Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Franco Volpi - Μάθημα πάνω στη φιλοσοφία του Martin Heidegger. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Franco Volpi - Μάθημα πάνω στη φιλοσοφία του Martin Heidegger. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 27 Αυγούστου 2025

Μάθημα πάνω στη φιλοσοφία του Martin Heidegger γ

 Συνέχεια από: Tρίτη 26 Αυγούστου 2025



Μάθημα πάνω στη φιλοσοφία του Martin Heidegger γ
Franco Volpi

https://www.youtube.com/watch?v=ql-hIfvtCqw&list=PL9K0fytNF28MTiO8z2xgRxhLhu2y8jS6j&index=4


.............Είχε, δηλαδή, πραγματοποιήσει μια ανάλυση προς τα εμπρός και δεν είχε κοιτάξει προς τα πίσω. Συνεπώς, ο προσανατολισμός που είχε ακολουθήσει μέχρι εκεί η υπαρξιακή αναλυτική μένει μονομερής, παρά την τάση της να συλλάβει το όλο υπαρκτό και την αυθεντική εξήγηση του είναι-προς-τον-θάνατο, είτε αυθεντικού είτε αναυθεντικού. Το είναι-εκεί —ιδού η κριτική που ο Χάιντεγκερ ασκεί στον εαυτό του— και που έπειτα η Χάννα Άρεντ, σαν να μην είχε γράψει ο Χάιντεγκερ αυτά τα πράγματα, λέει: «Βλέπετε; Ο Χάιντεγκερ κάνει μόνο ανάλυση προς τα εμπρός και όχι προς τα πίσω, στη γεννητότητα»....

Ε, βέβαια, το έχει ήδη πει εκείνος, ή όχι; Τότε γιατί του φέρνεις αντίρρηση; Το Dasein, όπως λέει εδώ ο Χάιντεγκερ, έχει αναληφθεί ως θέμα μόνο στο προβάδισμα της ύπαρξής του προς τα εμπρός, παραμελώντας όλα όσα είχε υπάρξει προηγουμένως. Και πέρα από το αρχικό είναι, έμεινε επίσης αδιαμφισβήτητη, και μάλιστα πρωτίστως τονισμένη, η έκταση του Dasein ανάμεσα στη γέννηση και τον θάνατο. Θυμάστε τι λέει η Χάννα Άρεντ; Η γεννητότητα και η θνητότητα είναι οι δύο πυλώνες της ανθρωπολογίας μου.

Μπράβο της! Εδώ όμως το πρόβλημα, πέρα από τη διαλεκτική μεταξύ των δύο, που παίζεται όλη πάνω σε αυτήν τη σύγκριση, είναι – κατά τη γνώμη μου – ότι εδώ λαμβάνει χώρα η στροφή. Δηλαδή, εδώ ο Χάιντεγκερ θέτει ένα πρόβλημα που συνειδητοποιεί ότι το γνώριζε εξαρχής, αλλά το φέρνει στο φως εδώ: συνειδητοποιεί ότι δεν είχε αγγίξει την προέλευση της περατότητας. Την προέλευση εκείνης της κινήσεως του βίου που, στην ανάλυσή του για την ύπαρξη, είχε μείνει θεμελιωδώς τυφλή.

Λοιπόν, είδαμε ότι η δομή – αυτό αντανακλά στη δομή του Dasein – ήταν επισημασμένη από στιγμές προβολικότητας (progettualità) first hand, προβολικότητας, αυθορμησίας, δραστηριότητας, αυτοκαθορισμού, ριζωμένες σε έναν ορίζοντα αδιαφάνειας και παθητικότητας που εκδηλώνεται στο Dasein σε εκείνη την κατηγορία που στα γερμανικά λέγεται Befindlichkeit και που ίσως θα μπορούσαμε να μεταφράσουμε ως «κατάστασή μας» ή «κατάσταση ύπαρξης» (situatività). Επομένως, το σχέδιο βρίσκεται πάντοτε τοποθετημένο μέσα σε μια κατάσταση· και αυτή η κατάσταση δεν καθορίζεται από το ίδιο το σχέδιο, αλλά σε αυτήν το σχέδιο ρίχνεται. Από πού προέρχεται η αρχή; Από πού η «καταστατικότητα»; Από πού γεννιέται το Dasein; Σε αυτό το σημείο εμφανίζεται σαν μια αδιαφανής ζώνη που η έρευνα δεν μπορεί να φωτίσει.

Αυτό είναι το πρόβλημα που εδώ θέτει ο Χάιντεγκερ: με ποιον τρόπο μπορώ να καταστήσω θεματική ή ρητή εκείνη τη διάσταση που κατ’ αρχήν διαφεύγει της εννοιολογικής ανάκτησης από την περατότητα; Αυτό είναι το πρόβλημα που θέτει ο Χάιντεγκερ εδώ. Η γεννητότητα, η αρχή.

Παλαιό γνωστικό πρόβλημα. Έχουμε ξεχάσει την καταγωγή μας. Δηλαδή, εφόσον θεωρούμε την περατότητα ως τον μοναδικό τόπο αρμόδιο να αποφασίζει για την ύπαρξή μας και για την αποτυχία ή την επιτυχία της, είμαστε τυφλοί ως προς την πρωταρχική της προέλευση και τον τελικό της προορισμό.

Είναι σαν – πώς να το πω – ξέρετε πώς λειτουργεί το γνωστικό μυθιστόρημα. Υπάρχει μια αρχή, μια αρχέγονη υπόσταση, όμορφη, ευτυχισμένη και μακάρια, που αυτοθεωρείται. Σε μια στιγμή συμβαίνει να αποσπαστεί ένα θραύσμα της υπόστασης αυτής από την αρχή και να πέσει. Πέφτοντας στο πεπερασμένο, αυτές οι υποστάσεις διαπράττουν μια αμαρτία, γιατί στην γνωστική ιστορία θέλουν κιόλας να αμαρτήσουν. Πέφτουν και ξεχνούν την ουράνια καταγωγή τους. Συμβαίνει κάποιες από αυτές να χαθούν στην πολυπραγμοσύνη της καθημερινότητας, στις υποθέσεις της ημέρας, στον κόσμο, στα ενδοκοσμικά όντα.

Συμβαίνει όμως κάποιες από αυτές τις πεσμένες υποστάσεις, που έχουν ξεχάσει την αρχή τους, χάρη στη γνώση, την γνώση (gnosis) ακριβώς, να κατορθώνουν να θυμηθούν την αρχή και να ξεκινήσουν μια πορεία επιστροφής προς εκείνη την αρχέγονη υπόσταση και επομένως να επανενωθούν στον ουρανό. Ιδού, φανταστείτε αυτήν την ιστορία στερημένη από την αρχή της στον ουρανό και από την επιστροφή της στον ουρανό, και αφηγημένη μόνο στο πεπερασμένο τμήμα της, στο τμήμα της πτώσης. Ε, η έλλειψη της αρχής στον ουρανό, η αν-αρχικότητα σε σχέση με την ουράνια προέλευση, και η έλλειψη της τελικής κατάληξης εκ νέου ευτυχισμένης, του happy end, δίνει φυσικά μια δραματική ιστορία αυτής της πτώσης που δεν έχει καμία δυνατότητα λύτρωσης.

Λοιπόν, ο λόγος του Χάιντεγκερ, ας το πούμε έτσι, είναι κάτι σαν ένα γνωστικό μυθιστόρημα από αυτήν την άποψη, με την έννοια ότι η δυναμική της περατότητας που περιγράφει είναι τυφλή ως προς την προέλευσή της. Εδώ ανοίγει έναν λόγο για τη γεννητότητα, λίγο παρακάτω ανοίγει έναν λόγο για την ιστορία και αρχίζει να αλλάζει. Εκείνο που ως εκείνο το σημείο ήταν ο λόγος για την ατομική μοίρα (Schicksal), σε μια κοινή μοίρα, αρχίζει ήδη να μιλάει, ήδη στο Είναι και Χρόνος, για λαό, για γλώσσα, για… εδώ προετοιμάζεται ο δρόμος για εκείνη τη στροφή στην οποία θα γίνει πρωτεύων, σε σχέση με τον λόγο για την αυτοπροβάλλουσα ικανότητα του Dasein, εκείνος ο λόγος γύρω από τη διάσταση μέσα στην οποία πάντοτε και οπωσδήποτε κάθε σχέδιο είναι ριγμένο.

Σε εκείνη τη διάσταση την οποία ο Χάιντεγκερ αρχίζει να σκέφτεται όταν αρχίζει να πραγματεύεται το Είναι, με την έννοια που εξηγούσα χθες, νοούμενο ως Ereignis. Έτσι λοιπόν, είναι εδώ, σε αυτήν την παράγραφο 72, που αρχίζει να προβάλλεται στον λόγο του Χάιντεγκερ εκείνη η ανάπτυξη ή εκείνη η αλλαγή οπτικής που αργότερα έγινε γνωστή και συζητήθηκε ως η «στροφή». Επομένως, αφού βρίσκομαι σε αυτό το σημείο, λέω επίσης δυο πράγματα που χρησιμεύουν για να εισαγάγουν την προβολή του φιλμ που μπορούμε να δούμε αμέσως μετά.

Αλλάζοντας την προοπτική, εμβαθύνοντας σε εκείνον τον λόγο για το Είναι, αφήνοντας πλέον κατά μέρος την ειδική προσοχή στις δομές του Dasein και επιχειρώντας να εστιάσει σε εκείνη τη διάσταση μέσα στην οποία το Dasein πάντοτε και αναπόφευκτα είναι ριγμένο, ο Χάιντεγκερ αλλάζει, μεταθέτει σε διαφορετική αξία ορισμένα θεμελιώδη ζητήματα. Αφήνει κατά μέρος όλο το λεξιλόγιο του Είναι και Χρόνος, αφήνει κατά μέρος, για παράδειγμα, τη μανία του να επινοεί, ακόμη και με ιδιοφυΐα, νέους όρους για να δηλώσει όλα εκείνα τα ωραία πράγματα που μας δίδαξε στο Είναι και Χρόνος, και επιχειρεί να επιστρέψει σε μια γλώσσα, ας πούμε, πιο παραδοσιακή, πιο απλή. Για παράδειγμα, ήδη στο δοκίμιο Το έργο τέχνης — η πρώτη εκδοχή του 1931-32, έπειτα η εκδοχή που δημοσιεύεται το 1935 — αν ανοίξει κανείς εκείνο το βιβλίο, εκείνο το δοκίμιο, βρίσκει έναν Χάιντεγκερ που μιλάει για πράγματα, για γη, για ουρανό· δηλαδή μιλάει για πράγματα που στο Είναι και Χρόνος δεν εμφανίζονται καθόλου.

Και θα μπορούσαν να γίνουν πολλά άλλα παραδείγματα για να δείξουν πώς αλλάζει ριζικά και το λεξιλόγιο· αλλάζει η αγάπη για τους νεολογισμούς και αρχίζει μια φροντίδα για τις λέξεις της παράδοσης. Αυτό θα το βρούμε και στη συνέντευξη. Εκείνο που αλλάζει ριζικά είναι η αξιολόγηση της χειριστικής πράξης.

Θυμάστε ότι είδαμε πώς, στην επανερμηνεία τριών συμπεριφορών, ο Χάιντεγκερ θεωρεί τη θεωρία ελλειμματική και παραγόμενη και κρίνει τη στάση της ποιήσεως ως εκείνη που πρωτίστως και κυρίως χαρακτηρίζει τη δική μας παρουσία στον κόσμο, εφόσον έχουμε να κάνουμε με τα πράγματα, τα χρησιμοποιούμε, και επομένως αποδίδει μια πρωταρχική αξία σε αυτήν τη συμπεριφορά. Όταν αρχίζει να αναρωτιέται για την προέλευση του Dasein, για την ιστορία του Dasein, για την ιστορία της Δύσης, όταν με αυτή την αναζήτηση αρχίζει να διαβάζει κείμενα όπως Ο εργάτης του Jünger ή να συζητά με τον Scheler για τη μητροπολιτική ζωή, συνειδητοποιεί ότι εκείνο το στοιχείο που εδώ έχει ακόμη μια χειροτεχνική χροιά, έχει γίνει πλανητικό πεπρωμένο· δηλαδή η τεχνική, που στο Είναι και Χρόνος, σας έλεγα, εμφανίζεται μόνο δύο φορές, γίνεται κεντρικό πρόβλημα στη διάγνωσή του για τον σύγχρονο κόσμο, και συγκεκριμένα ως εκείνη η πραγμάτωση της Δύσης όπου το αρχικό άνοιγμα σε διαφορετικές δυνατότητες του Είναι, σε διαφορετικούς τρόπους του Είναι — όντα από τη φύση, όντα τεχνητά κ.λπ. — κλείνεται όλο και περισσότερο σε έναν μοναδικό τρόπο θέασης των πραγμάτων, τον τεχνικό τρόπο, στον οποίο όλα θεωρούνται με τη μορφή του κατασκευασμένου και υποτάσσονται σε εκείνο το σχέδιο γνωστικής και επιχειρησιακής κυριαρχίας της πραγματικότητας που συνδέεται με την ηγεμονική εμφάνιση της νεωτερικής υποκειμενικότητας.

Βούληση για δύναμη, ουσία της τεχνικής· αυτό είναι, εν τέλει, το πεπρωμένο που ο Χάιντεγκερ εντοπίζει και που τον οδηγεί να αλλάξει θέση απέναντι στο πρόβλημα της πρακτικής πράξης.

Αυτό θα φανεί στη συνέντευξη, γιατί θα ανακύψει το πρόβλημα της τεχνικής, το πρόβλημα του πράττειν και το πρόβλημα του ρόλου που μπορεί να έχει η φιλοσοφία απέναντι σε αυτό το πράττειν. Η τεχνική είναι, ας πούμε, το κλειδί ανάγνωσης του σύγχρονου κόσμου που υιοθετεί ο Χάιντεγκερ, ακολουθούμενος σε αυτό κατόπιν και από πολλούς άλλους στοχαστές, πρώτον απ’ όλους τον Σεβερίνο· ο οποίος, αν και με τελείως διαφορετικά επιχειρήματα, ξαναπιάνει τη χαϊντεγκεριανή διάγνωση. Και μια τελευταία στιγμή που πρέπει να τονιστεί είναι ότι, πάντοτε σε αυτή τη συνέντευξη, πάντοτε από την προοπτική του ύστερου Χάιντεγκερ —ενός Χάιντεγκερ πλέον ογδοντάχρονου—, που ωστόσο εκτίθεται, επειδή διεκδικεί κι εκεί, όπως πάντα, ως δικό του το ζήτημα του Είναι, δείχνει πώς πίσω από αυτό το ζήτημα στην πραγματικότητα υπάρχει μια ειδική προσοχή στα προβλήματα του παρόντος.

Ιδού, το άλλο μεγάλο πρόβλημα που θίγει ο Χάιντεγκερ είναι το πρόβλημα του πράττειν: τι να κάνουμε; Είναι το πρόβλημα, αν το θυμάστε καλά, με το οποίο ξεκινά ακριβώς η Επιστολή για τον Ανθρωπισμό. «Δεν σκεφτόμαστε ακόμη αρκετά ολοκληρωμένα την ουσία του πράττειν».[CHE FARE; ΛΕΝΙΝ. ΕΝΑ ΒΗΜΑ ΜΠΡΟΣ, ΔΥΟ ΒΗΜΑΤΑ ΠΙΣΩ]

Θα ήταν άλλωστε ενδιαφέρον να πάμε να διαβάσουμε την επιστολή, την οποία, παράδοξα, οι συντάκτες της Gesamtausgabe δεν έχουν ποτέ δημοσιεύσει. Για να καταλάβει κανείς μια επιστολή, πρέπει γενικά να δει σε ποια επιστολή απαντάει. Δηλαδή, για να κατανοήσει κανείς την επιστολή του Χάιντεγκερ, πρέπει να δει την επιστολή που του είχε στείλει ο Boffret και τι του είχε ζητήσει.

Αλλιώς δεν καταλαβαίνει τίποτα· ή μάλλον καταλαβαίνει μεν, αλλά δεν μπορεί να τοποθετήσει τα πράγματα στο πλαίσιο τους. Λοιπόν, εγώ κάποτε το έκανα, πήγα και την είδα. Αυτή η επιστολή είναι ενδιαφέρουσα ακριβώς επειδή ο Boffret, τότε κομμουνιστής, τον ρωτά: «Και τι γίνεται σήμερα με την Πράξη, μετά από αυτή την καταστροφή, μετά τον παγκόσμιο πόλεμο; Τι να κάνουμε;» Επαναλαμβάνει το παλιό ερώτημα του Λένιν. Τι να κάνουμε; Και ο Χάιντεγκερ τού απαντά: «Δεν σκεφτόμαστε ακόμη αρκετά την ουσία του πράττειν». Και μετατρέπει την ερώτηση του Λένιν, «Τι να κάνουμε;», στο «Τι να αφήσουμε να είναι;» μέσα στην επιστολή του. Και τότε καταλαβαίνει κανείς.

Σε αυτήν τη συνέντευξη, που θα δούμε κατόπιν, ο Χάιντεγκερ ξαναπιάνει το ζήτημα του πράττειν, σχολιάζοντας τη διάσημη ενδέκατη θέση για τον Φόιερμπαχ του Μαρξ. Τη θέση όπου ο Μαρξ λέει ότι «ως τώρα οι φιλόσοφοι δεν έκαναν τίποτε άλλο παρά να ερμηνεύουν τον κόσμο· το ζήτημα είναι να τον αλλάξουμε». Εδώ, όπως ξέρετε, υπάρχει ένα φιλολογικό ζήτημα, γιατί αυτή τη θέση ο Μαρξ δεν την είχε ποτέ δημοσιεύσει· τη δημοσίευσε ο Ένγκελς, μετά τον θάνατο του Μαρξ, αλλάζοντάς την.

Ο Ένγκελς πρόσθεσε ανάμεσα στην πρώτη και τη δεύτερη φράση έναν αντιθετικό σύνδεσμο, ένα aber (αλλά). «Οι φιλόσοφοι, ως τώρα, δεν έκαναν τίποτε άλλο παρά να ερμηνεύουν τον κόσμο. Αντιθέτως, πρόκειται να τον αλλάξουμε». Ο Χάιντεγκερ, χωρίς να το λέει, διαβάζει την έκδοση ενός μαθητή του, ενός ορισμένου Landshut, που αποκαθιστά στο κείμενο ορθά την εκδοχή του Μαρξ. Γιατί ο Ένγκελς δείχνει πολύ λίγο φιλόσοφος όταν κάνει αυτήν την προσθήκη· όποιος βάζει εκείνο το aber, σημαίνει ότι δεν κατάλαβε τίποτα. Αυτό θα μας το εξηγήσει ο Χάιντεγκερ όταν θα ακούσουμε τη συνέντευξη.

Λοιπόν, σε αυτό το σημείο μπορούμε να φτάσουμε στα συμπεράσματα του λόγου μας για τον Χάιντεγκερ. Ήδη, χθες το απόγευμα, σας είχα αναφέρει το γεγονός ότι ο Χάιντεγκερ δεν διατηρεί αυτό το επίπεδο λόγου, γιατί, εμβαθύνοντας την έρευνα γύρω από εκείνο που θα μπορούσαμε να ορίσουμε ως την ιστορία του Dasein, ή την αρχή του Dasein, τη γέννησή του, την προέλευσή του, βρίσκεται αντιμέτωπος με μια διάσταση που δεν είναι κυριαρχήσιμη, κυβερνήσιμη από την οπτική του Dasein. Εκείνη η διάσταση που κατόπιν θα αποκαλέσει «διάσταση του Είναι», «εποχική ιστορία του Είναι», το δόσιμο και την απόσυρση του Είναι, όπως φαινόταν ήδη στη συζήτηση, ακριβώς, του φιλμ, και που απαιτεί μια διαφορετική στάση, ακόμη και από γλωσσική σκοπιά.

Θα προσέξατε ότι στο τέλος έλεγε: «Όχι πια η επινόηση νέων όρων, όπως σκεφτόμουν κάποτε εγώ ο ίδιος, αλλά η φροντίδα της μεγάλης παράδοσης, η αντιπαράθεση με τη μεγάλη παράδοση». Αυτό όμως δημιουργεί πρόβλημα, γιατί αν διαβάσει κανείς ένα σχεδόν σύγχρονο κείμενο, που είναι το Zeit und Sein, η διάλεξη Χρόνος και Είναι, εκεί ο Χάιντεγκερ λέει ότι πρέπει να αφήσουμε τη μεταφυσική στον εαυτό της. Επομένως, φροντίδα της μεγάλης παράδοσης και «να αφήσουμε τη μεταφυσική στον εαυτό της»: δεν είναι άραγε δύο διαφορετικές στάσεις; Πρέπει λοιπόν κάπως να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε, γιατί ο Χάιντεγκερ συχνά συγκρατεί μαζί, ας πούμε, πράγματα που σε εμάς φαίνονται αντιφατικά, και τα συγκρατεί μαζί με έναν τρόπο λεπτό και δύσκολο να κατανοηθεί· και αν δεν το κατανοήσει κανείς, δεν μπορεί να δει τι ακριβώς θέλει να δείξει ο Χάιντεγκερ.

Ωστόσο, όσον αφορά το πρόβλημα της καθοδήγησης, του πράττειν, ο Χάιντεγκερ, αφού πήρε αυτό το μονοπάτι, διαγράφει συστηματικά, κατά τη γνώμη μου, τα ίχνη της αρπακτικής, θα έλεγα, ιδιοποίησής του της πρακτικής φιλοσοφίας του Αριστοτέλη· διαγράφει ριζικά όλα όσα θα μπορούσαν να οδηγήσουν στο να σκεφτούμε κάτι σαν όσα είπα γι’ αυτόν μέχρι τώρα.

Πιστεύω ότι αν συναντούσα τον Χάιντεγκερ θα έπρεπε να τσακωθώ για να του κάνω να καταλάβει όσα είχε πει στα νιάτα του, γιατί θα τα αρνιόταν συστηματικά. Δηλαδή, ο γηραιός Χάιντεγκερ αναιρεί ή καλύτερα αναδιατυπώνει, καταπίνοντας σχεδόν όλα όσα είχε πει στο επίπεδο της αναλυτικής της ύπαρξης και ακόμη περισσότερο όσα είχε πει στο επίπεδο της ερμηνευτικής της καθημερινότητας (Faktizität). Τόσο πολύ που, όταν στον διάλογο Unterwegs zur Sprache με έναν Ιάπωνα τον ρωτούν το «γιατί» και το «πώς», μιλώντας για τις απαρχές του, παρατηρείται κάτι: ότι αφήνει να πέσουν όχι μόνο ο όρος «φαινομενολογία», αλλά και ο όρος «ερμηνευτική».

Η σκέψη είναι σκέψη και δεν έχει ανάγκη από μεθόδους, λιγότερο ή περισσότερο, ως απάντησή της. Δηλαδή έχει εγκαταλείψει εκείνη την προοπτική, ας πούμε έτσι, ακόμη θεμελιωτική, ακόμη πεπεισμένη ότι η φιλοσοφία πρέπει να αρθρώσει έναν λόγο που να είναι προσανατολιστικός, λόγος που κατά τη γνώμη μου γίνεται στο Είναι και Χρόνος. Εγώ, αν έπρεπε να πω τι καθεστώς έχει ο λόγος του Είναι και Χρόνος, θα έλεγα ότι —από την άποψη τώρα εκείνης της άρθρωσης της γνώσης που είδαμε στον Αριστοτέλη— δεν είναι ούτε καθαρή θεωρία, ούτε ουδέτερη περιγραφή αυτού που συμβαίνει στο Dasein.

Δεν είναι ούτε μια ηθικολογία όπου παρουσιάζεται ένα κατηχητικό με συνταγές, με κανόνες· δεν είναι μια κριτική του πρακτικού Λόγου με σκοπό να κατανοηθεί· δεν είναι η θεμελίωση μιας ηθικής. Είναι ένας λόγος φιλοσοφίας πρακτικής, ο οποίος, όπως και ο λόγος του Αριστοτέλη —αν και μέσω διαφορετικής οδού— επιχειρεί να περιγράψει τις συνθήκες υπό τις οποίες η θεωρία μπορεί να έχει επιπτώσεις στην πράξη, τις συνθήκες υπό τις οποίες ένας λόγος μπορεί να ανακρουστεί πάνω στην ύπαρξη και να την προσανατολίσει προς την επιτυχία της. Όχι όμως με άμεσο τρόπο, δηλαδή όχι μέσα από μιαν ηθικολογική πορεία, όχι μέσα από την επινόηση συνταγών, την κατασκευή μιας ηθικής, μια άμεση βραχυκύκλωση ανάμεσα σε αυτό που λέγεται και σε αυτό που πρέπει να γίνει· αλλά μέσα από μια μεσολάβηση, έστω κι αν η μεσολάβηση δεν είναι εκείνη του Αριστοτέλη, αλλά μια άλλη, ένας δρόμος πολύ πιο μακρύς, μάλιστα ένας δρόμος που επιχειρεί να αποδεσμευτεί από κάθε ηθική κατηγορία. Για παράδειγμα, όταν λέει ότι το «αυθεντικό» και το «αναυθεντικό» πρέπει να γίνουν κατανοητά ως «οικείο» και «ανοίκειο».

Γι’ αυτό, όταν ο νεαρός φοιτητής λίγο μετά τη δημοσίευση του Είναι και Χρόνος ρωτά τον Χάιντεγκερ: «Καθηγητά, γράψατε μια οντολογία· πότε θα γράψετε μια ηθική;», η απάντηση του Χάιντεγκερ είναι: «Η επιθυμία μιας ηθικής γίνεται τόσο πιο επείγουσα όσο περισσότερο το εμφανές και το κρυφό αποπροσανατολιστικό του ανθρώπου μεγαλώνει δυσανάλογα».

Επομένως, όποιος αναζητά μια ηθική είναι στην πραγματικότητα χαμένος· δεν έχει ακόμη καταλάβει τη σοβαρότητα της κατάστασης. Έτσι λοιπόν ο Χάιντεγκερ εδώ εγκαταλείπει αποφασιστικά την προοπτική του Είναι. Δηλαδή είναι πολύ μακριά από την προοπτική του Είναι και Χρόνος.

Για να δείξει πώς φτάνει μέχρι εδώ, θα έπρεπε να παρουσιάσει κανείς, μέσα από τα μαθήματα, όλα τα βήματα που κάνει· όμως ο λόγος για τον οποίο το κάνει είναι αρκετά σαφής. Δεν είναι ότι η ηθική δεν είναι σημαντική· δεν είναι ότι ο Χάιντεγκερ δεν αισθάνεται αυτήν την ανάγκη.

Αλλά η ηθική είναι τόσο σημαντική —ή καλύτερα, αυτό που η ηθική αναγνωρίζει ως πρόβλημα είναι τόσο σημαντικό— που χρειάζεται να βρεθεί μια λύση πολύ πιο ισχυρή από την ηθική. Διότι η ηθική σταματά σε κάτι το προτελευταίο. Σε σχέση με τη σκέψη του Είναι, που σκέφτεται αυτό που είναι (Heimblik (θέα της οικίας)…), που σκέφτεται τη δυναμική της εποχής που κυβερνά το πράττειν του ανθρώπου στην εποχή της τεχνικής και στο σύνολό της, η ηθική μένει ένα υποκατάστατο.

Μένει ένας λόγος παιδαγωγικός.
Μένει κάτι που δεν έχει απήχηση πάνω σε μια πραγματικότητα η οποία πλέον κυβερνιέται από τους εξαιρετικά ισχυρούς επιτακτικούς νόμους της τεχνικής, που κινούν πολύ ισχυρότερα από οποιαδήποτε κατηγορική προσταγή. Επομένως, η αλλαγή προοπτικής και η εγκατάλειψη της ιδέας μιας πρακτικής φιλοσοφίας καθορίζεται θεμελιωδώς από τη διάγνωση της σύγχρονης εποχής με όρους εποχής κυριαρχούμενης από την τεχνοεπιστήμη, όπου όλα θεωρούνται ως προϊόν της ανθρώπινης πράξης, της ανθρώπινης υποκειμενικότητας.

Όλα θεωρούνται στη μορφή του τεχνητού και έτσι όλα μειώνονται σε μια μοναδική μορφή του Είναι, και το ίδιο το Είναι, μέσα στην ανεξάντλητη πολυσημία των μορφών και των σημασιών του, έχει πια ξεχαστεί. Η εποχή της τεχνικής είναι η εποχή της λήθης του Είναι προς όφελος της κυριαρχίας του όντος. Επομένως, η ουσία της τεχνικής ως το πεπρωμένο της παρούσας εποχής δεν αφήνει χώρο για άλλες συμπεριφορές παρά μόνο για εκείνη την τεχνικο-χειριστική.

Στην πραγματικότητα, ο Χάιντεγκερ, αν διαβάσουμε προσεκτικά, επιστρέφει στο πρόβλημα. Σκεφτείτε τη διάλεξη Bauen, Wohnen, Denken (Χτίζειν, Κατοικείν, Σκέπτεσθαι). Διάλεξη που έδωσε το 1951 στο Ντάρμστατ σε αρχιτέκτονες. Αν ερευνήσετε πίσω από αυτές τις έννοιες Bauen, Wohnen, Denken, βρίσκετε ότι για το Bauen πρόκειται για ποίησις, για το Wohnen για πρᾶξις, για το Denken για θεωρία. Άρα, ο Χάιντεγκερ έχει ακόμη στο νου του το πρόβλημα, αλλά το έχει κρύψει κάτω από αυτές τις έννοιες.

Γιατί; Διότι εδώ έχει μετατοπίσει το κέντρο βάρους της σκέψης του από το Dasein στην ιστορία του Είναι και τότε αρχίζει να σκέφτεται το ἦθος ως έναν τρόπο κατοίκησης εκείνου του χώρου που ανοίγει το Είναι, αποσυρόμενο μέσα στη Lichtung της σύγχρονης εποχής, που είναι η Lichtung της ουσίας της τεχνικής. Έπειτα θα πει: «Δεν είμαι εναντίον της τεχνικής». Είναι αλήθεια, γιατί λέει: η τεχνική, ακριβώς επειδή επιταχύνει τη δυναμική του παρόντος μέχρι τις έσχατες συνέπειές της, μέχρι την επιχειρησιακή και γνωστική κυριαρχία επί των όντων, είναι ο μέγιστος κίνδυνος· αλλά εκεί όπου υπάρχει ο κίνδυνος, εκεί μεγαλώνει και αυτό που σώζει, όπως λέει ο Χάιντεγκερ, παραθέτοντας τον Hölderlin. Έτσι, στην έσχατη Heimatlosigkeit (έλλειψη πατρίδος) του σύγχρονου ανθρώπου, στη μέγιστη απόστασή του από εκείνο που του είναι οικείο, από το ίδιο του το σπίτι, υπάρχει η δυνατότητα να γεννηθεί η νοσταλγία για το σπίτι και η δυνατότητα ενός άλλου αρχινήματος.

Αλλά ο Χάιντεγκερ είναι εναντίον του πελαγιανισμού του εικοστού αιώνα, εναντίον του Habermas, για παράδειγμα. Γιατί; Διότι θεωρεί ότι η περατότητα δεν έχει στα χέρια της τη δυνατότητα της αυτο-σωτηρίας. Μπορεί να δώσει ακρόαση σε μια σωτηρία που της συμβαίνει, αλλά αυτή η αυτο-σωτηρία δεν παράγεται μέσα από μια πράξη βούλησης. Όποιος νομίζει ότι είναι δυνατό να θελήσει την αυτο-σωτηρία, παγιδεύεται σε μια μεταφυσική πράξη, όπως η πράξη της βούλησης.

Δεν χρειάζεται, νομίζω, να είναι κανείς χαϊντεγκεριανός για να συμμεριστεί αυτή τη διαπίστωση από κάποια άποψη. Όταν λέει: «Αυτό που είναι πραγματικά ανησυχητικό, δεν είναι το γεγονός ότι ο κόσμος γίνεται ένας κόσμος εντελώς τεχνικός· πολύ πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι ο άνθρωπος δεν είναι προετοιμασμένος γι’ αυτή τη μεταμόρφωση του κόσμου». Δηλαδή, εμείς κινούμαστε ακόμη μέσα στις εικόνες, στις αναπαραστάσεις, στις έννοιες, στις αξίες της παλιάς ανθρωπιστικο-χριστιανικής κοσμοθεωρίας και δεν έχουμε επεξεργαστεί κατηγορίες επαρκείς για τις επιταχύνσεις της τεχνοεπιστήμης.

Σε αυτό φυσικά θα έπρεπε να προστεθεί και μια άλλη διατύπωση που κάνει σε ένα κείμενο, ας το πούμε έτσι, ιδιαίτερο, που δεν έχει το καθεστώς συγγράμματος, αλλά προφορικής συνέντευξης, επομένως πρέπει να ληφθεί με επιφύλαξη (cum grano salis), και για το οποίο μιλούσαμε στο δείπνο προχθές. Υπάρχει ένα κείμενο όπως η συνέντευξη με τίτλο «Μόνο ένας Θεός μπορεί ακόμη να μας σώσει». Αυτός είναι τίτλος ενάντια στους πελαγιανούς, ενάντια σε εκείνους που πιστεύουν ότι η χάρη δεν είναι σημαντική και ότι ο άνθρωπος μπορεί να σωθεί μόνος του. Εκεί, σε εκείνο το κείμενο, λέει κάτι φαινομενικά αντιφατικό: λέει ότι η πλανητική κίνηση της σύγχρονης τεχνικής είναι μια δύναμη της οποίας το μέγεθος, ιστορικά καθοριστικό, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να υπερεκτιμηθεί.

Για μένα σήμερα, λέει, είναι ένα αποφασιστικό πρόβλημα πώς μπορεί να αποδοθεί ένα πολιτικό σύστημα ίσο με την εποχή της τεχνικής. Θα πει ότι δεν είναι η δημοκρατία, ωστόσο θέτει το πρόβλημα αν η τεχνική μπορεί να κυβερνηθεί από ένα πολιτικό σύστημα· και αυτό φαίνεται να είναι σε αντίθεση με την ιδέα ότι η τεχνική είναι εκείνη η διάσταση, ας πούμε, πέραν του ανθρώπου, που καθορίζει κάθε ανθρώπινη μηχανουργία. Επομένως πρέπει να προσπαθήσει κανείς να καταλάβει πώς συνδυάζονται οι δύο διατυπώσεις.

Αυτό που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι για τον Χάιντεγκερ η σκέψη του Είναι, δηλαδή η σκέψη που γίνεται συνειδητή εκείνης της ιστορίας του Είναι της οποίας ο Χάιντεγκερ επιχειρεί να σκιαγραφήσει τις βασικές γραμμές και που φτάνει να συλλάβει, ας πούμε, την πτώση της Δύσης στην ενότητά της — αυτή είναι η μεγάλη του αξίωση, που μετά τον Χέγκελ και τον Νίτσε νομίζω κανείς δεν είχε αποτολμήσει ξανά: να σκεφτεί τη σύγχρονη εποχή ως συνέπεια ή πραγμάτωση εκείνης της αρχής που είναι η αρχή του ελληνικού λόγου. Να σκεφτεί, εν ολίγοις, τη σύγχρονη εποχή στην ενότητά της με τον ελληνικό κόσμο και επομένως να σκεφτεί την ιστορία της Δύσης στην ενότητά της.

Μια φιλοσοφία της ιστορίας τέτοιου τύπου κανείς δεν είχε ξαναπροσπαθήσει να διατυπώσει. Ε λοιπόν, όταν ο Χάιντεγκερ συλλαμβάνει αυτήν την προοπτική, όπου δίνει νόημα και στην ιστορία της Δύσης κατ’ αυτόν τον τρόπο, με όλα τα προβλήματα που από εκεί γεννιούνται, υπονοεί ότι η σκέψη του Είναι είναι ήδη μια ένδειξη συμπεριφοράς εναλλακτική προς την παραδοσιακή ηθική και πολιτική. Με την έννοια ότι εκεί διαμορφώνεται μια στάση, η μοναδική στάση που μπορεί να συσταθεί σε όποιον πηγαίνει πραγματικά στις ρίζες των κακών που μαστίζουν τον σύγχρονο άνθρωπο· και αυτές οι ρίζες βρίσκονται, για τον Χάιντεγκερ, μέσα στην ίδια την ιστορία του Είναι.

Ο Χάιντεγκερ προβάλλει εδώ ένα είδος πρακτικής φιλοσοφίας εναλλακτικής προς εκείνη του Είναι και Χρόνος, μια διαφορετική ανθρωπολογία, μια ανθρωπολογία της Lichtung θα λέγαμε, μια ανθρωπολογία της Radur, της «ξέφωτης», της οποίας οι, σε εισαγωγικά, «προτρεπτικές» διατάξεις είναι, για παράδειγμα, η Gelassenheit (Εγκατάλειψη), η Verhaltenheit (Εγκράτεια), η Scheu (Σεμνότητα, Ντροπή), όπως εκείνος προσπαθεί να τις επεξεργαστεί σε εκείνο το ανέκδοτο έργο, τα Beiträge zur Philosophie, οι «Συμβολές στη φιλοσοφία», ή Vom Ereignis — δηλαδή για το Συμβάν, το «γεγονός-οικειοποίηση».

Ισχύει λοιπόν για αυτόν τον Χάιντεγκερ η παλαιά σχολαστική αρχή, αλλά με πιο ριζικό τρόπο: operari sequitur esse (η πράξη (το πράττειν) ακολουθεί το είναι)· από την ανάλυσή σου για το τι είναι εξαρτάται το τι πρέπει να είναι, το τι πρέπει να κάνεις. Και το ερώτημα «τι να κάνουμε;» αντικαθίσταται αποφασιστικά από το ερώτημα was tun που γίνεται was lassen — «τι να αφήσουμε». Από αυτήν την άποψη, για όποιον σκέφτεται, δηλαδή για όποιον σκέφτεται σύμφωνα με την ιστορία του Είναι, η συγγραφή μιας ηθικής ή η διατύπωση μιας πολιτικής είναι ένας μάταιος κόπος. Όχι γιατί η ηθική και η πολιτική δεν συλλαμβάνουν ένα σημαντικό πρόβλημα, αλλά γιατί αυτό που επιχειρούν να ρυθμίσουν ήδη κυβερνάται από μια δύναμη ασύγκριτα ανώτερη: την τεχνική.

Εδώ θα μπορούσαμε —και το έκανε ένας μαθητής του Χάιντεγκερ, ο Γκύντερ Άντερς, του οποίου το έργο μόλις πρόσφατα άρχισε να διαβάζεται στην Ιταλία— να πούμε ότι έδωσε μια απάντηση. Στην πραγματικότητα είχε μεταφραστεί πολλά χρόνια πριν, αλλά μόνο μετά την ανακάλυψη της Χάννα Άρεντ ξαναπροβλήθηκε και ο καημένος ο Άντερς, που είχε την «τύχη» να συναντήσει την Άρεντ στη ζωή του και να γίνει σύζυγός της για ένα-δυο χρόνια, προτού εκείνη τον χωρίσει με μια επιστολή (δεν ξανασυναντήθηκαν ποτέ). Η ίδια η Άρεντ το λέει στις διάσημες επιστολές που σήμερα διαβάζουμε: ήταν τόσο ερωτευμένη με τον Χάιντεγκερ, ακόμη κι αφού εκείνος την είχε εγκαταλείψει. Στην αντιπαράθεση με τη σύζυγο του Χάιντεγκερ, όταν ξαναβρέθηκαν στο Φράιμπουργκ, εξομολογείται την αλήθεια για τον γάμο της με τον Άντερς: «Για μένα ο Γκύντερ Άντερς ήταν ο πρώτος που βρέθηκε μπροστά μου· τον παντρεύτηκα μόνο επειδή είχα απογοητευτεί από τον Χάιντεγκερ και δεν τον αγάπησα ποτέ. Τον πήρα για δύο χρόνια μόνο από πείσμα στον Χάιντεγκερ και κατόπιν τον άφησα αμέσως».

Εμάς όλα αυτά δεν μας ενδιαφέρουν ιδιαίτερα· εμένα με ενδιαφέρει να αποκαταστήσω τη μορφή του Γκύντερ Άντερς, μιας πραγματικά ευγενούς προσωπικότητας, που υπέμεινε αυτήν τη δύσκολη μοίρα με μεγάλη αξιοπρέπεια· δεν είπε ποτέ κακή λέξη, ενώ η Άρεντ —την οποία θαυμάζω απεριόριστα ως μεγάλη γυναίκα, όπως θα καταλάβατε είναι το φιλοσοφικό μου πρότυπο— έκανε κάποια δηκτικά σχόλια για αυτόν, ότι ήταν «ψυχρός», ότι δεν μπορούσε να την ενθουσιάσει, κάνοντας διάφορους υπαινιγμούς ότι οι δυο τους δεν έδεσαν ποτέ. Εκείνος, αντίθετα, πάντα με απίστευτη αυτοκυριαρχία, έφτασε μάλιστα, όταν εκείνη συνέχιζε να βλέπει τον Χάιντεγκερ, να της λέει: «Πήγαινε, είναι μεγάλος δάσκαλος, δεν έχω ίχνος ζήλιας».

Σε αντάλλαγμα όμως, πάνω στην ενδέκατη θέση για τον Φόιερμπαχ, κατά τη γνώμη μου δίνει μια ανάγνωση που τον τοποθετεί πραγματικά στο ύψος των μεγάλων μορφών της γερμανικής σκέψης του 20ού αιώνα. Γράφει σχολιάζοντας την ενδέκατη θέση και το σχόλιο του Χάιντεγκερ σε αυτήν: «Δεν αρκεί να αλλάξουμε τον κόσμο· και ό,τι κι αν κάνουμε συμβαίνει σε μεγάλο βαθμό ακόμη και χωρίς τη δική μας παρέμβαση. Πρέπει αντιθέτως να ερμηνεύσουμε αυτήν την αλλαγή, ώστε ο κόσμος να μην συνεχίσει να αλλάζει χωρίς εμάς και ώστε να μην αλλάξει τελικά σε έναν κόσμο χωρίς εμάς». Αυτό λέει ο Γκύντερ Άντερς στο «Ο Άνθρωπος είναι Παρωχημένος».

Δεν αρκεί, δηλαδή, να αλλάξουμε τον κόσμο· ό,τι κι αν κάνουμε, σε μεγάλο βαθμό γίνεται ακόμη κι αν δεν κάνουμε τίποτα. Ο κόσμος αλλάζει από μόνος του, η δυναμική της τεχνοεπιστήμης είναι αυτόματη. Δεν χρειάζεται, όπως ο Μαρξ στο Welt in die Praxis —πράξη επαναστατική— αλλά να ερμηνεύσουμε αυτήν την αλλαγή που ούτως ή άλλως συμβαίνει, ώστε ο κόσμος να μην συνεχίσει να αλλάζει χωρίς εμάς και ώστε τελικά να μην αλλάξει σε έναν κόσμο χωρίς εμάς· ώστε, με λίγα λόγια, εκείνο το regnum hominis που ο Μπέικον και οι πρώτοι νεότεροι ήθελαν να εγκαθιδρύσουν, να μη γίνει πραγματικότητα τελικά χωρίς τον νόμιμο μονάρχη του.

Όταν γράφει αυτά ο Άντερς έχει φυσικά στο νου του μια συγκεκριμένη κατάσταση: ήταν η εποχή του Ψυχρού Πολέμου, η απειλή της πυρηνικής σύγκρουσης. Όμως, έστω με διαφορετικούς όρους, οικολογικούς ίσως και όχι ατομικούς, η αυτοκαταστροφή του ανθρώπου δεν έχει επιβραδυνθεί ιδιαίτερα σε σχέση με τότε. Επομένως, κατά τη γνώμη μου, ο Άντερς παραμένει εξαιρετικά επίκαιρος, και αυτό το βιβλίο θα άξιζε πραγματικά να διαβαστεί πολύ περισσότερο απ’ όσο έχει διαβαστεί μέχρι τώρα (και έχει επανεκδοθεί πρόσφατα).

Αυτό, συνοπτικά, για να εξηγηθούν οι λόγοι για τους οποίους στον ύστερο Χάιντεγκερ αποκρύπτεται εκείνη η πρακτική φιλοσοφία, εκείνη η ερμηνευτική της καθημερινότητας, με όλο το σωτηριολογικό-ηθικό-αποφασιστικό πάθος που προσπάθησα να αναδείξω. Σε αυτό το σημείο θα μπορούσαν φυσικά να ειπωθούν και να γίνουν πολλά ακόμη, αλλά η κατεύθυνση της ανάγνωσής μου είναι πλέον αρκετά σαφής. Και γι’ αυτό ακριβώς το έβαλα στο πρόγραμμα αυτού του μαθήματος: για να κάνουμε μια σύγκριση αυτής της θέσης με τη θέση του Αριστοτέλη, με ένα άλλο μοντέλο ερμηνείας της φιλοσοφίας ως επιλογής ζωής, που μας προτείνεται από έναν άλλο από τους δασκάλους της σύγχρονης σκέψης — αν και πιθανότατα δεν έχει το ύψος και το εύρος που έχει ο Χάιντεγκερ ούτε, πολύ περισσότερο, εκείνο που είχε ο Αριστοτέλης — αλλά ωστόσο παρουσιάζει, ιδίως σε ένα πολύ συγκεκριμένο σημείο του έργου του, ένα μάθημα που δίνει στο Collège de France, το δεύτερο τόμο της Ιστορίας της σεξουαλικότητας, κάτι που μας βοηθά να καταλάβουμε καλύτερα το πρόβλημά μας. Αναφέρομαι φυσικά στον Μισέλ Φουκώ.

Ο Μισέλ Φουκώ, όπως ξέρετε — λέω λίγα πράγματα τώρα και το απόγευμα και αύριο πρωί θα κάνουμε το κανονικό μάθημα — είχε, ας πούμε, μια βιογραφική διαδρομή, μια καριέρα αρκετά ταραχώδη. Δεν γνώρισε αμέσως επιτυχία, ούτε έφτασε αμέσως στη φήμη· όταν έφτασε, έφτασε για λόγους αρκετά διαφορετικούς από εκείνους που θα δούμε εμείς. Στην πραγματικότητα γνώρισε την επιτυχία αφού είχε ζήσει πολύ καιρό στο εξωτερικό: πρώτα στην Ουψάλα, έπειτα στην Πολωνία, στη Γερμανία, στην Τυνησία, συνήθως ως διευθυντής του Γαλλικού Ινστιτούτου Πολιτισμού ή ως διδάσκων γαλλικής γλώσσας. Στην Ουψάλα, για παράδειγμα, ήταν λέκτορας γαλλικών και τον υποστήριξε και βοήθησε ο Ζορζ Ντυμεζίλ, που βρισκόταν κι εκείνος την ίδια περίοδο στην Ουψάλα.

Άρχισε να γίνεται γνωστός τη δεκαετία του ’60, γιατί τότε δημοσίευσε τρία έργα κεραυνοβόλα, που στην πραγματικότητα η ακαδημία τα απέρριψε· δηλαδή δεν τα αποδέχτηκαν καν — ή τα αποδέχτηκαν με δυσκολία, χάρη στον Κανγκιλέμ, μετά από μια σειρά βιογραφικών περιπετειών. Τελικά έγιναν δεκτά ως διδακτορική διατριβή και thèse d’État, αλλά μόνο με μεγάλη δυσκολία. Όταν όμως εκδόθηκαν, ιδίως για το ύφος τους — σχεδόν λυρικό, σχεδόν ποιητικό, διαβάζοντας τα δοκίμια του Φουκώ είναι σαν να διαβάζεις μυθιστόρημα — είχαν τεράστια επιτυχία.

Και πρόκειται για την Ιστορία της τρέλας στην κλασική εποχή, που εμφανίζεται το 1961 με τον τίτλο Folie et raison· έπειτα, κυρίως, το έργο που τον καθιερώνει ως έναν από τους μεγάλους της γαλλικής σκέψης της εποχής, Οι λέξεις και τα πράγματα (Les mots et les choses, 1965)· και τέλος, η Αρχαιολογία της γνώσης, δύο χρόνια αργότερα, όπου θεωρητικοποιεί τη μεθοδολογία του.

Εκεί ο Φουκώ ασκεί μια σκέψη που χαρακτηρίστηκε ως «στρουκτουραλιστική» ή «μεταστρουκτουραλιστική», μια σκέψη που χαρακτηρίστηκε «ανθρωπο-απορριπτική»· μια σκέψη σε σκληρή, άμεση και μετωπική αντιπαράθεση με τον μαρξιστικό σαρτρικό ουμανισμό. Πρόκειται για μιαν άλλη ερμηνεία της αριστερής σκέψης, που δυναμώνει μέσα από τα μαθήματα των στρουκτουραλιστών — Λεβί-Στρως, Μπαρτ και άλλοι — και που καταλήγει, ας πούμε, σε αυτό το «θεώρημα»: τον θάνατο του ανθρώπου, τον θάνατο του υποκειμένου. Και προσπαθεί να εξηγήσει όλα όσα άλλοτε εξηγούνταν παραπέμποντάς τα στην έννοια της υποκειμενικότητας, μέσω της ανάλυσης μηχανισμών, δομών αντικειμενικών, μιας σειράς δυναμικών πάνω στις οποίες εδώ δεν μπορούμε να σταθούμε.

Τα «συστήματα της αλήθειας» είναι εκείνα με τα οποία συγκροτείται κάτι σαν λόγος περί αλήθειας μέσα στα διάφορα επιστημονικά πεδία· αυτά ενδιαφέρουν τον Φουκώ στη φάση των Μots et choses, και εκεί διατυπώνει τη μέθοδο της αρχαιολογίας.

Σε αυτό το κείμενο ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η αρχή του: όπως ξέρετε, Οι λέξεις και τα πράγματα ξεκινούν με μια ερμηνεία των Las Meninas του Βελάσκεθ, του διάσημου πίνακα για τον οποίο οι ιστορικοί της τέχνης έχουν μαλώσει και για τον οποίο δεν είναι σαφές τι ακριβώς παριστάνει· ή μάλλον, είναι σαφές ότι δεν είναι σαφές τι παριστάνει. Και όλοι, αν πάτε στο Πράδο, μαζεύονται μπροστά στις Las Meninas σε εκείνη την αίθουσα και σας εμποδίζουν να τον δείτε πραγματικά· κι έτσι καταριέστε το πλήθος, τήν απρόσωπη μάζα. Τα μουσεία είναι το μαρτύριο του σύγχρονου τουρίστα: πηγαίνουν απρόθυμα, αλλά μετά συνωστίζονται όλοι μπροστά ακριβώς σε αυτόν τον πίνακα.

Σε αυτόν τον πίνακα λοιπόν —που στην πραγματικότητα δεν έχει καν αυτόν τον τίτλο, γιατί ο Βελάσκεθ δεν έβαζε τίτλους, αν δεν κάνω λάθος— αυτό που παριστάνεται είναι ένας ζωγράφος που ζωγραφίζει κάτι, ίσως τον ίδιο τον πίνακα που βλέπουμε· πίσω δύο δεσποινίδες· πίσω ακόμη η βασιλική οικογένεια· και πίσω από τη βασιλική οικογένεια, ένας καθρέφτης· και πάνω από τον καθρέφτη δύο πίνακες: ο ένας είναι ο μύθος της Αράχνης, ο άλλος δεν θυμάμαι ποιος είναι, αλλά είναι επίσης διάσημος.

Τι θέλει να δείξει ο Βελάσκεθ ζωγραφίζοντας τον ζωγράφο που ζωγραφίζει τις Meninas, μαζί με τη βασιλική οικογένεια, και αντανακλώντας αυτήν τη διαδικασία ζωγραφικής στον καθρέφτη που βρίσκεται πίσω; Πίσω από όλη τη σκηνή, ο καθρέφτης· πρόβλημα φιλοσοφικό, άλλωστε: τι είναι ένας καθρέφτης όταν βλέπουμε έναν καθρέφτη; Διάσημο φιλοσοφικό ερώτημα που θέτω στους φοιτητές μου για να καταλάβω αν είναι Αριστοτελικοί, Καντιανοί, Βιτγκενσταϊνιανοί. Τους λέω: απαντήστε μου σε αυτή την απλή ερώτηση: όταν βλέπετε έναν καθρέφτη, τι βλέπετε; Είναι πραγματικά ένα ερώτημα αμήχανο. Ακόμη και ο Σεβερίνο κάποτε έμεινε αμήχανος: ξεκίνησε με μια θεωρία για την αρχή της μη αντίφασης! Όταν βλέπεις έναν καθρέφτη — κατά τη γνώμη μου — είναι ένα ερώτημα που δείχνει: πες μου τι βλέπεις και θα σου πω τι φιλόσοφος είσαι.[ΕΙΝΑΙ ΑΠΟΛΥΤΩΣ Ο ΝΟΥΣ, Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΥΠΟΣΤΑΣΗ, ΤΟ ΕΝΑ ΚΑΙ ΤΑ ΠΟΛΛΑ]

Πέρα από αυτό: Για τον Φουκώ αυτός ο πίνακας είναι το έμβλημα, το σύμβολο, το μοντέλο, το παράδειγμα της νεότερης υποκειμενικότητας που αρχίζει να αναδύεται. Άρα το ενδιαφέρον του είναι — ιδού το σημείο που έχει σημασία — όχι τόσο να κάνει μια θεωρία, ίσως υπερβατολογική, για το τι είναι το ανθρώπινο υποκείμενο ή η ανθρώπινη ζωή· όχι τόσο να περιγράψει αφηρημένα την κίνησιν του βίου, ενδεχομένως αναγνωρίζοντας κάποιες κατηγορίες που είναι πράγματι θεμελιώδεις και διαισθητικά σαφείς και έκδηλες, σαφείς και διακριτές· όχι τόσο να κάνει όπως οι φιλόσοφοι — ο Ντεκάρτ με τη res cogitans, ο Χέγκελ με το Πνεύμα, ο Χάιντεγκερ με το Dasein — μια υπερβατολογική θεωρία που να υπερκαλύπτει την κίνησιν του βίου, αλλά να προσπαθήσει να καταλάβει πώς εκείνο το σύνολο των ορμών που είναι η κίνησις του βίου παίρνει τη μορφή ενός υποκειμένου, συγκεκριμένα μέσα από πρακτικές, κανόνες, συμπεριφορές, θεσμούς, μηχανισμούς — όλα αυτά που πρέπει να μελετηθούν.[ΓΙΑ ΝΑ ΚΑΤΑΛΗΞΟΥΝ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ res cogitans ΑΝΑΠΟΦΕΥΚΤΑ. ΑΝΤΙ ΝΑ ΚΑΤΑΛΗΞΟΥΝ ΣΤΟ ΦΩΣ , ΣΤΟ ΝΟΗΜΑ, ΣΤΗΝ ΕΞΟΔΟ ΤΟΥ ΣΠΗΛΑΙΟΥ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΟΣ]

Έτσι ο λόγος του Φουκώ, ας πούμε, από τη μια πλευρά: ο Φουκώ λέει «εγώ δεν είμαι τόσο εκλεπτυσμένος, για μένα η φιλοσοφία είναι πολύ δύσκολη και δεν θεωρώ τον εαυτό μου φιλόσοφο». Από την άλλη όμως, υπερβαίνει κάθε πιθανή φιλοσοφία, γιατί την προσπερνά, αναδεικνύοντας το εμπειρικό, ιστορικό, συγκεκριμένο υλικό πάνω στο οποίο σχηματίζεται εκείνο το κάτι για το οποίο η φιλοσοφία θεωρητικοποιεί και αναπτύσσει αφηρημένες κατηγορίες.

Επομένως, αυτό που τον ενδιαφέρει δεν είναι η μορφή του υποκειμένου, αλλά η διαδικασία της υποκειμενοποίησης: πώς σχηματίζεται κάτι σαν το σύγχρονο υποκείμενο. Γι’ αυτό, για παράδειγμα, ο πίνακας του Βελάσκεθ, που δεν είναι φιλοσοφικό έργο, λέει κάτι φιλοσοφικό· δείχνει πώς ο Βελάσκεθ, ως καλλιτέχνης, στέκεται με τα πόδια του μέσα στον νεότερο κόσμο — αν φυσικά είναι σωστή αυτή η ερμηνεία· υπάρχουν και εκείνοι που λένε ότι δεν είναι καθόλου έτσι. Αλλά, αν είναι σωστή, βλέπουμε πώς ο Βελάσκεθ αποκτά επίγνωση του ρόλου του ως καλλιτέχνη και παρουσιάζει τον εαυτό του ως υποκείμενο της ζωγραφικής μέσα σε εκείνον τον πίνακα, με όλο εκείνο το παιχνίδι αναφορών που δημιουργείται μέσω του καθρέφτη: εκείνος που ζωγραφίζει· ο θεατής που βλέπει είτε τον ίδιο, είτε τον Βελάσκεθ, είτε αυτό που καθρεφτίζει ο καθρέφτης, έχοντας ζωγραφιστεί από τον ζωγράφο σε εκείνη τη λειτουργία και σε εκείνη τη θέση.

Αλλά πριν μπούμε στον κυρίως λόγο που φέρνει εδώ ο Φουκώ, δηλαδή να παρουσιάσουμε από τη μια το νέο λεξιλόγιο που εισάγει και από την άλλη την υπόθεση που προτείνει σχετικά με τη φιλοσοφία ως «φροντίδα του εαυτού», ας κάνουμε ένα σύντομο διάλειμμα.

Τρίτη 26 Αυγούστου 2025

Μάθημα πάνω στη φιλοσοφία του Martin Heidegger β

 Συνέχεια από: Δευτέρα 25 Αυγούστου 2025

Μάθημα πάνω στη φιλοσοφία του Martin Heidegger β
Franco Volpi

https://www.youtube.com/watch?v=ql-hIfvtCqw&list=PL9K0fytNF28MTiO8z2xgRxhLhu2y8jS6j&index=4


..........Η ζωή μου είναι ένα είναι που είναι, θα λέγαμε, συνεχώς εκτινασσόμενο έξω από εκείνο το σημείο ισορροπίας όπου θα βρισκόμουν αν ήμουν actus purus. Αλλά, όντας δυνατόν εἶναι, βρίσκομαι διαρκώς προβαλλόμενος έξω στον χρόνο, έξω από εκείνη τη στάση (stasis) όπου θα ήθελα να μένω.

Όπως λέει ο Αριστοτέλης, ο χρόνος είναι ἐκστατικός: σε τινάζει έξω, είναι αιτία καταρρεύσεως, αιτία φθοράς......

Ο Αριστοτέλης λέει ότι αυτό δεν είναι αληθινό, όμως εν τω μεταξύ έπειτα λέει: μόνο κατά συμβεβηκός είναι αιτία φθοράς· το σπίτι καταρρέει όχι λόγω του χρόνου, αλλά εξαιτίας άλλων παραγόντων. Εντούτοις, εμείς λέμε ότι ο χρόνος είναι αιτία φθοράς: ο χρόνος του είναι καταστρέφει το είναι, γιατί το σπρώχνει από στιγμή σε στιγμή πάντοτε έξω από εκεί όπου βρίσκεται. Και τι λέει σ’ αυτό ο Γκαίτε; Κάνει τον φευγαλέο εκείνο χρόνο να πει: verweile doch, στάσου, στάσου, που είσαι τόσο όμορφος. Μα εκείνος δεν σταματά. Τότε ο Χάιντεγκερ έχει την ιδέα μιας αρχέγονης αμαρτωλότητας του πραγματικού κόσμου, ή μάλλον της πραγματικής ζωής, η οποία, αντί να αναλάβει συνειδητά αυτή τη δυναμική, τείνει πρωτίστως και ως επί το πλείστον –λόγω μιας, ας πούμε, συμφυούς τάσης του ίδιου του είναι της– να αποφεύγει, να παρεκκλίνει, να μην αναλαμβάνει ή να επιλύει με άνετο και εύκολο τρόπο το πρόβλημα του να πρέπει να αποφασίσει. Αυτή η τάση είναι κατανοητή, γιατί δεν μπορώ να συνεχίσω να ζω κάθε κατάσταση της ζωής μου πάντοτε και αδιαλείπτως ως πρόβλημα. Αν το πρωί, όταν ξυπνάω, έπρεπε κάθε φορά να στέκομαι να σκέφτομαι: σήμερα ξυρίζομαι ή όχι; –για να πάρω το πιο χαζό παράδειγμα που μπορώ– τότε θα έφτανα συστηματικά αργοπορημένος, σαν τον γάιδαρο του Μπουριδάν, καθώς θα έπρεπε να ζυγίζω τα υπέρ και τα κατά. Έτσι, αναπληρώνω: προσπαθώ να μη ζω αυτή την κατάσταση σαν πρόβλημα και να τη λύνω· αν κρατήσω λίγη γενειάδα, την κρατώ, δεν ξυρίζομαι. Υιοθετώ από τον περιβάλλοντα κόσμο, από τον κόσμο των άλλων, μια έτοιμη λύση σ’ αυτό το πρόβλημα, και την έχω ήδη ολοκληρωμένη και δεν το ξανασκέφτομαι. Ακριβώς αυτή, σύμφωνα με τον Χάιντεγκερ, είναι μια δυναμική που εγκαθιδρύεται επάνω στη δομή που προσπάθησε να αναδείξει, και που οδηγεί στη συστηματική απώλεια του είναι-εκεί (Dasein). Είναι η δυναμική που εγκαθιδρύεται μέσα στο είναι-εκεί, καθώς το είναι-εκεί θέλει να αποφύγει το βάρος του να πρέπει να αποφασίζει γύρω από τον εαυτό του, και υιοθετεί λοιπόν πρότυπα, μορφές, κανόνες συμπεριφοράς έτοιμους και βολικούς, που βρίσκει στον καθημερινό κόσμο, μέσα στο είναι-μαζί-με-τους-άλλους. Οι άλλοι ήδη πάντοτε υποδεικνύουν τον τρόπο του πώς να πράξει κανείς. Στη σχέση με τους άλλους, κατά κάποιον τρόπο, το είναι-εκεί υποτάσσεται επίσης στους άλλους· το είναι-εκεί δεν είναι ο εαυτός του, και οι άλλοι το αδειάζουν από το είναι του.

«Η αυθαιρεσία των άλλων» –γράφει ο Χάιντεγκερ, §27 του Είναι και Χρόνος– «αποφασίζει για τις καθημερινές δυνατότητες του είναι-εκεί (Dasein)». Αυτό, χωρίς οι «άλλοι» να είναι ορισμένοι άλλοι· αντιθέτως, είναι εναλλάξιμοι. Καθοριστική είναι μόνο η απαρατήρητη κυριαρχία που το είναι-εκεί, ως συν-είναι, αναλαμβάνει από την αρχή απέναντι στους άλλους. Το είναι-εκεί ανήκει στους άλλους και παγιώνει σ’ αυτό το ανήκειν την εξουσία τους. Αυτούς που αποκαλούμε κατ’ αυτόν τον τρόπο «οι άλλοι», σχεδόν για να κρύψουμε το ότι ανήκουμε οι ίδιοι σε αυτούς, είναι εκείνοι που μέσα στο καθημερινό Είναι, είναι παρόντες κατ’ αρχάς και ως επί το πλείστον. Το ποιος, δεν είναι ούτε αυτός ούτε εκείνος, δεν είναι ο εαυτός του, δεν είναι κάποιος και δεν είναι το άθροισμα όλων. Το ποιος είναι το ουδέτερο, το κανείς. Ένα κανείς που έχει τους δικούς του ιδιαίτερους τρόπους του είναι, τους οποίους περιγράφει ο Χάιντεγκερ: εκείνο το κανείς που, όπως λέει, βρίσκεται παντού, αλλά έχει ήδη πάντοτε ξεγλιστρήσει, όταν έρθει για το είναι-εκεί η στιγμή της απόφασης. Εντούτοις, επειδή το κανείς έχει ήδη πάντοτε προλάβει κάθε κρίση και κάθε απόφαση, αφαιρεί από τα μεμονωμένα είναι-εκεί κάθε συγκεκριμένη ευθύνη. Το κανείς δεν έχει καμία αντίρρηση στο να γίνεται συνεχώς επίκληση σ’ αυτό· μπορεί να απαντήσει ελαφρά τη καρδία, γιατί έχει ήδη πάντοτε πει τα πάντα, ακριβώς επειδή δεν είναι κάποιος που μπορεί να κληθεί να λογοδοτήσει. Το κανείς υπήρχε πάντοτε και, ωστόσο, μπορεί να ειπωθεί γι’ αυτό ότι ποτέ δεν υπήρξε κανείς. Στην καθημερινότητα του είναι-εκεί (Dasein), το μεγαλύτερο μέρος των πραγμάτων γίνεται από κάποιον για τον οποίο είναι κανείς υποχρεωμένος να πει ότι δεν ήταν κανένας. Το κανείς απαλλάσσει λοιπόν κάθε μεμονωμένο είναι-εκεί μέσα στην καθημερινότητά του. Και όχι μόνο μ’ αυτήν την απαλλαγή· το κανείς γίνεται αποδεκτό από το είναι-εκεί, γιατί ικανοποιεί την τάση του να παίρνει τα πάντα ελαφρά και να κάνει τα πράγματα εύκολα. Το κανείς, λοιπόν, επιλύει το πρόβλημα της πρακτικής, αποφασιστικής αυτοαναφοράς, που γίνεται αισθητό σαν βάρος: ακριβώς για να αποφύγει αυτό το βάρος, το είναι-εκεί ρίχνεται στην αγκαλιά του κανείς. Ο καθένας είναι οι άλλοι, και κανένας δεν είναι ο εαυτός του. Το κανείς, ως απάντηση στο πρόβλημα του «ποιος» του καθημερινού είναι-εκεί, είναι το κανένας στον οποίο κάθε είναι-εκεί είναι εγκαταλελειμμένο μέσα στην αδιαφορία του να είναι-μαζί-με-τους-άλλους.

Αυτό, εν συνόψει, είναι η αρχή μιας σειράς αναλύσεων που κάνει έπειτα ο Χάιντεγκερ για τον καθημερινό κόσμο –αναλύσεις που κατέστησαν, άλλωστε, διάσημο το Είναι και Χρόνος– όπου ο Χάιντεγκερ περιγράφει με μεγάλη ενάργεια και μεγάλη φαινομενολογική ευαισθησία, ας πούμε, τον τρόπο με τον οποίο το είναι-εκεί επιλύει το πρόβλημα της διαχείρισης της σταθερής έκθεσης που του επιβάλλουν το δύνασθαι-είναι του και η κίνησις του βίου, η κίνηση της ζωής του, κάνοντας αναφορά σε μια τέτοια απρόσωπη υπόσταση όπως το κανείς, που έρχεται προς βοήθειά του, απαλλάσσοντάς το από την ευθύνη να πρέπει να αποφασίζει σε κάθε στιγμή το τι να πράξει. Αυτό, ας πούμε, χωρίς να μπούμε στις λεπτομέρειες όλων των μορφών απροσωπίας και παρανόησης στις οποίες δίνει τόπο, όπως η ανάλυση της φλυαρίας. Η ανάλυση της απροσωπίας, που ριζώνει σε όλα τα επίπεδα του είναι-εκεί, μας κατευθύνει προς τη λύση που δίνει ο Χάιντεγκερ σ’ αυτό το πρόβλημα. Δηλαδή, αφότου έχει καθοριστεί η δομή του είναι-εκεί και η οντολογική του σύσταση, εμφανίζεται η δυσκολία να επαναπροσληφθεί το είναι-εκεί από εκείνη την κυρίαρχη, σχεδόν τυραννική και καταπιεστική ερμηνεία, που είναι η μέση καθημερινή ερμηνεία του κανείς, η οποία επισκιάζει τη δυνατότητά μας να εισέλθουμε στη δυναμική του αυθεντικού, όπως προσπαθεί να κάνει ο Χάιντεγκερ. Δηλαδή, το είναι-εκεί δεν δίνεται κατ’ αρχάς και ως επί το πλείστον στον αυθεντικό του τρόπο, αλλά κατ’ αρχάς και ως επί το πλείστον παρουσιάζεται πάντοτε στις μορφές του αναυθεντικού.

Το έργο λοιπόν που επιχειρεί ο Χάιντεγκερ, πέρα από την περιγραφή αυτών των μορφών, είναι να δείξει τη δυναμική διαμέσου της οποίας, σε μια δεδομένη στιγμή, χωρίς να το θέλει ή να το προετοιμάζει κανείς, συντελείται μια τροποποίηση αυτής της τάσης προς την απώλεια, και συμβαίνει, ας πούμε, η σπίθα που καλεί, που αφυπνίζει, που ανασταίνει το είναι-εκεί στο ίδιο του το εαυτό. Πότε λοιπόν αυτή η τυραννία του κανείς διακόπτεται κατά κάποιον τρόπο; Υπάρχουν δύο καίρια φαινόμενα που σπάζουν αυτήν την τυραννία.

Το πρώτο σημαντικό φαινόμενο είναι το φαινόμενο του θανάτου. Ήδη είχαμε την ευκαιρία να κάνουμε λόγο για τον θάνατο, γιατί αυτός είναι μία από τις έσχατες καταστάσεις όπου γεννιούνται θεμελιώδεις διαθέσεις. Εδώ, στο Είναι και Χρόνος, ο Χάιντεγκερ δεν μιλά τόσο για την αγωνία, αλλά για τον θάνατο ως συντακτικό φαινόμενο του είναι-εκεί. Δηλαδή, ο θάνατος όχι ως ευκαιρία για έναν λόγο περί του επέκεινα —ο Χάιντεγκερ είναι εκ προοιμίου ξένος σε αυτό— αλλά ως τελευταίο κεφάλαιο της ζωής· μάλιστα, ως το καθοριστικό κεφάλαιο της ζωής. Με την έννοια ότι ο θάνατος είναι εκείνο το σημείο στο οποίο κανονικά φανταζόμαστε ότι το είναι-εκεί παύει. Μα τι σημαίνει ότι το είναι-εκεί κυριολεκτικά παύει;

Ο Χάιντεγκερ προσπαθεί να δείξει ότι το παύειν του είναι-εκεί είναι ριζικά διαφορετικό από το παύειν νοούμενο με φυσική έννοια. Η βροχή παύει, σημαίνει ότι δεν είναι πλέον παρούσα. Ο δρόμος παύει, αυτό δεν σημαίνει ότι ο δρόμος εξαφανίζεται· το γεγονός ότι ο δρόμος παύει, μάλιστα, όταν δούμε πού και πώς ο δρόμος παύει, τον έχουμε καθορίσει ακριβώς στον χαρακτήρα του ως δρόμο διακεκομμένο. Λέμε επίσης ότι η ζωή ενός ζώου παύει. Λέμε ότι η ζωή του Dasein παύει. Μα ο Χάιντεγκερ τονίζει τη ριζική διαφορά ανάμεσα στο παύειν της ζωής του είναι-εκεί —δηλαδή στον θάνατο με την κυριολεκτική έννοια για το είναι-εκεί— και στο παύειν των εντός-του-κόσμου όντων, όπως η βροχή ή ο δρόμος, ή και των ζώων, που επίσης μπορούν να πεθάνουν.

Γιατί ο θάνατος είναι κάτι που έχει τη δυνατότητα να αφυπνίσει το είναι-εκεί στο ίδιο του το κυριότερο είναι, και να το αποσπάσει από την τυραννία του κανείς. Στην πραγματικότητα, όμως, ακόμη και τον θάνατο η τυραννία του κανείς κατορθώνει να τον οικειοποιηθεί. Το κανείς έχει ήδη έτοιμη μια ερμηνεία και γι’ αυτό το γεγονός. Πεθαίνει αυτός ή εκείνος ο γνωστός, κοντινός ή μακρινός· πεθαίνουν άγνωστοι κάθε μέρα και κάθε ώρα. Ο θάνατος είναι ένα εντός-του-κόσμου γεγονός, γνωστό σε όλους, και ως τέτοιο φαίνεται να μην ξεφεύγει από το πλαίσιο όσων συναντώνται κάθε μέρα και έχουν τον χαρακτήρα του μη-εκπληκτικού. Και ακριβώς το κανείς έχει ήδη έτοιμη μια ερμηνεία και γι’ αυτό το γεγονός: αυτό που λέγεται σχετικά, ρητά ή υπαινικτικά όπως συμβαίνει κατά κανόνα, είναι το εξής: «κάποτε όλοι θα πεθάνουν, αλλά προς το παρόν εμείς είμαστε ακόμα ζωντανοί».

Λοιπόν, σύμφωνα με τον Χάιντεγκερ, η ανάλυση του «πεθαίνει-κανείς» (man stirbt) αποκαλύπτει τον τρόπο καθημερινού είναι ως προς τον θάνατο. Όταν γίνεται ένας τέτοιος λόγος, ο θάνατος νοείται ως κάτι απροσδιόριστο, που σίγουρα κάποτε θα συμβεί, αλλά προς το παρόν δεν είναι ακόμη παρών, άρα δεν μας απειλεί. Το «πεθαίνει-κανείς» διαχέει την πεποίθηση ότι ο θάνατος αφορά το ανώνυμο κανείς. Η δημόσια ερμηνεία του είναι μας λέει: «πεθαίνει-κανείς». Αλλά, επειδή πάντοτε γίνεται νύξη για κάθε άλλον και για μας υπό τη μορφή του ανώνυμου κανείς, υπονοείται κάθε φορά: κάποιος πεθαίνει, αλλά δεν είμαι εγώ αυτός που πεθαίνει. Το κανείς που πεθαίνει είναι το ουδείς.

Το αποθνήσκειν ισοπεδώνεται έτσι σε ένα γεγονός που ασφαλώς αφορά το είναι-εκεί, αλλά δεν αφορά ποτέ κανέναν ιδιάζοντα. Ποτέ άλλοτε, σχολιάζει ο Χάιντεγκερ, όπως στον λόγο περί θανάτου, δεν γίνεται τόσο φανερό ότι στη φλυαρία πάντοτε συνοδεύεται από την παρανόηση: το αποθνήσκειν, που είναι δικό μου με τρόπο απόλυτα αναντικατάστατο, συγχέεται με ένα γεγονός κοινής συχνότητας που συμβαίνει στο κανείς.

Αυτή η αποστροφή από τον θάνατο κυριαρχεί τόσο πολύ στην καθημερινότητα, ώστε, στο είναι-μαζί, οι πιο στενοί συγγενείς συχνά επαναλαμβάνουν στον ετοιμοθάνατο ότι ασφαλώς θα ξεφύγει από τον θάνατο και θα μπορέσει να επιστρέψει στη γαλήνια καθημερινότητα του κόσμου, με τον οποίο ασχολιόταν. Η παρηγορία, δηλαδή η φροντίδα, θέλει έτσι να τον παρηγορήσει: τον φροντίζουν για να τον επαναφέρουν στο είναι-εκεί, βοηθώντας τον να κρύψει τη δυνατότητα του κυριότερου είναι του, που είναι άνευ όρων και ανυπέρβλητη.

Το κανείς μεριμνά για μια διαρκή καθησύχαση απέναντι στον θάνατο. Και αυτό, στην πραγματικότητα, ισχύει όχι μόνο για τον ετοιμοθάνατο, αλλά εξίσου και ως παρηγορία για εκείνους που τον παρηγορούν. Ακόμα και σε περίπτωση θανάτου, το δημόσιο δεν πρέπει να ταραχθεί στην ηρεμία του και στη συνεχή του μέριμνα. δεν είναι σπάνιο να βλέπει κανείς στον θάνατο των άλλων μια κοινωνική ενόχληση ή ακόμη και μια έλλειψη λεπτότητας, απέναντι στην οποία η δημόσια ζωή πρέπει να λάβει τα μέτρα της. Ήδη σε αυτήν την περίπτωση, η σκέψη του θανάτου θεωρείται δημόσια ως ένας μικρόψυχος φόβος, μια αδυναμία του είναι-εκεί, μια ζοφερή φυγή μπροστά στον κόσμο. Το κανείς δεν έχει το θάρρος της αγωνίας απέναντι στον θάνατο. Έτσι, η κυριαρχία της δημόσιας ερμηνείας του κανείς έχει ήδη πάντοτε αποφασίσει ποια συναισθηματική κατάσταση πρέπει να επικρατεί έναντι του θανάτου.

Το κανείς φροντίζει να μετασχηματίσει την αυθεντική αγωνία απέναντι στον θάνατο σε φόβο απέναντι σε ένα γεγονός που πρόκειται να συμβεί. Η αγωνία, εκχυδαϊσμένη και παραχαραγμένη σε φόβο, παρουσιάζεται ως αδυναμία που ένα αυτάρκες και σίγουρο για τον εαυτό του είναι-εκεί δεν πρέπει να γνωρίζει. Επομένως, όπως βλέπουμε εδώ, ο Χάιντεγκερ αντιμετωπίζει το πρόβλημα του θανάτου δείχνοντας πώς ακόμη και απέναντι σε αυτήν την έσχατη δυνατότητα, που χαρακτηρίζει την κίνηση της ζωής του είναι-εκεί, τα πλοκάμια της μέσης καθημερινής ερμηνείας απλώνονται και συλλαμβάνουν ακόμη και αυτό το φαινόμενο μέσα σε μια μέση, καθησυχαστική ερμηνεία.

Ωστόσο, ο θάνατος είναι κάτι το οποίο, ακόμη κι εκεί όπου συλλαμβάνεται με αυτόν τον τρόπο, ανοίγει για το είναι-εκεί μια ριζική δυνατότητα, την οποία το ίδιο το είναι-εκεί έχει, σε αυτό το σημείο, τη δυνατότητα να συλλάβει και να κάνει δική του. Από τι εξαρτάται αυτή η δυνατότητα να μετασχηματίσει εκείνον τον θάνατο, που έχει ήδη πάντοτε αποσπαστεί από τη δημόσια ερμηνεία στην κατεξοχήν αυθεντική του διάσταση, και μας παρουσιάζεται, λοιπόν, όπως σχολιάζει εδώ ο Χάιντεγκερ, με τρόπο αναυθεντικό; Τι είναι αυτό που καθορίζει την ικανότητά μας να σταθούμε απέναντι στον θάνατο, απομακρυνόμενοι από εκείνη την ερμηνεία που κατ’ αρχάς και ως επί το πλείστον μάς τον προσφέρει πάντοτε σαν κάτι ήδη εξημερωμένο και καθησυχασμένο;

Για τον Χάιντεγκερ το πρόβλημα είναι αποφασιστικό, γιατί εδώ διακυβεύεται, ας πούμε, όλη η οικοδόμηση αυτής της πρακτικής φιλοσοφίας που είναι το Είναι και Χρόνος. Πρέπει να βρει ένα σημείο στο οποίο να βρει ένα ισοδύναμο εκείνης της λύσης που δίνει ο Αριστοτέλης με την ιδέα του φρόνιμου (phronimos), στην οποία έχω ήδη κάνει αναφορά. Δηλαδή, πρέπει να βρει έναν τρόπο, έχοντας μάλιστα ο ίδιος επιβαρύνει την αρχική κατάσταση, με την έννοια ότι δεν έχει μόνο μια κίνηση του βίου (kinesis tou biou), που είναι από μόνη της ήδη δύσκολο να κυριαρχηθεί και που ήδη ο φρόνιμος με κόπο κυριαρχεί, αλλά την έχει μάλιστα προσδιορίσει ως μια ελαττωματική κίνηση, μια κίνηση εμποτισμένη από την τάση προς την πτώση. Και τώρα πρέπει να βρει κάτι που να ασκεί αυτήν τη λειτουργία – στην περίπτωσή του ακόμη πιο δύσκολη από ό,τι στον Αριστοτέλη.

Ο Χάιντεγκερ αναθέτει αυτό το έργο σε μια σπίθα που ονομάζει συνείδηση. Ότι ανάμεσα στη συνείδηση του Χάιντεγκερ, όπως τώρα θα τη δούμε, και στον φρόνιμο του Αριστοτέλη υπάρχει μια σχέση, μου φάνηκε πάντοτε προφανές. Έχουμε, όμως, και μια, ας πούμε, πραγματική και συγκεκριμένη μαρτυρία από τον Γκάνταμερ. Ο Γκάνταμερ θυμάται ότι μια φορά στο μάθημα –μάλιστα όταν ο Χάιντεγκερ, εξηγώντας το έκτο βιβλίο των Ηθικών Νικομαχείων, έφτασε στο πέμπτο κεφάλαιο– βρέθηκε μπροστά σε εκείνο το παράξενο συμπέρασμα που μας προτείνει ο Αριστοτέλης στο πέμπτο κεφάλαιο. Δεν ξέρω αν το θυμάστε· στο τέλος του πέμπτου κεφαλαίου του έκτου βιβλίου των Ηθικών Νικομαχείων, ο Αριστοτέλης αναλύει τη φρόνηση και προσπαθεί να τη διακρίνει από την τέχνη, φέρνοντας μια σειρά από επιχειρήματα για να πει σε τι διαφέρει η φρόνηση, που είναι ένας προσανατολισμός της πράξης μας, από την τέχνη, που είναι κι αυτή ένας προσανατολισμός της πράξης μας, έστω κι αν αναφέρεται σε μια ποίηση (ποίησις) και όχι σε μια πράξη (πρᾶξις).

Τη φρόνηση την ορίζει ως μια αληθή διάθεση συνοδευόμενη από αληθή λογισμό, που είναι ακριβώς ο ίδιος ορισμός που έχει δώσει και για την τέχνη. Και έτσι αναπτύσσει μια σειρά από ενδείξεις, θέλοντας να δείξει σε ποια έννοια η φρόνηση είναι κάτι περισσότερο από την τέχνη, και επιδιώκοντας επομένως να δώσει έναν ουσιώδη ορισμό. Αφού δώσει αυτόν τον ουσιώδη ορισμό —«ἕξις ἀληθής μετὰ λόγου ἀληθοῦς»— λέει: στην πραγματικότητα, όμως, η φρόνηση δεν είναι ούτε αυτό, αλλά κάτι παραπάνω. Τόσο, ώστε για κάθε τέχνη υπάρχει λησμοσύνη, ενώ για τη φρόνηση όχι· δηλαδή, η συνθήκη του καλού και του κακού δεν λησμονείται, ενώ οποιαδήποτε άλλη τέχνη ναι.

Αλλά τι είναι αυτό το «κάτι παραπάνω», που ο Αριστοτέλης δεν λέει;

Τι είναι λοιπόν εκείνο το «κάτι παραπάνω», για το οποίο ο Αριστοτέλης μας δίνει μόνο την έμμεση απόδειξη; Εφόσον τη φρόνηση δεν την ξεχνάμε, ενώ την τέχνη ναι, η φρόνηση έχει κάτι παραπάνω. Τι είναι αυτό το παραπάνω που δεν μπορούμε να λησμονήσουμε; Ο Χάιντεγκερ είχε φτάσει ακριβώς σε εκείνο το σημείο και… χτυπά το κουδούνι: «παιδιά, τα λέμε στο επόμενο μάθημα». – «Μα τι είναι λοιπόν η φρόνηση, κύριε καθηγητά;» – «Είναι η συνείδηση, φυσικά».

Ο Χάιντεγκερ σκεφτόταν, βέβαια, τη συνείδηση όχι με την έννοια με την οποία τη χειρίζονται άλλοι στοχαστές, όπως ο Καντ και πολλοί άλλοι, αλλά με την έννοια που ο ίδιος επεξεργαζόταν στο σχετικό κεφάλαιο του Είναι και Χρόνος, το οποίο πρέπει τώρα να δούμε, για να κατανοήσουμε πώς ο Χάιντεγκερ χαρακτηρίζει εκείνο το σημείο στη ζωή του είναι-εκεί, τη στιγμή-κρίση, στη ζωή του είναι-εκεί, κατά την οποία, εξαιτίας μιας σειράς στοιχείων εξαιρετικά δύσκολων να περιγραφούν, αντιστρέφεται η φορά της δυναμικής του: αντί να συνεχίσει στην απώλεια, μέσα στις μορφές του κανείς, ανακαλείται, ανασταίνεται, ξυπνά στο ίδιο του το κυριότερο.

Αυτή η στιγμή-κρίση, όπου η κίνηση της ζωής αντιστρέφεται, όπου εξέρχεται από το αναυθεντικό για να επιστρέψει στο αυθεντικό, είναι ακριβώς εκείνο που ο Χάιντεγκερ ονομάζει συνείδηση. Η συνείδηση είναι μια μορφή λόγου, μια κλήση (Ruf), που λαμβάνει χώρα, συμβαίνει μέσα στο είναι-εκεί. Μα στο λόγο, του οποίου η κλήση είναι μια τροποποίηση, ανήκει εκείνο περί του οποίου ο λόγος μιλά. Ο λόγος πληροφορεί — είμαστε στο §56 — για κάτι και με έναν καθορισμένο τρόπο· από αυτό, για το οποίο ο λόγος μιλά, προκύπτει αυτό που ο λόγος λέει, ως τέτοιος λόγος. Αυτό που λέγεται, ως τέτοιο, στο λόγο, καθώς αυτός επικοινωνεί, γίνεται προσιτό στους άλλους, και μάλιστα κατά κανόνα με τη μορφή της γλωσσικής έκφρασης.

Αν η κλήση είναι μια τροποποίηση του λόγου, στην κλήση της συνείδησης τι είναι εκείνο για το οποίο γίνεται λόγος; Δηλαδή, ποιος καλείται στην κλήση; Προφανώς το ίδιο το είναι-εκεί. Αυτή η απάντηση είναι τόσο αδιαμφισβήτητη όσο και ακαθόριστη. Αν η κλήση είχε έναν τόσο αόριστο στόχο, δεν θα ήταν για το είναι-εκεί τίποτε περισσότερο από μια ευκαιρία να λάβει γνώση του εαυτού του. Αλλά το είναι-εκεί είναι τέτοιο, στην ουσία του, ώστε με το άνοιγμα του κόσμου του είναι ανοιχτό στον εαυτό του· έτσι ώστε ήδη πάντοτε κατανοεί εαυτό. Επομένως, η κλήση επενεργεί πάνω στο είναι-εκεί, καθόσον αυτό είναι ήδη πάντοτε αυτοκατανόηση καθημερινή, μέση και μεριμνώσα.

Η κλήση, λοιπόν, αφορά αυτό: αφορά αυτό που το είναι-εκεί τώρα σημαίνει. Μα με ποιον τρόπο το αφορά και το καλεί; Σε τι καλείται το είναι-εκεί (Dasein); Το είναι-εκεί καλείται από τη συνείδηση στον εαυτό του που του είναι o πιο δικός του — όχι λοιπόν σε κάτι στο οποίο το είναι-εκεί προσδίδει αξία, σημασία δυνατοτήτων ή φροντίδας, ούτε σε εκείνο με το οποίο έχει ασχοληθεί, στο οποίο έχει αφιερωθεί, από το οποίο έχει παρασυρθεί. Το είναι-εκεί, όπως εμφανίζεται στον εαυτό του και στους άλλους εντός της κοσμικότητας, υπερβαίνεται από αυτήν την κλήση.

Η συνείδηση δεν αφορά ούτε καλεί σε κάτι του κόσμου, αλλά αφορά το είναι-εκεί όπως αυτό στέκεται πέρα από τον κόσμο ή πριν από τον κόσμο. Η κλήση που απευθύνεται στο είναι-εκεί αγνοεί το κανείς και κατευθύνεται απευθείας σε εκείνον τον ίδιο εαυτό που θέλει να ανακαλέσει ή να αφυπνίσει. Έτσι, στην κλήση, η απώλεια, θα λέγαμε, μέσα στο κανείς — το ίδιο το κανείς — ανακαλείται στον εαυτό του. Μα αυτός ο εαυτός όχι ως πιθανό αντικείμενο εκτιμήσεων, ούτε ο εαυτός της ασήμαντης, θορυβώδους και περίεργης ανατομίας της εσωτερικής ζωής. (Εδώ ο Χάιντεγκερ έχει στο νου του τους στοχαστές της εσωτερικότητας.) Ούτε ο εαυτός της απλής αναλυτικής ενδοσκόπησης των διαθέσεων και του υποστρώματός τους.

Η συνείδηση λοιπόν δεν στρέφεται ούτε στις υποθέσεις του εξωτερικού κόσμου, αλλά ούτε και —ας πούμε— στις καταστάσεις της εσωτερικότητας. Και τα δύο είναι απλές παρουσίες. Εκείνο προς το οποίο στρέφεται η συνείδηση είναι η ίδια η σύσταση του είναι του είναι-εκεί· είναι εκείνη η λεπτή, απροσδιόριστη, απρόσιτη σχέση που εγκαθιστώ με το ίδιο το κάθισμά μου, τη στιγμή που το αναλαμβάνω ως κάτι για το οποίο πρέπει να φέρω ευθύνη. Αν αφαιρέσω κάθε πιθανό περιεχόμενο αυτού του είναι μου και μείνω αποκλειστικά με την καθαρή έκθεση σε αυτό το είναι, στην καθαρή πραγματικότητά του, τότε έχω ακριβώς εκείνο στο οποίο η συνείδηση με καλεί.

Και η κλήση στον ίδιο τον εαυτό δεν τον σπρώχνει μέσα του, με την έννοια μιας εσωτερικότητας που θα τον απομόνωνε από τον εξωτερικό κόσμο. Δεν είναι, δηλαδή, ότι σε αυτήν την κλήση κάποιος καλείται σαν να επρόκειτο για μια «εξέταση συνειδήσεως», για να κοιτάξει μέσα του. Όχι· όλα αυτά, εξωτερικό και εσωτερικό, κόσμος των υποθέσεων και κόσμος της εσωτερικότητας, υπερβαίνονται και διαλύονται από την κλήση, που στοχεύει αποκλειστικά στον εαυτό. Το οποίο, από τη μεριά του, δεν είναι ποτέ αλλιώς παρά μόνο ως είναι-στον-κόσμο. Μα σε τι συνίσταται αυτό που λέγεται σε αυτόν τον λόγο; Τι λέει η συνείδηση στο κάλεσμά της στον κληθέντα; Ακριβώς τίποτα. Η κλήση δεν διατυπώνει τίποτα, δεν δίνει καμία πληροφορία για τα κοσμικά γεγονότα, δεν έχει τίποτα να πει· δεν προτείνεται καθόλου να προκαλέσει στον κληθέντα εαυτό έναν διάλογο, μια εσωτερική συνομιλία με τον εαυτό του. Στον κληθέντα εαυτό δεν λέγεται τίποτα· απλώς ανακαλείται στον εαυτό του, δηλαδή στο ίδιο του το δύνασθαι-είναι.

Η κλήση δεν αποβλέπει στο να καλέσει σε κρίση τον κληθέντα εαυτό, αλλά, ως αφύπνιση στο κυριότερο δύνασθαι-είναι του, καλεί, φέρνει μπροστά στο είναι-εκεί τις πιο δικές του δυνατότητες: «Γίνε αυτό που είσαι». Η κλήση, πράττοντας αυτό, δεν χρειάζεται καμία λεκτική επικοινωνία· δεν προφέρει λόγο, αλλά γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο δεν μένει ούτε σκοτεινή ούτε ακαθόριστη. Η συνείδηση μιλά αποκλειστικά με τον τρόπο της σιωπής. Μόνο όποιος έχει κάτι να πει μπορεί να μιλήσει με τον τρόπο της σιωπής, και μιλώντας έτσι, δεν χάνει τίποτα ως προς την αντιληπτότητα, αλλά αναγκάζει το κληθέν και αναστατωμένο είναι-εκεί στη σιωπή που του ταιριάζει.

Η έλλειψη μιας λεκτικής διατύπωσης αυτού που λέγεται στην κλήση δεν καταδικάζει το φαινόμενο στη θολότητα των μυστηριωδών φωνών· απλώς σημαίνει ότι η κατανόηση αυτού που λέγεται στην κλήση δεν μπορεί να προσκολληθεί στην αναμονή μιας λεκτικής επικοινωνίας ή κάποιου ανάλογου. Ωστόσο, αυτό που ανοίγει η κλήση είναι έξω από κάθε παρεξήγηση, ακόμη κι αν τα μεμονωμένα είναι-εκεί μπορούν να του δώσουν μια διαφορετική ερμηνεία, ανάλογα με τις δυνατότητες κατανόησής τους.

Εδώ, λοιπόν, ο Χάιντεγκερ —θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε με αυτήν την ανάλυση— αλλά εκείνο που μας ενδιαφέρει είναι να αποσπάσουμε από αυτήν τη δυναμική που ακολουθεί: τη στιγμή όπου το είναι-εκεί, ξυπνώντας από εκείνη την απώλεια, από εκείνη την παράδοση στη μέση ερμηνεία που το κανείς είχε δώσει στην κίνησή του, επιστρέφει στον εαυτό του, αποδεσμεύεται από την απρόσωπη τυραννία των άλλων και σχετίζεται καθαρά και γυμνά με το ίδιο του το δύνασθαι-είναι· δηλαδή ξαναβρίσκει εκείνον τον εαυτό στον οποίο, για τον Χάιντεγκερ, βρίσκεται το κλειδί της μεταστροφής από το αναυθεντικό στο αυθεντικό.

Θα έχετε προσέξει πώς ο Χάιντεγκερ καταβάλλει προσπάθεια να παραμείνει σε ένα τυπικό επίπεδο, παρόλο που υπάρχει το πάθος το τυπικό του θρησκευτικού λόγου. Η ανάλυσή του, δηλαδή, αναπαράγει σε γενικές γραμμές τη μορφή που συναντούμε, λόγου χάρη, σε εκείνην την πρωτοχριστιανική ανάλυση της ύπαρξης, που στον νέο Χάιντεγκερ ήταν πολύ προσφιλής. Αν κοιτάξετε την Πρώτη Επιστολή προς Θεσσαλονικείς, στην οποία αναφερόμουν χθες, θα βρείτε πραγματικά κάτι που, σε θρησκευτικούς βεβαίως όρους, μοιάζει πολύ με τη δυναμική του προβλήματος που εδώ ο Χάιντεγκερ προσπαθεί να δείξει.

Για παράδειγμα, σε εκείνη την επιστολή γίνεται λόγος για τον αληθινό κίνδυνο για την πίστη, που είναι το να αποκοιμηθεί κανείς, όπως λέγαμε χθες, μέσα στην ειρήνη και στην ασφάλεια της ημέρας. Γίνεται λόγος για τον κίνδυνο να παρασυρθεί κανείς από εκείνο το «ζην την ημέραν», το οποίο βασικά καθορίζεται από τις τρεις ἐπιθυμίαι, τις τρεις επιθυμίες που θέτουν σε κίνδυνο την πίστη, σύμφωνα με τον Άγιο Παύλο: η concupiscentia oculorum (επιθυμία των οφθαλμών), η curiositas (περιέργεια) που μας κάνει να χανόμαστε παρατηρώντας τον κόσμο· η concupiscentia carnis (ἐπιθυμία τῆς σαρκός)· και η fama mundi (δόξα του κόσμου).

Υπάρχει, λοιπόν, στην επιστολή προς Θεσσαλονικείς, στην πρωτοχριστιανική εμπειρία της ύπαρξης, ένα είδος θετικής θρησκευτικής προεικόνισης εκείνης της δυναμικής που ο Χάιντεγκερ περιγράφει αντίθετα, ανεξάρτητα από το θρησκευτικό περιεχόμενο, με όρους αναυθεντικότητας. Έτσι, ο Χάιντεγκερ χρησιμοποιεί ως «ψευδογραμμή» για το λόγο του, από τη μια μεριά, εκείνη την αριστοτελική διερεύνηση που αποβλέπει στον εντοπισμό της ιδιομορφίας της κίνησης της ζωής — εκείνης της αυτοτελούς κίνησης που είναι το άνοιγμα (ἄνοιξις) — με τη λύση που είδαμε· από την άλλη, επιβαρύνοντας ακόμη περισσότερο τον αρχικό χαρακτήρα αυτής της κίνησης, επειδή της προσάπτει ένα προπατορικό αμάρτημα που φυσικά στον Αριστοτέλη δεν υπάρχει, προσπαθεί έπειτα να δείξει πώς, στο επίπεδο της απώλειας, ενεργοποιείται μια κλήση, ένας μηχανισμός, που εκεί όπου το είναι-εκεί αφήνεται να αγγιχθεί από αυτήν την κλήση, γίνεται η ευκαιρία να ξαναπάρει εκείνο που για τον Χάιντεγκερ θεωρείται αυθεντικό: δηλαδή τον εαυτό του, το ίδιο του το δύνασθαι-είναι.

Αυτό το πέρασμα, δηλαδή, από το αναυθεντικό στο αυθεντικό, είναι ακόμη μια φορά δεμένο με το λεξιλόγιο που χρησιμοποιεί ο Χάιντεγκερ. Στην μετάφραση του (Pietro) Chiodi έχουμε λοιπόν την ένδειξη της δομής του είναι-εκεί, και την ένδειξη ότι αυτή η δομή μπορεί να γίνει το στήριγμα ενός κινήματος προς την αναυθεντικότητα και ενός κινήματος προς την αυθεντικότητα. Ο Χάιντεγκερ λέει: αυτές οι δύο κατηγορίες δεν είναι αξιολογικές αλλά περιγραφικές. Όμως είναι όπως όταν λέω ότι ένα μάτι βλέπει καλά κι ένα μάτι βλέπει άσχημα. Απλώς περιγράφω το μάτι, αλλά υπογείως —θέλω να προκαλέσω οποιονδήποτε να σκεφτεί ότι θα ήταν προτιμότερο ένα τυφλό μάτι από ένα που βλέπει καλά.

Τότε είναι αλήθεια ότι αυθεντικό και αναυθεντικό είναι απλές περιγραφές μιας δυναμικής που εγκαθιδρύεται στην κίνηση της ζωής. Όμως είναι σαφές ότι ήδη η άρνηση με κάνει να προκρίνω την κατάφαση, δηλαδή ότι το να μιλά κανείς για αυθεντικό και αναυθεντικό υποβάλλει έμμεσα την ιδέα ότι είναι καλύτερο να στραφεί προς το αυθεντικό παρά προς το αναυθεντικό.

Ο γερμανικός όρος που χρησιμοποιεί ο Χάιντεγκερ λοιπόν: το Dasein μπορεί να πραγματώνει —πραγματώνει κατ’ αρχάς και ως επί το πλείστον— την Uneigentlichkeit. Αλλά εκεί όπου, μπροστά στο κάλεσμα της συνείδησης, πραγματώνει εκείνη τη στάση που αμέσως μετά εδώ ονομάζεται —δεν μπαίνουμε ακόμη μέσα αλλά ήδη δηλώνεται— Entschlossenheit, η αποφασιστικότητα, δηλαδή: μπροστά στο κάλεσμα της συνείδησης «θέλει να έχει συνείδηση». Να λοιπόν το πρόβλημα της βούλησης: ο Χάιντεγκερ εισάγει αυτό το υπαρξιακό, το «θέλειν-έχειν-συνείδηση» (Gewissen-haben-wollen). Δηλαδή, κανείς υιοθετεί μια στάση ανοίγματος, θετικής προσήλωσης· περνά τότε από την πραγματοποίηση της uneigentlich στην πραγματοποίηση της eigentlich.

Κανονικά δεν θα έπρεπε να μεταφράζουμε με «αυθεντικό» και «αναυθεντικό», ακόμη κι αν η μετάφραση είναι πολύ καλή γιατί τονίζει την, ας πούμε, σχεδόν ηθική αξία των δύο κατηγοριών, παρά το ότι ο Χάιντεγκερ λέει το αντίθετο. Όλοι, από παντού, μιλούν έτσι, γιατί —ας μην τον κρίνουμε πολύ— αλλά στην πράξη η αξιολόγηση και η κατεύθυνση που εκείνος θεωρεί προτιμητέα είναι φανερή. Άρα η μετάφραση «αυθεντικό» και «αναυθεντικό» πηγαίνει πολύ καλά γιατί τονίζει ακόμη περισσότερο αυτό το στοιχείο.

Ωστόσο, η έννοια που ο Χάιντεγκερ δίνει κυριολεκτικά στους δύο όρους πρέπει να ληφθεί κατά γράμμα, όπως ο ίδιος λέει, δηλαδή κοιτώντας τη ρίζα της λέξης: σημαίνει «εκείνο που είναι ίδιον» και «εκείνο που δεν είναι ίδιον». Λοιπόν, κατ’ αρχάς και ως επί το πλείστον το Dasein δεν στέκεται στο ίδιον του, γιατί έχει χαθεί στους τρόπους συμπεριφοράς των άλλων· άρα σε ό,τι δεν του είναι ίδιον και που δεν είναι δικό του αλλά των άλλων. Είναι και αναυθεντικό.

Εκείνο που το σώζει είναι η ικανότητα να ανακτήσει τον εαυτό του, δηλαδή εκείνο που του είναι πιο ίδιο. Το Dasein είναι ένα ον της απόστασης, γιατί κατ’ αρχάς και ως επί το πλείστον είναι πάντοτε μακριά από εκείνο που του είναι ίδιον, χαμένο σε ό,τι του είναι ξένο, στους άλλους, στο αναυθεντικό. Πρέπει να κατακτήσει τον εαυτό του, αν είναι ευαίσθητο στο κάλεσμα της συνείδησης και αναπτύξει εκείνη τη στάση που ο Χάιντεγκερ χαρακτηρίζει ως Gewissen-haben-wollen, το «θέλειν-έχειν-συνείδηση». Έχει τότε τη δυνατότητα να επιστρέψει, να ξαναπάρει, να αναγνωρίσει εκείνον τον εαυτό που είναι το πιο ίδιο, γυμνό και αδρό δύνασθαι-είναι του.

Ο Χάιντεγκερ δεν το λέει ποτέ, ωστόσο υπάρχει εδώ μια στωική ιδέα —στους Στωικούς, που στον Φουκώ θα μας ξαναχρησιμεύσει— η οποία μοιάζει πολύ με αυτή τη δυναμική: θεωρείται πραγματοποιημένο, τετελεσμένο, ολοκληρωμένο εκείνο που κατέχει εντός του το ίδιον του. Στον Αριστοτέλη το είδαμε: το τέλεχε και η ἐνέργεια. Οι Στωικοί για να το πουν αυτό είχαν έναν όρο, μια θεωρία: τη θεωρία της οἰκείωσης. Οἶκος είναι το σπίτι, το ίδιον.

Λοιπόν, κάθε ον σύμφωνα με τους Στωικούς έχει μια τάση να επιστρέφει στο «σπίτι» του· κι όταν βρίσκεται έξω από το σπίτι του, αισθάνεται άσχημα. Όταν κάποιος δεν έχει αυτό που του είναι ίδιο, είναι σαν να είναι αποξενωμένος, αλλοτριωμένος, βρίσκεται αλλού· αλλά τείνει φυσικά να επιστρέψει στον εαυτό του, στη δική του οἰκείωση.

Μπορεί, λοιπόν, πίσω από αυτή την ιδέα του Χάιντεγκερ, πέρα από τον Αριστοτέλη, να βρίσκονται και οι Στωικοί. Σίγουρα τον ορίζοντα μέσα στον οποίο ο Χάιντεγκερ σκέφτεται όλα αυτά, αναθέτει στη στιγμή της συνείδησης εκείνη τη στροφή, διαμέσου της οποίας περνά κανείς από την απώλεια και την απόσταση στο ξένο, προς εκείνο που είναι το ίδιον για τον καθένα. Αυτό σίγουρα δεν είναι πολύ αριστοτελικό, είναι μάλλον στωικό.

Γιατί; Διότι ενώ στον Αριστοτέλη η ιστορία του φρόνιμου λειτουργεί μόνο μέσα σε ένα πολιτικό πεπρωμένο, μια παιδεία, εκείνα τα πράγματα που σας έλεγα, υπάρχει δηλαδή μια συνολική θεώρηση που δεν αποσπάται από το πεπρωμένο της κοινότητας· επομένως δεν θεωρεί τη σωτηρία του ατόμου χωρισμένη από τη σωτηρία της κοινότητας. Εδώ έχουμε, αντίθετα, θεμελιωδώς την κατάσταση της μοναχικής ψυχής απέναντι στο μοναδικό της πεπρωμένο· άρα του ατόμου και της ατομικής του σωτηρίας. Έτσι διαμορφώνεται μια ατμόσφαιρα όπου ο γενικός ορίζοντας είναι εκείνος μιας ρήξης με την ηθικοπολιτική, και η πολιτική δεν παίζει εδώ κανέναν ρόλο. Πρόκειται επομένως σχεδόν για ένα είδος νεο-στωικισμού, δεν ξέρω· πάντως σ’ έναν ορίζοντα στον οποίο —θυμηθείτε τι έλεγα— κατά τη γνώμη μου ο Χάιντεγκερ δεν κατανοεί την ιδέα της πρακτικής φιλοσοφίας στον Αριστοτέλη. Όχι ότι δεν την κατανοεί, απλώς δεν του χρειάζεται, γιατί ο Χάιντεγκερ δεν σκέφτεται πια το πεπρωμένο του Dasein μαζί με το πεπρωμένο της πολιτικής κοινωνίας (koinonia), όπως το σκέφτεται ο Αριστοτέλης. Ο Χάιντεγκερ δεν πιστεύει πια, όπως ο Αριστοτέλης, ότι για την επιτυχία της ατομικής ύπαρξης είναι αναγκαίο το να βρίσκεται κανείς σε μια καλή κοινότητα.

Ωστόσο —και εδώ είναι η στροφή— αν πάμε να κοιτάξουμε την §72 του Είναι και Χρόνος, βρίσκουμε ότι και στον Χάιντεγκερ βγαίνει στο προσκήνιο ο «λαός». Αλλά βγαίνει άσχημα, δυστυχώς, δεν βγαίνει όμορφα όπως στον Αριστοτέλη· εμφανίζεται από την «λάθος πλευρά». Και αυτό, όπως παρατηρήσατε, ήταν ερώτηση κάποιου: δεν νομίζω καθόλου ότι εξηγεί την προσχώρησή του στον εθνικοσοσιαλισμό, που ανήκει σε άλλο επίπεδο και σε άλλο πεδίο· όμως μας εξηγεί κάπως τους λόγους για τους οποίους ο Χάιντεγκερ, όπως επεσήμανε ο Ντεριντά σ’ εκείνο το όμορφο δοκίμιό του Περί του Πνεύματος, χαμηλώνει το κατώφλι της κριτικής εγρήγορσης.

Πού λοιπόν μπαίνει ο «λαός» στο Είναι και Χρόνος; Μπαίνει όταν σε ένα σημείο —και εδώ η Χάννα Άρεντ αντέγραψε σχεδόν τα πάντα, με πολλή ευφυία γιατί η τύπισσα… (μην το πάρετε στραβά, για μένα η Άρεντ είναι στον Όλυμπο, περίπου, περίπου, περίπου). Θα υπήρχε κάτι πολύ χαριτωμένο να πω, αλλά θα μου πάρει χρόνο. Περιμένετε να βρω το ακριβές σημείο: να το.

Η ανάλυση του δύνασθαι-είναι-ένα-όλο-αυθεντικό αποκάλυψε τη ριζική σύνδεση, θεμελιωμένη στη μέριμνα, ανάμεσα σε θάνατο, ενοχή και συνείδηση — πράγματα που προσπαθήσαμε κι εμείς λίγο να πούμε. Είναι δυνατόν να φτάσουμε σε μια κατανόηση του είναι-εκεί ακόμη πιο ριζική από εκείνη που περικλείεται στο σχέδιο της αυθεντικής του ύπαρξης; Ακόμη κι αν ως τώρα δεν μας είναι δυνατόν να διακρίνουμε τη δυνατότητα μιας πιο ριζικής θεμελίωσης της υπαρξιακής αναλυτικής, μπορούμε να ρωτήσουμε:

«Σας έδειξα λοιπόν όλα αυτά, πώς είναι δομημένο το Dasein, πώς είναι δυνατόν, μέσα από ποια δυναμική, να φτάσει στην αυθεντική κατανόηση του δύνασθαι-είναι του, απελευθερωνόμενο από το κανείς». Ε, αφού τα είπε όλα αυτά, ρωτά: «Μπορούμε να πάμε ακόμη βαθύτερα; Είναι δυνατή μια κατανόηση ακόμη πιο ριζική και πιο πρωταρχική από εκείνη που περικλείεται στο σχέδιο της αυθεντικής του ύπαρξης;»

Αν ξαναγυρίσουμε στις έρευνες που έχουν ήδη γίνει για το οντολογικό νόημα της καθημερινότητας, προκύπτει ένα σοβαρό ερώτημα: Η υπαρξιακή ανάλυση έχει πραγματικά συμπεριλάβει όλο το είναι-εκεί στην αναζήτηση της αυθεντικής του δυνατότητας να είναι ένα όλο; Μπορεί η έρευνα για την ολότητα του είναι-εκεί να έχει φτάσει στη γνήσια οντολογική διαύγεια; Μπορεί να έχει βρει, στο «είναι-προς-το-τέλος», μια επαρκή απάντηση;

Το ότι ο θάνατος είναι απλώς το τέλος του είναι-εκεί και, αν το πάρουμε τυπικά, είναι μόνο ένας από τους όρους που οριοθετούν την ολότητα του είναι-εκεί, δεν αναιρείται. Ο άλλος όρος είναι η αρχή, η γέννηση, η γεννητότητα (Natalität).

Κι εδώ η Χάννα Άρεντ ξεκίνησε, και πάνω σε αυτό ανέπτυξε την ανθρωπολογία της. Ιδού, λοιπόν, το ερέθισμα. Το όλο που ψάχνουμε είναι το ον που εκτείνεται ανάμεσα στη γέννηση και στον θάνατο. Ως τώρα δεν είχε μιλήσει για τη γέννηση· πάντα μιλούσε για τον θάνατο.

Είχε, δηλαδή, πραγματοποιήσει μια ανάλυση προς τα εμπρός και δεν είχε κοιτάξει προς τα πίσω. Συνεπώς, ο προσανατολισμός που είχε ακολουθήσει μέχρι εκεί η υπαρξιακή αναλυτική μένει μονομερής, παρά την τάση της να συλλάβει το όλο υπαρκτό και την αυθεντική εξήγηση του είναι-προς-τον-θάνατο, είτε αυθεντικού είτε αναυθεντικού. Το είναι-εκεί —ιδού η κριτική που ο Χάιντεγκερ ασκεί στον εαυτό του— και που έπειτα η Χάννα Άρεντ, σαν να μην είχε γράψει ο Χάιντεγκερ αυτά τα πράγματα, λέει: «Βλέπετε; Ο Χάιντεγκερ κάνει μόνο ανάλυση προς τα εμπρός και όχι προς τα πίσω, στη γεννητότητα».

Συνεχίζεται

Δευτέρα 25 Αυγούστου 2025

Μάθημα πάνω στη φιλοσοφία του Martin Heidegger α

Μάθημα πάνω στη φιλοσοφία του Martin Heidegger α
Franco Volpi

https://www.youtube.com/watch?v=ql-hIfvtCqw&list=PL9K0fytNF28MTiO8z2xgRxhLhu2y8jS6j&index=4


Τώρα όμως μπορούμε να ξαναπιάσουμε και να προσπαθήσουμε να πάμε λίγο πιο πέρα, ίσως και σε ένα συμπέρασμα, σπάζοντας και κλαδεύοντας όλα όσα δεν είναι ουσιώδη, δηλαδή πολλές λεπτομέρειες που μπορεί να είναι και ενδιαφέρουσες, αλλά δεν μπορούμε να τα δούμε όλα. Πρέπει όμως να προσπαθήσουμε να καταλήξουμε σε αυτόν τον λόγο που ο Heidegger προχωρεί γύρω από τη δομή της ύπαρξης, του Dasein, γύρω από τον τρόπο με τον οποίο εκείνος επιχειρεί να αποδώσει, σε ένα επίπεδο εννοιολογικά αυστηρό, την κίνηση, τη δυναμική, την kinesis, που είναι ίδια του ανθρώπινου βίου. Και συνεπώς και να συγκεντρώσει, σε σχέση με αυτό το φιλοσοφικό του πρόγραμμα, εκείνες τις δύο παραδόσεις της φιλοσοφίας που βρίσκονται, ας πούμε, στον μακρινό ορίζοντα, στο γενικό πλαίσιο του προβλήματος, έτσι όπως εμείς το έχουμε θέσει.

Λοιπόν, για ακόμη μία φορά, τι είναι κατ’ ουσίαν αυτή η κίνησις του βίου; Ο Heidegger, για να απαντήσει, θέτει τον λόγο έτσι όπως προσπαθήσαμε να δείξουμε και τον σφίγγει, ας πούμε, γύρω από την εξατομίκευση, γιατί εκεί, κατά τη γνώμη του, πρέπει να αναζητηθεί η λύση του προβλήματος· δηλαδή εκείνης που είναι η ενιαία θεμελιώδης προσδιοριστικότητα, η έσχατη οντολογική σύσταση, η πρώτη ρίζα, από την οποία αναβλύζουν οι οντικές, πρακτικές, ποιητικές και θεωρητικές συμπεριφορές που χαρακτηρίζουν αυτήν την kinesis. Αλλά για να κατανοήσουμε το γιατί της θεωρίας, της praxis και της poiesis, είναι αναγκαίο να επιχειρήσουμε να φτάσουμε σε εκείνο που είναι ο πιο έσχατος ριζικός προσδιορισμός του Είναι(;). Και εδώ, ήδη από χθες, κάναμε ένα βήμα μπροστά, όταν, παρακάμπτοντας όλες τις αναλύσεις που κάνει για την καθημερινή ζωή και όλη τη φαινομενολογική περιγραφή των υπαρξιακών, πήγαμε κατευθείαν στο συμπέρασμα που βγάζει ο Heidegger όταν λέει ότι η θεμελιώδης οντολογική ενότητα όλων των υπαρξιακών βρίσκεται στη φροντίδα (Sorge).

Βρίσκεται σε αυτόν τον χαρακτήρα της έντασης, της ανοικτότητας, των προοπτικών προς τα εμπρός, προς ένα δύνασθαι-είναι, που χαρακτηρίζει τον τρόπο ύπαρξης της ανθρώπινης ζωής και που τον διακρίνει ριζικά από τον τρόπο ύπαρξης των όντων που είναι διαφορετικά από το Dasein. Έφερα εκείνο το παράδειγμα του «είμαι καθιστός», του τρόπου με τον οποίο αναφέρομαι στο δικό μου «είμαι καθιστός» σε αντίθεση με το πώς αναφέρομαι στο «είναι καθιστός» κάποιου άλλου, για να καταστήσω ορατό, με ένα παράδειγμα, τον τύπο της δυναμικής που ο Heidegger θέλει έπειτα να αναγάγει σε επίπεδο τυπικής ένδειξης για να χαρακτηρίσει την κίνηση της ζωής ως τέτοιας. Το ενδιαφέρον του είναι λοιπόν να κατορθώσει να συλλάβει εννοιολογικά αυτή την κίνηση στον καθαρό τρόπο της δωρεάς της, ανεξάρτητα από τα περιεχόμενά της.

Και όπως έχει πια προκύψει, παίρνει τον Αριστοτέλη ως παραδειγματικό σημείο αναφοράς, ιδίως την πρακτική φιλοσοφία, τα Ηθικά Νικομάχεια, ως παράδειγμα μιας θεωρίας η οποία είναι ακόμη αρκετά κοντά στη ζωή ώστε να καταφέρνει να επιστρέφει στη ζωή με συνέπειες. Έτσι ο Αριστοτέλης είναι το εννοιολογικό πρότυπο που μας χρησιμεύει. Τα προβλήματα τα ξαναπιάνει, σε αυτήν την ειδική περίπτωση, και αυτό φαίνεται πολύ καθαρά, και από τις αναγνώσεις του της πρωτοχριστιανικής εμπειρίας της ύπαρξης, δηλαδή από την ερμηνεία του του Αποστόλου Παύλου, του Αυγουστίνου, του νεαρού Λούθηρου και άλλων κειμένων στα οποία, κατά τη γνώμη του, ο χριστιανισμός φέρει ένα θεμελιώδες πρόβλημα: ότι η σχέση μας με την ύπαρξη δεν είναι σχέση γνωρίζοντος προς γνωριζόμενο, αν και είναι και αυτή, αλλά μια σχέση με κάτι από το οποίο πρόκειται να παραχθεί η σωτηρία.

Άρα μια σχέση αυτοαναφορική, πρακτική, αποφασιστική, που διατυπώνεται εννοιολογικά σύμφωνα με τον κατηγοριακό μηχανισμό που αντλείται από τον Αριστοτέλη, αλλά για να ιδωθεί το πρόβλημα με εκείνη τη δραματικότητα που στον Αριστοτέλη δεν υπάρχει, αλλά που ο Heidegger κουβαλά από την εμπειρία του πρώιμου χριστιανισμού. Όλα αυτά μέσα σε εκείνο το πρόγραμμα που είδαμε, που το ονομάζει με διαφορετικά ονόματα κάθε φορά, μέχρι να καταλήξει στην «αναλυτική της ύπαρξης», έτσι όπως διαμορφώνεται στο Είναι και Χρόνος. Εδώ λοιπόν λαμβάνει χώρα μια μορφή εξίσωσης ανάμεσα στον τρόπο ύπαρξης της ανθρώπινης ζωής, που είναι το Dasein, και τη Sorge, τη φροντίδα, ως θεμελιώδη ποιότητά της, ως αρχικό της χαρακτηριστικό.

Και γιατί, λέγαμε χθες, η ανθρώπινη ζωή έχει αυτήν την ιδιότητα; Γιατί στη δική της μορφή ύπαρξης, στο δικό της οντολογικό καθεστώς, η ανθρώπινη ζωή δεν είναι εἶναι ἐν ἐνεργείᾳ, δεν είναι καθαρή ἐνέργεια, όπως είναι η μορφή ύπαρξης του Θεού σύμφωνα με τη σύλληψη του Αριστοτέλη. Η ανθρώπινη ζωή είναι μολυσμένη από μια παθητικότητα, που είναι ταυτόχρονα κλείσιμο και άνοιγμα· είναι κλείσιμο γιατί η ανθρώπινη ζωή βρίσκεται ριγμένη μέσα σε κάτι ήδη δοσμένο, το οποίο η ίδια δεν το άνοιξε, αλλά είναι και άνοιγμα γιατί σε αυτήν την έκθεση προς το δυνατό, στη μόλυνση του είναι με το μη είναι, η ανθρώπινη ζωή έχει τη δυνατότητα να παρέμβει με μια πράξη επιλογής ή απόφασης. Άρα η ανθρώπινη ζωή είναι φροντίδα, ή η ανθρώπινη ζωή μπορεί να είναι φροντίδα, γιατί στο οντολογικό της θεμέλιο δεν είναι καθαρό είναι αλλά δύνασθαι-είναι.

«Höher als die Wirklichkeit steht die Möglichkeit» λέει ακριβώς στην αρχή, στην μεθοδολογική παράγραφο του Sein und Zeit. Πιο ψηλά από την πραγματικότητα, από την ενέργεια, στέκει η δυνατότητα. Και γιατί η ανθρώπινη ζωή έχει στη θεμελιακή της συγκρότηση αυτόν τον χαρακτήρα του δύνασθαι-είναι; Γιατί το είναι της είναι μολυσμένο από τη χρονικότητα· όχι τη φυσική χρονικότητα, αλλά μια χρονικότητα που ο Heidegger την ονομάζει αρχική χρονικότητα (Zeitlichkeit), και την ξεχωρίζει ριζικά από τη χρονικότητα της φύσης, από τον χρόνο της φυσικής.

Εδώ, όπως θύμισα χθες, εκείνος προσπαθεί, για όλη μια μεγάλη περίοδο, να ανασύρει μέσα στη δική του σύλληψη —κατά την οποία το Dasein = Sorge = Seinkönnen = Zeitlichkeit, δηλαδή Dasein, φροντίδα, δύνασθαι-είναι, χρονικότητα— ακόμη και την αριστοτελική αντίληψη του χρόνου. Αντίληψη που, συνήθως, ερμηνεύεται ως αντίθετη στην αυγουστίνεια, σύμφωνα με την οποία ο χρόνος είναι dilatatio animi, δηλαδή θεμελιωδώς κάτι που διαστέλλεται, υποκειμενικά, ανάλογα με τις προσδοκίες ή τη μνήμη, με την οποία εργαζόμαστε πάνω στον χρόνο. Αντίθετα, ο Αριστοτέλης συνήθως παρουσιάζεται ως θεωρητικός της συνηθισμένης, φυσιοκρατικής, χρονολογικής, χρονογραφικής αντίληψης του χρόνου, ακριβώς επειδή τον ορίζει ως «ἀριθμός κινήσεως κατὰ τὸ πρὸ καὶ τὸ ὕστερον». Όμως τουλάχιστον ως το ’25–’26, ο Heidegger δεν απελπίζεται να δείξει ότι στην πραγματικότητα ο Αριστοτέλης δεν είναι καθόλου ο στοχαστής του χρόνου της φύσης· αντίθετα, ίσως ακόμη πιο ριζικά από τον Αυγουστίνο, είναι ο στοχαστής της χρονικότητας του Dasein.

Αυτό είναι κάπως τραβηγμένο, ειλικρινά, γιατί υπάρχουν αδύναμα σημεία· δεν το λέω με βεβαιότητα 100%, αλλά 99%. Κυρίως είναι δύσκολο να καθορίσουμε πότε ακριβώς ο Heidegger εγκαταλείπει τον Αριστοτέλη σε αυτό το σημείο. Αλλά τουλάχιστον μέχρι το ’25–’26 κάνει την προσπάθεια να διαβάσει την αριστοτελική ερμηνεία του χρόνου από μια οπτική, ας πούμε, υποκειμενική, από την πλευρά της ψυχής που συγκροτεί την εμπειρία εκείνη.

Πράγματι, άλλωστε, αρκεί να σκεφτούμε τον ίδιο τον ορισμό του Αριστοτέλη για τον χρόνο, για να καταλάβουμε αμέσως ότι, αν διαβαστεί όπως συνήθως διαβάζεται, δεν στέκει. Ο χρόνος είναι «ἀριθμός κινήσεως κατὰ τὸ πρὸ καὶ τὸ ὕστερον», έτσι λέει ο Αριστοτέλης στη Φυσική, βιβλίο Δ΄, κεφάλαιο 10. Από το κεφάλαιο 10 ως το 14 έχουμε μια πραγματεία αφιερωμένη ακριβώς στον χρόνο.

Στην αρχή λέγεται αυτό. Αν λοιπόν κανείς αναρωτηθεί τι πράγμα σημαίνει αυτό. Είναι αρκετά φανερό τι θέλει να πει ο Αριστοτέλης με αυτό, αν και πίσω από αυτήν τη φανερή έκφραση κρύβονται παγίδες. Αυτό που ωστόσο φαίνεται αμέσως, ακόμη πριν μπούμε στην ερμηνεία, είναι ότι το να λες ότι ο χρόνος είναι αριθμός της κινήσεως «κατὰ τὸ πρὸ καὶ τὸ ὕστερον» σημαίνει να λες: ο χρόνος είναι αριθμός —και μένει να καταλάβουμε τι αριθμός, τι πράγμα— σύμφωνα με δύο προσδιορισμούς, «πρὸ» και «ὕστερον», που είναι χρονικοί προσδιορισμοί. Άρα: ο χρόνος είναι ο αριθμός της κινήσεως σύμφωνα με χρονικούς προσδιορισμούς.

Δηλαδή, χωρίς να το αντιλαμβάνεται, ο Αριστοτέλης χρησιμοποιεί στον ορισμό του χρόνου, για να εξειδικεύσει πώς πρέπει να εννοηθεί αυτός ο αριθμός, δύο χρονικούς προσδιορισμούς, που είναι ακριβώς ο χρόνος, εκείνο που έπρεπε να οριστεί. Αλλά αν είναι ο ίδιος που μας προειδοποιεί ενάντια στο σφάλμα του petitio principii (τὸ ἐν ἀρχῇ αἰτεῖσθαι), δηλαδή το να χρησιμοποιείς στον ορισμό αυτό που έπρεπε να οριστεί, πώς μπορούμε να κρατήσουμε αυτόν τον ορισμό, που λοιπόν ή είναι petitio principii ή είναι ταυτολογία; Θα έπρεπε να μπούμε στις λεπτομέρειες αυτής της ερμηνείας, που στην πραγματικότητα δεν είναι ούτε ταυτολογία ούτε petitio principii, αλλά ένας τόσο ιδιοφυής ορισμός, που μόνον κατανοώντας αυτόν καταλαβαίνουμε γιατί, όταν λέμε «είναι έξι», δηλαδή όταν λέμε έναν αριθμό, τον ερμηνεύουμε ως χρονική ένδειξη. Στην πραγματικότητα, ο Αριστοτέλης μας εξηγεί ακριβώς αυτό· και η εξήγησή του ισχύει ακόμη σήμερα —μάλιστα ακόμη περισσότερο σήμερα, που δεν έχουμε ούτε καν το αναλογικό ρολόι αλλά μόνο έναν ψηφιακό αριθμό— τον οποίο διαβάζουμε σχεδόν προϋποθέτοντας κάτι σαν χρόνο.

Τι συμβαίνει λοιπόν όταν λέω «είναι έξι»; Γιατί εσείς εννοείτε αυτό το «έξι» ως χρονική ένδειξη, αν ο αριθμός είναι εκείνο που συνήθως χρησιμοποιούμε ως αριθμό καθαρά; Υπάρχει κάτι που, χωρίς σχεδόν να το αντιληφθούμε, υπονοούμε, χωρίς το οποίο αυτό το «έξι» ποτέ και με τίποτα δεν θα γινόταν χρονική ένδειξη. Όταν λέω «είναι έξι», στην πραγματικότητα προϋποθέτω κάτι που όλοι εσείς εννοείτε και θεωρείτε αυτονόητο, τόσο αυτονόητο που δεν συνειδητοποιούμε καν ότι το προϋποθέτουμε. Αυτό που προϋποθέτω, που προϋποθέτετε κι εσείς όταν λέω «είναι έξι», για να μπορέσετε να εννοήσετε τον αριθμό αυτόν ως χρόνο, είναι το «η ώρα είναι έξι». Χωρίς εκείνο το «η ώρα» —τόσο αυτονόητο που μπορώ και να το παραλείψω— αυτό το «έξι» ποτέ και με τίποτα δεν θα γινόταν χρονική ένδειξη.

Ναι, αλλά από πού αντλώ αυτό το «η ώρα»; Πού γεννιέται αυτό το «ώρα»; Το «ώρα» γίνεται σαν διαχωριστικό σημείο από το οποίο το «έξι» αποκτά την χρονική του μορφή. Μα τι είναι αυτό που γεννά μέσα μου την ανάγκη να πω «η ώρα είναι έξι», «η ώρα είναι καιρός να κάνω αυτό ή εκείνο», «η ώρα είναι να…»; Αυτό το «η ώρα» είναι κάτι που, σε αυτήν την περίπτωση εγώ που μιλώ, γεννώ από το πλαίσιο της δικής μου κινήσεως του βίου, από το πλαίσιο της δικής μου πράξης, και λέγοντας εκείνο το «η ώρα» λέω: «τώρα είναι καιρός να αναλάβει η πράξη μου αυτό ή εκείνο το περιεχόμενο, να πάρει αυτόν ή εκείνον τον δρόμο». Δηλαδή, εκείνο το «η ώρα» με κάποιον τρόπο το αντλώ από μέσα μου, δηλαδή από εκείνη την πρωταρχική πράξη που εγώ είμαι, εφόσον είμαι μια κίνησις του βίου.

Να λοιπόν που ακόμη και ένας ορισμός… Θα χρειαστεί να μπούμε καλύτερα στις λεπτομέρειες, να εξηγήσουμε λίγο καλύτερα πώς γίνεται εδώ η χρήση της στάθμισης(;), αλλά για να σας δώσω την ιδέα, στο περίπου αυτή είναι η στρατηγική που ακολουθεί ο Χάιντεγκερ για να πει «προσέξτε, διότι ακόμη και πίσω από τον αριστοτελικό ορισμό του χρόνου κρύβεται στην πραγματικότητα ένα ολόκληρο παγόβουνο βυθισμένων μυστικών πράξεων που εμείς επιτελούμε και χωρίς τις οποίες ούτε εκείνος ο ορισμός στέκει». Ο Αριστοτέλης στην πραγματικότητα θέτει αυτό το πρόβλημα· αρκεί να έχει κανείς λίγη υπομονή και να φτάσει στο τελευταίο βιβλίο της πραγματείας, στο τελευταίο κεφάλαιο της πραγματείας του περί χρόνου, δηλαδή στο δέκατο τέταρτο κεφάλαιο, πάντοτε του τέταρτου βιβλίου της Φυσικής, όπου εκεί ο Αριστοτέλης προβάλλει αυτήν την υπέροχη απορία· λέει: «Θα μπορούσε να τεθεί αυτό το πρόβλημα», ας το μεταφράσουμε έτσι σε σύγχρονους όρους, «γενική απόλυτη», «εάν η ψυχή δεν υπήρχε, Εἴη ἂν χρόνος ἢ οὔ; — ο χρόνος θα υπήρχε ή όχι;»

Και εδώ, φυσικά, πρέπει να τα βγάλει κανείς πέρα με τους αριστοτελιστές, οι οποίοι είναι το είδος των πεισματωδών και γρανιτένιων ρεαλιστών· είναι εξαιρετικά δύσκολο να τους αποσπάσει κανείς από την πεποίθησή τους ότι ο Αριστοτέλης είναι ο φιλόσοφος του ρεαλισμού. Ωστόσο, το γεγονός είναι ότι αυτοί λένε: «Πρόσεξε, εκεί ο Αριστοτέλης θέτει μια διαλεκτική απορία, δηλαδή μιλά απλώς για να μιλήσει, μιλά για να δώσει “τροφή στα δόντια”, κάνει μια υπόθεση ad absurdum. Είναι σαφές ότι θεωρεί πως ο χρόνος υπάρχει ακόμη κι αν δεν υπάρχει ψυχή· το θέτει μόνο ως διαλεκτική υπόθεση για να ανοίξει έναν διάλογο και κατόπιν να καταρρίψει εκείνους τους ανόητους που πιστεύουν πως χωρίς την ψυχή δεν υπάρχει χρόνος».

Στην πραγματικότητα, τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά, διότι και αυτοί οι ίδιοι βρίσκονται στη συνέχεια μπλεγμένοι σε μια σειρά από μπελάδες. Εγώ δεν λέω καν ότι ο Αριστοτέλης υποστηρίζει απλώς, πως χωρίς την ψυχή δεν θα υπήρχε χρόνος· το ζήτημα είναι περίπλοκο. Όμως είναι σαφές ότι η ψυχή έχει τουλάχιστον μια συστατική λειτουργία στο να αριθμεί την κίνηση, και ιδίως στο να θέτει μέσα σε εκείνον τον αριθμό της κίνησης μια προοπτική που είναι ἐκ τοῦδε εἰς τοῦτο — από κάτι προς κάτι άλλο — δηλαδή στο να ανοίγει έναν ορίζοντα, τον ορίζοντα της πραξιακής μου ύπαρξης, όπως έλεγα πριν, χωρίς τον οποίο εκείνος ο αριθμός δεν θα προσλάμβανε ποτέ την αξία ενός χρόνου.

Έτσι και στον Αριστοτέλη υπάρχει η συνείδηση μιας σχέσης ανάμεσα στη αντικειμενική συγκρότηση του χρόνου και στη συγκρότηση αυτής της αντικειμενικότητας μέσω μιας συνιστώσας πράξης της ψυχής. Επομένως, με αυτόν τον τρόπο, και μπαίνοντας πολύ πιο λεπτομερώς στην ανάγνωση της Φυσικής Δ΄, 10–14, δηλαδή της αριστοτελικής πραγματείας για τον χρόνο, ο Χάιντεγκερ μέχρι τέλους προσπαθεί να ανακτήσει τον Αριστοτέλη προς το μέρος του· ωστόσο, όπως σας έλεγα χθες, τελικά τον εγκαταλείπει, διότι πείθεται ότι, εν τέλει, ο Αριστοτέλης δεν αποδεσμεύεται από έναν νατουραλιστικό ορίζοντα που τον εμποδίζει να φτάσει πραγματικά στο να συλλάβει πως η έσχατη ρίζα της κίνησις και του βίου είναι, κατά βάθος, το «δυνατόν είναι» και η χρονικότητα.

Στο §526 ξέρουμε ότι συναντά τον Καντ και πιστεύει ότι ο Καντ μπορεί να του δώσει τη λύση, και εδώ πάλι με έναν πολύ σφιχτό αγώνα σώμα με σώμα, μια εκ του σύνεγγυς ερμηνεία των καντιανών κειμένων, πάνω-κάτω ακολουθώντας εκείνη τη γραμμή που υπέδειξα· να δείξει ότι ο Καντ κατανοεί τη χρονική δομή του γνωστικού υποκειμένου — πρώτα απ’ όλα στην Κριτική του Καθαρού Λόγου — και να δείξει πώς ο χρόνος εμφανίζεται σε όλα τα επίπεδα του καθαρού λόγου· όχι μόνο στο επίπεδο της Υπερβατολογικής Αισθητικής, αλλά και ως τη θεωρία του «Εγώ σκέπτομαι» που πρέπει να μπορεί να συνοδεύει όλες μου τις παραστάσεις.

Και εδώ έχει μια ερμηνεία κάπως πονηρή, αλλά ιδιοφυή, για να πει ότι το «Εγώ σκέπτομαι» έχει μια χρονική δομή. Κάνει, ας πούμε, τη δοκιμή του εννέα· τι σημαίνει αυτό που ο Καντ συνεχώς επαναλαμβάνει: «Το Εγώ σκέπτομαι πρέπει να μπορεί να συνοδεύει όλες μου τις παραστάσεις»; Ε, λέει, δοκιμάστε να φανταστείτε παραστάσεις που δεν συνοδεύονται από το «Εγώ σκέπτομαι». Δοκιμάστε να κλείσετε τα μάτια σας, λέει στους φοιτητές του, και να φανταστείτε όλες σας τις παραστάσεις χωρίς να σκεφθείτε ότι συνδέονται με το «Εγώ σκέπτομαι». Αυτή είναι μια δική μου παράσταση… Συμβαίνει τότε ότι εκείνες οι παραστάσεις που, όταν συνδέονται με το «Εγώ σκέπτομαι», έχουν τουλάχιστον μια τάξη — εγώ, τώρα, πριν και μετά, δηλαδή μια πολύ απλή τάξη, την τάξη των χρονικών εκτάσεων — συγχέονται και γίνονται ένα σχιζοφρενικό χάος χωρίς αρχή και τέλος. Εάν δεν συνδέσω τουλάχιστον με τη σειρά του παρόντος της συνείδησής μου με ένα παρελθόν και ένα μέλλον, εκείνες οι παραστάσεις μετατρέπονται αμέσως σε μια άμορφη μάζα χωρίς τάξη.

Αυτό του χρησιμεύει για να πει ότι το «Εγώ σκέπτομαι» λοιπόν λειτουργεί και αυτό σύμφωνα με ένα είδος χρονικού σχήματος. Είναι κάπως τραβηγμένο, διότι όποιος γνωρίζει τον Καντ ξέρει ότι το «Εγώ σκέπτομαι» είναι μια λογική λειτουργία και συνεπώς δεν έχει καμία σχέση με τον χρόνο. Όμως στον Χάιντεγκερ αυτό χρησιμεύει για να πει ότι λοιπόν ακόμη και στον ύψιστο και έσχατο προσδιορισμό του γνωστικού υποκειμένου, ο Καντ κάνει χρήση του χρόνου και επομένως ο Καντ ταυτίζει: το Dasein είναι χρονικότητα, το υποκείμενο είναι χρόνος. Όμως ο Καντ τρομάζει μπροστά στην άβυσσο, φοβάται· κάνει ένα βήμα πίσω, διότι φοβάται μπροστά σε ποια άβυσσο; Στην άβυσσο της ριζικότητας, στην άβυσσο ενός πράγματος που δεν επιδέχεται λύση μέσα στη θεωρητική αναστοχαστικότητα. Και έτσι ούτε ο Καντ φτάνει  στο βάθος · φτάνω εγώ, φτάνω εγώ, λέει ο Μάρτιν, που δεν φοβάμαι μπροστά στην άβυσσο και γράφω εκείνο το υπέροχο έργο που είναι το Είναι και Χρόνος, για να δαμάσω αυτή την άβυσσο.

Αυτό για να σας δώσω μια ιδέα· θα έπρεπε βεβαίως να μπούμε πολύ πιο λεπτομερώς στο ζήτημα, να δείξουμε π.χ., όπως το υπαινίχθηκα χθες με εκείνα τα σκαριφήματα, πώς ο Χάιντεγκερ, όταν καθορίζει τη θεμελιώδη συγκρότηση του Dasein, που είναι η μέριμνα (Sorge), δείχνει επίσης πώς η μέριμνα, καθορίζοντας την κίνησιν του Dasein, χαρακτηρίζεται από μια στιγμή· πέρα από τη μετάφραση αυτών των όρων που σήμερα αποδίδεται ως «κατανόηση», «συναισθηματική τονικότητα» και λοιπά, ο Χάιντεγκερ επιχειρεί να δείξει ότι η μέριμνα χαρακτηρίζεται από μια στιγμή — θα λέγαμε — όπου το Dasein είναι σχεδιαστικό, ενεργητικό, αυθόρμητο, ικανό να αυτοκαθορίζεται· και από μια άλλη διάσταση: τη συναισθηματική τονικότητα, τη situatività, δηλαδή ένα σύνολο προσδιορισμών, μάλιστα έναν υπερβατολογικό, a priori προσδιορισμό, χάρη στον οποίο το Dasein πραγματοποιεί τη δραστικότητά του και τη δραστηριότητά του, αλλά πάντοτε όντας ριγμένο και τοποθετημένο σε μια κατάσταση που δεν είναι εκείνο σε θέση να επιλέξει.

Και έτσι η μέριμνα είναι μια σύνθεση ενεργών και παθητικών στιγμών. Και η άρθρωση που αυτή παράγει μεσολαβείται πάντοτε υπό τη μορφή της Rede, δηλαδή της λεκτικότητας/του λόγου· που είναι ένας τρόπος με τον οποίο ο Χάιντεγκερ ανακτά μέσα στη δομική οντολογία του Dasein την αριστοτελική ιδέα του λόγου. Ουσιαστικά, η ανθρώπινη ζωή είναι πάντοτε αρθρωμένη σύμφωνα με τη στιγμή της λεκτικότητας· ακόμη κι όταν πίνεις ένα ποτήρι νερό, εκείνο το ποτήρι δεν είναι ποτέ ένα ὀρεκτόν, μια απλή επιθυμία, αλλά πάντοτε μεσολαβείται, όπως προσπαθήσαμε να δείξουμε, από μια αναστοχαστικότητα.

Επομένως η Rede αρθρώνει τόσο τη στιγμή τη σπουδαία, ενεργή, υψηλή του Dasein, όσο και τα στρώματά του τα, ας πούμε, χαμηλότερα: τη συναισθηματική του τονικότητα, τη situatività του. Αυτό φέρνει λίγο στο νου μια είδους περίπλοκη κατασκευή. Υπάρχει λοιπόν ένα είδος γλωσσικού φράγματος που πρέπει να ξεπεραστεί· αφού το ξεπεράσει όμως κανείς, καταλαβαίνει ότι μ’ αυτήν την κατασκευή, που είναι προϊόν μιας μεγάλης φιλοσοφικής φαντασίας, όπως λέει ο Γκάνταμερ, ο Χάιντεγκερ ξαναπιάνει το παραδοσιακό πρόβλημα: το πρόβλημα του ανθρώπου.

Κάθε φιλοσοφική ανθρωπολογία μπορείτε να την αρχίσετε από τον Αριστοτέλη· εκείνο το χωρίο που σας διάβαζα από τα Ηθικά Νικομάχεια VI, 2, όπου ο Αριστοτέλης λέει ότι ο άνθρωπος είναι η διαπλοκή νοῦ και ὄρεξις, είναι μια ὄρεξις διανοητική και ένας νοῦς ὀρεκτικός, δηλαδή είναι σκέψη που επιθυμεί και επιθυμία που σκέφτεται. Σκεφτείτε τον Καντ που λέει ότι το ανθρώπινο υποκείμενο, ο άνθρωπος, έχει δύο ρίζες, και πάει λέγοντας… Με δυο λόγια, μπορεί να ξαναβρεί κανείς σε οποιονδήποτε μεγάλο φιλόσοφο, πάνω-κάτω, το πρόβλημα του ανθρώπου τοποθετημένο πάνω σ’ αυτά τα θεμέλια — φυσικά με μια εκάστοτε ιδιαίτερη εννοιολογικότητα και κατηγοριακότητα.

Όλα αυτά εμείς τα παρακάμπτουμε, διότι θα μας έμπλεκαν υπερβολικά πολύ μέσα στις λεπτομέρειες του Είναι και Χρόνος. Εκείνο όμως που έχει σημασία να αγγίξουμε, έστω και πολύ γρήγορα, είναι τι; Είναι εκείνο που πιθανότατα βρίσκεται στην καρδιά του Χάιντεγκερ· δηλαδή να δείξει, αφού πρώτα αποκατασταθεί, ας πούμε, η στατική δομή του λόγου του, η στατική δομή της οντολογικής συγκρότησης του Dasein, ότι είναι ενδιαφέρον να δει κανείς πώς αυτή η δομή πράγματι μπαίνει σε λειτουργία μέσα στην κίνηση τοῦ βίου, στο κίνημα της ζωής.

Αυτή η δομή, πρώτα απ’ όλα και τις περισσότερες φορές, δεν εμφανίζεται έτσι όπως τη φωτίζει ο Χάιντεγκερ, αλλά εμφανίζεται — θα λέγαμε — φιλτραρισμένη και αποκρυμμένη από εκείνο που είναι η φυσική τάση της ζωής να αποκρύπτει τον εαυτό της, η αναπόφευκτη τάση της ζωής προς την κατάρρευση, προς το να καταρρέει μακριά από αυτό που είναι κατεξοχήν· άρα να κρύβεται από τον εαυτό της και να υιοθετεί μια μάσκα πίσω από την οποία εμείς πρέπει να σκάψουμε. Διότι η ζωή εμπεριέχει αυτή τη δυναμική, εμπεριέχει μια φυσική τάση να χάνεται.

Ας ξαναπιάσουμε λοιπόν για ένα δευτερόλεπτο το μοντέλο του Αριστοτέλη. Ο Αριστοτέλης μας λέει κάτι — είναι ένα χωρίο από την Πολιτική — λέει: «Τι είναι η ζωή;» όταν λέει ότι …ο άνθρωπος είναι ζῷον πολιτικόν προικισμένο με λόγο, που κάνει όλα εκείνα τα ωραία πράγματα που κάνει, που έχει εκείνες τις συμπεριφορές που έχει, που αποβλέπει στην ευδαιμονία κτλ. Λέει: «μα ο βίος του ανθρώπου τι είναι; Τι είδους κίνηση είναι;» Όταν ο Αριστοτέλης πρέπει να προσδιορίσει την κίνηση τοῦ βίου, ο Αριστοτέλης λέει ότι η κίνηση τοῦ βίου είναι πρᾶξις ἢ πρόαιρεσις. Δηλαδή η κίνηση της ανθρώπινης ζωής χαρακτηρίζεται ως πρακτική κίνηση, με την έννοια της πράξεως. Πρέπει λοιπόν να συλλάβουμε τη ζωή του ανθρώπου έτσι όπως συλλαμβάνουμε το κολύμπι για την απόλαυση του κολυμπιού.

Αφού γίνει αυτή η αναγωγή, πρέπει να θέσουμε το ερώτημα: πότε, πώς ή ποιος είναι ικανός να ζει όπως εγώ κολυμπώ όταν κολυμπώ για την απόλαυση του κολυμπιού; Πρέπει να θέσω το πρόβλημα: «πώς μπορώ να ζήσω για την απόλαυση του ζην;».

Εδώ ο Αριστοτέλης λέει: «Κοίτα όπως κάνει ο φρόνιμος». Πρέπει να δεις πώς τα κατάφεραν εκείνοι που μπόρεσαν, και το κατάφερε ο φρόνιμος — ο σοφός άνθρωπος, ο συνετός άνθρωπος. Άρα το πρότυπο είναι ο φρόνιμος. Ο Heidegger θα έλεγε: είναι εκείνος που ζει αυθεντικά. Όταν ο Heidegger ξαναβρίσκει τη λέξη «εὐδαιμονία» του Αριστοτέλη, τη μεταφράζει σε «αυθεντικότητα». Ενδιαφέροντα πράγματα: έχει απογυμνώσει το περιεχόμενο του όρου «ευδαιμονία» και το μετέφρασε σε έναν τυπικό, καθαρά μορφικό όρο· αλλά η ιδέα είναι η ίδια.

Γιατί λοιπόν ο φρόνιμος; Εκτός από το ότι εκπροσωπεί βεβαίως ένα πρότυπο, πράγμα αυτονόητο για έναν Έλληνα, είναι εκείνος που καταφέρνει να ζει όπως εγώ κολυμπώ όταν κολυμπώ για την απόλαυση του κολυμπιού· γιατί ο φρόνιμος είναι εκείνος που καταφέρνει — απλουστεύω τώρα, ας με συγχωρέσουν οι αριστοτελικοί — είναι εκείνος που καταφέρνει να κάνει να λειτουργούν σωστά τόσο η παθητικότητά του, δηλαδή η ὄρεξις, όσο και η ικανότητά του να συλλογίζεται, δηλαδή ο νοῦς.

Τι είναι λοιπόν αυτός ο νοῦς; Ας πούμε η ικανότητα να σκέφτεται. Κι έχει βάλει σε τάξη το σύνολο των ορμών του, προσδίδοντάς τους μια δεύτερη φύση, η οποία τον οδηγεί σχεδόν αυτόματα στο μέτρο· σχεδόν αυτόματα, μέσω καλής αγωγής, της συνεχούς επανάληψης ορισμένων πράξεων στο σωστό μέτρο. Υπάρχει όλη μια σειρά πραγμάτων που πρέπει να γνωρίζει κανείς, αλλά εν πάση περιπτώσει αυτό το μέρος στον φρόνιμο είναι τακτοποιημένο.

Επιπλέον, είναι τακτοποιημένο και το άλλο μέρος, διότι έμαθε να σκέφτεται καλά και, με την εμπειρία, να αναγνωρίζει τις περιστάσεις της πράξης του. Αυτό είναι κάτι που περιπλέκει λίγο τα πράγματα: πρέπει κανείς σε λογικό επίπεδο όχι μόνο να έχει την ικανότητα να επιχειρηματολογεί καλά, αλλά και την οξυδέρκεια, το σωστό «βλέμμα» (colpo d’occhio), διότι έπειτα, μέσα στις καταστάσεις, πρέπει — εκτός από το να γνωρίζει την καθολική αρχή — να συλλαμβάνει και το συγκεκριμένο. Το πρακτόν είναι πάντοτε μια συγκεκριμένη πράξη· δεν πράττω ποτέ μέσα σε ένα καθολικό, αλλά πάντα μέσα σε ειδικές, συγκεκριμένες, καθορισμένες περιστάσεις.

Άρα, εκτός από το να έχω την ιδέα — όπως το παράδειγμα ότι πρέπει να τρώω ελαφριά κρέατα γιατί αλλιώς μου βαραίνουν το στομάχι και με βλάπτουν — πρέπει επίσης να έχω το «βλέμμα» και να βλέπω αμέσως στο εστιατόριο ότι αυτό είναι ένα ελαφρύ κρέας, αυτό είναι κοτόπουλο, και να μην το συγχέω με αγριογούρουνο. Γι’ αυτό η ικανότητα αυτή ονομάζεται νοῦς: γιατί ο νοῦς είναι ακριβώς η ικανότητα να συλλαμβάνει άμεσα αυτό για το οποίο πρόκειται.

Ο φρόνιμος, λοιπόν, είναι προικισμένος με τη σωστή ὄρεξις, δηλαδή έχει συνηθίσει να ικανοποιεί τις ορμές του στο μέτρο που του αρμόζει, ισορροπημένα. Πίνει με το σωστό τρόπο, τρώει με το σωστό τρόπο, αναπαράγεται με το σωστό τρόπο — εδώ υπάρχουν διάφορες θεωρίες, αλλά από αριστοτελική σκοπιά ας το αφήσουμε· εν πάση περιπτώσει, κάνει όλα εκείνα που χρειάζονται για να ικανοποιήσει τις ὄρεξις του στο μέτρο που του είναι πρέπον, ισορροπημένα. Έχει μάθει να σκέφτεται σωστά, και με τα χρόνια απέκτησε και πείρα.

Άρα, ένας νέος, ας το ξεχάσει· δεν μπορεί να είναι φρόνιμος. Πρέπει να περιμένει, γιατί του λείπει τουλάχιστον η εμπειρία. Επιπλέον, είναι εκτεθειμένος στις ὄρεξις, οπότε δεν γίνεται τίποτα: όσο εκείνες δεν έχουν δαμαστεί, είναι εκτεθειμένος στον κίνδυνο. Εν ολίγοις, ο Αριστοτέλης έχει μια δική του ιδέα περί ευδαιμονίας, η οποία αντιστοιχεί σε μια σειρά πραγμάτων και η οποία περιλαμβάνει την καλή λειτουργία τουλάχιστον τριών στοιχείων.

Μπορεί να συμβεί κάποιο από αυτά να μη λειτουργεί. Για παράδειγμα, έχουμε την περίπτωση του φαύλου· δηλαδή εκείνου που δεν έχει σωφροσύνη, που δεν έχει μορφώσει καλά τις ὄρεξις του, τις επιθυμίες του, και που γι’ αυτό του αρέσει, ας πούμε, το κρασί· του αρέσουν οι γυναίκες· του αρέσουν πολλά πράγματα, αλλά με αχαλίνωτο τρόπο. Αυτός, ακόμη κι αν σκέφτεται σωστά και ακόμη κι αν έχει το σωστό «βλέμμα», δεν ωφελεί σε τίποτα· δεν είναι φρόνιμος, γιατί παρασύρεται σε σφάλματα· διότι οι ὄρεξις είναι το καθοριστικό μέρος, είναι το μέρος που κινεί κατεξοχήν την κίνησιν τοῦ βίου.

Υπάρχει και η αντίθετη περίπτωση: κάποιος που έχει διαμορφώσει καλά τις ὄρεξις, αλλά σκέφτεται στραβά. Ούτε αυτός είναι φρόνιμος, διότι είναι όπως η αρετή που πηγαίνει ενάντια στη ροή του κόσμου, για την οποία μιλά εκείνος στη Φαινομενολογία του Πνεύματος. Δηλαδή είναι κάποιος που είναι καλός, ο καημένος, τον έχουν συνηθίσει, τον έχουν τιθασεύσει, κι έτσι επιθυμεί τα πάντα με τον σωστό τρόπο, ούτε υπερβολικά ούτε ανεπαρκώς· όμως συλλογίζεται στραβά, και γι’ αυτό κάνει λάθος στους υπολογισμούς, λάθος στα μέσα, λάθος στους χρόνους, λάθος στις περιστάσεις· κι έτσι κάνει τη φιγούρα του ανόητου. Τότε καλύτερα ο άλλος.

Επομένως, ώστε η κίνηση τοῦ βίου, νοημένη ως πρᾶξις, να λειτουργεί σωστά, είναι απαραίτητο για τον Αριστοτέλη να υπάρχει η καλή λειτουργία όλων αυτών των στοιχείων μαζί: η επιθυμητικότητα, η λογικότητα στη γενική της μορφή, και η ικανότητα αναγνώρισης του συγκεκριμένου. Αρκεί να κοιτάξει κανείς τα παραδείγματα ανθρώπων φρονίμων.

Τι έκανα λοιπόν; Επανέφερα για λίγο το αριστοτελικό πρότυπο, επειδή ο Χάιντεγκερ με κάποιον τρόπο το ξαναπιάνει· και μάλιστα στις ίδιες τις μεταφράσεις των όρων διαπιστώνουμε ότι έχει κατά νου ακριβώς τη σκευή του Αριστοτέλη. Όμως, σ’ εκείνον, ακριβώς επειδή ο Χάιντεγκερ συνδυάζει όλα αυτά με την ερμηνεία του της πρωτοχριστιανικής εμπειρίας της ύπαρξης, υπάρχουν μετατοπίσεις, μια νέα δυναμική που εισάγει.

Δηλαδή, ο Χάιντεγκερ λέει ότι υπάρχει, κατά κάποιον τρόπο, ένα φιλοσοφικό προπατορικό αμάρτημα, που μολύνει, που καθιστά ελαττωματικό, που εμποδίζει το να μπορώ να κολυμπώ για την απόλαυση του κολυμπιού, ακόμη κι εκεί όπου θέλω να κολυμπώ για την απόλαυση του κολυμπιού· ακόμη κι εκεί όπου το κατάλαβα και προσπαθώ να το κάνω. Δυστυχώς, η δομή μου ως πεπερασμένου όντος, η γεγονοτηκότητα μου (Faktizität), έχει μια έμφυτη τάση να καταρρέει, να χάνεται μάλλον παρά να βρίσκει τον εαυτό της, να πέφτει μάλλον παρά να ανέρχεται. Είμαστε έρμαια ενός βάρους βαρύτητας — του βάρους της ανυπόφορης ελαφρότητας του είναι μας — προς τα κάτω και όχι προς τα πάνω.

Έτσι, έξω από οποιοδήποτε θεολογικό πλαίσιο, γιατί ο Χάιντεγκερ σκέφτεται ως κατ’ αρχήν άθεος, ξαναπαίρνει την ιδέα ότι η Faktizität έχει αυτό που η θεολογία αποκαλεί προπατορικό αμάρτημα. Η Faktizität είναι μια αρχέγονη ενοχή· όχι επειδή η Εύα διέφθειρε τον Αδάμ — κι αυτό, προφανώς — αλλά επειδή η Faktizität ως τέτοια είναι ένα αμάρτημα· έχει αυτή τη δυναμική, αυτή την τάση να χάνεται.

Για να είμαστε ακριβείς, όχι με αυτούς τους τόνους του προπατορικού αμαρτήματος, αλλά με πιο νηφάλιους τόνους, το είχε ήδη πει κι ο Αριστοτέλης. Ο Αριστοτέλης είχε πει ότι όταν κάποιος προσπαθεί να είναι ευδαίμων — αν και δεν το λέει ακριβώς έτσι, γιατί να πεις ότι κάποιος «προσπαθεί να είναι ευτυχισμένος» είναι ανοησία: κανείς δεν μπορεί να «προσπαθεί να είναι ευτυχισμένος»· πρέπει να κάνει καλά αυτό που έχει να κάνει, κι έπειτα, ἐπιγιγνόμενον τέλος, σαν σκοπός που προστίθεται, έρχεται η ευδαιμονία. Αν κάποιος σηκωθεί το πρωί και πει «σήμερα θέλω να είμαι ευτυχισμένος», αυτός είναι ο καλύτερος τρόπος για να γίνει δυστυχισμένος. Το λέει ακριβώς στο δεύτερο βιβλίο των Ἠθικῶν Νικομαχείων.

Εκεί, όμως, υπάρχει και κάτι πολύ ενδιαφέρον που πάει προς αυτήν την κατεύθυνση του προπατορικού αμαρτήματος: όταν κάποιος ζει και θέλει να πετύχει στη ζωή, θέτει στον εαυτό του την εὐπραξία, από την οποία πηγάζει έπειτα η ηδονή και η ευδαιμονία. Είναι σαν έναν που τεντώνει το τόξο — μια ενδιαφέρουσα παρομοίωση· είναι σαν να κάνει στοχάζεσθαι, δηλαδή να στοχεύει έχοντας μπροστά του έναν στόχο (σκοπός), προσπαθώντας να πετύχει το κέντρο του στόχου, ακριβώς εκείνο.

Έχετε προσπαθήσει να ρίξετε με τόξο; Είναι κάτι δύσκολο. Και ασφαλώς έχετε κάνει την εμπειρία, άμεσα διαισθητική, ότι, όπως λέει ο Αριστοτέλης, το ἁμαρτάνειν — θα το μεταγράψουμε έτσι: amartanein — το «σφάλλειν». Η ἁμαρτιολογία στα θεολογικά συγγράμματα ήταν η διδασκαλία περί σφάλματος, λάθους, αμαρτίας. Ε, λοιπόν, το ἁμαρτάνειν γίνεται πολλαχῶς, με πολλούς τρόπους: μπορώ να σφάλλω έτσι, έτσι, έτσι, με χίλιους διαφορετικούς τρόπους. Ενώ το στοχάζεσθαι, το να πετυχαίνεις τον στόχο, είναι μονάχως, με έναν μόνο τρόπο. Είναι, επομένως, πολύ δυσκολότερο να πετύχεις παρά να σφάλλεις.

Επομένως, η ζωή μας είναι πιο εύκολο να σφάλλει παρά να πετύχει τον στόχο. Άρα ήδη ο Αριστοτέλης είχε, αν θέλετε, την ιδέα ενός προπατορικού αμαρτήματος. Αλλά ο Χάιντεγκερ δεν την παίρνει από τον Αριστοτέλη· αυτό το σημείο νομίζω ούτε καν το εξετάζει. Το παίρνει από τη χριστιανική θεολογία, μέσα στην οποία είχε διαμορφωθεί· αφαιρεί από αυτό το θεολογικό θετικό περιεχόμενο και το αναδιατυπώνει σε όρους μιας αρχέγονης τάσης του Dasein να χάνεται μάλλον παρά να βρίσκει τον εαυτό του.

Μάλιστα, αυτή η αρχέγονη τάση του Dasein να χάνεται είναι τόσο ισχυρή, ώστε «κατ’ αρχήν και τις περισσότερες φορές» βρισκόμαστε ήδη χαμένοι· όχι μόνο ως άτομα, αλλά ακριβώς στο ότι βρισκόμαστε οι μεν με τους δε. Υπάρχει, θα λέγαμε, ένα συλλογικό προπατορικό αμάρτημα που μολύνει το σύνολο της ανθρωπότητας. Για τον Χάιντεγκερ, η ανθρωπότητα, ο άνθρωπος, έχει ήδη πάντοτε ερμηνεύσει τον εαυτό του μ’ έναν ανειλικρινή τρόπο, γιατί έχει ήδη πάντοτε απομακρυνθεί από εκείνο το αρχέγονο μέσα στο οποίο θα έπρεπε να βρίσκεται.

Και ποιο είναι εκείνο το αρχέγονο μέσα στο οποίο θα έπρεπε να βρίσκεται ο άνθρωπος; Είναι η φάκτιτσίτα του· είναι το να κάθεται και να αναφέρεται με πρακτικό, αποφασιστικό τρόπο σ’ αυτό το κάθισμά του, αναλαμβάνοντας συνειδητά το βάρος του να αποφασίζει στιγμή τη στιγμή για αυτό το είναι του. Ας αφαιρέσουμε το «κάθισμα» και ας πάρουμε τη ζωή ως τέτοια: η φάκτιτσίτα είναι ένα διαρκές «να βρίσκεται μπροστά από τον εαυτό του»· κι ένα πρέπει να αναλαμβάνει κανείς το βάρος αυτής της απόφασης, στην οποία το «μπροστά από τον εαυτό του» αναλαμβάνεται με τρόπο συνειδητό.

Όμως, επειδή αυτή η έκθεση του όντος — που, όπως λέει ο Χάιντεγκερ, «εφόσον ακόμη είναι, δεν είναι ακόμη»· όσο είμαι, βρίσκομαι ήδη πιο πέρα απ’ το πού βρίσκομαι, διότι σκέφτομαι ήδη το λεπτό, το δευτερόλεπτο, τη στιγμή πιο μπροστά από εκείνη ακριβώς στην οποία βρίσκομαι· γιατί πρέπει ακριβώς να αποφασίσω για εκείνο το μέλλον είναι που είναι πάντοτε δικό μου και που πάντοτε επίκειται και με βαραίνει κάθε φορά.

Η ζωή μου είναι ένα είναι που είναι, θα λέγαμε, συνεχώς εκτινασσόμενο έξω από εκείνο το σημείο ισορροπίας όπου θα βρισκόμουν αν ήμουν actus purus. Αλλά, όντας δυνατόν εἶναι, βρίσκομαι διαρκώς προβαλλόμενος έξω στον χρόνο, έξω από εκείνη τη στάση (stasis) όπου θα ήθελα να μένω.

Όπως λέει ο Αριστοτέλης, ο χρόνος είναι ἐκστατικός: σε τινάζει έξω, είναι αιτία καταρρεύσεως, αιτία φθοράς.