Τρίτη 25 Αυγούστου 2026

ΦΙΛΑΥΤΙΑ 26 (Η ΦΙΛΑΥΤΙΑ ΠΟΛΛΑΧΩΣ ΛΕΓΟΜΕΝΗ ΚΥΒΕΡΝΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ)

Συνέχεια από Σάββατο 22. Αυγούστου 202

ΦΙΛΑΥΤΙΑ 26
Από την τρυφερότητα προς τον εαυτό έως την αγάπη κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή

IRÉNÉE HAUSHERR S. I.
Καθηγητής στο Ποντιφικό Ινστιτούτο Ανατολικών Σπουδών


ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ

VII. ΤΕΛΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ: ΟΡΑΜΑ ΕΝΟΤΗΤΑΣ


Αν τελειώναμε με αυτή τη συσσώρευση λέξεων, μέσω των οποίων ο Ομολογητής προσπαθεί να υμνήσει τη μακαριότητά του, ίσως θα κινδυνεύαμε, παρ’ όλα αυτά, να δημιουργήσουμε την εντύπωση του ατομικισμού: η φιλαυτία, αν και νικημένη, επανεμφανίζεται και παίρνει ύπουλα την εκδίκησή της. Ναι, επανεμφανίζεται· εκείνο όμως που παίρνει την εκδίκησή του μέσα σε αυτήν και εναντίον της είναι η αγάπη. Το άτομο ξαναβρήκε τη θέση του μέσα στο καθολικό· η επιμέρους αγάπη αναβαπτίστηκε, πολλαπλασιάστηκε και συγχρόνως απλοποιήθηκε μέσα στην καθολικότητα της Άπειρης Αγάπης. Ο νους, η καρδιά και η ψυχή του αγίου Μαξίμου δεν συρρικνώθηκαν, δεν ξεράθηκαν ούτε μαράθηκαν μέσα σε μια μοναστική άσκηση χωρίς ορίζοντες. Αν εγκατέλειψε τον κόσμο, αυτόν τον «μεγάλο» βυζαντινό κόσμο με τα στενά σύνορα, όπως όλοι οι άλλοι «μεγάλοι» κόσμοι, το έκανε επειδή ήθελε να ξεφύγει από μια φυλακή, επειδή η ευρύτατη διάνοιά του συνεργούσε με την πίστη του, ώστε κάθε μερικότητα να του εμφανίζεται ως πλάνη, ως σφάλμα και ως δυστυχία.[ΗΡΘΕ Η ΩΡΑ ΝΑ ΑΚΟΥΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΠΑΠΙΚΗ ΜΑΚΑΡΙΟΤΗΤΑ. ΥΠΟΜΟΝΗ ΜΑΣ ΠΡΟΣΦΕΡΕ ΠΟΛΛΑ]

Μας το έχει ήδη πει· τώρα όμως θα συνοψίσει τη διδασκαλία του σε λίγες σελίδες, όπου η φιλοσοφία και η θεολογία, η λογική και ο μυστικισμός, ο συλλογισμός και το συναίσθημα συμπλέκονται άρρηκτα —ή, για να το πούμε καλύτερα, συντήκονται σε μια ζωντανή ενότητα. Αυτή την ενότητα που κηρύττει, ο άγιος Μάξιμος την πραγματοποίησε μέσα στον ίδιο του τον εαυτό: η ζωή που χωρίζεται σε στεγανά και περιορίζεται μέσα σε περιφράξεις δεν τον χαρακτηρίζει καθόλου. Όσον αφορά το ύφος του, ο Φώτιος το χαρακτήρισε περίπλοκο· εδώ όμως πιστεύω ότι αυτή η περιπλοκότητα των φράσεων δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να αποκαλύπτει την ισχυρή αρχιτεκτονική της σκέψης. Ο Παρμενίδης του Πλάτωνα επίσης δεν διαβάζεται σαν αστυνομικό μυθιστόρημα.

«Σχετικά με το εξής χωρίο του αγίου Γρηγορίου του Ναζιανζηνού: “Οι φύσεις ανακαινίζονται και ο Θεός γίνεται άνθρωπος” (¹).

»Σύμφωνα με τους αγίους, οι οποίοι παρέλαβαν τα περισσότερα μυστήρια μέσω μιας αδιάκοπης παράδοσης που ανάγεται μέχρι τους μαθητές και υπηρέτες του Λόγου —οι οποίοι μυήθηκαν άμεσα από τον ίδιο στη γνώση των όντων—, υπάρχουν πέντε διαιρέσεις που διαχωρίζουν το σύνολο των όντων. Η πρώτη είναι εκείνη που διακρίνει την άκτιστη Φύση από την κτιστή φύση εν γένει, η οποία έλαβε το είναι μέσω της γενέσεως. Ο Θεός, λένε, δημιούργησε από αγαθότητα τη λαμπρή τάξη των όντων, χωρίς ωστόσο να φανερώνεται μέσα σε αυτήν ως προς την ουσία Του· και αυτή την άγνοια ως προς την ουσία Του, η οποία διακρίνει την κτίση από τον Θεό, την αποκαλούν διαίρεση. Διότι άφησαν χωρίς ονομασία τον ίδιο τον χωρισμό των φύσεων, ο οποίος αποκλείει για πάντα την ένωσή τους σε μία και μοναδική ουσία, εφόσον δεν είναι δυνατόν να δεχθεί έναν και μοναδικό λόγο.
»Η δεύτερη είναι εκείνη που διαιρεί το σύνολο της φύσεως την οποία δημιούργησε ο Θεός σε νοητά και αισθητά.
»Η τρίτη διαιρεί, μέσα στην αισθητή φύση, τον ουρανό και τη γη.
»Η τέταρτη διαιρεί τη γη σε παράδεισο και οικουμένη.

»Η πέμπτη αφορά το έσχατο δημιούργημα, ένα είδος εργαστηρίου μέσα στο οποίο συγκεντρώνονται τα πάντα, το οποίο εισήχθη προνοητικά ανάμεσα στα όντα ως φυσικός σύνδεσμος μεταξύ των άκρων όλων αυτών των διαιρέσεων: τον άνθρωπο, ο οποίος διαιρείται και ο ίδιος σε άρρεν και θήλυ. Ο άνθρωπος διαθέτει εκ φύσεως, χάρη στην ενδιάμεση θέση του, κάθε ενοποιητική ικανότητα, λόγω της σχέσεως των μερών του με όλα τα άκρα. Μέσω αυτής της ικανότητας, σύμφωνα με την αιτία της γενέσεως των διαιρεμένων όντων, ολοκληρώνεται ο τρόπος που έμελλε να καταστήσει αφ’ εαυτού φανερό το μεγάλο μυστήριο της θείας οικονομίας: οδηγώντας αρμονικά στην ολοκλήρωσή της την αμοιβαία ενοποίηση των άκρων μεταξύ των όντων, από τα πλησιέστερα προς τα πιο απομακρυσμένα και από τα κατώτερα προς τα ανώτερα, μέσω μιας ανοδικής τάσεως της οποίας η κατάληξη θα κορυφωνόταν στον Θεό.

»Γι’ αυτό ο άνθρωπος εισάγεται τελευταίος ανάμεσα στα όντα, ως ένας φυσικός συνδετικός κρίκος, ο οποίος μεσολαβεί, μέσω των μερών του ίδιου του είναι του, ανάμεσα στα καθολικά άκρα και επαναφέρει στην ενότητα, μέσα στον εαυτό του, τα όντα τα οποία από τη φύση τους βρίσκονται σε μεγάλη απόσταση μεταξύ τους. Έτσι, επειδή η ένωση με τον Θεό ως Αιτία είναι εκείνη που συνάγει τα πάντα, ο άνθρωπος, αρχίζοντας από τη δική του διαίρεση και προχωρώντας έπειτα με τάξη και ακολουθία μέσα από όλα τα ενδιάμεσα μέχρι τον Θεό, θα έφθανε στο όριο της υψηλής ενοποιητικής ανόδου του διαμέσου όλων των όντων —δηλαδή στον Θεό—, στον οποίο δεν υπάρχει διαίρεση.

»Θα απέβαλλε ολοκληρωτικά από τη φύση του, μέσω μιας απολύτως απαθούς σχέσεως προς τη θεία αρετή, αυτή την ιδιαιτερότητα του άρρενος και του θήλεος, η οποία, ας το υπενθυμίσουμε, δεν εξαρτιόταν καθόλου από τη θεία πρόθεση σχετικά με τη σύσταση του ανθρώπου, σύμφωνα με τον πρώτο λόγο του. Με αυτόν τον τρόπο θα εμφανιζόταν και θα γινόταν πραγματικά, σύμφωνα με τη θεία πρόθεση, απλώς άνθρωπος, χωρίς να διαχωρίζεται μέσω της ονομασίας του άρρενος και του θήλεος, σύμφωνα με τον λόγο που προηγήθηκε της δημιουργίας του, χωρίς τις διαιρέσεις που σήμερα τον κατατέμνουν· και αυτό, όπως είπα, χάρη στην τέλεια γνώση —και πραγμάτωση— του δικού του λόγου, του νόμου του είναι του.

»Έπειτα, ενώνοντας με έναν τρόπο ζωής αντάξιο των αγίων τον παράδεισο και την οικουμένη, θα τα καθιστούσε μία και μοναδική γη, η οποία δεν θα ήταν πλέον γι’ αυτόν διαιρεμένη σύμφωνα με τη διαφορά των μερών της, αλλά μάλλον ενωμένη μέσω αυτού, επειδή δεν θα υπέκειτο πλέον σε καμία εξάρτηση από κανένα από τα μέρη της.

»Έπειτα, ενώνοντας τον ουρανό και τη γη μέσω της ταυτότητας του τρόπου ζωής του με εκείνον των αγγέλων, σε κάθε μορφή αρετής που είναι δυνατή για τους ανθρώπους, θα καθιστούσε την ορατή —αισθητή— κτίση απολύτως αδιαίρετη μέσα στον εαυτό της. Για εκείνον δεν θα ήταν πλέον χωρισμένη τοπικά από καμία απόσταση, επειδή θα είχε γίνει ελαφρύς κατά το πνεύμα και δεν θα συγκρατούνταν πια στη γη από το σωματικό βάρος ούτε θα εμποδιζόταν κατά την άνοδό του στους ουρανούς. Και αυτό χάρη στην τέλεια αναισθησία της διάνοιάς του απέναντι σε αυτά τα πράγματα· μιας διάνοιας που θα έσπευδε γενναιόφρονα προς τον Θεό και, μέσω της αδιάκοπης τάσεώς της προς Αυτόν, θα πραγματοποιούσε με σοφία, σαν να προχωρούσε σε έναν κοινό δρόμο, τη φυσική πορεία από βαθμίδα σε βαθμίδα».

«Έπειτα, ενώνοντας ακόμη τα νοητά και τα αισθητά χάρη στην ισότητα της γνώσεώς του με εκείνη των αγγέλων, θα καθιστούσε ολόκληρη την κτίση μία, χωρίς πλέον αυτή να διαιρείται γι’ αυτόν σύμφωνα με τη γνώση και την άγνοια, επειδή η γνωστική γνώση που θα είχε για τους λόγους οι οποίοι κρύβονται μέσα στα όντα θα είχε καταστεί αδιάπτωτα ίση με εκείνη των αγγέλων. Και σύμφωνα με αυτή τη γνώση θα επερχόταν η απείρως γενναιόδωρη έκχυση της αληθινής σοφίας, η οποία στο εξής θα παρείχε, όπως αρμόζει, σε όσους θα ήταν άξιοι, με απόλυτη καθαρότητα και χωρίς μεσολαβήσεις, μια ανέκφραστη και ανερμήνευτη νόηση περί του Θεού.

»Τελικά και πάνω απ’ όλα, ενώνοντας ακόμη και την κτιστή φύση με την Άκτιστη μέσω της αγάπης —ω, θαύμα της αγάπης του Θεού προς εμάς!—, θα αναδεικνυόταν ως ένας και ο ίδιος με τον Θεό κατά την έξη της χάριτος, ολόκληρος ενωμένος με ολόκληρο τον Θεό μέσα σε μια πλήρη περιχώρηση, έχοντας γίνει όλα όσα είναι ο Θεός, εκτός από την ταυτότητα κατά την ουσία· θα δεχόταν ολόκληρο τον Θεό στη θέση του εαυτού του και θα αποκτούσε, ως βραβείο της ανόδου του προς τον Θεό, μόνο τον ίδιο τον Θεό, ως τέλος της κινήσεως εκείνων που κινούνται, ως σταθερή και αμετάβλητη στάση των όντων που φέρονται προς Αυτόν και ως όριο και κατάληξη —χωρίς όριο και χωρίς τέλος— κάθε καθορισμού, τάξεως, νόμου, λόγου και νοήσεως.

»Επειδή, λοιπόν, ο άνθρωπος, σύμφωνα με τη φύση με την οποία είχε δημιουργηθεί, δεν είχε κινηθεί προς το Αμετάβλητο που αποτελεί την ιδιαίτερη αρχή του —εννοώ τον Θεό—, ενώ αντιθέτως είχε κινηθεί παρά φύση προς τα κατώτερα από αυτόν όντα, τα οποία είχε κληθεί με θεία εντολή να κυβερνά, με δική του ανόητη πρωτοβουλία· και επειδή καταχράστηκε τη φυσική ικανότητα που του είχε δοθεί κατά τη δημιουργία του για την ενοποίηση των διαιρεμένων, χρησιμοποιώντας την μάλλον για να προκαλέσει τον χωρισμό των ενωμένων, μέχρι του σημείου να κινδυνεύσει να επιστρέψει άθλια σχεδόν στο μη ον· γι’ αυτό “οι φύσεις ανακαινίζονται”. Και κατά τρόπο παράδοξο και υπεράνω της φύσεως, χάριν εκείνου που είναι από τη φύση του μεταβλητό, κινείται αμεταβλήτως —αν επιτρέπεται να μιλήσουμε έτσι— Εκείνος που από τη φύση Του είναι απολύτως ακίνητος: ο Θεός γίνεται άνθρωπος για να σώσει τον άνθρωπο που χανόταν· και ενώνοντας μέσα στον εαυτό Του τα διαιρεμένα μέρη της καθολικής φύσεως και φανερώνοντας ότι οι καθολικοί λόγοι είναι ανώτεροι από τους λόγους των μερών, εκπληρώνει τη μεγάλη βουλή του Θεού και Πατέρα, ανακεφαλαιώνοντας μέσα στον εαυτό Του τα πάντα, τα επουράνια και τα επίγεια, μέσα σε Αυτόν στον οποίο και δημιουργήθηκαν.

»Αυτή την καθολική ενοποίηση των πάντων μέσα στον εαυτό Του την αρχίζει, φυσικά, αντιμετωπίζοντας πρώτα τη δική μας διαίρεση. Γίνεται τέλειος άνθρωπος, έχοντας από εμάς, για εμάς και σύμφωνα με εμάς, χωρίς καμία έλλειψη, όλα όσα είναι δικά μας, εκτός από την αμαρτία, χωρίς να χρειαστεί γι’ αυτό με κανέναν τρόπο τη φυσική συζυγική ένωση. Με αυτόν τον τρόπο απέδειξε επιπλέον, κατά τη γνώμη μου, ότι υπήρχε και ένας άλλος τρόπος, τον οποίο είχε προβλέψει ο Θεός για τον πολλαπλασιασμό των ανθρώπων, αν ο πρώτος άνθρωπος είχε τηρήσει τον νόμο και δεν είχε καταπέσει στη ζωώδη κατάσταση μέσω εκείνου του τρόπου που αποτελούσε κατάχρηση των δυνάμεών του. Έτσι, ο Θεός που έγινε άνθρωπος αποβάλλει από τη φύση τη διαφορά και τη διαίρεση σε άρρεν και θήλυ, την οποία, όπως είπα, ο άνθρωπος δεν είχε καμία απολύτως ανάγκη για να γεννηθεί και χωρίς τις οποίες (sic) είναι ασφαλώς δυνατόν να υπάρχει. Διότι, όπως λέει ο θείος Απόστολος, “εν Χριστώ Ιησού δεν υπάρχει ούτε άρρεν ούτε θήλυ”.

»Έπειτα, αφού αγίασε την οικουμένη μας με την αξία της ανθρώπινης διαγωγής Του, μετά τον θάνατό Του εισέρχεται ανεμπόδιστα στον παράδεισο, όπως είχε υποσχεθεί αψευδώς στον ληστή: “Σήμερα θα είσαι μαζί μου στον παράδεισο”. Κατόπιν, επειδή για Εκείνον δεν υπήρχε πλέον καμία διαφορά ανάμεσα στην οικουμένη μας και στον παράδεισο, εμφανίστηκε και πάλι μετά την ανάστασή Του από τους νεκρούς και συμμετείχε στη ζωή των μαθητών Του, αποδεικνύοντας ότι η γη είναι μία και δεν είναι διαιρεμένη εναντίον του εαυτού της, επειδή διατήρησε τον λόγο του είναι της ελεύθερο από τη διαίρεση που θεμελιώνεται στη διαφορά.

»Έπειτα, με την ανάληψή Του στον ουρανό, ένωσε, όπως αρμόζει, τον ουρανό και τη γη· και εισερχόμενος στον ουρανό με αυτό το γήινο σώμα, το οποίο είχε την ίδια φύση και ουσία με το δικό μας, απέδειξε ότι ολόκληρη η αισθητή φύση είναι μία σύμφωνα με τον καθολικότερο λόγο της, εξαλείφοντας μέσα στον εαυτό Του τη μερικότητα της διαιρέσεως που την διαχωρίζει.

»Έπειτα, επιπλέον, αφού διήλθε διαδοχικά όλες τις θείες και νοητές τάξεις που υπάρχουν στον ουρανό, με το σώμα και την ψυχή Του —δηλαδή με ολόκληρη τη δική μας φύση στην πληρότητά της—, ένωσε τα αισθητά και τα νοητά, φανερώνοντας την τάση ολόκληρης της φύσεως προς το ένα, σύμφωνα με τον αρχέγονο και καθολικότερο λόγο, ο οποίος είναι καθ’ εαυτόν απολύτως απαλλαγμένος από κάθε διαίρεση και αποχωρισμό».

«Και τέλος, πάνω απ’ όλα, θεωρούμενος ως προς την ανθρώπινη φύση Του, πορεύεται προς τον ίδιο τον Θεό· δηλαδή, όπως είναι γραμμένο, εμφανίζεται ενώπιον του Θεού και Πατέρα ως άνθρωπος, Εκείνος που ως Λόγος δεν ήταν ποτέ δυνατόν να χωριστεί με κανέναν τρόπο από τον Πατέρα. Ως άνθρωπος εκπληρώνει έμπρακτα και αληθινά, μέσω μιας άμεμπτης υπακοής, όλα όσα ο ίδιος ως Θεός είχε προορίσει να πραγματοποιηθούν. Ολοκληρώνει έτσι ολόκληρη τη βουλή του Θεού και Πατέρα προς χάριν ημών, οι οποίοι με την κακή χρήση μας είχαμε καταστήσει ανενεργό τη δύναμη που μας είχε δοθεί εκ φύσεως από την αρχή. Πρώτα μας ενοποίησε μέσα στον εαυτό Του, καταργώντας τη διαφορά μεταξύ άρρενος και θήλεος· αντί να είμαστε άνδρες και γυναίκες, θεωρούμενοι κυρίως από την άποψη της διακρίσεως, μας κατέστησε απλώς και πρωτίστως ανθρώπους, απολύτως σύμμορφους προς Αυτόν και φέροντας υγιή και εντελώς άθικτη την εικόνα Του, την οποία δεν αγγίζει με κανέναν τρόπο κανένα από τα γνωρίσματα της φθοράς.

»Και μαζί με εμάς και για χάρη μας περιλαμβάνει ολόκληρη την κτίση, συνδέοντας τα άκρα μέσω των ενδιαμέσων, ως μέρη του ίδιου του εαυτού Του, και τα συγκρατεί γύρω Του, ενωμένα μεταξύ τους με αδιάλυτο τρόπο: τον παράδεισο και την οικουμένη, τον ουρανό και τη γη, τα αισθητά και τα νοητά. Διότι έχει, όπως εμείς, σώμα και αίσθηση, ψυχή και νου, και με καθένα από αυτά συνδέει το συγγενικό προς αυτό καθολικό άκρο, σύμφωνα με τον τρόπο που εκτέθηκε παραπάνω. Ανακεφαλαιώνει μέσα στον εαυτό Του τα πάντα, αποδεικνύοντας ότι ολόκληρη η κτίση είναι μία, σαν να ήταν και αυτή, με τον δικό της τρόπο, ένας άνθρωπος, ο οποίος ολοκληρώνεται με τη συνένωση των μελών του μεταξύ τους, σύμφωνα με τη μία, απλή, απροσδιόριστη και αδιαφοροποίητη έννοια της προαγωγής από το μη ον. Σύμφωνα με αυτή τη σύλληψη, ολόκληρη η κτίση μπορεί να δεχθεί έναν και τον ίδιο απολύτως αδιαφοροποίητο λόγο: το ότι πριν από το είναι είχε το “δεν ήταν”.

»Διότι, σύμφωνα με τον αληθινό λόγο, όλα τα πράγματα συμπίπτουν μεταξύ τους τουλάχιστον ως προς κάτι, σε κάθε περίπτωση, έστω και αν δεν συμπίπτουν ως προς τα πάντα· εννοώ τα όντα που υπάρχουν μετά τον Θεό και έχουν από τον Θεό το είναι μέσω της γενέσεως. Κανένα απολύτως ον, ούτε ακόμη και από τα εντιμότερα και υπερέχοντα, δεν είναι εκ φύσεως εντελώς απαλλαγμένο από τη γενική σχέση προς το απολύτως άσχετο Είναι· ούτε, φυσικά, το κατώτερο από τα όντα είναι από τη φύση του εντελώς αποστερημένο από τη γενική σχέση προς τα ανώτερα (2).

»Διότι όλα τα πράγματα που διακρίνονται μεταξύ τους μέσω των ιδιαίτερων διαφορών τους ενώνονται μέσω των γενικών και κοινών ταυτοτήτων και ωθούνται προς το ένα και το ταυτό μεταξύ τους μέσω ενός φυσικού γενικού λόγου. Έτσι, αφενός, τα γένη ενώνονται μεταξύ τους σύμφωνα με την ουσία και κατέχουν το ένα, το ταυτό και το αδιαίρετο. Διότι δεν μπορεί πλέον να είναι γενικό εκείνο που δεν επανενώνει εκ φύσεως τα χωρισμένα, αλλά συμμετέχει στον χωρισμό τους και εξέρχεται από τη δική του ιδιαίτερη ενότητα. Πράγματι, κάθε γενικό, σύμφωνα με τον ιδιαίτερο λόγο του, βρίσκεται ολόκληρο, αδιαίρετα και κατά τρόπο ενιαίο, μέσα σε όλα όσα υπάγονται σε αυτό· και κάθε επιμέρους θεωρείται ολόκληρο μέσα στο γένος. Αφετέρου, και τα είδη, σύμφωνα με το γένος, απαλλάσσονται από την πολλαπλότητα που προέρχεται από τη διαφορά και αποκτούν ταυτότητα μεταξύ τους. Όσο για τα άτομα, αυτά συγκλίνουν σύμφωνα με το είδος και είναι απολύτως ένα και το αυτό μεταξύ τους, καθώς, χάρη στην κοινότητα της φύσεως, διαθέτουν ομοιότητα απαλλαγμένη από κάθε διαφορά. Τέλος, τα συμβεβηκότα συνδέονται σύμφωνα με την ουσία και κατέχουν μια ενότητα που δεν κατακερματίζεται καθόλου από το υποκείμενο.


»Αληθινός μάρτυρας όλων αυτών είναι ο πραγματικός αυτός θεολόγος, ο μέγας και άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, στο κεφάλαιο περί του Τελείου και του Ενός από το έργο Περὶ θείων ὀνομάτων, όπου εκφράζεται ως εξής: “Δεν υπάρχει κανένα πλήθος που να μη μετέχει κατά κάποιον τρόπο στο ένα: εκείνο που είναι πολλαπλό ως προς τα μέρη του είναι ένα ως προς το σύνολό του· εκείνο που είναι πολλαπλό ως προς τα συμβεβηκότα είναι ένα ως προς την ουσία· εκείνο που είναι πολλαπλό κατά τον αριθμό ή τις δυνάμεις είναι ένα ως προς το είδος· εκείνο που είναι πολλαπλό ως προς τα είδη του είναι ένα ως προς το γένος· εκείνο που είναι πολλαπλό ως προς τους τρόπους προελεύσεώς του από τον Θεό είναι ένα ως προς την αρχή του· και από όλα τα όντα δεν υπάρχει κανένα που να μη μετέχει κατά κάποιον τρόπο στο ένα”.

»Και, για να το πούμε απλά και σύντομα, οι λόγοι όλων των χωρισμένων και επιμέρους όντων περιέχονται, όπως λέγεται, στους λόγους των καθολικών και γενικών· και οι λόγοι των γενικότερων και καθολικότερων όντων περιέχονται από τη φρόνηση, σύμφωνα με την οποία αρχικά αναπτύσσονται και προκαλούν τη συμβολική πολλαπλότητα που διαπιστώνουμε στα πραγματικά υποκείμενα· έπειτα ενοποιούνται από τη σοφία, αποκτώντας συνοχή με σκοπό την ταύτισή τους με τα γενικότερα. Σοφία και φρόνηση του Θεού και Πατέρα είναι ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, ο οποίος, ως Δημιουργός και Προνοητής των πάντων, συνενώνει τόσο τα γενικά όντα μέσω της δυνάμεως της σοφίας Του όσο και τα μέρη που τα συμπληρώνουν μέσω της φρονήσεως της νοήσεως· οδηγεί μέσω του εαυτού Του στην ενότητα όσα βρίσκονται σε απόσταση, καταργεί τον εμφύλιο πόλεμο μεταξύ των όντων και συνδέει τα πάντα —τα επουράνια και τα επίγεια, όπως λέει ο θείος Απόστολος— σε μια ειρηνική φιλία και σε μια αδιάρρηκτη ομόνοια» (*).

Στο απόσπασμα αυτό ο άγιος Μάξιμος δεν θεώρησε αναγκαίο να μνημονεύσει μια τελευταία διαίρεση, επίσης παρά φύση, την οποία ωστόσο γνώριζε πολύ καλά: τη διαίρεση μεταξύ των επιμέρους κλάδων της γνώσεως, η ένωση των οποίων θα αποτελούσε τη σοφία και τους οποίους η φιλαυτία εξακολουθεί ενίοτε να διατηρεί αγωνιωδώς χωρισμένους.

Δεν υπήρξε άραγε, πολύ κοντά στη δική μας εποχή, ένας καιρός κατά τον οποίο ένας καθηγητής φιλοσοφίας ή ακόμη και θεολογίας θα ντρεπόταν να φανεί ότι πιστεύει στον μυστικισμό; Ένας καιρός κατά τον οποίο η επιστήμη διέθετε όλα τα δικαιώματα εκτός από το δικαίωμα να μας συγκινεί; Κατά τον οποίο κυριαρχούσε ως απόλυτη δεσπότιδα εκείνο που οι Έλληνες πνευματικοί συγγραφείς αποκαλούν «ψιλή γνώση», σε αντιδιαστολή προς την «αληθινή γνώση», η οποία γι’ αυτούς είναι η θεωρία;

Ας μη συγχέουμε τα είδη! Κάθε πράγμα στον καιρό του, λέει ο Σοφός· ασφαλώς και η ευσέβεια, καθώς και η πίστη σε εκείνη την Αγάπη που πραγματοποιεί την ολοκληρωτική χριστιανική σύνθεση του Θεού και ολόκληρου του έργου του Θεού. Κατάτμηση σε στεγανά. Κοσμικές σπουδές και άτονη θρησκευτικότητα. Ξηρός διανοητισμός και ασθενική χριστιανική ζωή. Και οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ του ενός και του άλλου να κρίνονται ακατάλληλες, αν όχι γελοίες και απρεπείς. Σε τέτοιον βαθμό, ώστε ορισμένοι, για να αποφύγουν καλύτερα αυτή τη «μόλυνση», έφθαναν να εξυμνούν μια εκλογικευμένη πνευματικότητα, την οποία χαρακτήριζαν ανδρική, υγιή, ασφαλή, διακριτική κ.λπ., και η οποία κινδύνευε να μην είναι παρά δειλή και ντροπαλή.


Δεν είναι αυτή η ψυχολογία του αγίου Μαξίμου του Ομολογητή. Η πνευματικότητά του αγκαλιάζει το σύμπαν και το υπερβαίνει, επειδή γνωρίζει ότι, χάρη στον ενσαρκωμένο Λόγο, αποτελεί συμμετοχή στην καθολική Αγάπη του Θεού τον οποίο λατρεύει. Κάθε γνώση θα γίνει έτσι ευσεβής και κάθε ευσέβεια θα τρέφεται από τη γνώση· και ο άνθρωπος θα ζήσει μια ζωή πληρότητας, «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού», δηλαδή μια ζωή αποτελούμενη από αλήθεια και αγαθότητα, θεωρία και πράξη, απαλλαγμένη από το ψεύδος και την κακία» (4).

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Ο ΔΥΤΙΚΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΦΙΛΑΥΤΙΑ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΜΟΣΧΑΣ ΣΕΡΓΙΟ

Σημειώσεις:

(1) Sermo in Sancta Lumina, κεφ. 13.
(2) Προφανώς πρέπει να διαβαστεί τιμιώτατα και όχι ἀτιμιώτατα.
(3) Amb., PG 90, 1304 D–1314 B.
(4) Op. Theol., PG 91, 12 A.

 Πώς ενώνονται εν Χριστώ οι 5 διαιρέσεις τών φύσεων

Αγίου Μαξίμου τού Ομολογητού Πηγή: ΕΠΕ Φιλοκαλία Τόμος 14D, σελ. 424-437. Και PG 91,1304D - 1313Β.
Μετάφραση ΕΠΕ Φιλοκαλία Τόμος 14D, σελ. 424-437.

Οι Άγιοι που πολλά από τα θεία μυστήρια τα έλαβαν από εκείνους που υπήρξαν ακόλουθοι και υπηρέτες του Λόγου κι από αυτά αμέσως μυήθηκαν στη γνώση των όντων, αφού τα έλαβαν με διαδοχή μεταβιβασμένα σ’ αυτούς από τους πριν από αυτούς, λένε ότι η υπόσταση όλων των γεγονότων περιέχεται σε πέντε διαιρέσεις.

Πρώτη από αυτές λένε πως είναι αυτή που χωρίζει από την άκτιστη φύση τη φύση που είναι γενικά κτιστή και που έλαβε το είναι με γένεση.

Λένε δηλαδή ότι ο Θεός έχει δημιουργήσει από αγαθότητα τη λαμπρή αρμονία όλων των όντων, αλλά δεν έγινε από αυτό φανερό ποιος και τι λογής είναι, λέγοντας διαίρεση τη σχετικά με αυτό άγνοια που διακρίνει την κτίση του Θεού.

Άφησαν δηλαδή άρρητη αυτήν που φυσικά τα διακρίνει μεταξύ τους και που ποτέ δεν δέχεται την ένωση σε μια ουσία, επειδή δεν μπορεί να δεχτεί τον ένα και τον αυτό λόγο.

Δεύτερη διάκριση είναι αυτή σύμφωνα με την οποία όλη συνολικά η κτίση που έλαβε το είναι από τον Θεό διαιρείται στα νοητά και αισθητά.

Τρίτη είναι η διάκριση κατά την οποία η αισθητή φύση διακρίνεται σε ουρανό και γη.

Τέταρτη αυτή κατά την οποία η γη διαιρείται στον παράδεισο και την οικουμένη.

Πέμπτη είναι αυτή κατά την οποία ο άνθρωπος, που είναι πάνω σε όλα, σαν ένα εργαστήριο που συγκρατεί τα πάντα, και που είναι φυσικά ενδιάμεσος του ακραίου σε κάθε διαίρεση και έχει γίνει επείσακτος από φιλανθρωπία με γέννηση ανάμεσα στα όντα, διαιρείται σε άνδρα και γυναίκα, κι έχει δηλαδή φυσικώς με τις μεσότητες όλων των άκρων μέσω της Ιδιότητας να σχετίζει τα άκρα των ίδιων μερών του, τη δύναμη για ένωση, με την οποία ο τρόπος που συμπληρώνεται σύμφωνα με την αιτία της γένεσης των χωρισμένων έμελλε να φανερώσει με τον εαυτό του το μέγα μυστήριο του θείου σκοπού, δηλαδή ν’ αποπερατώσει μέσα στον Θεό τη μεταξύ τους ένωση, που προχωρεί ανατατικά από τα κοντινά στα μακρινά, από τα χειρότερα στα καλύτερα στη συνέχεια.

Γι' αυτό ακριβώς το λόγο προσθέτεται στα όντα έσχατος ο άνθρωπος, σαν ένας σύνδεσμος φυσικός των γενικών άκρων, μεσιτεύοντας με τα οικεία μέρη και οδηγώντας σ’ ενότητα μέσα του αυτά που κατά τη φύση τους βρίσκονται σε μεγάλη απόσταση μεταξύ τους, ώστε, κάνοντας από την ίδια του τη διαίρεση πρώτα αρχή της ένωσης που συγκεντρώνει τα πάντα μέσα στον Θεό ως αίτιο και στη συνέχεια προχωρώντας από τα μέσα με ειρμό και τάξη, να λάβει το πέρας της υψηλής ανάβασης που επιτελείται κατά την ένωση διαμέσου όλων μέσα στον Θεό, στον οποίο δεν υπάρχει διαίρεση, αφού δηλαδή με την απαθέστατη έξη της θείας αρετής εκτίναξε τελείως από τη φύση την ιδιότητα του άνδρα και της γυναίκας που δεν ήταν καθόλου δεμένη κατά τον προηγούμενο λόγο μας με τη θεία πρόθεση σχετικά με τη γέννηση του ανθρώπου, ώστε να δειχθεί και να γίνει σύμφωνα με τη θεία πρόθεση άνθρωπος μόνο, που δεν διακρίνεται σε άνδρα και γυναίκα κατά την προσηγορία σύμφωνα και με το λόγο που έγινε προηγουμένως, αφού δεν θα χωρίζεται στα τμήματα που διακρίνεται τώρα, εξαιτίας της τέλειας, όπως είπα, γνώσης προς τον ίδιο το συστατικό του λόγο.

Έπειτα, αφού ενώσει τον παράδεισο και την οικουμένη με την αγία ζωή του, να κάνει μια γη, που δε θα διαιρείται σύμφωνα με τη διαφορά των μερών της, αλλά μάλλον που θα συνάγεται, επειδή δεν έπαθε καμιά υπαγωγή σε κανένα από τα μέρη της.

Στη συνέχεια, αφού ενώσει με κάθε τρόπο τον ουρανό και τη γη χάρη στην κατ’ αρετή ταυτότητα, όσο είναι δυνατό στους ανθρώπους, της ζωής του προς τους αγγέλους, να κάνει μία τελείως αδιαίρετη από τον εαυτό της την αισθητή κτίση, χωρίς αυτός να τη διαιρεί καθόλου με τοπικές αποστάσεις, επειδή έγινε ανάλαφρος πνευματικά, χωρίς κανένα σωματικό βάρος να τον συγκρατεί στη γη και να εμποδίζει την ανάβασή του στους ουρανούς, και σπεύδει γνήσια στον Θεό, αφού για όλα αυτά είναι ο νους του τελείως τυφλός, και κάνοντας σοφά στην κατοπινή του ανάβαση, όπως στην συνηθισμένη πορεία, φυσική αφετηρία ό,τι πέτυχε για αυτό που σκοπεύει.

Έπειτα, αφού ενώσει μ’ αυτά τα αισθητά και τα νοητά χάρη στην ισότητά του κατά τη γνώση με τους αγγέλους, να κάνει μία ολόκληρη την κτίση, που να μην τη διακρίνει ως προς τη γνώση και την αγνωσία, επειδή η γνώση του και η επιστήμη για τους λόγους των όντων εξισώθηκε χωρίς υστέρηση με των αγγέλων.

Σύμφωνα μ’ αυτήν η απλόχερη διάχυση των δώρων της αληθινής σοφίας, που επακολουθεί κατά το δυνατό, παρέχει στο εξής και χωρίς ενδιάμεσα στους άξιους την αδιάγνωστη και ανερμήνευτη έννοια.

Και τέλος έπειτ’ από όλα αυτά, αφού ενώσει και την κτιστή φύση με την άκτιστη μέσω της αγάπης (πόσο θαυμαστή είναι η φιλανθρωπία του Θεού προς εμάς), ν’ αποδείξει ένα και το αυτό κατά τη δωρεά της χάριτος, αφού περιχωρήσει ολικά όλος σε όλο τον Θεό και αφού γίνει όλα οσαδήποτε είναι ο Θεός, χωρίς βέβαια την ταυτότητα της ουσίας, και παίρνοντας στη θέση τού εαυτού του όλο τον Θεό και κερδίζοντας κατάμονο τον Θεό σαν έπαθλο της ανάβασής του στον Θεό τον ίδιο, ως τέλος της κίνησης όσων κινούνται και στάση εδραία και αμετακίνητη όσων κινούνται προς αυτόν και κάθε ορίου και κάθε θεσμού και νόμου, κάθε λόγου και νου και της φύσης όρο και πέρας, αν και είναι απεριόριστος και άπειρος.

Επειδή λοιπόν φυσικά, έτσι όπως είχε δημιουργηθεί ο άνθρωπος, δεν κινήθηκε γύρω από το ακίνητο ως ίδιά του αρχή (εννοώ τον Θεό), γύρω όμως από τα κάτω από αυτόν, στα οποία αυτός έλαβε τη διαταγή από τον Θεό να άρχει, κινήθηκε ανόητα κι αντίθετα με τη φύση του, κάνοντας κακή χρήση για τη διαίρεση μάλλον των ενωμένων της φυσικής δύναμης που τού δόθηκε κατά τη δημιουργία για την ένωση των χωρισμένων, κι έτσι κινδύνεψε να μετακινηθεί πάλι θλιβερά στο μη αν, γι' αυτό οι φύσεις ανακαινίζονται και με τρόπο παράδοξο πάνω από τη φύση κινείται ακίνητα γύρω από αυτό που κινείται από τη φύση του, για να πω έτσι, το τελείως ακίνητο από τη φύση του, και ο Θεός γίνεται άνθρωπος, για να σώσει τον άνθρωπο που είχε χαθεί, κι αφού ενώσει με τον εαυτό του τα φυσικά ρήγματα της καθολικής φύσης μέσα στο σύμπαν και δείξει τους καθολικούς λόγους των επιμέρους όντων με τους όποιους είναι φυσικό να γίνεται η ένωση των χωρισμένων, να εκπληρώσει τη μεγάλη βουλή του Θεού και Πατέρα, ανακεφαλαιώνοντας τα πάντα, όσα είναι στον ουρανό και όσα πάνω στη γη, στον εαυτό του, μέσα στον οποίο και δημιουργήθηκαν.

Και βέβαια αρχίζοντας τη γενική ένωση των πάντων με τον εαυτό του κι από τη δική μας διαίρεση γίνεται τέλειος άνθρωπος, από εμάς για χάρη μας σύμφωνα μ’ εμάς, έχοντας όλα τα δικά μας γνωρίσματα, εκτός από την αμαρτία, χωρίς να χρειαστεί γι' αυτό τη φυσική ακολουθία του γάμου.

Και σύμφωνα μ’ αυτό ίσως έδειξε, νομίζω, ότι ο Θεός είχε υπόψη του κι άλλους τρόπους για την αύξηση σε πλήθος των ανθρώπων, αν ο πρώτος άνθρωπος είχε φυλάξει την εντολή και δεν κατέβαζε στην κτηνωδία τον εαυτό του με την κακή χρήση των δυνάμεών του, και ταυτόχρονα απομάκρυνε τη διαφορά και τη διαίρεση της φύσης σε άνδρα και γυναίκα, διαφορά, όπως είπα, που δε χρειάστηκε καθόλου για να γίνει άνθρωπος, ενώ χωρίς αυτή είναι ίσως δυνατό.

Αυτά τα φύλα δεν είναι ανάγκη να μείνουν στον αιώνα. Γιατί λέει ο θείος απόστολος, στον Ιησού Χριστό δεν υπάρχει ούτε άνδρας ούτε γυναίκα.

Κι έπειτα, αφού αγίασε την οικουμένη μας με την ανθρώπινη ζωή του, βαδίζει μετά θάνατο ανεμπόδιστα στον παράδεισο, όπως υποσχέθηκε αληθινά στο ληστή, λέγοντας· σήμερα θα είσαι μαζί μου στον παράδεισο.

Εξ αιτίας αυτού λοιπόν, επειδή σύμφωνα μ’ αυτόν η δική μας οικουμένη δεν έχει διαφορά προς τον παράδεισο, πάλι φάνηκε πάνω σ' αυτήν να τρώει μαζί με τους μαθητές του μετά την ανάστασή του από τους νεκρούς, δείχνοντας ότι η γη είναι μία κι αδιαίρετη διασώζοντας το λόγο της ύπαρξης της ελεύθερο από τη διαφορά της διαίρεσης. Έπειτα με την ανάληψή του στον ουρανό ένωσε, είναι φανερό, τον ουρανό και τη γη, και αναχωρώντας μαζί με αυτό το γήινο σώμα του που έχει την ίδια φύση ως προς τον καθολικότερο λόγο της, εξαλείφοντας μέσα στον εαυτό του την Ιδιότητα της διαίρεσης που τη χώριζε.

Εκτός από αυτά έπειτα ένωσε τα αισθητά και νοητά, αφού πέρασε ανάμεσα από όλα στη συνέχεια τα ουράνια θεία και νοερά τάγματα, με ψυχή και σώμα, δηλαδή με τέλεια τη δική μας φύση, δείχνοντας με τον εαυτό του τη σύννευση (συνένωση) στο ένα όλης της κτίσης σύμφωνα με τον αρχικότατο και καθολικότατο λόγο της τελείως αδιαίρετο και αστασίαστο.

Και τέλος, έπειτ’ από όλα αυτά, έρχεται στον Θεό με την έννοια των ανθρώπων εμφανίσθηκε δηλαδή για μας, όπως έχει γράφει, μπροστά στο πρόσωπο του Θεού και Πατέρα σαν άνθρωπος, αυτός που ποτέ δεν μπορούσε ως Λόγος να χωριστεί από τον Πατέρα, εκπληρώνοντας ως άνθρωπος πραγματικά κι αληθινά με απαράβατη υπακοή, όσα προόρισε να γίνουν ο ίδιος ο Θεός, και ολοκληρώνοντας κάθε σχέδιο του Θεού και Πατέρα για μας που αχρηστέψαμε με την κακή χρήση τη δύναμη που εξαρχής μας είχε δοθεί γι' αυτό φυσικώς, και πρώτα ενώνοντας μ’ εμάς τους εαυτούς μας μέσα σ’ αυτόν με την εξάλειψη της διαφοράς σε άνδρα και γυναίκα, και αντί άνδρες και γυναίκες, στους οποίους κατ’ εξοχή παρατηρείται η διαίρεση, αποδεικνύοντάς μας κύρια κι αληθινά ανθρώπους μόνο, έχοντας αποκλειστικά τη δική του μορφή και σώα και τελείως γνήσια την εικόνα του, την οποία δεν αγγίζει με κανένα τρόπο κανένα γνώρισμα της φθοράς, και μαζί μ’ εμάς κι εξαιτίας μας όλη την κτίση με τα μεσαία ως δικά του μέρη περιλαμβάνοντας τα άκρα και γύρω από τον εαυτό του, αφού συνέσφιξε αδιάλυτα το ένα με το άλλο, τον παράδεισο και την οικουμένη, τον ουρανό και τη γη, τα αισθητά και τα νοητά, επειδή έχει σύμφωνα μ’ εμάς σώμα και αίσθηση και ψυχή και νου, με τα οποία σαν μέρη το καθένα, αφού έκανε δικό του το γενικό συγγενικό στο καθένα άκρο, σύμφωνα με τον τρόπο που εκθέσαμε, ανακεφαλαίωσε θεοπρεπώς μέσα στον εαυτό του τα πάντα, και έδειξε πως είναι μία όλη η κτίση, σαν ένας άλλος άνθρωπος, που συμπληρώνεται με τη συμφωνία των μερών της μεταξύ τους και που κλίνει προς τον εαυτό της με την ολότητα της ύπαρξης, σύμφωνα με τη μία κι απλή κι απροσδιόριστη της παραγωγής της από το μη ον και αδιάφορη έννοια, κατά την οποία όλη η κτίση μπορεί να δεχτεί ένα και το αυτό και τελείως αξεχώριστο λόγο, επειδή έχει πρεσβύτερο το ‘δεν ήταν’ από το είναι.

Γιατί όλα, σύμφωνα με τον αληθινό λόγο, συμπίπτουν το ένα με το άλλο οπωσδήποτε, αν και όχι με τον ίδιο τρόπο, όσα είναι μετά τον Θεό κι έχουν με δημιουργία το είναι από τον Θεό.
Και κανένα γενικά αν, ούτε από τα υπερβολικά πολύτιμα και ανώτερα από όλα δεν είναι τελείως ανεξάρτητο φυσικώς από τη γενική σχέση προς το υπερβολικά άσχετο, αλλά ούτε και το τελείως άτιμο μέσα στα όντα δεν απολείπεται και δεν είναι άμοιρο τελείως από τη γενική σχέση προς τα τιμιότατα κατά τη φύση.
Γιατί όλα όσα διακρίνονται από τα άλλα με τις δικές τους ατομικές διαφορές, είναι ενωμένα γενικά με τα κοινά γνωρίσματα και συνωθούνται μεταξύ τους κατά κάποιο γενικό λόγο της φύσης προς το ένα και το ταυτό, όπως για παράδειγμα τα γένη όταν ενώνονται μεταξύ τους κατά την ουσία έχουν το ένα και το ταυτό (ίδιο) και το αδιαίρετο.
Γιατί κανένα από τα καθόλου κι όσα περιέχουν και γενικά δεν συνδιαιρείται πλήρως με τα μερικά και τα περιεχόμενα και τα ειδικά.
Δεν μπορεί δηλαδή πια να είναι γενικό αυτό που θα συνάγει τα φυσικά χωρισμένα, αλλά συνδιαιρείται με αυτά και βγαίνει από την οικεία μοναδική ενότητά του.
Γιατί κάθε γενικό κατά τον ίδιο του το λόγο ενυπάρχει ενικά ολόκληρο σε όλα αδιαίρετα τα κάτω από αυτό και καθένα μερικό θεωρείται γενικά σαν όλον.
Τα είδη επίσης κατά το γένος ελευθερωμένα από την ποικιλία της διαφοράς δέχονται τη μεταξύ τους ταυτότητα. Τα άτομα κατά το είδος καθώς δέχονται τη συμφωνία μεταξύ τους γίνονται τελείως ένα και το αυτό μεταξύ τους, επειδή έχουν την κοινή προέλευση και είναι γι' αυτό απαράλλαχτα μεταξύ τους και ελεύθερα από κάθε διαφορά.
Επίσης τα συμβεβηκότα, αφού συγκριθούν μεταξύ τους σύμφωνα με το υποκείμενο, έχουν το ενιαίο, που δεν διασκορπίζει το υποκείμενο.
Και αψευδής μάρτυρας αυτών είναι ο αληθινός θεηγόρος, ο μέγας και άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, ο οποίος στο ‘Περί του τελείου του και του ενός’ κεφάλαιο της πραγματείας του ‘Περί θείων ονομάτων’ λέει τα εξής: Ούτε βέβαια είναι το πλήθος αμέτοχο του ενός, άλλα όποιο είναι πολλά στα μέρη, είναι ένα στο όλο, και όποιο είναι πολλά στα συμβεβηκότα, είναι ένα στο υποκείμενο, και όποιο είναι πολλά στα είδη, είναι ένα στο γένος, κι όποιο είναι πολλά στις προόδους του, είναι ένα στην αρχή, και δεν υπάρχει κανένα από τα όντα που να μη μετέχει κατά κάποιο τρόπο το ένα.
Και γενικά και με συντομία, όλων των χωρισμένων και μερικών οι λόγοι περιέχονται, όπως λένε, στους λόγους των καθόλου και γενικών.
Οι λόγοι λοιπόν των γενικότερων και των καθολικότερων συνέχονται από τη σοφία, ενώ οι λόγοι των μερικών που υπάρχουν κατά ποικίλους τρόπους στους λόγους των γενικών περιέχονται από τη φρόνηση, σύμφωνα με την οποία, αφού απλουστεύσουν πρώτα και αποβάλουν τη συμβολική ποικιλία που υπάρχει στα υποκείμενά τους πράγματα, ενοποιούνται από τη σοφία, αφού δεχθούν τη συνένωσή τους που οδηγεί σε ταυτότητα με τους γενικότερους λόγους.
Αλλά σοφία του Θεού και Πατέρα και φρόνηση είναι ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, ο οποίος και τα καθόλου από τα όντα συνέχει με τη δύναμη της σοφίας, και τα συμπληρωτικά τους μέρη περιέχει με τη φρόνηση του νου τους, επειδή είναι φυσικός δημιουργός και προνοητής όλων, και με τον εαυτό του οδηγεί σε ενότητα όσα διίστανται, και καταλύει τον πόλεμο των όντων, και συνδέει τα πάντα σε φιλία ειρήνης μεταξύ τους και ομόνοια αδιαίρετη, όσα είναι στον ουρανό και όσα είναι στη γη, όπως λέει ο θείος απόστολος.

Β. ΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΠΡΟΔΡΟΜΟΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΑΞΙΜΟΥ

α) Υπομνηματιστές του Β΄ Τιμ. 3, 2.

Η λέξη philautos απαντά μία φορά στη Γραφή: «Γνώριζε ότι στις έσχατες ημέρες θα έρθουν καιροί δύσκολοι. Διότι οι άνθρωποι θα είναι φίλαυτοι...» (2). Πρέπει λοιπόν να ρωτήσουμε τους υπομνηματιστές. Δεν βρήκαν πολλά να πουν γι’ αυτό το hapax eiremenon. Ο Ιωάννης Δαμασκηνός (2) αρκείται να μεταγράψει τους εν λόγω στίχους, σκεπτόμενος αναμφίβολα ότι ήταν από μόνοι τους αρκετά σαφείς. Άλλοι πρόσθεσαν μερικές μικρές σημειώσεις.
Ο Ωριγένης δεν άφησε υπόμνημα αυτής της επιστολής· αλλά γνωρίζουμε τι σκεπτόταν για τη φιλαυτία, και θα το διαβάσουμε στην ώρα του. Ο Ιωάννης Χρυσόστομος παρατήρησε ότι η λέξη βρισκόταν στην αρχή ενός μακρού καταλόγου κακιών. Πράγματι, «από εκεί προέρχεται η σκληρότητα, από εκεί η αγριότητα, η πλεονεξία, η αχαριστία, ο ακόλαστος βίος κτλ.» (*).
Ο Θεοδώρητος, απαισιόδοξος, σημειώνει μόνο, σχετικά με αυτές τις έσχατες ημέρες και αυτούς τους δύσκολους καιρούς: Κατά τη γνώμη μου, ο παρών καιρός είναι εκείνος που προφητεύθηκε με αυτά τα λόγια. Διότι η ζωή μας είναι γεμάτη από όλες αυτές τις κακίες (4)... Δεκαπέντε αιώνες πέρασαν από τον Θεοδώρητο, και η ανθρωπότητα δεν έπαψε να βρίσκεται στον χειρότερο από όλους τους καιρούς.


Ο Θεόδωρος Μοψουεστίας (°) είχε αρκεστεί να δώσει έναν ορισμό: «Φίλαυτοι είναι εκείνοι που κάνουν τα πάντα αποβλέποντας στη δική τους ωφέλεια».

Ο Θεοφύλακτος Βουλγαρίας δεν είναι προκάτοχος του αγίου Μαξίμου. Ας τον παραθέσουμε ωστόσο εδώ, αφού σχολίασε τον στίχο Β΄ Τιμ. 3, 2. Όσα λέει γι’ αυτόν αποδεικνύουν ότι συγκράτησε τις ιδέες του Ομολογητή. Μία από τις φράσεις του συνοψίζει τέλεια τις κυριότερες. «Καιροί δύσκολοι, δηλαδή εντελώς κακοί. Δεν πρέπει να το εννοήσουμε αυτό για τις ημέρες —διότι ποια θα ήταν η διαφθορά των ημερών;— αλλά για τα γεγονότα και τους κακούς ανθρώπους που συναντώνται κατά τις ημέρες αυτές. Έτσι έχουμε τη συνήθεια να μιλούμε για κακές ημέρες και για όχι κακές ημέρες, εξαιτίας όσων συμβαίνουν σε αυτές τις ημέρες ή εξαιτίας των ανθρώπων. Θα υπάρξουν άνθρωποι φίλαυτοι. Θέτει αμέσως την αιτία όλων των κακών: το να έχει κανείς κατά νου όχι το καλό του πλησίον, αλλά μόνο το δικό του συμφέρον. Φίλαυτος είναι πράγματι εκείνος που αγαπά μόνο τον εαυτό του· από αυτό του συμβαίνει να μην έχει ούτε καν αγάπη για τον εαυτό του. Διότι, όπως στα μέλη η βλάβη που υφίσταται το ένα περνά στα άλλα, και το ίδιο συμβαίνει και στα οικοδομήματα, έτσι και στην Εκκλησία εκείνος που αδιαφορεί για τον αδελφό του και ενδιαφέρεται μόνο για τον εαυτό του, βλάπτει ακόμη και τον ίδιο τον εαυτό του. Φιλάργυροι: αφού κατονόμασε τη ρίζα, απαριθμεί στη συνέχεια τα κλαδιά της· το πρώτο και μεγαλύτερο είναι η φιλαργυρία. Διότι όπως από την αγάπη προέρχεται κάθε καλό, έτσι και από τη φιλαυτία προέρχεται κάθε κακό: αυτή είναι το αντίθετο της αγάπης. Η μία είναι πλατιά και απλώνεται καθολικά· η φιλαυτία στενεύει αυτό το πλάτος και το περιορίζει σε έναν μόνο». Η τελευταία αυτή ιδέα θα μας φανεί αργότερα εμπνευσμένη από τον άγιο Μάξιμο. Ας συλλέξουμε ακόμη μία μικρή πρόταση. Αφού πέρασε σε ανασκόπηση άλλες κακίες που δηλώνει ο άγιος Παύλος, ο Θεοφύλακτος λέει λακωνικά σχετικά με το «χωρίς πραότητα»: «Βλέπεις τι κάνει τους ανθρώπους η φιλαυτία και η φιλαργυρία; Θηρία αντί για ανθρώπους».
Ο Αριστοτέλης είχε επινοήσει τον όρο θηριότης, κτηνωδία, με την ετυμολογική σημασία, για να δηλώσει το αντίθετο του ηρωισμού. Στις ημέρες μας είδαμε ανθρώπους που κήρυτταν τον ηρωισμό χωρίς να ενδιαφέρονται γι’ αυτήν την αριστοτελική διάκριση.


Σημειώσεις:


(1) Β΄ Τιμ. 3, 2.
(2) Στη Β΄ Επιστολή προς Τιμόθεον, PG 95, 1020 C κ.ε.
(3) Ομιλία 8 στη Β΄ Επιστολή προς Τιμόθεον, PG 62, 643, αρ. 1.
(4) Στη Β΄ Επιστολή προς Τιμόθεον, PG 82, 845 C.
(5) Στη Β΄ Επιστολή προς Τιμόθεον, PG 66, 945 C.

Δεν υπάρχουν σχόλια: