Πέμπτη 30 Απριλίου 2026

Η αυτοβιογραφία του Hans-Ulrich Gumbrecht-Sepp 3

Συνέχεια από Πέμπτη 2 Απριλίου 2026

Sepp 3

Η αυτοβιογραφία του Hans-Ulrich Gumbrecht

Εκδόσεις Suhrkamp, 2026

Η ζωή σε ημί-απόσταση

Würzburg – πατρίδα των παρηγορητικών βραβείων

Ως πρώτη δική μου σίγουρη ανάμνηση έχω κρατήσει στη μνήμη μου το «Θαύμα της Βέρνης», που συνέβη στις 4 Ιουλίου 1954 και μεταδόθηκε από το ραδιόφωνο. Στο σαλόνι μας, στον πρώτο όροφο της οδού Reiserstraße 2, είχαν στριμωχτεί γύρω από το ραδιόφωνο —που είχε αγοραστεί μόλις για τον προημιτελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου— και το πράσινο «μαγικό μάτι» του, καμιά δεκαριά γνωστοί των γονιών μου, κρατώντας ποτήρια κρασί ή μπίρας στα χέρια τους, και παρακολουθούσαν τη μέχρι σήμερα περίφημη μετάδοση του Herbert Zimmermann. Η απήχηση της νίκης της γερμανικής εθνικής ομάδας επί της Ουγγαρίας, που ανέτρεψε όλες τις προβλέψεις με το γκολ του δεξιού εξτρέμ Helmut Rahn από το Έσσεν για το 3:2, πέρασε στην ιστορία ως το τέλος της μεταπολεμικής περιόδου. Ωστόσο, έπειτα από αρκετές ημέρες εκκεντρικών εγκωμίων του πατέρα μου για «τους Ούγγρους με τις κόκκινες φανέλες τους» και μετά το γρήγορο προβάδισμά τους με 2:0, ήμουν μάλλον ταραγμένος από την εξέλιξη του αγώνα και από τον ενθουσιασμό που ξέσπασε με το τελικό σφύριγμα. Είχα ευχηθεί το παγκόσμιο πρωτάθλημα στην ομάδα του, όπως μου φαινόταν, περιπετειώδους στην όψη Ferenc Puskás. Αν και οι ήχοι του εθνικού ύμνου, που άκουγα για πρώτη φορά και στα απαγορευμένα λόγια του οποίου «Deutschland, Deutschland über alles» συντάχθηκαν οι ενήλικοι, λειτούργησαν σαν μια απρόσμενη παρηγοριά, χρειάστηκε χρόνος μέχρι τα συναισθήματά μου να συμμεριστούν την εκρηκτική ευφορία. Μόνο το επόμενο πρωί χάρηκα πραγματικά που «εμείς» είχαμε κερδίσει και ότι «ήμασταν πάλι κάποιοι», χωρίς να ξέρω τι μας έλειπε πριν. Ο πατέρας επέμενε στην εκτίμησή του ότι ο αρχηγός της εθνικής ομάδας Fritz Walter ήταν «το πολύ ένας μέτριος παίκτης» και τον αποκαλούσε μάλιστα καμιά φορά «καταθλιπτικό». Έναν χρόνο αργότερα διάβασα ως πρώτο βιβλίο στη ζωή μου το Fritz Walters Spiele, die ich nie vergesse —και έμελλε να είναι ένα από τα λίγα βιβλία στα οποία δεν προσπέρασα ούτε μία σελίδα. Στην πραγματικότητα είχα ζητήσει για τα γενέθλιά μου το πιο γνωστό βιβλίο του Fritz Walter, 3:2, με την αφήγηση του νικηφόρου τελικού, αλλά οι ιδιαίτερες επιθυμίες μου σπάνια εκπληρώνονταν. Στα «αξέχαστα» παιχνίδια περιλαμβάνονταν νίκες της εθνικής ομάδας στην αρχή του πολέμου στη Ρουμανία ή απέναντι στην Ελβετία μετά το τέλος του πολέμου, καθώς και τα δύο πρώτα γερμανικά πρωταθλήματα της 1. FC Kaiserslautern, για την οποία είχε αγωνιστεί σε όλη του τη σταδιοδρομία. Μόνο η στιγμή του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1954 είχε παραλειφθεί για εκδοτικούς λόγους, και μπόρεσα να τη διαβάσω τυπωμένη μόνο όταν ο καταστηματάρχης ενός γειτονικού παντοπωλείου, καταγόμενος από τη Βιέννη, μου χάρισε την αυτοβιογραφία του Ernst Ocwirk, αρχηγού της αυστριακής εθνικής ομάδας, που είχε εκδοθεί με τον τίτλο Weltbummel. Vom Ballschani zum Kapitän des Kontinent-Teams. Η ομάδα αυτή είχε υποστεί στον ημιτελικό του 1954 μια ντροπιαστική ήττα με 1:6 από τη Γερμανία, κι όμως ο Ocwirk μου ήταν πολύ πιο συμπαθής από τον Fritz Walter, ώστε όταν έπαιζα μπάλα με φίλους ήθελα πάντα να είμαι σαν κι αυτόν, δηλαδή αριστεροπόδαρος και Αυστριακός. Αυτό το όνειρο ήταν ασυμβίβαστο με το ιδιαίτερα αδέξιο αριστερό μου πόδι και με το υπέρβαρο σώμα μου. Τα κόρνερ τα εκτελούσα συνήθως πίσω από την εστία, τα πέναλτι μάλλον δίπλα από το τέρμα, και ποτέ δεν έγινα πραγματικός οπαδός της γερμανικής εθνικής ομάδας. Η πιθανότητα να παίξω στους «Β-μαθητές» της Würzburger Kickers αποκλείστηκε όχι μόνο από την ακραία έλλειψη ταλέντου, αλλά πιθανότατα και από μια απόφαση των γονιών μου, για την οποία δεν μιλούσαν. Από περίπλοκες διαδρομές φαίνεται πως από όλα αυτά τα ερεθίσματα και τις απογοητεύσεις γύρω από το ποδόσφαιρο προέκυψε μια ισόβια αφοσίωση στη Borussia Dortmund, αν και ο παππούς μου δεν με πήρε ποτέ στο στάδιο «Rote Erde». Κάτι έλειπε πάντα για τους ρόλους που ήθελα να παίξω.

Το καλοκαίρι του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1954 συνέπεσε με τους τελευταίους μήνες πριν από την έναρξη της φοίτησής μου στο σχολείο, με την οποία έληξαν οι μέρες του μοναχικού παιχνιδιού στο σπίτι. Η ήδη αναφερθείσα «συζήτηση κρίσης» των γονιών μου με την κυρία Fruh, την πρώτη μου δασκάλα, έγινε επειδή δεν κατάφερα να περάσω από το να τραβάω γραμμές στη μαύρη σχιστολιθική πλάκα στο «L» ως πρώτο γράμμα προς γραφή — όπως άλλωστε αργότερα δυσκολεύτηκα με τις περισσότερες αρχές στη ζωή. Από το συμμετρικά εκτεταμένο, χτισμένο στο ύφος της Gründerzeit σχολείο Pestalozzi στο Grombühl, ένας απότομος πεζόδρομος οδηγούσε στη γωνιακή πολυκατοικία της οδού Reiserstraße 2, όπου καμιά φορά δραπέτευα ώρες πριν από τη λήξη των μαθημάτων, όταν το μάθημα της γραφής μου γινόταν αφόρητο, για να μην αναφέρω καν τα μαθηματικά. Η τάση να εγκαταλείπω πρόωρα τον χώρο της διδασκαλίας για να επιστρέψω στο δωμάτιό μου διατηρήθηκε μέχρι το απολυτήριο, ακόμη κι αν οι ενήλικοι σύντομα συμφώνησαν στην άποψη ότι με επιμέλεια μπορούσα να αντισταθμίσω την έλλειψη ταλέντου και έτσι να καταφέρνω κάθε φορά την προαγωγή στην επόμενη τάξη. Καθώς αυτή η παιδαγωγική διάγνωση καθιερώθηκε ως αυτοαντίληψή μου, μέσω μιας αδιάκοπης υπεραντιστάθμισης έγινα ένας αξιόπιστος άριστος μαθητής και κακομάθαινα τόσο τους γονείς μου, ώστε τιμωρούσαν κάθε άλλη βαθμολογία με σιωπηλά μεσημεριανά γεύματα. Όχι μόνο σε τέτοιες μέρες, η διαρκής τους ανησυχία για μια ενδεχόμενη «χαλάρωση» —μια λέξη που αποφεύγω μέχρι σήμερα— διατηρούσε το κίνητρό μου ζωντανό. Σύντομα όμως άρχισα να αντιλαμβάνομαι τους καλούς βαθμούς και ως έναν τρόπο να υπερασπίζομαι την οικογενειακή τιμή, την οποία φαίνονταν να θέτουν σε κίνδυνο οι απουσίες του πατέρα μου από την εργασία στην κλινική. Από τα χρόνια του δημοτικού σχολείου στο Würzburg, στην πραγματικότητα θυμάμαι με ευχαρίστηση μόνο τα παιχνίδια ιπποτών με τον Gerti Jäger, ένα κάπως μεγαλύτερο αγόρι, στα γειτονικά ερείπια, και τις επισκέψεις Αμερικανών πατέρων συμμαθητών μου στα διαλείμματα. Τον πατέρα του Gerti Jäger δεν τον γνώριζε κανείς στο Grombühl, γεγονός που πρέπει να οδήγησε τις περισσότερες οικογένειες να απαγορεύσουν στα παιδιά τους κάθε επαφή μαζί του. Η μητέρα μου όμως τον συμπαθούσε, του έδινε καμιά φορά σάντουιτς με ζαμπόν και τον είχε προετοιμάσει, ως τον «μεγαλύτερο ιππότη», να με προστατεύει στις απογευματινές μας «μάχες». Ακριβώς στην αρχή του διαλείμματος στις δέκα και μισή το πρωί, σταματούσαν καθημερινά μπροστά στο σχολείο αρκετά τζιπ στρατιωτικού χρώματος, και οι ένστολοι οδηγοί τους μοίραζαν κονσέρβες με σκόνη γάλακτος, μπουκάλια της Coca-Cola, που δάσκαλοι και γονείς θεωρούσαν επιβλαβή για την υγεία, και περιστασιακά και πακέτα τσίχλας. Παρότι οι γενναιόδωροι αυτοί «στρατιωτικοί πατέρες» δεν μπορούσαν να μιλήσουν γερμανικά, έκαναν αισθητή την ευχάριστη ζωή υπό την αμερικανική κατοχή με αυτή την ώθηση γλυκαντικών, απέναντι στην οποία κανείς δεν τολμούσε να διαμαρτυρηθεί. Για την τρίτη τάξη του βαυαρικού σχολείου προβλεπόταν η πανηγυρική πρώτη θεία κοινωνία, για την οποία μας προετοίμαζαν δύο εβδομαδιαία μαθήματα με τον εφημέριο της πόλης Schober, με τη βαριά σωματική του διάπλαση, και την αδελφή Gertrud με την καλόγερου τύπου καλύπτρα της. Ακριβώς επειδή ο πατέρας μου εργαζόταν σε καθολικό νοσοκομείο, δεν έχανε ευκαιρία να επιδεικνύει τον αντικληρικαλισμό του, γεγονός που αρχικά με είχε απαλλάξει από την υποχρέωση, που ίσχυε για τους περισσότερους συμμαθητές, να πηγαίνω στην εκκλησία την Κυριακή το πρωί. Τώρα όμως η θεία λειτουργία είχε γίνει στοιχείο διδασκαλίας, και στο κυριακάτικο πρόγραμμα εντάχθηκαν επισκέψεις στη νεορομανική εκκλησία του Αγίου Αδαλβέρτου, η οποία δεν άρεσε στη μητέρα μου, παρότι είχε αποκτήσει εθνική φήμη ως σκηνικό της τελικής σκηνής γάμου σε μια ταινία με τον Heinz Rühmann και τη Marianne Koch. Ακόμη πριν από την πρώτη θεία κοινωνία έπρεπε να προηγηθεί η πρώτη εξομολόγηση, με βάση έναν «καθρέφτη εξομολόγησης», ο οποίος απαριθμούσε για καθεμία από τις Δέκα Εντολές έναν αριθμό σχετικών αμαρτημάτων. Μόνο τα αμαρτήματα για την έκτη εντολή («Δεν θα πράξεις ακαθαρσία») αφήνονταν στη φαντασία μας, γεγονός που με έκανε να φοβάμαι ότι μια εντολή χωρίς ομολογημένα αμαρτήματα θα μπορούσε να εκληφθεί στο τελετουργικό της εξομολόγησης ως σύμπτωμα «χαλάρωσης». Τι ακριβώς εννοούνταν με τον όρο «ακαθαρσία»; Πόνταρα σε ένα σωματικό μέρος άσχετο με το ζήτημα, και ο εφημέριος Schober αντέδρασε ανυπόμονα.

Την κατήχηση των παπαδοπαίδων, στην οποία θα ήθελα πολύ να συμμετάσχω για να εμφανίζομαι μαζί με τον ιερέα στο ιερό της λειτουργίας, οι γονείς τη θεωρούσαν απόσπαση από τα σχολικά καθήκοντα και επέβαλαν αποκλειστική συγκέντρωση στο μυστήριο της Ευχαριστίας ως το «πραγματικό μυστήριο». Έτσι με απέκλεισαν και από την ποδοσφαιρική ομάδα των παπαδοπαίδων. Κατά την προετοιμασία για την Λευκή Κυριακή (η Κυριακή του Θωμά), στις 28 Απριλίου 1957, και για την πρώτη λήψη της Θείας Κοινωνίας, ο εφημέριος της πόλης και η αδελφή της ενορίας μάς είχαν δώσει σε όλους ακριβείς οδηγίες. Τα τραγούδια που προορίζονταν για τη λειτουργία έπρεπε να σημειωθούν εκ των προτέρων στο υμνολόγιο Ave Maria, η σειρά καθίσματος στα στασίδια της εκκλησίας έπρεπε —όπως και η παράταξη στο μάθημα της γυμναστικής— να καθορίζεται από το ύψος, και κυρίως δεν έπρεπε σε καμία περίπτωση να αγγίξουμε με τα δόντια μας την αγιασμένη όστια. Στην ερώτηση αν μπορούσαμε να φανταστούμε τη λήψη της όστιας ως την πιο ευτυχισμένη στιγμή της ζωής, η αδελφή Gertrud απάντησε με εκστασιασμένα μάτια ότι είναι «αδιανόητα ευτυχισμένη». Το βράδυ πριν από την τελετή, οι αφιχθέντες παππούδες, οι θείοι-μαραγκοί Franz και Hansi με τις συζύγους τους Margot και Magda και φυσικά και οι γονείς μου συζητούσαν στο σαλόνι πίνοντας ιδιαίτερα ξηρό φραγκονικό κρασί και τρώγοντας πολύχρωμα ορεκτικά, ενώ εγώ, ως πρωταγωνιστής του κυριακάτικου πρωινού, έπρεπε να πάω για ύπνο ακόμη νωρίτερα απ’ ό,τι συνήθως. Με αυτό επιδιωκόταν να αποφευχθεί και ο πειρασμός να παραβώ την «υποχρέωση νηστείας», που ίσχυε τότε για όλα τα παιδιά της Θείας Κοινωνίας από τα μεσάνυχτα και μετά. Μόνο το «σε άρτο μεταμορφωμένο σώμα του Κυρίου» έπρεπε να «κατοικεί» στο εσωτερικό του σώματός μας. Πριν πάω για ύπνο είχα δοκιμάσει το κοστούμι της Θείας Κοινωνίας, ραμμένο από τον ράφτη του πατέρα μου, του οποίου το σακάκι δεν ήταν, όπως των άλλων παιδιών, ένα μαύρο σακάκι, αλλά ένα «πρωτότυπο επάνω μέρος σε μορφή μπολερό» με μια υφασμάτινη αγκράφα ανάμεσα στα κουμπιά πάνω από την κοιλιά μου. Τελικά αποκοιμήθηκα με τις αναμνήσεις από το «πνευματοποιημένο» πρόσωπο της αδελφής της ενορίας — για να υποκύψω λίγες ώρες αργότερα σε έναν πειρασμό. Γύρω στη 1 τα ξημερώματα ξύπνησα, πήγα στο ψυγείο της κουζίνας και έφαγα με τα δάχτυλα αρκετές μπουκιές σαλάτας κρέατος από ένα κουτί. Ήδη στον δρόμο της επιστροφής στο δωμάτιό μου με διαπέρασε τρόμος στο στομάχι και στα άκρα. Η πιο αδιανόητα ευτυχισμένη στιγμή της ζωής δεν θα ερχόταν πλέον, και δεν μπορούσα να το εξομολογηθώ σε κανέναν. Κατά τη διάρκεια της λειτουργίας το επόμενο πρωί και ακόμη και στο επακόλουθο ραντεβού σε φωτογραφείο, όλη μου η δύναμη καταναλωνόταν στην προσπάθεια να σκηνοθετήσω ως ευτυχία αυτό που στην πραγματικότητα είχα χάσει με δική μου ευθύνη. Για μια στιγμή προσευχήθηκα στον Θεό να κατατάξει την αμαρτία ως «ελαφρά» και να μου χαρίσει, παρ’ όλα αυτά, την εγγύτητά του. Όμως η όστια πάνω στη γλώσσα δεν είχε διαφορετική γεύση από τα φύλλα ζύμης στα γλυκά του επιδορπίου, όσο κι αν προσπαθούσα να προσποιηθώ συγκίνηση μπροστά στους συγγενείς. Με αυτό το παιδικό επεισόδιο αμαρτίας, η θρησκεία εξαφανίστηκε από την ύπαρξή μου. Ως ίχνη της κατήχησης για τη Θεία Κοινωνία διατηρήθηκαν μόνο μια συμπάθεια προς την καθολική Εκκλησία και μια γοητεία για θεολογικές έννοιες στην ενήλικη ζωή. Δεν λαχτάρησα ποτέ ξανά άμεσες εμπειρίες του Θεού.

Οι προσδοκίες για τη μετάβαση από το δημοτικό σχολείο στο γυμνάσιο, στο οποίο τότε μπορούσε κανείς να εισαχθεί μόνο μέσω μιας φοβερής εισαγωγικής εξέτασης, αντιστοιχούσαν στην αυτοεικόνα ενός επιμελούς αλλά ελάχιστα ταλαντούχου δεκάχρονου. Ανάμεσα στα τρία σχολεία του Würzburg «που οδηγούσαν στο πανεπιστήμιο», οι γονείς μου είχαν επιλέξει το Realgymnasium, επειδή το θεωρούσαν μια μέση λύση ανάμεσα στο Alten Gymnasium με τις δύο αρχαίες γλώσσες και στην Oberrealschule με τον προσανατολισμό της στις φυσικές επιστήμες, αλλά και επειδή ο φίλος τους Dr. Herbert Wilhelm δίδασκε εκεί —πάντα φορώντας μια λευκή εργαστηριακή ποδιά— μαθηματικά και φυσική. Υπό τον όρο της εχεμύθειας, ο «θείος Herbert» μάς ενημέρωσε την ίδια κιόλας μέρα ότι η εισαγωγική μου εξέταση είχε πάει καλύτερα από ό,τι θα μπορούσε να ελπίζει κανείς. Μόνο ένα λάθος στην υπαγόρευση γερμανικών —είχα γράψει το «Leipzig» με «b»—, κανένα λάθος στα αριθμητικά προβλήματα και «ένα καλό δύο» στην έκθεση, για τα κριτήρια αξιολόγησης της οποίας ο σύζυγος της θείας Reni συνήθιζε να κοροϊδεύει τους συναδέλφους του. Και στην αρχή τα πράγματα συνέχισαν να πηγαίνουν καλά στο Realgymnasium. Ώρα με την ώρα παρακολουθούσα με ένταση το μάθημα μαθηματικών του Dr. Wilhelm, που βασιζόταν περισσότερο σε ποικίλα «τρικ» παρά σε στοιχειώδη σκέψη, και έγραφα ικανοποιητικές εκθέσεις στα γερμανικά, αν και μια φορά πήρα τον βαθμό «καλώς», επειδή ο Dr. Eduard Eisenmeier θεώρησε ότι στο είδος της «χαρακτηρογραφίας» είχα συγχέει τον «σνομπ» με τον «καυχησιάρη». Πραγματικά ενδιαφέρον βρήκα μόνο —και μάλιστα απροσδόκητα— τα λατινικά ως πρώτη ξένη γλώσσα, τα οποία για τους γονείς μου ήταν «περιττά, αλλά δυστυχώς αναπόφευκτα στο Realgymnasium». Ο Dr. Kurt Fina, ο μυώδης καθηγητής λατινικών μας χωρίς αθλητικές κλίσεις, μιλούσε με μια τότε οικεία σουνητογερμανική προφορά και από την αρχή μας χώρισε σε δύο ιεραρχικά διαφορετικές ομάδες. «Στους αδύναμους» συνιστούσε το λεξικό Langenscheidt και «στους δυνατούς» το Λατινογερμανικό σχολικό λεξικό του Stowasser, ένα αντίτυπο του οποίου βρίσκεται ακόμη και σήμερα πρόχειρο πίσω από το γραφείο μου. Πάνω απ’ όλα, ο Dr. Fina ενδιαφερόταν για τη σύνδεση της εκμάθησης των λατινικών με το μάθημα της κοινωνικής αγωγής, για μια απάντηση στο ποτέ πλήρως καταπνιγμένο ερώτημα σχετικά με την πρακτική αξία της αρχαίας γλώσσας. Το Res Romanae, μια ανθολογία αποσπασμάτων από πρωτότυπα κείμενα, το χρησιμοποιούσε για να καταδείξει αμείλικτα τον ρόλο της ρωμαϊκής δημοκρατίας, με τη γλώσσα της, ως θεμέλιο του ευρωπαϊκού πολιτισμού και της δημοκρατικής μορφής του κράτους. Ο Fina βαθμολογούσε αμείλικτα, απαγόρευε στους μαθητές τα τότε νεοεμφανιζόμενα μπλε τζιν ως «αμερικάνικα παντελόνια» και διατηρούσε μια γενική υποψία αδυναμίας επίδοσης απέναντι σε γιους από υποτιθέμενα εύπορες οικογένειες. Με υπερηφάνεια μιλούσε για τη συμμετοχή του στη Χριστιανοκοινωνική Ένωση και δεν άφηνε να περάσει εβδομάδα χωρίς να αναφέρει την «τρομοκρατική κυριαρχία του Χίτλερ» ως αιτία για την «άξια απώλεια της σουδητογερμανικής μου πατρίδας». Ήταν πρόκληση να μεταφέρω τόσες νέες σκέψεις και κρίσεις σε συνδυασμό με τον εντελώς διαφορετικό ορίζοντα του παρελθόντος των γονιών μου, αλλά τελικά η φιλοδοξία τους, επικεντρωμένη στους βαθμούς μου, δεν μπορούσε να παρακάμψει τον Kurt Fina. Τον προσκαλούσαν μαζί με τη σύζυγό του Ortrun σε βραδιές μπροστά στην τηλεόραση, το νεότερο τότε σύμβολο κύρους, και αποδέχονταν προσκλήσεις ανταπόδοσης για προβολές διαφανειών με ναούς της αρχαίας Ελλάδας. Παρόλο που σε αυτή την επιτηδευμένη συμμαχία των ενηλίκων δεν υπήρχε χώρος για μένα, εκείνη την περίοδο για πρώτη φορά έστρεψα το βλέμμα μου σε έναν παρελθόντα κόσμο και άρχισα να σκέφτομαι τη σχέση του με το παρόν μου. Ο Dr. Fina με θεωρούσε επιμελή μαθητή που άξιζε «ένα καλό δύο» (σχεδόν άριστα) στα λατινικά και ακόμη και «ένα άριστα» στην κοινωνική αγωγή. Λίγα χρόνια μετά τον διορισμό του σε έδρα παιδαγωγικής της ιστορίας στο Καθολικό Πανεπιστήμιο του Eichstätt πέθανε. Ως νεαρός συνάδελφος τον είχα επισκεφθεί άλλη μια φορά, για να τον ευχαριστήσω δειλά για το Res Romanae. Οι γονείς μου παρέμειναν στη γνώμη ότι δεν άξιζε σε καμία περίπτωση πανεπιστημιακή έδρα.

Περισσότερο από το παρελθόν, τους ενδιέφεραν λύσεις σε κάθε λογής πρακτικά προβλήματα, στα οποία, προς έκπληξη, συγκαταλεγόταν και το μικρό μου όνομα. Δεδομένου ότι στα μέσα του 20ού αιώνα δεν υπήρχε ακόμη η τάση προς την πρωτοτυπία στην επιλογή ονομάτων, το πρώτο μου όνομα πρέπει να προέκυψε χωρίς συζητήσεις από τον παππού Hans Bender και τον πατέρα Hanns Heinz Gumbrecht. Πώς προέκυψε το «Ulrich» ως δεύτερο όνομα παρέμεινε για μένα μυστήριο, παρά τις περιστασιακές νύξεις του πατέρα μου για έναν παλαιό εραστή της συζύγου του. Εφόσον αυτό το δεύτερο όνομα δεν χρησιμοποιήθηκε ποτέ στην οικογένεια, το «Hans» μόνο του —δίπλα σε έναν παππού, έναν πατέρα και έναν θείο-μαραγκό με το ίδιο όνομα— δεν μπορούσε να επιτελέσει τον ρόλο της ταυτοποίησής μου. Γι’ αυτό και μια σειρά από άλλα ονόματα με συνόδευσαν στην παιδική ηλικία, όπως το «Bubi» ή το «Hüg», μια παραλλαγή που επινόησαν οι συγγενείς από το Würzburg από τα αρχικά των τριών μου ονομάτων, ενώ ο δάσκαλός μου στη δεύτερη τάξη του δημοτικού κατέληξε στο «Uli».

Γύρω στα δέκα μου χρόνια ανακάλυψα έναν ενθουσιασμό για τις κούκλες χειρός, και ένα παιχνίδι ανάμεσα στον αρλεκινικό «Kasperle» πάνω στο χέρι του πατέρα μου και στον «Seppl» με δερμάτινα παντελόνια πάνω στο δικό μου έγινε ένα καθημερινό υποκατάστατο συζήτησης, που μάλλον απορροφούσε προεφηβικές εκρήξεις ενέργειας. Ως «Seppl» μπορούσα να πω στον «καραγκιοζίζοντα» πατέρα μου ότι οι σχολικοί βαθμοί δεν ήταν τόσο σημαντικοί όσο τα δερμάτινα παντελόνια, η μπίρα, το ποδόσφαιρο και ό,τι άλλο μου ερχόταν στο μυαλό. Επιπλέον, το αναμφισβήτητα βαυαρικό αυτό όνομα ταίριαζε με έναν περιφερειακό πατριωτισμό που είχε καλλιεργηθεί στο μάθημα της «τοπικής ιστορίας» και δεν ικανοποιούνταν πλήρως από τη γεωγραφική θέση του Würzburg. Για όλους αυτούς τους λόγους, το «Sepp» πρέπει να έγινε το όνομά μου μέσα στην οικογένεια, αλλά αργότερα και ένα φωνητικά εύκολο όνομα μεταξύ φίλων και συναδέλφων σε διάφορες χώρες. Ως φοιτητής με επαναστατικές τάσεις, είχα αποδώσει στο «Sepp», που από παρατσούκλι είχε γίνει κανονικό όνομα, προλεταριακές υπόνοιες-συνάφειες, αλλά συνάντησα επίσης —πολύ αργά για οποιαδήποτε υπαναχώρηση— την ιστορική λεπτομέρεια ότι πρώιμα μέλη του κόμματος που ίδρυσε ο Adolf Hitler στο Μόναχο αντικαθιστούσαν πρόθυμα το βαπτιστικό τους «Joseph» με το «Sepp». Ίσως αυτή η ποικιλία πιθανών συνδηλώσεων να καθιστά το «Sepp» ένα κατάλληλο όνομα για έναν αναξιόπιστο αφηγητή. Το «Sepp» λειτουργεί σαν passepartout και σαν μια υπόσχεση χωρίς σαφή περιγράμματα.

Σε μία από τις πρώτες τάξεις του γυμνασίου, ένας άλλος Hans με δεύτερο όνομα από την οικογένεια του Würzburg είχε καταλάβει όλη μου την επιθυμία για ταύτιση και μίμηση προσωπικών προτιμήσεων. Ο Hans Heiner είχε γεννηθεί τέσσερα χρόνια πριν από μένα, ως μοναχογιός του θείου-μαραγκού Franz, ο οποίος είχε αιχμαλωτιστεί στο Ανατολικό Μέτωπο από τον Κόκκινο Στρατό. Συνέχισε την Oberrealschule με σπουδές χημείας, που τον οδήγησαν σε θέση προϊσταμένου τμήματος στη BASF. Στην αρχή της φιλίας μας, ωστόσο, ο Hans Heiner ήθελε πάνω απ’ όλα να ξεχωρίσει ως σκληροτράχηλος κωπηλάτης, κάτι που έπεισε τους γονείς μου ότι εκδρομές με κανό μαζί του μπορούσαν να συμβάλουν στη διαπαιδαγώγησή μου. Ταυτόχρονα, ο Hans Heiner ήταν ενθουσιασμένος με τους σύγχρονους συγγραφείς που διδάσκονταν στο μάθημα των γερμανικών, ιδίως με τον Heinrich Böll και τον Gerd Gaiser, του οποίου το εθνικοσοσιαλιστικό παρελθόν ελάχιστοι δάσκαλοι θεωρούσαν τότε άξιο αναφοράς. Μέσα από τίτλους όπως το Billard um halb zehn του Böll ή το Gib acht in Domokosch του Gaiser, η αναγνωστική του χαρά λειτούργησε τόσο μεταδοτικά πάνω μου, ώστε ζήτησα από τον πατέρα μου να μου επιτρέπει να ξοδεύω κάθε μήνα 25 μάρκα στο πανεπιστημιακό βιβλιοπωλείο Schöningh.

Παρόλο που ήδη τότε σπάνια ολοκλήρωνα ένα βιβλίο, απολάμβανα στο Realgymnasium τον, κατά κάποιον τρόπο υπερβολικό αλλά επιβεβαιωμένο από ορισμένους καθηγητές, ρόλο του λάτρη της λογοτεχνίας. Σε αυτόν ανήκε και η προσδοκία ότι θα μπορούσα να διατυπώσω άποψη για το Die Blechtrommel του Günter Grass, που εκδόθηκε το 1959. Και σε αυτή τη μία περίπτωση, η δύναμη της μυθοπλασίας υπερίσχυσε πράγματι του αυτάρεσκου παιχνιδιού ρόλου μου, με τη μοναδική οπτική από την οποία ανακαλούσε το γερμανικό παρελθόν. Στα βλέμματα των θυμάτων της περιόδου μετά το 1933 είχαμε στο μεταξύ συνηθίσει, όμως η επινόηση του Oskar, του μικρόσωμου τυμπανιστή, προσέδωσε στις αφηγήσεις για τα ναζιστικά εγκλήματα στο Τενεκεδένιο ταμπούρλο μια πιο συγκλονιστική αμεσότητα, που δεν μπορούσε να παρακαμφθεί ούτε να ξεπεραστεί. Πώς θα μπορούσα εγώ, ως μεταγενέστερος κληρονόμος αυτής της ιστορίας, να ζήσω;

Συνεχίζεται

«Δικαιώματα» και η απόρριψη του θανάτου

Massimo Fini - 30 Απριλίου 2026

«Δικαιώματα» και η απόρριψη του θανάτου


Πηγή: Μάσιμο Φίνι

Το περιοδικό 7 , επιστρέφοντας σε άριστη φόρμα, δημοσιεύει ένα ενδιαφέρον ρεπορτάζ από τη Σεούλ, της Daniela Monti. Μας ενημερώνει για την εξαιρετική αύξηση των επισκεπτών στη Νότια Κορέα, όχι για τουρισμό (στην προκειμένη περίπτωση, η Βόρεια Κορέα θα ήταν πιο ενδιαφέρουσα, αν μπορούσε κανείς να μπει) αλλά για αισθητικούς λόγους, και πάνω απ' όλα για «αργή γήρανση». Αυτή η τάση δεν έχει πολύ μακρινή προέλευση, γεννήθηκε με τη Νεωτερικότητα, νοείται ως η έλευση της σκέψης του Διαφωτισμού, και έχει μια ακριβή ημερομηνία: την Αμερικανική Διακήρυξη Ανεξαρτησίας της 4ης Ιουλίου 1776. Στην πραγματικότητα, αυτή η Διακήρυξη προϋποθέτει ένα εύλογο δικαίωμα στην « επιδίωξη » της ευτυχίας, αλλά ο σύγχρονος ατίθασος ηδονισμός την έχει μετατρέψει σε ένα πραγματικό « δικαίωμα » στην ευτυχία. Έτσι, γεννήθηκαν αδύνατα δικαιώματα, εκτός από το δικαίωμα στην ευτυχία, το δικαίωμα στην υγεία και άλλα παρόμοια δικαιώματα. Δεν υπάρχει δικαίωμα στην ευτυχία. Υπάρχει στη ζωή ενός ανθρώπου μια φευγαλέα λάμψη, πάντα μετανιωμένη, την οποία ονομάζουμε ευτυχία, όχι δικαίωμα. Δεν υπάρχει δικαίωμα στην υγεία που ούτε ο Θεός μπορεί να εγγυηθεί. μάλλον, υπάρχει δικαίωμα στην υγειονομική περίθαλψη, δηλαδή στην ιατρική περίθαλψη (ακόμα κι αν οι κυβερνήσεις μας, στους κανονισμούς τους, το αποκαλούν ανόητα «δικαίωμα στην υγεία»). Στην πραγματικότητα, όλα αυτά τα δικαιώματα, ή μάλλον τα ψευδοδικαιώματα, πηγάζουν από μια βαθύτερη ρίζα: τον φόβο του θανάτου, ή μάλλον, την απόρριψη του θανάτου, την οποία κανένας δυτικός πολιτισμός δεν έχει γνωρίσει ποτέ σε τέτοιο βαθμό, και, στην πραγματικότητα, ούτε καν ανατολικός, επειδή ο Βουδισμός προϋποθέτει τη μετενσάρκωση.

Αυτή η πορεία είχε ήδη ακολουθηθεί πριν από αρκετές δεκαετίες, ιδιαίτερα στις Ηνωμένες Πολιτείες, τον προάγγελο κάθε ατιμίας. Ο Philippe Ariès, συγγραφέας του βιβλίου "Ιστορία του Θανάτου στη Δύση", έγραψε : "Τα νέα έθιμα απαιτούν να πεθαίνει κανείς αγνοώντας τον θάνατο. Και είναι η πρώτη φορά που μια κοινωνία έχει τιμήσει παγκοσμίως τους νεκρούς της αρνούμενη την κατάσταση του θανάτου". Αυτό οδηγεί στο αμερικανικό έθιμο των " γραφείων τελετών " όπου, ταριχευμένοι, με επιδέξια ρετούς πρόσωπα, τέλεια περιποιημένα χέρια, μακριά μαλλιά και στολισμένοι με κορδέλες, ο σχεδόν ζωντανός νεκρός υποδέχεται συγγενείς και φίλους υπό τον ήχο χορευτικής μουσικής. Ο προβιομηχανικός άνθρωπος, από την άλλη πλευρά, αποδεχόταν τον θάνατο ως ένα φυσικό και αναπόφευκτο γεγονός. Ο ετοιμοθάνατος θα ένιωθε φρικτά εξαπατημένος (εξαπατημένος από τον θάνατό του) αν κάποιος προσπαθούσε να κρύψει την κατάστασή του, και όταν πλησίαζε το τέλος, προετοιμαζόταν σύμφωνα με μια αρχαία τελετουργία στην οποία κυριαρχούσε η παραίτηση. Όσο για τα νεκροταφεία, ειδικά στον Μεσαίωνα, ήταν δημόσιοι χώροι για συγκεντρώσεις, συναντήσεις, παιχνίδια, χορούς, πανηγύρια και εμπόριο. Σήμερα, με λίγες εξαιρέσεις (το Μνημειακό Νεκροταφείο στο Μιλάνο, το Νεκροταφείο Σταλιένο στη Γένοβα), βρίσκονται όσο το δυνατόν πιο μακριά από τα μάτια των άλλων. Με λίγα λόγια, ο θάνατος έχει αφοριστεί, έχει απαγορευτεί, έχει απαγορευτεί. Είναι το «ανήθικο ον που δεν τολμά να πει το όνομά του», πολύ μακριά από τη βικτωριανή παιδεραστία.

Δεδομένου ότι όλα τα δικαιώματα που αναφέραμε είναι αδύνατα, υπάρχει έστω και ένα δικαίωμα, μια δυνατότητα, να επιτευχθεί η ομορφιά; Θα έλεγα ότι ναι, ειδικά σήμερα, χάρη στις κατασκευές που επινοούνται από τις κορεατικές φάρμες ομορφιάς . Ομορφιά, όχι χάρη. Όσοι δεν έχουν αυτή τη χάρη δεν μπορούν να την δώσουν στον εαυτό τους, ούτε καν να την αγοράσουν: δεν βρίσκεται στα κορεατικά σούπερ μάρκετ ομορφιάς . Είναι κάτι άφθαρτο, άφατο, δύσκολο να οριστεί. Το μόνο βέβαιο είναι ότι είναι το αντίθετο της χυδαιότητας. Είναι μια αρμονία μεταξύ εσωτερικού και εξωτερικού, μεταξύ του είναι και του έχειν, μεταξύ του πώς είμαστε και του πώς παρουσιάζουμε τον εαυτό μας, ενώ η χυδαιότητα είναι, σε κάθε επίπεδο, ένα ξεπέταγμα από το δέρμα κάποιου. Γι' αυτό ένας πρωτόγονος μπορεί να είναι άξεστος αλλά ποτέ χυδαίος. Η χυδαιότητα προκύπτει από μια αντίθεση, από κάτι που συγκρούεται. Ο σύγχρονος άνθρωπος είναι σχεδόν πάντα χυδαίος επειδή θέλει να είναι διαφορετικός από αυτό που είναι και, προσπαθώντας με κάθε τρόπο να κάνει τους ανθρώπους να ξεχάσουν τη ζωικότητά του, καταλήγει να την τονίζει. Αυτό είναι ξεκάθαρα εμφανές όταν παρατηρούμε ένα άτομο στο δρόμο να μιλάει σε κινητό τηλέφωνο: μοιάζει με ντυμένη και εκπαιδευμένη μαϊμού. Το χάσμα μεταξύ του εξαιρετικά τεχνολογικού περιεχομένου του αντικειμένου, το οποίο θα μπορούσε να θεωρηθεί στοιχείο της ένδυσης, και της κουλτούρας και της ανθρωπολογίας του ατόμου που το χρησιμοποιεί αναδεικνύει τη ζωώδη φύση του. Υπάρχει κάτι πρωτόγονο στη χάρη, παιδική, ειλικρινής, αγνή, αυθόρμητη, διακριτική, ανεπιτήδευτη, αυθόρμητη και, ταυτόχρονα, σκανταλιάρικη. Η χάρη, σε αντίθεση με την ομορφιά, δεν είναι στατική, αλλά δυναμική. Εκφράζεται με ένα βλέμμα, ένα χαμόγελο, μια χειρονομία, μια κίνηση, και μερικές φορές ακόμη και με μια σκανταλιάρικη ατέλεια. Δεν είναι τυχαίο που η Αφροδίτη έχει στραβό βλέμμα.

Η Γη φροντίζει γι' αυτό

Guido Dalla Casa - 30 Απριλίου 2026

Η Γη φροντίζει γι' αυτό


Πηγή: Guido Dalla Casa

Σε μια μουσική σύνθεση του Ligabue ακούμε, σε τραγούδι, τα εξής λόγια:
Μη φοβάσαι, μη φοβάσαι.
Μη φοβάσαι, η Ζωή θα το φροντίσει, μου είπαν.
Μη φοβάσαι, μη φοβάσαι.
Μη φοβάσαι, μπορείς να δεις το φεγγάρι ακόμα και από εδώ.

Η Γη έχει, ή είναι , μια Ζωή, επομένως μπορούμε να πούμε: Μην ανησυχείτε. Η Γη θα τη φροντίσει .
Είμαστε αισιόδοξοι. Θα φροντίσει, δεν είμαστε μόνοι: η Γη είναι εκεί, κάθε δυσκολία μπορεί να ξεπεραστεί.

Η Τελευταία Κλήση


Μερικές φορές απολάμβανα να αποκαλώ τη δεκαετία του 1970 « Τελευταίο Κάλεσμα» : συζητούνταν παγκόσμια ζητήματα, δημοσιεύονταν μελέτες επί του θέματος, πολλά γραπτά και προειδοποιήσεις είχαν δημοσιευτεί, ακόμη και αρκετά βιβλία και μελέτες. Υπήρχε η προειδοποίηση του U Thant, το άρθρο του Arne Naess, τα βιβλία του Capra, οι «Κυριακές χωρίς αυτοκίνητα»... Έπειτα πέρασαν περισσότερα από 50 χρόνια. Μάταια;

Πριν από λίγο καιρό, σε μια φιλική συζήτηση σχετικά με αυτά τα «παγκόσμια» ζητήματα και τα προβλήματα που προκύπτουν, κατέληξα με το « Η Γη θα τη φροντίσει από εδώ και στο εξής ». Ένας φίλος επεσήμανε ότι διαφωνούσε σε αυτό το σημείο, μη πιστεύοντας ότι η Γη είχε την ικανότητα να κάνει μια «Τελευταία Κλήση» στους ανθρώπους και να τους φροντίσει σε περιόδους ανάγκης. Οι άνθρωποι τώρα εκτοξεύονται, με την εισβολή τους στην κουλτούρα τους, προς μια « Επίθεση στον Πλανήτη » (ο τίτλος ενός βιβλίου που εκδόθηκε το 2000). Αυτή η επίθεση, που συνεχίστηκε με συνεχώς αυξανόμενη βία, είναι καταδικασμένη να τελειώσει, αλλά πιθανώς με μια περίοδο «σοβαρής δυσφορίας». Η Γη είναι κανονικά σε θέση να αντιδρά θετικά σε μικρές ταλαντώσεις, όπως πολλοί οργανισμοί, αλλά για δραστικές αλλαγές... πρέπει να καταφύγει σε κάποια πιο δυναμική παρέμβαση.

«Ο άνθρωπος είναι αυτός που δημιουργεί,... ο άνθρωπος είναι αυτός που καταστρέφει...» Αλλά είμαστε πραγματικά σίγουροι; Ή μήπως είναι απλώς μια ψευδαίσθηση μεγαλείου εκ μέρους κάποιου ανθρώπινου πολιτισμού; Η Γη είναι ένα «Μεγάλο Σύστημα», πολύ περίπλοκο, με είκοσι ή τριάντα εκατομμύρια είδη αισθανόμενων όντων. Τα νοητικά φαινόμενα εκδηλώνονται σε πολύπλοκα συστήματα ( Πριγκοζίν, Κάπρα, Μπέιτσον ), όχι απαραίτητα συνειδητά. Ίσως η Γη να έχει έναν πολύ διαφορετικό τύπο συνείδησης από τη δική μας. Τότε θα παράσχει, όπως τραγουδάει ο Λιγκαμπούε.

Γιατί σχεδόν κανείς δεν το πιστεύει αυτό; Τι γίνεται με την ατομικότητα, τόσο αγαπητή στη Δύση; Συχνά, κατά τη διάρκεια κάποιου τραυματικού γεγονότος, η κυψέλη επιβιώνει, αλλά πολλές μεμονωμένες μέλισσες πεθαίνουν.

Οι αριθμοί θα προστεθούν


Εμείς οι Δυτικοί έχουμε συνηθίσει να σκεφτόμαστε το άτομο. Υπάρχει κάποια ανταμοιβή; Μια τιμωρία; Όλα τυχαία; Αλλά τι είναι η τυχαιότητα ; Ίσως μια ετικέτα που τοποθετείται σε όλα όσα δεν γνωρίζουμε. Είναι τα λέμινγκ που επιστρέφουν στην κορυφή της κοιλάδας «τα καλύτερα»; Γιατί είναι αυτά που επιβιώνουν; Είναι αυτά που ρίχνονται στη θάλασσα «τα χειρότερα»; Υπάρχει ατομική δικαιοσύνη; Ίσως αργότερα... Οι κβαντικές πληροφορίες δεν μπορούν να εξαφανιστούν.

Λοιπόν; Μην ανησυχείτε: Η ζωή θα το φροντίσει, η Γη θα το φροντίσει.

Προκαθορισμός ή ελεύθερη βούληση; Ίσως όμως αυτός να είναι ένας από τους άχρηστους και ασυνεπείς δυϊσμούς της Δύσης. Για λίγη παρηγοριά, ας προσπαθήσουμε να γυρίσουμε 2.500 χρόνια πίσω, ίσως στις όχθες του Γάγγη.

Ρώτησαν τον Βούδα : «Δάσκαλε, επιτρέπει ο νόμος του κάρμα εξαιρέσεις;» Ο Φωτισμένος απάντησε: «Ο νόμος του κάρμα είναι αμείλικτος: ό,τι κι αν κάνεις, όπου κι αν πας, στα βάθη της θάλασσας ή στις σχισμές των βουνών, δεν μπορείς να ξεφύγεις από τις συνέπειες των πράξεών σου». Υπάρχει κάτι τέτοιο όπως το πεπρωμένο ; Δεν μπορώ να ξεφύγω από το κάρμα μου ; Αλλά οι πράξεις μου το δημιούργησαν έτσι! Επομένως, αυτός ο δυϊσμός δεν υπάρχει!

Υπάρχει το κάρμα του ατόμου, του είδους, του οικοσυστήματος, του πλανήτη, μιας ανθρώπινης κουλτούρας... Αλλά τότε οι αριθμοί θα αθροιστούν: ιδού η ελπίδα, «η Γη θα το φροντίσει».

«Ο Κόσμος των Επστάιν» Από Άντρεα Ζοκ

Όταν το χρήμα παύει να είναι πλούτος και γίνεται κυριαρχία.

                                                          «Ο Κόσμος των Επστάιν »

Μεταξύ Χάγιεκ, Ψευδούς Αξιοκρατίας και Ώριμου Καπιταλισμού: Γιατί το να μιλάμε για κοινωνική δικαιοσύνη δεν είναι φθόνος, αλλά ανάλυση της εξουσίας

                                                            από  Άντρεα Ζόκ

Στη σύγχρονη δημόσια συζήτηση, οποιαδήποτε κριτική για τις μεγάλες συγκεντρώσεις πλούτου συχνά απορρίπτεται ως απλός «κοινωνικός φθόνος», που παραπέμπει σε μια απλοποιημένη ανάγνωση του Χάγιεκ και σε έναν μορφωμένο Νιτσεϊσμό. Σε αυτό το πρώτο μέρος του βιβλίου «Ο Κόσμος του Έπσταϊν», η Άντρεα Ζοκ αποδομεί αυτήν την αφήγηση, δείχνοντας πώς παρακάμπτει ένα κρίσιμο σημείο: την ποιοτική διαφορά μεταξύ του πλούτου που συνδέεται με την εργασία, τις δεξιότητες και τη θυσία, και του πλούτου που μπορεί να μετατραπεί άμεσα σε πολιτική, μιντιακή και δικαστική εξουσία. Αυτό δεν είναι ηθικό ζήτημα, αλλά δομικό. Στον σύγχρονο καπιταλισμό, το χρήμα δεν είναι πλέον απλώς ένα μέσο ανταλλαγής ή κατανάλωσης: είναι ένα όργανο κυριαρχίας, ικανό να καθοδηγεί θεσμούς, αποφάσεις και συλλογικά πεπρωμένα. Αυτή η ανάλυση ανοίγει ένα κριτικό μονοπάτι που μας προσκαλεί να κοιτάξουμε πέρα ​​από τα συνθήματα για να αμφισβητήσουμε την πραγματική φύση της οικονομικής δύναμης στην εποχή μας. (NR)

Συχνά , όταν συζητάμε για τον πλούτο και την κοινωνική δικαιοσύνη, εμφανίζεται κάποιος που αποδίδει κάθε αντίρρηση που εγείρεται για την περιουσιακή υπερβολή στον «κοινωνικό φθόνο». Η ιδέα ότι η «κοινωνική δικαιοσύνη» είναι μια εσφαλμένη έννοια χρονολογείται από τον Φρίντριχ φον Χάγιεκ, και η δημοφιλής εκδοχή της είναι ότι οποιαδήποτε συζήτηση για την κοινωνική δικαιοσύνη είναι απλώς μια μορφή φθόνου για ανώτερη αξία, ανώτερη ικανότητα ή ανώτερη απόλαυση.

Αυτός ο φτηνός Νιτσεϊσμός είναι επίσης πολύ διαδεδομένος επειδή συνδέεται με τον φόβο ότι οποιαδήποτε κριτική για τις μεγάλες περιουσίες θα καταλήξει να αφορά όλα τα περιουσιακά στοιχεία, σύμφωνα με το ατυχές σύνθημα «η ιδιοκτησία είναι κλοπή».

Αυτό που αυτή η προσέγγιση διαφεύγει σταθερά είναι το ποιοτικό χάσμα μεταξύ μικρών περιουσιών -αυτών που μπορούν να είναι αποτέλεσμα εξειδικευμένης εργασίας, προσωπικής ικανότητας και θυσίας- και περιουσιών ικανών να αγοράσουν ανθρώπους, συντάκτες εφημερίδων, υπουργούς, δικαστές, δορυφορικά συστήματα και τη διαμόρφωση εθνικών πολιτικών.

Με τη μορφή της ιστορικής παραγωγής εντός της οποίας έτυχε να γεννηθούμε και η οποία παίρνει την τεχνική ονομασία «καπιταλισμός», το χρήμα δεν είναι πλέον πρωτίστως μέσο κατανάλωσης, αλλά Εξουσία.

Οι φυσιολογικοί άνθρωποι, αυτοί που έχουν συνηθίσει να εργάζονται για να ζήσουν, σκέφτονται τα χρήματα ως κάτι που τους παρέχει ασφάλεια, εκτρέπει τα χτυπήματα της αντίξοης τύχης, διευκολύνει έργα, προσφέρει ανέσεις, τους επιτρέπει να τρώνε και να πίνουν καλύτερα, ακόμη και τους κάνει να φαίνονται καλύτεροι στα μάτια των άλλων. Όλα αυτά μπορεί να είναι μερικές φορές ιερά, μερικές φορές αμφισβητήσιμα, ανάλογα με το πώς ξοδεύει κανείς τα χρήματά του, αλλά δεν φτάνουν στο υψηλότερο επίπεδο όπου τα χρήματα μετατρέπονται απρόσκοπτα σε δύναμη.

Τα χρήματα που επιτρέπουν στον Μασκ να επηρεάσει την έκβαση ενός πολέμου στην Ευρώπη μέσω του Starlink, στον Τραμπ να θέσει υποψηφιότητα για πρόεδρος των ΗΠΑ, στον Μπιλ Γκέιτς να επηρεάσει τον ΠΟΥ και να φιλοξενηθεί από τον Ματαρέλα στο Quirinale, στον Λάρι Φινκ να εκβιάζει ολόκληρα έθνη με εκροές κεφαλαίων, και πολλά, πολλά άλλα που δεν εμφανίζονται και δεν πρέπει να εμφανίζονται στην επιφάνεια—αυτά τα χρήματα ανήκουν σε μια ποιοτικά διαφορετική κατηγορία.

Η Δύναμη που παρέχεται από το μεγάλο κεφάλαιο, ωστόσο, είναι ένα ιδιαίτερο είδος δύναμης, καθώς δεν πηγάζει από πραγματική ή υποτιθέμενη αξία, ούτε από την αναγνώριση των ικανοτήτων κάποιου από τους άλλους. Η Δύναμη του κεφαλαίου ασκείται μονομερώς, χωρίς να απαιτείται αποδοχή ή αναγνώριση από εκείνους που υπόκεινται σε αυτήν. Η Δύναμη του κεφαλαίου μπορεί να ασκήσει τη δύναμή της ανεξάρτητα από την προέλευσή της: μπορεί να έχει κληρονομηθεί από έναν ληστή προ-προπάππου, να έχει αποκτηθεί μέσω εμπιστευτικού εμπορίου, δουλεμπορίου ή εκμετάλλευσης παιδικής εργασίας, και τίποτα από αυτό το υπόβαθρο δεν εμφανίζεται στο στάδιο όπου το χρήμα γίνεται Δύναμη.

Οι μεγάλης κλίμακας καπιταλιστικές πατρογονικές ιδιοκτησίες είναι η μόνη πραγματικά απόλυτη μορφή Εξουσίας, καθώς δεν οφείλουν αυτό που είναι σε καμία διαδικασία νομιμοποίησης (εκτός από τη λειτουργία των νομικών κανόνων που προστατεύουν την ιδιοκτησία και την κληρονομιά).

Όποιος χειραγωγεί τεράστια Δύναμη, άσχετη εκτός από παρεμπιπτόντως με τις δικές του ιδιότητες και προσόντα, ασκεί εγγενώς βία πάνω στους άλλους, μια βία που συνεχίζεται με την ίδια του την ύπαρξη. Το γεγονός ότι το χρήμα μπορεί να ασκεί εξουσία πάνω στους άλλους χωρίς κανείς να το αναγνωρίζει ως νόμιμη εξουσία έχει το μοναδικό ιστορικό του προηγούμενο σε πολέμους κατάκτησης ή λεηλασίας. Αλλά αυτές οι δραστηριότητες ασκήθηκαν εναντίον «άλλων», «ξένων πληθυσμών», ενώ αυτή η μορφή Δύναμης μπορεί να ασκηθεί εξίσου εντός και εκτός των συνόρων κάποιου: εδώ, όλοι είναι «ξένοι».

Όσοι έχουν συνηθίσει να ασκούν και να θεωρούν την Εξουσία επί των άλλων ανεξάρτητη από τις δικές τους ιδιότητες, ικανότητες ή προσόντα, θεωρούν την Εξουσία αυθαίρετη.

Αυτή η ριζικά μονόπλευρη σχέση απέναντι στους άλλους, οι οποίοι είναι εξ ορισμού ανίσχυροι, παράγει μια κατάσταση νοοτροπίας στην οποία όλα οφείλονται, χωρίς λόγο.

Ταυτόχρονα, η βαθιά επίγνωση της ειλικρινά αυθαίρετης και αβάσιμης φύσης της εξουσίας κάποιου παράγει έναν διαρκή φόβο απώλειάς της, αφού, άλλωστε, αυτή συνδέεται με τον κάτοχό της μόνο με έναν εντελώς εξωτερικό τρόπο και θα μπορούσε κατ' αρχήν να μεταβιβαστεί σε άλλους σε μια στιγμή. Ο πλούτος είναι πάντα αμφισβητήσιμος.

Η συνήθεια της άσκησης απόλυτης, απρόσωπης, αυθαίρετης, αλλά αμφισβητήσιμης εξουσίας τείνει να δημιουργεί μόνιμη ηθική βλάβη.

Τα επιβάλλει στους γύρω του, στην κοινωνία στο σύνολό της, η οποία συνηθίζει στην αυθαιρεσία της εξουσίας-πλούτου και συνηθίζει να βασίζεται όλο και λιγότερο στις δικές της ιδιότητες και όλο και περισσότερο στην ασυνειδησία, τον οπορτουνισμό, την κολακεία, τη δειλία.


Αλλά τα παράγει επίσης κυρίως σε εκείνους που ασκούν αυτή την εξουσία, οι οποίοι καταλήγουν να εξισώνουν τον περιβάλλοντα κόσμο και τους ανθρώπους που τον κατοικούν ως μέσα διαθέσιμα για την αυθαίρετη άσκηση της βούλησης κάποιου, ανεξάρτητα από καλούς ή κακούς λόγους.

Αυτός είναι ο πρώτος από τους δομικούς λόγους που συνδέουν την ύπαρξη των οικονομικών ολιγαρχιών με μορφές ηθικής ανισορροπίας, στις πιο ακραίες περιπτώσεις, αυθεντικής διαστροφής

Ο βασιλιάς Κάρολος πηγαίνει στον πόλεμο, αλλά θέλει να γίνει παγκόσμιος πόλεμος


Η Αυτού Μεγαλειότητα Κάρολος Γ΄, απεσταλμένος των αυτοκρατόρων Ρότσιλντ, επίσης γνωστός στους θαυμαστές του ως ο καλύτερος φίλος του αείμνηστου παιδεραστή και βιαστή Τζίμι Σάβιλ και ο αδελφός του καλύτερου φίλου του Τζέφρι Έπσταϊν, Άντριου, παλαιότερα γνωστού ως Πρίγκιπα Άντριου, ταξίδεψε στην Ουάσινγκτον και τίμησε μια κοινή συνεδρίαση του Κογκρέσου των Ηνωμένων Πολιτειών με μια εμπνευσμένη ομιλία στην οποία έκρινε σκόπιμο να παροτρύνει τους Αμερικανούς να προχωρήσουν επιτέλους στον Τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο . Να τι είπε η Αυτού Μεγαλειότητα:
«Αμέσως μετά την 11η Σεπτεμβρίου, όταν το ΝΑΤΟ επικαλέστηκε για πρώτη φορά το Άρθρο 5 και το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ στάθηκε ενωμένο απέναντι στην τρομοκρατία, ανταποκριθήκαμε στο κάλεσμα μαζί, όπως κάνουν οι λαοί μας για πάνω από έναν αιώνα: δίπλα-δίπλα σε δύο παγκόσμιους πολέμους, στον Ψυχρό Πόλεμο, στο Αφγανιστάν και στις στιγμές που καθόρισαν την κοινή μας ασφάλεια. Σήμερα, κύριε Πρόεδρε, χρειάζεται η ίδια ακλόνητη αποφασιστικότητα για να υπερασπιστούμε την Ουκρανία και τον πιο γενναίο λαό της».

Η εξύμνηση προηγούμενων πολέμων, ιδιαίτερα αυτού στο Αφγανιστάν, και η επίκληση του Άρθρου 5 του ΝΑΤΟ, που ορίζεται ως «απαραίτητος για την άμυνα της Ουκρανίας», αντιπροσώπευε μια όχι και τόσο συγκαλυμμένη πρόσκληση προς τις Ηνωμένες Πολιτείες να πάνε σε πόλεμο εναντίον της Ρωσίας: έναν ακόμη μεγάλο πόλεμο στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Και η έκκληση αυτού του Βασιλιά για τον Γ' Παγκόσμιο Πόλεμο έγινε δεκτή με ενθουσιώδη χειροκροτήματα από πολιτικούς που κατά τα άλλα υποστηρίζουν με πάθος τις διαμαρτυρίες «Χωρίς Βασιλείς» στις χώρες τους. Μην νομίζετε ότι αυτή η θέση έρχεται σε αντίθεση με την προηγούμενη ανάρτηση : πράγματι, είναι ακριβώς η προφανής ήττα που ωθεί τους πιο στενούς και διεστραμμένους ηγέτες του χρηματοπιστωτικού παγκοσμιοποίησης να επιδιώξουν χρεοκοπία, αντί για συμβιβασμό.

Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι όλα αυτά έχουν το επίκεντρό τους στο Λονδίνο και γύρω από αυτό: η βρετανική πολιτική τάξη έχει μια παθολογική εμμονή με τη Ρωσία για σχεδόν δύο αιώνες, σχεδιάζοντας πολέμους εναντίον της χώρας τουλάχιστον από τον Κριμαϊκό Πόλεμο του 1853. Σε κάθε ευκαιρία, η Βρετανία επιδιώκει σταθερά να διεξάγει τέτοιους πολέμους στο παρασκήνιο, υποκινώντας άλλες δυνάμεις να πολεμήσουν άμεσα. Ένα από τα πιο κραυγαλέα παραδείγματα ήταν η χρήση της Γερμανίας του Χίτλερ για την προετοιμασία της μεγαλύτερης δύναμης εισβολής που έγινε ποτέ το 1941, με πάνω από 3,8 εκατομμύρια στρατιώτες. Αυτή δεν ήταν μια πραγματική «γερμανική εισβολή», όπως υποδηλώνουν τα μαθήματα ιστορίας μας. Ήταν μια εισβολή υπό γερμανική ηγεσία . Η δύναμη εισβολής, 3,8 εκατομμυρίων (αυξημένη σε έξι εκατομμύρια τον πρώτο χρόνο του πολέμου), προερχόταν από σχεδόν κάθε ευρωπαϊκή χώρα. Η Σοβιετική Ένωση απέκρουσε την εισβολή με κόστος 27 εκατομμύρια θύματα. Ένας στους εννέα Ρώσους πέθανε και σχεδόν κάθε ρωσική οικογένεια έχασε ένα μέλος σε αυτόν τον πόλεμο. Όταν έγινε σαφές ότι η εισβολή είχε αποτύχει και ότι ο στρατός του Χίτλερ θα ηττηθεί, οι Βρετανοί Αρχηγοί Επιτελείων ανέπτυξαν το « Σχέδιο Αδιανόητο »: ένα νέο και βελτιωμένο σχέδιο για επίθεση στη Ρωσία.

Το έγγραφο, που παρουσιάστηκε στον Ουίνστον Τσώρτσιλ στις 22 Μαΐου 1945 , πρότεινε μια αιφνιδιαστική επίθεση στη Ρωσία, προγραμματισμένη για την 1η Ιουλίου 1945, από συνδυασμένες βρετανικές και αμερικανικές δυνάμεις, υποστηριζόμενες από πολωνικά και γερμανικά στρατεύματα. Ο πολιτικός στόχος του έργου ήταν να «υποτάξουμε τη Ρωσία στη θέλησή μας». Δύο χρόνια μετά τη διατύπωση του «Project Unthinkable», η βρετανική κυβέρνηση συνέταξε τα « βασικά στοιχεία της αμυντικής μας πολιτικής », επιβεβαιώνοντας ότι «η πιο πιθανή και μεγαλύτερη απειλή για τα συμφέροντά μας προέρχεται από τη Ρωσία» και ότι ήταν απαραίτητο να «εξασφαλιστεί η ενεργός και έγκαιρη υποστήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής και των κρατών της Δυτικής Ευρώπης». Τώρα που ο πόλεμος στην Ουκρανία κατευθυνόταν σαφώς προς το ίδιο αποτέλεσμα με την Επιχείρηση Μπαρμπαρόσα του Χίτλερ, η ενεργός αμερικανική υποστήριξη έγινε εξαιρετικά επείγουσα, γι' αυτό και ο Βασιλιάς Τσακ εργάστηκε σκληρά για να κερδίσει την υποστήριξη του αμερικανικού κοινού και να αναβιώσει το Project Unthinkable.

Αυτή η εμμονή αποτελεί πλέον θανάσιμη απειλή για ολόκληρο τον κόσμο και μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι δεν θα τελειώσει με μια ομιλία: θα εξαπολυθούν άγριες εκστρατείες άσκησης πίεσης και επιρροής, οι οποίες ενδεχομένως θα απαιτήσουν μια καλά ενορχηστρωμένη επίθεση με ψευδή σημαία που θα αποδοθεί στη Ρωσία. Αξίζει να θυμηθούμε ότι πέρυσι αποκαλύφθηκε ότι το Ηνωμένο Βασίλειο ήταν και είναι έτοιμο να βοηθήσει την Ουκρανία να κατασκευάσει πυρηνικά όπλα. Η εγκληματική τρέλα πίσω από όλα αυτά είναι πραγματικά ακατανόητη και θυμίζει το αινιγματικό σχόλιο του Ουίνστον Τσώρτσιλ όταν έμαθε για τον βάναυσο βομβαρδισμό του Ρότερνταμ από τους Συμμάχους: «Αδιάκριτος πόλεμος υποβρυχίων. Αδιάκριτη αεροπορική επίθεση: αυτός είναι ολοκληρωτικός πόλεμος... Ο χρόνος, ο ωκεανός, ένας Βόρειος Αστέρας και μια υψηλή κλίκα μας έχουν κάνει αυτό που είμαστε». Το τι είναι αυτά, το αφήνω στην κρίση του αναγνώστη

Re Carlo va alla guerra, ma la vuole mondiale | il Simplicissimus

Προειδοποίηση κατάρρευσης για την Ουκρανία


Συμβαίνουν ανησυχητικά πράγματα: αμέσως μετά την κατανομή των 90 δισεκατομμυρίων δολαρίων για την Ουκρανία και τη δήλωση ότι δεν είναι καν αρκετά, ότι χρειάζονται περισσότερα για να ζήσει και να πολεμήσει το νεοναζιστικό καθεστώς δίπλα μας, όπως έλεγε ένα παλιό σύνθημα, η ήττα αναγνωρίζεται. Οι Ρώσοι προελαύνουν και ο ουκρανικός στρατός δεν έχει πλέον τους πόρους για να αντισταθεί αποτελεσματικά. Τόσο ο Τραμπ όσο και ο Καγκελάριος Μερτς, αμέσως μετά την εκταμίευση - την οποία, φυσικά, θα πληρώσουμε - παραδέχτηκαν ότι σε αυτό το σημείο η Ουκρανία θα πρέπει να χάσει τις ανατολικές της περιοχές ή να κινδυνεύσει να καταληφθεί πλήρως. Ο Λευκός Οίκος το ξεκαθάρισε αυτό με τον δικό του τόνο μετά τη συνομιλία του Τραμπ με τον Πούτιν, συνδυάζοντας επίσης την επιθετικότητα κατά του Ιράν και υποστηρίζοντας ότι οι δύο συγκρούσεις θα μπορούσαν να τερματιστούν εν ευθέτω χρόνω. Ο Μερτς, ένας από τους κορυφαίους πολεμοκάπηλους της Ευρώπης, το παραδέχτηκε με τους μελωδικούς τόνους που του αρέσουν, αλλά που, στην πραγματικότητα, ισοδυναμούν με εκβιασμό: «Κάποια στιγμή, ελπίζουμε, μια συνθήκη ειρήνης με τη Ρωσία. Σε εκείνο το σημείο, θα μπορούσε να συμβεί ένα μέρος του ουκρανικού εδάφους να μην είναι πλέον ουκρανικό ». Αλλά ξεκαθαρίζει επίσης ότι μέχρι να συμβεί αυτό και να συνεχιστεί ο πόλεμος, το Κίεβο δεν θα μπορέσει να ενταχθεί στην ΕΕ. Αυτό θα αποστραγγίσει τουλάχιστον ένα τρισεκατομμύριο ευρώ από τις τσέπες μας για να κρατήσουμε ζωντανή μια χώρα διεφθαρμένη μέχρι το κόκκαλο, όπου τουλάχιστον ο μισός πληθυσμός μιλάει ρωσικά και πιθανότατα γνωρίζει πολύ καλά ότι έχει αντιμετωπιστεί σαν κρέας για τα κανόνια. Επομένως, θα είναι πολιτικά μη διαχειρίσιμο. Για παράδειγμα, ο ηγέτης του κινήματος «Άλλη Ουκρανία», Βίκτορ Μέντβεντσουκ, είχε δηλώσει προηγουμένως ότι η πορεία της Ουκρανίας προς την Ευρώπη ήταν μια «τραγωδία» και είχε οδηγήσει τη χώρα στη «γενοκτονία του ίδιου της του λαού». Αυτές είναι ολοένα και πιο διαδεδομένες απόψεις.

Αλλά τι συνέβη που οδήγησε σε αυτές τις παραδοχές; Τίποτα, στην πραγματικότητα, απλώς ο ουκρανικός στρατός έχει εξαντληθεί σιγά σιγά σε σημείο χωρίς επιστροφή: η φυγή των πιθανών στρατευμένων, ο συνεχώς αυξανόμενος αριθμός λιποταξιών, η αδυναμία διεξαγωγής πραγματικά συντονισμένων επιχειρήσεων, η απώλεια στρατιωτικής πρωτοβουλίας, η τεράστια διαφορά μεταξύ των ρωσικών και ουκρανικών απωλειών, δημιουργούν φόβους ότι μετά από τόση αντίσταση, θα μπορούσε να συμβεί μια ξαφνική κατάρρευση, οπότε τίποτα δεν θα ήταν ανακτήσιμο. Επιπλέον, η κατανάλωση όπλων στη Μέση Ανατολή έχει διαταράξει τον εφοδιασμό της Ευρώπης από τις ΗΠΑ για αρκετούς μήνες, αν όχι χρόνια, περιπλέκοντας περαιτέρω την εμπόλεμη θέση της ΕΕ και αυτή των πρόθυμων, οι οποίοι τώρα βρίσκονται εκτεθειμένοι μετά από χρόνια μαχών. Μικρές χώρες όπως οι χώρες της Βαλτικής έχουν ανακαλύψει ότι είναι ουσιαστικά ανυπεράσπιστες απέναντι στη ρωσική ισχύ. Έτσι, για να αποφύγουμε το χειρότερο, ή με την ελπίδα ότι το Κρεμλίνο θα δεχτεί το δόλωμα αυτής της έμμεσης προσφοράς και θα χαλαρώσει τη στρατιωτική του πίεση - η οποία είναι συνεχής, ακόμη και αν η δυτική κοινή γνώμη, συνηθισμένη σε αδύνατες αφηγήσεις ή στα τρομοκρατικά κατορθώματα του Κιέβου, αγωνίζεται να το κατανοήσει αυτό - είναι προτιμότερο να παραδεχτούμε αυτό που είναι σαφές εδώ και χρόνια. Σε κάθε περίπτωση, είναι καλύτερο να διατηρήσουμε ένα μέρος της Ουκρανίας παρά να χάσουμε το σύνολο ή το μεγαλύτερο μέρος της, ακόμη και αν αυτό, φυσικά, μυρίζει ήττα: η επίσημη μεταφορά της περιοχής Ντονμπάς στη Ρωσία, η οποία έχει πλέον γίνει επίσημα μέρος της Ομοσπονδίας, δύσκολα μπορεί να ερμηνευτεί ως επιτυχία, αλλά μάλλον ως προτιμότερη από τη συνθηκολόγηση.

Πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι εάν, όπως είναι δυνατό, μάλιστα πιθανό, αν όχι άμεσο, ρωσικά στρατεύματα προχωρήσουν πέρα ​​από τα σύνορα αυτής της περιοχής, η αμηχανία θα ήταν εκατονταπλάσια πιο επιζήμια για τα αποτυχημένα μέλη του πολιτικού περιβάλλοντος που τώρα δεν έχουν άλλη επιλογή από το να εγκαθιδρύσουν ένα αυταρχικό καθεστώς για να διατηρήσουν την εξουσία, και θα έθετε το ζήτημα της άμεσης παρέμβασης, κάτι που είναι προς το παρόν αδιανόητο. Επομένως, πρέπει να βρούμε έναν τρόπο να σταματήσουμε με κάποιο τρόπο την πολεμική μηχανή της Μόσχας, ακόμη και αν αυτό σημαίνει μια θυσία για την οποία οι Ευρωπαίοι πολίτες έχουν πληρώσει αστρονομικά ποσά. Με αυτόν τον τρόπο, ωστόσο, η Ρωσία θα συνεχίσει να είναι ο υπαρξιακός εχθρός, τόσο βολικός για τους πρόθυμους παγκοσμιοποιητές που υφαίνουν τους ιστούς της καταστροφής.

«Επιθυμία, Έρωτας και Ερωμαχία» Από Μάριο Μαγκίνι

Ανάμεσα στην ψυχανάλυση, τον μύθο και τα αρχέτυπα της αρχικής σύγκρουσης
Η αρπαγή της Περσεφόνης (λεπτομέρεια)

                                                     «Επιθυμία, Έρωτας και Ερωμαχία»

Από το παράδοξο του Αχιλλέα και της χελώνας στη «ζώνη αναταράξεων» της ερωτικής συνάντησης: η επιθυμία δεν προκύπτει από τη συμπληρωματικότητα, αλλά από την αμείωτη απόσταση μεταξύ αρσενικού και θηλυκού.

                                                              από τον Μάριο Ματζίνι

Σε αντίθεση με όσα μας έχει διδάξει μια συγκεκριμένη πλατωνική μυθολογία, επανεξετασμένη με χριστιανο-ρομαντικό τρόπο, ο άνδρας και η γυναίκα δεν είναι καθόλου συμπληρωματικά όντα. Από την άλλη πλευρά, δεν είναι δύο παθητικά και στατικά μέρη της ίδιας σφαίρας που αναζητούν κάποιο είδος αρμονικής ολοκλήρωσης. Η φροϋδική ψυχανάλυση, και πιο συγκεκριμένα και βαθιά η λακανική σκέψη, μας έχουν πει ότι υπάρχει κάτι θεμελιώδες μεταξύ άνδρα και γυναίκας που, από άποψη αμοιβαιότητας, δεν λειτουργεί όπως ελπίζουμε, όπως επιθυμούμε, όπως προσποιούμαστε. Υπάρχει κάτι που δεν επιλύεται ποτέ πραγματικά και οριστικά, που δεν ενώνεται και δεν συγχωνεύεται αρμονικά. Υπάρχει μια αέναη ασυμμετρία, ένα χάσμα σε δύο σχεσιακά επίπεδα, μια ασυμβίβαστη ετερότητα και διαφορά που γειώνει και κατευθύνει τον άνδρα και τη γυναίκα στον έρωτα. Υπάρχει μια μόνιμη αστάθεια μεταξύ άνδρα και γυναίκας επειδή οι δικοί τους τρόποι σύλληψης, ύπαρξης και βίωσης του σεξ και της αγάπης είναι διαφορετικοί. Ας το συζητήσουμε αυτό, ας ανοιχτούμε στον διάλογο σαν να ήταν μια πειστική σφίγγα, ας εξερευνήσουμε τις αποκλίσεις και τις προτάσεις που μπορούν να επιτευχθούν σε αυτό, ας ξεκινήσουμε να κατανοήσουμε μέσα μας πέρα ​​από κάθε καλό και κακό.

«Δεν είναι η αρμονία που γεννά την επιθυμία,
αλλά η απόσταση που υπάρχει μεταξύ δύο μη αναγώγιμων ετεροτήτων:

Ο Έρωτας γεννιέται εκεί που η συνάντηση γίνεται επικίνδυνη.

Ο Λακάν είχε παρομοιάσει τη σχέση μεταξύ άνδρα και γυναίκας με αυτή του Αχιλλέα και της χελώνας στο περίφημο Παράδοξο του Ζήνωνα: Ο Αχιλλέας, ο ταχύτερος των θνητών, δεν θα μπορούσε ποτέ, λογικά, να φτάσει το πιο αργό ζώο στη γη. Ανάμεσα στα δύο βρίσκεται ένα χάσμα που μπορεί να μειωθεί απείρως αλλά ποτέ να καταργηθεί. Η εμπειρία της συνάντησης μεταξύ του αρσενικού και του θηλυκού δεν είναι ποτέ μια ειρηνική προσγείωση, αλλά μια πλοήγηση μέσα σε νερά που ταράσσονται από αρχαϊκά ρεύματα. Πρέπει επομένως να αποδεχτούμε μια σκληρή αλλά απαραίτητη αλήθεια: η σχέση μεταξύ των φύλων δεν είναι η ένωση δύο συμπληρωματικών ημίσεων που τελικά βρίσκουν ηρεμία, αλλά μια πρωταρχική σύγκρουση. Δεν είναι τυχαίο ότι ο θυμός και η ένταση συχνά γίνονται το καύσιμο του ερωτισμού. Η συνάντηση με τον Άλλο είναι, εξ ορισμού, μια «ζώνη αναταραχής». Η συνάντηση μεταξύ του Εγώ και της Άνιμα, ή μεταξύ του Εγώ και του Άνιμους, δεν συμβαίνει σε ένα κλινικό κενό, αλλά στη σύγκρουση αρχετυπικών δυνάμεων που κλονίζουν τα θεμέλια της ταυτότητάς μας. Ακριβώς όπως ένα αεροπλάνο που πλοηγείται σε μια καταιγίδα, η ερωτική ένωση αντλεί την ενέργειά της από την αναταραχή. Δεν είναι η υπερνίκηση της σύγκρουσης που γεννά τη συνάντηση, αλλά η ίδια η σύγκρουση που παίρνει σάρκα, φωνή και έλξη. Χωρίς αυτό το σοκ, χωρίς τον κίνδυνο της απώλειας και την αγωνία της διαφοράς, η αγάπη θα παρέμενε μια στείρα έννοια, απαλλαγμένη από τη ζωή που μόνο η αντίθεση των αντιθέτων μπορεί να δημιουργήσει.

Η ένταση της ερωτικής επαφής


Για να υπάρξει μια αληθινή ερωτική σχέση, τα δύο πρέπει να παραμείνουν ριζικά δύο . Η αγάπη πρέπει να είναι ικανή να αγκαλιάσει την επιθυμία του Άλλου ως κάτι που δεν μπορεί να αναχθεί σε εμάς, ένα μυστήριο που δεν μπορεί να κατέχεται ή να κατανοηθεί πλήρως. Αυτή είναι η δύναμη της επιθυμίας που συνδέεται με την αγάπη: η ικανότητα να επιθυμείς και να αγαπάς τον Άλλο ακριβώς λόγω της ετερότητάς του, αποδεχόμενος την αναταραχή που αυτό συνεπάγεται. Η σχέση, επομένως, δεν είναι ένα ασφαλές καταφύγιο από τις καταιγίδες της ζωής, αλλά η ίδια η καταιγίδα, ένα ταξίδι στην ανοιχτή θάλασσα όπου η σταθερότητα προέρχεται μόνο από τη συνεχή κίνηση και την ικανότητα να πλοηγείσαι στα κύματα της σύγκρουσης και της έλξης.

Από αυτή την οπτική γωνία, η ετερότητα γίνεται ένα ηθικό και αναλυτικό έργο. Σημαίνει την αποκήρυξη της προσποίησης ότι «γνωρίζει» κανείς τον σύντροφό του και αντ' αυτού επιτρέπει στον εαυτό του να εκπλήσσεται από τη συνεχή μεταμόρφωσή του. Σημαίνει την αποδοχή ότι ο έρωτας απαιτεί πάντα ένα μέτρο του «άγνωστου», ένα στοιχείο αποξένωσης που μας εμποδίζει να γλιστρήσουμε στην αδράνεια του ήδη γνωστού. Η ερωτική ζωή ανθίζει σε αυτή την ένταση μεταξύ της ανάγκης να ανήκει κανείς και του επείγοντος της ελευθερίας, μεταξύ της τρυφερότητας της σύνδεσης και της βίας της επιθυμίας. Μόνο όσοι έχουν το θάρρος να κατοικήσουν σε αυτή τη ζώνη αναταραχής, χωρίς να αναζητήσουν καταφύγιο σε μια τεχνητή ηρεμία, μπορούν να πουν ότι έχουν πραγματικά συναντήσει το Άλλο φύλο, μετατρέποντας τη σύγκρουση σε μια ανεξάντλητη πηγή ζωής και εσωτερικής ανακάλυψης.

Το Αρκάνο του Μυστικού: Ο Περιτειχισμένος Κήπος της Ατομικότητας


Η σιωπή και η μυστικότητα δεν είναι, όπως συχνά μας κάνει να πιστεύουμε η αφελής ψυχολογία, εμπόδια στην οικειότητα ή σημάδια συναισθηματικής προδοσίας, αλλά μάλλον τα απαραίτητα εμπόδια μέσα στα οποία μπορεί να ρέει το ποτάμι του έρωτα χωρίς να χάνεται στη λάσπη της καθημερινής κοινοτυπίας. Αν δεχτούμε ότι η ερωτική συνάντηση είναι μια αλχημική σύνδεση μεταξύ δύο αμείωτα διαφορετικών όντων, πρέπει επίσης να δεχτούμε ότι μια τέτοια ποικιλομορφία απαιτεί σκιώδεις περιοχές, αχαρτογράφητα εδάφη και σιωπές που προστατεύουν τον ιερό πυρήνα της ατομικότητας. Στη σύγχρονη κοινωνία, που κυριαρχείται από μια αισθητική απόλυτης διαφάνειας και μια επιταγή για πλήρη επικοινωνία, η μυστικότητα γίνεται αντιληπτή ως απειλή. Ωστόσο, από την οπτική γωνία της ψυχής, μια σχέση στην οποία όλα λέγονται, όλα αποκαλύπτονται και όλα μοιράζονται είναι μια σχέση που έχει πάψει να δημιουργεί μυστήριο. Η πλήρης διαφάνεια είναι, στην πραγματικότητα, μια μορφή ψυχικής βίας: εξαλείφει την απόσταση και χωρίς απόσταση δεν μπορεί να υπάρξει επιθυμία, αφού η επιθυμία τρέφεται με ό,τι λείπει, με ό,τι μένει να ανακαλυφθεί, με ό,τι παραμένει, ακριβώς, μυστικό.

Τα μυστικά λειτουργούν ως καταλύτης για την ετερότητα επειδή διατηρούν τον «περιφραγμένο κήπο» του εγώ, αυτό το εσωτερικό τέμενος όπου το άτομο καλλιεργεί τη σχέση του με το ασυνείδητο και τις δικές του αρχετυπικές εικόνες. Όταν ένας σύντροφος κρατάει ένα μυστικό -το οποίο δεν χρειάζεται να είναι εξωτερικό γεγονός, αλλά μπορεί να είναι μια σκέψη, ένα ανέκφραστο συναίσθημα, ένα ανείπωτο όνειρο- επιβεβαιώνουν την οντολογική τους ανεξαρτησία. Λένε, έμμεσα: «Δεν είμαι εσύ, και εσύ δεν κατέχεις το σύνολο της ύπαρξής μου». Αυτή η επιβεβαίωση, αντί να καταστρέφει τον δεσμό, τον εξευγενίζει, επειδή μεταμορφώνει τον άλλον από αντικείμενο κατοχής σε υποκείμενο θαυμασμού. Τα μυστικά δημιουργούν ένα είδος «πνευματικού κενού» στη σχέση, μια ζώνη άγνοιας που αναγκάζει τον σύντροφο να αμφισβητήσει τον εαυτό του, να προσεγγίσει τον άλλον, να τον αναγνωρίσει εκ νέου ως έναν συναρπαστικό και ποτέ εντελώς εξημερωμένο ξένο. Η σιωπή, με αυτή την έννοια, γίνεται ο χώρος στον οποίο η ηχώ του άλλου μπορεί τελικά να αντηχήσει στην καθαρότητά της, χωρίς να ασφυκτιά από τον αδιάκοπο θόρυβο των λογικών εξηγήσεων και των λεκτικών διαβεβαιώσεων.

Σε ένα ζευγάρι που έχει αρνηθεί το δικαίωμα στη μυστικότητα, συχνά βλέπουμε μια μορφή «ψυχικής αιμομιξίας»: οι δύο σύντροφοι γίνονται τόσο διαφανείς ο ένας στον άλλον που καταλήγουν να συγχωνεύονται, γλιστρώντας σε αυτή την οπισθοδρομική συμβίωση που έχουμε δει ότι είναι θανατηφόρα για τον έρωτα. Η σιωπή, από την άλλη πλευρά, λειτουργεί ως μέσο διαχωρισμού. Είναι το πέπλο που προστατεύει το εσωτερικό άδυτο της ψυχής από την εισβολή του εγώ του άλλου. Η καλλιέργεια της μυστικότητας σημαίνει επομένως την τιμή του γεγονότος ότι ο άλλος είναι ένα αμείωτο «Εσύ», ένα αυτόνομο κέντρο συνείδησης που δεν χρειάζεται να λογοδοτεί για κάθε χτύπο της καρδιάς του. Αυτή η πρακτική απαιτεί μεγάλη αναλυτική ωριμότητα, καθώς περιλαμβάνει την ικανότητα να ανεχόμαστε την αγωνία της άγνοιας και την αποποίηση του πλήρους ελέγχου πάνω στον αγαπημένο μας. Ακριβώς σε αυτό το κενό, σε αυτό το «ανείπωτο», η ερωτική φαντασία μπορεί να ανθίσει ξανά: εκεί που σταματά η γνώση, ξεκινά η δημιουργική προβολή και ο άλλος επιστρέφει στο να είναι εκείνη η υπερφυσική φιγούρα, φορτισμένη με την ετερότητα, που συναντήσαμε στην αρχή του ταξιδιού.

Η σιωπή, επομένως, δεν είναι απουσία επικοινωνίας, αλλά μια επικοινωνία ανώτερης τάξης, η οποία συμβαίνει μέσω της αφαίρεσης. Είναι η αναγνώριση ότι οι λέξεις μερικές φορές χρησιμεύουν μόνο για να γεφυρώσουν το χάσμα που χωρίζει δύο ψυχές, ενώ η σιωπή το κατοικεί με θάρρος. Όταν δύο εραστές ξέρουν πώς να είναι μαζί στη σιωπή ή όταν αποδέχονται την ύπαρξη σκιών ο ένας μέσα στον άλλον, ασκούν έναν ασκητισμό επιθυμίας. Επιτρέπουν στην ένταση μεταξύ των αντιθέτων να παραμένει ζωντανή, εμποδίζοντας τον δεσμό να μετατραπεί σε μια γραφειοκρατική ρουτίνα ανταλλαγής πληροφοριών. Το προσεκτικά φυλαγμένο μυστικό γίνεται τότε η πηγή μιας νέας αποπλάνησης: ο άλλος μας εμφανίζεται για άλλη μια φορά ως μια άγνωστη γη, ένα βιβλίο του οποίου έχουμε διαβάσει μόνο λίγες σελίδες και του οποίου το τέλος δεν θα μάθουμε ποτέ. Από αυτή την οπτική γωνία, η πιστότητα δεν συνίσταται πλέον στο να λες τα πάντα, αλλά στο να παραμένεις πιστός στο μυστήριο του άλλου, προστατεύοντας την ελευθερία του να είναι, τουλάχιστον εν μέρει, άπιαστος.
Τουλούζ Λωτρέκ, «Στο κρεβάτι, το φιλί»

Αιρετική και Ερωτική Αισθητική

Η μετάφραση της αισθητικής της σκιάς σε καθημερινές χειρονομίες σημαίνει, πρώτα και κύρια, αποιεροποίηση της εγχώριας διαφάνειας, αντίθεση στη σύγχρονη τάση που επιδιώκει να μετατρέψει το σπίτι σε ένα πανοπτικό απόλυτης οικειότητας. Η πρώτη συγκεκριμένη χειρονομία είναι η επανοικειοποίηση χώρων απαραβίαστης μοναξιάς, που βιώνονται όχι ως απόρριψη του άλλου, αλλά ως πράξη αφοσίωσης στην εσωτερική πηγή κάποιου. Η διαβίωση στο ίδιο σπίτι δεν πρέπει ποτέ να ισοδυναμεί με την κατάργηση των ψυχικών ορίων. Αντίθετα, η διατήρηση ενός δωματίου, ενός συρταριού ή απλώς μιας χρονικής περιόδου κατά την οποία απαγορεύεται η πρόσβαση σε έναν σύντροφο μας επιτρέπει να αποκαταστήσουμε το απαραίτητο κενό, ώστε ο έρωτας να μπορέσει να αναπνεύσει ξανά. Όταν παραιτούμαστε από το να μοιραζόμαστε κάθε λεπτομέρεια της ημέρας μας, κάθε μικρή διακύμανση στη διάθεσή μας ή κάθε τυχαία συνάντηση, δεν στερούμε τον εαυτό μας από την αγάπη, αλλά μάλλον προστατεύουμε τη δική μας πυκνότητα. Ένα άτομο που αποκαλύπτει πλήρως τον εαυτό του, που γίνεται τόσο «ευανάγνωστο» όσο ένα εγχειρίδιο οδηγιών, παύει να είναι αντικείμενο επιθυμίας και γίνεται αντικείμενο συνήθειας. Η επιθυμία, στην πραγματικότητα, δεν επιβιώνει υπό πλήρη ορατότητα: απαιτεί φωτοσκίαση, την υποψία ενός ανεξερεύνητου βάθους που διαφεύγει της σύλληψης της διάνοιας.

Μια άλλη θεμελιώδης χειρονομία έγκειται στο να γνωρίζουμε πώς να καλλιεργούμε ενδιαφέροντα, φιλίες ή πάθη που δεν μοιράζονται ή δεν «επικυρώνονται» συστηματικά από τον σύντροφό μας. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να αποκλείουμε τον άλλον από τη ζωή μας, αλλά μάλλον να αποφεύγουμε τη συμβιωτική σύντηξη που μεταμορφώνει το ζευγάρι σε μια μονολιθική και προβλέψιμη οντότητα. Το να φτάνεις στο τραπέζι ή στη συνάντηση το βράδυ, κουβαλώντας μαζί σου το άρωμα μιας εμπειρίας που ο άλλος δεν έχει βιώσει και ίσως δεν θα κατανοήσει ποτέ πλήρως, επαναφέρει μια υγιή αποξένωση στην καθημερινή ζωή. Είναι η εισβολή του «αγνώστου» μέσα στους τοίχους του σπιτιού. Ακόμα και το σώμα, στη συνύπαρξη, κινδυνεύει να περιοριστεί σε καθαρή βιολογική λειτουργικότητα ή σε μια υπερβολικά χαρτογραφημένη περιοχή. Η αισθητική της σκιάς αντίθετα υποδηλώνει τη διατήρηση μιας τελετουργίας σεμνότητας, όχι από ντροπή, αλλά για να διατηρήσουμε το σώμα ως επιφοίτηση και όχι ως απόδειξη. Το να ντύνεσαι, να περιποιείσαι τον εαυτό σου ή απλώς να ονειροπολείς παρουσία κάποιου άλλου, χωρίς όμως να τον προσκαλείς επίσημα στον νοητικό σου χώρο, δημιουργεί μια ζωντανή ένταση: ο άλλος αντιλαμβάνεται ότι είμαστε «αλλού», και ακριβώς αυτή η ψυχική απουσία στη φυσική παρουσία αναζωπυρώνει την περιέργεια και τον φόβο της απώλειας που είναι οι ασυγκίνητες μηχανές κάθε αυθεντικής αποπλάνησης.

Τέλος, η ίδια η γλώσσα πρέπει να γίνει λιγότερο δυναμική και πιο υποβλητική. Η αποφυγή της προσποίησης της ερμηνείας κάθε σιωπής του συντρόφου σας ή η μετάφραση κάθε έκφρασής του σε μια γνωστή κατηγορία αποτελεί πράξη τεράστιου σεβασμού για την ετερότητά του. Η αποδοχή ότι ο άλλος μπορεί να κρύβει μελαγχολία, ενθουσιασμό ή μυστικά που δεν είναι δικά μας σημαίνει ότι τιμούμε την υπερφυσική του φύση. Με αυτόν τον τρόπο, η συνύπαρξη παύει να είναι μια αργή διάβρωση του μυστηρίου και γίνεται ένας χορός στην άκρη του αγνώστου. Κάθε χειρονομία που διατηρεί λίγη αοριστία βοηθά να διατηρείται ζωντανή αυτή η ζώνη αναταραχής για την οποία έχουμε μιλήσει: αυτή η λεπτή γραμμή όπου η αγάπη δεν καταλήγει στην οικειότητα, αλλά συνεχίζει να φτάνει προς το άγνωστο, μετατρέποντας την πλήξη της επανάληψης σε αιώνια επιστροφή της ανακάλυψης.

Αυτή η αισθητική της σκιάς, η οποία στην καθημερινή ζωή εκδηλώνεται ως μια τελετουργία απόστασης, βρίσκει την οριστική της καθαγίαση σε έναν ερωτισμό του βλέμματος και της ύλης, όπου η επιθυμία δεν είναι ποτέ η κατοχή αποδεικτικών στοιχείων, αλλά μια ένταση προς αυτό που παραμένει κρυφό.

Ερωμαχία και η Αλχημεία της Ετερότητας: Η Ιερή Σύγκρουση της Επιθυμίας


Η ερωτική έκφραση, όταν παρατηρείται μέσα από το πρίσμα της αλχημικής σύνδεσης , δεν μπορεί παρά να αποκαλυφθεί ως μια υπέρτατη μορφή Ηρωμαχίας : ένας ιερός αγώνας όπου η αγάπη δεν είναι ο στόχος που κατευνάζει τη σύγκρουση, αλλά η δύναμη που τη συντηρεί και την καθιστά δυνατή. Από αυτή την οπτική γωνία, η επιθυμία παύει να είναι μια απλή ένταση προς το αντικείμενο και παίρνει τη μορφή μιας πολεμικής ενέργειας, ενός Ηρακλείτιου πολέμου που αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της σχέσης. Δεν υπάρχει αρμονία που να μην είναι προϊόν μιας πρόκλησης, ούτε ένωση που να μην είναι αποτέλεσμα μιας σύγκρουσης μεταξύ δύο αμείωτων ετεροτήτων. Η Ηρωμαχία μας διδάσκει ότι το συζυγικό κρεβάτι δεν είναι ένας τόπος ανάπαυσης, αλλά ένα πεδίο δυνάμεων όπου το αρσενικό και το θηλυκό αντιμετωπίζονται, όχι για να εξοντώσουν το ένα το άλλο, αλλά για να επιδεινώσουν τη διαφορά τους μέχρι το σημείο θραύσης, όπου ο εαυτός αναγκάζεται να δώσει τη θέση του σε μια ετερότητα που τον κατακλύζει.

Η επιθυμία, σε αυτό το πλαίσιο, λειτουργεί σαν μια ανοιχτή πληγή που εμποδίζει τη σάρκα να κλείσει σε ναρκισσιστική στάση. Είναι μια αναταραχή που κατοικεί στο σώμα και το ωθεί προς τα έξω, προς εκείνο το ξένο έδαφος που είναι ο άλλος. Αν η αγάπη τείνει προς τη σταθερότητα του τεμένους , η επιθυμία είναι αντίθετα μια νομαδική και αρπακτική δύναμη που ευδοκιμεί στο ρίσκο και την επισφάλεια. Η αληθινή αρμονία μεταξύ δύο εραστών, επομένως, δεν μοιάζει με ηρεμία, αλλά μάλλον με την ένταση ενός τόξου έτοιμου να απελευθερώσει το βέλος του: είναι μια δυναμική ισορροπία που απαιτεί συνεχή επαγρύπνηση και προθυμία για μάχη. Όταν η πρόκληση ξεθωριάζει, όταν ο άλλος γίνεται πολύ οικείος, πολύ «δικός μου», ο ερωτικός αγώνας πεθαίνει, και μαζί της η επιθυμία πεθαίνει, δίνοντας τη θέση της σε μια μορφή αμοιβαίας φροντίδας που είναι, τελικά, μια απάρνηση της βαθιάς ψυχικής ζωής.

Συνεχίζοντας σε αυτό το μονοπάτι, αναδύεται η ιδέα ότι η αληθινή προδοσία δεν έγκειται στην απιστία προς τον σύντροφο, αλλά σε μια «στατική πιστότητα» που παγώνει τον άλλον σε μια σταθερή εικόνα. Η Ερωμαχία απαιτεί μια συνεχή προδοσία των καθησυχαστικών προσδοκιών. Για να διατηρήσουμε ζωντανή την πρόκληση, πρέπει να είμαστε ικανοί να «προδώσουμε» την οικιακή εικόνα του συντρόφου μας για εμάς, επανεμφανιζόμενοι κάθε φορά ως ξένοι. Αυτή η μορφή συμβολικής προδοσίας είναι ο μόνος τρόπος για να τιμήσουμε το πεπρωμένο της ψυχής, το οποίο δεν ανήκει ποτέ εξ ολοκλήρου στη σχέση, αλλά σε μια βαθύτερη πηγή. Το ζευγάρι που επιβιώνει από την πλήξη είναι αυτό που αποδέχεται ότι δεν ανήκει ο ένας στον άλλον, που αγκαλιάζει τη μοναξιά του άλλου ως αναφαίρετο δικαίωμα. Είναι το παράδοξο ενός δεσμού που ενισχύεται όσο περισσότερο χώρο επιτρέπει για διαφυγή, αφού μόνο όσοι είναι ελεύθεροι να φύγουν μπορούν να επιλέξουν, κάθε μέρα, να παραμείνουν στην καρδιά της ερωτικής μάχης.

Τέλος, μια περαιτέρω σκέψη μας οδηγεί να θεωρήσουμε τη σύγκρουση όχι ως σύμπτωμα κρίσης, αλλά ως τη «λειτουργία της απόστασης» απαραίτητη για τον έρωτα. Ο θυμός ή η ένταση δεν είναι περιστατικά στην πορεία, αλλά τελετουργικές πράξεις μέσω των οποίων η ψυχή ανακτά την ετερότητά της όταν κινδυνεύει να απορροφηθεί από μια αγάπη που είναι υπερβολικά μητρική ή υπερβολικά ασφυκτική. Στην Ερωμαχία, η σύγκρουση είναι μια χειρονομία βαθιάς αγάπης προς την ακεραιότητα του άλλου: αγωνιζόμαστε για να αποτρέψουμε τον άλλον από το να διαλυθεί μέσα μας, για να εγγυηθούμε το δικαίωμά του να παραμείνει ένας έντιμος εχθρός και, ως εκ τούτου, απείρως επιθυμητός. Η ερωτική πρόκληση είναι επομένως μια άσκηση ασκητισμού όπου μαθαίνουμε να επιθυμούμε όχι αυτό που μας λείπει για να είμαστε ολοκληρωμένοι, αλλά αυτό που μας υπερβαίνει και μας τρομάζει. Η αρμονία σε ένα ζευγάρι δεν είναι η απουσία θορύβου, αλλά η ικανότητα να συμφιλιώνουμε δύο δυσαρμονίες χωρίς να τις επιλύουμε σε μπανάλ συμφωνία. Σε αυτό το αέναο «αφύπνισμα της άνοιξης», η Ερωμαχία μεταμορφώνει τη συνύπαρξη σε ένα ζωντανό έργο τέχνης, όπου κάθε βλέμμα είναι μια απειλή και κάθε σιωπή είναι μια ενέδρα που στήνεται από την ψυχή για να μας υπενθυμίσει ότι ο άλλος είναι ο μόνος καθρέφτης στον οποίο δεν μπορούμε ποτέ να δούμε τον εαυτό μας ολοκληρωτικά, παρά μόνο στη λάμψη μιας σπίθας που προκύπτει από την πρόσκρουση.
«Το Σπίτι των Αγνών Εραστών», Πομπηία

Αγάπη Μοίρα


Η Amor Fati , στο πλαίσιο ενός Γιουνγκιανού και ερωτο-μαχικού οράματος για τις σχέσεις, παύει να είναι μια παθητική παραίτηση από τα γεγονότα και γίνεται μια εκστατική και τρομακτική αποδοχή της αβυσσαλέας φύσης του Άλλου. Το να αγαπάς το πεπρωμένο σου, στο πλαίσιο του δεσμού μεταξύ αρσενικού και θηλυκού, σημαίνει να τιμάς την πληγή της επιθυμίας ως απαραίτητη ευλογία, να αγκαλιάζεις την επίγνωση ότι η τέλεια ένωση είναι μια χίμαιρα και ότι η αληθινή δόξα της συνάντησης έγκειται ακριβώς στην τραγική της αδιαλυτότητα. Αν η Ερωμαχία είναι η δυναμική της ιερής σύγκρουσης, η Amor Fati είναι το νοοτροπικό πλαίσιο με το οποίο το άτομο δέχεται να κατοικεί σε αυτή τη ζώνη αναταραχής χωρίς να προσπαθεί να την τιθασεύσει, αναγνωρίζοντας ότι η αλλοτρίωση του συντρόφου δεν είναι ένα όριο που πρέπει να ξεπεραστεί, αλλά η ίδια η ουσία της ουμινότητας του.

Το να αγκαλιάζεις την Amor Fati μέσα σε ένα ζευγάρι σημαίνει να λες ναι στον χορό των αντιθέτων, ακόμη και γνωρίζοντας ότι αυτός ο χορός δεν θα οδηγήσει ποτέ σε μια οριστική σύνθεση, αλλά μάλλον σε μια συνεχή και γόνιμη ένταση. Είναι αγάπη για το «γεγονός» του πεπρωμένου: το γεγονός ότι ο άλλος είναι ένα σύμπαν κλειστό για μένα, ότι η ψυχή του ανταποκρίνεται σε νόμους που δεν μπορώ ποτέ να νομοθετήσω, και ότι η συνάντησή μας είναι μια σύγκρουση μεταξύ δύο αστεριών που προορίζονται να παραμείνουν μακριά ακόμα και στη στιγμή της μέγιστης λαμπρότητάς τους. Σε αυτή την χαρούμενη αποδοχή, το τραγικό δεν είναι συνώνυμο με το θλιβερό, αλλά με το υψηλό: είναι η επίγνωση της πεπερασμένης φύσης του εαυτού μπροστά στο άπειρο της Ετερότητας. Το να αγαπάς το πεπρωμένο του άλλου σημαίνει επίσης να αγαπάς την ικανότητά του να μας ξεφεύγει, το δικαίωμά του στη μυστικότητα και την εγγενή του φευγαλέα φύση, μετατρέποντας τον πόνο της απόστασης σε μια μορφή ερωτικής λατρείας.

Συνήθως, σε μια σχέση, νιώθουμε ευγνωμοσύνη για ό,τι μας δίνει ο άλλος, για την εγγύτητα ή την κατανόησή του. Αντίθετα, το Amor Fati μας ωθεί να ευχαριστούμε για ό,τι μας στερεί ο άλλος: για τις σιωπές του, τα σκιώδη βασίλειά του και όλα όσα υπάρχουν μέσα του και παραμένουν ξένα προς τις επιθυμίες μας για κατοχή. Αυτή η ευγνωμοσύνη που απευθύνεται στην άρνηση είναι η ίδια η ουσία του ανώτερου ερωτισμού, καθώς αναγνωρίζει ότι ακριβώς χάρη σε αυτήν την άρνηση ο σύντροφος παραμένει μια ανεξάντλητη πηγή επιθυμίας. Η χαρούμενη αποδοχή ότι ο άλλος δεν θα είναι ποτέ δικός μας είναι η χειρονομία που απελευθερώνει την αγάπη από τις αλυσίδες της παιδικής εξάρτησης και την ανυψώνει σε μια ηρωική διάσταση, όπου η χαρά προκύπτει από την ενατένιση ενός μυστηρίου που δεν μπορεί να καταναλωθεί.

Το Amor Fati είναι μια «επιλογή του αναπόφευκτου». Στη νεωτερικότητα, είμαστε εμμονικοί με την ιδέα ότι η αγάπη είναι μια ορθολογική επιλογή, ένα συμβόλαιο που βασίζεται στη συμβατότητα. Αλλά από μια βαθύτερη οπτική γωνία, η συνάντηση με τον Άλλο είναι ένα πεπρωμένο που μας κατακλύζει, μια έκρηξη του αρχέτυπου που κατακλύζει τις άμυνες του εγώ. Το Amor Fati είναι η ικανότητα να επιλέγουμε τι μας έχει συμβεί, να μετατρέπουμε τη μοιραία επίδραση της επιθυμίας σε ένα λειτούργημα. Με αυτή την έννοια, ο ερωτικός αγώνας δεν είναι κάτι που υπομένουμε, αλλά ένα έργο που αποφασίζουμε να σμιλεύσουμε μαζί με τον σύντροφό μας, αποδεχόμενοι τα θραύσματα μαρμάρου που πέφτουν και τις πληγές που απαιτεί το έργο. Το πεπρωμένο γίνεται δόξα όταν σταματάμε να αγωνιζόμαστε ενάντια στην αναπόφευκτη παραδοξότητα του άλλου και αρχίζουμε να αγωνιζόμαστε μαζί της, καθιστώντας την το βάθρο πάνω στο οποίο στηρίζεται ολόκληρη η αρχιτεκτονική της σχέσης . Τέλος, το Amor Fati αντικατοπτρίζεται στην έννοια του χρόνου μέσα στο ζευγάρι. Αν η κοινή επιθυμία αναζητά άμεση ικανοποίηση και την ασφάλεια του αύριο, το Amor Fati γιορτάζει το αιώνιο παρόν της σύγκρουσης και της γοητείας. Είναι η αποδοχή ότι κάθε στιγμή σύνθεσης είναι προσωρινή και ότι η άνοιξη της εφηβείας πρέπει να αναζωπυρώνεται συνεχώς μέσω της καταστροφής των παλιών μορφών. Αυτή η αγάπη του πεπρωμένου δεν φοβάται ούτε τη σκιά ούτε το τέλος, επειδή βλέπει σε κάθε κρίση έναν μικρό αλχημικό θάνατο απαραίτητο για μια νέα αναγέννηση. Η δόξα του ζευγαριού δεν έγκειται στη χρονολογική διάρκεια, αλλά στο οντολογικό βάθος με το οποίο μπόρεσαν να ζήσουν τη δική τους τραγωδία, μετατρέποντας τη συνύπαρξη σε μια λειτουργική πράξη όπου η αμοιβαία αποξένωση γιορτάζεται ως το πιο πολύτιμο δώρο.

Σε αυτό το φιλοσοφικό πλαίσιο, η αισθητική της σκιάς και της Ερωμαχίας βρίσκουν την ολοκλήρωσή τους. Δεν αναζητούμε πλέον μια αρμονία που είναι η απουσία σύγκρουσης, αλλά μια αρμονία που είναι η μουσική που παράγεται από τη σύγκρουση των διαφορών μας. Το Amor Fati είναι η μελωδία αυτής της σύγκρουσης, ένας ύμνος στη ζωή που δεν υποχωρεί μπροστά στην άβυσσο του άλλου, αλλά μάλλον την αντιμετωπίζει με ένα χαμόγελο, γνωρίζοντας ότι μόνο εκεί, ανάμεσα στους απόκρημνους βράχους δύο ψυχών που δεν θα παραδοθούν ποτέ η μία στην άλλη, ανθίζει το σπάνιο και άγριο λουλούδι του αυθεντικού Έρωτα. Είναι το ένδοξο πεπρωμένο να παραμείνουμε δύο για να συνεχίσουμε, αέναα, να αναζητούμε ο ένας τον άλλον.


Η ΜΥΣΤΙΚΗ ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ ΜΥΘΟΥ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΚΑΙ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ.

Η νέα Εκκλησία του Karl Rahner 4

 Συνέχεια από Δευτέρα 27. Απριλίου 2026


Η νέα Εκκλησία του Karl Rahner 4

Ο θεολόγος που δίδαξε την παράδοση στον κόσμο

Του Stefano Fontana, Εκδόσεις Fede & Cultura 2017

Η νέα ποιμαντική


Στις δυσκολίες της δογματικής αντιστοιχούν οι θρίαμβοι της ποιμαντικής. Η λεγόμενη ποιμαντική στροφή της θεολογίας είναι εξ ολοκλήρου ρανεριανή. Βρίσκεται εδώ και πολύ καιρό σε πλήρη εξέλιξη και έχει ήδη πάρει τον επικίνδυνο δρόμο της ποιμαντικής.

Η ποιμαντική είναι η ζωή-δράση της Εκκλησίας για τη σωτηρία των ψυχών. Είναι φανερό ότι χωρίς δογματική η ποιμαντική δεν ξέρει τι να κάνει και πού να πάει. Καθένας από εμάς, πριν ενεργήσει, σκέφτεται. Δεν αρκεί να πράττει κανείς· πρέπει να πράττει καλά και σύμφωνα με το σχέδιο του Θεού, και το σχέδιο του Θεού το φανερώνει η δογματική. Ο κλάδος που ασχολείται με την ποιμαντική ονομαζόταν θεολογία της ποιμαντικής. Σήμερα, αντίθετα, ονομάζεται ποιμαντική θεολογία, για να δηλωθεί ότι η ποιμαντική δεν είναι μόνο το αντικείμενο αλλά και το υποκείμενο, ισότιμα με τη δογματική. Η ποιμαντική πηγαίνει ακόμη παραπέρα, καθώς θεωρεί ότι η ποιμαντική είναι πηγή δογματικής, αντιστρέφοντας έτσι τους όρους της σχέσης. Σήμερα έχουμε πολλά παραδείγματα ανεστραμμένης Εκκλησίας: το ματζιστέριο που ακούει αντί να διδάσκει, η Εκκλησία που διδάσκεται και η οποία διδάσκει την Εκκλησία που διδάσκει, η ποιμαντική που θέλει να είναι πηγή δογματικής. Είναι αλήθεια ότι η πράξη προσφέρει μερικές φορές νέα στοιχεία για σκέψη· αλλά για να τα αποκτήσουμε και να τα κάνουμε δικά μας, πρέπει να τα αναλάβουμε μέσα στη σκέψη, δηλαδή μέσα στη δογματική.

Στην προοπτική του Karl Rahner, η ποιμαντική δεν μπορούσε να θεωρηθεί απλή συνέπεια της δογματικής. Πρώτα απ’ όλα, επειδή η ίδια η δογματική, όπως είδαμε, είχε εύθραυστη σύσταση, υποκείμενη καθώς είναι στην ερμηνεία των ερμηνειών και στις μεταβολές των καταστάσεων της ζωής. Δεύτερον, επειδή βαδίζοντας μαζί με τους άλλους φωτίζεται ο δρόμος· διανύοντας κοινά τμήματα πορείας μαθαίνονται νέες αλήθειες· ενεργώντας σκεφτόμαστε με νέες μορφές· συναντώντας τα πρόσωπα μέσα στον ζωτικό τους ιστό μπορούμε να πούμε ότι εγκαθιδρύουμε μαζί τους μια σχέση όχι κρίσης, αλλά γνώσης και αποδοχής. Μόνο αν δεν ξεκινά κανείς από τη δογματική μπορεί να εγκαθιδρύσει διάλογο με τους άλλους. Κρίμα όμως που, πράττοντας έτσι, δεν γνωρίζει κανείς καλά ούτε γιατί διαλέγεται ούτε ποια είναι τα κριτήρια για να καθοριστεί ποιος έχει δίκιο και ποιος άδικο ανάμεσα στους διαλεγόμενους. Αν η αλήθεια είναι ερμηνεία, πρέπει να ερμηνεύουμε μαζί· και ήδη το γεγονός του να συνερχόμαστε και να ερμηνεύουμε μαζί, μοιραζόμενοι την επισφάλειά μας ως ανθρώπινα όντα, είναι αλήθεια.

Από το Vaticano II έως τα πολλαπλά εθνικά ή περιφερειακά εκκλησιαστικά συνέδρια, ακούγεται πλέον συνήθως ότι το συνέρχεσθαι, νοούμενο ως συνοδικότητα, είναι καθαυτό ένα σημαντικό εκκλησιαστικό γεγονός, ανεξάρτητα από τα περιεχόμενα που διατυπώνονται μέσα σε αυτό. Στις ομάδες εργασίας του Convegno di Firenze του 2015 ακούστηκαν πολλές δογματικές ανοησίες, αλλά ο δηλωμένος σκοπός της συνάντησης ήταν άλλος: το συνέρχεσθαι. Το ίδιο, από άλλες απόψεις, μπορεί να ειπωθεί για το Sinodo sulla famiglia του 2014 και του 2015. Από εκείνο το συνέρχεσθαι προέκυψαν έγκυρες δογματικές και ποιμαντικές θέσεις, αλλά προέκυψαν επίσης και αποκαρδιωτικές δηλώσεις, τις οποίες θα ήταν καλύτερο οι πιστοί να μην είχαν ακούσει ποτέ από το στόμα ποιμένων. Είναι σαφές ότι το συνέρχεσθαι δεν μπορεί να είναι το ίδιο μια αλήθεια.

Η αλήθεια, λέγεται, δεν είναι μόνο θεωρητική αλλά και πρακτική και υπαρξιακή. Μοιραζόμενοι χαρές και λύπες στο ποιμαντικό επίπεδο, επίσης βαδίζουμε προς την αλήθεια. Η υποτίμηση της δογματικής, η οποία θεωρείται αφηρημένη, και η προτεραιότητα της ποιμαντικής έναντι της δογματικής είναι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Αλλά η δογματική δεν είναι αφηρημένη: είναι φως και ζωή για την Εκκλησία και για τον χριστιανό· η δογματική είναι ο Ιησούς Χριστός και οι θείες αλήθειες που εκείνος μας αποκάλυψε. Δεν μπορεί κανείς να είναι μαζί Του χωρίς την αλήθεια Του.

Από τους ποιμένες σήμερα δεν ζητείται πλέον τόσο η αυστηρότητα των δογματικών διδασκαλιών, ώστε να δείχνουν με σαφήνεια τον δρόμο που πρέπει να διανύσουν οι πιστοί.
Ζητείται να είναι ποιμένες κοντά στους ανθρώπους, να χαϊδεύουν τα παιδιά, να πηγαίνουν ανάμεσα στους εργάτες και να φορούν, όπως εκείνοι, το κράνος στο κεφάλι, να ζουν σε ένα δωμάτιο στο σεμινάριο και όχι στο επισκοπικό μέγαρο, να μην έχουν οδηγό αλλά να οδηγούν μόνοι τους το αυτοκίνητο.

Η λεγόμενη «ποιμαντική στροφή» της θεολογίας επικεντρώνεται στην ιδέα ότι ο στοχασμός πάνω στη δογματική, ξεκινώντας από τις ποιμαντικές ανάγκες, αποτελεί μέρος της ίδιας της δογματικής. Το σχήμα αναλαμβάνει τη ρανεριανή θεώρηση του ανθρώπου ως υποκειμενικά εμπλεκόμενου και δεσμευμένου στη γνώση του. Καταλαβαίνει κανείς τότε πώς αποτελούν μέρος της ποιμαντικής πολλές στάσεις που σήμερα είναι της μόδας, όπως, για παράδειγμα: να δίνεται προτεραιότητα στα ποιμαντικά σχέδια στις κοινωνιολογικές έρευνες και στις στατιστικές καταγραφές της «κατάστασης»· να γίνεται λόγος για μια «ηθική της κατάστασης», δηλαδή για την ιδέα σύμφωνα με την οποία οι ηθικές αρχές δεν είναι απόλυτες, αλλά πρέπει να αξιολογούνται με αφετηρία την κατάσταση της ζωής, αλλιώς θα ήταν αφηρημένες· να αποδίδεται η πρώτη θέση στο πώς μάλλον παρά στο τι, δηλαδή να επικεντρώνεται κανείς στο ύφος των σχέσεων περισσότερο παρά στα περιεχόμενα αλήθειας που βρίσκονται στη βάση τους· να τονίζεται το «να είμαστε μαζί» ή το «να κάνουμε κοινότητα» ως αξία καθαυτή· να γίνονται όλοι δεκτοί, λυγίζοντας τη διδασκαλία της ηθικής και της καθολικής δογματικής στην ανάγκη να μη νιώσουν άβολα· να τονίζεται ο πλούτος των διαφορών, λησμονώντας εκείνον της ενότητας, τόσο στο ανθρώπινο όσο και στο θρησκευτικό επίπεδο· να προχωρεί κανείς με τη μέθοδο της περίπτωσης προς περίπτωση.


Μια σημαντική όψη της νέας ποιμαντικής είναι το άνοιγμα της Εκκλησίας προς όλους και η συνεργασία με όλους. Ο Karl Rahner έλεγε ότι μια ενορία πρέπει να ανοιχτεί στους άθεους, στους πιστούς άλλων θρησκειών, στους αγνωστικιστές, στους λαϊκιστές και στους αντικληρικαλιστές. Μετά τη Σύνοδο για την Οικογένεια, η ενορία πρέπει να είναι ανοιχτή και στους διαζευγμένους που έχουν ξαναπαντρευτεί και στα ομοφυλόφιλα ζευγάρια. Μπορεί να αντιτείνει κανείς ότι η ενορία πρέπει να είναι ανοιχτή σε όλους, αλλά όχι ανοιχτή σε όλα. Αν βάζω να διαβάζει τα αναγνώσματα από τον άμβωνα ένας ομοφυλόφιλος που συζεί με σύντροφο, κινδυνεύω να δώσω την εντύπωση ότι αφήνω να μπουν τα πάντα.

Οι καθολικοί πρέπει να συνεργάζονται με όλους: ακόμη και με επαναστατικές ομάδες ή με πανθεϊστικές οικολογικές ενώσεις ή με όσους επιδιώκουν σκοπούς, έστω και καλούς, με τρόπους ηθικά απαράδεκτους. Έγκυρες καθολικές πηγές, πρόσφατα, επαίνεσαν τον Dario Fo, τον Marco Pannella, την Emma Bonino, τον Umberto Eco, τον Giorgio Napolitano και τον Eugenio Scalfari, και η CEI προσχώρησε σε μια πορεία που πρότειναν οι Radicali. Άλλωστε, αν η Εκκλησία δεν πρέπει πλέον να αντιμετωπίζει τον κόσμο, εφόσον η ίδια αποτελεί μέρος του, η συνεργασία με τον κόσμο επιβάλλεται ως αναγκαστική και οφειλόμενη, με κάθε κόστος.

Ολόκληρη η ζωή της Εκκλησίας είναι ποιμαντική. Δεν χρειάζεται να προσχωρήσει κανείς στην ποιμαντική για να το αναγνωρίσει αυτό. Ολόκληρη η ζωή της Εκκλησίας υπηρετεί τη σωτηρία των ψυχών και τη δόξα του Θεού, που είναι οι σκοποί της ποιμαντικής. Μόνο που κάθε όψη της ζωής της Εκκλησίας επιτελεί ποιμαντικό έργο αν παραμένει ο εαυτός της και αν δεν αποδίδει απόλυτη προτεραιότητα στην ποιμαντική. Η λειτουργία έχει και ποιμαντική λειτουργία, την οποία επιτελεί όμως παραμένοντας λειτουργία. Η ποιμαντική, αντίθετα, απαιτεί η λειτουργία να γίνει πρωτίστως ποιμαντική. Να λοιπόν οι πινακίδες, οι επεξηγηματικές λεζάντες, τα σημεία, ο εξωτερικός πρωταγωνισμός, οι δημιουργικές επινοήσεις, τα «καλησπέρα», οι παρεμβολές, τα χειροκροτήματα, οι ανθρώπινες αβρότητες, οι αμοιβαίες ευχαριστίες, οι μαρτυρίες από τον άμβωνα, η ατελείωτη ανταλλαγή του σημείου της ειρήνης μέχρι να καλύπτεται η προσκύνηση του Αμνού του Θεού, η κεντρικότητα της κοινότητας μάλλον παρά της Θυσίας του Χριστού, τα κοσμικά στοιχεία που γίνονται δεκτά μέσα στον χώρο του ιερού.

Οι δυσκολίες του φυσικού ηθικού νόμου


Στην προοπτική του Karl Rahner γίνεται δύσκολο να χρησιμοποιείται ακόμη ο όρος «φύση». Σύμφωνα με τον χαϊντεγκεριανό υπαρξισμό, ο άνθρωπος δεν έχει φύση, επειδή είναι ιστορικό ον. Αν ο Kant πίστευε ακόμη ότι ο άνθρωπος είχε φύση, αλλά ότι δεν ήταν δυνατόν να τη γνωρίσει, στον Hegel και σε όλες τις μορφές ιστορικισμού η φύση ταυτίζεται με την ιστορία. Ο άνθρωπος είναι κάθε φορά αυτό που η ιστορική του εποχή τον κάνει να είναι. Η συνείδησή του είναι πάντοτε κοινωνικό προϊόν. Ο Rahner, με τον δικό του τρόπο, τοποθετείται σε αυτή τη γραμμή και πιστεύει ότι, αν ο άνθρωπος ήταν φύση, δεν θα μπορούσε να σχεδιάζει τον εαυτό του και δεν θα μπορούσε να έχει ευθύνη για τον εαυτό του, δηλαδή να είναι πρόσωπο. Ο άνθρωπος σχεδιάζει τον εαυτό του μέσα σε ένα περιστασιακό πλαίσιο που τον εμποδίζει να γνωρίσει οποιαδήποτε φύση. Ο άνθρωπος είναι προβολή/πρόταγμα του εαυτού του και ιστορική προσαρμοστικότητα.

Μπορεί κανείς να μιλήσει για «φύση» αν πιστεύει ότι το είναι έχει μια δομή την οποία η λογική μπορεί να γνωρίσει. Αλλά αν το Είναι είναι ο χρόνος, δηλαδή η ρευστότητα των υπαρξιακών καταστάσεων, τότε η πραγματικότητα δεν έχει τη μορφή ενός δομημένου είναι, αλλά εκείνη μιας κατάστασης σε αδιάκοπη γένεση μέσα στο σύνολο των σχέσεων με τα πράγματα και με τους άλλους ανθρώπους.

Η καθολική θεολογία μιλούσε πάντοτε για φυσικό δίκαιο και για φυσικό ηθικό νόμο. Ο χριστιανισμός δεν είναι ηθική, αλλά φέρει μέσα του, σιωπηρά, και μια φυσική ηθική, δεδομένου ότι ο Θεός που σώζει εν Ιησού Χριστώ είναι επίσης ο Θεός που, πάντοτε εν Χριστώ, δημιούργησε τον κόσμο και τον άνθρωπο. Η Κοινωνική Διδασκαλία της Εκκλησίας υποστήριζε πάντοτε ότι απορρέει από το Ευαγγέλιο και από το φυσικό δίκαιο. Το να κρατά κανείς αυτό σταθερό σημαίνει να διατηρεί τη σχέση ανάμεσα στη λογική και την πίστη και να μπορεί να μιλά τη γλώσσα όλων των ανθρώπων. Ο νέος νόμος της Επί του Όρους Ομιλίας δεν καταργεί, αλλά ανυψώνει και καθαίρει τις ηθικές αρχές του φυσικού ηθικού νόμου, του οποίου η ύπαρξη βεβαιώνεται από την αποκάλυψη και, επομένως, από την Κατήχηση. Λέξεις όπως «φύση», «ουσία», «υπόσταση» τείνουν σήμερα να λέγεται ότι δεν είναι πλέον κατανοητές. Αυτό όμως συμβαίνει επειδή, στο μεταξύ, νέες φιλοσοφίες άλλαξαν τον τρόπο σκέψης των ανθρώπων. Πρώτα αλλάζουν τα νοητικά χαρακτηριστικά και έπειτα λένε ότι ορισμένες έννοιες δεν ισχύουν πια.

Αν υπερβεί κανείς την έννοια της φύσης, γίνεται αδύνατη και η έννοια της υπερφύσης, καθώς και το θεολογικό σχήμα σύμφωνα με το οποίο η υπερφύση δεν καταργεί αλλά ανυψώνει και τελειοποιεί τη φύση: Gratia naturam non tollit sed perficit (Η χάρη δεν καταργεί τη φύση, αλλά την τελειοποιεί). Αυτή η αρχή, από ρανεριανή άποψη, δεν είναι αποδεκτή. Πρώτα απ’ όλα, επειδή η έννοια της φύσης έχει ξεπεραστεί. Δεύτερον, επειδή θα έδινε στη φύση έναν αδρανή και υποταγμένο ρόλο. Τρίτον, επειδή η δική του αντίληψη της υπερβατικότητας, όπως ήδη είδαμε, είναι διαφορετική. Είναι έννοια υπαρξιακή και όχι μεταφυσική. Δεν υπάρχουν δύο επίπεδα, φύση και υπερφύση, αλλά ένα και μόνο επίπεδο, εκείνο της ιστορίας, που είναι συγχρόνως ιερή ιστορία και κοσμική ιστορία. Υπάρχει μία και μόνη ιστορία της σωτηρίας.

Τώρα, ότι η χριστιανική κλήση είναι μία, δηλαδή για αυτή τη ζωή και για την άλλη, είναι αληθές. Αλλά ότι ανάμεσα σε αυτή τη ζωή και στην άλλη δεν υπάρχει μεταφυσικό άλμα ανάμεσα στην ιστορία και την αιωνιότητα, αυτό δεν είναι αληθές. Διαφορετικά διατρέχει κανείς τον κίνδυνο να θεωρήσει την άλλη ζωή ως εξελικτική έκβαση αυτής της ζωής και να θεωρήσει ιστορική ακόμη και τη μελλοντική ζωή. Και πράγματι ο Rahner δεν φοβάται να πει ότι και ο Θεός γνωρίζει την ιστορία, ότι και ο Θεός αλλάζει, ότι και ο Θεός πάσχει.

Αυτό φάνηκε πρόσφατα καθαρά στη συζήτηση για τον γάμο κατά την έκτακτη και την τακτική Σύνοδο του 2014 και του 2015. Πολλοί συνοδικοί Πατέρες δεν αποδέχθηκαν πλέον το σχήμα σύμφωνα με το οποίο ο Χριστός ανύψωσε τον γάμο από το φυσικό επίπεδο στο μυστηριακό· σχήμα που, κατά βάθος, ήταν εκείνο που ακολουθούσε πάντοτε μέχρι τώρα η Εκκλησία και που ανάγεται στην προαναφερθείσα αρχή Gratia naturam non tollit sed perficit.

Η πραγματικότητα του γάμου παρουσιάστηκε, αντίθετα, ως ένα ιδεώδες προς το οποίο πρέπει να τείνει κανείς, γνωρίζοντας όμως ότι οι προσπάθειες για να φτάσει εκεί μπορεί να είναι εύθραυστες, με ζευγάρια που σταματούν σε κάποια φάση της πορείας. Αν ένα ετερόφυλο ζευγάρι συζεί, η κατάσταση πρέπει να θεωρηθεί ως ένα σκαλοπάτι στην άνοδο προς την πληρότητα του γάμου. Δεν μπορεί πλέον να ειπωθεί ότι, εφόσον εδώ λείπει το στοιχείο της φυσικής εγκυρότητας, υπάρχει και αμαρτία· η αμαρτία όμως δεν είναι κατώτερο σκαλοπάτι προς το ιδεώδες της σωτηρίας, αλλά βρίσκεται έξω από την πορεία προς τη σωτηρία και μέσα στην πορεία της απώλειας.

Παλαιότερα θεωρούνταν πάντοτε ότι, χωρίς σεβασμό στον φυσικό νόμο της δημιουργίας, δεν μπορούσε κανείς να ανέβει στον υπερφυσικό. Διότι αυτός την τελειοποιεί, αλλά ακριβώς για να την τελειοποιήσει δεν μπορεί να κάνει χωρίς αυτήν. Άλλωστε, ο νόμος της φύσης προέρχεται από τον ίδιο Θεό που σώζει, και η δημιουργία βρίσκεται ήδη μέσα στην οικονομία της σωτηρίας.

Τώρα, αντίθετα, θεωρείται ότι μπορεί κανείς να συζεί χωρίς να είναι παντρεμένος, να συζεί μετά από διαζύγιο ή ακόμη και να ζει μια ομοφυλοφιλική σχέση και να συνεχίζει την πορεία της σωτηρίας, η οποία σε αυτές τις μορφές θα βρισκόταν απλώς στα πρώτα της στάδια. Η συμβίωση ή η μοιχεία ως στάδια προετοιμασίας για τον γάμο. Εδώ βλέπει κανείς ότι η παραδοσιακή σχέση ανάμεσα στη φύση και την υπερφύση αποσπάται βίαια.


Καλοί Σαμαρείτες με τύψεις

Αφού εξαλειφθούν το φυσικό δίκαιο και ο φυσικός ηθικός νόμος και σπάσει η σχέση ανάμεσα στην πίστη και τη λογική, η Εκκλησία δεν έχει πλέον κανένα δικαίωμα να λέει τη γνώμη της για τη συγκρότηση της κοινωνίας και για την πολιτική. Πολύ λιγότερο έχει το δικαίωμα να υποστηρίζει ότι η εξουσία προέρχεται από τον Θεό ή ότι ακόμη και ο Καίσαρας, στον οποίο πρέπει να αποδίδεται το «δικό του», παραμένει πάντοτε οφειλέτης απέναντι στον Θεό και πρέπει και αυτός να αποδίδει στον Θεό ό,τι Του ανήκει. Αν, αντίθετα, αυτές οι υποχρεώσεις παραμένουν χωρίς να περνούν μέσα από το φυσικό δίκαιο, τότε πέφτουμε σε έναν νέο κληρικαλισμό και σε έναν νέο φονταμενταλισμό. Πιστεύω ότι η νέα ποιμαντική που ανάγεται στη θεολογία του Karl Rahner οδηγεί ακριβώς εκεί.

Ο Enzo Bianchi υποστήριξε ότι ο Ιησούς Χριστός δεν είπε ποτέ τίποτε για την ομοφυλοφιλία, άρα ας είμαστε προσεκτικοί με τις καταδίκες. Αλλά ο Θεός της Γένεσης, που έκανε τον άνθρωπο άνδρα και γυναίκα, είπε πολλά για την ομοφυλοφιλία. Αν εγκαταλείψει κανείς αυτή την τελευταία αρχή, το Ευαγγέλιο είτε δεν λέει τίποτε για το κοινό καλό και για τη δίκαιη τάξη της κοινωνίας είτε προτείνει άμεσα μορφές άμεσης δράσης, που δεν περνούν από τη νομιμοποίηση του φυσικού δικαίου, καλώντας απευθείας όλους τους πιστούς να είναι κοινωνικά και πολιτικά υποκείμενα με το βιβλιαράκι του Ευαγγελίου στο χέρι, αλλά χωρίς κριτήρια φυσικής αλήθειας. Και αυτό είναι ένας νέος φονταμενταλισμός.

Αν οι καθολικοί πιστοί βρίσκονται μέσα στον κόσμο, αν δεν φέρνουν μια δική τους διδασκαλία αλλά μαθαίνουν μαζί με τους άλλους διανύοντας κοινά τμήματα δρόμου, αν συνοδεύουν χωρίς να έχουν πλέον την αξίωση να καθοδηγούν, αν ακούνε όλους χωρίς να καταδικάζουν και να κρίνουν, αν ο Θεός μας μιλά μέσα στην ύπαρξη και μέσω της ύπαρξης, αν ο Θεός δεν είναι κλεισμένος στις αξιώσεις της Εκκλησίας αλλά βρίσκεται στον κόσμο, αν ο κόσμος δεν προσφέρεται να γνωριστεί από τη λογική στις βασικές του δομές, τότε όλοι βρίσκονται απευθείας στο μέτωπο, στην πρώτη γραμμή, για να μαρτυρήσουν το Ευαγγέλιο στη ζωή. Το κάνουν όμως χωρίς μια αλήθεια προς αναγγελία. Το κάνουν με τρόπο απολύτως λαϊκό και ανθρώπινο, ακριβώς υπαρξιακό. Είναι σαν να βλέπαμε να περνά μπροστά μας ένα τεράστιο ρεύμα ανθρώπων και εμείς, χωρίς να ξέρουμε πού πηγαίνουν και χωρίς να έχουμε τίποτε να τους προτείνουμε, να μπαίναμε στο ρεύμα και να αρχίζαμε να υφαίνουμε σχέσεις με όποιον βρίσκεται κοντά μας, με την ελπίδα ότι, με αυτόν τον τρόπο, θα καταλάβουμε καλύτερα τι πρέπει να κάνουμε. Αλλά ένα από τα δύο συμβαίνει: είτε το Ευαγγέλιο γίνεται ασήμαντο είτε το Ευαγγέλιο λύνει άμεσα όλα τα προβλήματα. Και τα δύο δεν είναι σωστά.

Με αυτόν τον τρόπο καταρρέει η δέσμευση των καθολικών για τη συγκρότηση της κοινωνίας στις δομές, στους θεσμούς και στους νόμους της. Αντίθετα, υπερισχύει η ώθηση προς τη σύντομη και άμεση φιλανθρωπία, η αντιμετώπιση των αναγκών, η απάντηση στις φτώχειες και στις κοινωνιολογικές έκτακτες καταστάσεις, ο εθελοντισμός. Αν βοηθά κανείς τις οικογένειες που βρίσκονται σε δυσκολία, επαινείται· αν αγωνίζεται εναντίον νόμων αντι-οικογενειακών, υβρίζεται ως βίαιος που θέλει επιδείξεις δύναμης. Θα αρκούσαν λίγοι άνθρωποι για να εμποδίσουν την εκπαίδευση gender στα δημόσια σχολεία, ενεργώντας, για παράδειγμα, πάνω στα διαδικαστικά σφάλματα των δημόσιων υπηρεσιών, αλλά αυτό θεωρείται επίδειξη δύναμης που δεν ταιριάζει στον καθολικό. Εκείνος θα έπρεπε μόνο να αφιερώνεται στο να μαζεύει φιλανθρωπικά τα κομμάτια μιας διαλυμένης κοινωνίας, χωρίς όμως να δεσμεύεται να την οικοδομήσει καλύτερα. Αν το έκανε, θα ήταν σαν να μετέτρεπε το Ευαγγέλιο σε ιδεολογία.

Η αλήθεια είναι, αντίθετα, το αντίθετο: αφού εξαλειφθεί η τάξη της κοινωνίας που πρέπει να οικοδομηθεί σύμφωνα με το φυσικό δίκαιο, οι καθολικοί γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης από όλους στο επίπεδο της λειτουργίας των θεσμών και των νόμων, και αυταπατώνται ότι αρκεί έπειτα να γίνονται καλοί Σαμαρείτες ή νοσοκόμοι σε ένα νοσοκομείο εκστρατείας για να εξαλειφθούν οι τύψεις.

Αυτό είναι ένας νέος κληρικαλισμός. Πράγματι, αφήνοντας να μας χρησιμοποιούν οι άλλοι, συμβάλλουμε, υπό την άμεση καθοδήγηση της ιεραρχίας, στην οικοδόμηση —έστω και στρεβλή— της κοινωνίας· και παρεμβαίνοντας, πάντα υπό την άμεση καθοδήγηση της ιεραρχίας, για να θεραπεύσουμε τις πληγές μόνο με έργα φιλανθρωπίας, χωρίς μια φυσική, δηλαδή λαϊκή, αλήθεια να μας καθοδηγεί, νομίζουμε ότι πολιτικά το Ευαγγέλιο είναι «αντιγραφή και επικόλληση». «Αρκεί το Ευαγγέλιο», έλεγαν πάντοτε οι ρανεριανοί καθολικοί, νομιμοποιώντας έτσι την πολιτική τους παρουσία σε κόμματα καταστροφικά όχι μόνο για τον χριστιανισμό, αλλά και για το φυσικό δίκαιο. Ήταν οι θιασώτες της διαμεσολάβησης, αλλά εξάλειψαν κάθε διαμεσολάβηση, την οποία μέχρι τότε παρείχε η φυσική λογική. Ο Benedetto XVI στο Βερολίνο είχε πει ότι ο χριστιανισμός ποτέ δεν αξίωσε να σχετίζεται άμεσα με την πολιτική, αλλά περνούσε πάντοτε μέσα από το φυσικό δίκαιο. Τώρα που αφαιρέθηκε το φυσικό δίκαιο, το Ευαγγέλιο σχετίζεται άμεσα με την πολιτική... των άλλων όμως.

Συνεχίζεται με: Αντίο στην Κοινωνική Διδασκαλία της Εκκλησίας