Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιαγκάζογλου - Το πρόσωπο στην περί Αγίας Τριάδος θεολογία του Αγίου Γρηγορίου Παλαμά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιαγκάζογλου - Το πρόσωπο στην περί Αγίας Τριάδος θεολογία του Αγίου Γρηγορίου Παλαμά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 26 Μαρτίου 2025

Σταύρος Γιαγκάζογλου - (4) Το πρόσωπο στην περί Αγίας Τριάδος θεολογία του Αγίου Γρηγορίου Παλαμά

   Συνέχεια από: Τρίτη 25 Μαρτίου 2025

 ΙΜΑΤΙΑ ΦΩΤΟΣ ΑΡΡΗΤΟΥ

ΔΙΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ  

ΣΥΛΛΟΓΙΚΟ

Σταύρος Γιαγκάζογλου - Το πρόσωπο στην περί Αγίας Τριάδος θεολογία του Αγίου Γρηγορίου Παλαμά (4η συνέχεια)

Χριστολογικός ενεργητισμός 

Η Χριστολογία αποβαίνει η βασική κλείδα για την κατανόηση της περί ενεργειών θεολογίας του Παλαμά, η οποία εκκεντρίζεται στην Τριαδολογική σημαντική του προσώπου. Με βάση το χριστολογικό ενεργητισμό, όπως αποκρυσταλλώθηκε τελικά στο θεολογικό αγώνα του αγίου Μαξίμου Ομολογητή, ο Γρηγόριος Παλαμάς χρησιμοποιεί τον όρο «ενυπόστατον» μέσα από τη νέα ερμηνεία που προέκυψε από το χριστολογικό δόγμα. Στις δυό φύσεις του Χριστού, τη θεία και την ανθρώπινη, έχουμε δυό φυσικές θελήσεις, δυό φυσικές ενέργειες. Τα φυσικά αυτά ιδιώματα δεν ταυτίζονται με τις φύσεις, ούτε είναι υποστατικά, μολονότι ενυποστασιάζονται από το μοναδικό Πρόσωπο του Χριστού. Το πρόσωπο του Υιού εισέρχεται στην ιστορία του κτιστού, δίχως καμιά τροπή στη θεία του φύση;;;, που παραμένει αναλλοίωτη και υπερβατική εξαιτίας της διάκρισης ουσίας και ενεργειών. Με τον τρόπο αυτό της προσωπικής και όχι της φυσικής ανάληψης της ανθρωπίνης φύσεως, ο ένσαρκος Λόγος ενυποστασιάζει και τη θέληση και ελευθερία του ανθρώπου, καθόσον οι φύσεις δεν ενεργούν από μόνες τους. Εν Χριστώ ο Θεός δεν είναι δύναμη απρόσωπη και συμπαντική ή ουσία αναγκαστικά απρόσωπη, αλλά προσωπική ζωή που αποβαίνει πηγή ανεξάντλητη ζωής και χάριτος για την κτίση και την ανθρωπότητα.

Το ενυπόστατο των ακτίστων ενεργειών


Αντίθετα από τις αιτιάσεις των επικριτών της «παλαμικής» σκέψεως, η χριστολογική θεμελίωση της διάκρισης ουσίας και ενεργειών, καταδεικνύει ότι οι άκτιστες ενέργειες δεν είναι απρόσωπες εκφάνσεις της υπερβατικής θεότητας που πανθεϊστικά αντικαθιστούν και συσκοτίζουν το σωτηριολογικό ρόλο των Τριαδικών Υποστάσεων. Αντίθετα, η περί ενεργειών πατερική διδασκαλία προϋποθέτει και αναδεικνύει το οικονομικό έργο των θείων Υποστάσεων που φανερώνονται ενεργητικά και αποτελούν κυριολεκτικά την αιτία της υπαρξης αλλά και της έκφανσης των Τριαδικών ενεργειών.

Αν οι άκτιστες ενέργειες είναι κοινές και στα Τρία Πρόσωπα τούτο οφείλεται στο ότι είναι ιδιώματα της κοινής φύσεως που ενυπάρχουν και ενυποστασιάζονται από τις Τριαδικές Υποστάσεις. Έχοντας κληρονομήσει μια πλούσια γραμματεία γύρω από τον όρο «ενυπόστατον» και «αυθυπόστατον», ο άγιος Γρηγόριος διακρίνει τις θείες Υποστάσεις ως αυθυπόστατες από τις ενέργειες· οι τελευταίες είναι ανυπόστατες και ανύπαρκτες καθ' εαυτές, υπαρκτές και ενυπόστατες, όμως, όταν ενθεωρούνται στην Τρισυπόστατη φύση. Ο ενυπόστατος αυτός χαρακτήρας των θείων ενεργειών αποτελεί προϋπόθεση για την ορθή κατανόηση σύνολης της ησυχαστικής διδασκαλίας του Παλαμά. Ο δυναμισμός και ο πλούτος της θείας φύσεως εκφαίνεται προσωπικά διά των ενυπόστατων ενεργειών προς την κτίση και την ιστορία της σωτηρίας. Η θεία ουσία συνιστώντας την αιτία και πηγή των ενεργειών δεν αποκλείει αλλά προϋποθέτει, ως Τρισυπόστατη, τον προσωπικό ενυπόστατο χαρακτήρα της. Ο ρόλος των Υποστάσεων αναδεικνύεται καθοριστικός στην ενεργητική έκφανση της θείας ουσίας. Έτσι τα θεία πρόσωπα είναι οι δυναμικοί φορείς που ενεργοποιούν ελεύθερα την παντοδυναμία της θείας ουσίας, αποκαλύπτοντας την προσωπική της ύπαρξη. Η άκτιστη ενέργεια προϋποθέτει και φανερώνει τις Υποστάσεις.

Καταλήγοντας θα θέλαμε να επισημάνουμε τον διττό χαρακτήρα του ενυπόστατου των θείων ενεργειών. Το «ενυπόστατον» των ακτίστων ενεργειών κατά τον Παλαμά, θεμελιώνεται οντολογικά στην Τριαδολογία και όχι βεβαίως, στην ανθρωπολογία. Το ότι η θεία ενέργεια ενυπάρχει και ενυποστασιάζεται και στα ανθρώπινα πρόσωπα τούτο γίνεται κατά χάριν και δωρεάν. Ο Παλαμάς πουθενά στα έργα του δεν παρουσιάζει το «ενυπόστατον» των ακτίστων ενεργειών απλώς και μόνον επειδή έχει ατομικό «υποστάτην» τον άνθρωπον.

«Καὶ τοίνυν ἡ τοιαύτη θεία καὶ οὐράνιος ζωὴ τῶν θεοπρεπῶς ζώντων ἐν τῷ μετέχειν τῆς ἀχωρίστου τοῦ πνεύματος ζωῆς, ὅτε δωρεὰ θεοποιὸς τοῦ διδόντος πνεύματος ἥκιστα χωριζόμενη, ..., ἀνυπόστατός γε μήν, οὐχ ὡς αὐθυπόστατος, ἀλλ᾿ ἐπεὶ εἰς ἄλλου ὑπόστασιν τὸ πνεῦμα προΐεται αὐτὴν, ἐν ᾗ καὶ θεωρεῖται» (Τριάδες 3, 1, 9, σ. 623).

Οι Υποστάσεις της Αγίας Τριάδος αναλαμβάνοντας ιδιαίτερο έργο η κάθε μία, κοινοποιούν την ενυπόστατη και φυσική θεοποιό ενέργειά τους προς τους αγίους ως σε συγκεκριμένες ανθρώπινες υποστάσεις. Η οικείωση της ενυπόστατης θείας ενέργειας πραγματοποιείται προσωπικά και χαρισματικα. Σε καμιά περίπτωση η μετοχή αυτή δεν είναι φυσική από την πλευρά του ανθρώπου. Δίχως οποιαδήποτε σύγχυση θείας και ανθρωπίνης φύσεως, κατά τη χαλκηδόνια διαλεκτική του κτιστού και ακτίστου, η θεία ενέργεια είναι μεταβιβάσιμη μόνο διαμέσου Υποστάσεων, προσωπικά, και τούτο διότι κατέχεται, εκδηλώνεται και γνωρίζεται μόνο διαμέσου των θείων Υποστάσεων. Οι άκτιστες ενέργειες αποστέλλονται από τα θεία Πρόσωπα στα ανθρώπινα Πρόσωπα.

ΤΕΛΟΣ

ΝΕΚΡΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΑΚΙΝΔΥΝΟΥ. ΤΙ ΚΡΙΜΑ ΝΑ ΠΕΣΕΙ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΟΥ ΔΙΕΦΘΑΡΜΕΝΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ Ο ΠΟΛΛΑ ΥΠΟΣΧΟΜΕΝΟΣ ΣΑΝ ΝΕΟΣ ΓΙΑΓΚΑΖΟΓΛΟΥ ΚΑΙ ΝΑ ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕΙ ΣΤΟΝ ΓΚΡΕΜΟ, ΧΩΡΙΣ ΕΡΕΥΝΑ, ΤΗΝ ΕΠΑΡΣΗ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΙΡΕΤΙΚΟΥ.

ΣΤΟΝ ΘΕΟ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΟΥΣΙΑ ΑΝΥΠΟΣΤΑΤΟΣ ΚΑΙ ΥΠΟΣΤΑΣΗ ΑΝΟΥΣΙΟΣ.

Περί θείων ενεργειών 

 «Η θεολογία λοιπόν άλλα μεν παραδίδει υπό μορφή ενώσεων, άλλα δε υπό μορφή διακρίσεων· και δεν είναι θεμιτό ούτε τα ενωμένα να διαιρούμε ούτε τα διακεκρι­μένα να συγχέουμε» Διότι ο Θεός είναι και ών και μη ών, πανταχού και πουθενά, πολυώνυ­μος και ακατονόμαστος, αεικίνητος και ακίνητος, και απλώς τα πάντα και τίποτε από τα πάντα· διότι τα φαινό­μενα να αντιτίθενται προς άλληλα και κατά φύσιν απέχοντα πολύ απ' αλλήλων και απαρνούμενα κάθε συνδυα­σμό επί του Θεού συμφιλιώνονται και συνδυάζονται και συναληθεύουν πλήρως μεταξύ τους. Έτσι λοιπόν το θείον είναι και έν και μη έν, αμφότερα ευσεβώς και έκαστον τούτων κατά πολλούς και διαφόρους τρόπους.

3. Πράγματι ο Θεός είναι μη έν και κατά υπεροχήν, καθ' όσον είναι υπεράνω του ενός και ορίζει αυτό τούτο το έν. Είναι δε επίσης μη έν και ως διαιρούμενον, καθ’ ό­σον o ένας Θεός διαιρείται σε τρεις τέλειες υποστάσεις· διότι ο Πατήρ και ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα είναι δια­κεκριμένα πρόσωπα της μιας θεότητος, χωρίς έτσι να εισάγεται καμμία αντιστροφή ή κάποια κοινότης. Είναι δε πάλιν εκτός τούτου και κάτι το διακεκριμένο η κατά τα ανθρώπινα πλήρης και αναλλοίωτος ύπαρξις του Ιη­σού. Αυτός δηλαδή ο ένας Θεός, ο προσκυνούμενος σε τρεις υποστάσεις και μία ουσία αμερώς και αμερίστως, διαιρείται σε διαφόρους ενέργειες. Κατά τον θειο Μάξιμο «ο Θεός λέγεται ότι πληθύνεται διά του καθ' έκα­στον προς παραγωγήν των όντων βουλήματος πολλαπλασιαζόμενος κατά προνοητικές προόδους». Και κατά τον απόστολον, «σε άλλον μεν δίδεται διά του πνεύματος λό­γος σοφίας, σε άλλον δε κατά το ίδιον πνεύμα λόγος γνώσεως, σε άλλον δε πίστις, σε άλλον δέ κατά το ίδιον πνεύμα χαρίσματα ιαμάτων». Επομένως κατά τον μέγαν Διονύσιον, εάν «θεία διάκρισις είναι και η αγαθοπρεπής πρόοδος, δηλαδή ενέργεια, καθώς η θεία ένωσις από αγαθότητα πληθύνει και πολλαπλασιάζει εαυτήν υπερηνωμένως, ενωμένες μεν είναι κατά την θεία διάκρισιν οι άσχετες μεταδόσεις, οι ζωώσεις, οι σοφοποιήσεις», «διακρίνονται δε και κατά την αγαθοπρεπή ταύτη πρόοδον τα ιδιώματα της ανθρωπικής θεουργίας του Ιησού∙ διότι σε αυτά κατά κανένα τρόπον δεν μετέχει ο Πατήρ και το Πνεύμα, εκτός μόνον της ευδοκίας και φιλανθρωπίας και όλων όσα έπραξε ως Θεός». Εάν λοιπόν «εμείς σπεύδουμε και να ενώνουμε και να διακρίνουμε τα θεία με τον λόγο, όπως τα ίδια τα θεία ενώνονται και διακρίνονται», πρέπει να ομολογούμε ότι άλλο είναι ουσία επί του Θεού, άλλο δε υπόστασις δηλαδή πρόσωπον, μολονό­τι είναι ένας Θεός προσκυνούμενος σε μίαν ουσία και τρεις υποστάσεις· και άλλο μεν ουσία, άλλο δε πρόοδος δηλαδή ενέργεια ή θέλημα επί Θεού, μολονότι ένας Θεός είναι, ενεργής και θελητικός. Αλλά όπως ο λέγων αυτόν θελητικόν δηλώνει ότι έχει θέλημα, έτσι και ο αποκαλέσας αυτόν ενεργή υποδηλώνει ότι έχει ενέργειαν. Όποιος δε ισχυρίζεται ότι ο ενεργής είναι άμοιρος ενεργείας, είναι φανερό ότι θεωρεί αυτόν ανενέργητον, αποδίδοντας σε αυτόν το ενεργές ως γυμνόν ήχον λόγου∙ διότι, λέγει, «δεν είναι δυνατόν να ενεργεί χωρίς φυσική ενέργεια, όπως ούτε να υπάρχει χωρίς ουσία και φύσιν».

4. Όπως λοιπόν, ακούοντες τον Υιόν να λέγει «εγώ και ο Πατήρ είμεθα έν», δεν συγχέουμεν τις υποστάσεις, αλλά αναγόμεθα στο ενιαίο της ουσίας και στο ανεκφοίτητο του Υιού από τούς πατρικούς εκείνους κόλπους (διότι ως έν πράγμα αναγνωρίζουμε την προαιώνιο ουσία και την αγίαν και προσκυνητή από όλα τα κτίσματα Τριάδα, και μονάς μεν είναι αδιαίρετος κατά την ουσία ο Θεός, τριάς δε κατά τις υποστάσεις), έτσι και όταν λέγουμε ότι εν είναι η ουσία και η ενέργεια του Θεού, δεν αναιρούμε την θεία πρόοδο, ούτε παραγνωρίζουμεν την (θεία) ενεργητική φύσιν σε ενέργειαν, ούτε αναλύουμε αυτές σε αλλήλες. Αν πράγματι και επί της απλής και ασωμάτου φύσεως η ουσία και ενέργεια επιδέχονται την ιδίαν λογική, αλλά η καθεμία έχει ακινήτους τις καταλλήλους σε αυτή ιδιότητες, μένει η μεν μία ουσία η δε άλλη ενέργεια. Και με τον πατέρα ο υιός επιδέχεται τον ίδιον λόγον, επειδή πάσα γέννησις καθιστά τον γεννώμενον όμοιο με τον γεννώντα, μένει όμως υιός ο υιός, μή μεταποιούμενος σε πατέρα διά την ομοιότητα και την ταυτότητα τού κατά φύσιν λόγου. Όμως δεν πρέπει να δεχθεί κανείς εδώ τον λόγον ως όρον, αλλά απλώς υπό την έννοια των ονομάτων∙ διότι το θείον κατ’ ουσία είναι αόριστον. Επειδή δε ενίοτε η ουσία και η ενέργεια διαφέρουν μεταξύ τους, διά τούτο πάλιν δεν επιδέχονται τον ίδιον λόγον∙ και από αυτό δεν παραβλέπεται η απλότης του Θεού, όπως λέγει πάλι αλλού ο μέγας Βασί­λειος. Και ο σοφός δε στα θεία Κύριλλος λέγει σα­φώς ότι «της μεν θείας ουσίας ίδιον είναι να γεννά, της δε ενεργείας να ποιεί, φύσις δε και ενέργεια δεν είναι το ίδιον».

ΠΡΟΣ ΑΚΙΝΔΥΝΟΝ - ΛΟΓΟΣ ΑΝΤΙΡΡΗΤΙΚΟΣ ΠΡΩΤΟΣ(4)

9. Ότι δε υπάρχουν άκτιστες ενέργειες του Θεού, κοινώς στα τρία πρόσωπα ενθεωρούμενες, αυτό έχει διακηρυχθεί περισσότερο από κάθε τι άλλο κοινώς από όλους τους θεολόγους. Πράγματι o πολύς τα πάντα και μέγας Βασίλειος, διακηρύσσοντας ακριβώς αυτό το πράγμα και δεικνύοντας με αυτό ότι δεν είναι τέτοια ενέργεια του Θεού ο Υιός, λέγει, «αν ο Υιός είναι ενέργεια και όχι γέννημα, τότε αυτός δεν είναι ούτε ο ενεργήσας ούτε το ενεργηθέν (διότι η ενέργεια είναι κάτι το διαφορετικό από αυτά), αλλά είναι και ανυπόστατος· διότι καμιά ενέργεια δεν είναι ένυπόστατος». Βλέπεις σαφώς ότι οι ενέργειες του Θεού δεν είναι ούτε κτίσματα, διότι τα κτίσματα είναι ενεργηθέντα, ούτε ο Χριστός, διότι αυτός είναι ενυπόστατος; Αλλά και στους λόγους Περί του Πνεύματος, αφού απαρίθμησε όσο ήταν δυνατό αυτές τις ενέργειες, προσθέτει· «όλα αυτά τα έχει αϊδίως το άγιο Πνεύμα· αλλά αυτό μεν, πηγάζον εκ Θεού, είναι ενυπόστατο, τα δε πηγάζοντα από αυτό είναι ενέργειες του». Με μόνο λοιπόν το ότι είπε το άγιο Πνεύμα ενυπόστατο, έδειξε ότι αυτές οι ενέργειες δεν είναι ενυπόστατες· με το ότι είπε ότι το Πνεύμα τις έχει αϊδίως, διεκήρυξε τον άκτιστο χαρακτήρα τους. Πώς θα μπορούσε να είναι ενυπόστατο οποιοδήποτε κτίσμα; Πώς επίσης θα μπορούσαν αυτά τα πολλά να είναι ουσία του Θεού, αφού μάλιστα πηγάζουν από το Πνεύμα; «Γι’ αυτό», λέγει πάλι ο ίδιος, «οι μεν ενέργειες του Θεού είναι ποικίλες, η δε ουσία απλή». Ποιές ενέργειες εννοεί; Αυτές που εμνημόνευσε και ό ίδιος· «την πρόνοια, την δύναμη, την αγαθότητα, το προγνωστικόν, το δημιουργικόν, το ανταποδοτικόν και όλα τα παρόμοια».

10. Ο θεσπέσιος Κύριλλος, απευθυνόμενος προς τους ημιαρείους, που ισχυριζόνταν ότι ο Υιός είναι όμοιος κατά τη βούληση του Πατρός, λέγει, «ο Υιός, ως ενυπόστατος, δεν μπορεί κατά κανένα τρόπο να ομοιάζει με την ανυπόστατη βούληση». Και πάλι· «η ομοιότης των ευρισκομένων σε ουσία και υπόσταση είναι προς τα ενούσια και ενυπόστατα, αλλά όχι προς εκείνα πού έχουν το είναι τους (την ύπαρξή τους) μέσα σε άλλα (εν ετέροις), όπως η σοφία στο σοφό και η βουλή στο βουλευόμενο». Ο δε επώνυμος της φιλοσοφίας και μάρτυς του Χριστού Ιουστίνος, λέγει, «αν άλλο είναι το υπάρχειν και άλλο το ενυπάρχειν, και υπάρχει μεν η ουσία τού Θεού, ενυπάρχει δε στην ουσία η βουλή, άρα άλλη είναι η ουσία του Θεού και άλλη η βουλή». Και πάλι· «το βούλεσθαι ή είναι ουσία ή προσυπάρχει στην ουσία. Αλλ’ εάν μεν είναι ουσία, δεν υπάρχει ο βουλόμενος· αν δε προσυπάρχει στήν ουσία, κατ’ ανάγκη άλλο είναι το ένα κι’ άλλο το άλλο. Δεν ταυτίζονται πράγματι τον ον και το προσόν». Και πάλι· «αν ο Θεός βούλεται πολλά, αλλά δεν είναι πολλά κατά την ουσία, άρα στο Θεό δεν είναι το ίδιο πράγμα το είναι και το βούλεσθαι». Άραγε δεν είναι σαφής η διαφορά της θείας ουσίας προς την θεία ενέργεια, συγχρόνως δε και προς κάθε μιά από τις υποστάσεις; Κατά τον ίδιο πράγματι τρόπο είναι δυνατό να ειπούμε και περί τού Υιού, ότι πολλά μεν βούλεται, αλλά δεν είναι πολλά κατά την υπόστασιν· άρα δεν είναι το ίδιο βουλή και υπόστασις. Κατά παρόμοιο τρόπο μπορούμε να ειπούμε και για το Πνεύμα. Και ό,τι είπαμε για τη βουλή, το ίδιο θα μπορούσε κανείς να είπε και για κάθε φυσική ενέργεια• διότι και η βουλή είναι φυσική ενέργεια τού Θεού. Γι’ αυτό λοιπόν ο θείος Γρηγόριος προεστώς της Νύσσης λέγει, «Ο Θεός δηλώνει τον ενεργούντα· η θεότης την ενέργεια. κανένα δε από τα τρία δεν είναι ενέργεια, αλλά μάλλον το καθένα τους είναι ενεργούν». Μεταξύ λοιπόν των ενεργειών που παρατηρούνται (ενθεωρούνται) στα τρία πρόσωπα είναι και η θεότης, αλλ’ όχι κατά την ιδιαίτερη υπόστασί τους, αν και δεν είναι χωριστά από αυτές. Διότι πλην από εκείνα τα τρία τίποτε άλλο δεν είναι ενυπόστατον στον θεό, δηλαδή αυθυπόστατον.

ΟΙ ΒΙΑΣΤΕΣ ΘΑ ΚΕΡΔΙΣΟΥΝ ΤΗΝ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΑΛΛΑ ΟΧΙ ΟΙ ΒΙΑΣΤΕΣ ΤΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ. 

Τρίτη 25 Μαρτίου 2025

Σταύρος Γιαγκάζογλου - (3) Το πρόσωπο στην περί Αγίας Τριάδος θεολογία του Αγίου Γρηγορίου Παλαμά

  Συνέχεια από: Δευτέρα 24 Μαρτίου 2025

 ΙΜΑΤΙΑ ΦΩΤΟΣ ΑΡΡΗΤΟΥ

ΔΙΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ  

ΣΥΛΛΟΓΙΚΟ

Σταύρος Γιαγκάζογλου - Το πρόσωπο στην περί Αγίας Τριάδος θεολογία του Αγίου Γρηγορίου Παλαμά (3η συνέχεια)

Υποστάσεις και ενέργειες 

Η πληρότητα της θεότητας συμπεριλαμβάνει, λοιπόν, και την ουσία και τις Υποστάσεις και τις ενέργειες σε μία αδιαίρετη ενότητα αΐδιας υπάρξεως και ζωής. Κάθε μία από της απειράριθμες ενέργειες του Θεού, είναι κοινή και ενιαία στον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, ενώ διαμέσου κάθε ιδιαίτερης ενέργειας, όλος ο Θεός ως Τριάς Προσώπων ανοίγεται προσωπικά προς τη δημιουργία του, την όποια καλεί σε κοινωνία μαζί του. «Οὐκ ἄρα ἓν μόνον ἄναρχον ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ» (Βλ. Τριάδες 3, 2, 4, σ. 659). Απέναντι στον ιδιότυπο ουσιανισμό του Βαρλαάμ, ο Γρηγόριος Παλαμάς αντιτάσσει τον όντα και ενεργούντα Θεό που φανερώνεται και γνωρίζεται προσωπικά, δίχως να δεσμεύεται από καμιά αναγκαιότητα, αφού δεν είναι ανυπόστατη αλλά Τρισυπόστατη ενεργητική ουσία.[ΟΥΤΕ ΦΑΝΕΡΩΝΕΤΑΙ ΟΥΤΕ ΓΝΩΡΙΖΕΤΑΙ. ΤΑ ΟΠΙΣΘΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΕΙΔΕ Ο ΜΩΥΣΗΣ ΣΤΟΝ ΓΝΟΦΟ ΑΓΝΩΣΙΑΣ]

«Καὶ τῷ Μωυσῇ δὲ χρηματίζων ὁ Θεός, οὐκ εἶπεν “ἐγὼ εἰμὶ ἡ οὐσία”, ἀλλ᾽ “ἐγὼ εἰμὶ ὁ ὤν”∙ (Εξοδ. 3, 14) οὐ γὰρ ἐκ τῆς οὐσίας ὁ ῶν, ἀλλ᾿ ἐκ τοῦ ὄντος ἡ οὐσία∙ αὐτὸς γὰρ ὁ ὢν ὅλον ἐν ἑαυτῷ συνείληφε τὸ εἶναι» (Τριάδες 3, 2, 12).

Με βάση τα όσα εκθέσαμε για τη θεολογική ισορροπία;;; μεταξύ υποστάσεως και ουσίας, δεν νομίζουμε ότι το παλαμικό αυτό χωρίο στηρίζει ένα «θεολογικό περσοναλισμό» άσχετο από τη θεία ουσία αλλά αντίθετα μονάχα υπό το πρίσμα μιας προσωποκεντρικής συσχέτισης μεταξύ ουσίας-υποστάσεων και ενεργειών είναι δυνατόν να ερμηνευθεί. Άλλωστε «οὐδὲν τῶν σημαινομένων, ὁ μὴ καὶ τοῖς τρισὶν ἐφαρμόζεται προσώποις» (Πρὸς Ἀρσένιον 4, σ. 318).[ΟΣΕΣ ΕΝΩΣΕΙΣ ΤΟΣΕΣ ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ. ΤΙ ΘΑ ΠΕΙ ΙΣΟΡΡΟΠΙΑ;]

Το ενδιαφέρον του Παλαμά, όπως άλλωστε επισημαίνει και η ίδια η βιβλική περικοπή της Εξόδου, αφορά στην οικονομική σχέση του Θεού προς τον κόσμο του. Ο Θεός φανερώνεται στον Μωυση. Ο φανερούμενος Θεός έχει ενέργεια που είναι αποκαλυπτική του Τρισυπόστατου ομοούσιου είναι του∙ ως τέτοια η ενέργεια του διακρίνεται από την ουσία του. Όταν φανερώνεται ως «ων» διά των ενεργειών του, τούτο δείχνει ότι ο Θεός «ὲν ὑποστάσεσι ὢν» δεν είναι «οὐσία μόνον ἀνυπόστατος». Οι ενέργειες του αφορούν όχι σε ένα πρόσωπο αλλά και στα Τρία, έτσι ώστε «ἐν τρισὶν ὑποστάσεσιν ὑπάρχων ὁ Θεὸς ἡμῖν γνωρίζεται» (βλ. Κεφ. Φυσ. καὶ θεολ. 137). Ο «ων» Θεός δεν ταυτίζεται με τις Υποστάσεις μόνο, ούτε με μία ανυπόστατη ουσία, ούτε με τις ενέργειες. Μολονότι δεν υφίσταται καμιά οντολογική προτεραιότητα μεταξύ Υποστάσεων και θείας φύσεως, αλλά συνοχή και ασύγχυτη ένωση[ΠΕΡΙΧΩΡΗΣΗ ΛΕΓΕΤΑΙ.], ο «ων» Θεός δεν εγκλωβίζεται στη φύση του. Ενεργεί πέρα από αυτήν, όταν γνωρίζεται «ἐν τρισὶ ὑποστάσεσιν ῶν», κάνοντας γνωστό το είναι του όμως, διά των φυσικών του ενεργειών κατά τρόπο ολότελα προσωπικό.[ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΣΧΕΣΗ; ΚΑΤΑ ΠΟΙΑ ΕΝΝΟΙΑ Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΤΟΥ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΔΕΝ ΕΓΚΛΩΒΙΖΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΦΥΣΗ ΤΟΥ;ΤΑΥΤΙΖΕΤΑΙ Ο ΟΡΟΣ ΦΥΣΙΣ ΜΕ ΤΗΝ ΟΥΣΙΑ; ΓΙΑ ΝΑ ΤΑΥΤΙΣΤΟΥΝ ΕΙΜΑΣΤΕ ΥΠΟΧΡΕΩΜΕΝΟΙ ΝΑ ΕΠΙΝΟΗΣΟΥΜΕ ΜΙΑ ΕΤΕΡΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΣΑΡΚΩΣΗ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ. ΟΠΩΣ ΚΑΙ ΕΠΙΝΟΗΣΑΝ ΟΙ ΝΕΟΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΓΙΑ ΝΑ ΤΑΙΡΙΑΞΟΥΝ ΜΕ ΤΟΝ ΥΠΑΡΞΙΣΜΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΛΟΓΙΑ  ΤΩΝ ΧΟΥΣΣΕΡΛ. ΧΑΙΝΤΕΓΚΕΡ. ΜΑΣ ΠΕΡΙΣΣΕΥΕΥΕΙΣ ΦΙΛΕ. ΧΡΟΝΟΥ ΦΙΔΟΥ]

Άλλο είναι η περί Θεού αντίληψη ως «ἐνέργειά τις μόνον ἐνθεωρούμενη τοῖς κτίσμασι» (Όμ. ΙΣΤ΄ 19) και άλλο η αποκάλυψή του ἐν προσώπῳ. Ως Τρισυπόστατη ενεργητική φύση, λοιπόν, ο Θεός δεν είναι ανυπόστατη και απρόσωπη;;;; ουσία. Όταν αποκαλύπτεται διά της ενέργειάς του, φανερώνεται «όλος» και όχι αποσπασματικά∙ «όλον ἐν ἑαυτῷ συνείληφε τὸ εἶναι» ως Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα, ενώ βεβαίως, δεν μετέχεται καθ' ολοκληρίαν. Όλος ο Θεός είναι παρών στον άσαρκο Λόγο που φανερώνεται και διαλέγεται με τον Μωϋσή, όχι κατ' ουσίαν ή καθ' υπόστασιν, αλλά προσωπικά κατ' ενέργειαν.

ΠΟΙΟΣ ΘΕΟΣ; Ο ΜΩΥΣΗΣ ΤΙΜΩΡΗΘΗΚΕ ΚΑΙ ΟΙ ΠΡΟΦΗΤΕΣ ΣΥΝΑΝΤΗΘΗΚΑΝ ΣΤΟΝ ΑΔΗ.ΜΗΠΩΣ ΔΕΝ ΚΑΤΕΧΟΥΜΕ ΤΗΝ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΕΝΥΠΟΣΤΑΤΟΥ; 
ΓΙΑ ΠΟΙΟΝ ΛΟΓΟ ΝΑ ΠΡΟΤΙΜΗΣΟΥΜΕ Ω!!! ΣΟΦΟΙ ΝΕΟΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΤΟΝ ΑΣΑΡΚΟ ΛΟΓΟ ΠΡΟΣΠΑΘΩΝΤΑΣ ΝΑ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΗΣΟΥΜΕ ΤΟΝ ΠΡΩΤΟ ΑΔΑΜ ΕΦΟΣΟΝ Ο ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ ΕΙΝΑΙ ΚΛΕΙΣΤΟΣ ΚΑΙ ΦΥΛΑΓΜΕΝΟΣ; ΜΟΝΟΝ Ο ΑΔΗΣ ΠΡΟΣΦΕΡΕΤΑΙ ΣΑΝ ΑΙΩΝΙΑ ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΠΛΕΟΝ. ΔΕΝ ΘΑ ΠΑΡΟΥΜΕ!!!

Δευτέρα 24 Μαρτίου 2025

Σταύρος Γιαγκάζογλου - (2) Το πρόσωπο στην περί Αγίας Τριάδος θεολογία του Αγίου Γρηγορίου Παλαμά

 Συνέχεια από: Κυριακή 23 Μαρτίου 2025

 ΙΜΑΤΙΑ ΦΩΤΟΣ ΑΡΡΗΤΟΥ

ΔΙΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ  

ΣΥΛΛΟΓΙΚΟ

Σταύρος Γιαγκάζογλου - Το πρόσωπο στην περί Αγίας Τριάδος θεολογία του Αγίου Γρηγορίου Παλαμά (2η συνέχεια)

Πρόσωπο και ουσία 

Ο Γρηγόριος Παλαμάς ακολουθώντας τις θεολογικές προϋποθέσεις που χάραξαν οι Καππαδόκες στο περί Αγίας Τριάδος δόγμα, τονίζει ότι δεν υπάρχει ουσία «γυμνή», απομονωμένη από την υπόσταση ούτε ανούσια υπόσταση. Η εννοια της υποστάσεως στη σκέψη των Ελλήνων Πατέρων δεν αντιπροσωπεύει μιαν αυτόνομη και απόλυτη κατηγορία, απόλυτα ανεξάρτητα από τη φύση ή ουσία. Η αρχή αυτή αναδεικνύεται στην πληρότητά της κυρίως στο Τριαδικό δόγμα, όπου πραγματώνεται κατεξοχήν η θεολογική ισορροπία της αδιαίρετης σχέσεως ανάμεσα στην ουσιαστική ενότητα και την υποστατική ετερότητα. Αντίθετα, μια τέτοια διάσταση ή αντινομία που παρατηρείται στον Περσοναλισμό της υπαρξιστικής φιλοσοφίας είναι τελείως ξένη προς τη θεολογία της Αγίας Τριάδος και για την πατερική σκέψη πολεμάται διαρκώς ως θύραθεν «κοσμολογικός» πειρασμός και τελικώς συντρίβεται οριστικά από τη θεολογία του αγίου Μαξίμου κατά των Μονοθελητών. Ούτε το πρόσωπο αποτελεί μία αφηρημένη, δηλαδή ανούσια αρχή που προηγείται οντολογικά της ουσίας, ούτε η ανυπόστατη ουσία προθεωρείται και καθορίζει τις Τριαδικές Υποστάσεις. 

Σε κάθε μια ιδιαίτερη υπόσταση η θεία φύση είναι αμείωτη και αμέριστη. Έτσι η υποστατική ύπαρξη της ουσίας είναι Τριαδική όχι, ασφαλώς, κατά μία αυτόματη ή τμηματική ανάδυση των Τριών Προσώπων στην ύπαρξη. Η κοινή αυτή ομοουσιότητα είναι προσωπική ως τρισυπόστατη και έχει την αιτία της όχι σε μία εσωτερική αναγκαιότητα της θείας φύσεως αλλά στο πρόσωπο του Πατρός που συνιστά την προσωπική αιτία και πηγή της θεότητος. Ο Υιός και το Πνεύμα προάγονται στην ύπαρξη αϊδίως εκ του Πατρός, όχι, ασφαλώς ερήμην της θείας ουσίας. Ο Πατήρ ως αναίτιος διακρίνεται αδιαιρέτως από τη θεία ουσία την οποία αϊδίως υποστασιάζει στο Πρόσωπό του, ενώ συνάμα γεννά τον Υιό και εκπορεύει το Άγιο Πνεύμα, κοινοποιώντας την ουσία Του και στον Υιό και στο Πνεύμα. Έτσι ο Θεός είναι ταυτόσημα Μονάδα και Τριάδα εξαιτίας της πατρικής αιτιότητας, που συνιστά την εγγύηση της ομοουσιότητας και ετερότητας;;;[ΕΝΩΣΕΩΣ ΚΑΙ ΔΙΑΦΟΡΑΣ] των άλλων δυο Υποστάσεων. Η προσωποκεντρική αυτή αφετηρία (το δόγμα της μοναρχίας - αιτιότητας του Πατρός), ενώ δεν συνιστά ουσιομαχία ούτε θεμελιώνεται σε έναν περσοναλισμό άσχετο από την ομοούσια σχέση των θείων Προσώπων, αποκλείει ωστόσο την προτεραιότητα μιας ανυπόστατης ουσίας, προτάσσοντας τις ενούσιες θείες Υποστάσεις. Η θεία ουσία δεν υποτάσσεται, ασφαλώς, στην πατρική Υπόσταση· η τελευταία, όμως, συνιστά την αιτία της κοινής κατοχής της Τρισυπόστατης ουσίας, δίχως να ταυτίζεται προς αυτήν. Αν δεν υφίσταται το αναίτιο Πρόσωπο του Πατρός, το οποίο ιδρύει την ετερότητα των Υποστάσεων κατά φύσιν και κατ' ενέργειαν, τότε «αὐτοπάρακτος ἔσται ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ καὶ αὐτοπάτωρ ὁ Θεός, ὡς καὶ ὁ τῶν δοκούντων ἐν Ἕλλησιν ὕθλος προϋπηγόρευσε κακῶς». (Κατὰ Γρηγορά Β΄, 34, Δ΄, σ. 290). Το ότι το «γεννάν» και «εκπορεύειν» προέρχεται όχι απλώς εκ της ουσίας αλλά εκ του έχοντος ουσία Πατρός θέτει, καθώς νομίζουμε, το καίριο ζήτημα της προσωποκεντρικής Τριαδολογίας. Πρόκειται για την ελευθερία ως βασικό οντολογικό περιεχόμενο του Προσώπου, την πλήρη, δηλαδή, και απολύτως αδέσμευτη κατάφαση στο είναι. [ΑΥΤΟ ΤΟ ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΣΤΗΝ ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ. Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΙΟ ΚΟΝΤΙΝΟ ΣΥΜΒΟΛΟ ΜΕ ΤΙΣ ΤΡΕΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ. Ο ΠΑΤΗΡ ΚΑΙΕΙ, Ο ΥΙΟΣ ΦΩΤΙΖΕΙ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΘΕΡΜΑΙΝΕΙ. ΜΕ ΠΡΩΤΗ ΥΛΗ ΤΟ ΔΕΝΔΡΟ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΥΦΙΣΤΑΤΑΙ ΚΑΙ ΣΑΝ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟ ΣΤΗΝ ΕΡΗΜΟ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ Ή ΣΑΝ ΔΡΟΣΟΣ ΣΤΟ ΞΥΛΟ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΚΑΙΓΕΤΑΙ ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΚΑΤΑΝΑΛΩΝΕΤΑΙ ΣΤΟΥΣ ΥΙΟΥΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ, ΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ]

Σύμφωνα με την πατερική θεολογία, καθώς την ανατέμνει ο Γρηγόριος Παλαμάς, στα εντός της Τριάδος αρμόζει η φύση, ενώ στα εκτός η θέληση ή βούληση. Έτσι φαίνεται να υπέρκειται της βουλήσεως η φύση στη θεότητα. Τούτο είναι ορθό, εφόσον ως βούληση νοείται η προς την κτίση δημιουργική και τελειωτική ενέργεια της Αγίας Τριάδος, ενώ ως φύση θεωρείται η γέννηση του Υιού και η εκπόρευση του Πνεύματος κατά την πατρική Υπόσταση. Καθόλου δεν σημαίνει, όμως, ότι η κατά φύση αυτή γέννηση και εκπόρευση είναι κατά κάποιο τρόπο απροαίρετη και αθέλητη ανάγκη της φύσεως του Πατρός, ως να επρόκειτο περί ανθρωπίνων αντιθέσεων. Ο Υιός π.χ., ενώ δεν είναι έργο της θελήσεως, δηλαδή μιάς ενέργειας του Θεού, είναι Υιός του θέλοντος Πατρός και ούτε, ασφαλώς, γέννημα απλώς της φύσεως αλλά του γεννήσαντος Πατρός.[ΥΙΟΣ ΤΟΥ ΘΕΛΟΝΤΟΣ ΠΑΤΡΟΣ ΔΕΝ ΥΦΙΣΤΑΤΑΙ ΣΤΗΝ ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ.ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΗΣ ΘΕΛΗΣΕΩΣ ΤΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΦΥΤΕΨΕ ΠΑΡΑΝΟΜΑ ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ Ο ΖΗΖΙΟΥΛΑΣ. ΠΕΣ ΜΟΥ ΤΗΝ ΓΕΝΝΗΣΗ ΝΑ ΣΟΥ ΠΩ ΤΗΝ ΕΚΠΟΡΕΥΣΗ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΕΙ Ο ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ]. 

Καθώς θα διαπιστώσουμε στη συνέχεια, η πατερική αυτη διάκριση μεταξύ θέλοντος και θελήσεως, προσώπου και ενέργειας δεν είναι αποφασιστική μόνο για τις υπαρκτικές σχέσεις ελευθερίας και αγάπης των Τριαδικών Προσώπων αλλά επίσης και, κατ' επέκταση, για τον προσωπικό χαρακτήρα των θείων ενεργειών στη θεολογία του Γρηγορίου Παλαμά.[ΕΙΝΑΙ ΚΟΙΝΕΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ. ΜΟΝΟ Ο ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΑΠΕΥΘΥΝΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΔΑ ΣΑΝ ΣΕ ΕΝΑ ΕΣΥ, ΣΕ ΕΝΑ ΠΡΟΣΩΠΟ.]

Ουσία και ενέργεια 

Η Τριαδική και κοινωνική θεότητα δεν ταυτίζεται αποκλειστικά με την Τρισυπόστατη θεία ουσία ούτε εγκλωβίζεται στα όρια της αοριστίας και αμεθεξίας της από κάποια εσωτερική αναγκαιότητα. Αντίθετα, ο απόλυτος και υπερβατικός κατά την ουσία του Θεός, δίχως καμιά τροπή στο είναι Του, ονομάζεται, φανερώνεται και μετέχεται από τα κτίσματα κατά την εκδήλωση της φυσικής του ενεργείας. Η πατερική θεολογία και ο έξοχος ερμηνευτής και ανατόμος της Γρηγόριος Παλαμάς, με βάση τη ζώσα εμπειρία της ιστορίας της σωτηρίας, αρνούνται να ταυτίσουν τον ενεργούντα στην κτίση και την ιστορία Τρισυπόστατο Θεό αποκλειστικά με την ουσία του. 

«Τριῶν ὄντων τοῦ Θεοῦ, οὐσίας, ἐνεργείας, Τριάδος ὑποστάσεων θείων» (Κεφ. φυσ. καὶ θεολ. 75, Ε, σ. 77). Ο Ων Θεός της βιβλικής πίστεως δεν είναι μόνον ουσία και Υποστάσεις. «Έχει ὁ Θεός, καὶ ὁ μὴ ἐστιν οὐσία», επισημαίνει ο Παλαμάς αναφερόμενος στις άκτιστες ενέργειες που διακρίνονται ως μεθεκτές από την παντελώς αμέθεκτη θεία ουσία. Οι ενέργειες εκφαίνουν τη ζωή της Αγίας Τριάδος, ερμηνεύουν και διασφαλίζουν την εμπειρία της πραγματικής σχέσεως και θεώσεως του κτιστού στο έργο της εν Χριστώ οικονομίας.

Οι[ΚΟΙΝΕΣ] ενέργειες του Θεού προέρχονται εκ της θείας ουσίας την οποία αφορούν και χαρακτηρίζουν. Η οντολογική αυτή εξάρτησή τους από τη θεία ουσία ισχύει, εφόσον η τελευταία υφίσταται προσωπικά ως αυθυπόστατος. Κατά τον Παλαμά, όπως οι ενέργειες έχουν αιτία την Τρισυπόστατη ουσία ως υπερκείμενη, ομοίως στην Τρισυπόστατη ουσία η πατρική υπόσταση[ΑΔΙΑΝΟΗΤΗ ΕΚΦΡΑΣΗ] συνιστά πηγή και ρίζα της. Το σημείο αυτό της θεολογικής σκέψεως του αγίου Γρηγορίου καταδεικνύει εξόχως τη δυναμική σύνδεση των ενεργειών με το περί Αγίας Τριάδος δόγμα. [«Πώς είναι δυνατόν να συνυπάρχουν στην Αγία Τριάδα Μοναρχία και Πατρότης;!» Και απαντά, “Λόγος ΚΘ, 2, 8”: «Ημείς όμως τιμώμεν την μοναρχίαν, και μάλιστα την μοναρχίαν η οποία δεν περιορίζεται εις ένα πρόσωπον, αλλά μοναρχίαν την οποίαν πραγματοποιεί η ισοτιμία της φύσεως, η σύμπνοια της γνώμης, η ταυτότης της κινήσεως και η συμφωνία με το ένα πρόσωπον, πράγμα που δεν επιτυγχάνεται εις την κτιστήν φύσιν, δια τούτο μονάς απ’ αρχής, εις δυάδα κινηθείσα, μέχρι Τριάδος έστη».]

Η θεία ουσία, στο μέτρο που περιέχεται και κοινωνείται;;;[ΚΑΤΑ ΦΥΣΙΝ ΥΙΟΘΕΣΙΑ;] από τα θεία πρόσωπα, που υφίσταται Τρισυποστάτως, καθίσταται και πηγή των ενεργειών. Κατά συνέπεια, οι ενέργειες δεν χωρίζονται υπαρκτικά από την ουσία και τα πρόσωπα της θεότητας «τῶν θείων ἐνεργειῶν ... περὶ τὴν θείαν φύσιν ἢ τῶν ὑποστάσεων νοουμένων ἐξ ἀϊδίου» (Άντιρ. 3, 101, Γ, σ. 233). Γι' αυτό το λόγο, άλλωστε, είναι και άκτιστες.

Η διάκριση ουσίας και ενεργειών, επειδή είναι προσωποκεντρική;;;, δεν εισάγει σύνθεση στην απλότητα του Θεού. Η θεία απλότητα δεν ταυτίζεται εξάπαντος με τη φιλοσοφική αντίληψη του απολύτως «ακινήτου». Τούτο ανταποκρίνεται περισσότερο στη σχολαστική αντιληψη, σύμφωνα με την οποία τα πάντα στον Θεό ενοποιούνται σε μία απόλυτη απλότητα, εφόσον για τη θεμελίωση της έννοιας του Θεού ή actus purus οι ιδιότητες και η ίδια η ουσία συμπίπτουν με το είναι η όποια διάκρισή τους δεν είναι πραγματική αλλά γίνεται κατ' επίνοιαν και αφορά μόνο στον ανθρώπινο νού που αδυνατεί εντελώς να εξεικονίσει λογικά την ενότητα της θείας ουσίας με την αδαπάνητη πολλαπλότητα των διακεκριμένων ενεργειών της. Ο Θεός του αγίου Γρηγορίου δεν είναι ο Θεός του Αριστοτέλη ή του Πλωτίνου, αλλά ο ζων και αληθής Θεός της βιβλικής και Πατερικής Παραδόσεως, η φυσική ενότητα και ενεργειακή κοινωνικότητα του οποίου δεν αντιμάχεται την Τριάδα των θείων Προσώπων. 

Κυριακή 23 Μαρτίου 2025

Σταύρος Γιαγκάζογλου - (1) Το πρόσωπο στην περί Αγίας Τριάδος θεολογία του Αγίου Γρηγορίου Παλαμά

 ΙΜΑΤΙΑ ΦΩΤΟΣ ΑΡΡΗΤΟΥ

ΔΙΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ  

ΣΥΛΛΟΓΙΚΟ

Ο Τομέας Δογματικής Θεολογίας του πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης διοργάνωσε τον Μάιο του 1996 Συνέδριο με θέμα την «Διεπιστημονική προσέγγιση του προσώπου», και εκάλεσε χρεωστικώς και τιμιτικώς «αρχηγούς καθηγεμόνες» και δασκάλους από διαφορετικούς κλάδους σπουδής. Ανάμεσά τους ηύραν διακριτικώς θέση νεότεροι και νέοι μαθητές και ερευνητές. Η ασυνήθης συμμετοχή φοιτητών και φίλων της θεολογίας και του διεπιστημονικού διαλόγου, η ζωηρότατη ανταλλαγή απόψεων, η καρπογόνος συνομιλία μαθητών και δασκάλων, σφράγισαν το διήμερο των σχετικών εργασιών και υπερέβησαν και τους πιο αισιόδοξους σχεδιασμούς των διοργανωτών. (...)

«Το πρόσωπο στην περί Αγίας Τριάδος θεολογία του Αγίου Γρηγορίου Παλαμά», στον συλ. τόμο Ιμάτια Φωτός Αρρήτου - διεπιστημονική προσέγγιση του προσώπου, σ. 145-157, Θεσσαλονίκη 2002.

Σταύρος Γιαγκάζογλου - Το πρόσωπο στην περί Αγίας Τριάδος θεολογία του Αγίου Γρηγορίου Παλαμά


Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς έζησε και έδρασε στην πολυτάραχη περίοδο του ΙΔ' αι., όταν η συμβασιλεύουσα Θεσσαλονίκη πρωτοστατούσε στις πνευματικές ζυμώσεις και κοινωνικές εξελίξεις στο χώρο της καθ' ημάς Ανατολής. Η ησυχαστική διαμάχη ξέσπασε, ως γνωστόν, όταν ο Καλαβρός λόγιος Βαρλαάμ αρνήθηκε κατηγορηματικά τη δυνατότητα αμεσης θέας και κοινωνίας του Θεού στη ζωή της Εκκλησίας. Με αφορμή τις μεταφυσικές θέσεις των αντιησυχαστών ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς ανέπτυξε τη διδασκαλία του με άξονα την περίφημη διάκριση μεταξύ ουσίας και ενέργειας του Θεού, διασφαλίζοντας θεολογικά τη χριστοκεντρική εμπειρία της Εκκλησίας, όπως έντονα βιώνονταν από την ησυχαστική θεοπτία. Η θεοφανική αυτή μέθεξη, η κοινωνία της θεώσεως, δίχως οποιαδήποτε σύγχυση κτιστού και ακτίστου, αποτέλεσε το υπαρξιακό - σωτηριολογικό θεμέλιο της διδασκαλίας του αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης. Ο Παλαμάς στα πρόσωπα των Βαρλαάμ, Ακίνδυνου, Γρηγορά και των οπαδών τους απέκρουσε όχι, απλώς, τα πρώτα ριζώματα του δυτικού Σχολαστικισμού στην ορθόδοξη Ανατολή, ούτε, μόνον, τις προκλήσεις ενός αυτονομημένου Ανθρωπισμού. Ο θεολογικός αγώνας του ησυχαστή αγίου -και τούτο έχει ιδιαίτερη σημασία για μας σήμερα- αντιμετώπισε και ξεπέρασε με μια ρωμαλέα Ερμηνευτική σύνθεση της βιβλικής και πατερικής παραδόσεως, έναν στείρο συντηρητισμό του γράμματος, μια «θεολογία της επανάληψης», ανίκανης να ερμηνεύσει την ίδια την κληρονομιά της, για την κατοχή της οποίας κόπτεται και απλώς υπερηφανεύεται, σα να πρόκειται για μουσειακό απολίθωμα του παρελθόντος.

Η πορεία επανασύνδεσης της σύγχρονης ορθόδοξης Θεολογίας με τη μεγάλη Παράδοση που εκπροσωπεί ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς φάνηκε να εξαντλείται μονομερώς, λόγω της πολεμικής της δυτικής θεολογίας, στην ερμηνεία και προβληματική της διακρίσεως ουσίας και ενεργειών στον Θεό, παραθεωρώντας συχνά την άρρηκτη εξάρτησή της από το προσωπικό - Τρισυπόστατο Είναι του Θεού. Στη σύντομη αυτή ανακοίνωση θα επιχειρήσουμε να παρουσιάσουμε την έννοια και σημασία του Προσώπου στην περί Αγίας Τριάδος θεολογία του Παλαμά, προτείνοντας ένα βαθύτερο και δημιουργικό άνοιγμα της σύγχρονης ορθόδοξης σκέψης, που εμπνέεται από τη διάκριση ουσίας και ενεργειών στη θεολογική σημαντική του Προσώπου και αμοιβαίως.

Τα τελευταία χρόνια ξεκίνησε στην ευρωπαϊκή, κυρίως, βιβλιογραφία μια ενδιαφέρουσα συζήτηση σχετικά με τον περσοναλισμό ή ουσιανισμό της ορθόδοξης Ανατολής και της λατινικής Δύσεως. Ήδη έναν αιώνα πρωτύτερα ο Th. de Regnon συνόψισε τη διαφορά του Τριαδολογικού δόγματος μεταξύ Ανατολής και Δύσεως ως εξής η ελληνική θεολογική παράδοση προσέρχεται διά της υποστατικής διακρίσεως στην ενότητα της ουσίας, ενώ η λατινική θεολογία εκκινεί από την ενότητα της ουσίας και κατόπιν θεωρεί τα θεία πρόσωπα ως εσωτερικές σχέσεις της θείας ουσίας. Η λατινική αντίληψη θεωρεί το πρόσωπο ως τρόπο της ουσίας, η ελληνική θεώρηση εκλαμβάνει την ουσία ως το περιεχόμενο του προσώπου.

Αρκετοί, κυρίως Ρωμαιοκαθολικοί θεολόγοι, αντιδρώντας στις επικρίσεις του Lossky και άλλων Ορθόδοξων θεολόγων για την αποκατάσταση της θέσεως και της Θεολογίας του Γρηγορίου Παλαμά, προσπάθησαν να αντιστρέψουν το κλασικό πλέον σχήμα που καθιέρωσε ο Th. de Regnon.

Απαντώντας στις επικρίσεις των ορθόδοξων αυτών θεολόγων για προτεραιότητα και μυστικισμό της θείας ουσίας ως βασικού γνωρίσματος της δυτικής θεολογίας, μια ομάδα δυτικών λογίων θα ανταποδώσει την κατηγορία του ουσιανισμού στην ορθόδοξη θεολογία και κυρίως στη διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου Παλαμά.

Μια πρώτη δέσμη των αντιπαλαμικών αυτών επικρίσεων θεωρεί ότι η περί ακτίστων ενεργειών διδασκαλία του Παλαμά συνιστά καινοτομία έναντι της πατερικής Παραδόσεως με έκδηλες ουσιανιστικές προϋποθέσεις. Στα πλαίσια αυτά το δόγμα των ακτίστων ενεργειών εισάγει μια νεοπλατωνίζουσα μεταφυσική, έναν ουσιανισμό των απορροών μέσα στην Αγία Τριάδα, περιορίζοντας τα θεία Πρόσωπα τόσο στην αϊδιότητα, όσο και στην ιστορία της σωτηρίας. Και τούτο διότι οι ενέργειες εξαρτώνται οντολογικά από τη θεία ουσία, η οποία και προτάσσεται έναντι των Προσώπων κατά την έκφανσή τους. Πρόκειται, λοιπόν, για μια πνευματικότητα νεοπλατωνικού τύπου, όπου απουσιάζει η ελευθερία του προσώπου και κυριαρχεί η αναγκαιότητα της ουσίας. Η «ανυπόστατος ενέργεια» της θείας ουσίας αντικαθιστά και αυτό το έργο της ενανθρωπήσεως του Λόγου. Με τη συσκότιση ή ακόμη και τον αφανισμό των υποστάσεων η θεολογία του Παλαμά δεν χρειάζεται καμιά Τριαδολογική ή χριστολογική θεμελίωση. Αποτελεί ένα είδος επιστροφής στην έννοια του απλού Θεού των Μυστικών. Εκλαμβάνει δηλαδή τη θεότητα, είτε ως μια απρόσωπη, είτε ως μια υπερπρόσωπη μονάδα. Ούτως ή άλλως, καταλήγουν, στη θεολογία του Παλαμά η ουσία και οι διακεκριμένες ενέργειές της προηγούνται και «απολειτουργικοποιούν» τις Τριαδικές Υποστάσεις.

Μια δεύτερη δέσμη αντιπαλαμικών κατηγοριών επεκτείνει την κριτική της στο σύνολο της ελληνικής πατερικής Παραδόσεως. Ο Παλαμισμός αυτή τη φορά ορθώς ερμηνεύει τον ουσιανισμό των Καππαδοκών και του Αρεοπαγίτη, ολοκληρώνοντας τις νεοπλατωνικές τους τάσεις. Σχεδόν όλη η θεολογία της Ανατολής «νεοπλατωνίζει». Οι ενέργειες αντικαθιστούν το σωτηριολογικό έργο των τριών Υποστάσεων στην οικονομία και απηχούν μια «φυσική» και όχι περσoναλιστική περί μετοχής στη ζωή του Θεού αντίληψη.

Το συμπέρασμα είναι αυτονόητο: ο Παλαμάς εμφανίζεται ως «ουσιανιστής», επεκτείνοντας και ολοκληρώνοντας τις τάσεις των Ελλήνων Πατέρων. Μόνον η δυτική παράδοση απο τον Αυγουστίνο και τις ψυχολογικές τριάδες ως τον Θωμά Ακινάτη και την κτιστή χάρη διατήρησε έντονα τον βιβλικό περσοναλιστικό χαρακτήρα της θεολογίας.

Παρόμοιες θέσεις, κυρίως ως προς τη σχέση του Παλαμά με τα νεοπλατωνικά πρότυπα, εξέφρασαν και ορισμένοι ημέτεροι ακαδημαϊκοί θεολόγοι, προφανώς κατ' επίδρασιν της δυτικής βιβλιογραφίας. Η συγκεχυμένη αντιμετώπιση της διδασκαλίας του ησυχαστή θεολόγου καταλήγει στις ακρότατες παρερμηνείες της όταν και οι επικριτές της σύγχρονης ορθόδοξης σκέψης που έχει ως επίκεντρο το Πρόσωπο θεωρούν ότι στον Παλαμά ανακαλύπτουν επιχειρήματα υπέρ μιάς υπερβάσεως της «φιλοσοφικής» εννοίας του Προσώπου, διότι το ζήτημα της γνώσεως του Θεού τίθεται αποκλειστικά μέσα από τη διάκριση ουσίας και ενεργειών.

Το βασικό πρόβλημα που θα μας απασχολήσει είναι η θέση του Προσώπου στην Τριαδολογία του Γρηγορίου Παλαμά. Η μέθεξη στη θεία ζωή συνιστά μια απρόσωπη σχέση του Θεού με τον άνθρωπο; Η διδασκαλία των ακτίστων ενεργειών εισάγει πολυθεϊσμό ή πανθεϊσμό νεοπλατωνικού τύπου; Υφίσταται όντως ένα «κενό της ησυχαστικής θεολογίας ως προς τη σχέση τριαδικών υποστάσεων και ακτίστων ενεργειών»; Οι ενέργειες είναι της ουσίας ή των Προσώπων; Είναι προσωπικές ή απρόσωπες. Ποια είναι η σχέση Υποστάσεων και ενεργειών. Ο άνθρωπος οικειώνεται προσωπικά ή απρόσωπα τις άκτιστες ενέργειες του Θεού;

(συνεχίζεται)