Πέμπτη 30 Ιουλίου 2026

Ο ΜΕΣΟΠΛΑΤΩΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΕΠΑΝΑΝΑΚΑΛΥΨΗ ΤΗΣ ΠΛΑΤΩΝΙΚΗΣ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗΣ 5

Συνέχεια από Τετάρτη 22. Ιουλίου 2026


Ιστορία της ελληνικής και ρωμαϊκής φιλοσοφίας
Τόμος VII

Ο ΜΕΣΟΠΛΑΤΩΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΕΠΑΝΑΝΑΚΑΛΥΨΗ ΤΗΣ ΠΛΑΤΩΝΙΚΗΣ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗΣ 5

Giovanni Reale
Εκδόσεις Bompiani

ΤΜΗΜΑ II

Η ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΟΥ ΜΕΣΟΥ ΠΛΑΤΩΝΙΣΜΟΥ
II. Επανενεργοποίηση και επανεξέταση της πλατωνικής θεωρίας των Ιδεών

1. Οι Ιδέες ως «σκέψεις του Θεού»
II. Επαναπρόσληψη και επανεξέταση της πλατωνικής θεωρίας των Ιδεών

1. Οι Ιδέες ως «νοήματα του Θεού» – Η μεταφυσική των Ιδεών ως «νοημάτων του Θεού» έχει ασφαλώς ιστορικά προηγούμενα, όπως είχαμε ήδη την ευκαιρία να αναφέρουμε.¹

Οι μελετητές έχουν επανειλημμένως υπογραμμίσει ότι στον Ξενοκράτη,² στη Στοά και στον Αντίοχο τον Ασκαλωνίτη³ μπορούν να εντοπιστούν προδρομικές διατυπώσεις αυτής της διδασκαλίας.
Ωστόσο, στον Ξενοκράτη αυτή είναι απλώς υπόρρητη, ενώ στους Στωικούς και στον Αντίοχο απουσιάζει εντελώς η έννοια του «άυλου»· κατά συνέπεια, η προβληματική αυτών των φιλοσόφων τοποθετείται σε ένα εντελώς διαφορετικό επίπεδο.
Ούτε και οι νύξεις που απαντούν στον Βάρρωνα⁴ μας οδηγούν πολύ μακρύτερα. Οι διατυπώσεις του Σενέκα, εξάλλου, δεν αποδεικνύουν τίποτε, διότι αυτός ο φιλόσοφος —όπως προκύπτει από όσα λέει σχετικά με την πλατωνική διδασκαλία— είχε ήδη διαβάσει μεσοπλατωνικά συγγράμματα.⁵
Πολύ διαφορετική σημασία και εμβέλεια —όπως είδαμε— αποκτά, αντιθέτως, αυτή η διδασκαλία στον Φίλωνα τον Αλεξανδρέα. Πρέπει όμως να επισημανθεί ότι ο Φίλων έφθασε στη διδασκαλία των Ιδεών ως «θείων νοημάτων» μέσω της βιβλικής έννοιας της δημιουργίας και μέσω της έννοιας του Λόγου, η οποία επίσης συνδεόταν με τη βιβλική έννοια της Σοφίας και του δημιουργικού Λόγου του Θεού, περισσότερο παρά μέσω ελληνικών διδασκαλιών.
Αντιθέτως, στον Διδασκαλικό η διατύπωση της διδασκαλίας για την οποία μιλούμε πραγματοποιείται με κατηγορίες αντλημένες αποκλειστικά από την ελληνική σκέψη και, επομένως, κατά τρόπο τουλάχιστον εν μέρει νέο.

Δεδομένης της μεγάλης σημασίας αυτής της διδασκαλίας στη μεταγενέστερη ιστορία τόσο της ελληνικής όσο και της χριστιανικής σκέψης, είναι σκόπιμο να την παρουσιάσουμε λεπτομερώς.
Για να την κατανοήσουμε σε βάθος, είναι αναγκαίο να ανατρέξουμε στις θέσεις του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, οι οποίοι, όπως γνωρίζουμε, βρίσκονταν ως προς το ζήτημα αυτό σε αντίθεση.

2. Οι διαφορετικές θέσεις του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη σχετικά με το «Νοητό» και τον «Νου» και η διαμεσολάβηση που πραγματοποίησαν οι Μεσοπλατωνικοί – Ο Πλάτων είχε θέσει ως Απόλυτο τον κόσμο των Ιδεών, δηλαδή το Νοητό, και τον είχε τοποθετήσει υπεράνω του Νου και της Νόησης· ο Δημιουργός, ο οποίος είναι Νους, αναφέρεται στις Ιδέες ως σε οντότητες που τον υπερβαίνουν από οντολογική και αξιολογική άποψη.

Ο Αριστοτέλης, αντιθέτως, είχε θέσει ως απόλυτο τον Νου, νοούμενο ως νόηση του ίδιου του εαυτού του —«Νόησις Νοήσεως», νόησις νοήσεως—, είχε καταστήσει τις Ιδέες εμμενείς στο αισθητό, μετατρέποντάς τες σε «μορφές» —εἴδη— εγγενείς στα πράγματα, και είχε υποστηρίξει ότι μόνο με αυτόν τον τρόπο μπορούσε να διατηρηθεί η πλατωνική ειδητική ενόραση.

Πράγματι, οι περισσότερες απορίες της πλατωνικής μεταφυσικής —όπως είδαμε— εξαρτώνταν, περισσότερο παρά από τους λόγους που προέβαλε ο Αριστοτέλης, από το γεγονός ότι οι Ιδέες είχαν τοποθετηθεί υπεράνω του δημιουργικού Νου.

Από την άλλη πλευρά, μια σειρά αποριών της αριστοτελικής οντολογίας εξαρτιόταν από το γεγονός ότι οι Ιδέες είχαν τοποθετηθεί υπερβολικά χαμηλότερα από τον θείο Νου, αφού μεταβλήθηκαν ακριβώς σε εμμενείς «μορφές» και καταβιβάστηκαν μέσα στην ύλη.

Ο «τόπος των μορφών», κατά συνέπεια, μπορούσε για τον Αριστοτέλη να είναι μόνο ο ανθρώπινος νους, καθόσον αυτός τις αφαιρεί και τις νοεί, και όχι ο θείος Νους, ο οποίος νοεί μόνο τον εαυτό του.

Οι Μεσοπλατωνικοί διέκριναν τη δυνατότητα να διαμεσολαβήσουν ανάμεσα στις διαφορετικές αντιλήψεις των δύο φιλοσόφων, διορθώνοντας τη μία μέσω της άλλης και συμπληρώνοντάς τες αμοιβαία.
Μπορούσαν να διατηρήσουν τα θεωρητικά κεκτημένα του Αριστοτέλη και να υποστηρίξουν ότι η πρώτη αρχή είναι «Νόηση»· μπορούσαν όμως συγχρόνως να διατηρήσουν και τον πλατωνικό κόσμο των Ιδεών, καθιστώντας τον περιεχόμενο αυτής της Νόησης.
Ο αριστοτελικός Θεός είναι νόηση που νοεί τον εαυτό της· τα νοήματα όμως του Θεού, ο οποίος νοεί τον εαυτό του, είναι κατ’ ανάγκην αιώνια και αμετάβλητα· αποτελούν το αιώνιο παράδειγμα και τον κανόνα όλων ανεξαιρέτως των πραγμάτων· είναι ακριβώς αυτό που ο Πλάτων ονόμαζε Ιδέες.


Στον Διδασκαλικό διαβάζουμε:

Εφόσον ο πρώτος Νους είναι στον ύψιστο βαθμό ωραίος, και το νοητό αντικείμενο της νόησής του πρέπει κατ’ ανάγκην να είναι στον ύψιστο βαθμό ωραίο· τίποτε όμως δεν είναι ωραιότερο από τον ίδιο. Επομένως, θα νοεί αιωνίως τον εαυτό του και τα νοήματά του, και αυτή ακριβώς η ενέργειά του είναι η Ιδέα.⁶
Και ιδού ένα δεύτερο χωρίο, στο οποίο, ακριβώς επάνω σε αυτή την αντίληψη των Ιδεών ως «νοημάτων του Θεού», οικοδομείται μάλιστα μία απόδειξη της ύπαρξης των ίδιων των Ιδεών:
Η ύπαρξη των Ιδεών δικαιολογείται επίσης με τον ακόλουθο τρόπο: εφόσον ο Θεός είναι νους ή νοούσα οντότητα, διαθέτει νοήματα, και αυτά είναι αιώνια και αμετάβλητα· εάν έτσι έχουν τα πράγματα, οι Ιδέες υπάρχουν. Πράγματι, εάν η ύλη, σύμφωνα με τον ίδιο τον ορισμό της, είναι άμετρη, πρέπει να λαμβάνει τα μέτρα από κάτι άλλο, ανώτερο και άυλο· η προηγούμενη πρόταση είναι αληθής, άρα είναι αληθής και η επόμενη. Εάν έτσι έχουν τα πράγματα, οι Ιδέες υπάρχουν και είναι ένα είδος άυλων μέτρων.⁷

3. Διάκριση μεταξύ των «πρώτων νοητών» ή υπερβατικών Ιδεών και των «δεύτερων νοητών» ή εμμενών μορφών – Είναι προφανές ότι, όταν νοούνται κατ’ αυτόν τον τρόπο, οι «υπερβατικές Ιδέες» και οι «εμμενείς μορφές» όχι μόνο δεν αλληλοαποκλείονται, αλλά αποδεικνύεται ότι οι πρώτες είναι θεμέλια και αίτια, ενώ οι δεύτερες συνέπειες και αποτελέσματα.

Οι μορφές που είναι εμμενείς στα επιμέρους πράγματα είναι οι «εικόνες» ή οι αντανακλάσεις των «προτύπων» των Ιδεών, τις οποίες εντυπώνει ο Δημιουργός στην ύλη.
Ο συγγραφέας του Διδασκαλικού αποκαλεί, κατά τρόπο συνεπή, τις Ιδέες, θεωρούμενες ως θεία νοήματα, «πρώτα νοητά» και τις μορφές που είναι εμμενείς στα πράγματα «δεύτερα νοητά».⁸

Η βεβαιότητα με την οποία εκτίθενται αυτές οι θέσεις στον Διδασκαλικό αποδεικνύει ότι ο συγγραφέας πρέπει να είχε ήδη πίσω του μια παγιωμένη παράδοση, δηλαδή ότι οι θέσεις αυτές αποτελούσαν δόγματα τα οποία είχαν σε μεγάλο βαθμό ήδη γίνει αποδεκτά.
Ενδιαφέρουσα είναι η θέση του Αττικού, ο οποίος αποδέχεται και επαναβεβαιώνει αυτή την ερμηνεία των Ιδεών, πολεμώντας, όπως συνηθίζει, τον Αριστοτέλη, και προσδίδοντάς της μια ιδιαίτερη απόχρωση, στην οποία τα θεωρητικά επιτεύγματα του Σταγειρίτη δεν φαίνεται να έχουν διαδραματίσει κανέναν ρόλο.

Ιδού το απόσπασμα 9:

Το κεφαλαιώδες στοιχείο και το ισχυρό σημείο της Σχολής του Πλάτωνα, δηλαδή η τάξη των νοητών πραγματικοτήτων, ατιμάστηκε, προσβλήθηκε και εξευτελίστηκε με κάθε δυνατό τρόπο, στον βαθμό που αυτό ήταν δυνατόν στον Αριστοτέλη.
Πράγματι, επειδή δεν κατόρθωσε να κατανοήσει ότι τα μεγάλα, θεία και υψηλά πράγματα απαιτούν μια ανάλογη ικανότητα για να γίνουν γνωστά, και επειδή εμπιστεύθηκε τη δική του επιφανειακή και χονδροειδή οξυδέρκεια, η οποία υπήρξε ικανή να διεισδύσει στις επίγειες πραγματικότητες και να συλλάβει την αλήθεια τους, αλλά ανίκανη να θεωρήσει την αυθεντική «πεδιάδα της αλήθειας», αφού έλαβε τον ίδιο τον εαυτό του ως κριτή και δικαστή πραγμάτων που τον υπερβαίνουν, αγνόησε την ύπαρξη ορισμένων ιδιαίτερων φύσεων που είχε αναγνωρίσει ο Πλάτων και τόλμησε να πει ότι τα ανώτερα όντα είναι ανοησίες, «φλυαρίες» και μικροπράγματα.

Η ύψιστη κορυφή των διδασκαλιών του Πλάτωνα είναι ο λόγος περί αυτής της νοητής και αιώνιας ουσίας των Ιδεών, «όπου παρουσιάζεται στην ψυχή ο υπέρτατος κόπος και η ύψιστη δοκιμασία». Πράγματι, όποιος μετέχει σε αυτήν και την προσεγγίζει είναι απολύτως ευτυχισμένος, ενώ όποιος την εγκαταλείπει και καθίσταται ανίκανος να τη θεωρήσει χάνει κάθε δυνατότητα συμμετοχής στην ευδαιμονία. Γι’ αυτό ο Πλάτων καταβάλλει κάθε προσπάθεια να καταδείξει τη δύναμη αυτών των φύσεων· σύμφωνα με αυτόν, πράγματι, είναι αδύνατον να προσδιοριστεί με ακρίβεια η αιτία οποιουδήποτε πράγματος παρά μόνο μέσω της συμμετοχής σε αυτές, και να γνωρίσει κανείς κάτι αληθινό παρά μόνο αφού ανυψωθεί προς αυτές· δεν θα μετάσχει όμως κανείς στον λόγο, εάν δεν παραδεχθεί την ύπαρξή τους.

Εκείνοι που θεώρησαν ότι υπερασπίζονται τη σκέψη του Πλάτωνα τοποθετούν εδώ το κυριότερο πεδίο της συζήτησης, όπως είναι πράγματι αναπόφευκτο· διότι δεν απομένει πλέον τίποτε το πλατωνικό, εάν, προς υποστήριξη του Πλάτωνα, δεν τους παραχωρηθούν αυτές οι πρώτες και απολύτως πρωταρχικές φύσεις· πράγματι, σε αυτά ακριβώς τα σημεία ο Πλάτων υπερέχει περισσότερο από τους άλλους.

Έχοντας πράγματι κατανοήσει ότι σε σχέση με αυτές ο Θεός είναι «πατέρας και δημιουργός», κύριος και φύλακας όλων των πραγμάτων· αναγνωρίζοντας από τα έργα ότι ο τεχνίτης πρώτα νοεί εκείνο που πρόκειται να παραγάγει και κατόπιν προσδίδει στα πράγματα την ομοιότητα προς το νοηθέν αντικείμενο, και ότι, κατά τον ίδιο τρόπο, τα νοήματα του Θεού είναι προγενέστερα από τα πράγματα, ότι τα παραδείγματα των γιγνομένων πραγμάτων είναι ασώματα και νοητά, ότι «παραμένουν αιωνίως και κατά τον ίδιο τρόπο τα ίδια», ότι υπάρχουν καθ’ εαυτά κατά τρόπο απόλυτο και πρωταρχικό και ότι αποτελούν συναίτια του γεγονότος ότι κάθε πράγμα είναι αυτό που είναι, ανάλογα με την ομοιότητα που έχει προς αυτά· αντιλαμβανόμενος ότι όλες αυτές οι πραγματικότητες δεν είναι εύκολο να παρατηρηθούν και ότι δεν μπορούν ούτε να εκφραστούν με σαφήνεια με λόγια, ο Πλάτων, στον βαθμό που ήταν δυνατόν να μιλήσει γι’ αυτές, να τις νοήσει και να προετοιμάσει εκείνον που επρόκειτο να γίνει μαθητής του, κατέβαλε κάθε προσπάθεια, προσανατόλισε προς αυτό ολόκληρη τη φιλοσοφία του και υποστήριξε ότι αυτές οι πραγματικότητες και η νόησή τους αποτελούν αντικείμενο της σοφίας και της επιστήμης και ότι εξασφαλίζουν στον άνθρωπο τον σκοπό του, δηλαδή τον μακάριο βίο.⁹

Η διδασκαλία των Ιδεών ως «θείων νοημάτων» και η συνδεόμενη με αυτή διάκριση μεταξύ των υπερβατικών «πρώτων νοητών» και των εμμενών «δεύτερων νοητών» αντιπροσωπεύουν, πιθανότατα, μία από τις ευτυχέστερες απόπειρες σύνθεσης του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη που είχαν πραγματοποιηθεί έως αυτή τη στιγμή, καθώς και ένα ουσιώδες επίτευγμα από το οποίο ο Πλωτίνος θα ωφεληθεί σε μεγάλο βαθμό.


III. Προς μια διδασκαλία περί των Υποστάσεων


Σημειώσεις:

1 Πρέπει να επισημανθεί ότι ορισμένοι Μεσοπλατωνικοί αποκαλούσαν τη μεταφυσική, με ορολογία αντλημένη από τα Ελευσίνια Μυστήρια, «εποπτική», πράγμα που είναι πολύ σημαντικό (πρβλ. Πλούταρχος, De Is. et Osir., 382 d· Θέων ο Σμυρναίος, Expositio, σ. 14 Hiller).
2 Πρβλ. κυρίως H. J. Krämer, Der Ursprung der Geistmetaphysik, Amsterdam 1967², σσ. 21–45, ο οποίος βασίζεται ιδίως στα αποσπάσματα 15 και 16 της συλλογής του Heinze.
3 Στον Στωικισμό, το προηγούμενο θα συνίστατο στη διδασκαλία των «σπερματικών λόγων» (λόγοι σπερματικοί) που περιλαμβάνονται στον Λόγο. Πρβλ. κυρίως W. Theiler, Die Vorbereitung des Neuplatonismus, Berlin–Zürich 1964², σσ. 16 κ.ε.
4 Πρβλ. Βάρρων, στον Αυγουστίνο, De civit. Dei, VII, 28.
5 Σενέκας, Epist., 65, 7.
6 Διδασκαλικός, X, 3.
7 Διδασκαλικός, IX, 3.
8 Διδασκαλικός, IV, 7.
9 Αττικός, απόσπ. 9 des Places· μετάφρ. Vimercati, έκδ. Bompiani.

Δεν υπάρχουν σχόλια: