Παρασκευή 24 Ιουλίου 2026

PAUL FRIEDLȀNDER, ΠΛΑΤΩΝ (189)

 Συνέχεια από Πέμπτη, 16 Ιουλίου 2026

PAUL FRIEDLȀNDER
ΠΛΑΤΩΝ ΤΡΙΤΟΣ ΤΟΜΟΣ
ΤΑ ΠΛΑΤΩΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ –
ΔΕΥΤΕΡΗ ΚΑΙ ΤΡΙΤΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ
ΤΡΙΤΗ ΜΕΣΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ:
ΤΟ ΟΨΙΜΟ ΕΡΓΟ
ΠΡΩΤΗ ΟΜΑΔΑ ΔΙΑΛΟΓΩΝ : ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ

31. Νόμοι


O ειρηνικός πόλεμος ανάμεσα στους γέρους – πόλεμος ωστόσο! – συνεχίζεται ακόμα πιο ουσιαστικά στο υπόβαθρο μιας αντίθεσης ανάμεσα στους ποιητές Τυρταίο και Θέογνι, όπου ο μεν Τυρταίος εγκωμιάζει την πολεμική ικανότητα πάνω απ’ όλα, ο δε Θέογνις θα ήθελε να αντισταθμίση με χρυσάφι τον πιστό, μέσα στην εμφύλια διαμάχη, άνθρωπο. Η εμφύλια διαμάχη θέτει υψηλότερες απαιτήσεις στον άνθρωπο απ’ ό,τι ο πόλεμος. Στον πόλεμο ανταπεξέρχεται κανείς με την ανδρεία, με ένα μέρος άρα τής αρετής, και μάλιστα το κατώτερο˙ ενώ η εμφύλια διαμάχη απαιτεί εκτός απ’ αυτό και δικαιοσύνη, μέτρο και λογική, «ολόκληρη», εν ολίγοις, «την αρετή». Προς αυτήν άρα, και μπορούμε επίσης να πούμε προς την «υψίστη αρετή» ή την «τέλεια δικαιοσύνη», πρέπει να στρέφεται η πρόθεση του νομοθέτη. Ο Λυκούργος και ο Μίνως, οι «συμβουλευθέντες υπό τού Θεού», παρήγαγαν άρα το νομοθετικό τους έργο αποβλέποντας όχι σ’ ένα μέρος, αλλά σε ολόκληρη την αρετή.

Διακρίνονται και ξεχωρίζουν τρεις βαθμίδες πιθανής νομοθεσίας. Στην πρώτη βαθμίδα σχεδιάζει κανείς – κι αυτό συνηθίζεται «σήμερα» - τους συγκεκριμένους κάθε φορά νόμους σύμφωνα με τις ανάγκες (την ανάγκη). Στην επόμενη, ξεκινά κανείς από μιαν αρετή, ακόμα και την ελαχιστότερη, κατευθύνοντας προς τα εκεί τη νομοθεσία: έτσι αντιλαμβάνονται ο Κλεινίας και ο Μέγιλλος τους δικούς τους νομοθέτες. Την υψίστη βαθμίδα την απαιτεί ο Αθηναίος, λέγοντας – με την απαιτούμενη ειρωνία – πως θα μπορούσε να την ανακαλύψη κανείς με επακριβή αναζήτηση στην Κρήτη. Η νομοθεσία πρέπει να σκοπεύη στην ευδαιμονία, θα πρέπη δηλ. να προετοιμάζη «όλα τα αγαθά». Υπάρχουν ωστόσο δύο ειδών «αγαθά», τα «ανθρώπινα» – τα τέσσερα τιμημένα απ’ την εποχή τού Σόλωνα: η υγεία, η ωραιότητα, η σωματική δύναμη και ο πλούτος – και τα «θεϊκά» – οι αρετές τού Σωκράτη και του Πλάτωνα: η λογική ή φρόνηση, η σωφροσύνη, η δικαιοσύνη και η ανδρεία. Οι πρώτες «εξαρτώνται απ’ τις δεύτερες» («ήρτηται»), και οι πρώτες δεν είναι καν αγαθά χωρίς τις δεύτερες, ενώ όποιος έχει τις δεύτερες έχει και τις πρώτες. Αυτό το σύστημα των αγαθών – του οποίου η διαστρωμάτωση είχε ήδη αναπτυχθή στον «Ευθύδημο» (278 Ε κ.ε.) και τον «Μένωνα» (78 C κ.ε.) – προηγείται κατ’ ουσίαν («έμπροσθεν») κάθε νομοθεσίας. Γι’ αυτό και πρέπει να το προΰποθέση και ο κάθε νομοθέτης. Όλες του οι διατάξεις πρέπει να «σκοπεύουν σ’ αυτό», στο να αποβλέπουν μέσα σ’ αυτό το σύστημα τα ανθρώπινα αγαθά στα θεϊκά, και τα θεϊκά στο «καθοδηγητικό πνεύμα», το θεϊκό πνεύμα, που εμφανίζεται για μια στιγμή ως σκοπός τού όλου (631 D 5) – το πνεύμα, «το οποίο είναι», όπως διαβάζουμε στον «Φίληβο (28 C), «και όπως λένε συμφωνώντας όλοι οι σοφοί, ο βασιλιάς ουρανού και γης». Σ’ αυτό το σύστημα των αρετών και το καθοδηγητικό πνεύμα θα επανέλθη το κείμενο προς το τέλος του (ΧΙΙ 963 Α). Κι αυτό είναι και το πλαίσιο, το οποίο συγκροτεί και συνέχει το σύνολο.

Οι ίδιοι οι νόμοι πρέπει να ξεκινούν με τον γάμο και την τεκνοποιία, τη διατροφή και την αγωγή, και πρέπει να τελειώνουν με την ταφή και την τιμή στους νεκρούς. Είναι λοιπόν η συνάρτηση της ζωής που προσδιορίζει την τάξη τους. Μια τάξη που δεν είναι, ακόμα και μέσα σ’ αυτά τα όρια, νομικά συστηματική αλλά ανθρώπινη. Βλέπουμε τους ανθρώπους, που έχουν γεννηθή και έχουν παιδαγωγηθή, μέσα στη συναναστροφή τους («εν ομιλίαις»). Τους βλέπουμε ως φυσικούς ανθρώπους, περιβαλλόμενους από χαρά και πόνο, από επιθυμίες και τον περιπαθή ζήλο τής αγάπης. Τους βλέπουμε στην οργή και τον φόβο και σε εσωτερικές ταραχές και προκλήσεις («παθήματα»). Τους βλέπουμε να αποκτούν και να παραδίδουν, να συνάπτουν έτσι σχέσεις και πάλι να τις διαλύουν. Σε όλη αυτή την ταραχώδη κινητικότητα των ανθρώπων και των περιστάσεων, που αυξάνεται με ευτυχείς και δυστυχείς συμπτώσεις, με την αρρώστια, τον πόλεμο, τη φτώχεια και τα αντίθετά τους, είναι έργο και αποστολή τών νόμων να προφυλάσσουν τούς ανθρώπους, να προσδιορίζουν τούς κανόνες τών πράξεών τους, να τιμούν ό,τι είναι δίκαιο και ωραίο και να τιμωρούν το αντίθετο. Και στο τέλος τού συνόλου, μετά τις τιμές στους νεκρούς, που στεφανώνουν την τέλεια ζωή, ακολουθεί και η εγκαθίδρυση των φυλάκων τών νόμων. Στους οποίους και αποκτά το πνεύμα – το «καθοδηγητικό» προφανώς «πνεύμα», για το οποίο μιλήσαμε μόλις προηγουμένως – ανθρώπινη μορφή, τα συνδέει όλα αναμεταξύ τους και τα αποδεικνύει να ακολουθούν ψυχική τάξη («σωφροσύνη») και δικαιοσύνη.

Τί «νομική» τάξη είναι αυτή, που παραδίδεται εδώ με τολμηρά μέτρα και με μεγάλα και κάποιες φορές δυσνόητα λόγια (631 Β. 632 D); Έπρεπε να είχατε λοιπόν αποδείξει, λέει ο Αθηναίος (632 D), ότι στους νόμους τού Μίνωα και του Λυκούργου περιέχονται όλα αυτά, ώστε να μπορούν να υποστηρίζουν ότι έχουν υποδεχθή κάποια θεϊκή έμπνευση: γιατί δεν φαίνεται καθόλου σε μας τους υπόλοιπους κάτι τέτοιο. Πρέπει να ακούση κανείς την ειρωνία αυτών τών λόγων και πρέπει να αντιληφθή, ότι η απαίτηση που προβάλλεται εδώ – «Ακόμα και τώρα περιμένω αυτήν την απόδειξη από εσάς» – δεν καλύπτεται ούτε και μπορεί να καλυφθή, ώστε να κατανοήση κανείς, τί θέλει και πού αποσκοπεί αυτή η αμφιλεγόμενη εικόνα ενός νομοθετικού έργου. Είναι μια εικόνα που κοιτά τόσο προς τα πίσω όσο και προς τα μπρος, καθώς αποδεικνύει ως απρόσιτη εκείνη την εγκωμιασθείσα νομοθεσία, κρίνοντάς την δηλαδή απ’ τη μεριά ενός «καθοδηγητικού πνεύματος», ενώ παρέχει ταυτόχρονα και μια πρωταρχική εικόνα για το πώς θα έπρεπε να είναι ένα προσδιορισμένο από το πνεύμα νομοθετικό έργο. Ο Πλάτων θα διευθετήση στην πράξη τη νομοθεσία που θα ακολουθήση – και θα θεωρήση άλλη μια φορά αυτήν τη ρύθμιση προς το τέλος τού διαλόγου (ΧΙΙ 958 CD) – κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να συνοδεύη την ανθρώπινη συνάφεια της ζωής ως παιδαγωγός, απ’ τη γέννηση ως τον θάνατο, μάλλον δε απ’ τον χρόνο πριν απ’ τη γέννηση μέχρι και πέρα απ’ τον θάνατο˙ ώστε να συμπεριλάβη μέσα σ’ αυτά τα όρια όλους τούς άλλους προσδιορισμούς με την έννοια μιας παιδαγωγίας˙ και να θέση στο τέλος τούς φύλακες-φρουρούς, που έχουν αποστολή να περιφρουρούν αυτούς τούς νόμους (ΧΙΙ 963 Α). Τόσο πολύ διαφέρει η τάξη τού πλατωνικού έργου, απ’ την τυχαιότητα απ’ τη μια, που κυριαρχεί στον νόμο τής Γόρτυνος (( Ο αρχαιότερος σωζόμενος νομοθετικός κώδικας, απ’ τον 5ον π.Χ. αιώνα... )) , όσο κι απ’ την εννοιολογική συστηματική τού ρωμαϊκού και πολλών κατοπινών συγχρόνων δικαίων: Η νομοθεσία τού Πλάτωνα θέλει και σκοπεύει να είναι παιδαγωγία τού ζωντανού ανθρώπου.

Αυτή η πρώτη γενική εικόνα ενός νομοθετικού έργου περιέχει και έναν αγώνα. Ο Αθηναίος ανέφερε κατηγορηματικά ότι πρόκειται πράγματι για έναν αγώνα, έστω και σε τόσο ήπιες ακόμη μορφές (629 Α). Για ποιο πράγμα αγωνίζεται όμως κανείς; Για το γενικό νόημα της νομοθεσίας. Απέναντι σε ποιον; Όχι απέναντι σ’ αυτούς που νομοθετούν μόνον ενίοτε και κατά περίστασιν, αλλά απέναντι σε μιαν υψηλή, παρ’ όλ’ αυτά, έννοια μιας πραγματικά υφιστάμενης νομοθεσίας. Αυτή τη νομοθεσία ενσαρκώνουν η Κρήτη και η Σπάρτη, καθώς υπάρχει ένα ενιαίο κατευθυντήριο νόημα σε κάθε έναν από τούς νόμους τους. Το ότι υπάρχει γενικώς εκεί ένα νόημα, αυτό το τιμά και το εγκωμιάζει ο Πλάτων. Μόνον που δεν του αρκεί αυτό το νόημα. Και θα οικοδομήση το δικό του νομοθετικό έργο πάνω απ’ το κρητικό και το σπαρτιατικό. Αυτό εξυπηρετεί και ο παρών αγώνας.

Στον αγώνα για την καθαρή ιδέα τής πόλης, στην υπέρβαση ενός πολιτειακού νόμου που αναφέρεται μόνο στην ανδρεία, σ’ ένα «μέρος» άρα «της αρετής» και όχι σε «ολόκληρη την αρετή», αναγνωρίζουμε μια παλαιά και βαθειά, όσο και δυσδιάκριτη, αντίθεση. Όταν ο Κρητικός ερμηνεύη τον πόλεμο όλων εναντίον όλων ως φυσική κατάσταση, την ειρήνη ως ένα απλό «όνομα», τη νίκη ως την μόνη πραγματικότητα και τα υπάρχοντα του ηττημένου ως περιουσία του νικητή, δεν πρόκειται άραγες για τη θέση εκείνη τού φυσικού τελικά δικαίου, την οποία και διατυπώνει ως εξής στον Γοργία (483 Ε) ο Καλλικλής: δίκαιο είναι το να «έχη περισσότερα» ο καλύτερος (ο ισχυρότερος) απ’ τον κατώτερο, και αδικία «ονομάζεται» («λέγεται») η επιθυμία να έχη κανείς περισσότερα απ’ τους πολλούς ; Ή κατά τη διατύπωση του Γλαύκωνα στην «Πολιτεία» (ΙΙ 359 Α): Η αποτροπή τής γενικής πολεμικής κατάστασης, της κατάστασης στην οποίαν ο καθένας αδικεί τον άλλον, είναι μια σύμβαση και μια συμφωνία, που περιέχει το νόμιμο και το δίκαιο, ή που το περιεχόμενό της το έχει «ονομάσει» μάλλον «κανείς νόμιμο και δίκαιο» («ονομάσαι»). Μόνον που αυτό που προτείνουν οι «Νόμοι» είναι ακόμα πιο ριζοσπαστικό. Ο πόλεμος δεν τερματίζεται με μια συμφωνία. Συνεχίζεται στην πραγματικότητα, και καλύπτεται μόνο με το απατηλό όνομα της ειρήνης. Και παραπέρα: αν οι νόμοι τών Σπαρτιατών και των Κρητών κυριαρχούνται απ’ το ιδανικό τής ανδρείας, ας σκεφθούμε ότι ο Καλλικλής συνέδεσε την επιθυμία για περισσότερα με την ανδρεία (Γοργ. 490 Α. 491 Β), κι ότι ο αγώνας τού Σωκράτη στρεφόταν και εκεί ενάντια στην απομόνωση μιας «αρετής», που δεν αποτελεί τότε καν «αρετή». Μήπως πρέπει αυτός που ποθεί να κυριαρχήση, να κυριαρχή και στον εαυτό του; Αυτή ήταν η αποφασιστική, ακατανόητη στον «αντίπαλό» του ερώτηση του Σωκράτη (491 Β). Έτσι και το κρίσιμο σημείο εδώ στους «Νόμους» βρίσκεται εκεί όπου η «νίκη απέναντι στον εαυτό» φαίνεται στον Κλεινία ως η «ωραιότερη» επιβεβαίωση της δικής του βασικής πρότασης, ενώ ο Αθηναίος αναγνωρίζει ήδη εκεί τη μεταβολή τής κοινώς ονομαζομένης ανδρείας σε μιαν ανώτερη ανδρεία.

Κι ας μην ξεχάσουμε, πέρα κι απ’ τη σύγκριση με τον «Γοργία», τον «Θρασύμαχο» ή το Πρώτο Βιβλίο τής «Πολιτείας». Ο Θρασύμαχος εκπροσωπεί εκεί την αρχή μιας απεριόριστης πλεονεξίας – που μπορεί τόσο εύκολα να κρυφτή υπό το όνομα της ανδρείας – , και την αποφασιστική απάντηση τη δίνει (πάλι) ο Σωκράτης, δείχνοντας πως μια πόλη, ένας στρατός, ακόμα και μια συμμορία ληστών και κάθε κοινότητα γενικώς μπορεί τότε μόνο να πράττη, όταν το κοινό τους φρόνημα και η φιλία και οι αιτίες γι’ αυτά, δηλ. η «δικαιοσύνη» κυριαρχούν. Το ίδιο συμβαίνει και με κάθε άνθρωπο, καθώς η ψυχή του είναι κι αυτή μια πολιτεία. Έτσι μιλά ο Σωκράτης μέσα απ’ τον Πλάτωνα. Ο «Αθηναίος» όμως «φιλοξενούμενος», και θα μπορούσαμε να πούμε πάλι: ο Σόλων στον Πλάτωνα, φτιάχνει απ’ τη «δικαιοσύνη» μια νομοθεσία, που συμφιλιώνει τις αντιθέσεις μέσα στην κοινότητα σε μια διαρκή ειρήνη («διαλλάξας» 628 Α 1), και δεν καλύπτει με το φαινομενικό όνομα της ειρήνης τον εσωτερικό πόλεμο που παραμένει. Ο διάλογος «Θρασύμαχος» προορίζεται να παραστήση μέσα στο μεγάλο οικοδόμημα της «Πολιτείας» τη νίκη, η οποία πρέπει να επιτευχθή – όχι μια φορά , αλλά συνεχώς και επανειλημμένα – επάνω στην εχθρική προς την πολιτεία δύναμη, ώστε να μπορέση να θεμελιωθή μια πόλη. Ο διάλογος των «Νόμων» έχει την ίδια, με τον πιο σιωπηλό τρόπο τού παλαιού πλατωνικού ύφους, αποστολή: κι εδώ, μια γνήσια νομοθεσία, μπορεί να βρη την «αρχή» της, αφού το νόημά της θα έχη επιβληθή στον αγώνα ενάντια στην λανθασμένη αρχή. Όσο κι αν αυτό το ίδιο το όψιμο έργο αποτελή ακόμα έναν διάλογο, μας συναντά συνεχώς και η «προκατάληψη», ότι ο Πλάτων διατηρεί («σέρνει»...) εδώ και καιρό αυτή τη μορφή ως μιαν ανάμνηση και μόνο τού ίδιου του τού παρελθόντος.

( συνεχίζεται )

ΤΟ ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑΤΙΚΟ ΑΠΟΚΟΡΥΦΩΜΑ ΤΗΣ ΣΟΦΙΑΣ  ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΟΣ ,  Η ΣΥΝΑΨΗ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: