Συνέχεια από Πέμπτη 23. Απριλίου 2026
Ο θεολόγος που δίδαξε την παράδοση στον κόσμο
Του Stefano Fontana, Εκδόσεις Fede & Cultura 2017
Προτεσταντική φιλοσοφία και καθολική θεολογία
Τόσο ο Kant όσο και ο Hegel ήταν λουθηρανοί. Όχι μόνο θρησκευτικά αλλά και φιλοσοφικά. Ο Rahner, αντίθετα, θεωρείται καθολικός θεολόγος. Μέσω της επιρροής του Kant και του Hegel στον Rahner, ο προτεσταντισμός επηρεάζει τον καθολικισμό και μεταβάλλει τα χαρακτηριστικά του. Ιδίως σε ένα σημείο: στον διαχωρισμό —και όχι απλώς στη διάκριση— μεταξύ λόγου και πίστης και μεταξύ λόγου και ηθικής.
Για τον Kant δεν υπάρχουν ορθολογικά επιχειρήματα για να θεμελιωθεί ο ηθικός νόμος ούτε για να γνωσθεί η ύπαρξη του Θεού. Στον Kant η ηθική και η θρησκεία παραμένουν χωρίς γνωσιολογικό θεμέλιο, κάτι που είναι πλήρως προτεσταντικού τύπου.
Ο Hegel, ενοποιώντας το είναι και τη σκέψη, καθιστά τον Θεό —τον οποίο ο ίδιος ονόμαζε φιλοσοφικά Πνεύμα— την ίδια την Ιστορία, με κεφαλαίο γράμμα, έτσι ώστε ούτε η ηθική ούτε η θρησκεία να έχουν ανάγκη από επιχειρήματα και θεμελιώσεις. Αυτές, αν μπορούμε να το πούμε έτσι, επιβάλλονται μέσω της λογικότητας που είναι εμμενής στην Ιστορία, η οποία για τον Hegel έχει πάντοτε δίκιο. Ό,τι συμβαίνει είναι ηθικό και ταυτόχρονα θρησκευτικό, ακόμη και το κακό, το οποίο έχει τη δική του λειτουργία στην ανάπτυξη του όλου, στο μέτρο που θέτει σε κίνηση την αλλαγή, που συνίσταται σε μια συνεχή υπέρβαση των αντιφάσεων και των αρνήσεων. Σε όλα όσα συμβαίνουν, τόσο το Αγαθό όσο και ο Θεός είναι πάντοτε πλήρως παρόντα.
Το στοιχείο που ενοποιεί όλους αυτούς τους στοχαστές, συμπεριλαμβανομένου και του Rahner, και που εκφράζει την προτεσταντική τοποθέτηση του διαχωρισμού μεταξύ λόγου και πίστης, είναι η αποδοχή εκ μέρους τους του νεότερου υπερβατολογικού (trascendentale moderno). Με τον όρο «νεότερο υπερβατολογικό» εννοείται η ιδέα ότι ο άνθρωπος δεν έχει άμεση πρόσβαση στο είναι, αλλά σχετίζεται πάντοτε με αυτό ξεκινώντας από κάτι που βρίσκεται «πίσω» του, που προηγείται της εμπειρίας και την καθιστά δυνατή, ενώ ταυτόχρονα την καθορίζει και την ιστορικοποιεί.
Για τον Kant το νεότερο υπερβατολογικό δίνεται από τις κατηγορίες του νου· για τον Hegel από την ιστορία, μέσα στο σύστημα της οποίας είμαστε ουσιωδώς ενταγμένοι· για τον Heidegger από τα υπαρξιακά υπερβατολογικά, δηλαδή τις υπαρξιακές καταστάσεις μέσα στις οποίες κάθε άνθρωπος τοποθετεί το σχέδιο του εαυτού του· στον Rahner από την «κλειδαρότρυπα».
Το κεντρικό σημείο στη φιλοσοφία του είναι η αρχή του Heidegger, σύμφωνα με την οποία ο άνθρωπος, που αναρωτιέται τι είναι το είναι, βρίσκεται μέσα στο ίδιο το πρόβλημα και επομένως δεν υπάρχει γνώση αντικειμένου που να μην είναι ταυτόχρονα και υποκειμενική, δηλαδή εμπλοκή των τάσεων που υπάρχουν εκ των προτέρων στο ίδιο το υποκείμενο.
Τίθεται το ερώτημα: το νεότερο υπερβατολογικό εμποδίζει και τη γνώση ενός υπερβατικού απολύτου; Η αξίωση της λογικής να έχει πρόσβαση στο υπερβατικό είναι χαρακτηριστικό της καθολικής θεολογίας. Το νεότερο υπερβατολογικό λέει ότι ο άνθρωπος είναι πάντοτε κλεισμένος μέσα σε μια δική του προ-κατανόηση, άρα στην εμμένεια.
Αν μπορώ να γνωρίσω μόνο τα φαινόμενα και όχι το υπερβατικό τους θεμέλιο (Kant), αν μπορώ να γνωρίσω μόνο τα ιστορικά γεγονότα και το θεμέλιό τους δεν είναι υπερβατικό αλλά εμμενές σε αυτά (Hegel), αν μπορώ να γνωρίσω μόνο την πεπερασμένη ύπαρξή μου από το εσωτερικό της ίδιας της πεπερασμένης ύπαρξής μου (Heidegger), τότε είμαι ανίκανος να προσεγγίσω με τον νου μου την υπέρβαση, δηλαδή το έσχατο θεμέλιο των πραγμάτων.
Η Προτεσταντική Μεταρρύθμιση έκλεισε ασφαλώς τις θύρες στη λογική ως προς τη βούλησή της να γνωρίσει το υπερβατικό και το απόλυτο. Έριξε τη λογική μέσα στην εμμένεια των ίδιων της των ελαττωμάτων, στερώντας της το φως που μπορεί να της έρθει από την αποκάλυψη και την πίστη. Η λογική εγκαταλείπεται στον εαυτό της και είναι καταδικασμένη να εκφυλιστεί, βεβαρημένη από την αμαρτία και τη φυσική κακία. Δεν υπάρχει μια φυσική λογική που να μπορεί να γίνει αλφάβητο και σύνταξη και των αληθειών της πίστης. Η πίστη μιλά σε όλους, αλλά όχι μέσω ορθολογικών κατηγοριών. Η αλήθεια της πίστης και η αλήθεια της λογικής έρχονται σε αντίθεση μεταξύ τους.
Ο μεγάλος θεολόγος της Μεταρρύθμισης Karl Barth συγκαταλέγεται μεταξύ των πλέον συνεπών και απαιτητικών υπερασπιστών αυτής της διάκρισης. Έτσι, το ζήτημα καθίσταται σοβαρό. Αν ο Rahner υιοθετεί τη φιλοσοφία της Μεταρρύθμισης και αν αυτή εμπεριέχει τον διαχωρισμό μεταξύ λόγου και πίστης, τότε τίθεται το πρόβλημα κατά πόσο αυτό είναι συμβατό με την καθολική θεολογία.
Στον οικουμενικό διάλογο, του οποίου ο Rahner —όπως θα ειπωθεί— υπήρξε πρωτεργάτης και υπέρμαχος, δεν εξετάζονται ποτέ οι αμοιβαίες φιλοσοφικές αντιλήψεις που απορρέουν από τη διαφορετική πίστη, οι οποίες όμως επηρεάζουν και τις θεολογικές προσεγγίσεις.
Ο Θεός και η κλειδαρότρυπα
Σύμφωνα με τον Rahner, ο Θεός αποκαλύπτεται στο σκοτάδι που προηγείται και περιβάλλει την κλειδαρότρυπα. Εκεί γίνεται η εμπειρία της υπέρβασης. Στην αθεματική υπερβατολογική εμπειρία υπάρχει ήδη μια γνώση, επίσης αθεματική, του Θεού. Η πίστη είναι μια ιστορική υπαρξιακή εμπειρία αυτού που την καθιστά δυνατή εκ των προτέρων, μεταξύ των οποίων είναι και ο Θεός.
Η παρουσία του Θεού, στο μέτρο που προηγείται της κλειδαρότρυπας, συνίσταται στο άνοιγμα του ανθρώπου προς το είναι εν γένει. Τι είναι αυτό που κάνει ώστε τα πράγματα που βλέπουμε μέσα από την κλειδαρότρυπα να μη θεωρούνται από εμάς το είναι εν γένει; Τι είναι αυτό που μας προβάλλει πέρα από αυτά τα πράγματα, χωρίς ποτέ να μας χορταίνουν; Είναι ακριβώς η εκ των προτέρων διάσταση, η οποία, όντας αθεματική, δεν συνδέεται με κανένα πράγμα που παρουσιάζεται πέρα από την κλειδαρότρυπα.
Αυτή καθιστά δυνατή εκείνη τη γνώση, διότι καθιστά δυνατή την ίδια την κλειδαρότρυπα ως σημείο θέασης, και είναι πάντοτε αυτή που την καθιστά ανεπαρκή και μη οριστική. Αυτό το άνοιγμα προς το είναι εν γένει, στο οποίο συνίσταται η προοπτική του Θεού παρούσα από την πλευρά «εντός» της κλειδαρότρυπας, θεμελιώνεται με τη σειρά του στην ερωτησιμότητα: ο άνθρωπος βρίσκεται πάντοτε μέσα σε ένα πλαίσιο, αλλά βρίσκεται σε αυτό με την ικανότητα να το θέτει υπό ερώτηση, να διατυπώνει ερωτήματα γι’ αυτό.
Η υπέρβαση του Θεού εκφράζεται στο μέλλον, στο να πηγαίνει κανείς πέρα από τα επιμέρους πράγματα και, κυρίως, στο να θέτει ερωτήματα και όχι στο να δίνει απαντήσεις. Σε αυτό συνίσταται η υπέρβαση, η οποία συμπίπτει με την υπερβατολογική διάσταση. Ο Θεός δεν μπορεί να είναι ένα πράγμα — όσο μεγάλο κι αν είναι — ανάμεσα στα πράγματα, δεν μπορεί να καταστεί αντικείμενο της γνώσης μας σαν να βρισκόταν «πέρα» από την κλειδαρότρυπα. Όπως ένα ντουλάπι, ή ο φίλος μου Gianni, ή το αυτοκίνητό μου.
Ο Θεός δεν είναι αντικείμενο, δεν είναι θέμα ενός ευρετηρίου. Είναι μάλλον εκείνο που καθιστά δυνατά τα πάντα.
Για να εκφραστεί αυτό λέγεται ότι ο Θεός είναι υπερβατικός. Με αυτή την έκφραση συνήθως εννοείται ότι ο Θεός ανήκει σε ένα επίπεδο του είναι που υπερβαίνει αυτό το πεπερασμένο επίπεδο. Σύμφωνα με τον Rahner, όμως, με αυτόν τον τρόπο ο Θεός καθίσταται αντικείμενο της γνώσης μας και συνεπώς ανάγεται σε πράγμα. Η μεταφυσική αξίωσε να αποδείξει την ύπαρξή του και ακόμη και να πει κάτι για την ουσία του: ότι είναι ένας, ότι είναι άπειρος, ότι είναι παντοδύναμος κ.ο.κ.
Ο Rahner κατανοεί την υπέρβαση του Θεού με διαφορετικό τρόπο, σε υπαρξιακή και ιστορική έννοια: ο Θεός είναι ο ορίζοντας που μας προηγείται και που μας επιτρέπει να γνωρίζουμε όλα τα υπόλοιπα χωρίς ο ίδιος να είναι γνωρίσιμος. Αν αποσπούσαμε το βλέμμα από την κλειδαρότρυπα και κοιτάζαμε προς τα πίσω — πράγμα αδύνατο, όπως έχει ήδη ειπωθεί, διότι θα σήμαινε απο-συγκειμενοποίηση από την ιστορική μας κατάσταση — θα βλέπαμε μόνο το σκοτάδι, το οποίο για τον Rahner είναι το Μυστήριο.
Η εμπειρία της υπέρβασης γίνεται μέσα στην ύπαρξη και μέσω αυτής, διότι εκεί ο Θεός αυτο-κοινοποιείται. Η αποκάλυψη είναι μια ιστορική διαδικασία. Ο άνθρωπος βρίσκεται μέσα στην ιστορία σαν στο σπίτι του, δεν έχει «πέσει» σε αυτήν. Η ιστορία της σωτηρίας συμπίπτει με την ιστορία της ανθρωπότητας και επομένως δεν υπάρχει διάκριση μεταξύ κοσμικής και ιερής ιστορίας.
Ο Θεός δεν μας μιλά άμεσα, δίνοντάς μας εννοιολογικές αλήθειες ή εντολές, αλλά μέσω ιστορικών γεγονότων. Μπορούμε να πούμε: μέσω του κόσμου. Ο Θεός αποκαλύπτεται στον κόσμο και στην ιστορία, αποκαλύπτεται στην ανθρώπινη ύπαρξη. Είναι λανθασμένο να θεωρείται η αποκάλυψη ως ένας Λόγος που διέσχισε την ιστορία και μας προσφέρεται ως αμετάβλητος και αιώνιος.
Για τον Rahner η αποκάλυψη είναι μια διαδικασία στην οποία η σχέση με τον λόγο του Θεού είναι πάντοτε έμμεση. Αν θέλω να γνωρίσω τι θέλει ο Θεός από εμένα, πρέπει να κοιτάξω όχι τον Θεό αλλά τον πλησίον. Αν θέλω να ακούσω τη φωνή του, πρέπει να θέσω τον εαυτό μου σε ακρόαση των ιστορικών γεγονότων, των όσων συμβαίνουν στην ανθρωπότητα της εποχής μου, διότι εκεί μου μιλά ο Θεός, καθιστώντας τα δυνατά έμμεσα, ως ορίζοντας που προηγείται των πάντων.
Ο Θεός αποκαλύπτεται λοιπόν παντού και σε όλους. Όχι μόνο στην εκκλησία ή σε ένα μοναστηριακό κελί και όχι μόνο στους βαπτισμένους πιστούς της Καθολικής Εκκλησίας. Η αποκάλυψή του λαμβάνει χώρα πριν από τη θρησκευτική επιλογή αυτής ή εκείνης της θρησκείας και ακόμη και πριν από την αθεϊστική επιλογή. Αυτές οι μορφές αφορούν ό,τι βρίσκεται πέρα από την κλειδαρότρυπα και μπορεί να θεματοποιηθεί, και όχι αυτό που προηγείται ως αθεματικό. Με αυτή την έννοια μπορεί να ειπωθεί ότι η χριστιανική αποκάλυψη είναι α-θρησκευτική.
Ο Λόγος και η Σιωπή
Το Ευαγγέλιο του Αγίου Ιωάννη αρχίζει λέγοντας ότι ο Χριστός είναι ο Λόγος του Θεού και ότι μέσω Αυτού έγιναν τα πάντα. Ο Θεός αποκαλύφθηκε μιλώντας. Αρχικά με τη δημιουργία, κάνοντας τα πράγματα σύμφωνα με την Αλήθεια και όχι τυχαία, και τελικά στον Ιησού από τη Ναζαρέτ, τον Λόγο που ήταν προς τον Θεό και ήταν Θεός. Στην Εκκλησία παραδόθηκε η ζωντανή μνήμη αυτής της Αποκάλυψης, την οποία μεταδίδει μέσα στους αιώνες με τον λόγο της και με τη ζωή της.
Είμαστε τόσο συνηθισμένοι να μιλούμε για τον Κύριο ως Λόγο του Θεού, ώστε δυσκολευόμαστε να κατανοήσουμε πώς, για τον Rahner, Εκείνος είναι η Σιωπή, η άβυσσος, το σκότος, το απρόσιτο φως. Μπορεί κανείς να προσπαθήσει να το καταλάβει επιστρέφοντας στην εικόνα της κλειδαρότρυπας. Οι λέξεις βρίσκονται μόνο πέρα από την κλειδαρότρυπα, λέξεις ανθρώπινες δεμένες με ανθρώπινες ανάγκες. Από την πλευρά «εντός» δεν υπάρχουν λέξεις, αλλά ακριβώς εκεί ενεργεί ο Κύριος.
Εκείνος είναι η Σιωπή και, αν θέλουμε να Τον ακούσουμε, πρέπει να στραφούμε στην ακρόαση των ανθρώπινων λόγων, τους οποίους μόνο το υπόβαθρο εκείνης της Σιωπής καθιστά δυνατούς και ικανούς να σημαίνουν κάτι περισσότερο από τον εαυτό τους. Δεν μπορούμε να ακούσουμε παρά μόνο ανθρώπινους λόγους, αλλά μέσα σε αυτούς μπορούμε να γίνουμε και ακροατές του Λόγου. Αυτός, όπως μια Σιωπή, είναι πάντοτε απείρως μεγαλύτερος από τις ανθρώπινες λέξεις που Τον εκφράζουν, ακόμη και από τις λέξεις με τις οποίες η Εκκλησία —στις δογματικές της διατυπώσεις— Τον εκφράζει.
Το να λέγεται αυτό σημαίνει ότι ο Θεός φανερώνεται στον κόσμο και φανερώνεται σε όλους. Φανερώνεται στον κόσμο, διότι σε εμάς δίνεται να δούμε μόνο αυτόν. Φανερώνεται σε όλους, διότι η διάσταση που βρίσκεται «εντός» της κλειδαρότρυπας είναι ίδια για όλους τους ανθρώπους· μάλιστα, είναι ακριβώς αυτή που τους συγκροτεί ως τέτοιους.
Το ανθρώπινο πρόσωπο, πράγματι, κατά τον Rahner, είναι πρόσωπο επειδή είναι υπεύθυνο για τον εαυτό του, δηλαδή επειδή έχει επίγνωση ότι σε ό,τι γνωρίζει ή πράττει διακυβεύεται το ίδιο, αφού δεν είναι δυνατόν να γνωρίσει ή να πράξει τίποτε αφήνοντας έξω το υποκείμενο που γνωρίζει και ενεργεί. Το πρόσωπο αποτελεί μέρος του προβλήματος που θέτει ή της πράξης που αναλαμβάνει, και σε αυτή τη συνείδηση έγκειται το ότι είναι πρόσωπο, κάτι που καθίσταται δυνατό από αυτή την υπερβατολογική διάσταση στην οποία είναι παρών ο Θεός.
Το πρόσωπο δεν μπορεί ποτέ να κατέχει τον εαυτό του, υποστηρίζει ο Rahner, και γι’ αυτό είναι ελεύθερο. Αυτή η ελευθερία του εγγυάται από τον Θεό: αν μπορούσε να κατέχει τον εαυτό του, θα βρισκόταν «πέρα» από την κλειδαρότρυπα όπως όλα τα άλλα πράγματα, αλλά τότε δεν θα ήταν πλέον ελεύθερο. Αντίθετα, είναι ελεύθερο επειδή ο Θεός το συγκροτεί με το σκοτάδι και τη σιωπή Του.
Η θεολογική στροφή του Karl Rahner έχει ονομαστεί «ανθρωπολογική στροφή», δηλαδή θέτει στο κέντρο τον άνθρωπο. Ο Θεός αποκαλύπτεται σε όλους και προσφέρει τη σωτηρία Του σε όλους. Ο Θεός αποκαλύπτεται στον κοσμικό κόσμο, στα ανθρώπινα γεγονότα. Αν θέλω να δω τον Θεό, πρέπει να κοιτάξω τον άνθρωπο. Είναι μέσα στην ακρόαση της ύπαρξής μας που μπορούμε να γίνουμε Ακροατές του Λόγου.
Συνεχίζεται
Για να εκφραστεί αυτό λέγεται ότι ο Θεός είναι υπερβατικός. Με αυτή την έκφραση συνήθως εννοείται ότι ο Θεός ανήκει σε ένα επίπεδο του είναι που υπερβαίνει αυτό το πεπερασμένο επίπεδο. Σύμφωνα με τον Rahner, όμως, με αυτόν τον τρόπο ο Θεός καθίσταται αντικείμενο της γνώσης μας και συνεπώς ανάγεται σε πράγμα. Η μεταφυσική αξίωσε να αποδείξει την ύπαρξή του και ακόμη και να πει κάτι για την ουσία του: ότι είναι ένας, ότι είναι άπειρος, ότι είναι παντοδύναμος κ.ο.κ.
Ο Rahner κατανοεί την υπέρβαση του Θεού με διαφορετικό τρόπο, σε υπαρξιακή και ιστορική έννοια: ο Θεός είναι ο ορίζοντας που μας προηγείται και που μας επιτρέπει να γνωρίζουμε όλα τα υπόλοιπα χωρίς ο ίδιος να είναι γνωρίσιμος. Αν αποσπούσαμε το βλέμμα από την κλειδαρότρυπα και κοιτάζαμε προς τα πίσω — πράγμα αδύνατο, όπως έχει ήδη ειπωθεί, διότι θα σήμαινε απο-συγκειμενοποίηση από την ιστορική μας κατάσταση — θα βλέπαμε μόνο το σκοτάδι, το οποίο για τον Rahner είναι το Μυστήριο.
Η εμπειρία της υπέρβασης γίνεται μέσα στην ύπαρξη και μέσω αυτής, διότι εκεί ο Θεός αυτο-κοινοποιείται. Η αποκάλυψη είναι μια ιστορική διαδικασία. Ο άνθρωπος βρίσκεται μέσα στην ιστορία σαν στο σπίτι του, δεν έχει «πέσει» σε αυτήν. Η ιστορία της σωτηρίας συμπίπτει με την ιστορία της ανθρωπότητας και επομένως δεν υπάρχει διάκριση μεταξύ κοσμικής και ιερής ιστορίας.
Ο Θεός δεν μας μιλά άμεσα, δίνοντάς μας εννοιολογικές αλήθειες ή εντολές, αλλά μέσω ιστορικών γεγονότων. Μπορούμε να πούμε: μέσω του κόσμου. Ο Θεός αποκαλύπτεται στον κόσμο και στην ιστορία, αποκαλύπτεται στην ανθρώπινη ύπαρξη. Είναι λανθασμένο να θεωρείται η αποκάλυψη ως ένας Λόγος που διέσχισε την ιστορία και μας προσφέρεται ως αμετάβλητος και αιώνιος.
Για τον Rahner η αποκάλυψη είναι μια διαδικασία στην οποία η σχέση με τον λόγο του Θεού είναι πάντοτε έμμεση. Αν θέλω να γνωρίσω τι θέλει ο Θεός από εμένα, πρέπει να κοιτάξω όχι τον Θεό αλλά τον πλησίον. Αν θέλω να ακούσω τη φωνή του, πρέπει να θέσω τον εαυτό μου σε ακρόαση των ιστορικών γεγονότων, των όσων συμβαίνουν στην ανθρωπότητα της εποχής μου, διότι εκεί μου μιλά ο Θεός, καθιστώντας τα δυνατά έμμεσα, ως ορίζοντας που προηγείται των πάντων.
Ο Θεός αποκαλύπτεται λοιπόν παντού και σε όλους. Όχι μόνο στην εκκλησία ή σε ένα μοναστηριακό κελί και όχι μόνο στους βαπτισμένους πιστούς της Καθολικής Εκκλησίας. Η αποκάλυψή του λαμβάνει χώρα πριν από τη θρησκευτική επιλογή αυτής ή εκείνης της θρησκείας και ακόμη και πριν από την αθεϊστική επιλογή. Αυτές οι μορφές αφορούν ό,τι βρίσκεται πέρα από την κλειδαρότρυπα και μπορεί να θεματοποιηθεί, και όχι αυτό που προηγείται ως αθεματικό. Με αυτή την έννοια μπορεί να ειπωθεί ότι η χριστιανική αποκάλυψη είναι α-θρησκευτική.
Ο Λόγος και η Σιωπή
Το Ευαγγέλιο του Αγίου Ιωάννη αρχίζει λέγοντας ότι ο Χριστός είναι ο Λόγος του Θεού και ότι μέσω Αυτού έγιναν τα πάντα. Ο Θεός αποκαλύφθηκε μιλώντας. Αρχικά με τη δημιουργία, κάνοντας τα πράγματα σύμφωνα με την Αλήθεια και όχι τυχαία, και τελικά στον Ιησού από τη Ναζαρέτ, τον Λόγο που ήταν προς τον Θεό και ήταν Θεός. Στην Εκκλησία παραδόθηκε η ζωντανή μνήμη αυτής της Αποκάλυψης, την οποία μεταδίδει μέσα στους αιώνες με τον λόγο της και με τη ζωή της.
Είμαστε τόσο συνηθισμένοι να μιλούμε για τον Κύριο ως Λόγο του Θεού, ώστε δυσκολευόμαστε να κατανοήσουμε πώς, για τον Rahner, Εκείνος είναι η Σιωπή, η άβυσσος, το σκότος, το απρόσιτο φως. Μπορεί κανείς να προσπαθήσει να το καταλάβει επιστρέφοντας στην εικόνα της κλειδαρότρυπας. Οι λέξεις βρίσκονται μόνο πέρα από την κλειδαρότρυπα, λέξεις ανθρώπινες δεμένες με ανθρώπινες ανάγκες. Από την πλευρά «εντός» δεν υπάρχουν λέξεις, αλλά ακριβώς εκεί ενεργεί ο Κύριος.
Εκείνος είναι η Σιωπή και, αν θέλουμε να Τον ακούσουμε, πρέπει να στραφούμε στην ακρόαση των ανθρώπινων λόγων, τους οποίους μόνο το υπόβαθρο εκείνης της Σιωπής καθιστά δυνατούς και ικανούς να σημαίνουν κάτι περισσότερο από τον εαυτό τους. Δεν μπορούμε να ακούσουμε παρά μόνο ανθρώπινους λόγους, αλλά μέσα σε αυτούς μπορούμε να γίνουμε και ακροατές του Λόγου. Αυτός, όπως μια Σιωπή, είναι πάντοτε απείρως μεγαλύτερος από τις ανθρώπινες λέξεις που Τον εκφράζουν, ακόμη και από τις λέξεις με τις οποίες η Εκκλησία —στις δογματικές της διατυπώσεις— Τον εκφράζει.
Το να λέγεται αυτό σημαίνει ότι ο Θεός φανερώνεται στον κόσμο και φανερώνεται σε όλους. Φανερώνεται στον κόσμο, διότι σε εμάς δίνεται να δούμε μόνο αυτόν. Φανερώνεται σε όλους, διότι η διάσταση που βρίσκεται «εντός» της κλειδαρότρυπας είναι ίδια για όλους τους ανθρώπους· μάλιστα, είναι ακριβώς αυτή που τους συγκροτεί ως τέτοιους.
Το ανθρώπινο πρόσωπο, πράγματι, κατά τον Rahner, είναι πρόσωπο επειδή είναι υπεύθυνο για τον εαυτό του, δηλαδή επειδή έχει επίγνωση ότι σε ό,τι γνωρίζει ή πράττει διακυβεύεται το ίδιο, αφού δεν είναι δυνατόν να γνωρίσει ή να πράξει τίποτε αφήνοντας έξω το υποκείμενο που γνωρίζει και ενεργεί. Το πρόσωπο αποτελεί μέρος του προβλήματος που θέτει ή της πράξης που αναλαμβάνει, και σε αυτή τη συνείδηση έγκειται το ότι είναι πρόσωπο, κάτι που καθίσταται δυνατό από αυτή την υπερβατολογική διάσταση στην οποία είναι παρών ο Θεός.
Το πρόσωπο δεν μπορεί ποτέ να κατέχει τον εαυτό του, υποστηρίζει ο Rahner, και γι’ αυτό είναι ελεύθερο. Αυτή η ελευθερία του εγγυάται από τον Θεό: αν μπορούσε να κατέχει τον εαυτό του, θα βρισκόταν «πέρα» από την κλειδαρότρυπα όπως όλα τα άλλα πράγματα, αλλά τότε δεν θα ήταν πλέον ελεύθερο. Αντίθετα, είναι ελεύθερο επειδή ο Θεός το συγκροτεί με το σκοτάδι και τη σιωπή Του.
Η θεολογική στροφή του Karl Rahner έχει ονομαστεί «ανθρωπολογική στροφή», δηλαδή θέτει στο κέντρο τον άνθρωπο. Ο Θεός αποκαλύπτεται σε όλους και προσφέρει τη σωτηρία Του σε όλους. Ο Θεός αποκαλύπτεται στον κοσμικό κόσμο, στα ανθρώπινα γεγονότα. Αν θέλω να δω τον Θεό, πρέπει να κοιτάξω τον άνθρωπο. Είναι μέσα στην ακρόαση της ύπαρξής μας που μπορούμε να γίνουμε Ακροατές του Λόγου.
Συνεχίζεται
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου