Παρασκευή 7 Αυγούστου 2026

Giovanni Reale - ΣΩΚΡΑΤΗΣ (59)

    Συνέχεια από: Πέμπτη 6 Αυγούστου 2026

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ΄

Η ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΣΩΚΡΑΤΗ

Ο ΣΩΚΡΑΤΙΚΟΣ ΘΕΟΣ ΚΑΙ ΤΟ «ΔΑΙΜΟΝΙΟΝ» ΩΣ «ΘΕΪΚΟΝ ΣΗΜΕΙΟΝ

Ὁ θεὸς ὡς τελεολογικὴ Νόηση καὶ ὡς Πρόνοια

Ἂς ἰδοῦμε ἀναλυτικά τί ἀναφέρουν οἱ πηγές μας σχετικῶς. Πράγματι, ἀπὸ τὶς πηγὲς ἀποδίδονται στὸν Σωκράτη πολλές ἰδέες, ὄχι μόνον διότι ἔχουν μεγάλη ἀξία καθ' ἑαυτή, ἀλλὰ καὶ διότι ὁρισμένες ἐπρόκειτο νὰ γνωρίσουν μεγάλη διάδοση καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτόν.

Γιὰ τὴ σωκρατικὴ ἀντίληψη περὶ θεοῦ σχετικὲς πληροφορίες μᾶς παρέχει ὁ Ξενοφῶν σὲ ὁρισμένα χωρία ἀπὸ τὰ Ἀπομνημονεύματα (κυρίως σὲ δύο κεφάλαια ἐξέχουσας σημασίας) 20. Η κριτική ἀντιμετώπισε μὲ ἀπερίγραπτο τρόπο τὶς πληροφορίες αὐτές, καταλήγοντας νὰ θέσει ὑπὸ ἀμφισβήτηση τὴν ἀξιοπιστία τους. Πράγματι, ἐὰν διαβαστοῦν καὶ ἑρμηνευθοῦν δεόντως, οἱ ἐν λόγῳ πληροφορίες ἀφήνουν νὰ διαφανοῦν καθαρῶς οἱ κώδικες τῆς γνήσιας σωκρατικῆς διανοήσεως. Οἱ λόγοι γιὰ τοὺς ὁποίους ὁ Πλάτων δὲν μᾶς προσφέρει παραλλήλως ἀποδείξεις ἀνάλογης εὐκρίνειας μὲ τὶς πληροφορίες τοῦ Ξενοφῶντος διασαφηνίσθηκαν πιὸ πάνω.

Σὲ ἕνα πρῶτο χωρίο, ποὺ ἀφορᾶ στὸν διάλογο μεταξύ Σωκράτους καὶ Ἀριστοδήμου, ἕναν διάλογο, τοῦ ὁποίου ὁ Ξενοφῶν ὑπῆρξε αὐτήκοος μάρτυς, περιέχεται καθ' ἑαυτὴ μιὰ ἀπόδειξη τῆς ὑπάρξεως τοῦ θεοῦ, ἡ ὁποία βασίζεται στὶς ἀκόλουθες ἰδέες.
1. Ὅ,τι δὲν εἶναι ἁπλῶς τυχαῖο, ἀντιθέτως συναρτᾶται μὲ ἕνα τέλος ἢ σκοπό, προϋποθέτει τὴν ὕπαρξη μιᾶς Νοήσεως, ἡ ὁποία τὸ ἐπεθύμησε καὶ τὸ ἐδημιούργησε σταθμίζοντας ὅλα τὰ δεδομένα.
2. Ἐὰν προσέξουμε καλά, θὰ διαπιστώσουμε ὅτι, ἰδιαιτέρως σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ στὸν ἄνθρωπο, κάθε ὄργανό του εἶναι τέτοιο, ὥστε νὰ μπορεῖ νὰ γίνει κατανοητό μόνον ὡς ἐπινόηση μιᾶς Νοήσεως, ἡ ὁποία τὸ ἐπεθύμησε καὶ τὸ κατασκεύασε.
3.
Ἡ ἐπισήμανση ὅτι ἡ Νόηση αὐτὴ δὲν εἶναι ὁρατή, ἐνῶ ἀντιθέτως οἱ ἄνθρωποι φαίνονται, δὲν συγκροτεῖ ἐπιχείρημα κατὰ τῆς ὑπάρξεώς της. Οὔτε ἡ ψυχή μας, δηλαδή ἡ νόησή μας, φαίνεται, καὶ ὅμως οὐδεὶς θὰ ὑποστήριζε ὅτι ἐξ αἰτίας τούτου δὲν πράττουμε κατόπιν διανοήσεως καὶ βάσει τῆς νοήσεως, ἀλλὰ ὅτι ἐνεργοῦμε τυχαίως.
4. Μποροῦμε νὰ ὑποστηρίξουμε ὅτι, βάσει τῶν προνομίων ποὺ κατέχει ὁ ἄνθρωπος ἐν σχέσει πρὸς τὰ ὑπόλοιπα ὄντα, λόγῳ τῆς τελειότερης φυσικῆς δομῆς του καὶ τοῦ γεγονότος ὅτι διαθέτει ψυχή, δηλαδὴ νόηση, ὁ θεϊκὸς δημιουργός φροντίζει τὸν ἄνθρωπο μὲ ἕναν ἐντελῶς ἰδιαίτερο τρόπο.
5. Τὴν τελευταία ἐπιβεβαίωση τῆς ἐν λόγῳ ξενοφώντειας θέσεως ἐξασφαλίζουμε καὶ ἀπὸ τὴ μαντική.
Δυὸ ἰδιαίτερα χαρακτηριστικά τοῦ συλλογισμοῦ αὐτοῦ παραπέμπουν σὲ ἀντιπροσωπευτικές συνιστώσες τῆς σωκρατικῆς φιλοσοφίας: κατὰ πρῶτον, ἡ συνάφεια ποὺ ὑφίσταται μεταξύ θεοῦ καὶ ψυχῆς, δηλαδή μεταξύ θεϊκῆς καὶ ἀνθρωπίνης νοήσεως. Κατὰ δεύτερον, ὁ ἔντονος ἀνθρωποκεντρισμός. Πράγματι, ὅλες οἱ ἀποδείξεις ὑπὲρ τῆς τελολογίας τεκμαίρονται ἀπὸ τὴ δομὴ τοῦ σώματος, ἐνῶ ἀπουσιάζει ὁποιαδήποτε θεώρηση κοσμολογικῆς φύσεως: Ὁ ἄνθρωπος θεωρεῖται ὡς τὸ τελειότερο ἔργο τοῦ θεοῦ καὶ ὡς τὸ ὂν ποὺ ὁ θεὸς φροντίζει περισσότερο.

Ἀς διαβάσουμε τὰ ἀποσπάσματα ποὺ ἀναφέρονται στὸ πρῶτο σημείο:

«Σὺ δὲ νομίζεις ὅτι ἔχεις κάποιαν νοητικὴν δύναμιν;» «Ἐρώτα με λοιπὸν καὶ θὰ σοῦ ἀποκριθῶ». «Ἀλλοῦ δὲ πουθενὰ δὲν νομίζεις ὅτι ὑπάρχει νοητικὴ δύναμις; Καὶ μάλιστα ἐνῷ ἠξεύρεις, ὅτι μικρὸ μέρος τῆς γῆς, ἡ ὁποία εἶναι πολλή, μέσα εἰς τὸ σῶμα σου ἔχεις, καὶ ὀλίγον μέρος ὑγροῦ, τὸ ὁποῖον εἶναι πολύ, καὶ ἀπὸ ἕκαστον ἀπὸ τὰ ἄλλα βέβαια, τὰ ὁποῖα εἶναι μεγάλα, ἀφοῦ ἔλαβες μικρὸν μέρος, συνηρμολογήθη τὸ σῶμα σου· πῶς δὲ λοιπὸν νομίζεις, ὅτι μόνος σύ, κατ᾿ εὐτυχῆ τινα περίστασιν, ἔχεις ἁρπάσει νοῦν, ἐνῷ πουθενὰ δὲν ὑπάρχει, καὶ αὐτὰ τὰ ὑπερμεγέθη καὶ ἄπειρα κατὰ τὸ πλῆθος σώματα, νομίζεις ὅτι ἔχουν τόσην τάξιν, ἐπειδὴ δὲν ἔχουν φρόνησιν;» «Μὰ τὴν ἀλήθειαν, ἔτσι νομίζω, διότι δὲν βλέπω τοὺς κυρίους τοῦ κόσμου τούτου, καθώς τοὺς δημιουργούς ἐκείνων, ποὺ γίνονται ἐδῶ». «Διότι οὐδὲ τὴν ἰδικὴν σου βέβαια ψυχὴν σὺ βλέπεις, ἡ ὁποία εἶναι κυρία τοῦ σώματός σου» 21.

Ἀκολουθεῖ ἕνας κατάλογος τῶν προνομίων ποὺ ἔχει ὁ ἄνθρωπος ἐν σχέσει πρὸς τὰ ὑπόλοιπα ζῶα καὶ τὸ τελευταῖο ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖο στηρίζεται στὸ θεῖο δῶρο ποὺ ἐδόθη στὸν ἄνθρωπο 22. Ὁ λόγος ὁλοκληρώνεται ὡς ἑξῆς:
«Ὦ καλέ μου», εἶπε, «μάθε καλῶς ὅτι καὶ ὁ ἐνυπάρχων εἰς σὲ νοῦς τὸ σῶμά σου, ὅπως θέλει, τὸ μεταχειρίζεται. Εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη νὰ παραδέχεσαι, ὅτι καὶ ἡ ἐνυπάρχουσα εἰς τὸ σύμπαν φρόνησις τὰ πάντα τοιουτοτρόπως διευθετεῖ, ὅπως τῆς εἶναι εὐχάριστον, καὶ ὄχι ὅτι τὸ μὲν ἰδικόν σου βλέμμα δύναται εἰς ἀπόστασιν πολλῶν σταδίων νὰ φθάνῃ, ὁ δὲ ὀφθαλμὸς τοῦ Θεοῦ δὲν δύναται τὰ πάντα μαζὶ νὰ βλέπῃ, καὶ οὔτε ὅτι ἡ μὲν ἰδική σου ψυχὴ δύναται νὰ φροντίζῃ καὶ διὰ τὰ ἐδῶ καὶ διὰ τὰ ἐν Αἰγύπτῳ καὶ διὰ τὰ ἐν Σικελία, ἡ δὲ φρόνησις τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι ἱκανὴ συγχρόνως δι᾿ ὅλα νὰ φροντίζῃ» 23.

Ἀμφότερα τὰ χαρακτηριστικά (τὸν ἀνθρωποκεντρισμό καὶ τὴν ἀναλογία θεοῦ καὶ ἀνθρωπίνης ψυχῆς, δηλαδὴ τὴν ἀναλογία θεοῦ καὶ νοήσεως) τὰ συναντοῦμε ἐκ νέου, καὶ μάλιστα ἐκτενῶς, σὲ ἕνα ἄλλο ἀπόσπασμα τῶν Ἀπομνημονευμάτων, τὸ ὁποῖο θεωροῦμε σκόπιμο νὰ παραθέσουμε ὁλόκληρο. Πράγματι, τὸ ἀπόσπασμα αὐτὸ ἀποτελεῖ θεμελιώδη βιβλιογραφική τεκμηρίωση καὶ οὐσιαστικὴ μαρτυρία σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ στὴν κατανόηση ὄχι μόνον της σωκρατικῆς διανοήσεως ἐν γένει, ἀλλὰ καὶ τῆς πρωτοτυπίας ἀπὸ τὴν ὁποία αὐτὴ χαρακτηρίζεται στὸν βαθμὸ ποὺ τείνει πρὸς μία κατεύθυνση ποὺ εἶναι ἀντίθετη πρὸς τὴ γενικώτερη – μιὰ κατεύθυνση ποὺ εἶναι ταυτοχρόνως κοσμοκεντρικὴ καὶ ἀνθρωποκεντρική – τῆς έλληνικῆς διανοήσεως:

Τὸ νὰ γίνωνται μὲν λοιπὸν οἱ μαθηταί του ἱκανοὶ εἰς τὸ λέγειν καὶ εἰς τὸ πράττειν καὶ ἐφευρετικοί, δὲν ἐβιάζετο, ἀλλ᾽ ἐνόμιζεν, ὅτι πρὶν ἀπ᾿ αὐτὰ πρέπει νὰ ἀναπτυχθῇ μέσα των ἡ σωφροσύνη. Διότι ἐκεῖνοι ποὺ ἡμποροῦν νὰ τὰ κάμνουν ὅλα αὐτά, χωρὶς νὰ εἶναι σώφρονες ἐνόμιζεν ὅτι εἶναι καὶ περισσότερον ἄδικοι καὶ περισσότερον ἱκανοὶ εἰς τὸ νὰ κακουργοῦν. Κατὰ πρῶτον μὲν λοιπὸν ἐπροσπάθει νὰ κάμνη σώφρονας τοὺς μαθητάς του ὡς πρὸς τὴν λατρείαν τῶν θεῶν. [Ἄλλοι μὲν λοιπὸν παρευρεθέντες, ὅταν αὐτὸς διελέγετο πρὸς ἄλλους, διηγοῦντο αὐτὴν τὴν προσπάθειαν· ἐγὼ δὲ παρευρέθην ὅταν συνεζήτει τὰ ἑξῆς περίπου μὲ τὸν Εὐθύδημον]. «Εἰπέ μου», εἶπεν, «ὦ Εὐθύδημε, σοῦ ἦλθε κατὰ νοῦν ποτὲ ἕως τώρα νὰ ἐξετάσῃς, πόσον ἐπιμελῶς οἱ θεοὶ ἔχουν κατασκευάσει ἐκεῖνα ποὺ χρειάζονται οἱ ἄνθρωποι;» Καὶ ἐκεῖνος· «Μὰ τὸν Δία», εἶπε, «ποτέ δὲν μοῦ ἦλθε κατὰ νοῦν ἐμένα τουλάχιστον». «Ἀλλὰ ἠξεύρεις τουλάχιστον», εἶπεν, «ὅτι κατὰ πρῶτον μὲν ἔχομεν ἀνάγκην φωτός, τὸ ὁποῖον οἱ θεοὶ παρέχουν εἰς ἡμᾶς;» «Ναὶ μὰ τὸν Δία», εἶπε, «διότι, ἐὰν βέβαια δὲν τὸ εἴχαμεν αὐτό, θὰ ἤμεθα ὅμοιοι μὲ τοὺς τυφλούς, ἐπειδὴ βέβαια βλέπομεν μὲ τὰ μάτια μας». «Πρὸς τούτοις, ἐπειδὴ βέβαια ἔχομεν ἀνάγκην ἀναπαύσεως, μᾶς παρέχουν ὡς ἄριστον ἀναπαυτικὸν μέσον τὴν νύκτα». «Καὶ αὐτὸ τῷ ὄντι», εἶπεν, «εἶναι ἄξιον μεγάλης εὐγνωμοσύνης». «Λοιπόν, καὶ ἐπειδὴ ἀφ᾿ ἑνὸς μὲν ὁ ἥλιος, ἐπειδὴ εἶναι φωτεινὸς καὶ τὰς ὥρας τῆς ἡμέρας καὶ ὅλα τὰ ἄλλα πράγματα μᾶς φανερώνει σαφῶς, ἡ δὲ νύξ, ἐπειδὴ εἶναι σκοτεινή, θαμπώνει περισσότερον τὰ πράγματα, δι' αὐτὸ τὰ ἄστρα οἱ θεοὶ κατὰ τὴν νύκτα μᾶς ἤναψαν, τὰ ὁποῖα μᾶς δείχνουν τὰς ὥρας τῆς νυκτὸς καὶ ἕνεκα τούτου κάμνομεν πολλά, τῶν ὁποίων ἔχομεν ἀνάγκην;» «Εἶναι ἀλήθεια αὐτά», εἶπεν. «Ἀλλὰ προσέτι ἡ σελήνη ὄχι μόνον τῆς νυκτός, ἀλλὰ καὶ τοῦ μηνὸς τὰς διαιρέσεις μᾶς φανερώνει». «Βεβαιότατα», εἶπε. «Τὸ ὅτι δὲ, ἐπειδὴ ἔχομεν ἀνάγκην τροφῆς, αὐτὴν μᾶς τὴν δίδουν ἀπὸ τὴν γῆν καὶ μᾶς παρέχουν ἐποχὰς καταλλήλους πρὸς τοῦτο, αἱ ὁποῖαι εἰς ἡμᾶς ὄχι μόνον ὅσα χρειαζόμεθα πολλὰ καὶ διάφορα παρασκευάζουν, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνα, μὲ τὰ ὁποῖα εὐφραινόμεθα, τὶ εἶναι;» «Καὶ αὐτά», εἶπεν, «εἶναι πολὺ φιλάνθρωπα δώρα». «Τὸ ὅτι δὲ μᾶς παρέχουν καὶ τὸ νερὸ τὸ τόσον ἀξιόλογον, ὥστε ἐν συνεργασίᾳ μὲ τὴν γῆν καὶ τὰς ἐποχὰς τοῦ ἔτους νὰ φυτρώνη καὶ νὰ μεγαλώνῃ ὅλα τὰ φυτὰ τὰ χρήσιμα εἰς ἡμᾶς, καὶ νὰ τρέφῃ μαζὶ μὲ αὐτὰ καὶ ἡμᾶς τοὺς ἰδίους καί, ἐπειδὴ ἀναμειγνύεται μὲ ὅλας τὰς τροφάς, νὰ τὰς κάμνῃ πλέον εὐκολοχωνεύτους καὶ ὠφελιμωτέρας καὶ εὐχαριστοτέρας καί, ἐπειδὴ ἔχομεν ἀνάγκην πάρα πολὺ ἀπὸ τὸ νερὸν νὰ μᾶς τὸ παρέχουν ἀφθονώτατον, τὶ εἶναι;» «Καὶ αὐτὸ εἶναι ἔργον θείας προνοίας». «Τὸ ὅτι δὲ μᾶς ἔδωσαν καὶ τὸ πῦρ, ὥστε νὰ μᾶς εἶναι ἀφ᾿ ἑνὸς μὲν βοηθητικὸν μέσον κατὰ τοῦ ψύχους, ἀφ᾿ ἑτέρου δὲ κατὰ τοῦ σκότους, ἐξ ἄλλου δὲ βοήθημα εἰς κάθε τέχνην καὶ εἰς ὅλα ὅσα οἱ ἄνθρωποι κατασκευάζουν διὰ νὰ ὠφεληθοῦν, τὶ εἶναι; Διότι, διὰ νὰ εἴπω συντόμως, τίποτε ἀξιόλογον οἱ ἄνθρωποι, ἀπὸ ὅσα εἶναι χρήσιμα εἰς τὴν ζωήν, δὲν κατασκευάζουν χωρίς πῦρ». «Εἶναι καὶ αὐτό», εἶπεν, «ὑπέροχον δῶρον φιλανθρωπίας». «Τὸ νὰ πλησιάζῃ δὲ ὁ ἥλιος, ὅταν εὑρίσκεται εἰς τὰς χειμερινὰς τροπάς, ἄλλα μὲν ὡριμάζων, ἄλλα δὲ ξηραίνων, ὅσων ἐπέρασεν ὁ καιρός, καὶ ἀφοῦ κάμῃ αὐτὰ νὰ μὴ πλησιάσῃ πλέον σιμότερα, ἀλλὰ ν᾿ ἀπομακρύνεται προφυλαττόμενος, μήπως μᾶς προξενήσῃ καμμίαν βλάβην θερμαίνων ἡμᾶς περισσότερον ἀπὸ ὅσον πρέπει, καὶ ὅταν πάλιν φεύγων ὀπίσω φθάσῃ εἰς ἐκεῖνο τὸ σημεῖον, ὅπου καὶ εἰς ἡμᾶς εἶναι φανερόν, ὅτι, ἐὰν ἀπομακρυνθῇ μακρύτερα, θὰ ξεπαγιάσωμεν ἀπὸ τὸ κρύον πάλιν πρὸς τὰ ὀπίσω νὰ στρέφεται καὶ νὰ μᾶς πλησιάζῃ καὶ εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον τοῦ οὐρανοῦ νὰ περιτριγυρίζῃ, ὅπου εὑρισκόμενος κατ' ἐξοχὴν ἤθελε μᾶς ὠφελεῖ, τὶ εἶναι;» «Μὰ τὸν Δία», εἶπε, «καὶ αὐτὰ φαίνονται ὅτι γίνονται ἐντελῶς χάριν τῶν ἀνθρώπων». «Τὸ ὅτι δέ, ἐπειδὴ καὶ αὐτὸ εἶναι φανερόν, δὲν θὰ ἠμπορούσαμεν νὰ ὑποφέρωμεν οὔτε τὴν ζέστην οὔτε τὸ κρύον, ἐὰν ξαφνικὰ ἤρχοντο, μᾶς πλησιάζῃ μὲν ὁ ἥλιος τόσον σιγά-σιγά, ἀπομακρύνεται δὲ τόσον σιγά-σιγά, ὥστε, χωρὶς νὰ τὸ ἀντιλαμβανώμεθα ἡμεῖς, νὰ φθάνωμεν εἰς τὴν δυνατωτάτην ζέστην καὶ εἰς τὸ δυνατώτατον κρύον, τὶ εἶναι;» «Ἐγὼ μέν», εἶπεν ὁ Εὐθύδημος, «τώρα τὸ ἑξῆς σκέπτομαι, ἂν δηλαδὴ ἔχουν ἄλλο κανὲν ἔργον οἱ θεοὶ παρὰ νὰ ἐξυπηρετοῦν τοὺς ἀνθρώπους· αὐτὸ δὲ μόνον μὲ ἐμποδίζει, ὅτι δηλαδὴ καὶ τὰ ἄλλα ζῷα μετέχουν εἰς αὐτὰ τὰ ἀγαθά». «Δὲν εἶναι λοιπὸν φανερὸν καὶ τοῦτο», εἶπεν ὁ Σωκράτης, «ὅτι καὶ τὰ ζῷα χάριν τῶν ἀνθρώπων γεννώνται καὶ μεγαλώνουν; Διότι ποῖον ἄλλο ζῷον καὶ ἀπὸ τὰς αἶγας καὶ ἀπὸ τὰ πρόβατα καὶ ἀπὸ τὰ βόδια καὶ ἀπὸ τὰ ἄλογα καὶ ἀπὸ τοὺς ὄνους καὶ ἀπὸ τὰ ἄλλα ζῷα ἀπολαύει τόσων ἀγαθῶν ὅσα οἱ ἄνθρωποι; Διότι ἐγὼ βέβαια νομίζω, ὅτι οἱ ἄνθρωποι περισσοτέρων ἀγαθῶν ἀπολαύουν παρὰ τὰ ζῷα ἢ τὰ φυτά· τρέφονται π.χ. καὶ κερδίζουν χρήματα τόσον ἀπὸ τὰ ζῷα ὅσον καὶ ἀπὸ τὰ φυτά· μέγα δὲ πλῆθος ἀνθρώπων δὲν μεταχειρίζονται ὡς τροφὴν τὰ ὅσα φυτρώνουν ἀπὸ τὴν γῆν, ζοῦν δὲ τρεφόμενοι μὲ γάλα καὶ τυρὸν καὶ κρέας ἀπὸ τὰ ζῶα ποὺ βόσκουν· ὅλοι δέ, ἀφοῦ ἐξημερώσουν καὶ δαμάσουν τὰ χρήσιμα ζῶα, καὶ εἰς τὸν πόλεμον καὶ εἰς ἄλλα πολλὰ τὰ μεταχειρίζονται ὡς βοηθούς». «Συμφωνώ μαζί σου καὶ εἰς αὐτό», εἶπε· «διότι βλέπω, ὅτι καὶ τὰ πολὺ δυνατώτερα ἀπὸ ἡμᾶς ζῷα τόσον γίνονται ὑποτακτικὰ εἰς τοὺς ἀνθρώπους, ὥστε νὰ τὰ μεταχειρίζωνται οὗτοι εἰς ὅ,τι θέλουν. Τὸ ὅτι δέ, ἐπειδὴ ὑπάρχουν μὲν πολλὰ πράγματα καλὰ καὶ ὠφέλιμα, ἀλλὰ διάφορα ἀναμεταξύ των, οἱ θεοὶ ἔδωσαν εἰς τοὺς ἀνθρώπους αἰσθήσεις, αἱ ὁποῖαι νὰ ταιριάζουν διὰ τὸ κάθε πρᾶγμα χωριστά, μὲ τὰς ὁποίας αἰσθήσεις ἀπολαμβάνομεν ὅλα τὰ ἀγαθά, τὶ εἶναι; Τὸ ὅτι δὲ μᾶς ἐνεφύτευσαν τὸν λογισμόν, μὲ τὸν ὁποῖον σκεπτόμενοι καὶ ἀπομνημονεύοντες ὅσα αἰσθανόμεθα, κατανοοῦμεν, εἰς τὸ τὸ καθένα ἀπ᾿ αὐτὰ μᾶς συμφέρει καὶ πολλοὺς τρόπους ἐφευρίσκομεν, μὲ τοὺς ὁποίους καὶ τὰ ἀγαθὰ ἀπολαμβάνομεν καὶ τὰ κακὰ ἀπομακρύνομεν, τὶ εἶναι; Τὸ ὅτι δὲ μᾶς ἔδωσαν τὸν λόγον, μὲ τὸ ὁποῖον καὶ ὅλα τὰ ἀγαθὰ τὰ μεταδίδομεν ἀναμεταξύ μας μὲ τὴν διδασκαλίαν καὶ γινόμεθα κοινωνικοὶ καὶ θέτομεν νόμους καὶ ἀσχολούμεθα μὲ τὴν πολιτικήν, τὶ εἶναι ὅλα αὐτά;» «Ἀναμφισβήτητα φαίνονται, ὦ Σωκράτη, οἱ θεοί, ὅτι πολὺ φροντίζουν διὰ τοὺς ἀνθρώπους». «Τὸ ὅτι δὲ, ὁσάκις ἀδυνατοῦμεν νὰ εὕρωμεν μὲ τὴν σκέψιν μας τὰ συμφέροντά μας διὰ τὸ μέλλον, τότε αὐτοὶ μᾶς βοηθοῦν, λέγοντες διὰ τῆς μαντικῆς ὅσα θὰ συμβοῦν εἰς ἐκείνους ποὺ ἐρωτοῦν νὰ μάθουν, καὶ διδάσκοντες πῶς θὰ ἐγίνοντο ὅσον τὸ δυνατὸν καλύτερα, τὶ εἶναι; Εἰς ἐσένα δέ», εἶπεν, «ὦ Σωκράτη, φαίνονται οἱ θεοὶ ὅτι φέρονται φιλικώτερα παρὰ εἰς τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, ἐὰν πράγματι σοῦ φανερώνουν καὶ ὅσα πρέπει νὰ κάμνης· καὶ ὅσα δὲν πρέπει». «Ὅτι δὲ λέγω ἀλήθειαν, καὶ σὺ θὰ τὸ ἐννοήσης, ἐὰν δὲν ἀναμένης, ἕως ὅτου νὰ ἰδῇς τὰς μορφὰς τῶν θεῶν μὲ τὰ μάτια σου ἀλλ' ἀρκεῖσαι βλέπων τὰ ἔργα των νὰ τιμᾶς καὶ νὰ σέβεσαι τοὺς θεούς. [Ἔχε δὲ κατὰ νοῦν, ὅτι καὶ οἱ ἴδιοι οἱ θεοὶ ἔτσι δείχνουν εἰς ἡμᾶς τὴν ὕπαρξίν των διότι καὶ οἱ ἄλλοι θεοί, ὅταν μᾶς δίδουν τὰ ἀγαθά, κανὲν ἀπ᾿ αὐτὰ δὲν μᾶς τὸ δίδουν παρουσιαζόμενοι εἰς τὸ φανερόν, καὶ ὁ θεός, ὁ ὁποῖος ὅλον τὸν κόσμον θέτει εἰς τὴν τάξιν καὶ τὸν συγκρατεῖ, μέσα εἰς τὸν ὁποῖον κόσμον ὅλα τὰ καλὰ καὶ τὰ ἀγαθὰ ὑπάρχουν, καὶ ὁ ὁποῖος θεὸς εἰς ἡμᾶς τοὺς χρησιμοποιοῦντας αὐτά, μᾶς τὰ παρέχει ἄφθαρτα καὶ ὑγιᾶ καὶ ἀναλλοίωτα καὶ τὰ ὁποῖα ταχύτερα ἀπὸ τὴν σκέψιν μᾶς ὑπηρετοῦν καὶ χωρὶς προσκόμματα, αὐτὸς ὁ θεὸς φαίνεται μὲν ὅτι κάμνει τὰ μέγιστα ἔργα, ἀλλ᾿ εἶναι ἀόρατος εἰς ἡμᾶς, τίνι τρόποῳ τὰ οἰκονομεῖ]. Ἔχε δὲ κατὰ νοῦν, ὅτι καὶ ὁ ἥλιος, ὁ ὁποῖος θεωρεῖται ὅτι εἶναι φανερὸς εἰς ὅλους, δὲν ἐπιτρέπει εἰς τοὺς ἀνθρώπους νὰ τὸν βλέπουν, ἀλλ' ἐὰν κανεὶς ἐπιχειρεῖ χωρὶς φόβον νὰ τὸν ἰδῇ τυφλώνεται. Καὶ θὰ εὕρης, ὅτι καὶ οἱ ὑπηρέται τῶν θεῶν εἶναι ἀφανεῖς· δηλαδή, ὅτι μὲν ὁ κεραυνὸς ρίπτεται ἀπὸ ὑψηλά, εἶναι φανερόν, καὶ ὅτι ὅσους συναντᾷ τοὺς καταβάλλει, δὲν φαίνεται ὅμως, οὔτε ὅταν ἐπιπίπτη οὔτε ὅταν φεύγῃ καὶ οἱ ἄνεμοι οἱ ἴδιοι μὲν δὲν φαίνονται, ὅσα δὲ κάμνουν εἶναι φανερὰ εἰς ἡμᾶς καὶ ὅταν ἔρχωνται τοὺς αἰσθανόμεθα. Πρὸς τούτοις δὲ καὶ ἡ ψυχὴ βέβαια τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ὁποία μετέχει τοῦ θείου περισσότερον ἀπὸ κάθε ἄλλο πρᾶγμα, εἶναι μὲν φανερόν, ὅτι βασιλεύει ἐντὸς ἡμῶν, ἀλλ᾽ οὔτε αὐτὴ δὲν φαίνεται. ᾿Ἀφοῦ τὰ κατανοήσης αὐτά, πρέπει νὰ μὴ περιφρονῆς τὰ ἀόρατα, ἀλλ᾿ ἀντιλαμβανόμενος τὴν δύναμίν των ἀπὸ ὅσα κάμνουν, νὰ τιμᾶς τὸν θεόν» 24.

Θεωροῦμε βέβαιο ὅτι οἱ διαλογισμοί αὐτοί, κατ' οὐσίαν ἀνήκουν στὸν Σωκράτη: Ὁ Πλάτων καὶ ὁ Ἀριστοτέλης, ἐμμέσως, τὸ πιστοποιοῦν μὲ σαφεῖς ἀποδείξεις 25. Ἐξ ἄλλου, ἀκόμη καὶ στὴν περίπτωση αὐτή, ἡ σχέση ἀνάμεσα στὸ «πρίν» καὶ «μετά» τὸν Σωκράτη ἀποβαίνει διαφωτιστική. Πρὶν ἀπὸ τὸν Σωκράτη, μόνον ὁ Διογένης ἀπὸ τὴν Ἀπολλωνία εἶχε ὑποστηρίξει – ἀναπτύσσοντας τὴ βασικὴ ἰδέα τοῦ Ἀναξαγόρα – μία τελολογικὴ ἀντίληψη γιὰ τὸ σύμπαν 26. Ωστόσο, γιὰ τὸν Διογένη ἡ Νόηση βάσει τῆς ὁποίας συγκροτεῖται καὶ κυβερνᾶται τὸ σύμπαν δὲν εἶναι παρὰ ὁ ἀέρας (ἡ ἴδια ἡ ψυχὴ ἦταν ἀέρας), ἐνῶ καὶ ὁ λόγος τοῦ φιλοσόφου αὐτοῦ ἦταν φυσικο-κοσμολογικῆς φύσεως. Ὁ Σωκράτης ἐμπνεύσθηκε μᾶλλον ἀπὸ τὸν λόγο τοῦ Διογένους. Ἐν τούτοις, προέβη σὲ ριζικὴ ἐξάλειψη τῆς φυσικο-κοσμολογικῆς θεμελιώσεως τοῦ λόγου, δίδοντάς του μία νέα κατεύθυνση. Μίλησε γιὰ τὸν θεὸ καὶ τοὺς θεοὺς θεωρώντας τους ἁπλῶς ὡς «νόηση», «τελεολογική δραστηριότητα» καὶ «πρόνοια» καί, πέραν τούτου, ἐστήριζε τὸν λόγο του εἴτε στὴν καθαρὴ ἐνόραση εἴτε σὲ σχετικὲς ἀναλογίες.

Ὁ Σωκράτης, ὡστόσο, δὲν ἦταν σὲ θέση νὰ προσδώσει στὸν λόγο του οὔτε τὴν ἔννοια τῆς νοήσεως καθ' ἑαυτῆς οὔτε τὴν ὀντολογικὴ διάσταση τοῦ τέλους (σκοποῦ). Ἔτσι, τὸ μόνον ποὺ κατόρθωσε νὰ κάνει ἦταν νὰ σκιαγραφήσει γενικῶς ἐκείνη τὴ φροντίδα ἢ πρόνοια ποὺ ἔχει ὁ θεὸς γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Ἡ θεμελίωση τῶν ἰδεῶν αὐτῶν ἐναπόκειτο στὸν Πλάτωνα καὶ στὸν Ἀριστοτέλη. Αὐτοὶ θὰ ἀναθεωρήσουν ἐκ βάθρων καὶ ἀπὸ μεταφυσικῆς ἀπόψεως τὴ σχετικὴ προβληματική, χωρὶς ὅμως νὰ ὁδηγήσουν τὴν ἐνόραση τοῦ Σωκράτους στὶς ἔσχατες συνέπειές της 27.

Σημειώσεις

20. ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ. Ἀπομνημονεύματα, 14, IV 3.
21. Αὐτόθι, 14, 8.
22. Αὐτόθι, 14, 13.
23. Αὐτόθι, 14, 17.
24. Αὐτόθι, ΙV 3, 1-14.
25. Κυρίως ὁ Πλάτων στὸν Τίμαιο.
26. Πβ. G. REALE, Storia della filosofia antica, I, σσ. 189-193.
27. Φυσικά ἡ προβληματικὴ αὐτὴ θὰ ἔχει ἐξέχουσα θέση στὸν Πλάτωνα. Πβ. G. REALE, Per una nuova interpretazione di Platone, σσ. 707, 634-712.

Δεν υπάρχουν σχόλια: