Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2026

Το κόκκινο νήμα της προθετικότητας


Το κόκκινο νήμα της προθετικότητας


Paolo Musso*

https://www.filosofico.org/gnoseologia/contributi-teoretici/musso-agazzi-intenzionalita.php


*Πανεπιστήμιο της Insubria


Στο εκτενές και πολύμορφο έργο του Evandro Agazzi μπορούν, προφανώς, να δοθούν πολλά και διαφορετικά ερμηνευτικά κλειδιά. Εκείνο που θα προτείνω εδώ αναφέρεται στην έννοια της προθετικότητας, η οποία διατρέχει σαν αυθεντικό «κόκκινο νήμα» ολόκληρη την ανάπτυξη της σκέψης του, ήδη από το πρώτο σημαντικό έργο του, την Εισαγωγή στα προβλήματα της αξιωματικής [1], στο οποίο παρουσιαζόταν για πρώτη φορά στην Ιταλία το θεώρημα του Gödel. Ακριβώς στο τέλος της σχετικής συζήτησης, ο Agazzi παρατηρούσε πράγματι ότι «αν θέλαμε τώρα να εκφράσουμε με άλλα λόγια την ουσία αυτής της ανεπάρκειας της αξιωματικής μεθόδου να εξαντλήσει το πεδίο του παραγωγικού συλλογισμού, θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτό συμβαίνει επειδή ο ορίζοντας των αληθών προτάσεων είναι ευρύτερος από εκείνον των αποδείξιμων προτάσεων, των “θεωρημάτων”, και, επομένως, επίσης ότι όσα η ανθρώπινη σκέψη κατορθώνει να κατανοήσει και να αναγνωρίσει ως αληθή υπερβαίνουν αναγκαστικά το πεδίο όσων μπορούν να αποδειχθούν. Αυτό ισοδυναμεί με το να πούμε ότι ίσως το πραγματικό χαρακτηριστικό της ανθρώπινης σκέψης δεν είναι τόσο η συλλογιστική της δραστηριότητα όσο η δυνατότητά της να συλλαμβάνει, να “βλέπει” την αλήθεια. Με άλλα λόγια, η αναγνώριση ότι το πεδίο εκείνου που μπορεί να διατυπωθεί συντακτικά σε μια παραγωγική συναγωγή, εκείνου επομένως που, κατά μία έννοια, μπορεί σε αυτήν να μηχανοποιηθεί ή να αυτοματοποιηθεί, αποδεικνύεται ανεπαρκές για να καλύψει το πεδίο εκείνου που αποτελεί “λογική συνέπεια” των προκειμένων ενός παραγωγικού συλλογισμού, ισοδυναμεί ουσιαστικά με την απόδειξη ότι η ανθρώπινη σκέψη δεν μπορεί να αντικατασταθεί από μια σκεπτόμενη μηχανή ικανή να εκτελέσει όλες τις λογικές πράξεις που εκείνη επιτελεί. Πράγματι, για κάθε μηχανή είναι πάντοτε δυνατόν να κατασκευαστεί — με την προϋπόθεση ότι αυτή είναι επαρκώς ικανή και πλούσια σε εκφραστικές δυνατότητες — μια πρόταση την οποία δεν μπορεί ούτε να αποδείξει ούτε να ανασκευάσει» [2].

Στη Συμβολική λογική [3], η οπτική που σκιαγραφείται εδώ σχετικά με ένα συγκεκριμένο πρόβλημα διευρύνεται, αγκαλιάζοντας ολόκληρο το πεδίο της σύγχρονης μαθηματικής λογικής και υποστηρίζοντας ότι στο εσωτερικό της υπάρχει ένα μη εξαλείψιμο επίπεδο νοήματος, απέναντι στις υπερβολές των φορμαλιστικών και συμβασιοκρατικών αντιλήψεων, οι οποίες καταλήγουν να οδηγούν στον σκεπτικισμό. Καταρχάς, πράγματι, «η κατασκευή ενός φορμαλισμού αρχίζει πάντοτε με την εισαγωγή συμβόλων που έχουν σημασία, και μόνο σε δεύτερο χρόνο αυτή η σημασία τους παραβλέπεται, καθώς αρκεί να βασιστούμε στον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν κατά την εκτέλεση των πράξεων. Ωστόσο, πρέπει να διατηρούν τη δυνατότητα να έχουν σημασία, δυνατότητα που εξηγεί όχι μόνο την ερμηνευσιμότητά τους, αλλά και την πολυσημία τους, η οποία τα καθιστά ικανά να μας παρέχουν χρήσιμες γνώσεις που ανήκουν σε πολλά πεδία, ενδεχομένως μάλιστα πολύ διαφορετικά από εκείνα από τα οποία είχαμε ξεκινήσει τη διαδικασία αφαίρεσης που μας οδήγησε στη συγκρότησή τους» [4]. Επιπλέον, «οι κανόνες που καθορίζουν τον τρόπο σύνθεσης των εκφράσεων και εκτέλεσης των πράξεων στο τυπικό επίπεδο πρέπει, από τη δική τους πλευρά, να έχουν ένα ειδητικό νόημα, επειδή εμείς πρέπει να κατανοούμε τι επιτάσσουν. Και, ακόμη κι αν είναι νοητό να εκφράσουμε τους κανόνες ενός τυπικού συστήματος Α με τα εκφραστικά μέσα ενός άλλου τυπικού συστήματος Β, δεν μπορούμε, προφανώς, να προχωρούμε επ’ άπειρον· θα έρθει κάποια στιγμή κατά την οποία οι κανόνες του τελευταίου τυπικού συστήματος που χρησιμοποιούμε θα πρέπει να εκφραστούν με ενορατικό τρόπο, με τρόπο που να έχει ειδητικό νόημα» [5]. Όλα αυτά, όμως, συνεπάγονται προφανώς την ανάγκη αναφοράς σε μια έννοια της αλήθειας που δεν ανάγεται στην απλή παραγωγική συναγωγή και, κατά συνέπεια, σε μια πτυχή του ανθρώπινου λόγου που δεν μπορεί να τυποποιηθεί. Αυτή χαρακτηρίζεται μάλλον ως ένα είδος νοητικής ενόρασης, ως ένα «βλέπειν» ακριβώς προθετικό, διαφορετικό από το φυσικό βλέπειν, αλλά ανάλογό του, επειδή αποτελεί μια πρωταρχική ικανότητα — επομένως μη αναγώγιμη σε κάτι άλλο — και, ακριβώς, ενορατική, δηλαδή ικανή να συλλαμβάνει το αντικείμενό της μέσα στα ίδια τα πράγματα, χωρίς να χρειάζεται να προϋποθέσει κάτι άλλο.

Στο δοκίμιο Ορισμένες παρατηρήσεις για το πρόβλημα της τεχνητής νοημοσύνης [6], προαναγγέλλοντας κατά περίπου δέκα χρόνια τη θέση του Searle [7], αυτοί οι συλλογισμοί εφαρμόζονταν στο πρόβλημα της δυνατότητας κατασκευής σκεπτόμενων μηχανών, εντοπίζοντας ακριβώς στην προθετικότητα τον πραγματικό «ελλείποντα κρίκο» αυτής της προσέγγισης.

Στη συνέχεια, με τα Θέματα και προβλήματα της φιλοσοφίας της φυσικής [8] και με τα πολυάριθμα άλλα δοκίμια που θα ακολουθήσουν, η προθετικότητα γίνεται επίσης το θεμελιώδες σημείο του στοχασμού του Agazzi για την επιστημολογία των φυσικών επιστημών. Η κεντρική ιδέα, όπως είναι γνωστό, είναι πράγματι ότι «κάθε επιστημονικός κλάδος παρουσιάζεται ως ένας λόγος που στρέφεται προθετικά προς την πραγματικότητα υπό μια ορισμένη “οπτική γωνία”, δηλαδή θέτοντας ως στόχο να διερευνήσει μόνο ορισμένες πτυχές ή ποιότητές της. Γι’ αυτό επιλέγει έναν ορισμένο, περιορισμένο αριθμό “κατηγορημάτων” και, προκειμένου να επιτύχει στην προσπάθεια αναφοράς του, τα συνδέει με ορισμένες τυποποιημένες πράξεις, τις οποίες μπορούμε να ονομάζουμε αδιακρίτως “κριτήρια αντικειμενοποίησης”, “κριτήρια πρωτοκολλικότητας” ή “κριτήρια αναφορικότητας”» [9]. Αυτή η διαδικασία δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να συναχθεί μηχανικά από κάποια αφηρημένη λογική δομή. Πράγματι, «αυτές οι πράξεις […] “αποκόπτουν” τα ειδικά αντικείμενα μιας δεδομένης επιστήμης μέσα από το ευρύ πεδίο της πραγματικότητας. Και, ακριβώς επειδή είναι πράξεις που δεν εφαρμόζονται στο τίποτε, αλλά σε ήδη προσδιορισμένα αντικείμενα αναφοράς — τα “πράγματα” της καθημερινής εμπειρίας, όπως αυτή ασκείται μέσα σε μια ορισμένη ιστορικά προσδιορισμένη συλλογικότητα —, τα οποία επιπλέον υποβάλλονται σε εμπειρικό χειρισμό και όχι σε καθαρά γλωσσικό ή νοητικό χειρισμό, καταλήγουν σε ειδικά αντικείμενα αναφοράς που δεν μπορούν παρά να είναι και πραγματικά» [10]. Ο Agazzi φροντίζει όμως επίσης να υπογραμμίσει ότι αυτά τα κατηγορήματα απλώς συνδέονται με τις εν λόγω πράξεις, αλλά δεν ανάγονται σε αυτές, όπως θα ήθελαν οι υποστηρικτές του οπερασιοναλισμού [11]. Αν εξετάσουμε λοιπόν προσεκτικά το ζήτημα, και χωρίς καθόλου να θέλουμε να υποτιμήσουμε την καίρια σημασία της ανάδειξης της επιχειρησιακής πτυχής της επιστήμης, είναι και πάλι η προθετικότητα εκείνη που καθιστά δυνατή αυτή την οπτική.

Και τέλος, τελευταίο αλλά εξίσου σημαντικό, έστω και με λιγότερο εμφανή τρόπο, είναι πάντοτε η προθετικότητα εκείνη που βρίσκεται στη βάση και του στοχασμού του Agazzi για την ηθική της επιστήμης, ο οποίος, από το έργο Το καλό, το κακό και η επιστήμη και έπειτα, προσανατολίστηκε όλο και περισσότερο προς τη συστημική προσέγγιση. Πράγματι, ακριβώς λόγω της προθετικής και, επομένως, δομικά ανοιχτής πτυχής της, «η επιστημονική δραστηριότητα μπορεί να νοηθεί ως ένα σύστημα συμπεριφορών και δράσεων ενταγμένο σε ένα ορισμένο περιβάλλον, του οποίου υφίσταται την επίδραση και συγχρόνως αντιδρά σε αυτή την επιρροή, τροποποιώντας με τη σειρά του το περιβάλλον»· επομένως, εντέλει, «ως ένα ανοιχτό προσαρμοστικό κοινωνικό σύστημα, περιβαλλόμενο από πολλά άλλα συστήματα — κοινωνικά και μη — τα οποία αποτελούν το περιβάλλον του» [12].

Φυσικά, δεν πρόκειται για μια εντελώς νέα λύση. Η ίδια η ιδέα, έστω και με διαφορετικές ονομασίες, έχει πίσω της μια μακρά φιλοσοφική παράδοση και είχε, ακόμη και στους νεότερους χρόνους, τους υποστηρικτές της, μολονότι αυτοί αποτελούσαν μειοψηφία — καταρχάς τη θωμιστική σχολή, αλλά επίσης, για παράδειγμα, τη σχολή του Husserl. Ωστόσο, όλες οι μεγάλες καινοτομίες, όχι μόνο στο φιλοσοφικό αλλά και στο επιστημονικό πεδίο, είναι πάντοτε επίσης και πρωτίστως μεγάλες συνθέσεις. Πράγματι, κανείς δεν οικοδομεί πάνω στο τίποτε, αλλά πάντοτε ξεκινώντας από προϋπάρχουσες ιδέες: η πραγματική καινοτομία συνίσταται επομένως σε μεγάλο βαθμό στην ικανότητα σύνθεσης αυτών των ιδεών σε ένα νέο πλαίσιο — πράγμα που, άλλωστε, κάνει και καθεμία από αυτές να φαίνεται υπό ένα τουλάχιστον εν μέρει νέο φως. Αρκεί να σκεφτούμε, για παράδειγμα, την ειδική σχετικότητα, στην οποία οι θεμελιώδεις μετασχηματισμοί ονομάζονται ακόμη και σήμερα «μετασχηματισμοί Lorentz» — ή, ορισμένες φορές, «Lorentz–Fitzgerald» —, επειδή ακριβώς είχαν ανακαλυφθεί από αυτούς και όχι από τον Einstein. Ωστόσο, μέσα στο νέο σχετικιστικό πλαίσιο αποκτούν ένα καινούργιο νόημα, επειδή εξηγούνται και συνδέονται με το υπόλοιπο οικοδόμημα της φυσικής με τρόπο πολύ βαθύτερο και πληρέστερο. Ή, στο φιλοσοφικό πεδίο, αρκεί να σκεφτούμε το έργο του Thomas d’Aquino, ο οποίος ενέταξε τον αριστοτελισμό στο πλαίσιο του χριστιανικού νεοπλατωνισμού· από αυτή την ενέργεια και οι δύο εξήλθαν βαθιά μεταμορφωμένοι ως προς το βαθύτερο νόημά τους, σε τέτοιο βαθμό ώστε να ανοίξει για τον θεολογικό και μεταφυσικό στοχασμό μια νέα εποχή, η οποία διαρκεί μέχρι σήμερα.

Η καινοτομία του Agazzi σχετικά με την προθετικότητα βρίσκεται λοιπόν κυρίως σε δύο σημεία. Καταρχάς, αναδεικνύει αυτή την έννοια μέσα από το εσωτερικό της σύγχρονης φορμαλιστικής οπτικής, μέσω μιας λεπτομερούς και, ορισμένες φορές, εξαιρετικά τεχνικής ανάλυσης, πράγμα που προφανώς καθιστά την προσέγγισή του πολύ καλύτερα τεκμηριωμένη και πειστική. Η δεύτερη πτυχή συνίσταται, αντίθετα, στο ότι συνέδεσε στενά την έννοια της προθετικότητας με τη σύγχρονη οπερασιοναλιστική οπτική, αξιοποιώντας έτσι τη βαθύτερη ενόρασή της και συγχρόνως απαλλάσσοντάς την από τα νόθα στοιχεία της που προέρχονται από τον θετικισμό.

Υπάρχει όμως και μια άλλη, ευρύτερη και βαθύτερη έννοια υπό την οποία η προθετικότητα μπορεί να θεωρηθεί το ερμηνευτικό κλειδί του έργου του Agazzi. Πράγματι, αυτή αποτελεί το «κόκκινο νήμα» και ολόκληρης της επιστημολογικής πορείας του εικοστού αιώνα και, γενικότερα, ολόκληρης της νεότερης φιλοσοφίας. Και ακριβώς από την εξέταση αυτής της σύνθετης πορείας, την οποία θα αναλύσουμε τώρα συνοπτικά, αναδεικνύονται καλύτερα, σαν σε κόντρα φως, ο ρόλος και η σημασία που έχει στη σκέψη του Agazzi.

Όπως είναι γνωστό — και όπως είναι λογικό —, οι νεοθετικιστές είχαν αντιταχθεί σε μια τέτοια έννοια, όπως και σε οποιαδήποτε άλλη είχε οσμή μεταφυσικής. Το τίμημα που κατέβαλαν, όμως, ήταν, παραδόξως, ότι δεν μπορούσαν πλέον να εξηγήσουν πώς ήταν δυνατόν να φτάσουμε σε πραγματικά καθολικούς νόμους, οι οποίοι δεν ήταν συμβατοί με τον ριζικό εμπειρισμό που υποστήριζαν. Ωστόσο, ούτε ο Popper, παρότι τους επέκρινε ακριβώς γι’ αυτό, κατόρθωσε να επιλύσει το πρόβλημα με πολύ πιο ικανοποιητικό τρόπο. Πράγματι, για εκείνον κάθε απόπειρα θεμελίωσης του καθολικού σε μια πράξη παρατήρησης της πραγματικότητας κατέληγε αναπόφευκτα στον ψυχολογισμό. Αυτός ο ισχυρισμός, όμως, ισοδυναμούσε με άρνηση της πραγματικότητας της προθετικής πράξης, τουλάχιστον ως νοητικής πράξης. Και πράγματι, για τον Popper — ο οποίος, όχι τυχαία, επεξεργάστηκε μαζί με τον John Eccles μια έντονα δυϊστική θεωρία για τη σχέση νου και σώματος — ο λόγος δεν μπορεί ποτέ να ενεργεί προς την κατεύθυνση που οδηγεί από το επιμέρους στο καθολικό, αλλά μόνο αντίστροφα. Έτσι, όμως, αναγκάστηκε να χαρακτηρίσει ανορθολογική τη διαδικασία διαμόρφωσης των επιστημονικών θεωριών, καταλήγοντας και ο ίδιος να ταυτίσει τον λόγο αποκλειστικά με τη λογικοπαραγωγική του πτυχή.

Αλλά, ακόμη χειρότερα, αυτή η άρνηση της προθετικότητας κατέληξε να πλήξει και την ίδια τη λογικοπαραγωγική πτυχή και, κατά συνέπεια, τη δυνατότητα ενός ορθολογικού ελέγχου των θεωριών που να τις «λυτρώνει», θα λέγαμε, από την ανορθολογική προέλευσή τους. Πράγματι, αν ο λόγος δεν μπορεί ποτέ να αναγνωρίσει κάτι αληθές και αναγκαίο μέσα στην πραγματικότητα, έπεται ότι δεν υπάρχει τίποτε σταθερό πάνω στο οποίο να στηριχθεί η διαδικασία της διάψευσης. Επομένως, αυτή δεν μπορεί ποτέ να είναι αντικειμενικά οριστική, αλλά μπορεί μόνο να καταστεί τέτοια μέσω μιας δικής μας επιλογής· άρα μόνο συμβατικά και, σε τελική ανάλυση, μόνο ανορθολογικά. Και ακριβώς σε αυτό το σημείο στηρίχθηκαν οι φιλόσοφοι που υποστήριξαν τη «σχετικιστική στροφή» — οι οποίοι εξακολουθούν να αποτελούν την πλειονότητα —, για να διακηρύξουν ότι η επιστήμη είναι ακριβώς ένα εγχείρημα ουσιαστικά συμβατικό και ανίκανο να συλλάβει την αληθινή φύση των πραγμάτων.

Αυτό γίνεται ιδιαίτερα φανερό αν αναλογιστούμε ότι ακόμη και ένας στοχαστής όπως ο Putnam, ο οποίος έθεσε στο κέντρο — ή, τουλάχιστον, σε ένα από τα κέντρα — του πολύπλευρου στοχασμού του ακριβώς την έννοια της προθετικότητας, την οποία θεωρεί «το πρόβλημα της αναλυτικής φιλοσοφίας του εικοστού αιώνα» [13], και μάλιστα «το κύριο πρόβλημα της φιλοσοφίας» [14], δεν κατόρθωσε πραγματικά να βρει μια «τρίτη οδό» μεταξύ σχετικισμού και ρεαλισμού, καταφεύγοντας σε έναν δομικά ασταθή «εσωτερικό ρεαλισμό». Πράγματι, υποστηρίζει ότι «όλα όσα λέμε είναι συμβατικά, με την έννοια ότι θα μπορούσαμε να είχαμε πει κάτι άλλο, ίσως κάτι κυριολεκτικά ασυμβίβαστο· και όλα όσα λέμε αφορούν γεγονότα, με την έννοια ότι δεν θα μπορούσαμε να είχαμε πει οτιδήποτε άλλο. Το γεγονός ότι λέμε Χ αντί για Υ μπορεί να είναι συμβατικό, εξ ολοκλήρου ή εν μέρει, ενώ το γεγονός ότι λέμε Χ αντί για Ζ δεν είναι καθόλου συμβατικό» [15]. Επομένως, καταλήγει, «υπάρχουν “εξωτερικά γεγονότα” και μπορούμε να πούμε ποια είναι. Εκείνο που δεν μπορούμε να πούμε — επειδή δεν έχει νόημα — είναι τι είναι τα γεγονότα ανεξάρτητα από κάθε εννοιολογική επιλογή» [16].

Είναι όμως σαφές ότι θα αρκούσε να δεχθούμε πως αυτές οι επιλογές γίνονται με αφετηρία την ίδια την πραγματικότητα, για να αντιληφθούμε ότι, μολονότι είναι ασφαλώς αληθές πως δεν μπορούμε να μιλήσουμε για τα γεγονότα ανεξάρτητα από τέτοιες επιλογές, ούτε και το έχουμε ανάγκη, εφόσον ακριβώς αυτές εξαρτώνται από το ίδιο εκείνο που είναι τα γεγονότα καθ’ εαυτά. Με άλλα λόγια, θα αρκούσε να «πάρουμε στα σοβαρά» την προθετικότητα, δηλαδή να αναγνωρίσουμε την αυτοτελή και πρωταρχική αξία της, για να επιλύσουμε το πρόβλημα. Ο Putnam όμως δεν κάνει αυτό το βήμα, και έτσι η σχέση με την πραγματικότητα γίνεται και πάλι ασαφής και φευγαλέα.

Αυτό μπορεί να φαίνεται παράξενο, αλλά είναι πολύ λιγότερο παράξενο αν αναλογιστούμε ότι η προθετικότητα έχει σε εκείνον πάντοτε και αποκλειστικά μια παράγωγη σημασία. Η ικανότητα να «στρέφεται κανείς προθετικά» με ορθό τρόπο προς την πραγματικότητα πρέπει αναμφίβολα να αποτελεί, για τον Putnam, μέρος των «πολιτισμικών εφοδίων» κάθε επαρκούς ομιλητή· αποκτάται όμως μέσω της διαδικασίας εκμάθησης της γλωσσικής ικανότητας και, επομένως, σε τελική ανάλυση, δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια επίκτητη δεξιότητα, κοινωνικά και ιστορικά εξαρτημένη όπως όλες οι άλλες. Ενώ θα ήταν αναγκαίο, αντίθετα, να τη συλλάβουμε ως μια έμφυτη ικανότητα [17], την οποία η αγωγή μπορεί ασφαλώς να τελειοποιήσει, αλλά η οποία, σε τελική ανάλυση, προηγείται της αγωγής και τη θεμελιώνει. Επομένως, το κρίσιμο σημείο — και το δράμα — της φιλοσοφίας της επιστήμης του εικοστού αιώνα φαίνεται να βρίσκεται ακριβώς στην αδυναμία — ή στην απροθυμία — αναγνώρισης της αυθεντικά ορθολογικής και, ως τέτοιας, μη αναγώγιμης φύσης — ιδίως μη αναγώγιμης στην απλή αντίληψη — της πρωταρχικής πράξης με την οποία ο νους μας σχετίζεται με την πραγματικότητα [18].

Μολονότι δεν μπορούμε εδώ να την εξετάσουμε λεπτομερώς [19], είναι αναμφισβήτητο, ακόμη και με μια πρώτη ματιά, ότι υπάρχει μια στενή αναλογία μεταξύ της ακολουθίας που μόλις σκιαγραφήσαμε και εκείνης που συγκροτούν ο εμπειρισμός του Hume, ο Kant και, τέλος, ο γερμανικός ιδεαλισμός, απέναντι στον οποίο ο νεοθετικισμός αποτέλεσε ασφαλώς μια αντίδραση — μολονότι υπήρχαν και άλλα κίνητρα —, κλείνοντας έτσι τον κύκλο. Σχηματοποιώντας, λοιπόν, θα μπορούσαμε να δούμε και τις δύο ως δύο ταλαντώσεις του ίδιου εκκρεμούς, δηλαδή του νεότερου ορθολογισμού, το οποίο τέθηκε για πρώτη φορά σε κίνηση από τη διάσπαση μεταξύ res cogitans και res extensa και, επομένως, μεταξύ ορθολογικότητας και υλικότητας, την οποία επέφερε ο Descartes.

Αρνούμενος τη δυνατότητα να αντλήσουμε το καθολικό και το νοητό από το επιμέρους και το υλικό, και καταφεύγοντας στη φαινομενική βεβαιότητα των έμφυτων ιδεών, ο υποτιθέμενος θεμελιωτής της «επιστημονικής φιλοσοφίας» κινούνταν όμως στην πραγματικότητα προς μια κατεύθυνση διαμετρικά αντίθετη από εκείνη της αυθεντικής επιστημονικής μεθόδου που εγκαινίασε ο Galileo. Ο τελευταίος είχε ξεκινήσει ακριβώς από την απόρριψη της ευγενούς και αρχαίας, αλλά ανεπανόρθωτα εσφαλμένης ιδέας ότι η φυσική θα μπορούσε να ασκείται a priori και, επομένως, από την ανάγκη να στραφούμε στα επιμέρους χαρακτηριστικά — τις «ιδιότητες» — των αισθητών σωμάτων.

Με αυτές τις προϋποθέσεις, δεν είναι παράξενο ότι κανείς από όσους αποδέχθηκαν, στο πέρασμα των αιώνων, αυτή τη θεμελιώδη παραδοχή του καρτεσιανού δυϊσμού δεν κατόρθωσε πλέον όχι μόνο να εξηγήσει τη γένεση των καθολικών εννοιών, αλλά ούτε καν να εξηγήσει τον πραγματικό τρόπο με τον οποίο προχωρεί η πραγματική επιστήμη. Κατέληγαν έτσι να κατασκευάζουν μια πλασματική επιστήμη — τις παλιές γνώριμες «ορθολογικές ανακατασκευές» — η οποία να είναι, τουλάχιστον αυτή, a priori, αφού η αυθεντική δεν ήταν, όπως απαιτούσε αυτός ο τύπος φιλοσοφίας. Εκείνο που είναι παράξενο, αντίθετα, είναι ότι τόσο λίγοι προσπάθησαν να βγουν από αυτή την παραδοχή, επιστρέφοντας σε μια διαφορετική και πιο ευέλικτη έννοια του λόγου. Προφανώς δεν ήταν τόσο εύκολο. Ανάμεσα σε αυτούς τους λίγους βρίσκεται αναμφίβολα ο Agazzi, και τώρα, πιστεύω, γίνεται καλύτερα κατανοητό πόση αναγνώριση του οφείλεται γι’ αυτό.


Βιβλιογραφικές αναφορές


Agazzi Evandro

[1961] Εισαγωγή στα προβλήματα της αξιωματικής, Vita e Pensiero, Μιλάνο.

[1964] Η συμβολική λογική, La Scuola, Μπρέσια — νέα, αναθεωρημένη και επαυξημένη έκδοση, 1990.

[1967] Ορισμένες παρατηρήσεις για το πρόβλημα της τεχνητής νοημοσύνης, στο Rivista di filosofia neoscolastica, αρ. 59 (1967), σ. 1–34.

[1974] Θέματα και προβλήματα της φιλοσοφίας της φυσικής, Abete, Ρώμη.

[1981] Επιστημολογικές παρατηρήσεις για την επιστήμη και τη μεταφυσική, στο Carlo Huber (επιμ.), Θεωρία και μέθοδος των επιστημών, Ed. Università Gregoriana, Ρώμη.

[1983] Επιστήμη και πίστη: νέες προοπτικές σε ένα παλιό πρόβλημα, Massimo, Μιλάνο.

[1985] Το ζήτημα του επιστημονικού ρεαλισμού, στο Corrado Mangione (επιμ.), Επιστήμη και φιλοσοφία. Δοκίμια προς τιμήν του Ludovico Geymonat, Garzanti, Μιλάνο.

[1992] Το καλό, το κακό και η επιστήμη. Οι ηθικές διαστάσεις του επιστημονικού και τεχνολογικού εγχειρήματος, Rusconi, Μιλάνο.

Musso Paolo


[2004] Μορφές της σύγχρονης επιστημολογίας, Urbaniana University Press, Πόλη του Βατικανού.

Putnam Hilary

[1983] Ρεαλισμός και λόγος, Φιλοσοφικά κείμενα, 3 τόμοι, Harvard University Press, Κέιμπριτζ, Μασαχουσέτη.

[1984] Μετά τον Ayer, μετά τον εμπειρισμό, στο Partisan Review, 54 (1984), σ. 265–275· ιταλική μετάφραση, 1995, Μετά τον εμπειρισμό, στο Putnam [1990], σ. 159–172.

[1987] Τα πολλά πρόσωπα του ρεαλισμού, La Salle, Ιλινόι· ιταλική μετάφραση, 1991, Η πρόκληση του ρεαλισμού, Garzanti, Μιλάνο.

Searle John

[1992] Η εκ νέου ανακάλυψη του νου, MIT Press, Κέιμπριτζ, Μασαχουσέτη· ιταλική μετάφραση, 1994, Η εκ νέου ανακάλυψη του νου, Bollati Boringhieri, Τορίνο.


Σημειώσεις


[1] Agazzi [1961].

[2] Agazzi [1961], σ. 199.

[3] Agazzi [1990] — πρώτη έκδοση, 1964.

[4] Agazzi [1990], σ. 376.

[5] Agazzi [1990], σ. 336–337.

[6] Agazzi [1967].

[7] Ο οποίος, πάντως, αναγνωρίζει στον νου μόνο μια σχετική «ανάδυση» σε σχέση με τον εγκέφαλο, όχι όμως μια αυθεντική ανάδυση, που να χαρακτηρίζεται δηλαδή από μια πραγματική οντολογική ασυνέχεια· μάλιστα, κατά τη γνώμη του, κανένα φαινόμενο δεν θα μπορούσε να είναι «πραγματικά» αναδυόμενο — πρβλ. Searle [1992].

[8] Agazzi [1974].

[9] Agazzi [1985], σ. 188.

[10] Agazzi [1985], σ. 188–189.

[11] Θα ήταν, άλλωστε, εύκολο να δείξουμε ότι κανένας «επιχειρησιακός ορισμός», αρχίζοντας από τους πασίγνωστους ορισμούς του χώρου και του χρόνου στη θεωρία της σχετικότητας, δεν μπορεί στην πραγματικότητα να επιτύχει χωρίς να προϋποθέτει ήδη, σε κάποιον βαθμό, μια ορισμένη κατανόηση του όρου που πρόκειται να οριστεί. Σχετικά με αυτό, βλ. Musso [2004].

[12] Agazzi [1992], σ. 236–237.

[13] Putnam [1984], σ. 159.

[14] Putnam [1983], σ. 35.

[15] Putnam [1983], σ. 178–179.

[16] Putnam [1987], σ. 33.

[17] Όχι όμως, ας προσεχθεί, ως μια έμφυτη γνώση.

[18] Θα μπορούσε κάποιος να αντιτείνει ότι αυτό αποτελεί στην πραγματικότητα μια «μη λύση», εφόσον αφήνει ανεξήγητη τη λειτουργία αυτής της ικανότητας. Είναι όμως εύκολο να απαντήσουμε ότι οποιαδήποτε εξήγηση οποιουδήποτε φαινομένου πρέπει πάντοτε, έστω και μόνο για λογικούς λόγους — μολονότι θα μπορούσαν θεμιτά να προβληθούν και άλλοι —, να αναφέρεται σε κάτι που γίνεται δεκτό ως πρωταρχικό και μη περαιτέρω αναλύσιμο. Επομένως, εκείνο που διακρίνει μια καλή θεωρία από μια κακή δεν είναι η παρουσία ανεξήγητων στοιχείων, αλλά η επιλογή τους· δηλαδή το αν, ξεκινώντας από τα στοιχεία που γίνονται δεκτά ως πρωταρχικά, κατορθώνουμε ή όχι να εξηγήσουμε ικανοποιητικά όλα τα υπόλοιπα. Είναι λοιπόν αναμφίβολο, όπως δείχνει σαφώς ακριβώς ο Agazzi, ότι όταν γίνεται δεκτή ως πρωταρχική η προθετικότητα, όλες οι ψηφίδες του μωσαϊκού μπαίνουν στη θέση τους, ενώ όταν αυτή απορρίπτεται, συνεχίζουμε να ταλαντευόμαστε ανάμεσα σε αντίθετα και εξίσου μη ικανοποιητικά άκρα, σε ένα είδος αιώνιου καταναγκασμού της επανάληψης που δεν επιτρέπει πλέον την ανασύνθεση της εικόνας — και που, όπως θα δούμε αμέσως, υπερβαίνει κατά πολύ τη φιλοσοφία της επιστήμης με τη στενή έννοια.

[19] Και παραπέμποντας γι’ αυτό και πάλι στο Musso [2004].

Δεν υπάρχουν σχόλια: