Συνέχεια από Δευτέρα 20. Απριλίου 2026
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ— ΟΡΓΑΝΟΝ 2
ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ – ΠΕΡΙ ΕΡΜΗΝΕΙΑΣ – ΠΡΩΤΑ ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ
ΔΕΥΤΕΡΑ ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ – ΤΟΠΙΚΑ – ΣΟΦΙΣΤΙΚΕΣ ΕΛΕΓΧΟΙ
Γενικός συντονισμός
του Maurizio Migliori
Ελληνικό κείμενο αντικριστά
Εκδόσεις Bompiani, Milano 2016
II.
Η ΦΥΣΗ ΚΑΙ ΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΙΚΟΥ ΟΡΓΑΝΟΥ
Πριν προσεγγίσουμε το Organon, με τα ιδιαίτερα προβλήματά του, είναι απαραίτητο να σκεφτούμε δύο δεδομένα γενικότερης σημασίας.
1. Τα «κείμενα» του Αριστοτέλη
Πρέπει καταρχάς να θυμόμαστε ότι οι πραγματείες που αναλύονται εδώ δεν ήταν έργα δημοσιευμένα, αλλά «κείμενα για τη σχολή». Ταυτόχρονα όμως πρέπει να αποφύγουμε να κατανοήσουμε αυτή τη διατύπωση με τη σημερινή της έννοια, όπως διευκρινίζει εύστοχα — αξιοποιώντας ορισμένες σκέψεις του Werner Jaeger — ο Enrico Berti:
«Δεν πρέπει να πιστεύεται ότι οι πραγματείες, σε αντίθεση με τους δημοσιευμένους διαλόγους…, ήταν εντελώς ανέκδοτες…, όπως νόμιζε ο Eduard Zeller. Δεν είναι απλές σημειώσεις-υπομνήματα…, παρόλο που ορισμένα μέρη τους έχουν αυτόν τον χαρακτήρα, ούτε τετράδια σημειώσεων για διδασκαλία…».
Για να κατανοήσουμε τι ακριβώς είναι, πρέπει να ανατρέξουμε στις συνθήκες της εκδοτικής δραστηριότητας στην αρχαιότητα, η οποία προέβλεπε έργα προορισμένα να διαβαστούν και να συζητηθούν σε περιορισμένους κύκλους, καθώς και κείμενα απευθυνόμενα σε ευρύτερο κοινό.
Επομένως, και τα πρώτα προϋπέθεταν μια μορφή «δημοσίευσης»:
«Τα έργα που δημοσιεύονταν με αυτόν τον τρόπο ονομάζονταν λόγοι ἀκροαμένοι (δηλαδή “λόγοι που ακούγονται”) ή ἀκροάσεις (auscultationes) και, παρότι μεταδίδονταν σε ένα κοινό, δεν έβγαιναν ποτέ, κατά κάποιον τρόπο, εντελώς από τα χέρια του συγγραφέα· γι’ αυτό μπορούσαν να αναθεωρούνται και να τροποποιούνται συνεχώς από τον ίδιο. Αυτό εξηγεί τον τυπικό χαρακτήρα των έργων του Αριστοτέλης, που είναι γεμάτα από προσθήκες, επαναλήψεις και διορθώσεις» (σ. 125).
Αφετηριακή θέση είναι, λοιπόν, ότι αυτά τα αριστοτελικά έργα παρουσιάζονται πάντοτε ως συλλογές διαφορετικών logoi. Δεν πρόκειται για επιλογή που μπορεί να αποδοθεί μόνο στους «εκδότες» αυτών των κειμένων, διότι ο ίδιος ο Αριστοτέλης συχνά τα αντιμετωπίζει ως ομάδες μελετών συνδεδεμένων βάσει της συγγένειας των θεμάτων τους. Πράγματι, στις εσωτερικές του αναφορές χρησιμοποιεί πολύ συχνά τον ουδέτερο πληθυντικό, όπως physika, δηλαδή «φυσικά (έργα)»3.
Συνεπώς, πρέπει πάντοτε να θυμόμαστε ότι το Corpus Aristotelicum 4— καρπός μιας εκδοτικής συστηματοποίησης που αποδίδεται στον Ανδρόνικος ο Ρόδιος, ο οποίος δημοσίευσε τα έργα αυτά τον 1ο αιώνα π.Χ. — δεν συγκεντρώνει έργα επιμελημένα για το ευρύ κοινό, αλλά «εσωτερικά», εσωτερικά ή ακροαματικά κείμενα, τα οποία διαμορφώνονται είτε ως εργαλεία για διανοητική συζήτηση είτε ως καταγραφές μαθημάτων είτε ως «σχολικά» εγχειρίδια είτε ακόμη ως σύντομα υπομνηματικά έργα (pro memoria).
Αυτό ακριβώς θα συναντήσουμε και στο Όργανον: ένα υλικό ετερογενούς φύσεως και εσωτερικά «μαγματικό», το οποίο εδράζεται σε μια πολύπλοκη ιστορική διαδρομή, ασφαλώς όχι εύκολα ανασυνθέσιμη.
Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται και από τους αρχαίους καταλόγους των έργων του Αριστοτέλη, οι οποίοι μας παρουσιάζουν μια εξαιρετικά ποικίλη εικόνα. Ενώ ο κατάλογος του 3ου αιώνα αντιστοιχεί σε γενικές γραμμές στα έργα που βρίσκουμε στην κριτική έκδοση του Bekker, ο αρχαιότερος κατάλογος (προγενέστερος κατά περίπου τέσσερις αιώνες) καταγράφει έως και 124 τίτλους εντελώς διαφορετικούς. Αυτό επέβαλε στους μελετητές το έργο — όχι πάντοτε εύκολο και μερικές φορές αδύνατο — να ταυτίσουν αυτά τα κείμενα με τους σημερινούς τίτλους.
Η κατάσταση αυτή επιβεβαιώνει την πολυπλοκότητα της εκδοτικής παράδοσης, η οποία έχει ανασυγκροτηθεί με διάφορους τρόπους από τους ερευνητές. Παρ’ όλα αυτά, οι εις βάθος μελέτες οδηγούν σε ένα καθησυχαστικό συμπέρασμα: η ανάλυση των αυθεντικών κειμένων κατέστησε δυνατό να «αποδειχθεί… ο γνησίως αριστοτελικός χαρακτήρας όλων ή σχεδόν όλων των εκφράσεων που περιέχονται σε αυτά» (Berti, Dalla dialettica…, σ. 140). Αυτό οδηγεί ακόμη και στην υπόθεση ότι ο Ανδρόνικος ενδέχεται να εργάστηκε πάνω σε πρωτότυπα χειρόγραφα του ίδιου του Σταγειρίτη.
2. Η κρίση του ιστορικο-γενετικού παραδείγματος
Το δεύτερο ζήτημα που πρέπει να τεθεί εκ των προτέρων είναι η ανάγκη να αναγνωριστεί με συνέπεια η κρίση του ιστορικο-γενετικού παραδείγματος, το οποίο κυριάρχησε για πολλές δεκαετίες. Όλα ανάγονται στη θεμελιώδη μελέτη του Werner Jaeger για τον Αριστοτέλη, η οποία προκάλεσε μια πραγματική «επανάσταση». Πέρα από τις πολλές τεχνικές της συμβολές (όπως, για παράδειγμα, η απόδειξη της γνησιότητας της Ηθικής Ευδημείου), το έργο αυτό — όπως αναγνωρίζει ακόμη και ένας μελετητής «αντίθετης κατεύθυνσης», όπως ο Giovanni Reale — «άφησε πραγματικά εποχή, όσο λίγα άλλα, καθώς δημιούργησε ένα νέο ερμηνευτικό παράδειγμα, εναλλακτικό προς το κυρίαρχο».
Η πρόταση του Jaeger είναι στην πραγματικότητα πολύ σύνθετη, αλλά κυρίως η «εξελικτική» του ανάγνωση επηρέασε για δεκαετίες τις μελέτες: επιχείρησε να ερμηνεύσει τις διαφορές που παρατηρούνται στα αριστοτελικά κείμενα ως ένδειξη μιας εξέλιξης από μια πλατωνική φάση σε μια μεταγενέστερη, που χαρακτηρίζεται από έντονα εμπειρικά ενδιαφέροντα και από ουσιαστική εγκατάλειψη της προηγούμενης προοπτικής.
Η πρόταση αυτή όχι μόνο προσφέρεται εύκολα σε ερμηνευτικές υπερβολές, αλλά οδηγεί φυσιολογικά και σε μια σειρά αρνητικών αποτελεσμάτων, τα οποία έχει επισημάνει υποδειγματικά ο Reale. Πρώτον, ελλείψει αντικειμενικών δεδομένων¹¹, το μοναδικό κριτήριο για τη χρονολογική ταξινόμηση (και συχνά την αποσπασματοποίηση) των κειμένων είναι το θεωρητικό· κατά συνέπεια, όπως πράγματι συνέβη, είναι πάντοτε δυνατό να διατυπωθούν εναλλακτικές υποθέσεις και να κατασκευαστεί μια χρονολόγηση ακόμη και πλήρως αντίθετη από εκείνη του Jaeger¹².
Επιπλέον, η μέθοδος προσκρούει σε μια άπειρη σειρά δυσκολιών εφαρμογής, ιδίως όσον αφορά τα φυσικά και τα ηθικά έργα. Τέλος — και κυρίως — δεν γίνεται κατανοητό πώς είναι δυνατόν τα κείμενα αυτά, τα οποία ασφαλώς συναρμολογήθηκαν με διάφορους τρόπους, να έχουν διατηρήσει μια στρωμάτωση εννοιολογικά αντιφατικών προσεγγίσεων χωρίς ο συγγραφέας να κάνει τίποτε για να την εξαλείψει.
Ενάντια στην πρακτική της «εξάλειψης» ή και της «τεμαχιστικής διάσπασης» μερών ενός κειμένου ως δήθεν προγενέστερων ή μεταγενέστερων, ισχύει η μεθοδολογική υπόδειξη του Pierre Aubenque: εφόσον ένας συγγραφέας δεν αποκηρύσσει ένα έργο, το περιεχόμενό του πρέπει να εξακολουθεί να του αποδίδεται ως δικό του· «τόσο μάλλον αυτό ισχύει για τα εσωτερικά (εσωτερικά/ακροαματικά) έργα του Αριστοτέλη, τα οποία δεν έπαψαν ποτέ να βρίσκονται στα χέρια του και τα οποία μπορούσε συνεπώς να διορθώνει και να διαμορφώνει κατά βούληση. Αν ορισμένα μέρη αυτών των μαθημάτων ή ολόκληρα μαθήματα είχαν κριθεί από τον Σταγειρίτη ξεπερασμένα, θα είχαν ασφαλώς καταργηθεί ή τροποποιηθεί»¹⁴.
Ακόμη πιο σοβαρό είναι το γεγονός ότι το αποτέλεσμα τόσων προσπαθειών αποδεικνύεται σημαντικό μόνο ως προς τον εντοπισμό των εσωτερικών σχέσεων μεταξύ των μερών του Corpus, ενώ σε ερμηνευτικό επίπεδο παραμένει εξαιρετικά φτωχό. Και αυτό όχι μόνο επειδή δεν επιτυγχάνεται μια τεκμηριωμένη και κοινώς αποδεκτή κατάληξη, αλλά και επειδή, διασπώντας με αυτόν τον τρόπο τα κείμενα, καθίσταται αδύνατη η συγκρότηση ενός κατά κάποιον τρόπο συνεκτικού λόγου για τη σκέψη του Αριστοτέλη.
Τα αποτελέσματα αυτής της προσέγγισης υπήρξαν τόσο απογοητευτικά σε ερμηνευτικό επίπεδο και οι αντιρρήσεις τόσο ισχυρές, ώστε το μοντέλο αυτό σήμερα θεωρείται ουσιαστικά εγκαταλελειμμένο¹⁵ — όχι όμως με τρόπο γραμμικό ή συνεπή. Το επισημαίνω αυτό, διότι ακόμη και σήμερα συναντά κανείς διακεκριμένους μελετητές οι οποίοι, μπροστά σε μια κειμενική δυσκολία, καταφεύγουν έμμεσα σε αυτή την προσέγγιση, ή άλλους που παραμένουν κατά κάποιον τρόπο δέσμιοί της, αφιερώνοντας σελίδες επί σελίδων στον καθορισμό της προτεραιότητας ή υστερότητας επιμέρους κειμένων ή τμημάτων τους, χωρίς καμία πειστική ερμηνευτική αναγκαιότητα¹⁶.
Είναι, λοιπόν, αναγκαίο να αναγνωριστεί η αποτυχία αυτής της ερμηνευτικής στρατηγικής και να προσεγγιστούν τα αριστοτελικά κείμενα με διαφορετικό στόχο. Δεδομένης της αδιαμφισβήτητης παρουσίας σημαντικών διαφορών στις αριστοτελικές επεξεργασίες του ίδιου προβλήματος, πρέπει να διερευνηθεί αν αυτές αποτελούν ένδειξη μεταβολής της Weltanschauung του συγγραφέα, της κοσμοθεωρίας και της φιλοσοφικής του προοπτικής· αν δηλαδή εκφράζουν τέτοιες αποκλίσεις ώστε να καθίσταται αδύνατη μια συνεκτική ερμηνεία, θέτοντας σε κρίση — σε ένα συγκεκριμένο πεδίο — την ενότητα του «συστήματος».
Δεν πρέπει να υποτιμηθεί η έμφαση στη «διαφορά του πεδίου»: η απάντηση σε ένα ερώτημα σχετικά με την προέλευση της κοσμικής κίνησης στο επίπεδο της φυσικής δεν ταυτίζεται με εκείνη που δίνεται στο μεταφυσικό επίπεδο, διότι με την αλλαγή του πεδίου αναφοράς μεταβάλλεται και το ίδιο το ερώτημα και, κατά συνέπεια, και η απάντηση. Συνοπτικά: άλλο είναι να ρωτά κανείς ποια αρχή εξηγεί την κίνηση του κόσμου και άλλο γιατί υπάρχει κίνηση στον κόσμο¹⁷.
Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να αγνοηθεί ή να απορριφθεί το έργο που έχει πραγματοποιηθεί τα τελευταία χρόνια από τόσους μελετητές· αντιθέτως. Εφόσον είναι πλέον σαφές ότι τα «συγγράμματα» του Αριστοτέλη αποτελούν κείμενα διαφορετικής φύσεως, προϊόντα και εργαλεία των «παραδόσεων» που έλαβαν χώρα αρχικά στην Ακαδημία, κατόπιν κατά τη διάρκεια των ταξιδιών του και τέλος στο Λύκειο, και φέρουν τα ίχνη αυτής της εξαιρετικά σύνθετης ιστορίας, με αποτέλεσμα να μην παρουσιάζουν λογοτεχνική ομοιογένεια και ενότητα, αυτό δεν συνεπάγεται καθόλου την ανάγκη υιοθέτησης μιας εξελικτικής υπόθεσης, η οποία άλλωστε δεν επιλύει τα προβλήματα αλλά τα επιτείνει.
Αντιθέτως, πρέπει να γίνουν αποδεκτές όλες οι αντιφάσεις και οι διαφορές που η γενετική υπόθεση ανέδειξε ακόμη περισσότερο, θέτοντας ένα θεμελιώδες ερώτημα: τι δικαιολογεί τις διαφορετικές επεξεργασίες;
Η απάντηση πρέπει να αναζητηθεί τόσο σε γενικό όσο και σε ειδικό επίπεδο, δηλαδή οφείλουμε να θέσουμε τα εξής ερωτήματα:
Για ποιο λόγο ο Αριστοτέλης παρουσιάζει λύσεις ακόμη και βαθιά διαφορετικές μεταξύ τους, χωρίς να φαίνεται να θεωρεί αυτή την επιλογή προβληματική και προχωρώντας σχεδόν σαν να μην την αντιλαμβάνεται; Πρόκειται πράγματι για κάτι που εμείς θεωρούμε απαράδεκτο· βρισκόμαστε, επομένως, ενώπιον ενός από εκείνα τα «φαινομενικά παράδοξα» που, όπως διδάσκει ο Thomas Kuhn, ανοίγουν τον δρόμο για μια αυθεντική κατανόηση της σκέψης του Σταγειρίτη.
Ποιες είναι οι συγκεκριμένες αιτίες για τις οποίες, σε ένα πλαίσιο, ο Αριστοτέλης προτείνει μια λύση και σε ένα άλλο πλαίσιο μια διαφορετική, ακόμη και ριζικά διαφορετική;
Σημειώσεις:
1.Werner Jaeger, Studien zur Entstehungsgeschichte der Metaphysik des Aristoteles, Weidmann, Βερολίνο 1912, σσ. 131-133.
2.Enrico Berti, Aristotele. Dalla dialettica alla filosofia prima, με συμπληρωματικές μελέτες· Εισαγωγή του Giovanni Reale, Bompiani, Μιλάνο 2004 (επανέκδοση, με προσθήκη άρθρων, του ομώνυμου έργου που δημοσιεύθηκε από Cedam, Πάδοβα 1977). Το έργο αυτό θα αναφέρεται ως Dalla dialettica... για να διακρίνεται από άλλο έργο του ίδιου συγγραφέα με τίτλο Aristotele.
3.Αυτό δεν σημαίνει βεβαίως ότι αποκλείεται εκ των προτέρων μια τάξη: ιδίως σε ορισμένους τομείς, όπως στα «μαθήματα Φυσικής» που βρίσκονταν στο επίκεντρο των ενδιαφερόντων του Αριστοτέλης, ο ίδιος ο Σταγειρίτης ενδέχεται να είχε καθορίσει μια εκθετική ακολουθία που παρέμεινε αμετάβλητη στη διάταξη των έργων όπως τα διαθέτουμε σήμερα. Πράγματι, στην αρχή των Μετεωρολογικών ο φιλόσοφος ανασυγκροτεί την πορεία της έρευνάς του: «Πρώτα εξετάσαμε τα πρώτα αίτια της φύσεως και κάθε φυσικής κινήσεως· κατόπιν τα άστρα και τη διάταξη της κινήσεώς τους στην ανώτερη περιοχή, καθώς και τα σωματικά στοιχεία — τον αριθμό τους, την ποιότητά τους, τις αμοιβαίες μεταβολές τους — και τέλος τη γένεση και τη φθορά γενικώς. Απομένει να εξετάσουμε το μέρος εκείνο που όλοι οι προγενέστεροι ονόμαζαν μετεωρολογικό» (Meteorologica A, 1, 338b20 κ.ε.). Είναι σχετικά εύκολο να αντιστοιχίσουμε αυτά τα πέντε στάδια στις πέντε πραγματείες που ο κατάλογος Πτολεμαίου–Ανδρονίκου παρουσιάζει με αυτή τη σειρά: Physica, De caelo, De generatione, Meteorologica. Για το ζήτημα αυτό βλ. επίσης: Aristotele, La generazione e la corruzione, μετάφραση, εισαγωγή και σχόλια του M. Migliori, Loffredo, Νάπολη 1976· νέα έκδοση με αναθεώρηση, ενημέρωση και βιβλιογραφικό δοκίμιο της Lucia Palpacelli, Bompiani, Μιλάνο 2013, σσ. XX–XXX.
4.Για μια σύντομη και αποτελεσματική παρουσίαση των σχετικών μελετών, βλ. Berti, Dalla dialettica..., σσ. 128-143, όπου καταλήγει σε ένα καθησυχαστικό συμπέρασμα: τα έργα που διαθέτουμε «αντιστοιχούν σε μεγάλο βαθμό σε εκείνα που δημοσιεύθηκαν τον 1ο αιώνα π.Χ. από τον Ανδρόνικος ο Ρόδιος. Είναι πράγματι δυνατό να ανασυγκροτηθεί μια σχεδόν αδιάλειπτη γραμμή μετάδοσης από τον Ανδρόνικο στους “ορθόδοξους” σχολιαστές, από αυτούς στους νεοπλατωνικούς σχολιαστές και τέλος στα βυζαντινά χειρόγραφα, τα οποία αποτελούν ακόμη τη βάση — άμεσα ή έμμεσα — των σύγχρονων έντυπων εκδόσεων, από την αλδινή έκδοση (που δημοσιεύθηκε από τον Aldo Manuzio στη Βενετία μεταξύ 1495 και 1498) έως την έκδοση Bekker (Βερολίνο 1831–1870), η οποία χρησιμοποιείται ως σημείο αναφοράς για τις παραπομπές στο αριστοτελικό κείμενο» (σ. 139).
5.Διάφορα κείμενα φαίνεται να το επιβεβαιώνουν, για παράδειγμα η συχνή χρήση ρημάτων λόγου («είπαμε», «μιλήσαμε για»), χαρακτηριστική της προφορικής διδασκαλίας και συζήτησης.
6.Συνοπτικά, μπορούμε να θυμηθούμε ότι οι κατάλογοι είναι τρεις: ένας στον Διογένης Λαέρτιος, ένας στον λεγόμενο κατάλογο του Menage, και ένας τρίτος στη βιογραφία του Άραβα Ibn Abi Usaibia. Οι δύο πρώτοι ανάγονται σε κοινή πηγή και αποδίδουν την εικόνα των έργων του Σταγειρίτη τον 3ο αιώνα μ.Χ., ενώ ο τρίτος αποδίδεται στον Πτολεμαίο, ο οποίος — σύμφωνα με τους μελετητές — τον άντλησε από τον Ανδρόνικο.
7.Giovanni Reale, «La figura di Werner Jaeger e la sua opera “Paideia”», εισαγωγή στο Jaeger, Paideia. La formazione dell’uomo greco, Bompiani, Μιλάνο 2003, σσ. XIX–XX.
8.Η κριτική του Jaeger στρέφεται κατά του παραδοσιακού παραδείγματος που επιχειρούσε να ανασυνθέσει ένα αυστηρό σύστημα, υποτιμώντας τις διαφοροποιήσεις των κειμένων. Προτείνει το μοντέλο ενός «ανοικτού συστήματος». Βλ. επίσης: Angela Fermani, L’Etica di Aristotele, Morcelliana, Μπρέσια 2012, σ. 16.
9.Π.χ. η ερμηνεία του «ύστερου» Αριστοτέλη ως θετικιστή, αν και ο ίδιος ο Jaeger το απορρίπτει.
10.Giovanni Reale, Il concetto di filosofia prima, Vita e Pensiero, Μιλάνο 1961· Bompiani, 2008.
11.Ούτε η εγγύτητα προς τον Πλάτων μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως χρονολογικό κριτήριο. Βλ. Berti, Dalla dialettica..., σσ. 170-171.
12.Άλλοι μελετητές (von Arnim, Gohlke) πρότειναν αντίθετη εξέλιξη από εκείνη του Jaeger. Βλ. Berti, ό.π., σ. 169.
13.Pierre Aubenque, Le problème de l’être chez Aristote, PUF, Παρίσι 1962.
14.Giovanni Reale, Introduzione a Aristotele, Laterza, Μπάρι–Μιλάνο 1974 (2014¹⁷), σ. 4.
15.Ό.π., σσ. 42-43.
16.Παράδειγμα: Ingemar Düring, Aristoteles, Χαϊδελβέργη 1966· ιταλ. μετάφρ. Aristotele, Mursia, Μιλάνο 1976.
17.Για παράδειγμα, βλ. Lucia Palpacelli, Aristotele interprete di Platone, Morcelliana, Μπρέσια 2013, σσ. 287-307.
18.Συνηθίζεται η διάκριση της ζωής του Αριστοτέλη σε τρεις περιόδους: Ακαδημία (367–347 π.Χ.), ταξίδια (347–334 π.Χ.), Λύκειο (334–322 π.Χ.). Αυτή η κατανομή εξηγεί τη στρωμάτωση και τις διαφορετικές τονίσεις των κειμένων.
3. Τα ειδικά προβλήματα του Organon
ΔΕΥΤΕΡΑ ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ – ΤΟΠΙΚΑ – ΣΟΦΙΣΤΙΚΕΣ ΕΛΕΓΧΟΙ
Γενικός συντονισμός
του Maurizio Migliori
Ελληνικό κείμενο αντικριστά
Εκδόσεις Bompiani, Milano 2016
II.
Η ΦΥΣΗ ΚΑΙ ΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΙΚΟΥ ΟΡΓΑΝΟΥ
Πριν προσεγγίσουμε το Organon, με τα ιδιαίτερα προβλήματά του, είναι απαραίτητο να σκεφτούμε δύο δεδομένα γενικότερης σημασίας.
1. Τα «κείμενα» του Αριστοτέλη
Πρέπει καταρχάς να θυμόμαστε ότι οι πραγματείες που αναλύονται εδώ δεν ήταν έργα δημοσιευμένα, αλλά «κείμενα για τη σχολή». Ταυτόχρονα όμως πρέπει να αποφύγουμε να κατανοήσουμε αυτή τη διατύπωση με τη σημερινή της έννοια, όπως διευκρινίζει εύστοχα — αξιοποιώντας ορισμένες σκέψεις του Werner Jaeger — ο Enrico Berti:
«Δεν πρέπει να πιστεύεται ότι οι πραγματείες, σε αντίθεση με τους δημοσιευμένους διαλόγους…, ήταν εντελώς ανέκδοτες…, όπως νόμιζε ο Eduard Zeller. Δεν είναι απλές σημειώσεις-υπομνήματα…, παρόλο που ορισμένα μέρη τους έχουν αυτόν τον χαρακτήρα, ούτε τετράδια σημειώσεων για διδασκαλία…».
Για να κατανοήσουμε τι ακριβώς είναι, πρέπει να ανατρέξουμε στις συνθήκες της εκδοτικής δραστηριότητας στην αρχαιότητα, η οποία προέβλεπε έργα προορισμένα να διαβαστούν και να συζητηθούν σε περιορισμένους κύκλους, καθώς και κείμενα απευθυνόμενα σε ευρύτερο κοινό.
Επομένως, και τα πρώτα προϋπέθεταν μια μορφή «δημοσίευσης»:
«Τα έργα που δημοσιεύονταν με αυτόν τον τρόπο ονομάζονταν λόγοι ἀκροαμένοι (δηλαδή “λόγοι που ακούγονται”) ή ἀκροάσεις (auscultationes) και, παρότι μεταδίδονταν σε ένα κοινό, δεν έβγαιναν ποτέ, κατά κάποιον τρόπο, εντελώς από τα χέρια του συγγραφέα· γι’ αυτό μπορούσαν να αναθεωρούνται και να τροποποιούνται συνεχώς από τον ίδιο. Αυτό εξηγεί τον τυπικό χαρακτήρα των έργων του Αριστοτέλης, που είναι γεμάτα από προσθήκες, επαναλήψεις και διορθώσεις» (σ. 125).
Αφετηριακή θέση είναι, λοιπόν, ότι αυτά τα αριστοτελικά έργα παρουσιάζονται πάντοτε ως συλλογές διαφορετικών logoi. Δεν πρόκειται για επιλογή που μπορεί να αποδοθεί μόνο στους «εκδότες» αυτών των κειμένων, διότι ο ίδιος ο Αριστοτέλης συχνά τα αντιμετωπίζει ως ομάδες μελετών συνδεδεμένων βάσει της συγγένειας των θεμάτων τους. Πράγματι, στις εσωτερικές του αναφορές χρησιμοποιεί πολύ συχνά τον ουδέτερο πληθυντικό, όπως physika, δηλαδή «φυσικά (έργα)»3.
Συνεπώς, πρέπει πάντοτε να θυμόμαστε ότι το Corpus Aristotelicum 4— καρπός μιας εκδοτικής συστηματοποίησης που αποδίδεται στον Ανδρόνικος ο Ρόδιος, ο οποίος δημοσίευσε τα έργα αυτά τον 1ο αιώνα π.Χ. — δεν συγκεντρώνει έργα επιμελημένα για το ευρύ κοινό, αλλά «εσωτερικά», εσωτερικά ή ακροαματικά κείμενα, τα οποία διαμορφώνονται είτε ως εργαλεία για διανοητική συζήτηση είτε ως καταγραφές μαθημάτων είτε ως «σχολικά» εγχειρίδια είτε ακόμη ως σύντομα υπομνηματικά έργα (pro memoria).
Αυτό ακριβώς θα συναντήσουμε και στο Όργανον: ένα υλικό ετερογενούς φύσεως και εσωτερικά «μαγματικό», το οποίο εδράζεται σε μια πολύπλοκη ιστορική διαδρομή, ασφαλώς όχι εύκολα ανασυνθέσιμη.
Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται και από τους αρχαίους καταλόγους των έργων του Αριστοτέλη, οι οποίοι μας παρουσιάζουν μια εξαιρετικά ποικίλη εικόνα. Ενώ ο κατάλογος του 3ου αιώνα αντιστοιχεί σε γενικές γραμμές στα έργα που βρίσκουμε στην κριτική έκδοση του Bekker, ο αρχαιότερος κατάλογος (προγενέστερος κατά περίπου τέσσερις αιώνες) καταγράφει έως και 124 τίτλους εντελώς διαφορετικούς. Αυτό επέβαλε στους μελετητές το έργο — όχι πάντοτε εύκολο και μερικές φορές αδύνατο — να ταυτίσουν αυτά τα κείμενα με τους σημερινούς τίτλους.
Η κατάσταση αυτή επιβεβαιώνει την πολυπλοκότητα της εκδοτικής παράδοσης, η οποία έχει ανασυγκροτηθεί με διάφορους τρόπους από τους ερευνητές. Παρ’ όλα αυτά, οι εις βάθος μελέτες οδηγούν σε ένα καθησυχαστικό συμπέρασμα: η ανάλυση των αυθεντικών κειμένων κατέστησε δυνατό να «αποδειχθεί… ο γνησίως αριστοτελικός χαρακτήρας όλων ή σχεδόν όλων των εκφράσεων που περιέχονται σε αυτά» (Berti, Dalla dialettica…, σ. 140). Αυτό οδηγεί ακόμη και στην υπόθεση ότι ο Ανδρόνικος ενδέχεται να εργάστηκε πάνω σε πρωτότυπα χειρόγραφα του ίδιου του Σταγειρίτη.
2. Η κρίση του ιστορικο-γενετικού παραδείγματος
Το δεύτερο ζήτημα που πρέπει να τεθεί εκ των προτέρων είναι η ανάγκη να αναγνωριστεί με συνέπεια η κρίση του ιστορικο-γενετικού παραδείγματος, το οποίο κυριάρχησε για πολλές δεκαετίες. Όλα ανάγονται στη θεμελιώδη μελέτη του Werner Jaeger για τον Αριστοτέλη, η οποία προκάλεσε μια πραγματική «επανάσταση». Πέρα από τις πολλές τεχνικές της συμβολές (όπως, για παράδειγμα, η απόδειξη της γνησιότητας της Ηθικής Ευδημείου), το έργο αυτό — όπως αναγνωρίζει ακόμη και ένας μελετητής «αντίθετης κατεύθυνσης», όπως ο Giovanni Reale — «άφησε πραγματικά εποχή, όσο λίγα άλλα, καθώς δημιούργησε ένα νέο ερμηνευτικό παράδειγμα, εναλλακτικό προς το κυρίαρχο».
Η πρόταση του Jaeger είναι στην πραγματικότητα πολύ σύνθετη, αλλά κυρίως η «εξελικτική» του ανάγνωση επηρέασε για δεκαετίες τις μελέτες: επιχείρησε να ερμηνεύσει τις διαφορές που παρατηρούνται στα αριστοτελικά κείμενα ως ένδειξη μιας εξέλιξης από μια πλατωνική φάση σε μια μεταγενέστερη, που χαρακτηρίζεται από έντονα εμπειρικά ενδιαφέροντα και από ουσιαστική εγκατάλειψη της προηγούμενης προοπτικής.
Η πρόταση αυτή όχι μόνο προσφέρεται εύκολα σε ερμηνευτικές υπερβολές, αλλά οδηγεί φυσιολογικά και σε μια σειρά αρνητικών αποτελεσμάτων, τα οποία έχει επισημάνει υποδειγματικά ο Reale. Πρώτον, ελλείψει αντικειμενικών δεδομένων¹¹, το μοναδικό κριτήριο για τη χρονολογική ταξινόμηση (και συχνά την αποσπασματοποίηση) των κειμένων είναι το θεωρητικό· κατά συνέπεια, όπως πράγματι συνέβη, είναι πάντοτε δυνατό να διατυπωθούν εναλλακτικές υποθέσεις και να κατασκευαστεί μια χρονολόγηση ακόμη και πλήρως αντίθετη από εκείνη του Jaeger¹².
Επιπλέον, η μέθοδος προσκρούει σε μια άπειρη σειρά δυσκολιών εφαρμογής, ιδίως όσον αφορά τα φυσικά και τα ηθικά έργα. Τέλος — και κυρίως — δεν γίνεται κατανοητό πώς είναι δυνατόν τα κείμενα αυτά, τα οποία ασφαλώς συναρμολογήθηκαν με διάφορους τρόπους, να έχουν διατηρήσει μια στρωμάτωση εννοιολογικά αντιφατικών προσεγγίσεων χωρίς ο συγγραφέας να κάνει τίποτε για να την εξαλείψει.
Ενάντια στην πρακτική της «εξάλειψης» ή και της «τεμαχιστικής διάσπασης» μερών ενός κειμένου ως δήθεν προγενέστερων ή μεταγενέστερων, ισχύει η μεθοδολογική υπόδειξη του Pierre Aubenque: εφόσον ένας συγγραφέας δεν αποκηρύσσει ένα έργο, το περιεχόμενό του πρέπει να εξακολουθεί να του αποδίδεται ως δικό του· «τόσο μάλλον αυτό ισχύει για τα εσωτερικά (εσωτερικά/ακροαματικά) έργα του Αριστοτέλη, τα οποία δεν έπαψαν ποτέ να βρίσκονται στα χέρια του και τα οποία μπορούσε συνεπώς να διορθώνει και να διαμορφώνει κατά βούληση. Αν ορισμένα μέρη αυτών των μαθημάτων ή ολόκληρα μαθήματα είχαν κριθεί από τον Σταγειρίτη ξεπερασμένα, θα είχαν ασφαλώς καταργηθεί ή τροποποιηθεί»¹⁴.
Ακόμη πιο σοβαρό είναι το γεγονός ότι το αποτέλεσμα τόσων προσπαθειών αποδεικνύεται σημαντικό μόνο ως προς τον εντοπισμό των εσωτερικών σχέσεων μεταξύ των μερών του Corpus, ενώ σε ερμηνευτικό επίπεδο παραμένει εξαιρετικά φτωχό. Και αυτό όχι μόνο επειδή δεν επιτυγχάνεται μια τεκμηριωμένη και κοινώς αποδεκτή κατάληξη, αλλά και επειδή, διασπώντας με αυτόν τον τρόπο τα κείμενα, καθίσταται αδύνατη η συγκρότηση ενός κατά κάποιον τρόπο συνεκτικού λόγου για τη σκέψη του Αριστοτέλη.
Τα αποτελέσματα αυτής της προσέγγισης υπήρξαν τόσο απογοητευτικά σε ερμηνευτικό επίπεδο και οι αντιρρήσεις τόσο ισχυρές, ώστε το μοντέλο αυτό σήμερα θεωρείται ουσιαστικά εγκαταλελειμμένο¹⁵ — όχι όμως με τρόπο γραμμικό ή συνεπή. Το επισημαίνω αυτό, διότι ακόμη και σήμερα συναντά κανείς διακεκριμένους μελετητές οι οποίοι, μπροστά σε μια κειμενική δυσκολία, καταφεύγουν έμμεσα σε αυτή την προσέγγιση, ή άλλους που παραμένουν κατά κάποιον τρόπο δέσμιοί της, αφιερώνοντας σελίδες επί σελίδων στον καθορισμό της προτεραιότητας ή υστερότητας επιμέρους κειμένων ή τμημάτων τους, χωρίς καμία πειστική ερμηνευτική αναγκαιότητα¹⁶.
Είναι, λοιπόν, αναγκαίο να αναγνωριστεί η αποτυχία αυτής της ερμηνευτικής στρατηγικής και να προσεγγιστούν τα αριστοτελικά κείμενα με διαφορετικό στόχο. Δεδομένης της αδιαμφισβήτητης παρουσίας σημαντικών διαφορών στις αριστοτελικές επεξεργασίες του ίδιου προβλήματος, πρέπει να διερευνηθεί αν αυτές αποτελούν ένδειξη μεταβολής της Weltanschauung του συγγραφέα, της κοσμοθεωρίας και της φιλοσοφικής του προοπτικής· αν δηλαδή εκφράζουν τέτοιες αποκλίσεις ώστε να καθίσταται αδύνατη μια συνεκτική ερμηνεία, θέτοντας σε κρίση — σε ένα συγκεκριμένο πεδίο — την ενότητα του «συστήματος».
Δεν πρέπει να υποτιμηθεί η έμφαση στη «διαφορά του πεδίου»: η απάντηση σε ένα ερώτημα σχετικά με την προέλευση της κοσμικής κίνησης στο επίπεδο της φυσικής δεν ταυτίζεται με εκείνη που δίνεται στο μεταφυσικό επίπεδο, διότι με την αλλαγή του πεδίου αναφοράς μεταβάλλεται και το ίδιο το ερώτημα και, κατά συνέπεια, και η απάντηση. Συνοπτικά: άλλο είναι να ρωτά κανείς ποια αρχή εξηγεί την κίνηση του κόσμου και άλλο γιατί υπάρχει κίνηση στον κόσμο¹⁷.
Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να αγνοηθεί ή να απορριφθεί το έργο που έχει πραγματοποιηθεί τα τελευταία χρόνια από τόσους μελετητές· αντιθέτως. Εφόσον είναι πλέον σαφές ότι τα «συγγράμματα» του Αριστοτέλη αποτελούν κείμενα διαφορετικής φύσεως, προϊόντα και εργαλεία των «παραδόσεων» που έλαβαν χώρα αρχικά στην Ακαδημία, κατόπιν κατά τη διάρκεια των ταξιδιών του και τέλος στο Λύκειο, και φέρουν τα ίχνη αυτής της εξαιρετικά σύνθετης ιστορίας, με αποτέλεσμα να μην παρουσιάζουν λογοτεχνική ομοιογένεια και ενότητα, αυτό δεν συνεπάγεται καθόλου την ανάγκη υιοθέτησης μιας εξελικτικής υπόθεσης, η οποία άλλωστε δεν επιλύει τα προβλήματα αλλά τα επιτείνει.
Αντιθέτως, πρέπει να γίνουν αποδεκτές όλες οι αντιφάσεις και οι διαφορές που η γενετική υπόθεση ανέδειξε ακόμη περισσότερο, θέτοντας ένα θεμελιώδες ερώτημα: τι δικαιολογεί τις διαφορετικές επεξεργασίες;
Η απάντηση πρέπει να αναζητηθεί τόσο σε γενικό όσο και σε ειδικό επίπεδο, δηλαδή οφείλουμε να θέσουμε τα εξής ερωτήματα:
Για ποιο λόγο ο Αριστοτέλης παρουσιάζει λύσεις ακόμη και βαθιά διαφορετικές μεταξύ τους, χωρίς να φαίνεται να θεωρεί αυτή την επιλογή προβληματική και προχωρώντας σχεδόν σαν να μην την αντιλαμβάνεται; Πρόκειται πράγματι για κάτι που εμείς θεωρούμε απαράδεκτο· βρισκόμαστε, επομένως, ενώπιον ενός από εκείνα τα «φαινομενικά παράδοξα» που, όπως διδάσκει ο Thomas Kuhn, ανοίγουν τον δρόμο για μια αυθεντική κατανόηση της σκέψης του Σταγειρίτη.
Ποιες είναι οι συγκεκριμένες αιτίες για τις οποίες, σε ένα πλαίσιο, ο Αριστοτέλης προτείνει μια λύση και σε ένα άλλο πλαίσιο μια διαφορετική, ακόμη και ριζικά διαφορετική;
Σημειώσεις:
1.Werner Jaeger, Studien zur Entstehungsgeschichte der Metaphysik des Aristoteles, Weidmann, Βερολίνο 1912, σσ. 131-133.
2.Enrico Berti, Aristotele. Dalla dialettica alla filosofia prima, με συμπληρωματικές μελέτες· Εισαγωγή του Giovanni Reale, Bompiani, Μιλάνο 2004 (επανέκδοση, με προσθήκη άρθρων, του ομώνυμου έργου που δημοσιεύθηκε από Cedam, Πάδοβα 1977). Το έργο αυτό θα αναφέρεται ως Dalla dialettica... για να διακρίνεται από άλλο έργο του ίδιου συγγραφέα με τίτλο Aristotele.
3.Αυτό δεν σημαίνει βεβαίως ότι αποκλείεται εκ των προτέρων μια τάξη: ιδίως σε ορισμένους τομείς, όπως στα «μαθήματα Φυσικής» που βρίσκονταν στο επίκεντρο των ενδιαφερόντων του Αριστοτέλης, ο ίδιος ο Σταγειρίτης ενδέχεται να είχε καθορίσει μια εκθετική ακολουθία που παρέμεινε αμετάβλητη στη διάταξη των έργων όπως τα διαθέτουμε σήμερα. Πράγματι, στην αρχή των Μετεωρολογικών ο φιλόσοφος ανασυγκροτεί την πορεία της έρευνάς του: «Πρώτα εξετάσαμε τα πρώτα αίτια της φύσεως και κάθε φυσικής κινήσεως· κατόπιν τα άστρα και τη διάταξη της κινήσεώς τους στην ανώτερη περιοχή, καθώς και τα σωματικά στοιχεία — τον αριθμό τους, την ποιότητά τους, τις αμοιβαίες μεταβολές τους — και τέλος τη γένεση και τη φθορά γενικώς. Απομένει να εξετάσουμε το μέρος εκείνο που όλοι οι προγενέστεροι ονόμαζαν μετεωρολογικό» (Meteorologica A, 1, 338b20 κ.ε.). Είναι σχετικά εύκολο να αντιστοιχίσουμε αυτά τα πέντε στάδια στις πέντε πραγματείες που ο κατάλογος Πτολεμαίου–Ανδρονίκου παρουσιάζει με αυτή τη σειρά: Physica, De caelo, De generatione, Meteorologica. Για το ζήτημα αυτό βλ. επίσης: Aristotele, La generazione e la corruzione, μετάφραση, εισαγωγή και σχόλια του M. Migliori, Loffredo, Νάπολη 1976· νέα έκδοση με αναθεώρηση, ενημέρωση και βιβλιογραφικό δοκίμιο της Lucia Palpacelli, Bompiani, Μιλάνο 2013, σσ. XX–XXX.
4.Για μια σύντομη και αποτελεσματική παρουσίαση των σχετικών μελετών, βλ. Berti, Dalla dialettica..., σσ. 128-143, όπου καταλήγει σε ένα καθησυχαστικό συμπέρασμα: τα έργα που διαθέτουμε «αντιστοιχούν σε μεγάλο βαθμό σε εκείνα που δημοσιεύθηκαν τον 1ο αιώνα π.Χ. από τον Ανδρόνικος ο Ρόδιος. Είναι πράγματι δυνατό να ανασυγκροτηθεί μια σχεδόν αδιάλειπτη γραμμή μετάδοσης από τον Ανδρόνικο στους “ορθόδοξους” σχολιαστές, από αυτούς στους νεοπλατωνικούς σχολιαστές και τέλος στα βυζαντινά χειρόγραφα, τα οποία αποτελούν ακόμη τη βάση — άμεσα ή έμμεσα — των σύγχρονων έντυπων εκδόσεων, από την αλδινή έκδοση (που δημοσιεύθηκε από τον Aldo Manuzio στη Βενετία μεταξύ 1495 και 1498) έως την έκδοση Bekker (Βερολίνο 1831–1870), η οποία χρησιμοποιείται ως σημείο αναφοράς για τις παραπομπές στο αριστοτελικό κείμενο» (σ. 139).
5.Διάφορα κείμενα φαίνεται να το επιβεβαιώνουν, για παράδειγμα η συχνή χρήση ρημάτων λόγου («είπαμε», «μιλήσαμε για»), χαρακτηριστική της προφορικής διδασκαλίας και συζήτησης.
6.Συνοπτικά, μπορούμε να θυμηθούμε ότι οι κατάλογοι είναι τρεις: ένας στον Διογένης Λαέρτιος, ένας στον λεγόμενο κατάλογο του Menage, και ένας τρίτος στη βιογραφία του Άραβα Ibn Abi Usaibia. Οι δύο πρώτοι ανάγονται σε κοινή πηγή και αποδίδουν την εικόνα των έργων του Σταγειρίτη τον 3ο αιώνα μ.Χ., ενώ ο τρίτος αποδίδεται στον Πτολεμαίο, ο οποίος — σύμφωνα με τους μελετητές — τον άντλησε από τον Ανδρόνικο.
7.Giovanni Reale, «La figura di Werner Jaeger e la sua opera “Paideia”», εισαγωγή στο Jaeger, Paideia. La formazione dell’uomo greco, Bompiani, Μιλάνο 2003, σσ. XIX–XX.
8.Η κριτική του Jaeger στρέφεται κατά του παραδοσιακού παραδείγματος που επιχειρούσε να ανασυνθέσει ένα αυστηρό σύστημα, υποτιμώντας τις διαφοροποιήσεις των κειμένων. Προτείνει το μοντέλο ενός «ανοικτού συστήματος». Βλ. επίσης: Angela Fermani, L’Etica di Aristotele, Morcelliana, Μπρέσια 2012, σ. 16.
9.Π.χ. η ερμηνεία του «ύστερου» Αριστοτέλη ως θετικιστή, αν και ο ίδιος ο Jaeger το απορρίπτει.
10.Giovanni Reale, Il concetto di filosofia prima, Vita e Pensiero, Μιλάνο 1961· Bompiani, 2008.
11.Ούτε η εγγύτητα προς τον Πλάτων μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως χρονολογικό κριτήριο. Βλ. Berti, Dalla dialettica..., σσ. 170-171.
12.Άλλοι μελετητές (von Arnim, Gohlke) πρότειναν αντίθετη εξέλιξη από εκείνη του Jaeger. Βλ. Berti, ό.π., σ. 169.
13.Pierre Aubenque, Le problème de l’être chez Aristote, PUF, Παρίσι 1962.
14.Giovanni Reale, Introduzione a Aristotele, Laterza, Μπάρι–Μιλάνο 1974 (2014¹⁷), σ. 4.
15.Ό.π., σσ. 42-43.
16.Παράδειγμα: Ingemar Düring, Aristoteles, Χαϊδελβέργη 1966· ιταλ. μετάφρ. Aristotele, Mursia, Μιλάνο 1976.
17.Για παράδειγμα, βλ. Lucia Palpacelli, Aristotele interprete di Platone, Morcelliana, Μπρέσια 2013, σσ. 287-307.
18.Συνηθίζεται η διάκριση της ζωής του Αριστοτέλη σε τρεις περιόδους: Ακαδημία (367–347 π.Χ.), ταξίδια (347–334 π.Χ.), Λύκειο (334–322 π.Χ.). Αυτή η κατανομή εξηγεί τη στρωμάτωση και τις διαφορετικές τονίσεις των κειμένων.
3. Τα ειδικά προβλήματα του Organon
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου