Παρασκευή 24 Ιουλίου 2026

ΠΕΡΙ ΑΓΑΠΟΛΟΓΙΑΣ-Η ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΑΙΡΕΣΗ (10)

  Ο ΘΩΜΑΣ ΑΚΙΝΑΤΗΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΔΑΣΚΑΛΟΣ

Του Jean Pierre Torrell.
Ο ΔΕΣΜΟΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

Συνέχεια από Τρίτη 21 Ιουλίου 2026
    
      Ακολουθώντας τον Αυγουστίνο, ο οποίος σε αυτό το σημείο υπήρξε ένας ανανεωτής και σφράγισε με την ιδιοφυΐα του [με την αλαζονεία του μάλλον] το σύνολο του τριαδικού στοχασμού τών λατίνων - διαφοροποιούμενος από την Ελληνική παράδοση η οποία είχε ήδη βαδίσει μια διαφορετική οδό - οι θεολόγοι του Δυτικού Μεσαίωνος μιλούσαν για το Άγιο πνεύμα σαν την αμοιβαία αγάπη με την οποία αγαπώνται ανάμεσά τους ο Πατήρ και ο Υιός. [Δηλαδή στην πραγματικότητα καταργώντας το Άγιο Πνεύμα σαν Υπόσταση].

Για τον Αυγουστίνο το Άγιο Πνεύμα είναι «η ενότης των δύο άλλων προσώπων ή η αγιότης των ή η αγάπη τους» και είναι γι' αυτόν τον λόγο πρόσωπο, καθότι είτε είναι η ενότης των καθώς είναι η αγάπη τους, και η αγάπη τους καθώς είναι η αγιότης τους, είναι φανερό πως αυτό δεν είναι ένα από τα δύο πρώτα πρόσωπα, αλλά είναι αυτό στο οποίο πραγματοποιείται η αμοιβαία τους ενότης. Και δεν θα μπορούσε να ονομασθεί καλύτερα παρά από το έργο που πραγματοποιεί: «Εάν η αγάπη με την οποία ο Πατήρ αγαπά τον Υιό, και ο Υιός αγαπά τον Πατέρα, μας φανερώνει την άρρητο κοινωνία τού ενός με το άλλο, δεν είναι ίσως φρόνιμο να αποδώσουμε ακριβώς το όνομα της αγάπης στο πνεύμα που είναι κοινό στον Πατέρα και τον Υιό;»(περί Τριάδος XV 19,37).
Ο Ακινάτης δέχεται αυτή την ομοφωνία και στο πρώτο του έργο αναπτύσσει το θέμα με μία φανερή ευχαρίστηση:  «Επειδή το Άγιο Πνεύμα προοδεύει σαν αγάπη, ανήκει σε αυτό να είναι η ενότης τού Πατρός και του Υιού (Unio Patris et Filii) εξ' αιτίας αυτού ακριβώς τού τρόπου τής προόδου. Και πράγματι μπορούμε να υπολογίσουμε τον Πατέρα και τον Υιό τόσο καθώς μοιράζονται την ίδια ουσία, και έτσι είναι ουσιωδώς ενωμένοι, όσο και καθώς είναι προσωπικώς διακεκριμένοι, και τότε είναι ενωμένοι μέσω της συγκλίσεως και της αγάπης (per consonatiam amoris). Εάν παρανοϊκώς μπορούσαμε να υποθέσουμε πως δεν μπορούν να είναι ουσιωδώς ενωμένοι, θα ήταν τότε απαραίτητο να δεχθούμε ανάμεσά τους μία ένωση αγάπης, ώστε η χαρά τους να είναι τέλεια» (In I Sent. d. 10 q. 1 a. 3). [Είμαστε όλοι μια καλή παιδική χαρά].

Σ' αυτή την προοπτική, το Πνεύμα είναι λοιπόν μια υφιστάμενη ενέργεια αγάπης [δηλαδή δεν είναι υπόσταση, δεν υπάρχει, είναι σχέση], την οποία ο Πατήρ και ο Υιός εκπέμπουν μαζί, η ενέργεια μέσω της οποίας αγαπώνται μεταξύ τους και τους ενώνει με τον εκστατικό τρόπο με τον οποίο η αγάπη ενώνει τον αγαπώντα με τον αγαπώμενο. Η βαθειά ομορφιά αυτού του οράματος τών πραγμάτων εξηγεί την γοητεία που άσκησε και εξακολουθεί να ασκεί στις διάνοιες. Παρ' όλα αυτά όμως έχει το μειονέκτημα να υπερθέτει την ενέργεια της αγάπης, του "γάμου", την πνεύση δηλαδή του Αγίου Πνεύματος εκ μέρους του Πατρός και του Υιού, στην ενέργεια της "προσωπικής" αγάπης που είναι το Άγιο Πνεύμα το Ίδιο, αμοιβαία αγάπη των πρώτων δύο προσώπων.
Εκτός των προβλημάτων της γλώσσας και τον κίνδυνο του ανθρωπομορφισμού, αυτή η αναπαράσταση του Αγίου Πνεύματος σαν "περιβάλλον"[σάν σάκκος] μέσα στο οποίο και δια του οποίου ενώνονται ο Πατήρ και ο Υιός, μας επιτρέπει και να ατενίσουμε την καταγωγή του, ότι δηλαδή εξ' αιτίας τής καταγωγικής του σχέσεως μπορούμε να ξεχωρίσουμε το θείο πρόσωπο που προοδεύει. Ο Ακινάτης τηρεί με σεβασμό την αρχή του Άνσελμου, την οποία υιοθέτησε αργότερα η σύνοδος της Φλωρεντίας: Στον θεό όλα είναι Ένα και ταυτό, εκτός από όπου υπεισέρχεται μια αντίθεση σχέσεως. «Omnia in Deo sunt unum et idem ubi non obviat relationis oppositio». Άνσελμος του Καντέρμπουρυ, Περί της προόδου του Αγίου Πνεύματος, κεφάλαιο Ι: «ο Υιός έχει όλα όσα έχει ο Πατήρ εκτός του Είναι του Πατρός, καθώς λαμβάνει εκ του Πατρός την καταγωγή του. Το Πνεύμα με την σειρά του έχει όλα όσα έχουν ο Πατήρ και ο Υιός, εκτός του Είναι του Πατρός και του Υιού, καθώς λαμβάνει από αυτούς την καταγωγή του. Αυτός είναι ο λόγος εξ' άλλου για τον οποίο στην καταγωγή του Αγίου Πνεύματος πρέπει να υπάρχει και ο Υιός (Filioque), καθότι, εάν δεν ήταν έτσι, δεν θα υπήρχε καμμία δυνατότης διακρίσεως ανάμεσα στον Υιό και το Άγιο Πνεύμα»!
Γι' αυτό, ευαίσθητος στην σχετική ανεπάρκεια αυτού του τρόπου κατανοήσεως των πραγμάτων, ο Ακινάτης κατευθύνθηκε σιγά-σιγά προς μια άλλη εξήγηση, την οποία θα αναπτύξει και θα ολοκληρώσει στις δύο μεγάλες του Σούμες, τις συνθετικές του εργασίες, που στηρίζουν ακόμη τον Καθολικισμό. [Την μία εξ' αυτών, αυτή που έγραψε εναντίον των Ελλήνων, την ξεγύμνωσε ο Κάλλιστος Αγγελικούδης και το κείμενό του περιλαμβάνεται στις αναρτήσεις μας]. Έτσι για να σεβαστεί όλες τις απαιτήσεις μιας αυστηρής θεολογίας, εισάγει το μυστήριο του τρίτου προσώπου, στην βάση της αγάπης με την οποία ο θεός αγαπά την αγαθότητά του.

Όπως ο θεός γνωρίζοντας τον Εαυτό του, παράγει τον Λόγο Του, έτσι ακριβώς αγαπώντας τον Εαυτό του παράγει ή "πνέει" το Πνεύμα Του. [Ένας απολύτως εγωκεντρικός και εγωπαθής Θεός που έφτασε στα χέρια του Μπουλγκάκωφ και του Ζηζιούλα να αποτελείται από τρία Εγώ, έφτασε δηλαδή στην σχιζοφρένεια]. Έτσι λοιπόν στην καρδιά αυτής της πράξεως αγάπης ο Ακινάτης ξεχωρίζει την παρουσία ενός "αισθήματος" ή "εντυπώσεως" αγάπης μέσω της οποίας ο αγαπώμενος βρίσκεται μέσα σ' αυτόν που αγαπά. Στην έλλειψη όμως ενός ακριβέστερου όρου για να περιγραφεί αυτή η έλξη της αγάπης ή η αισθηματική εντύπωση η οποία απορρέει σε αυτόν που αγαπά, της δίνουμε το ίδιο το όνομα της Αγάπης και έτσι συμφέρει να προσλάβουμε με αυτόν τον τρόπο την πρόοδο του Αγίου πνεύματος στον θεό που αγαπάται. [Και η αυταγάπη ανακηρύχθηκε ο θεός της Δύσεως, που λατρεύεται μέχρι σήμερα ακόμη και στην Ορθοδοξία].


 Αλλά πώς ορίζει ο Ακινάτης τον κτιστό χαρακτήρα της χάρης; Με τον πιό απλό τρόπο που υπάρχει, κάνοντας έναν παραλληλισμό ανάμεσα στην γνώση που έχει ο Θεός για τα όντα και την αγάπη που έχει γι' αυτά από το ένα μέρος, και την γνώση και την αγάπη που έχουμε εμείς από το άλλο. Στην δική μας περίπτωση αυτά που γνωρίζουμε είναι πράγματα που ήδη υπάρχουν και βρίσκονται στην καταγωγή τής γνώσης μας. Στην περίπτωση του Θεού συμβαίνει το αντίθετο: αυτός δέν γνωρίζει τα πράγματα επειδή υπάρχουν, αλλά αυτά υπάρχουν επειδή τα γνωρίζει. Η επιστήμη του Θεού είναι πραγματοποιός, θέτει τα πράγματα στην ύπαρξη. Εάν τώρα υπολογίσουμε την αγάπη, αντί της γνώσεως, χρειάζεται να κάνουμε έναν παρόμοιο στοχασμό. Η αγάπη μας, για ένα όν οφείλεται στην αγαθότητά του (πραγματική ή υποθετική, εμείς πάντως δέν αγαπούμε παρά αυτό που μας φαίνεται αξιαγάπητο). Για τον Θεό, συμβαίνει πάλι το αντίθετο. Είναι η αγάπη του η οποία δημιουργεί την αγαθότητα των όντων και των πραγμάτων. Έτσι, όταν λέμε πώς ο Θεός αγαπά ένα πλάσμα θέλουμε να πούμε πώς αυτός δημιουργεί σ'αυτόν που αγαπά ένα αποτέλεσμα το οποίο προέρχεται από την ίδια την θεϊκή αγάπη.
          Εάν τώρα μιλήσουμε για το δώρο της χάριτος, πρέπει βεβαίως να πούμε πώς ο Θεός ενεργεί και πιό συγκεκριμένα το Άγιο Πνεύμα, καί είναι άκτιστη πραγματικότης. Όταν όμως ένα πρόσωπο λαμβάνει ένα δώρο της χάριτος το οποίο δέν είχε προηγουμένως, αυτό δέν σημαίνει πώς συμβαίνει με μία αλλαγή του ιδίου του Αγίου Πνεύματος. Αλλά αλλάζει το ίδιο το πρόσωπο κάτω από το αποτέλεσμα της Ενέργειας του Πνεύματος.
Όταν λοιπόν λέμε πώς το Άγιο Πνεύμα δόθηκε σε κάποιον, αυτό σημαίνει πως αυτό το πλάσμα έλαβε ένα δώρο αγάπης του Θεού, το οποίο δέν διέθετε πρίν. Ακόμη και με τον κίνδυνο να το μειώσουμε στο μηδέν, αυτό το δώρο πρέπει να είναι μία κτιστή πραγματικότης, δωρισμένη δωρεάν από τον Θεό.
          Ο κτιστός αναγκαίως χαρακτήρας αυτού του δώρου θα γίνει πιό κατανοητός εάν θυμηθούμε τον λόγο του Αγίου Ιωάννου και αυτό που υπονοείται στην σκέψη: "Ο Θεός μας αγάπησε πρώτος" (1 Ιωάν 4,10 και 19). Η αγάπη του Θεού για μας δέν είναι επομένως το αποτέλεσμα τής δικής μας αγαθότητος. Ο Ακινάτης προσθέτει απλώς: ο Θεός, ο οποίος μας αγάπησε πρώτος, μας δίνει επίσης και με τί πράγμα να τον αγαπήσουμε. Βρισκόμαστε λοιπόν στο κέντρο της θέσεως και του προβλήματος. Είναι απαραίτητο λοιπόν, το πλάσμα να είναι ανάλογο και σύμμετρο με τον σκοπό για τον οποίο ο Θέος το καλεί. Αυτός ο σκοπός, αυτό το τέλος, όπως γνωρίζουμε συνίσταται στην Ευτυχία, στην απόλαυση του Θεού σε μία τέλεια κοινωνία γνώσεως  και αγάπης. Εξ ορισμού, αυτή η Ευτυχία είναι τελείως ασύμμετρος στις δυνάμεις του ανθρώπου, αυτή είναι σύμφυτος μόνον στον Θεό. Είναι αναγκαίο λοιπόν να δωρήσει ο Θεός στον άνθρωπο κάτι με το οποίο θα μπορεί όχι μόνον να πράξει εν' όψει αυτού του σκοπού και να μπορεί να κατευθύνει την επιθυμία του πρός αυτό, αλλά και κάτι με το οποίο η ίδια η φύση του ανθρώπου υψώνεται στο ύψος αυτού του σκοπού.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΣΤΗΝ ΔΑΙΜΟΝΙΚΗ ΦΙΛΑΥΤΙΑ.

"Θέλεις να αγαπάσαι από όλους, να αξιώνεσαι συγγνώμης και θεωρείς βαρύ και ανυπόφορον το να κατακρίνεσαι και μάλιστα ενώ έπταισες και λίγο; Αγάπα τότε και συ τους πάντες, να είσαι συγχωρητικός, άπεχε από την κατάκρισι, βλέποντας κάθε άνθρωπον σαν τον εαυτόν σου και έτσι να αποφασίζης και να ενεργής, με αυτήν την διάθεσι. «Τούτο γαρ έστι το θέλημα του Θεού» λέγει ο κορυφαίος των Αποστόλων Πέτρος, «αγαθοποιούντας φιμούν (να φιμώνουμε) την των αφρόνων ανθρώπων αγνωσίαν», εκείνων δηλαδή που μας εχθρεύονται ματαίως και δεν θέλουν να δώσουν σε άλλους εκείνα που επιθυμούν αυτοί να λαμβάνουν από άλλους.
Πράγματι πως δεν είναι άφρων όποιος, ενώ ανήκουμε όλοι στην ιδία φύσιν αυτός δεν αντιμετωπίζει το θέμα με τον ίδιον τρόπον, ούτε αποδίδει την ιδίαν κρίσι, μολονότι ενυπάρχουν σ΄ εμάς φυσικώς και η κρίσις αυτή και η θέλησις; Διότι στο να θέλωμε να αγαπώμεθα και να ευεργετούμεθα από όλους, όπως και από τον εαυτόν μας, είμεθα όλοι αυτοκίνητοι. Επομένως και το να θέλωμε να αγαθοποιούμε και να έχωμε καλήν διάθεσι προς όλους, όπως και προς τους εαυτούς μας, είναι έμφυτο σ΄ εμάς, επειδή όλοι έχουμε γίνει κατ΄ εικόνα του αγαθού.

 Αλλά όταν εισήλθε μέσα μας και επληθύνθη η αμαρτία, την μεν προς τον εαυτόν μας αγάπη δεν την έσβεσε, αφού σε τίποτε δεν της εναντιώνεται, ενώ την προς αλλήλους αγάπην, ως κορυφήν των αρετών την κατέψυξε, την ηλλοίωσε και την αχρήστευσεν. Όθεν αυτός που ανακαινίζει την φύσι μας και την ανακαλεί προς την χάριν της εικόνος της, δίδοντας τους ιδικούς του νόμους κατά το προφητικόν, στις καρδίες μας, λέγει «καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως» και «ει αγαπάτε τους αγαπώντας υμάς, ποία υμίν χάρις εστί; και γαρ οι αμαρτωλοί τούτο ποιούσι· και εάν δανείζητε παρ΄ ων ελπίζετε απολαβείν, ποία υμίν χάρις εστί; Και γαρ αμαρτωλοί αμαρτωλοίς δανείζουσιν, ίνα απολάβωσι τα ίσα»."

Αμέθυστος

Δεν υπάρχουν σχόλια: