(Άγιος Γρηγόριος Νύσσης – «Εις τον βίον του Μωϋσέως»)
Σάββατο 24 Οκτωβρίου 2026
Τι μας είπε ο Χρήστος Γιανναράς; | Συζήτηση Σ. Γουνελάς – Β. Ξυδιάς
(Άγιος Γρηγόριος Νύσσης – «Εις τον βίον του Μωϋσέως»)
Τετάρτη 12 Αυγούστου 2026
Β. Ξυδιάς: Τί θα γίνει επιτέλους με τον Ράμφο;
Καιρό το έχει παρακάνει, αλλά πλέον δεν αντέχεται. Η τελευταία του εμφάνιση, παραμονές πρωτοχρονιάς, στοmega, ξεπέρασε κάθε όριο. Δεν του έφτανε η υπεράσπιση του success story. Επιβεβαίωσε τα περί πρωτογενούς πλεονάσματος, μέχρι και τον Άδωνη κατάντησε να προβάλει ως πρότυπο πολιτικού και προάγγελο εθνικής ανάτασης. Όμως η κριτική απάντηση στον πρώην δάσκαλο Στέλιο Ράμφο, που πλέον έχει πάρει τον κατήφορο, παραμένει ζητούμενο.
Τα εξ αριστερών πυρά είναι εν πολλοίς άσφαιρα. Δύο νέες απόπειρες κριτικής στη βδομάδα που μας πέρασε ήταν αυτή του Γ. Ανανδρανιστάκη («Ο Ράμφος κάνει πόλεμο», Αυγή, 8.1.2014) και του Αθ. Μαρβάκη, αναπλ. καθηγητή Κλινικής Κοινωνικής Ψυχολογίας στο ΑΠΘ («Είναι η κρίση εθνική ψυχοπαθολογία;», Εφ.Συν., 8.1.2014). Όπως και άλλα προηγούμενα άρθρα αυτού του είδους, και αυτές οι προσπάθειες ήσαν ανεπαρκείς. Και δεν αγγίζουν το κοινό στο οποίο ο Ράμφος απευθύνεται. Στην καλύτερη περίπτωση δίνουν θάρρος σ’ αυτούς που είναι ήδη αντίθετοι.
Διότι το πρόβλημα με τον Ράμφο δεν είναι ότι υποστηρίζει τις πιο απίθανες και πιο ακραίες φιλομνημονιακές θέσεις (συλλογική ευθύνη, φταίει ο χαρακτήρας του Έλληνα κτό), ούτε ότι με όλα αυτά συγκαλύπτει τον ιδιαίτερο ρόλο της άρχουσας ελίτ, των μήντια και του πολιτικού συστήματος. Αυτό το κάνουν κι άλλοι πολλοί διανοούμενοι, καλλιτέχνες κλπ (που κάποτε τους αγαπήσαμε και τώρα αυτοί συνωστίζονται ποιος θα πρωτοσηνιάρει τον φιόγκο στο σκοινί που μας κρεμάνε σαν χώρα – αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μας). Η ιδιαίτερη «αρετή» του Ράμφου σε σχέση με όλους αυτούς συνίσταται ακριβώς στο ότι υιοθετώντας επιχειρήματα του συρμού, το επίπεδο των οποίων είναι μεταξύ καφενείου και μονταζιέρας, καταφέρνει και τους προσδίδει υψηλό θεωρητικό κύρος. Κι αυτό το κάνει με τον δικό του μοναδικό τρόπο, που είναι βέβαια άτρωτος στη συνήθη εξ αριστερών κριτική. Μεταξύ άλλων και διότι το κοινό του είναι ήδη εχθρικό προς τον αυτοαναφορικό λόγο της αριστεράς των τριών-τεσσάρων προηγούμενων δεκαετιών.
Αυτό ισχύει κατά μείζονα λόγο για το άρθρο του Γ. Ανανδρανιστάκη στην Αυγή, που προσπαθεί να βγάλει τον Ράμφο «νεοφιλελεύθερο», ισχύει όμως και για την κριτική του Αθ. Μαρβάκη που αποδίδει στον Ράμφο το λάθος του ψυχολογισμού ή, όπως το λέει ο ίδιος, της «ψυχολογικοποίησης των κοινωνικών φαινομένων». Όμως ο Ράμφος δεν κάνει αυτό. Ή αν το κάνει το περνά μέσα από το φίλτρο της «φιλοσοφικής ανθρωπολογίας». Οι ψυχολογικοί όροι εκφράζουν εδώ μια ιδιαίτερη ανθρωπολογική θεώρηση, βασισμένη σε διάφορα ιστορικά και θεολογικά προαπαιτούμενα, και σ’ έναν πολύ κεκαλυμμένο, σχεδόν υποσυνείδητο, φιλοσοφικό πυρήνα. Δεν πρόκειται για μια απλή περίπτωση «ψυχολογικοποίησης», ούτε βέβαια για «βιολογισμό», όπως καταλήγει στο τέλος το άρθρο. (Αν έστεκαν αυτές οι κατηγορίες δεν θα έπρεπε να σωπάσει μόνο ο Ράμφος, θα έπρεπε να καταργηθεί γενικώς η κοινωνική και η φιλοσοφική ανθρωπολογία).
Ο Ράμφος είναι ευφυής και δυνατός στοχαστής. Όποιος θέλει να τον πολεμήσει πρέπει να το λάβει αυτό σοβαρά υπ’ όψη του. Το ιδιαίτερο θεωρητικό του μίγμα δεν πλήττεται με χτυπήματα στην περιφέρεια, ακόμα κι αν πολλοί απ’ τους περιφερειακούς ισχυρισμούς του φαίνονται πρόχειροι και επιπόλαιοι. Στην πραγματικότητα δεν είναι, διότι αντλούν δύναμη και συνοχή απ’ τον εσωτερικό πυρήνα της σκέψης του. Πολύ περισσότερο ο Ράμφος δεν πολεμιέται με καταγγελίες εναντίον του προσώπου του (προσωπικές ανακολουθίες, ιδιοτελή κίνητρα, ταξική θέση κτό). Χρειάζεται μια κριτική στον πυρήνα των θέσεών του και των ιστορικο-θεολογικών παραδοχών του. Κι αυτό είναι ακόμα στα ζητούμενα.
* * *
Στη συνέχεια παραθέτω μερικά παραδείγματα ενδιαφέρουσας κατά τη γνώμη μου κριτικής. Είναι εντυπωσιακό ότι κάποιες απ’ τις εργασίες αυτές, που γράφτηκαν πριν την κρίση και τα μνημόνια, προδιαγράφουν σε μεγάλο βαθμό την τωρινή εξέλιξη του Ράμφου.
Θεόδωρος Ζιάκας: «[Ο Ράμφος] συσκοτίζει πλήρως τη σημερινή πραγματικότητα και επαναλαμβάνει, ως “νέα πρόταση”, τον εκδυτικισμό, λες και βρισκόμαστε στον 10ο, τον 12ο, τον 14ο, ή έστω τον 18ο αιώνα». «Απάντηση στο Στέλιο Ράμφο», άρθρο στο περιοδικό ΑΡΔΗΝ, τ. 19-20, 1999.
Σωτήρης Γουνελάς: Αντίλογος στον Ράμφο «σημαίνει άρνηση προσχώρησης στο πνεύμα των καιρών, αντίσταση στην προέλαση της “παγκοσμιοποίησης” … εμμονή στο συγκεκριμένο, στο τοπικό, στο διάφανο, στο θεϊκό, στο ανθρώπινο και όχι σε αφηρημένες κατηγορίες σκέψης, στον ανύπαρκτο οικουμενικό άνθρωπο και στην άψυχη τεχνολογία του» και «στο βάθος η σκέψη που αναπτύσσει, παρά το “φλερτ” με την χριστιανική παράδοση, παραμένει ουμανιστική».»Αντίλογος στον Στέλιο Ράμφο«, βιβλίο στις εκδ. Καστανιώτης, 2001. Πρόσφατα κυκλοφόρησε και ένα ακόμα βιβλίο του Σωτ. Γουνελά με τίτλο «Πρόταση λόγου και πολιτισμού«, εκδ. Αρμός, 2013,στο οποίο ο συγγραφέας μελετά και σχολιάζει επτά νεοέλληνες στοχαστές, ένας εκ των οποίων είναι ο Στ. Ράμφος).
Ευγένιος Αρανίτσης: Καταλογίζει στον Ράμφο ότι κατασκευάζει ένα σύμπαν όπου «δεν είναι δυνατόν να μετέχει κανείς παρά ψυχαναγκαστικά, ως ρόλος». «Η περίπτωση του Στέλιου Ράμφου«, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, “Βιβλιοθήκη”, 3/11/2002. (Βλ. και σειρά τεσσάρων άρθρων στην «Ε»: «Τα άστρα σύμφωνα με τον Ράμφο«, 3/12/2004, «Ελευθερία και προσομοίωση«, 10/12/2004, «Ψυχική ανάγκη και ψυχαναγκασμός«, 30/12/2004, «Το τέλος της ανθρωπολογίας«, 7/1/2005).
Σπύρος Κουτρούλης: «Οι μεταμορφώσεις του Στέλιου Ράμφου«, ΝΕΑ ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΑ, τ. 34, 2002, σ.182-188. (Βλ. και «Κριτική στο βιβλίο του Σ.Ράμφου «Το αδιανόητο τίποτα»«, ΡΗΞΗ, τ. 69-70-71, 2011. Επίσης «Για τη συζήτηση Ε. Στάη και Σ. Ράμφου«, ΡΗΞΗ, τ. 78, 2011).
π. Νικόλαος Λουδοβίκος: «Θεωρῶ τόν Στέλιο Ράμφο ὡς ἐπικεφαλής τή στιγμή αὐτή, στήν Ἑλλάδα, τῆς ἰδεολογίας τοῦ συγκρουσιακοῦ ἐκσυγχρονισμοῦ». «Από τον καημό του ενός στον διευθυντικό ή συγκρουσιακό εκσυγχρονισμό», άρθρο στο περιοδικό ΙΝΔΙΚΤΟΣ, τ. 17, 2003. (Βλ. και το βιβλίο του «Οι τρόμοι του προσώπου και τα βάσανα του έρωτα«, εκδ. Αρμός, 2010).
Άφησα τελευταίον τον Γιάννη Καλιόρη και το βιβλίο του «Η κοινωνία της ορθοπεταλιάς«, εκδ. Αρμός, 2004 , που δεν έχω, δυστυχώς, ακόμα αξιωθεί να μελετήσω, αλλά όπως πληροφορούμαι είναι μια απ’ τις πιο ριζικές κριτικές του ολοκληρωτικού και αντινομικού χαρακτήρα του «αναρχοδυναμικού καπιταλισμού της νεοφιλελεύθερης παγκόσμιας τάξης», και μαζί μ’ αυτό είναι, λένε, και μια απ’ τις πιο καταλυτικές κριτικές του Στ. Ράμφου, προερχόμενη από έναν απ’ τους πιο στενούς του φίλους. (Βλ. και την εμπεριστατωμένη βιβλιοπαρουσίαση του Κώστα Κουτσουρέλη, «Ο καπιταλισμός ως ολοκληρωτισμός«, ΑΥΓΗ, 24-25/12/2005).
Προφανώς οι κριτικές αυτές προσεγγίσεις δεν έχουν τύχει της ανάλογης προβολής μ’ αυτήν που έχει ο Ράμφος μέσω των media. Παραμένει το ερώτημα αν και κατά πόσο έχουν πιάσει τον υποκρυπτόμενο φιλοσοφικό πυρήνα της σκέψης του Ράμφου, ενώ ένα άλλο ζήτημα είναι σε ποιο βαθμό βοηθούν στο διάλογο και τη συνεννόηση με ανθρώπους που είναι αδιάφοροι ή και αντίθετοι στα θεολογικά και δεν έχουν παρακολουθήσει τις διανοητικές περιπέτειές του. Κι εκεί ίσως είναι που χρειάζεται κάτι να γίνει.
πηγή: Aντίφωνο
- Ανώνυμος είπε...
Ο Στέλιος Ράμφος συνδέεται με τον Πάουλ Νάτορπ (Paul Natorp) και τον Ερνστ Κασίρερ (Ernst Cassirer) μέσω της Σχολής του Μαρβούργου, του κυριότερου ρεύματος του Νεοκαντιανισμού. Η σχολή αυτή μετατόπισε το κέντρο βάρους από την παραδοσιακή μεταφυσική στην κριτική ανάλυση του πολιτισμού, της επιστήμης και των συμβόλων, στοιχεία που αποτελούν τη βάση για τη μετέπειτα στροφή του Ράμφου προς την ερμηνεία του ελληνικού και χριστιανικού μύθου.
1. Πάουλ Νάτορπ: Η Λογική και η Παιδεία
Ο Νάτορπ υπήρξε από τους θεμελιωτές του Νεοκαντιανισμού του Μαρβούργου.
-Καθαρή Μέθοδος: Απέρριψε την ύπαρξη του «πράγματος καθεαυτό» (Ding an sich) του Καντ. Θεωρούσε ότι η πραγματικότητα δεν είναι κάτι που ανακαλύπτουμε έτοιμο, αλλά κάτι που κατασκευάζει η νόηση μέσω της επιστημονικής μεθόδου.
-Πλάτωνας: Επανερμήνευσε τον Πλάτωνα, υποστηρίζοντας ότι οι «Ιδέες» δεν είναι μεταφυσικές οντότητες σε κάποιον άλλον κόσμο, αλλά νόμοι και υποθέσεις της καθαρής σκέψης.
-Κοινωνική Παιδαγωγική: Συνέδεσε τη φιλοσοφία με την εκπαίδευση, θεωρώντας ότι η διαμόρφωση του ατόμου επιτυγχάνεται μόνο μέσα από την κοινότητα.
2. Ερνστ Κασίρερ: Η Φιλοσοφία των Συμβολικών Μορφών
Ο Κασίρερ, μαθητής του Νάτορπ, επέκτεινε τον Νεοκαντιανισμό πέρα από την καθαρή επιστήμη, αγκαλιάζοντας ολόκληρο τον ανθρώπινο πολιτισμό. Το μνημειώδες έργο του είναι η τρίτομη «Φιλοσοφία των Συμβολικών Μορφών» (Philosophie der symbolischen Formen).
-Animal Symbolicum: Ο άνθρωπος δεν ορίζεται απλώς ως «λογικό ον» (rational animal), αλλά ως «συμβολικό ον». Δεν έρχεται σε άμεση επαφή με την πραγματικότητα, αλλά μέσω μεσολαβητών: των συμβόλων.
-Οι Μορφές: Οι βασικές συμβολικές μορφές με τις οποίες ο άνθρωπος δίνει νόημα στο χάος του κόσμου είναι η Γλώσσα, ο Μύθος/Θρησκεία και η Επιστήμη.
-Η Αυτονομία του Μύθου: Ο Κασίρερ υποστήριξε ότι ο μύθος δεν είναι μια «πρωτόγονη πλάνη» ή μια ελαττωματική επιστήμη, αλλά μια αυτόνομη και έγκυρη μορφή αντίληψης της πραγματικότητας, με τη δική της εσωτερική λογική και δομή.
Πώς συνδέονται με τον Στέλιο Ράμφο;
Η επίδραση των δύο αυτών στοχαστών είναι εμφανής στον τρόπο με τον οποίο ο Ράμφος δομεί την κριτική του για την ελληνική ταυτότητα, την Ορθοδοξία και την ιστορία:
-Ο Μύθος ως Ερμηνευτικό Κλειδί: Αντλώντας από τον Κασίρερ, ο Ράμφος δεν αντιμετωπίζει τον μύθο (ή τα θεολογικά σχήματα της Βυζαντινής παράδοσης) ως απλά παραμύθια, αλλά ως τον βαθύτερο κώδικα (συμβολική μορφή) που καθορίζει την ψυχοσύνθεση και τη συμπεριφορά του νεοέλληνα.
-Η Μετατόπιση από τη Λογική στο Συναίσθημα: Ενώ ο Νάτορπ και ο πρώιμος Νεοκαντιανισμός εστίαζαν στη μαθηματική και επιστημονική λογική, ο Ράμφος χρησιμοποιεί το εργαλείο των «συμβολικών μορφών» για να αναλύσει το συλλογικό ασυνείδητο, το συναίσθημα και τον ψυχισμό (στοιχεία που κυριαρχούν στον μύθο και τη θρησκεία).
-Η Ύστερη Στροφή στη Φαινομενολογία: Όπως σωστά σημειώνετε, όταν το νεοκαντιανό πλαίσιο (που παραμένει έντονα ορθολογικό και γνωσιοθεωρητικό) φάνηκε ανεπαρκές για να εξηγήσει το βίωμα και την ύπαρξη, ο Ράμφος στράφηκε στη Φαινομενολογία (Χάιντεγκερ, Χούσερλ). Η φαινομενολογία του επέτρεψε να εξετάσει τα πράγματα «καθεαυτά» όπως εμφανίζονται στη συνείδηση, και να εμβαθύνει στην υπαρξιακή διάσταση της πίστης και της ιστορικής εμπειρίας.
Η κριτική παρατήρηση ότι «αστόχησε στα ουσιώδη» πιθανόν πηγάζει από το γεγονός ότι ο Ράμφος συχνά χρησιμοποιεί αυτά τα βαριά φιλοσοφικά εργαλεία όχι για να παράξει πρωτότυπη θεωρητική φιλοσοφία, αλλά για να κάνει μια ιδιότυπη πολιτισμική και ψυχαναλυτική διάγνωση του ελληνισμού, γεγονός που για τους καθαρούς ακαδημαϊκούς φιλοσόφους θεωρείται ενίοτε έκπτωση ή αστοχία από τον σκληρό πυρήνα της οντολογίας.
Κυριακή 19 Οκτωβρίου 2025
Συζήτηση: H παράδοση ως κίνδυνος και ως ελπίδα
Πέμπτη 12 Σεπτεμβρίου 2024
PAUL FRIEDLȀNDER, ΠΛΑΤΩΝ (158)
Συνέχεια από Τρίτη 27 Αυγούστου 2024
PAUL FRIEDLȀNDER
ΠΛΑΤΩΝ
ΤΡΙΤΟΣ ΤΟΜΟΣ
ΤΑ ΠΛΑΤΩΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ –
ΔΕΥΤΕΡΗ ΚΑΙ ΤΡΙΤΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ
ΤΡΙΤΗ ΜΕΣΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ: ΤΟ ΟΨΙΜΟ ΕΡΓΟ
ΠΡΩΤΗ ΟΜΑΔΑ ΔΙΑΛΟΓΩΝ : Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ
27. ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ (2η συνέχεια)
Η πρώτη λοιπόν διαίρεση ξεκινά μ’ έναν διαχωρισμό τής γνώσης («επιστήμη, τέχνη») σε κάτι, το οποίο ταυτόχρονα πράττει, και σε κάτι άλλο, το οποίο και περιορίζεται στη γνώση («πρακτική – γνωστική»). Για να διαχωρισθή πάλι το δεύτερο αυτό μέρος σε ρυθμιστικό-κριτικό, και σε προσδιοριστικό-επιτακτικό («κριτική – επιτακτική»). Και να συνεχισθή έτσι η διαίρεση μέχρι την «πειθαρχία τής αγέλης» («αγελαιοτροφική»). Εδώ κοντά τίθεται τότε, αμέσως και παρευθύς – ώστε να μη χρειάζεται να περιμένουμε για πολύ την εμφάνιση ενός παράδοξου ή και γελοίου στοιχείου –, ο διαχωρισμός σε αγέλη ανθρώπων και θηρίων (262 Α). Το οποίο και απορρίπτεται με μια μεθοδολογική παρέκβαση (262 Α - 264 Β), στην οποία και θα επανέλθουμε, και να διαιρεθούν τα ζωντανά όντα σε κείνα που ζουν στο νερό και σε κείνα που ζουν στην ξηρά, διαιρουμένων πάλι αυτών τών τελευταίων σε κείνα που πετούν και σε κείνα που βαδίζουν. Ενώ διακρίνεται, με μια μεθοδολογική πάλι παρατήρηση εδώ (265 Α), ένας μακρύτερος από έναν συντομώτερο «δρόμο». Στον οποίον μακρύτερο, τον οποίον και προφασίζεται πως θεωρεί ως καλύτερο, διαχωρίζει πάλι ο Ελεάτης – με αρκετά διασκεδαστικό πρέπει να πούμε τρόπο – τα κερασφόρα απ’ τα μη κερασφόρα ζώα, τα δε κερασφόρα σε μονώνυχα και πολυδάκτυλα, και τα πολυδάκτυλα σε τετράποδα και δίποδα. Και να φτάσουμε έτσι στον ίδιον τον άνθρωπο, και να παρουσιασθή – για να μη λησμονήσουμε, ότι η αναζήτησή μας αφορά στον πολιτικό άνθρωπο – ο ηγεμόνας ως ο «βοσκός μιας μη κερασφόρου αγέλης». Απ’ τον συντομώτερο πάλι δρόμο (266 Ε), διαχωρίζονται αμέσως σε τετράποδα και δίποδα τα θηρία, και τα δίποδα σε κείνα που φέρουν και σε όσα δεν φέρουν φτερά, – εις τρόπον ώστε θα μπορούσε να διακωμωδή δικαίως με τον μαδημένο του πετεινό την ακαδημαϊκή γενικώς διαίρεση ένας Διογένης, την ώρα όμως που και ο ίδιος ο Πλάτων διεξάγει εδώ ένα ανάλαφρο και διακωμωδητικό παιχνίδι, ταυτόχρονα με την εξαιρετικά σοβαρή κατά τα άλλα μέθοδό του.
Το συμπέρασμα – όπως θα διδαχθούμε, αν δεν το έχουμε ήδη προσέξει κι εμείς – δεν είναι ωστόσο τελικό. Η διαποίμανση εκ μέρους τού ποιμένα συνενώνει όλες τις πιθανές ασχολίες, που κατανέμονται σε πολλά επαγγέλματα ή σχέσεις μεταξύ τών ανθρώπων, εμπόρων, αγροτών, ιατρών, κοσμηματοποιών, μουσικών και άλλων. Μέχρι και το τελευταίο μέρος τού διαλόγου θα μας κρατά σε ένταση αυτή η αντίρρηση, καθώς φαίνεται να αναζητά το πραγματικά διακριτικό χαρακτηριστικό τής πολιτικής ύπαρξης, το οποίο δεν έχει άρα καθόλου ανευρεθή – και πράγματι καθόλου, για όσο διάστημα κινούμαστε στην περιοχή τής ζωολογίας και της κτηνοτροφίας! Η αντίρρηση χρησιμεύει ωστόσο προς το παρόν στο να προσαρτηθή εδώ ο μύθος τών κοσμικών περιόδων.
Μιλήσαμε προηγουμένως για τον μύθο. Και δεν υπάρχει καμμιά πιο μεγάλη αντίθεση, μέχρι και στο επίπεδο της γλώσσας, απ’ την αντίθεση ανάμεσα στον μύθο και τα διαλεκτικά μέρη. Ενώ και η σημασία του για το σύνολο εκτείνεται πολύ πιο πέρα απ’ την άμεση εδώ λειτουργία του. Γιατί δεν μπορεί να είναι βέβαια η μικρή αλλαγή στον ορισμό τού πολιτικού ανδρός το ουσιαστικό στοιχείο, όπως επισημαίνεται άλλωστε σαφώς στον ίδιον τον διάλογο (277 Β). Κατανοούμε μάλλον, σε ποια κοσμική και πολιτειακή σύγχυση ζούμε, απ’ τη στιγμή που θα λάβουμε ως μέτρο την τελειότητα, και πώς όλα όσα διαθέτουν μια τάξη σ’ αυτόν τον κόσμο τής ταραχής δεν αποτελούν παρά μια συνέπεια εκείνης τής τελειότητας, και πώς οποιαδήποτε ανθρώπινη ζωή είναι τότε μόνο δυνατή, όταν καλλιεργήσουμε εμείς οι ίδιοι τα θεϊκά προς εμάς δώρα και χαρίσματα. Για να συνδέση έτσι ο μύθος την τάξη τής πόλης, άρα και του πολιτικού, με την παγκόσμια, κοσμική τάξη, που σημαίνει να τη συνδέση ταυτόχρονα με την Ιδέα και τον Θεό. Και έτσι ξαφνικά να απεικονισθή προς τα πού πορεύεται με κόπο και με μικρά βήματα η διαλεκτική, παρέχοντάς της έναν μακρινό ακόμα σκοπό, που δεν ανευρίσκεται σ’ αυτήν την ίδια. Αναμιγνύεται λοιπόν ως ένα «παιχνίδι» ο μύθος στη «σοβαρή» κατά τα άλλα διαλεκτική (268 D 8), αν πρέπη να πιστέψουμε βέβαια κι εμείς τον Ελεάτη συνομιλητή. Ενώ μπορούμε και ν’ αναρωτηθούμε, μήπως υπάρχει περισσότερο κάποιες φορές απ’ το αναμενόμενο παιχνίδι στη διαλεκτική και περισσότερη απ’ την αναμενόμενη σοβαρότητα στον μύθο – μια παιγνιώδης σοβαρότης, όπως εκεί π.χ. όπου ο Ελεάτης λέει πως αγνοείται για ποιο πράγμα συζητούσαν στην χρυσή εποχή αναμεταξύ τους και με τα ζώα οι άνθρωποι, μήπως για τη φιλοσοφία ή μήπως γι’ αυτό που αφηγούνται οι ίδιοι οι μύθοι· αν μπορούσαμε να αποφασίσουμε μάλιστα γι’ αυτό, τότε θα γνωρίζαμε κι αν ήταν πραγματικά ευτυχισμένοι οι άνθρωποι εκείνη την εποχή. Αποτελεί άρα κι εδώ η «κατεύθυνση της θελήσεώς» μας (“directio voluntatis”) ένα απαραίτητο στοιχείο τού πλατωνικού μύθου.
O μύθος ανέδειξε δυό ελλείψεις τής συζήτησής μας, λέει τότε ο Ελεάτης. Μια μεγαλύτερη κατ’ αρχάς, ότι δηλ. «μπερδέψαμε» μέχρι τώρα τον βασιλέα ή πολιτικόν άνδρα με τον ποιμένα τής ανθρώπινης ποίμνης τής θεο-κυριαρχούμενης κοσμικής περιόδου, το οποίο σημαίνει πως «μπερδέψαμε» τον θνητό άνθρωπο με τον Θεό. Το δεύτερο λάθος είναι ωστόσο μικρότερο: δεν οριοθετήσαμε με σαφήνεια την περιοχή τής πολιτικής του δράσης, και δεν προσδιορίσαμε τον τρόπο που αυτός δρα. Επειδή υπάρχουν δηλ. και άλλοι πέρα απ’ τον «άρχοντα» που ζητούν να «τρέφουν» την ποίμνη, πρέπει κι εμείς να διαλέξουμε αντί για τη λέξη «εκτροφή» μιαν άλλη έκφραση, όπως π.χ. «φροντίδα» τής ποίμνης («αγελαιοκομική»), που καθιστά σαφή τόσο τη «θεραπευτική» όσο και την «επιμελητική» λειτουργία και πράξη. Μέσα από τέτοιες δευτερεύουσες φαινομενικά αλλαγές, κρύβει βέβαια ο Πλάτων κάτι το σημαντικό. Στον «Ευθύφρονα» μίλησε πρώτη φορά για τη «φροντίδα», τη «θεραπεία» τών θεών (12 Ε), την οποία και μετέβαλε κατόπιν σε «υπηρετική» (13 D). «Θεραπεία» σήμαινε ωστόσο εκεί μια «βελτίωση» (και γι’ αυτό ακριβώς δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθή απέναντι στους θεούς)· γιατί καμμιά θεραπεία δεν βλάπτει τούς θεραπευομένους. Για να γίνη έτσι σαφές και το τί σημαίνει αυτή η αλλαγή ως προς τον ορισμό τού πολιτικού ανθρώπου: υπενθυμίζει άλλη μια φορά τον αγώνα τού διαλόγου «Θρασύμαχος» (ΙΙΙ 2) γύρω απ’ το ερώτημα, αν ο άρχοντας επιτρέπεται να άρχη ακόμα και βλάπτοντας τους αρχόμενους. Κι αφού απορρίπτεται εδώ άλλη μια φορά κάτι τέτοιο με τη λέξη «φροντίδα» και «θεραπεία», διακρίνεται κατόπιν η ανθρώπινη απ’ τη θεϊκή «θεραπεία». Η πολιτική πράξη είναι ένα ανθρώπινο ασφαλώς έργο, που εξαρτάται ωστόσο και «μιμείται» τη θεϊκή πράξη. Κι αυτό μάς το δίδαξε ο μύθος. Για να παραληφθή τώρα απ’ τη «διαίρεση» και να εμπεδωθή εννοιολογικά. Και να καταστή τελικά σαφές αυτό που ήδη περικλειόταν σε όλα αυτά: ο βασιλέας διακρίνεται δηλ. απ’ τον τύραννο ως αυτός που κυβερνά με τη συγκατάθεση («εκουσίων») των ανθρώπων, των «δίποδων ζώων», και όχι ενάντια στη θέλησή τους.
( συνεχίζεται )
ΑΥΤΟΣ Ο ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΕΙΝΑΙ Η ΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ. Ο ΕΛΛΗΝΑΣ ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΟΣ. ΚΑΙ ΟΙ ΦΙΛΟΣΟΦΟΙ ΤΟΥ ΚΑΙ ΟΙ ΘΕΟΛΟΓΟΙ ΤΟΥ ΕΙΝΑΙ ΣΟΦΙΣΤΕΣ ΚΑΙ ΡΗΤΟΡΕΣ. ΜΠΕΡΔΕΨΑΜΕ ΤΟΝ ΘΝΗΤΟ ΑΝΘΡΩΠΟ ΜΕ ΤΟΝ ΘΕΟ.
<< ... το έργο που αφήνει πίσω του ο Γιανναράς αποκτά μια ιδιαίτερη αξία για τη σύγχρονη ελληνική αριστερά. Αν και ο ίδιος ήταν φορέας μιας μεσοαστικής συντηρητικής κουλτούρας των μέσων του 20ου αιώνα, με βαθιά πίστη σε αξίες όπως η ιεραρχία, ο σεβασμός των θεσμών κλπ, όντας επίσης πολύ δύσπιστος έως εχθρικός προς κάθε εξεγερτική λογική, ωστόσο η οξυδέρκεια και η εντιμότητά του ως πνευματικού ανθρώπου τον έκανε ασυμβίβαστο εχθρό της νεοελληνικής αστοκρατίας, της ξενοδουλείας και του πολιτισμικού πιθηκισμού που βρίσκονται στο υπέδαφος του ελληνικού υπαρξιακού προβλήματος.
… ήταν τεράστιο λάθος και δείγμα φοβερής ανωριμότητας η επιθετική στάση που κράτησε μεγάλο μέρος της αριστεράς τη δεκαετία του ’80 απέναντι στον Γιανναρά και στους υπόλοιπους «νεορθόδοξους» (ότι δήθεν ήταν σκοταδιστές κτό). … Εν πάση περιπτώσει, αν η ευκαιρία του ’80 και του ’90 χάθηκε, προκύπτει τώρα μια νέα. …>>
ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΑΠΟΡΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΤΙΤΛΟ ΤΟΥ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥ, ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΠΟΥ ΜΟΙΡΑΖΟΥΝ ΜΕ ΑΝΕΣΗ ΟΙ ΝΕΟΕΛΛΗΝΕΣ.
Σάββατο 22 Οκτωβρίου 2022
Τρίτη 1 Φεβρουαρίου 2022
Κορωνοϊός καί Σχίσμα: ἡ Ἐκκλησία σέ Κρίση
Ἡ ἐκκλησία βρίσκεται στὸ μέσον μιᾶς διπλῆς κρίσης: (α) Τοῦ Κορωνοϊοῦ – ποὺ κλῆρο καὶ λαό, ἰεράρχες καὶ ἁπλοὺς πιστούς, μᾶς βρῆκε καὶ μᾶς ἄφησε ‘ἀδιάβαστους’. (β) Τοῦ διορθοδόξου σχίσματος – ποὺ στὴν ἀρχὴ φάνηκε σὰν ἕνα ἀκόμα ἐπεισόδιο τῆς ὑποβόσκουσας μακρᾶς ἑλληνορωσικῆς διένεξης, ἀλλὰ πλέον διχάζει τὸ σύνολο τοῦ ὀρθοδόξου κόσμου μὲ τρόπο πολὺ πιὸ βαθὺ καὶ πιὸ μόνιμο ἀπ’ ὅ,τι θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ διανοηθεῖ. Φαίνονται σὰν δύο ἄσχετα μεταξύ τους πράγματα, ἀλλὰ δὲν εἶναι. Καὶ τὰ δύο μαζὶ συνοψίζουν τὶς δύο ὄψεις τῆς σχιζοειδοῦς – μὴ χριστιανικῆς, μὴ ἐκκλησιαστικῆς – σχέσης ποὺ ἔχει στὶς μέρες μας ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία (οἱ πιστοί, οἱ θεολόγοι, οἱ ἰεράρχες, οἱ τελετουργίες, οἱ θεσμοὶ) τόσο μὲ τὸν κόσμο στὸν ὁποῖο ζεῖ, ὅσο καὶ μὲ τὸν ἑαυτό της. Ἐξαγγέλεται τὸν ἐξαγιασμὸ τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ κόσμου, τὴν ὥρα ποὺ ἡ ἴδια ἀδυνατεῖ νὰ τὸν αἰσθανθεῖ πραγματικὰ καὶ νὰ τὸν βιώσει συνειδητά.
Ἦρθε ὁ Κορωνοϊός, σὰν σύγχρονη μάστιγα τοῦ Θεοῦ, νὰ περιγελάσει τὴ μεγαλόσχημη ἱεροπρέπεια κάτω ἀπὸ τὴν ὁποία οἱ ὀρθόδοξοι χριστιανοὶ κρύβαμε τὸν πνευματικὸ ἀναλφαβητισμό μας. Aὐτὴ ἡ ἀπειροελάχιστη σὲ μέγεθος ὕπαρξη ἔφερε μὲ ἀδιαμφισβήτητο τρόπο στὸ φῶς αὐτὸ ποὺ οἱ περισσότεροι κλείναμε τὰ μάτια για νὰ μὴν τὸ δοῦμε: Πὼς ἐμεῖς – οἱ κληρονόμοι καὶ φύλακες, ὑποτίθεται, τοῦ ἀληθοῦς δόγματος – δὲν ἔχουμε τελικὰ κοινὴ αἴσθηση καὶ κοινὴ ἀντίληψη τοῦ κεντρικοῦ ἐκκλησιαστικοῦ μυστηρίου· σὲ τὶ συνίσταται ἡ κοινωνία τοῦ Σώματος καὶ τοῦ Αἴματος τοῦ ἀναστημένου Χριστοῦ.
Αὐτὸ τὸ μυστήριο θέλησαν πολλοὶ νὰ ὑπερασπιστοῦν, ἀλλὰ τὸ ἔκαναν μὲ μιὰ ἀφελὴ ἁγιοβασιλιάτικη ἢ μαγικὴ ἀντίληψη τοῦ ἱεροῦ, ὡς δῆθεν φυλαχτοῦ ἀπὸ κάθε φυσικὸ κακὸ καὶ κάθε ἀσθένεια. Ἄλλοι φροντίσαμε νὰ ξεφορτωθοῦμε ἐντελῶς κάθε αἴσθηση ἱερότητας καὶ συστοιχηθήκαμε μὲ τὶς ἀγωνίες καὶ τὰ ἄγχη τοῦ αἰῶνος τούτου, ὑποβιβάζοντας τὸ θυσιαστικὸ μυστήριο τῆς ἀγάπης σὲ ἠθικοπλαστικὲς κοινοτυπίες τοῦ τύπου «κρατάμε ἀποστάσεις …ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον». Καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ δείξαμε ότι μᾶς λείπει μιὰ βιωματικὰ ἰσχυρή, ρεαλιστικὴ καὶ ὂχι φαντασιακή, αἴσθηση τῆς ἁγιοπνευματικῆς ἱεροφάνειας καὶ τοῦ θαύματος. Ὅτι μᾶς λείπει μιὰ ἐναλλακτικὴ πνευματικὴ ἀξιολόγηση τῆς ὑγείας καὶ τῆς ἀσθένειας, τῆς χαρᾶς καὶ τοῦ πόνου, τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου.
Ἡ δὲ ἐκκλησιαστικὴ ἰεραρχία δέν ἔκανε οὖτε τὸ στοιχειῶδες: νὰ πάρει, ὣς ὄφειλε, ἐξ ἀρχῆς καὶ μὲ δική της εὐθύνη λελογισμένα μέτρα προσαρμογῆς τῶν ἀκολουθιῶν καὶ γενικότερα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς στὶς ἔκτακτες συνθῆκες τῆς πανδημίας. Πολλῶ δὲ μᾶλλον δὲν ἦταν σὲ θέση οὔτε κἂν νὰ διανοηθεῖ εὐρύτερες πρωτοβουλίες οὐσιαστικῆς παρηγοριᾶς καὶ ἀνόρθωσης τῶν τρομαγμένων κοινωνιῶν μας καὶ πνευματικῆς ἀνασυγκρότησης τῆς ἴδιας τῆς ἐκκλησίας. Περιορίστηκε σὲ μιὰ συντεχνιακοῦ τύπου ἀμυντικὴ ὑπεράσπιση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ρουτίνας, ἐνῶ ὅταν ἔφτασε ὁ κόμπος στὸ χτένι ὑποτάχθηκε μὲ ἀνακούφιση στὶς ἐπιταγὲς τῆς ἁπλῆς κοινῆς λογικῆς, τοῦ κράτους καὶ τῶν μέσων ἐνημέρωσης. Ἔτσι ἤρθαμε σὲ σύγκρουση ὁ ἕνας μὲ τὸν ἄλλον, καὶ ὅλοι μαζὶ μὲ τὴν περιβάλλουσα κοινωνία, ποὺ ἕνα μεγάλο κομμάτι της βλέπει πλέον τὴν ἐκκλησία καὶ τὴ διδασκαλία της σὰν ἀπειλή.
Διαφορετικῆς φύσεως φαίνεται νὰ εἶναι τὸ πρόβλημα τοῦ διορθοδόξου σχίσματος, ἔχει ὅμως τὴν ἴδια πνευματικὴ ρίζα. Ἡ ρίζα αὐτή, ὅπως καὶ στὴν κρίση τοῦ Κορωνοϊοῦ, εἶναι ἡ ἀσαφὴς αἴσθηση αὐτοῦ τούτου τοῦ μυστηρίου τῆς ἐκκλησίας ὅπως αὐτὸ ἐκδηλώνεται μέσα στὴν ἱστορία. Εἶναι ἡ ἐλλιπὴς κατανόηση τῆς ἁγιοπνευματικῆς συγγένειας ποὺ πηγάζει ἀπὸ τὴ Θεία Κοινωνία καὶ τὴν κοινὴ πίστη. Πρόκειται γιὰ ἕνα βαθὺ πνευματικὸ κενό, ποὺ ἀνάμεσα σὲ πολλὰ ἄλλα κακά, ἔχει ὡς αποτέλεσμα καὶ τὴ μετάλλαξη τῶν ἡγετικῶν θεσμῶν τῆς ἑκκλησίας· τὴ μετατροπή τους ἀπὸ θεσμοὺς ποιμαντικῆς μέριμνας σὲ δομὲς ἐξουσίας, ἢ ἀκόμα χειρότερα, σὲ ἰδεολογικὰ σύμβολα μαζικῆς ψυχολογικῆς χειραγώγησης.
Ἀσφαλῶς τὸ πρόβλημα δὲν εἶναι καινούργιο, καὶ ἔχει μὲ πολλοὺς τρόπους ἐπαναληφθεῖ στὴν ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία, ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους ἢδη χρόνους. Δὲν εἶναι λίγες οἱ φορὲς ποὺ ἐκκλησιαστικὲς δομὲς ἔχουν ἐμπλακεῖ σὲ εὐρύτερα παιχνίδια ἐξουσίας, σὲ συγκρούσεις, συναλλαγές, προδοσίες κλπ, μπαίνοντας στὴν ὑπηρεσία τελείως κοσμικῶν στόχων, ποὺ γιὰ προφανεῖς λόγους ἐνδύονται μὲ εὐσεβεῖς, ὑποτίθεται, σκοπούς. Δυστυχῶς αὐτὸ συμβαίνει καὶ σήμερα στὴ διαμάχη γιὰ τὸ Οὐκρανικὸ αὐτοκέφαλο ποὺ προκάλεσε τὸ σχίσμα. Ἐκκλησιολογικὰ ἐπιχειρήματα, εἴτε ἱστορικῆς εἴτε θεολογικῆς φύσεως, διατυπώνονται προσχηματικά, καὶ χρησιμοποιοῦνται ἐργαλειακὰ γιὰ νὰ δικαιολογήσουν ἐπιλογὲς ἄλλου εἴδους. Καὶ αὐτὴ ἡ ἐργαλειακὴ χρήση τῆς θεολογίας, τῶν ἐκκλησιαστικῶν κανόνων, τῶν συνόδων κλπ, εἶναι ποὺ περισσότερο ἀπ’ ὅλα ἀποκαλύπτει τὸ πνευματικὸ κενὸ πάνω στὸ ὁποῖο ἀκροβατοῦν καὶ οἱ δύο πρωταγωνιστὲς τῆς σύγκρουσης: καὶ ἡ Μόσχα καὶ τὸ Φανάρι.
Ἡ πρόσφατη κρίση στὴν Ἐκκλησία τῆς Κύπρου δείχνει ὅτι ἡ διένεξη γιὰ τὸ Οὐκρανικὸ δὲν περιορίζεται στὴν παραδοσιακὴ σύγκρουση Μόσχας-Φαναρίου, οὔτε ἔχει νὰ κάνει μὲ τὴν ὑποτιθέμενη ἀντιπαράθεση τῆς ρωσικῆς μὲ τὴν ἑλληνικὴ Ὀρθοδοξία. Ἀγγίζει βαθύτερα ἐπίπεδα τῆς ἐκκλησιαστικῆς μας ὑπόστασης. Ἀπόδειξη εἶναι ἡ πρόσφατη κρίση στὴν Ἐκκλησία τῆς Κύπρου. Ἀλλὰ καί πρίν ἀπ’ αὐτό, ἡ στάση ἐκκλησιαστικῶν προσωπικοτήτων ἀδιαμφισβήτητης ἀκεραιότητας, ὅπως ὁ Ἀλβανίας Ἀναστάσιος ὴ ὁ Διοκλείας Κάλλιστος Γουέαρ. Ὁ τελευταῖος τὸ εἶχε πει μὲ τὸν πιὸ ἁπλὸ καὶ ἀφοπλιστικὸ τρόπο σὲ μιὰ συνέντευξή του στὸ Οὐκρανικὸ τηλεοπτικὸ κανάλι Inter TV στὰ τέλη Μαρτίου 2019: « Ἀνησυχῶ γιὰ τὴ χρήση βίας καὶ εἶμαι βαθιὰ πεπεισμένος ὅτι δὲν μποροῦμε νὰ βροῦμε μιὰ λύση μέσω τῆς βίας καὶ τῆς καταπίεσης».
Εἰδικὰ γιὰ τοὺς Ἕλληνες ὀρθοδόξους χριστιανοὺς εἶναι φοβερὸ τὸ σκάνδαλο, νὰ βλέπουμε τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, τὸ ἀδιαμφισβήτητο συμβολικὸ κέντρο τῆς ἑνότητας τῶν Χριστιανῶν σὲ ὅλο τὸν κόσμο, νὰ ἐμπλέκεται σὲ βρώμικα παιχνίδια γεωπολιτικῆς. Λένε πολλοὶ ὅτι ἡ συμπόρευση μὲ τὶς ΗΠΑ εἶναι γιὰ τὸ Πατριαρχεῖο ὑποχρεωτικὴ ἐπιλογὴ ἐπιβίωσης. Λένε ἄλλοι ὅτι τὸ Πατριαρχεῖο στηρίζει μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν τὴν ἐθνικὴ καὶ πνευματικὴ αὐτοδιάθεση τῶν Οὐκρανῶν. Μὰ ἂν ἦταν νὰ κάνει τὸ δεύτερο, ὄφειλε νὰ τὸ κάνει ὂχι μὲ ὅρους ἰσχύος, ἀλλὰ μὲ ὅρους πνευματικοὺς καὶ ἐκκλησιολογικὰ ἔγκυρους: (α) παίρνοντας τὶς μέγιστες δυνατὲς ἀποστάσεις ἀπὸ τὰ σχέδια καὶ τὶς στρατηγικὲς τῶν ΗΠΑ καὶ κάθε ἄλλου ἀπὸ τοὺς στρατηγικοὺς παῖκτες στὴν περιοχή, καὶ (β) ἐξασφαλίζοντας τὴ μέγιστη δυνατὴ ἐκκλησιαστικὴ συναίνεση – ἂν ὂχι τῆς Ρωσίας, ὁπωσδήποτε τῶν ὑπολοίπων Ἐκκλησιῶν.
Καὶ ἂν πάλι ἡ συμπόρευση μὲ τοὺς Ἀμερικανοὺς καὶ ἡ ἐμπλοκὴ στὰ σχέδιά τους εἶναι πράγματι ὅρος ἱστορικῆς ἐπιβίωσης γιὰ ἕναν πνευματικὸ θεσμὸ σὰν τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, τότε θὰ πρέπει κανεὶς νὰ ἀναρωτηθεῖ – καὶ πρῶτοι ἀπ’ ὅλους οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἡ μοίρα τοὺς ἔχει φέρει νὰ διαχειρίζονται αὐτὴ τὴ βαριὰ κληρονομιὰ – τὶ εἶναι αὐτὸ που πρέπει νὰ διασωθεῖ; Ὁ θεσμὸς ἢ ἡ ἀλήθεια ποὺ αὐτὸς ἐνσαρκώνει; Καὶ ἂν τὸ ἕνα πρέπει νὰ γίνει εἰς βάρος τοῦ ἀλλου, τότε μᾶλλον σὲ κάποια δαιμονικὴ παγίδα ἔχουμε πιαστεῖ.
Καὶ στὶς δύο αὐτὲς προκλήσεις, τοῦ Κορωνοϊοῦ καὶ τοῦ διορθοδόξου σχίσματος, ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἀλήθεια σκιάζεται ἀπὸ νόθα ὑποκατάστατά της. Ὑπὸ προϋποθέσεις αὐτὴ ἡ ἀνεπάρκεια θὰ μποροῦσε νὰ ἀποτελεῖ εὐκαιρία πνευματικῆς ἀνασυγκρότησης. Ἀρκεῖ νὰ μπορούσαμε νὰ τὴν ἀντικρύσουμε χωρὶς ὑπεκφυγές, καὶ νὰ ζητήσουμε προσευχητικὰ καὶ χωρὶς ψευτοθεολογικὲς διασφαλίσεις τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ – ὂχι δηλαδὴ σὰν τὸν Φαρισαῖο τῆς παραβολῆς, ἀλλὰ σὰν τὸν Τελώνη. Καὶ νὰ εἴμαστε ἔτοιμοι νὰ ἀναλάβουμε δημιουργικὰ τὶς ἀναγκαίες ἀναγεννητικὲς πρωτοβουλίες. Δύσκολο… Ἀμήν!
ΣΗΜ. Tὸ κείμενο δημοσιεύθηκε τὸν Σεπτέμβριο 2020 στὸ θεωρητικὸ περιοδικὸ “Τὸ Κοινὸν τῶν ὡραίων τεχνῶν” (τεῦχος 9, σελ. 3-4).
Στην εικαστική πλαισίωση της σελίδας, σκηνή από την Παλαιά Διαθήκη
Κορωνοϊός καί Σχίσμα: ἡ Ἐκκλησία σέ Κρίση - Αντίφωνο (antifono.gr)
Σάββατο 24 Δεκεμβρίου 2016
Β. Ξυδιάς: Έρωτας κι αγάπη (συνέχεια μια συζήτησης στο Αντίφωνο)
"Διότι ακόμα και σε μια κατάσταση πνευματικής «αρπαγής» του ανθρώπου από τον Θεό – αλλοίωσης της ανθρώπινης ερωτικής ορμής και μετατροπής της σε θεία – ακόμα και στην περίπτωση αυτή, ο άνθρωπος παραμένει ολόκληρος, μαζί με την ψυχολογία του. Επομένως ο «θείος» έρωτας για τον οποίο μιλούν οι ασκητές δεν είναι τίποτα άλλο από ανθρώπινος έρωτας στην κατάσταση της ένωσης του ανθρώπου με τον Θεό· στην κατάσταση της ενχριστώσεως, όπου η ανθρώπινη φύση εναρμονίζεται κατά Χάριν πλήρως και ολοκληρωτικά με τη θεία.(!;;;)"
Στήν ελλάδα συνεχίζουμε νά είμαστε ότι δηλώνουμε. Υπακούοντας στήν αποκρυφιστική ιδέα τής σωματοποιήσεως, τήν οποία θά δούμε καλύτερα στήν συνέχεια. Νομίζοντας ότι είμαστε ορθόδοξοι.

