημιουργίας της μὲ ἀποτέλεσμα ἡ κατανόησή μας νὰ ἑστιάζει στὸ ἀποτέλεσμα «οὐσία» καὶ νὰ παραθεωρεῖ τόσο τὴν αἰτία, δηλαδὴ τὴ θέληση καὶ τὴ δημιουργικὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ, ὅσο καὶ τὸν συνεκτικὸ δεσμὸ κάθε κτιστῆς οὐσίας μὲ τὴ δημιουργικὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ καθ’ ὅλη τὴ διάρκεια ὑπάρξεως τοῦ ὄντος. Ἂν ἔτσι ἔχουν τὰ πράγματα, τότε ὁ Θεὸς δὲν δημιούργησε ἕναν «καλὸν λίαν» κόσμο, ἐφ’ ὅσον ὅ,τι ἐδημιούργησε ἐναντιώνεται «κατὰ φύση» στὴ θέληση τοῦ Θεοῦ καὶ τείνει στὴν ἐξαφάνιση, στὸ τίποτε, ἀκυρώνοντας τὴ δημιουργική Του θέληση! Ἡ θέση αὐτὴ προϋποθέτει ἐπιπλέον τὴν ἔνταξη τῆς δημιουργικῆς ἐνέργειας τοῦ Θεοῦ μέσα στὸ χωροχρονικὸ πλαίσιο τῆς κτίσεως καὶ ὑποβάλλει τὴ θεότητα σὲ μία ἀνυπέρβλητη ἀνάγκη ὑποταγῆς στὸν χρόνο. Ἡ ἐξαφάνιση τῆς οὐσίας κάθε ὄντος, ὡς ἀποτέλεσμα ἐσωτερικῆς κίνησης τῆς οὐσίας του χωρὶς τὴ συμμετοχὴ τοῦ δημιουργοῦ της σὲ αὐτή, ἀκυρώνει τὴ δημιουργική ἐνέργεια του Θεοῦ. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἡ θέση ὅτι, γιὰ νὰ συνεχίσει ἡ ψυχὴ ἑνὸς συγκεκριμένου ἀνθρώπου νὰ ὑπάρχει ὡς οὐσία δημιουργημένη «ἐξ οὐκ ὄντων» μετὰ ἀπὸ τὸν βιολογικὸ θάνατο τοῦ ἀνθρώπου, γεγονὸς ποὺ καθιστᾶ ἐφικτὴ τὴν ἀνάσταση τοῦ προσώπου αὐτοῦ, πρέπει νὰ εἶναι ἑνωμένη μὲ τὸν Χριστό, νὰ ἔχει δηλαδὴ ἀπολάβει πρὶν τὸν χωρισμό της ἀπὸ τὸ σῶμα τὴν κατὰ χάριν ἀθανασία, δημιουργεῖ σοβαρά θεολογικὰ προβλήματα. Ἂν ἡ ἀνυπαρξία ἢ ὄχι τῆς ψυχῆς ὡς οὐσίας ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ἕνωσή της μὲ τὸν Χριστό, τότε οἱ ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων ποὺ δὲν ἔχουν ἑνωθεῖ μαζί Του πρὶν ἀπὸ τὸν βιολογικό τους θάνατο, θὰ ὁδηγηθοῦν πάραυτα στὴν ἀνυπαρξία, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἀκυρώνεται ἡ ἀνάσταση τῶν νεκρῶν ψυχοσωματικῶν προσώπων καὶ νὰ μὴν ὑφίστανται τῶν συνεπειῶν τῶν πράξεων ποὺ ἐπιτέλεσαν καθ’ ὅλη τὴ διάρκεια τοῦ βίου τους. Ἔτσι, ἡ διδασκαλία περὶ τῆς αἰώνιας τιμωρίας τῶν ἁμαρτωλῶν ἀναιρεῖται ἢ στὴν καλύτερη περίπτωση κλονίζεται σοβαρὰ μὲ ὅ,τι αὐτὸ συνεπάγεται γιὰ τὴν ἐγκόσμια διαβίωση τοῦ ἀνθρώπου. Ἐπίσης, ἂν ἡ ψυχὴ ὑπάρχει ὡς οὐσία μόνον ὅταν εἶναι ἑνωμένη μὲ τὸ σῶμα ἢ τὸν Χριστό, τότε βρισκόμαστε μπροστὰ σὲ μία θεολογικὴ ἀντίφαση, ἐφ’ ὅσον τὸ ὑλικὸ σῶμα παρουσιάζεται νὰ ἔχει τὴν ἴδια ἱκανότητα μὲ τὸ δεύτερο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, τὸν Χριστό, νὰ συντηρεῖ δηλαδὴ τὴν ψυχὴ στὴν κατηγορία τοῦ ὄντος.

Ἔτσι, ἕνα ἀπὸ τὰ βασικὰ ἐρωτήματα σχετικὰ μὲ τὴ διερεύνηση τῆς ἀθανασίας τῆς ψυχῆς, ποὺ θέσαμε, εἶναι τὸ ἐρώτημα περὶ τῆς σχέσεως τῆς κτιστῆς οὐσίας καὶ τῆς δημιουργικῆς δύναμης, θέλησης τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεός, σύμφωνα μὲ τὸν Συμεών, δημιούργησε κάθε κτιστὴ οὐσία, γιατὶ ἦταν ὁ μόνος ποὺ μποροῦσε νὰ οὐσιώσει τὰ πάντα ἀπὸ τὸ τίποτε. Πῶς ὅμως οὐσίωσε κάθε ὂν καὶ πῶς ὑπάρχει κάθε οὐσία; Στὴ μελέτη μας αὐτὴ θὰ προσπαθήσουμε νὰ ἀναδείξουμε τὴ σκέψη τοῦ ἁγίου Συμεὼν καὶ τῶν πατέρων τῆς Ἐκκλησίας ὡς πρὸς τὴν οὐσίωση τῶν κτιστῶν ὄντων καὶ πῶς μὲ αὐτὴν ὁδηγοῦνται στὴν παραδοχὴ τῆς φυσικῆς ἀθανασίας τῆς ψυχῆς καὶ στὴ διάκρισή της ἀπὸ τὴν ἀίδια ἀθανασία, στὴν ὁποία ἡ ψυχὴ μπορεῖ νὰ μετέχει ὄχι κατ’ οὐσίαν ἀλλὰ κατὰ χάριν, μὲ ἀποτέλεσμα τὴ θέωση ὅλου τοῦ ψυχοσωματικοῦ ἀνθρώπου.

2. Ἡ ἐξ οὐκ ὄντων οὐσίωση καὶ ὕπαρξη τῶν κτιστῶν ὄντων

2.1. Ἡ ἐξ ἀρχῆς οὐσίωση καὶ ἡ μεταποίηση

Ἡ κτίση δημιουργήθηκε, σύμφωνα μὲ τὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, ἀπὸ τὸν Τριαδικὸ Θεό, ὁ ὁποῖος ἔφερε στὸ εἶναι ἀπὸ τὸ μηδέν, ἀπὸ τὸ τίποτα, κάθε ὄν. Στοὺς πατέρες τῆς Ἐκκλησίας βρίσκουμε δύο τρόπους κατανόησης τῆς ποίησης, τῆς δημιουργίας τῶν κτιστῶν ὄντων ἀπὸ τὸν ἄκτιστο Θεό, τήν «ἐξ ἀρχῆς οὐσίωση» καὶ τή «μεταποίηση» ἤ «διακόσμηση». Κατὰ τὸν Προκόπιο Γαζαῖο ἡ δημιουργία τῆς κτίσεως ὡς ὅρος ἀναφέρεται τόσο στὴν ἐξ ἀρχῆς οὐσίωση τῶν ὄντων ὅσο καὶ στὴ δημιουργία ὀντοτήτων μέσῳ τῆς μεταποίησης ἄλλων στοιχείων: «Ποίησις δὲ κτίσις καὶ ἐπὶ μεταποιήσεως λέγεται χωρὶς τῆς ἐξ ἀρχῆς οὐσιώσεως»1 . Στὴν ἴδια προοπτικὴ ὁ Εὐσέβειος Καισαρείας κάνει λόγο γιὰ διακόσμηση τοῦ παντός2. Σύμφωνα μὲ τὴν ἐξ ἀρχῆς οὐσίωση, τὰ ὄντα ἀπέκτησαν μὲ τὴ δημιουργικὴ βούληση τοῦ Θεοῦ οὐσία, ἡ ὁποία δὲν προϋπῆρχε. Ἡ οὐσία τους δημιουργήθηκε ἀπὸ τὸ τίποτε, ex nihilo, ἀπὸ τὸ μηδέν. Ἀντίθετα, μὲ τὴ διαδικασία τῆς μεταποίησης ἢ διακόσμησης, ὁ Θεὸς δημιούργησε πολλὰ ὄντα, ὅπως τὰ φυτὰ καὶ τὰ ζῶα, δημιουργώντας τὴν οὐσία τους ἀπὸ στοιχεῖα ποὺ εἶχαν ἤδη δημιουργηθεῖ ἀπὸ τὸν Ἴδιο. Ἡ μεταποίηση δηλαδὴ ἀναφέρεται στὴ σύνδεση ἢ σύνθεση πολλῶν πρωτογενῶς δημιουργημένων οὐσιῶν, ποὺ εἶχαν προηγουμένως δημιουργηθεῖ μὲ τὴν ἐξ ἀρχῆς οὐσίωση γιὰ τὴ δημιουργία μιᾶς νέας οὐσίας, ἑνὸς νέου ὄντος3 . Στὴν ἐξ ἀρχῆς οὐσίωση, γιὰ παράδειγμα, ἐντάσσεται ἡ δημιουργία τῆς ὕλης4 καὶ στὴ μεταποίηση ἡ δημιουργία τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος.

Ἡ ἀρχὴ οὐσίωσης, ἡ ἀπόκτηση οὐσίας ἀπὸ τὸ τίποτε, ἀπὸ τὸ ὀντολογικὰ ἀπόλυτο μηδέν5 , εἶναι γιὰ τοὺς πατέρες τῆς Ἐκκλησίας χαρακτηριστικὸ μόνο τῶν κτιστῶν ὄντων. Ὁ Δίδυμος Ἀλεξανδρείας διακρίνει μεταξὺ γένεσης τῆς θεότητας καὶ τοῦ ἐρχομοῦ στὸ εἶναι κάθε κτιστοῦ, ἀποδίδοντας μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο τὸ ἰδίωμα τῆς ἐξ ἀρχῆς οὐσίωσης μόνο στὰ κτιστὰ ὄντα. Ἡ θεότητα, ἡ Ἁγία Τριάδα, γεννήθηκε μὲ θεϊκὸ τρόπο· δὲν ἔγινε ἐξ οὐκ ὄντων, καὶ αὐτὸ ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἔφερε στὸ εἶναι ἐξ οὐκ ὄντων κάθε κτιστό. Ὁ Θεὸς εἶναι ἀίδιος καὶ αἰώνιος καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν ἔχει ἀρχὴ οὐσιώσεως, ὅπως ἡ κτιστὴ δημιουργία6. Ἡ ἀρχὴ οὐσίωσης δὲν ἀποτελεῖ θεῖο ἰδίωμα, ἀλλὰ ἰδίωμα τῶν κτιστῶν. Τὰ κτιστὰ εἶναι αὐτὰ ποὺ ἔχουν ἀρχὴ οὐσίωσης, γιατὶ προέρχονται ἐξ οὐκ ὄντων, δὲν ὑπῆρχαν δηλαδὴ ἀιδίως καὶ αἰωνίως. Ἡ ὀντολογικὴ διαφορὰ Θεοῦ καὶ κτίσεως, ἀκτίστου καὶ κτιστοῦ, ἔγκειται καὶ κατὰ τὸν Συμεὼν τὸν Νέο Θεολόγο στὸ γεγονὸς ὅτι: «μόνος δὲ ὁ τούτων ποιητὴς καὶ κτίστης Θεὸς ἄκτιστος, ἄναρχος, καὶ ἀεὶ ὢν καὶ πρὸ πάντων ὤν»7 . Ὁ Θεὸς διαφέρει ἀπὸ τὴν κτίση, γιατὶ εἶναι ἀίδιος καὶ αἰώνιος καὶ δὲν ἔχει ἀρχὴ οὐσίωσης, εἶναι δηλαδὴ ἄκτιστος, ἄχρονος, ἀίδιος καὶ προϋπάρχει τῶν πάντων. Συνεπῶς, οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἀναγνωρίζουν ὡς ἰδίωμα της κτιστῆς δημιουργίας τὴν ἐξ ἀρχῆς οὐσίωση, ἰδίωμα ποὺ τὴ διακρίνει ἀπὸ τὸν Θεό.

2.2. Ἡ ὕπαρξη τῶν κτιστῶν ὄντων ὡς σχέση μὲ τὴ θέληση τοῦ Θεοῦ

Ἡ σκέψη τῶν πατέρων της Ἐκκλησίας ὡστόσο δὲν ἐπικεντρώνεται μόνο στὴν ἐξ οὐκ ὄντων δημιουργία τῶν πάντων, στὴν οὐσίωσή τους, ἀλλὰ διευρύνεται καὶ στὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο διατηροῦνται στὸ εἶναι, στὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ὑπάρχουν. Ὁ Θεὸς δημιούργησε τὰ πάντα ἐξ οὐκ ὄντων καὶ τὰ πάντα ὑπάρχουν δι' αὐτοῦ, «δι’ ὃν τὰ πάντα ἐστίν». Ἡ ζωή, ἡ κίνηση καὶ ἡ ὕπαρξη ὅλων γίνεται «ἐν αὐτῷ». Ἡ οὐσίωση καὶ ἡ ὕπαρξη τῶν πάντων ἔχει αἴτιο τὴν θέληση τοῦ ἑνὸς καὶ μοναδικοῦ Θεοῦ. Τὰ πάντα ὑπάρχουν, ἔρχονται στὴν ὕπαρξη καὶ ὑπάρχουν, γιατὶ ὁ Θεὸς θέλει: «…αὐτὸς ὢν ὁ εἷς καὶ μόνος Θεός, ἐξ οὗ τὰ πάντα, δι' ὃν τὰ πάντα ἐστίν· ἐν αὐτῷ γὰρ ζῶμεν καὶ κινούμεθα καὶ ἐσμέν. Ὅ τι δὴ θέλει, τοῦτο γοῦν καὶ εἴη ἂν τὸ μόνον τῆς τῶν γενητῶν ἁπάντων οὐσιώσεώς τε καὶ ὑπάρξεως αἴτιον· θέλοντος γάρ ἐστι»8 . Τὰ πάντα εἶναι, γιατὶ ὁ Θεὸς θέλει καὶ ἡ θέλησή Του εἶναι ἡ αἰτία τόσο τῆς οὐσίωσής τους ἐκ τοῦ μὴ ὄντος, ὅσο καὶ τῆς ὕπαρξής τους στὸ εἶναι ἐκ τοῦ μὴ εἶναι. Ὁ Θεὸς γιὰ τοὺς πατέρες τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ αἰτία τόσο τῆς δημιουργίας τῶν ὄντων ὅσο καὶ τῆς ὑπάρξεώς τους στὸ εἶναι. Τὰ πάντα οὐσιώνονται καὶ ὑπάρχουν, γιατὶ ὁ Θεὸς θέλει. Καὶ γιὰ τὸν Συμεών, ὅλη ἡ κτίση, ἡ ὁρατὴ καὶ ἡ ἀόρατη, συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι δημιούργημα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, ἀποτέλεσμα τῆς βούλησής Του9 , «ὅτε δὲ ἠβουλήθη», καὶ δὲν ἔχει τὶς ἰδιότητες τοῦ ἄκτιστου, τοῦ ἄναρχου, τοῦ πάντοτε καὶ πρὸ πάντων ὑπάρχοντος, τὶς ὁποῖες ἔχει ἀποκλειστικὰ καὶ μόνον ὁ Θεός. Κατὰ συνέπεια, ὁ Τριαδικὸς Θεὸς εἶναι ὁ μόνος ὁ ὁποῖος μποροῦσε νὰ προσδώσει διὰ τῆς θελήσεώς Του οὐσία ἐκ τοῦ μὴ ὄντος στὰ πάντα10, νὰ τὰ στερεώνει καὶ νὰ τὰ δυναμώνει, δηλαδὴ νὰ δημιουργεῖ καὶ νὰ διατηρεῖ τὰ πάντα στὴν ὕπαρξη11.

Παράλληλα, πρέπει νὰ ἐπισημανθεῖ ὅτι ἡ θέληση τοῦ Θεοῦ, ὡς ἰδίωμα τῆς τριαδικῆς ὑπάρξεώς Του, δὲν γίνεται κατανοητὴ ἀπὸ τοὺς πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὰ μέτρα τῆς κτιστῆς δημιουργίας. Ἄλλο εἶναι ἡ θέληση τοῦ ἀίδιου καὶ αἰώνιου Θεοῦ καὶ ἄλλο ἡ θέληση ἑνός κτιστοῦ λογικοῦ ὄντος. Ἡ θέληση ἑνὸς κτιστοῦ λογικοῦ ὄντος, ὅπως ὁ ἄνθρωπος, εἶναι κτιστὸ ἰδίωμα, ἰδίωμα κτιστοῦ ὄντος, καὶ ὑπάρχει ἡ ἴδια μὲ ἀρχὴ καὶ τέλος μέσα στὸ χωροχρονικὸ κτιστὸ πλαίσιο. Ἀντίθετα, ἡ θέληση τοῦ Θεοῦ δὲν ὑπόκειται σὲ χωροχρονικὸ πλαίσιο καὶ γι’ αὐτὸ πρέπει νὰ νοεῖται ὡς αἰώνια καὶ ἀίδια. Ὁ Θεὸς θέλει καὶ ἡ θέλησή Του εἶναι ἡ αἰώνια καὶ ἀίδια δημιουργικὴ δύναμη ποὺ οὐσιώνει τὰ πάντα καὶ διατηρεῖ στὴν ὕπαρξη τὰ ὄντα. Ἡ ὕπαρξη τῶν πάντων (τὸ εἶναι τους) ἐξαρτᾶται ἀπολύτως ἀπὸ τὴ θέληση τοῦ Θεοῦ, «θέλοντος γάρ ἐστι».

2.3. Ἡ οὐσίωση καὶ ὕπαρξη τῶν κτιστῶν ἄβιων ὄντων

Ἄν ξαναδιαβάσουμε τὴ Γένεση, μένοντας πιστοὶ στὴν ἀνθρωπομορφικὴ ἀναλογία ποὺ χρησιμοποιεῖ ὁ συγγραφέας, μποροῦμε νὰ διακρίνουμε τὴ σχέση τῆς ἐξ ἀρχῆς οὐσίωσης καὶ ὕπαρξης τῶν κτιστῶν ὄντων μὲ τὴ θέληση καὶ τὴ δημιουργικὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ: «Ἐν ἀρχῇ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν. ἡ δὲ γῆ ἦν ἀόρατος καὶ ἀκατασκεύαστος, καὶ σκότος ἐπάνω τῆς ἀβύσσου, καὶ πνεῦμα Θεοῦ ἐπεφέρετο ἐπάνω τοῦ ὕδατος»12. Μὲ τὸν πρῶτο στίχο τῆς Γενέσεως ὁ συγγραφέας δηλώνει τὴ δημιουργία ἀπὸ τὸν Θεὸ τοῦ χωροχρονικοῦ πλαισίου τῆς ὁρατῆς κτίσεως καὶ τῆς ὕλης. Ἀναφέροντας τὰ δύο ὁρατὰ διὰ γυμνοῦ ὀφθαλμοῦ ἄκρα τῆς ὑλικῆς φύσεως, τὸν οὐρανὸ καὶ τὴ γῆ, παρουσιάζει τὸν Θεὸ νὰ δημιουργεῖ ἐν ἀρχῇ τὰ ὑλικὰ στοιχεῖα. Ἡ ὕλη, καὶ κατὰ συνέπεια ὁ χῶρος καὶ ὁ χρόνος, εἶναι τὰ πρῶτα δημιουργήματα τοῦ Θεοῦ. Γιὰ τὸν συγγραφέα τῆς Γενέσεως εἶναι ὁ Θεὸς ποὺ δημιούργησε τὴν ὕλη καὶ τὸ χωροχρονικὸ πλαίσιο τῆς κτίσεως. Ἡ χρήση ἐδῶ τοῦ ἐποίησεν παραπέμπει στὴν ἀρχὴ τῆς οὐσίωσης τῶν ὑλικῶν στοιχείων. Κάθε ὑλικὸ στοιχεῖο ποὺ μπορεῖ νὰ διακρίνει κάποιος στὸν οὐρανὸ καὶ τὴ γῆ δημιουργεῖται ἐξ οὐκ ὄντων, ποιεῖται, οὐσιώνεται, μὲ συνέπεια νὰ ἔχει ἐξ ἀρχῆς οὐσίωση. Ἡ ἐξ ἀρχῆς οὐσίωση τῆς ὕλης ἔγινε μὲ τὴ δημιουργικὴ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ («ἐποίησεν») καὶ παραμένει ὡς τὸ ἀρχικὸ ἀδιαμόρφωτο στοιχεῖο τῆς κτίσεως. Σὲ αὐτὸ τὸ στάδιο τῆς δημιουργίας ἡ γῆ, ἂν καὶ ἔχει δημιουργηθεῖ, δὲν ἔχει ἐμφανισθεῖ: «ἡ δὲ γῆ ἦν ἀόρατος καὶ ἀκατασκεύαστος». Αὐτὸ ποὺ μπορεῖ νὰ γίνει ἀντιληπτὸ εἶναι τὸ σκότος πάνω ἀπὸ τὴν ἄβυσσο καὶ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ πάνω ἀπὸ τὰ ὕδατα. Στὸ χωροχρονικὸ αὐτὸ πλαίσιο μπορεῖ κανείς νὰ ἀντιληφθεῖ ὅτι τὰ πάντα εἶναι βυθισμένα στὸ σκοτάδι καὶ στὸ ὑγρὸ στοιχεῖο, στὰ ὕδατα. Ταυτόχρονα, τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ ἐπιφέρεται πάνω ἀπὸ τὰ ὕδατα. Ἐνῶ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ δὲν ἀποτελεῖ μέρος τῆς κτιστῆς σκοτεινῆς καὶ ἀκατέργαστης κτιστῆς δημιουργίας, παρουσιάζεται ὡστόσο νὰ παρευρίσκεται πλησίον, «ἐπάνω» αὐτῆς13. Ἔχοντας περάσει ἀπὸ τὴν ἐξ ἀρχῆς οὐσίωση τῆς ὑλικῆς κτίσεως στὴν παρουσίαση τῆς ὕπαρξής της, ὁ συγγραφέας τῆς Γενέσεως συνδέει ἄμεσα τὴν ὕπαρξη τῆς ὑλικῆς κτιστῆς δημιουργίας (κτιστό) μὲ τὴν παρουσία τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ (ἄκτιστο). Γιὰ τὸν Συμεών, κατὰ τὴ δημιουργία τοῦ αἰσθητοῦ κόσμου ὁ Τριαδικὸς Θεός, ὡς ἄυλο φῶς, δὲν διαχωρίζεται ἀπὸ τὸν αἰσθητὸ κόσμο τοπικά, ἀλλὰ ὡς πρὸς τὴ δόξα καὶ τὴ θεότητά του, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ εἶναι ἀχώριστος ἀπὸ τὰ πάντα καὶ πανταχοῦ παρών14.

Χρησιμοποιῶντας ἐπίσης ὡς ἀνάλογο τὸν ἄνθρωπο καὶ συγκεκριμένα τὸν ἔναρθρο λόγο (εἶπεν), ὁ συγγραφέας τῆς Γενέσεως παρουσιάζει στὴ συνέχεια τὸν Θεὸ νὰ δημιουργεῖ τὸ φῶς: «καὶ εἶπεν ὁ Θεός· γενηθήτω φῶς· καὶ ἐγένετο φῶς»15. Ὀ Θεὸς δημιουργεῖ δηλαδὴ μὲ τὸν λόγο Του τὴν οὐσία τοῦ φωτός, οὐσιώνει τὸ φῶς καὶ τὸ φέρνει στὴν ὕπαρξη. Ἡ δημιουργικὴ βούληση καὶ δύναμη τοῦ Θεοῦ, κατ’ ἀναλογία τοῦ ἔναρθρου λόγου τοῦ ἀνθρώπου, ἐξέρχεται ἀπὸ τὸ στόμα Του, ἐκφράζεται ἀχρόνως ἀπὸ τὸν ἄχρονο Θεὸ καὶ οὐσιώνει τὸ φῶς ὡς ὑπαρκτὸ ὂν μέσα στὸν χωροχρονικὸ κτιστὸ κόσμο. Ὁ ἀχρόνως ἐκφερόμενος αὐτὸς λόγος ἐκφράζει τὴν ἀίδια καὶ αἰώνια βούλησή Του («γενηθήτω φῶς») μέσα στὸν χωροχρονικὰ πεπερασμένο κτιστὸ κόσμο.

Ἡ σύνδεση, ποὺ παρουσιάζει ὁ συγγραφέας τῆς Γενέσεως, τῆς οὐσίας τοῦ κάθε ἔνυλου καὶ μὴ ἔμβιου ὄντος (τοῦ οὐρανοῦ, τῆς γῆς, τοῦ φωτός), μὲ τὴν ἄχρονη καὶ ἀίδια δημιουργικὴ βούληση τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία ἐκφράζεται εἴτε ὡς ποίηση εἴτε ὡς γένηση (ἐκ τοῦ γίγνομαι) μὲ τὴν ἐκφορὰ τοῦ λόγου Του, ὑπερβαίνει κάθε φιλοσοφικὴ κατανόηση τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου καὶ μᾶς ὑποχρεώνει νὰ ἀποδεχθοῦμε ὡς ἰσχύουσες τὶς παρακάτω συνέπειες:

Πρῶτον, ἡ δημιουργικὴ βούληση τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία παρουσιάζεται ὡς αἴτιο (ἐποίησεν, εἶπεν), δημιουργώντας τὰ κτιστὰ ὑλικὰ στοιχεῖα καὶ τὸν χωροχρονικὸ ὁρίζοντα τῆς κτίσεως, δὲν μπορεῖ νὰ ὑπόκειται στὰ χωροχρονικὰ χαρακτηριστικά τους. Ἡ ἄχρονη ποιητικὴ ἐνέργεια καὶ ἐκφορὰ τοῦ δημιουργικοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ εἶναι ἐκτὸς τῆς κτιστῆς δημιουργίας, ὑπάρχει ἀσυγχύτως αὐτῆς στερεώνοντας καὶ δυναμώνοντας κάθε κτιστὸ ὄν, γι’ αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει χρονικὴ ἀρχὴ καὶ χρονικὸ τέλος. Ἡ βούληση δηλαδὴ τοῦ Θεοῦ ὑπάρχει ἀδιαιρέτως καὶ ἀσυγχύτως μὲ τὴν κτίση16. Ἡ ἐκφορά, γιὰ παράδειγμα, τοῦ λόγου «γενηθήτω φῶς» ἀπὸ τὸν ἄχρονο Θεὸ ὑπερβαίνει τὸν χρόνο, ἐκφράζει τὴ βούλησή Του γιὰ τὴ δημιουργία τοῦ φωτὸς καὶ θὰ ἐκφέρεται ἀχρόνως, ὅσο ἡ βούληση αὐτὴ δὲν ἀλλάζει. Τὸ φῶς ὡς κτιστὴ οὐσία ὑπάρχει, γιατὶ ἐκφέρεται ἀχρόνως ὁ λόγος τῆς δημιουργίας του.

Δεύτερον, ὁ οὐρανός, ἡ γῆ καὶ τὸ φῶς δὲν προϋπῆρχαν. Μετὰ ἀπὸ τὴν οὐσίωσή τους ὑπάρχουν μέσα στὴν κτιστὴ δημιουργία. Ἡ δυνατότητα ἐπιστροφῆς τους στὸ τίποτε, στὴν ἀνυπαρξία, ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴ δημιουργικὴ βούληση τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ ποὺ καθορίζει, ποὺ προσδιορίζει τὴν ὕπαρξη ἐξ οὐκ ὄντων ἑνὸς ὄντος μέσα στὸ χωροχρονικὸ πλαίσιο, εἶναι ἡ βούληση τοῦ Θεοῦ ποὺ ἐκφέρεται ἀχρόνως ἐκτὸς τοῦ χωροχρονικοῦ πλαισίου καὶ συνάμα ὑπάρχει ἀδιαιρέτως καὶ ἀσυγχύτως μὲ τὴν κτίση. Καθετὶ ὑπάρχει συνδεδεμένο –σὲ σχέση– μὲ τὴ βούληση τοῦ Θεοῦ. Τὰ κτιστὰ ἄβια ὄντα συνεπῶς ὑπάρχουν στὸ εἶναι λόγῳ τῆς ἄχρονης δημιουργικῆς θέλησης τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ ταυτόχρονα ὑπόκεινται ἀνὰ πᾶσα στιγμὴ στὴ δυνατότητα ἀλλαγῆς τῆς θείας βούλησης καὶ στὴν ἀποουσίωσή τους, στὴν ἐπάνοδό τους στὴν ἀνυπαρξία, στὸ nihilo, στὸ τίποτε. Ἔτσι, τὰ ὑλικὰ στοιχεῖα καὶ τὸ φῶς ὡς οὐσίες συνδέονται ἀδιαιρέτως καὶ ἀσυγχύτως μὲ τὴν ἄχρονη καὶ ἀίδια ἔκφραση τῆς βούλησης τοῦ Θεοῦ («ἐποίησεν», «γενηθήτω φῶς»). Ἡ ὕπαρξή τους μέσα στὴν κτίση, ὡς ὄντων δηλαδή, δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὶς φυσικές τους ἰδιότητες ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἀχρόνως καὶ ἀιδίως ἐκφραζόμενη βούληση τοῦ Θεοῦ.

Τρίτον, τὰ ὑλικὰ στοιχεῖα καὶ τὸ φῶς, ἐνῶ ἔχουν προσδιορίσιμη χρονικὴ ἀρχὴ λόγῳ τῆς ἐμφάνισής τους ὡς κτιστῶν οὐσιῶν ἐξ οὐκ ὄντων μέσα στὸ χωροχρονικὸ πλαίσιο κατὰ τὴ βούληση τοῦ Θεοῦ, δὲν ἔχουν προσδιορίσιμο χρονικὸ τέλος, χρονικὸ σημεῖο ἐξαφάνισης, ἐπιστροφῆς στὸ nihilo, στὸ μηδέν, γιατὶ τὸ τέλος τους ἢ ἡ ἀνυπαρξία τους ταυτίζεται μὲ τὸ τέλος ὅλης τῆς κτιστῆς δημιουργίας καὶ προϋποθέτει τὴν ἀλλαγὴ τῆς ἄχρονης βούλησης τοῦ Θεοῦ ποὺ τὰ δημιούργησε. Τὸ φῶς, γιὰ παράδειγμα, θὰ πάψει νὰ ὑπάρχει ὡς κτιστὸ ὄν, ὡς κτιστὴ οὐσία, μόνο ἂν καὶ ὅταν ὁ Θεὸς τὸ θελήσει. Δὲν συμπεριλαμβάνεται στὴν οὐσία τοῦ φωτὸς καὶ κάθε ἄβιου κτιστοῦ ὄντος οὔτε μία ἐγγενής, φυσικὴ κίνηση πρὸς τὴν ὕπαρξη, ἐφ’ ὅσον δημιουργήθηκε ἐξ οὐκ ὄντων ἀπὸ τὸν Θεό, οὔτε μία ἐγγενὴς κίνηση πρὸς διατήρησή του στὴν ὕπαρξη, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει μέσα στὸ χωροχρονικὸ πλαίσιο ὡς διαρκὲς ἀποτέλεσμα τῆς ἄχρονης βούλησης τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ οὔτε καὶ μία ἐγγενὴς κίνηση πρὸς τὴν ἀνυπαρξία17, ἐφ’ ὅσον ἡ ἀνυπαρξία του ὡς δυνατότητα συνδέεται μὲ τὴν ἀλλαγὴ τῆς ἄχρονης θέλησης τοῦ Θεοῦ. Οἱ οὐσίες τῶν ὑλικῶν στοιχείων καὶ τοῦ φωτὸς συγκρατοῦνται στὴν ὕπαρξη λόγῳ τῆς ἄχρονης ἐκφορᾶς τῆς βούλησης τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεὸς εἶναι ὁ μόνος ποὺ μπορεῖ νὰ ἀντιστρέψει τὴν οὐσίωση κάθε ὑλικοῦ στοιχείου ἢ τοῦ φωτὸς καὶ νὰ τὰ ὁδηγήσει στὴν ἀνυπαρξία, στὸ μὴ εἶναι, στὸ nihilo, στὸ τίποτε, ἀντιστρέφοντας τὴ βούλησή Του.

Μὲ βάση αὐτὴν τὴν ἀνάγνωση τῶν πρώτων στίχων τῆς Γενέσεως γίνεται κατανοητὸ πὼς γιὰ τὰ κτιστὰ ἄβια ὄντα ἡ ὕπαρξή τους ὑπόκειται διαρκῶς στὴ δυνατότητα ἐπιστροφῆς στὴν ἀνυπαρξία, ὄχι λόγῳ μιᾶς φυσικῆς ἰδιότητάς τους, ἀλλὰ λόγῳ τῆς ἀπόλυτης ἐξάρτησής τους ἀπὸ τὴ θέληση τοῦ Θεοῦ.

(συνεχίζεται)

Σημειώσεις
1. Προκοπίου Γαζαίου, Ὑπομνήματα εἰς τὸ Δευτερονόμιον, 32, 6, PG 87, 956D. 
2. Εὐσεβίου Καισαρείας, Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, Ι, 2, 4, PG 20, 56Α: ὁ Μωυσῆς «τὴν τοῦ παντὸς οὐσίωσίν τε καὶ διακόσμησιν ἀπογράφων». 
3. Κατὰ τὴ δημιουργία ὄντων μὲ τὴ διαδικασία τῆς μεταποίησης ὑφίσταται ὡς ἀρχὴ καὶ ἡ ἐξ ἀρχῆς οὐσίωση μὲ εἰδικώτερο νόημα. Κάθε ὂν ποὺ ἀποκτᾶ οὐσία ἔρχεται στὸ εἶναι ἐκ τοῦ μηδενός, γιατὶ δὲν προϋπῆρχε τῆς οὐσίωσής του. Κάθε κτιστὸ ὂν ἔχει ἔτσι ἀρχὴ μέσα στὴν κτίση, ἀνεξαρτήτως τοῦ ἂν ἡ οὐσίωσή του ἔγινε πρωτογενῶς μὲ τὴν ἐξ ἀρχῆς οὐσίωση ἢ δευτερογενῶς μὲ τὴ διαδικασία τῆς μεταποίησης. 
4. Στὰ ὄντα ποὺ ἔχουν ἀρχὴ οὐσίωσης, σύμφωνα μὲ τὶς σύγχρονες γνώσεις μας, ἐντάσσονται τὰ στοιχεῖα τοῦ Περιοδικοῦ Πίνακα τῶν Στοιχείων (π.χ. ὑδρογόνο, ὀξυγόνο, σίδηρος) ἢ τὰ ὑποατομικὰ σωματίδια.
5. Σύμφωνα μὲ τὸν Ἰω. Ζηζιούλα, ἡ ἔννοια τοῦ μηδενὸς ὡς ὀντολογικὰ ἀπόλυτου σημαίνει ὅτι δὲν ἔχει κανένα ὀντολογικὸ περιεχόμενο, βλ. Ἰω. Ζηζιούλας, «Χριστολογία καὶ Ὕπαρξη: Ἡ διαλεκτικὴ κτιστοῦ καὶ ἀκτίστου καὶ τὸ δόγμα τῆς Χαλκηδόνος», Σύναξη, τ. 2 (1982), σσ. 9-20, ἐδῶ σ. 19. 
6. Διδύμου Ἀλεξανδρείας, Ἐξήγησις εἰς Ψαλμούς, 117, 14, PG 39, 1560C: « -“Γινόμενος εἰς σωτηρίαν” ὁ Κύριος, οὐκ ἀρχὴν οὐσιώσεως δέχεται, ἀΐδιος γὰρ καὶ αἰώνιός ἐστι». 
7. Συμεὼν Νέου Θεολόγου, Θεολογικὸς 1, 168-170, SC 122, σ. 108
8. Εὐσεβίου Καισαρείας, Ἀπολογητικά, 4, 1, PG 22, 252C. 
9. Πρβλ. καὶ Ἐπισκόπου Ἀχελώου Εὐθυμίου (Κ. Στυλιοῦ), Ἄνθρωπος: ἄρσεν καὶ θῆλυ. Μελέτη Χριστιανικῆς Ἀνθρωπολογίας, Ἀθήνα 1990, σσ. 51 κ.ἑ. 
10. Συμεὼν Νέου Θεολόγου, Θεολογικὸς 1, 83, SC 122, σ. 102. Πρβλ. καὶ ὅ.π., 27, σ. 98. 
11. Συμεὼν Νέου Θεολόγου, Ὕμνος 51, 70-74, SC 196, σ. 190: «Πῶς ὅλως ἔσται σύγκρισις σκιᾶς καὶ ἀληθείας, / ἢ πνεύματος λειτουργικοῦ καὶ δουλικοῦ, εἰπέ μοι, / πρὸς πνεῦμα τὸ δεσποτικὸν καὶ παντουργὸν καὶ θεῖον, / τὸ στερεοῦν καὶ δυναμοῦν πᾶσαν κτιστὴν οὐσίαν;».
12. Γεν. 1, 1-2.
13. Ἤδη ἀπὸ τοὺς πρώτους στίχους τῆς Γενέσεως ἐμφανίζεται ἡ διαλεκτικὴ σχέση κτιστοῦ καὶ ἀκτίστου, μὲ τὴν ἀδιαίρετη καὶ ἀσύγχυτη ἕνωση τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν κτίση. Γιὰ τὴ διαλεκτικὴ σχέση κτιστοῦ καὶ ἀκτίστου βλ. Ἰωάννη Ζηζιούλα, «Χριστολογία καὶ Ὕπαρξη…», ὅ.π., σσ. 9-20. 
14. Ἀν. Καρατζᾶς, Ἡ σχέση ψυχῆς καὶ σώματος στὴν περὶ σωτηρίας διδασκαλία Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου, Διδακτορικὴ Διατριβή, Θεολογικὴ Σχολὴ ΕΚΠΑ, Αθήνα 2020, σ. 42 κ.ἐ. 
15. Γεν. 1, 3.
16. Πρβλ. τὴ διδασκαλία τοῦ Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ γιὰ τοὺς λόγους τῶν ὄντων, οἱ ὁποῖοι ταυτίζονται μὲ τὰ ἀίδια θελήματα τοῦ Θεοῦ στό: πρεσβ. Νικολάου Λουδοβίκου, Ἡ εὐχαριστιακὴ ὀντολογία στὴ θεολογικὴ σκέψη τοῦ Ἁγ. Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητῆ, Διδακτορικὴ διατριβή, ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη 1989.
17. Ἡ ἀποδοχὴ μιᾶς ἐγγενοῦς φυσικῆς κίνησης τῶν ὄντων πρὸς τὴν ἀνυπαρξία, στὸ τίποτε, στὸ μηδέν, θὰ ἀντιστρατευόταν τὴ θεία δημιουργικὴ βούληση θέτοντας τὴν κτιστὴ φύση τῶν ὄντων ὑπεράνω τῆς ἄκτιστης δημιουργικῆς θελήσεως τοῦ Θεοῦ καὶ θὰ ἀκύρωνε τὸ λίαν καλὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ, ἐφ’ ὅσον θὰ παρουσίαζε τὸν Θεὸ ὡς δημιουργὸ τοῦ θανάτου καὶ τῆς ἀπώλειας, τῆς καταστροφῆς.