Τρίτη 21 Απριλίου 2026

Η Ευχαριστία Κάνει την Εκκλησία: Henri de Lubac και Ιωάννης Ζηζιούλας σε διάλογο 3α

Συνέχεια από Παρασκευή 20. Μαρτίου 2026

Η Ευχαριστία Κάνει την Εκκλησία: Henri de Lubac και Ιωάννης Ζηζιούλας σε διάλογο 3α
(T&T Clark, 1993)


Paul McPartlan

Ζηζιούλας

Κεφάλαιο 6

Το πρόγραμμα: «La vision eucharistique du monde et l’homme contemporain»

Το 1966, ο John Zizioulas έδωσε μια ομιλία με τον παραπάνω τίτλο σε ένα συνέδριο στη Θεσσαλονίκη με θέμα «Η Ορθόδοξη Εκκλησία και ο κόσμος». Ήταν η εκτενέστερη από τις έξι εισηγήσεις, οι οποίες, όταν δημοσιεύθηκαν, χαιρετίστηκαν ως ένδειξη «αυθεντικής θεολογικής ανανέωσης». Για τον Ζηζιούλα, αυτή ήταν η πρώτη του δημοσίευση μετά το διδακτορικό του. Ο Olivier Clément είδε στα συγκεντρωμένα κείμενα «την πιο εντυπωσιακή απόδειξη της νεαρής ελληνικής θεολογίας», που προοιωνιζόταν «την πραγματικά ορθόδοξη διαμόρφωση μιας εκκλησιολογικής ανθρωπολογίας και κοσμολογίας». Καθώς παρουσιάζουμε τη σύνθεση του Ζηζιούλα σε αυτό το κεφάλαιο, θα επανερχόμαστε αρκετές φορές στις προγραμματικές κατευθύνσεις που έδωσε σε αυτή την πρώιμη ομιλία.

Οι Πατέρες και ο Οικουμενισμός

Ο Ιγνάτιος Αντιοχείας, οι Καππαδόκες και ο Μάξιμος ο Ομολογητής είναι οι Πατέρες της Εκκλησίας που προβάλλονται περισσότερο στη νεοπατερική σύνθεση την οποία, όπως και ο Georges Florovsky, ένας από τους επιβλέποντες της έρευνάς του, έχει αναλάβει ο John Zizioulas. Είναι γενικά επικριτικός απέναντι στον Augustine of Hippo, του οποίου την επιρροή αναγνωρίζει σαφώς.

«Ένας Ορθόδοξος με κάποια γνώση της ιστορίας μπορεί να αναγνωρίσει αμέσως έναν δυτικό Χριστιανό μέσω του Τερτυλλιανού και του Αυγουστίνου — μόλις αρχίσει να συμμετέχει σε οικουμενικές συζητήσεις».
Αυτό το σχόλιο υποδηλώνει την εξοικείωση του Ζηζιούλα με τον οικουμενικό διάλογο. Πράγματι, μεγάλο μέρος της βιβλιογραφίας του αποτελείται από θεμελιώδεις μελέτες που έχουν παρουσιαστεί σε τέτοιους διαλόγους. Μπορούμε επίσης να διακρίνουμε στο παραπάνω σχόλιο την ανυπομονησία του Ζηζιούλα απέναντι στον θεολογικό χωρισμό Ανατολής και Δύσης, καθώς και στους περιορισμούς που αυτός επιβάλλει. Ο Ζηζιούλας αποδίδει στη Δύση μια υπερβολική έμφαση στην ιστορία και στην Ανατολή μια υπερβολική έμφαση στην εσχατολογία, και υποστηρίζει ότι και τα δύο πρέπει να ξεπεραστούν:
«οι δύο θεολογίες, η ανατολική και η δυτική, πρέπει να συναντηθούν σε βάθος, ώστε να ανακτήσουν την αυθεντική πατερική σύνθεση, η οποία θα τις προστατεύσει από τους παραπάνω κινδύνους»⁶.

Σημαντικά, ο Ζηζιούλας διακρίνει έντονα οικουμενικά χαρακτηριστικά στους προαναφερθέντες Πατέρες. Ο Ιγνάτιος Αντιοχείας, του οποίου τα κείμενα θεωρούνται συχνά καινοτόμα και διαφορετικά από σύγχρονα έργα όπως η Διδαχή και η Α΄ Κλήμεντος, ιδίως λόγω της αντίληψής του για την επισκοπή, μπορεί, κατά τον Ζηζιούλα, να θεωρηθεί ότι αποδίδει καλύτερα στην πράξη αρχές τις οποίες όλοι στην πραγματικότητα συμμερίζονταν⁷. Επιπλέον, αυτή η εποχή γενικότερα, και ο ίδιος ο Ιγνάτιος ειδικότερα, έχουν ιδιαίτερη σημασία για εμάς.


La visio


«Αυτό που είναι κοινό ανάμεσα σε εμάς και στους τρεις πρώτους αιώνες είναι ότι και οι δύο ζούμε σε μια μετα-αποστολική εποχή. Προσωπικά θεωρώ ότι η έκκληση για επιστροφή στην Καινή Διαθήκη, σε αυτή την περίπτωση, είναι η πιο επικίνδυνη μέθοδος που μπορεί να υιοθετήσει μια Εκκλησία που θέλει να παραμείνει ζωντανή. Η Καινή Διαθήκη, ή μάλλον η αποστολική εποχή, έχει ανεπιστρεπτί παρέλθει και δεν μπορεί να αντιγραφεί, απλώς επειδή οι απόστολοι έχουν εκλείψει και δεν μπορούν να αναπαραχθούν. Δεν μπορούμε να αναπαράγουμε τον Παύλο ή τον Πέτρο, που είδαν τον Κύριο και αντλούσαν κύρος από αυτό το προνόμιο. Αν η ιστορία μπορεί να μας βοηθήσει, είναι η μετα-αποστολική και όχι η αποστολική εποχή που μπορεί να το κάνει. Ο Ιγνάτιος μπορεί να “αναπαραχθεί”, στο μέτρο που δεν μπορούσε να διεκδικήσει πρόσβαση στον Κύριο περισσότερο από ό,τι μπορεί ένας σύγχρονος επίσκοπος»⁸.

Επαινώντας τους Καππαδόκες, ο John Zizioulas επισημαίνει ότι «η Καππαδοκία είναι, βεβαίως, ένας “τρίτος κόσμος” ανάμεσα στην Αλεξάνδρεια και την Αντιόχεια».

«Ίσως μια βαθύτερη διερεύνηση της ιστορίας της πατερικής σκέψης να έδειχνε ότι το μεγάλο επίτευγμα των Καππαδοκών ήταν η επιτυχία τους να υπερβούν το δίλημμα Αλεξάνδρειας–Αντιόχειας, το οποίο απειλούσε σοβαρά την Εκκλησία με διαίρεση. Αυτό θα αποδείκνυε ότι οι Πατέρες αυτοί υπήρξαν πράγματι “καθολικοί” και “οικουμενικοί” διδάσκαλοι, τίτλος που τους αποδόθηκε από την παράδοση»⁹.
Για τον Μάξιμο έχει ειπωθεί ότι ήταν «ένας άνθρωπος που έζησε ανάμεσα στη χριστιανική Ανατολή και τη Δύση, εξίσου εξοικειωμένος με τη Ρώμη όσο και με την Κωνσταντινούπολη»¹⁰. Ο Ζηζιούλας τονίζει ιδιαίτερα τον ρόλο του «στη διάλυση κάθε υποψίας αιρέσεως που είχαν οι Βυζαντινοί απέναντι στους Ρωμαίους σχετικά με το Filioque»¹¹. Με σκοπό να προωθηθεί σήμερα «μια καλύτερη κατανόηση και, τελικά, μια συμφωνία μεταξύ Ανατολής και Δύσης ως προς την Πνευματολογία», ο Ζηζιούλας αποδέχεται ως «χρυσό κανόνα» τη διπλή ερμηνεία του Μαξίμου για τη δυτική θέση: «με το να ομολογούν το Filioque, οι δυτικοί αδελφοί μας δεν επιθυμούν να εισαγάγουν μια άλλη αἰτία στο είναι του Θεού πέρα από τον Πατέρα», ενώ συγχρόνως «ο διαμεσολαβητικός ρόλος του Υιού στην εκπόρευση του Πνεύματος δεν περιορίζεται στη θεία Οικονομία, αλλά σχετίζεται και με τη θεία οὐσία»¹².
Ο Ζηζιούλας επισημαίνει ότι τα δύο αυτά σημεία «δεν συνεπάγονται κατ’ ανάγκην εικασίες για το πώς ή για το περιεχόμενο των ενδοτριαδικών σχέσεων», κάτι που σε κάθε περίπτωση «θα μπορούσε να είναι πολύ επικίνδυνο». Ωστόσο, «υποδηλώνουν πολλά όσον αφορά την υπαρξιακή σημασία της Πνευματολογίας», και ο Ζηζιούλας δείχνει την κατεύθυνση της δικής του θεολογίας όταν καταλήγει: «αυτό είναι, τελικά, που έχει σημασία».


Θα επανέλθουμε για να εξετάσουμε πιο προσεκτικά αυτή την επαναλαμβανόμενη υπαρξιακή έμφαση. Προς το παρόν, μπορούμε να σημειώσουμε ότι, συνδυάζοντας το ενδιαφέρον για τον οικουμενισμό με μια επιστροφή στους Πατέρες, ο Ζηζιούλας ακολουθεί την πορεία του δασκάλου του, Georges Florovsky, ενός από τους σημαντικότερους Ρώσους ορθόδοξους θεολόγους της διασποράς. Ο Florovsky είχε δηλώσει στο Συνέδριο του Evanston του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών το 1954 ότι «ο οικουμενισμός στον χώρο» πρέπει να συμπληρώνεται από «οικουμενισμό στον χρόνο», δηλαδή από την αποκατάσταση της σχέσης με την Παράδοση¹³.

Όπως και ο Florovsky, ο Ζηζιούλας θεωρεί ότι η ορθόδοξη θεολογία απομακρύνθηκε από την αυθεντική Παράδοση κατά τη διάρκεια της «Σχολαστικής Αιχμαλωσίας» των τελευταίων αιώνων. Τόσο στην Ελλάδα όσο και στη Ρωσία, οι θεολογικές σχολές ιδρύθηκαν κατά το πρότυπο δυτικών ιδρυμάτων, ρωμαιοκαθολικών και προτεσταντικών, και η ορθόδοξη θεολογία έγινε «ουσιαστικά μια παραλλαγή της δυτικής σχολαστικής»¹⁴. Με τον τρόπο αυτό, η Δυτική Ευρώπη εξήγαγε στην Ανατολή, όπως και στον υπόλοιπο κόσμο, «μια σχεδόν καταστροφική σύγχυση ανάμεσα στην έννοια της Εκκλησίας ως τοπικής κοινότητας —η μόνη γνωστή στην αρχαία Εκκλησία— και εκείνη ενός “ομολογιακού σώματος”»¹⁵.


Ο ομολογιακός χαρακτήρας (confessionalism) είναι μια παθογένεια που ο John Zizioulas συνδέει με τη σχολαστική. Ο ομολογιακός χαρακτήρας θεωρεί ότι «η Αλήθεια είναι κατ’ ουσίαν ζήτημα προτάσεων», ότι η θεολογία αντλεί από αυτές και τις διατυπώνει, και ότι «η Εκκλησία αποκτά την ταυτότητά της με βάση αυτές τις προτάσεις», ενώ η παράδοση συνίσταται στη «μετάδοση από γενιά σε γενιά της αρχικής πίστης των Αποστόλων, κυρίως με τη μορφή συμβόλων πίστεως και θεολογικών διατυπώσεων»¹⁶.
Ο Ζηζιούλας αναζητεί βαθύτερες ρίζες για τη θεολογία του, όπως φαίνεται στην ακόλουθη διατύπωση της προσέγγισής του στον οικουμενισμό:
«Προσωπικά πιστεύω ότι η μεγαλύτερη συμβολή που μπορεί να προσφέρει η Ορθοδοξία στο Οικουμενικό Κίνημα συνίσταται στο να επιμένει στο ότι δεν σωζόμαστε ανήκοντας σε ένα ομολογιακό σώμα, αλλά σε μια συγκεκριμένη εκκλησιαστική κοινότητα, δηλαδή στην Εκκλησία. Και η θεολογία υπάρχει μόνο ως υπόδειξη αυτού του μυστηρίου της σωτηρίας, που είναι η Εκκλησία»¹⁷.
Επειδή η Εκκλησία υπάρχει ως τοπικές εκκλησίες, ο Ζηζιούλας διευκρινίζει το όραμά του ως εξής:
«Δεν μπορούμε να έχουμε κοινωνία ομολογιακών σωμάτων· μπορούμε να έχουμε μόνο κοινωνία τοπικών εκκλησιών»¹⁸.


Ακόμη πιο συγκεκριμένα, κάθε τοπική εκκλησία είναι η Εκκλησία όταν τελεί την Ευχαριστία¹⁹. Επομένως, οι πραγματικές ρίζες της θεολογίας βρίσκονται σε αυτήν την τέλεση, όπως είχε τονίσει ο Ζηζιούλας στην προγραμματική του ομιλία:
«Η ορθόδοξη θεολογία… είναι κατ’ ουσίαν δοξολογία, λειτουργία… είναι ευχαριστιακή θεολογία»²⁰.
Ο Ζηζιούλας συμφωνεί με τον Georges Florovsky ότι το βασικό ελάττωμα της ορθόδοξης σχολαστικής ήταν η αποκοπή της θεολογίας από αυτές τις ρίζες: «το lex orandi και το lex credendi δεν συνέπιπταν πλέον». Η επιστροφή τους στους Πατέρες είναι επιστροφή σε μια θεολογία ριζωμένη στη λατρεία της Εκκλησίας.


Νεοπατερική σύνθεση

Γιατί άραγε οι Πατέρες εξακολουθούν να «μιλούν σε όλους»;

Ο John Zizioulas απαντά ότι οι Πατέρες έθεσαν και έλυσαν «τα θεμελιώδη προβλήματα» με τρόπο που έδωσε στη θεολογία «νόημα και συνάφεια» για τον κόσμο της εποχής τους, έναν κόσμο «διαμορφωμένο από την ελληνική σκέψη». Είναι σημαντικοί για εμάς, προσθέτει απλά, επειδή «έτσι παραμένει ο κόσμος μας ακόμη και σήμερα»²².

Δηλώνει αλλού ότι αυτό που χαρακτηρίζει την ελληνική σκέψη είναι η ενασχόληση με την οντολογία²³. Για τον Ζηζιούλα, το «οντολογικό» και το «υπαρξιακό» είναι συνώνυμα²⁴. Η οντολογία έχει να κάνει με «ζητήματα ζωής και θανάτου»²⁵ με την πιο ισχυρή έννοια, του είναι και του μη-είναι. Όπως θα δούμε στο επόμενο κεφάλαιο, θεωρεί ότι το επίτευγμα των Ελλήνων Πατέρων συνίσταται στο ότι, με αυτούς, «το είναι δεν ανάγεται στην ουσία αλλά στο πρόσωπο»²⁶. Βρίσκονται έτσι σε θέση να απαντήσουν άμεσα στους υπαρξιστές φιλοσόφους, των οποίων οι προβληματισμοί αφορούν το πρόσωπο και την ελευθερία και οι οποίοι «έδειξαν στις μέρες μας… ότι, από ανθρώπινη άποψη, το πρόσωπο ως απόλυτη οντολογική ελευθερία παραμένει μια αναζήτηση χωρίς εκπλήρωση». Ο Ζηζιούλας επαινεί τους υπαρξιστές επειδή πραγματοποίησαν αυτή την ανάλυση της ανθρώπινης κατάστασης «με μια διανοητική εντιμότητα που τους καθιστά άξιους του ονόματος του φιλοσόφου»²⁷. Είναι φανερό ότι τους θεωρεί κύριους εκφραστές αυτού που αποκάλεσε παραπάνω «τον κόσμο μας ακόμη και σήμερα», έναν κόσμο «διαμορφωμένο από την ελληνική σκέψη». Το σχόλιό του, λοιπόν, στην προγραμματική του ομιλία ότι ο σύγχρονος άνθρωπος «έχει πάψει —και ποιος μπορεί να τον κατηγορήσει;— να σκέφτεται με τις ανθρωπολογικές κατηγορίες του Αριστοτέλη και του Πλάτωνα»²⁸ δεν σημαίνει ότι ο σημερινός άνθρωπος έχει αποβάλει γενικά την ελληνική σκέψη, αλλά μάλλον ότι ανυπομονεί για το αποτέλεσμα της διπλής της ζύμωσης με την «βιβλική πίστη», δηλαδή «την έννοια του προσώπου», την οποία ο Ζηζιούλας αποκαλεί «το πιο πολύτιμο και αγαπητό αγαθό της ανθρωπότητας»²⁹.

Από την άλλη πλευρά, ο Ζηζιούλας στρέφεται στον Μάξιμο ως κληρονόμο και μεγάλο εκφραστή της ελληνικής θεολογίας μέσα στη διπλά ζυμωμένη φιλοσοφία της, η οποία έδωσε πρωτεύουσα θέση στο πρόσωπο. Επισημαίνει το αξιοσημείωτο γεγονός ότι, ενώ τα έργα του Μαξίμου και των ασκητικών Πατέρων «σχεδόν ποτέ δεν παρατίθενταν στα ορθόδοξα δογματικά εγχειρίδια του “ακαδημαϊκού” τύπου», «σήμερα, αντιθέτως, το μεγαλύτερο μέρος της ορθόδοξης θεολογίας βασίζεται σε τέτοιες πηγές»³⁰. Αυτοί οι Πατέρες μπορούν να μιλήσουν δυναμικά στη σύγχρονη εποχή, διότι έζησαν «έντονα και απόλυτα» την «τραγική διάσταση» της πεπτωκυίας ύπαρξής μας, την οποία «ο σύγχρονος υπαρξισμός» έχει διερευνήσει. Ωστόσο, αναγνώρισαν την «εσχατολογική υπέρβαση» του προσώπου και έτσι δεν καταβλήθηκαν από την τραγική απουσία του σε αυτόν τον κόσμο. Το πρόσωπο ανήκει στο μέλλον ως προορισμός μας. Εδώ μπορεί μόνο να γευθεί κανείς κάτι από αυτό, και αυτή η «γεύση» πραγματοποιείται στην Ευχαριστία³¹, στην οποία ο Μάξιμος, ιδίως, εστίασε τον μοναχισμό και τη χριστιανική πνευματικότητα γενικότερα. Η Ευχαριστία «θέτει την κτίση σε κίνηση — στον χώρο και τον χρόνο — προς τον κατεξοχήν εσχατολογικό της σκοπό»³³.


Η υπαρξιακή ανάγνωση των Πατέρων από τον Ζηζιούλα αποτελεί άλλη μια ένδειξη της επιρροής του Georges Florovsky, ο οποίος είχε δηλώσει ότι «το κύριο διακριτικό γνώρισμα της πατερικής θεολογίας ήταν ο “υπαρξιακός” χαρακτήρας της»³⁴. Η κρίση αυτή δείχνει την πρόθεση του Florovsky όταν, το 1936, διατύπωσε την ιστορική του έκκληση για μια δημιουργική επιστροφή στην πατερική σύνθεση στο Πρώτο Συνέδριο Ορθόδοξης Θεολογίας στην Αθήνα, όπου υπήρξε «η μεγάλη φωνή»³⁵. Κάλεσε τους συναδέλφους του «να αναζωπυρώσουν τη δημιουργική φωτιά των Πατέρων, να αποκαταστήσουν μέσα μας το πατερικό πνεύμα»³⁶. Το 1959 μίλησε για μια «νεοπατερική σύνθεση» ως «το έργο και τον στόχο της ορθόδοξης θεολογίας σήμερα»³⁷. Στην Εισαγωγή του στο Being as Communion, ο Ζηζιούλας ανακαλεί το όραμα του Florovsky που αγκάλιαζε Ανατολή και Δύση και δηλώνει: «αυτές οι μελέτες αποσκοπούν στο να συμβάλουν σε μια “νεοπατερική σύνθεση” ικανή να φέρει τη Δύση και την Ανατολή πιο κοντά στις κοινές τους ρίζες»³⁸.

Ο Florovsky επιλέχθηκε το 1987 ως ένα από τα μέλη της Επιτροπής των Δεκατεσσάρων που είχαν ως αποστολή την προετοιμασία για το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών, και ήδη το 1950 η επιρροή του ήταν καθοριστική για τη συμμετοχή της Ορθοδοξίας στο Συμβούλιο³⁹. Ο ίδιος ο Ζηζιούλας συμμετείχε ενεργά στο έργο της Επιτροπής Πίστεως και Τάξεως του ΠΣΕ⁴⁰, αλλά μπορούμε να διακρίνουμε το αληθινό πνεύμα της νεοπατερικής σύνθεσης στην επιμονή του ότι οι Ορθόδοξοι δεν πρέπει να περιορίζονται στο «γκέτο» της Πίστεως και Τάξεως. Υποστηρίζει ότι πρέπει να εμπλακούν στα «κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα» του Συμβουλίου. Οφείλουν να δεσμευτούν πραγματικά «στο να αναδείξουν τις υπαρξιακές συνέπειες της πίστης τους και της παραδοσιακής τους δομής»⁴¹.[ΜΕΓΑΛΑ ΧΑΡΤΙΑ ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ, ΟΙ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟΙ ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΘΕΟΛΟΓΟΙ ΜΕΤΑΛΛΙΑ ΑΝΔΡΕΙΑΣ]


Σημειώσεις:



¹ Σημείωση στη σελ. 1 του Contacts 19 (1967), όπου δημοσιεύθηκαν τα κείμενα.
² Η διδακτορική διατριβή του John Zizioulas για το Πανεπιστήμιο Αθηνών, η οποία ερευνήθηκε σε μεγάλο βαθμό στις Ηνωμένες Πολιτείες, δημοσιεύθηκε το 1965: Ἡ Ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας ἐν τῇ Θεία Εὐχαριστίᾳ καὶ τῷ Ἐπισκόπῳ κατὰ τοὺς τρεῖς πρώτους αἰῶνας (The Unity of the Church in the Holy Eucharist and in the Bishop in the First Three Centuries). Υπάρχει εκτενής βιβλιοκριτική από τον Pier Cesare Bori, «L’unité de l’Eglise durant les trois premiers siècles».
³ O. C. (Olivier Clément), «Liminaire», Contacts 19 (1967), σ. 1. Για βιογραφικά στοιχεία των διαμορφωτικών θεολογικών χρόνων του Ζηζιούλα, βλ. Gaëtan Baillargeon, Perspectives orthodoxes sur l’Eglise-Communion, L’oeuvre de Jean Zizioulas (στο εξής Perspectives orthodoxes), σ. 27–33.
⁴ ΕΑΗ2, σ. 65.
⁵ Βλ. ανωτέρω, σ. xiii–xiv.
⁶ BC, σ. 20–21· πρβλ. TSE, σ. 48.
⁷ EEE, ιδίως σ. 31–33. Πρβλ. κατωτέρω, σ. 200–202.
⁸ Ό.π., σ. 41 (η πλάγια γραφή του Ζηζιούλα, όπως γενικά και στα εξής αποσπάσματα, εκτός αν σημειώνεται διαφορετικά).
⁹ TSE, σ. 39, σημ. 29.
¹⁰ A. M. Allchin, Πρόλογος στο L. Thunberg, Man and the Cosmos, σ. 9.
¹¹ TSE, σ. 49.
¹² Ό.π., σ. 54, απ’ όπου προέρχονται επίσης τα υπόλοιπα παραθέματα αυτής της παραγράφου. Πρβλ. κατωτέρω, σ. 164–165, 224–225.
¹³ Πρβλ. Battista Mondin, I grandi teologi del secolo ventesimo, τ. 2, σ. 295.
¹⁴ MEDO, σ. 33· πρβλ. Georges Florovsky, «Western Influences in Russian Theology», και ανωτέρω, σ. xiv.
¹⁵ CWU, σ. 29.
¹⁶ EDO, σ. 35.
¹⁷ Ό.π., σ. 39.
¹⁸ CWU, σ. 28. Πρβλ. NUS, σ. 345–346· CIEI, σ. 18.
¹⁹ Πρβλ. κατωτέρω, σ. 133.
²⁰ VEM, σ. 83.
²¹ ORT, σ. 6. Πρβλ. Florovsky, «Western Influences in Russian Theology», σ. 167–168.
²² ORT, σ. 7.
²³ BC, σ. 35, 65· πρβλ. OBP, σ. 35.
²⁴ Πρβλ. ESLT, σ. 3.
²⁵ Τα ζητήματα αυτά είναι «απολύτως υπαρξιακά» (CEE1, σ. 154).
²⁶ BC, σ. 42, σημ. 37.
²⁷ Ό.π., σ. 18· πρβλ. HCH, σ. 424, σημ. 1.
²⁸ VEM, σ. 88.
²⁹ BC, σ. 65. Ο Ζηζιούλας προσθέτει: «Αυτό, και τίποτε λιγότερο από αυτό, είναι ό,τι ο κόσμος οφείλει στην ελληνική πατερική θεολογία». Πρβλ. κατωτέρω, Κεφάλαιο 7.
³⁰ ORT, σ. 7. Ο Ζηζιούλας αναφέρεται στο «κλασικό έργο» του Vladimir Lossky, The Mystical Theology of the Eastern Church.
³¹ Πρβλ. BC, σ. 64 και σημ. 69. Στο CMBC, σ. 21, ο Ζηζιούλας δηλώνει: «Ο μυστικισμός του ασκητή είναι… πρωτίστως μια συμμετοχή στην αγωνία, στους φόβους, στους θανάτους όλων των ανθρώπων». Πρβλ. HCH, σ. 420: το πρόσωπο είναι «εν τῷ κόσμῳ τούτῳ οὐκ ἐκ τοῦ κόσμου τούτου»· αλλά βλ. SECC, σ. 43. Ο P. Sherwood σχολιάζει: «η Ευχαριστία βρίσκεται στην καρδιά της χριστιανικής ζωής. Ο Μάξιμος το θεωρεί αυτονόητο» (Εισαγωγή στο έργο του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητή, The Ascetic Centuries: The Four Centuries on Charity, στο εξής «Introduction», σ. 81).
³² —
³³ Ό.π., σ. 43.
³⁴ Florovsky, «Patristic Theology and the Ethos of the Orthodox Church», σ. 17.
³⁵ Y. N. Lelouvier, Perspectives russes sur l’Eglise. Un théologien contemporain: Georges Florovsky, σ. 34.
³⁶ Florovsky, «Patristics and Modern Theology», σ. 240.
³⁷ Florovsky, «Patristic Theology and the Ethos of the Orthodox Church», σ. 22.
³⁸ BC, σ. 26.
³⁹ Πρβλ. Mondin, I grandi teologi del secolo ventesimo, τ. 2, σ. 295, με αναφορά στο έγγραφο του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών «The Church, The Churches and the World Council of Churches». Στο ORT, σ. 11, ο Ζηζιούλας επισημαίνει τη σημασία αυτού του κειμένου για τη μεταγενέστερη ορθόδοξη συμμετοχή στο ΠΣΕ· πρβλ. D.T.S., «Chronique religieuse», σ. 442–444.
⁴⁰ Πρβλ. Baillargeon, Perspectives orthodoxes, σ. 34–43.
⁴¹ ORT, σ. 18.

Συνεχίζεται με:

Υπαρξιακή έμφαση

Δεν υπάρχουν σχόλια: