Κυριακή 2 Αυγούστου 2026

ΦΙΛΑΥΤΙΑ 20 ( Η ΦΙΛΑΥΤΙΑ ΠΟΛΛΑΧΩΣ ΛΕΓΟΜΕΝΗ ΚΥΒΕΡΝΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ)

Συνέχεια από Πέμπτη 30. Ιουλίου 2026

ΦΙΛΑΥΤΙΑ 20
Από την τρυφερότητα προς τον εαυτό έως την αγάπη κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή

IRÉNÉE HAUSHERR S. I.
Καθηγητής στο Ποντιφικό Ινστιτούτο Ανατολικών Σπουδών

ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ

V. ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Όλοι οι συγγραφείς διαίρεσαν την πνευματική ζωή σε βαθμίδες, συνήθως τρεις, οι οποίες ονομάστηκαν με διαφορετικούς τρόπους, ανάλογα με την οπτική γωνία από την οποία προσέγγιζε ο καθένας το ζήτημα. Αρχάριοι, προκόπτοντες, τέλειοι: αυτή η διαίρεση δεν προδικάζει τίποτε. Δούλοι, πιστοί υπηρέτες, υιοί: αυτή ανήκει στη σφαίρα του συναισθήματος. Πρακτική, φυσική θεωρία, θεολογία: αυτή έχει έναν περισσότερο διανοητικό χαρακτήρα. Ο Μάξιμος, εκ φύσεως φιλόσοφος, χρησιμοποιεί συχνότερα αυτό το τελευταίο σχήμα· δεν αγνοεί όμως και τα άλλα: ο φιλόσοφος μέσα του δεν έβλαψε τον άνθρωπο.

Αντιλαμβάνεται άραγε αυτές τις βαθμίδες ως διαδοχικές; Ναι, όχι όμως ως διαδοχικά στάδια. Δεν πρόκειται για τρεις οδούς, ούτε καν για μία οδό, αλλά για μία ζωή. Το παιδί είναι και συγχρόνως δεν είναι αυτό που πρόκειται να γίνει ο έφηβος και ο ενήλικος. Μπορούμε να μετρήσουμε το ανάστημά του και να προσδιορίσουμε το βάρος του· δεν μπορούμε όμως να υπολογίσουμε με ακρίβεια την ανθρώπινη ανάπτυξή του.

Η πνευματική ζωή έχει επιπλέον την εξής ιδιαιτερότητα: υπόκειται σε οπισθοδρομήσεις, τουλάχιστον ως προς τα ελέγξιμα μέρη της, τα μόνα που ενδιαφέρουν τον ψυχολόγο και τον ηθικολόγο. Η θεώρηση μιας αγιαστικής χάριτος, η οποία μπορεί μόνο να αυξάνεται ή να χάνεται ολοκληρωτικά, αλλά όχι να μειώνεται, δεν θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση ενός κώδικα ασκητικών κανόνων, ακόμη και αν γνωρίζαμε τον βαθμό αυτής της χάριτος· και δεν τον γνωρίζουμε.

Η πνευματική καθοδήγηση οφείλει να προσαρμόζεται πρωτίστως στις παρούσες διαθέσεις της θελήσεως και του συναισθήματος. Αυτές όμως παραμένουν πάντοτε μεταβλητές, παρά την τάση τους προς σταθεροποίηση. Ένας προκόπτων του χθες μπορεί σήμερα να χρειάζεται την αγωγή ενός αρχαρίου. Καμία βαθμίδα της πνευματικής ζωής —εκτός από την ύψιστη, η οποία όμως δεν υπάρχει— δεν μπορεί να φθάσει στην τελείωσή της χωρίς την επόμενη βαθμίδα.

Η πρακτική δεν αρκεί για να καθάρει τον νου, εάν δεν προστεθεί σε αυτήν η φυσική θεωρία· και η τελευταία αντλεί την αποτελεσματικότητά της από ένα θείο στοιχείο, το οποίο ήδη ανακαλύπτει μέσα στον λόγο. Από συναισθηματική άποψη, αυτό είναι ακόμη σαφέστερο: η αγάπη αποτελεί την κορυφή της τελειότητας· αρχίζει όμως, προφανώς, ήδη από την πρώτη προσπάθεια εναντίον της αντιπάλου της,¹ της φιλαυτίας.

Αυτή η συνέχεια της αναπτύξεως και αυτές οι δυνατότητες οπισθοδρομήσεως προσδίδουν σε κάθε πραγματεία περί πνευματικότητας έναν συστηματικό χαρακτήρα, λυπηρό αλλά αναπόφευκτο. Η ζωή είναι ζωή μόνο όταν είναι ζωντανή και όχι όταν έχει ανατομηθεί.

Όσα, λοιπόν, πρόκειται να πούμε για την κατάσταση της ελευθερίας ούτε πραγματώνονται πλήρως σε κάποιον άγιο ούτε απουσιάζουν ολοκληρωτικά από οποιονδήποτε επιδιώκει την αγιότητα. Όταν ο άγιος Μάξιμος απαιτούσε την εξάλειψη κάθε αισθητής προσκολλήσεως, ώστε να καταστεί δυνατή η νοερή θεωρία των κτισμάτων, δεν εννοούσε με αυτό την οριστική αδυναμία κάθε αναζωπυρώσεως των παθών, αλλά μόνο μια επαρκή αυτοκυριαρχία, ώστε να μην υπάρχει κανένας κίνδυνος κατά την παρούσα άσκηση της θεωρίας.

Κατά τον ίδιο τρόπο, όταν δίδασκε μια καθολική, ίση και σταθερή αδελφική αγάπη, δεν αγνοούσε ότι αυτές οι τρεις ιδιότητες εξασφαλίζονται μόνο με την τελειότητα της αγάπης προς τον Θεό. Εκείνο που ζητούσε δεν ήταν η γαλήνια κατοχή του επιτεύγματος, αλλά η αδιάκοπη προσπάθεια προς τον σκοπό. Η σθεναρότητα του αγώνα εναντίον των δυσκολιών, εν αναμονή της ειρήνης που κατακτάται με το τίμημα της νίκης.

Αυτόν όμως τον σκοπό, αυτή την ειρήνη, αυτή την ελευθερία, πρέπει να τα έχουμε διαρκώς ενώπιον των οφθαλμών μας. Γι’ αυτό ο Μάξιμος αρέσκεται να τα περιγράφει. Οι δάσκαλοί του τού είχαν μιλήσει εκτενώς γι’ αυτά και η εμπειρία του επιβεβαίωσε τα διδάγματά τους.

1. ΕΝΑΡΕΤΑ ΠΑΘΗ

Οι προηγούμενες σελίδες μάς έκαναν ίσως να λησμονήσουμε ότι υπάρχει και μια καλή φιλαυτία, τόσο πολύ χρησιμοποιήσαμε τον όρο αυτό με την υποτιμητική του σημασία. Το ίδιο κάνει άλλωστε, τις περισσότερες φορές, και ο Μάξιμος. Είναι καιρός να θυμηθούμε ότι υπάρχει μια άριστη φιλαυτία, τόσο άριστη ώστε αποτελεί το κίνητρο της ηθικής τελειότητας και ίσως ταυτίζεται με την αγάπη, όπως ακριβώς η κακή φιλαυτία αντιτίθεται διαμετρικά προς αυτήν.

Υπάρχουν όμως τότε και καλά πάθη; Η καταφατική απάντηση δεν επιβάλλεται αυτομάτως. Οι Στωικοί, μολονότι δεν φαίνεται να φιλοσόφησαν σχετικά με την αγάπη προς τον εαυτό (1), την άσκησαν συνειδητά, όπως όλοι οι αρχαίοι ηθικοί φιλόσοφοι, μέσω της αναζητήσεως της ευτυχισμένης ζωής ή της σοφίας. Και όμως δεν αναγνωρίζουν καμία θεμιτή χρήση των παθών. Η απάθειά τους πρέπει να νοηθεί κατά την κυριολεκτική σημασία της. Ο Μάξιμος, τώρα, δεν παύει να επαναλαμβάνει αυτή τη λέξη. Αντιθέτως, δεν νομίζω ότι διάβασα έστω και μία φορά σε αυτόν τον αριστοτελικό όρο «μετριοπάθεια». Δεν διδάσκει να μετριάζουμε τα πάθη, αλλά να τα εκριζώνουμε.

Ωστόσο, οι ίδιοι οι Στωικοί είχαν ήδη εισαγάγει μια διάκριση μεταξύ απάθειας και ευπάθειας, και ο Πλούταρχος τούς επαινεί γι’ αυτό (2), ενώ ο Λακτάντιος τούς επικρίνει αδίκως (3), σαν να επέστρεφαν με αυτόν τον τρόπο στην περιπατητική μετριοπάθεια. «Υπάρχουν τρεις ευπάθειες: η χαρά, η ευλάβεια και η βούληση. Η χαρά είναι αντίθετη προς την ηδονή· η ευλάβεια προς τον φόβο· η βούληση προς την επιθυμία» (). Ο Μάξιμος δεν μιλά ούτε για ευπάθεια (). Μήπως είναι αυστηρότερος από τους Στωικούς;

Σύμφωνα με αυτόν, μοναδικός σκοπός της ασκήσεως είναι να ελευθερώσει τη φύση:
«Η άσκηση και οι κόποι που αυτή συνεπάγεται επινοήθηκαν από τους ενάρετους ανθρώπους μόνο για να ελευθερώσουν την ψυχή από τις πλάνες που της προκαλεί η αίσθηση, και όχι για να εισαγάγουν σε αυτήν απ’ έξω νέες αρετές. Οι αρετές είναι σύμφυτες με την ψυχή εκ δημιουργίας. Γι’ αυτό, μόλις εγκαταλειφθεί ολοκληρωτικά η πλάνη, η ψυχή ακτινοβολεί αμέσως με την αρετή που αρμόζει στη φύση της. Εκείνος που δεν είναι άφρων είναι φρόνιμος· εκείνος που δεν είναι ούτε δειλός ούτε θρασύς είναι ανδρείος· εκείνος που δεν στερείται εγκράτειας έχει σωφροσύνη· εκείνος που δεν είναι άδικος έχει δικαιοσύνη. Κατά φύσιν, ο λόγος είναι φρόνηση, η κρίση δικαιοσύνη, ο θυμός ανδρεία και η επιθυμία σωφροσύνη. Επομένως, με την εξάλειψη του παρά φύσιν, δεν μπορεί παρά να φανερωθεί μόνο το κατά φύσιν· όπως ακριβώς, όταν αφαιρεθεί η σκουριά, φανερώνονται η λάμψη και η φυσική φωτεινότητα του σιδήρου» (**).

Δύο διαβεβαιώσεις περιέχονται σε αυτό το κείμενο: όλες οι αρετές είναι φυσικές. Τα πάθη του επιθυμητικού και του θυμικού, όταν βρίσκονται στη φυσική ή υγιή τους κατάσταση, γίνονται —ή μάλλον ξαναγίνονται— αρετές.

2. ΑΡΕΤΕΣ ΚΑΙ ΦΥΣΗ

Δεν χρειάζεται να επιμείνουμε στην πρώτη από αυτές τις δύο διδασκαλίες· αποτελεί την αντίστροφη όψη όσων έχουμε ήδη διαβάσει σχετικά με τον παρά φύσιν χαρακτήρα των κακιών. Ο Μάξιμος δεν διστάζει μπροστά στη συνέπεια: την αρχική ισότητα των ψυχών.

«Πύρρος: Τι λοιπόν; Είναι οι αρετές φυσικές;
Μάξιμος: Ναι, φυσικές.
Π.: Εάν είναι φυσικές, γιατί δεν βρίσκονται στον ίδιο βαθμό σε όλα τα άτομα της ίδιας φύσεως;
Μ.: Σε όλους όσοι έχουν την ίδια φύση βρίσκονται στον ίδιο βαθμό.
Π.: Από πού προέρχεται τότε η τόσο μεγάλη ανισότητα μεταξύ μας;
Μ.: Από το γεγονός ότι δεν πραγματώνουμε όλοι στον ίδιο βαθμό όσα ανήκουν στη φύση. Εάν, όπως γεννηθήκαμε για να πράττουμε, ασκούσαμε όλοι στον ίδιο βαθμό τις φυσικές μας ιδιότητες, η αρετή θα φανερωνόταν όμοια σε όλους, όπως ακριβώς και η φύση, η οποία δεν επιδέχεται το περισσότερο και το λιγότερο» (***).

Αυτές οι γραμμές θα αρκέσουν για να μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε σε λίγο πώς η τελειότητα γίνεται ευδαιμονία. Πρέπει όμως να προσθέσουμε τουλάχιστον μία παρατήρηση. Η σύγχρονη νοοτροπία μας αφομοιώνει δύσκολα αυτές τις αρχαίες διδασκαλίες, επειδή όχι μόνο διακρίναμε, αλλά και χωρίσαμε —αν δεν αντιπαραθέσαμε— το φυσικό και το ηθικό. Και συγχέουμε υπερβολικά το πνευματικό με το αφηρημένο, το πραγματικό με το υλικό. Ίσως εξακολουθούμε να πιστεύουμε ότι οι ιδέες κυβερνούν τον κόσμο, αλλά μας ενδιαφέρουν μόνο από αυτή την άποψη, ως ηθικές δυνάμεις, και δεν αντιλαμβανόμαστε ότι, στον βαθμό που δίνουμε έμφαση στις δυνάμεις, συναντούμε τους υλιστές τους οποίους νομίζαμε ότι πολεμούσαμε.

Ο Μάξιμος ο Ομολογητής, όμως, παραμένει μέσα στη μεγάλη παράδοση, η οποία θεωρούσε τον ηθικό κόσμο πραγματικότερο από τον ορατό, επειδή έβλεπε σε αυτόν μια τελειότερη μετοχή στο κατεξοχήν Είναι, τον Θεό, τον Λόγο Του και το Πνεύμα Του. Μια διαμάχη όπως εκείνη σχετικά με τη φυσική ή την ηθική αιτιότητα των μυστηρίων δεν θα είχε γι’ αυτόν σχεδόν κανένα νόημα. Το ηθικό είναι γι’ αυτόν το φυσικό του πνευματικού.

Το σημείο αυτό θα απαιτούσε εκτενείς αναπτύξεις σχετικά με την εικόνα και την ομοίωση του Θεού στον άνθρωπο. Μολονότι ο Μάξιμος μιλά γι’ αυτό ρητώς λιγότερο από άλλους, έχει επάνω στο θέμα πολύ σαφείς αντιλήψεις, μέσα στις οποίες εναρμονίζονται οι ιδέες των προκατόχων του, από τον Φίλωνα έως τον Διονύσιο. Συμβαίνει να χαρακτηρίζει την εικόνα φυσική και την ομοίωση προαιρετική.

«Εκείνος που έκανε τον νου του να λάμψει με τις θείες θεωρίες, συνήθισε τον λόγο του να τιμά τον Δημιουργό με ακατάπαυστους θείους ύμνους και αγίασε την αισθητικότητά του με άσπιλες παραστάσεις, αυτός πρόσθεσε στο φυσικό αγαθό της εικόνας το προαιρετικό αγαθό της ομοίωσης» (*).

Η αντίθεση όμως του προαιρετικού προς το φυσικό δεν σημαίνει καθόλου ότι η ομοίωση δεν είναι κατά φύσιν· είναι μάλιστα περισσότερο κατά φύσιν από την εικόνα, επειδή αυτή η συμφωνία της ελεύθερης προαιρέσεως με τη φύση, η οποία την πραγματώνει, απαιτείται κατεξοχήν από την ίδια τη φύση, μολονότι το αποτέλεσμά της υπερβαίνει τις φυσικές δυνάμεις και πρέπει γι’ αυτόν τον λόγο να ονομάζεται υπερφυσικό.

Γνωρίζουμε ότι ακόμη και σήμερα δεν είναι εύκολο να μιλά κανείς με σαφήνεια και ακρίβεια για το υπερφυσικό. Επειδή η λέξη αυτή είναι συγκριτική, ολόκληρο το λεξιλόγιο που εξαρτάται από αυτήν αλλάζει νόημα μόλις μεταβληθεί ελαφρώς ο όρος της συγκρίσεως ή μετατοπιστεί η γραμμή αναφοράς, μολονότι αυτή εξακολουθεί πάντοτε να φέρει το ίδιο όνομα: φύση.

Στους Έλληνες Πατέρες, εάν δεν θέλουμε να εμπλακούμε σε άλυτες δυσκολίες ή ακόμη και να πλανηθούμε, πρέπει, μέχρι αποδείξεως του αντιθέτου, να εννοούμε τη «φύση» με τη σημασία της ιστορικής φύσεως, η οποία περιλαμβάνει μια παθητική ικανότητα —και όχι απλώς μια υπακοή ή δεκτικότητα— προς τη θέωση.

Με άλλα λόγια, εκτός από ορισμένες εξαιρέσεις που προσεγγίζουν περισσότερο τη σημερινή μας γλώσσα, πρέπει να θεωρούμε ότι το «κατ’ εἰκόνα» δεν διαφέρει ουσιωδώς από το «καθ’ ὁμοίωσιν», αλλά μόνο ως προς τον βαθμό τελειότητας, ακόμη και όταν η εικόνα χαρακτηρίζεται φυσική και η ομοίωση υπερφυσική.

Πράγματι, εάν οι Πατέρες τοποθετούνταν στη δική μας οπτική γωνία, θα έλεγαν, χωρίς να μεταβάλουν τη γνώμη τους, ότι και τα δύο είναι υπερφυσικά. Και θα πρόσθεταν, συνδυάζοντας τη δική μας οπτική με τη δική τους, ότι θα έπρεπε να ονομάζουμε την ομοίωση δύο φορές υπερφυσική: μία φορά ως προς τη δυνατότητα και μία φορά ως προς την ενεργοποίηση της δυνατότητας.

Πρέπει ακόμη να παρατηρηθεί ότι το οντολογικό και το ηθικό αναμειγνύονται διαρκώς ή, ακριβέστερα, αποτελούν ένα και το αυτό μέσα στη ζωή, για όποιον θεωρεί το ανθρώπινο ον αφού αυτό έχει συγκροτηθεί στη «πραγματική» φύση του.

Από αυτό προκύπτει ότι συχνά, όταν οι Πατέρες μιλούν για ηθική, άσκηση και πρακτική πνευματικότητα, χρησιμοποιώντας μια γλώσσα που καθορίζεται εξ ολοκλήρου από την έννοιά τους περί φύσεως, μας δίνουν εύκολα την εντύπωση ότι αγνοούν ή αρνούνται την οντολογική υπερφυσικότητα της χάριτος, επειδή γι’ αυτούς κάθε αγαθό είναι «κατά φύσιν»· ή, αντιθέτως, ότι δεν αγνοούν τίποτε από τις οντολογικές κατηγορίες που χρησιμοποιούνται σήμερα στην πραγματεία περί χάριτος, ενώ οι διαφορετικές καταστάσεις τις οποίες διακρίνουν είναι ίσως in recto μόνο καταστάσεις της θελήσεως και in obliquo καταστάσεις οντολογικές που εξαρτώνται από την ατομική θέληση, και καθόλου οι δικές μας πραγματικές ή δυνατές status της ανθρωπότητας ως τέτοιας (9).

Συνεχίζεται


Σημειώσεις:

(1) Πρβλ. ωστόσο Αρριανός, Διατριβαί, I, 19· II, 22.
(2) Περὶ ἠθικῆς ἀρετῆς, κεφ. 9, σ. 449 a.
(3) Divinae Institutiones, VI, 15.
(4) Διογένης Λαέρτιος, VII, 115.
(5) Παρά τα αρκετά πολυάριθμα χωρία στα οποία ο Διονύσιος χρησιμοποιεί αυτόν τον όρο, ο Μάξιμος κάνει σχετικά με αυτά μόνο μία ασήμαντη παρατήρηση (PG 4, 113 B).
(6) Διάλεξις πρὸς Πύρρον, PG 91, 309 C κ.ε.
(7) Στο ίδιο, στ. 309 B.
(8) Κεφάλαια θεολογικὰ καὶ οἰκονομικά, I, 13, PG 90, 1088 C.
(9) Βλ. λ.χ. Ἐπιστολή 9, PG 91, 445 C κ.ε.

ΜΙΑ ΑΠΡΟΣΜΕΝΗ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΝΑ ΕΠΙΣΤΡΕΨΟΥΜΕ ΣΤΟΥΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ΜΑΣ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: