Εκδόθηκε στη σειρά:
ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΤΩΝ ΠΡΩΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΑΙΩΝΩΝ
Έκδοση της Επιτροπής «Πατέρων της Εκκλησίας» της Βασιλικής Πρωσικής Ακαδημίας Επιστημών
ΩΡΙΓΕΝΗΣ
Πέμπτος Τόμος
ΛΕΙΨΙΑ (Leipzig) Βιβλιοπωλείο J. C. Hinrichs 1913
Από τον Αυλικό Σύμβουλο, Καθηγητή Δρ. Paul Koetschau
Διευθυντή Γυμνασίου στη Βαϊμάρη
Εισαγωγή
A. Προέλευση και μαρτυρίες του Περὶ ἀρχῶν
I. Τόπος προέλευσης, χρόνος και σκοπός του έργου
II. Επιλεγμένες μαρτυρίες
B. Χειρόγραφη παράδοση
I. Η μετάφραση του Rufinus of Aquileia
Τα χειρόγραφα
Οι ομάδες χειρογράφων a και y
Ο Κώδικας Λουκουλλανού
Ορθογραφικά ζητήματα
Ιδιαίτερη παράδοση του πρώτου προλόγου του Ρουφίνου
II. Η Απολογία του Pamphilus
Τα χειρόγραφα
Τα αποσπάσματα από το Περὶ ἀρχῶν
III. Η μετάφραση του Jerome
Τα αποσπάσματα στην επιστολή προς Αβίτο
Άλλα αποσπάσματα από τη μετάφραση του Ιερωνύμου
Επισκόπηση των αποσπασμάτων της μετάφρασης του Ιερωνύμου
IV. Αποσπάσματα από τη μετάφραση του Ρουφίνου
Η Απολογία του Ρουφίνου
Τα αποσπάσματα του Ανωνύμου προς Ιανουάριο
Άλλα αποσπάσματα
V. Τα ελληνικά αποσπάσματα
Τα δύο κεφάλαια της Φιλοκαλίας
Τα αποσπάσματα στην επιστολή του αυτοκράτορα Justinian I
Άλλα ελληνικά αποσπάσματα
Επισκόπηση των ελληνικών αποσπασμάτων
C. Αποκατάσταση του Περὶ ἀρχῶν
I. Ελλείψεις της μετάφρασης του Ρουφίνου
Αφορμή και χρόνος της σύνταξής της
Η μεταφραστική μέθοδος του Ρουφίνου
Η μεταχείριση των βιβλικών παραθεμάτων
II. Διόρθωση της μετάφρασης του Ρουφίνου
Η πολεμική των αντιπάλων
Τα παράλληλα στον Origenes και σε άλλους
D. Περιεχόμενο και διάρθρωση του έργου
I. Περιεχόμενο του έργου
II. Διαίρεση σε βιβλία και κεφάλαια
Ο Φώτιος Α’ Κωνσταντινουπόλεως, η Φιλοκαλία και ο Κώδικας Λουκουλλανού
Τα λατινικά χειρόγραφα BC
Ενδείξεις διάρθρωσης από τον Ωριγένη
E. Εκδόσεις και επίλογος
I. Παλαιότερες εκδόσεις
II. Η νέα έκδοση
Κατάλογος συντομογραφιών
Κείμενο
Το Περὶ ἀρχῶν του Origenes (De principiis)
Ευρετήρια
I. Ευρετήριο χωρίων
Παλαιά Διαθήκη
Καινή Διαθήκη
Μη βιβλικά κείμενα
II. Ευρετήριο ονομάτων
III. Ευρετήριο λέξεων και θεμάτων
A. Τα ελληνικά αποσπάσματα
B. Η λατινική μετάφραση του Ρουφίνου
Προσθήκες και διορθώσεις
ΛΕΙΨΙΑ (Leipzig) Βιβλιοπωλείο J. C. Hinrichs 1913
Από τον Αυλικό Σύμβουλο, Καθηγητή Δρ. Paul Koetschau
Διευθυντή Γυμνασίου στη Βαϊμάρη
Εισαγωγή
A. Προέλευση και μαρτυρίες του Περὶ ἀρχῶν
I. Τόπος προέλευσης, χρόνος και σκοπός του έργου
II. Επιλεγμένες μαρτυρίες
B. Χειρόγραφη παράδοση
I. Η μετάφραση του Rufinus of Aquileia
Τα χειρόγραφα
Οι ομάδες χειρογράφων a και y
Ο Κώδικας Λουκουλλανού
Ορθογραφικά ζητήματα
Ιδιαίτερη παράδοση του πρώτου προλόγου του Ρουφίνου
II. Η Απολογία του Pamphilus
Τα χειρόγραφα
Τα αποσπάσματα από το Περὶ ἀρχῶν
III. Η μετάφραση του Jerome
Τα αποσπάσματα στην επιστολή προς Αβίτο
Άλλα αποσπάσματα από τη μετάφραση του Ιερωνύμου
Επισκόπηση των αποσπασμάτων της μετάφρασης του Ιερωνύμου
IV. Αποσπάσματα από τη μετάφραση του Ρουφίνου
Η Απολογία του Ρουφίνου
Τα αποσπάσματα του Ανωνύμου προς Ιανουάριο
Άλλα αποσπάσματα
V. Τα ελληνικά αποσπάσματα
Τα δύο κεφάλαια της Φιλοκαλίας
Τα αποσπάσματα στην επιστολή του αυτοκράτορα Justinian I
Άλλα ελληνικά αποσπάσματα
Επισκόπηση των ελληνικών αποσπασμάτων
C. Αποκατάσταση του Περὶ ἀρχῶν
I. Ελλείψεις της μετάφρασης του Ρουφίνου
Αφορμή και χρόνος της σύνταξής της
Η μεταφραστική μέθοδος του Ρουφίνου
Η μεταχείριση των βιβλικών παραθεμάτων
II. Διόρθωση της μετάφρασης του Ρουφίνου
Η πολεμική των αντιπάλων
Τα παράλληλα στον Origenes και σε άλλους
D. Περιεχόμενο και διάρθρωση του έργου
I. Περιεχόμενο του έργου
II. Διαίρεση σε βιβλία και κεφάλαια
Ο Φώτιος Α’ Κωνσταντινουπόλεως, η Φιλοκαλία και ο Κώδικας Λουκουλλανού
Τα λατινικά χειρόγραφα BC
Ενδείξεις διάρθρωσης από τον Ωριγένη
E. Εκδόσεις και επίλογος
I. Παλαιότερες εκδόσεις
II. Η νέα έκδοση
Κατάλογος συντομογραφιών
Κείμενο
Το Περὶ ἀρχῶν του Origenes (De principiis)
Ευρετήρια
I. Ευρετήριο χωρίων
Παλαιά Διαθήκη
Καινή Διαθήκη
Μη βιβλικά κείμενα
II. Ευρετήριο ονομάτων
III. Ευρετήριο λέξεων και θεμάτων
A. Τα ελληνικά αποσπάσματα
B. Η λατινική μετάφραση του Ρουφίνου
Προσθήκες και διορθώσεις
Εισαγωγή
A. Προέλευση και μαρτυρίες του Περὶ ἀρχῶν
I. Τόπος προέλευσης, χρόνος και σκοπός του έργου
Πού και πότε ο Ωριγένης έγραψε τα τέσσερα βιβλία Περὶ ἀρχῶν, το μαθαίνουμε από την Εκκλησιαστική Ιστορία του Ευσέβιου VI 24:
«ταῦτα δ᾽ ἐκείνοις δέοι ἂν ἐπιθεῖναι ὡς ἐν μὲν τῷ ἕκτῳ τῶν εἰς τὸ κατὰ Ἰωάννην Ἐξηγητικῶν σημαίνει τὰ πρότερα πέντε ἐπ᾿ ᾿Αλεξανδρείας ἔτ᾿ ὄντα αὐτὸν συντάξαι . . . ., κατὰ δὲ τὸ ἔνατον τῶν Εἰς τὴν Γένεσιν ... οὐ μόνον τοὺς πρὸ τοῦ ἐνάτου δηλοῖ ἐπὶ τῆς ᾿Αλεξανδρείας ὑπεμνηματίσθαι, καὶ εἰς τοὺς πρώτους δὲ πέντε καὶ εἴκοσι Ψαλμοὺς ἔτι τε τὰ εἰς τοὺς Θρήνους (ὧν εἰς ἡμᾶς ἐληλύθασιν τόμοι πέντε, ἐν οἷς μέμνηται καὶ τῶν Περὶ ἀναστάσεως, δύο δ᾽ ἐστὶν καὶ ταῦτα)· οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ τὰ Περὶ ἀρχῶν πρὸ τῆς ἀπ᾿ ᾿Αλεξανδρείας μεταναστάσεως γράφει, καὶ τοὺς ἐπιγεγραμμένους Στρωματεῖς, ὄντας τὸν ἀριθμὸν δέκα, ἐπὶ τῆς αὐτῆς πόλεως κατὰ τὴν ᾿Αλεξάνδρου συντάττει βασιλείαν.»
Σύμφωνα με αυτά, ο Ευσέβιος μαρτυρεί απλώς τη συγγραφή του Περὶ ἀρχῶν στην Αλεξάνδρεια και πριν από τη μετακίνηση του Ωριγένη στην Καισάρεια, κατά το 10ο έτος του Σεβήρου Αλεξάνδρου (Εὐσέβ., h. e. VI 26), δηλαδή πριν από το 230/31 μ.Χ.¹, χωρίς όμως να δίνει ούτε το έτος συγγραφής ούτε κάποιο terminus post quem.
Η σειρά των έργων του Ωριγένη στον Ευσέβιο (h. e. VI 24) δεν είναι ασφαλώς αυστηρά χρονολογική, και ο προσδιορισμός «κατὰ τὴν ᾿Αλεξάνδρου βασιλείαν» αναφέρεται μόνο στα Στρωματεῖς. Αν ο Ευσέβιος τοποθετεί το υπόμνημα στο κατά Ιωάννην (βιβλ. I–V) στην πρώτη θέση και το υπόμνημα στη Γένεση (βιβλ. I–VIII) στη δεύτερη, τότε ίσως συνήγαγε την προτεραιότητα του πρώτου από το Orig., In Joh. I 2².
Βλ. Ed. Schwartz, Eusebius μέρος III, σ. CCXX.
Βλ. Harnack, Chronologie II, σ. 30· Preuschen, Einl. zu Origenes, Werke IV, σ. LXXVII εξ. Origenes V
Επειδή όμως κατά το έτος 230/31 ούτε το υπόμνημα στον Ιωάννη ούτε εκείνο στη Γένεση ούτε εκείνο στους Ψαλμούς είχαν ολοκληρωθεί, είναι πιθανό ότι ο Ωριγένης, αν και είχε αρχίσει την ερμηνεία του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου, σύντομα άρχισε επίσης να ερμηνεύει τη Γένεση και τους Ψαλμούς και προωθούσε τα τρία αυτά έργα ταυτόχρονα¹.
Από τον Εὐσέβιο (h. e. VI 23, 1: «Ἐξ ἐκείνου δὲ καὶ Ὠριγένει τῶν εἰς τὰς θείας γραφὰς ὑπομνημάτων ἐγίνετο ἀρχή, Αμβροσίου παρορμῶντος αὐτὸν μυρίαις ὅσαις οὐ προτροπαῖς ταῖς διὰ λόγων καὶ παρακλήσεσιν αὐτὸ μόνον, ἀλλὰ καὶ ἀφθονωτάταις τῶν ἐπιτηδείων χορηγίαις») συνάγεται δικαίως ότι ο Ωριγένης, κατόπιν παρότρυνσης του Αμβροσίου —ο οποίος είχε μεταστραφεί επί Καρακάλλα— άρχισε περίπου από το έτος 218 μ.Χ. να γράφει υπομνήματα. Η συγγραφή του Περὶ ἀρχῶν δεν προηγείται αυτού του χρονικού σημείου, αλλά πρέπει να τοποθετηθεί μετά από αυτό, δηλαδή μετά την έναρξη των υπομνημάτων στους Ψαλμούς και στη Γένεση. Αυτό αποδεικνύεται από τα ακόλουθα χωρία.
Orig., De princ. II 4, 4 (132, 8):
«De quibus secundum parvitatem sensus nostri cum secundi psalmi exponeremus illum versiculum, in quo ait: Tunc loquetur ad eos in ira sua, et in furore suo conturbabit eos (Psal. 2, 5), prout potuimus, qualiter hoc intellegi deberet, ostendimus.»
(«Για τα ζητήματα αυτά, σύμφωνα με τη μικρότητα της κατανόησής μας, όταν ερμηνεύαμε εκείνο το χωρίο του δεύτερου ψαλμού, όπου λέει: “Τότε θα τους μιλήσει με οργή του και με θυμό του θα τους συνταράξει” (Ψαλμ. 2, 5), δείξαμε, όσο μπορέσαμε, με ποιον τρόπο πρέπει να κατανοηθεί αυτό.»)
Ο Ευσέβιος (h. e. VI 24) μαρτυρεί ότι η ερμηνεία των πρώτων 25 Ψαλμών από τον Ωριγένη ανήκει ακόμη στην αλεξανδρινή του περίοδο· βέβαια, από το χωρίο στο De princ. II 4, 4 δεν προκύπτει πόσο είχε ήδη προχωρήσει τότε το υπόμνημα στους Ψαλμούς κατά τη συγγραφή αυτού του έργου.
Περισσότερη σαφήνεια μας δίνουν τα ακόλουθα χωρία.
Orig., De princ. II 3, 6 (123, 13):
«Verum de huiuscemodi opinionibus plenius in illo loco tractavimus, cum requireremus, quid esset quod In principio fecit deus caelum et terram (Gen. 1, 1).»
Από αυτό συνάγεται ότι ο Ωριγένης, όταν έγραφε αυτά τα λόγια, είχε ήδη αρχίσει το υπόμνημα στη Γένεση. Το ότι όμως δεν είχε προχωρήσει πολύ σε αυτό, δείχνει ένα δεύτερο χωρίο:
I 2, 6 (34, 15):
«eum, qui ad imaginem et similitudinem dei (vgl. Gen. 1, 26) factus est, hominem, de quo diligentius deo favente, cum locum ipsum in Genesi exponere coeperimus, videbimus.»
(«τον άνθρωπο που δημιουργήθηκε κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση του Θεού (πρβλ. Γεν. 1, 26), για τον οποίο, με τη βοήθεια του Θεού, θα δούμε διεξοδικότερα, όταν αρχίσουμε να ερμηνεύουμε το ίδιο το χωρίο στη Γένεση.»)
Βεβαίως, είναι δυνατόν τότε —αν η ερμηνεία του Γεν. 1, 16–18 ανήκει στο τρίτο βιβλίο του υπομνήματος στη Γένεση²— να είχαν ήδη ολοκληρωθεί τρία βιβλία αυτού. Αν όμως το βιβλίο IV αυτού του υπομνήματος, στο οποίο πιθανότατα εξεταζόταν το Γεν. 1, 26, καθώς και τα βιβλία V–VIII, δηλαδή ακόμη πέντε εκτενή βιβλία, μαζί με τα λοιπά έργα, είχαν γραφεί πριν από το 230/31 στην Αλεξάνδρεια, τότε φαίνεται προτιμότερο να τοποθετήσουμε τη συγγραφή του Περὶ ἀρχῶν μάλλον λίγο μετά το 220 παρά κοντά στο 230.
Πριν από αυτό το έργο είχαν επίσης συνταχθεί τα δύο βιβλία Περὶ ἀναστάσεως, όπως αποδεικνύεται από το De princ. II 10, 1 (173, 7: «de quo et in aliis quidem libris, quos de resurrectione scripsimus, plenius disputavimus» (για το οποίο έχουμε πραγματευθεί διεξοδικότερα και σε άλλα βιβλία που γράψαμε περί της ανάστασης)): επειδή το Περὶ ἀναστάσεως μνημονεύεται από τον Ωριγένη και στο υπόμνημά του στους Θρήνους, το οποίο ανήκει στα έτη 218–230 (Εὐσέβ., h. e. VI 24), πρέπει να τοποθετήσουμε την πραγματεία για την Ανάσταση —η οποία αποτελεί ένα είδος προεργασίας για το De principiis— πριν από την έναρξη των μεγάλων υπομνημάτων, δηλαδή πριν από το 218.
Το συγγενές προς αυτήν, αλλά πολύ εκτενέστερο έργο περί των θεμελιωδών διδασκαλιών (Περὶ ἀρχῶν), φαίνεται εύλογο, λόγω της εσωτερικής τους συνάφειας, να μην απέχει χρονικά πολύ από εκείνο, δηλαδή να τοποθετείται όχι πολύ μετά το 220.
Από την άλλη πλευρά, οι εβραϊκές σπουδές του Ωριγένη, που αναφέρονται από τον Ευσέβιο (h. e. VI 16) επί Καρακάλλα, ανήκουν ήδη σε προγενέστερο χρόνο. Στο De princ. I 3, 4 (52, 17: «Ἔλεγε δὲ ὁ Ἑβραῖος...») και IV 3, 14 (26) (346, 11: «Nam et hebraeus doctor ita tradebat...») η ερμηνεία ενός χωρίου του Ησαΐα από τον εβραίο διδάσκαλο του Ωριγένη παρατίθεται με τρόπο που δείχνει ότι η διδασκαλία του είχε ήδη ολοκληρωθεί αρκετό χρόνο πριν.
Το γεγονός ότι ο Ωριγένης στο υπόμνημά του προς Ρωμαίους VII 16 (Lom. VII 167: «De quibus plenius quidem a nobis in eo libello, ubi de arbitrii libertate disseruimus, pro viribus singula quaeque discussa sunt, quae ad instructionem satis superque sufficiant» (Για τα ζητήματα αυτά έχουμε πράγματι πραγματευθεί διεξοδικότερα σε εκείνο το μικρό έργο, όπου εξετάσαμε την ελευθερία της βούλησης, αναλύοντας, κατά το μέτρο των δυνάμεών μας, κάθε επιμέρους θέμα, όσα επαρκούν και με το παραπάνω για διδασκαλία.)) παραπέμπει στο τρίτο βιβλίο του Περὶ ἀρχῶν² δεν συμβάλλει περισσότερο στον ακριβέστερο καθορισμό του χρόνου συγγραφής του έργου· το ίδιο ισχύει και για την παρατήρηση ότι το De princ. I 5, 4 (75, 25: «ne forte velut in transitu de tantis et tam absconditis rebus videamur inquirere, quod utique proprium vel opus exigit vel laborem» (μήπως τυχόν φανεί ότι εξετάζουμε τόσο μεγάλα και τόσο κρυφά ζητήματα σαν να περνάμε απλώς παρεμπιπτόντως, ενώ αυτά ασφαλώς απαιτούν ιδιαίτερο έργο και κόπο)) δεν προϋποθέτει ακόμη την ύπαρξη ερμηνείας του Ιεζεκιήλ (κεφ. 26, 28), η οποία γράφτηκε αργότερα στην Καισάρεια και την Αθήνα (βλ. Εὐσέβ., h. e. VI 32).
Αν λοιπόν η δική μου τοποθέτηση —ότι δηλαδή το έργο γράφτηκε λίγο μετά το 220— καθίσταται πιθανή μέσω των παραπάνω μαρτυριών και συλλογισμών, τότε παλαιότερες χρονολογήσεις απορρίπτονται αυτομάτως. Ο Schnitzer (Origenes über die Grundlehren der Glaubenswissenschaft, σ. XIX–XXI) πρότεινε το έτος 213, και ο Preuschen (RE f. prot. Theol. XIV³ σ. 480) τον ακολουθεί, τοποθετώντας τη συγγραφή του Περὶ ἀρχῶν στη μέση της σύνταξης του υπομνήματος στη Γένεση, μεταξύ 212 και 215.
Αυτή η τόσο πρώιμη χρονολόγηση ανατρέπεται από τη σαφή μαρτυρία του Ευσέβιου (h. e. VI 23, 1: «Ἐξ ἐκείνου δέ», δηλαδή από το 218 και εξής, «καὶ Ὠριγένει τῶν εἰς τὰς θείας γραφὰς ὑπομνημάτων ἐγίνετο ἀρχή»). Δεν έχουμε κανέναν λόγο να τοποθετήσουμε την έναρξη του υπομνήματος στη Γένεση πριν από το 218· και ότι από το Orig., In Joh. 12, 14 δεν μπορεί να συναχθεί η προτεραιότητα του υπομνήματος στη Γένεση έναντι του υπομνήματος στον Ιωάννη, έχει ήδη επισημανθεί παραπάνω.
Αυτό έχει ήδη αποδειχθεί από τον Redepenning, Origenes I 404, σημ. 1. Βλ. τώρα κυρίως Harnack, Chronologie II, σ. 31, σημ. 1.
Βλ. Redepenning, Origenes I 398.
Ο Ιερώνυμος, Ep. ad Pamm. et Ocean. 84 (65), 10 (Migne SL 22, 751), παραθέτει μια επιστολή του Ωριγένη προς τον Φαβιανό, ο οποίος ήταν επίσκοπος Ρώμης κατά τα έτη 236–250, στην οποία ο Ωριγένης κατηγορούσε τον Αμβρόσιο ότι δημοσιοποίησε (secreto edita in publicum protulerit) όσα είχαν εκδοθεί κατ’ ιδίαν. Αυτό πιθανότατα αναφέρεται στο Περὶ ἀρχῶν, ακόμη κι αν δεν δηλώνεται ρητά· βλ. παρακάτω σ. XIX.
Οι λόγοι που προβάλλει ο Schnitzer (ό.π., σ. XX) είναι όλοι ανεπαρκείς¹· φαίνεται ότι οδηγήθηκε στη χρονολόγηση αυτή κυρίως από την άποψη ότι ο Ωριγένης δεν θα μπορούσε κατά τα έτη 219–231 να έχει συγγράψει τα έργα που αναφέρει ο Ευσέβιος· τόσο λίγο γνώριζε την εξαιρετική εργατικότητα και παραγωγικότητα του μεγάλου θεολόγου.
Για ποιους έγραψε ο Ωριγένης το έργο Περὶ ἀρχῶν, δηλαδή την πρώτη χριστιανική εκκλησιαστική δογματική², το δηλώνει ο ίδιος (IV 4, 5 (32) (356, 15):
«prout potuimus in superioribus diximus pro his, qui in fide nostra etiam credendi rationem perquirere solent, et pro his, qui haeretica adversum nos certamina commovent et materiae nomen, quod ne ipsi quidem adhuc quale sit intellegere potuerunt, solent frequentius ventilare» (όπως μπορέσαμε, είπαμε παραπάνω για εκείνους που μέσα στην πίστη μας συνηθίζουν να αναζητούν και τον λόγο της πίστης, καθώς και για εκείνους που εγείρουν εναντίον μας αιρετικές αντιπαραθέσεις και συνηθίζουν να διακινούν συχνά τον όρο “ύλη”, τον οποίο ούτε οι ίδιοι ακόμη έχουν κατανοήσει τι ακριβώς είναι.)).
Ο συγγραφέας, λοιπόν, αναμένει ότι το Περὶ ἀρχῶν θα βρει δύο διαφορετικές κατηγορίες αναγνωστών: αφενός ορθόδοξους, αλλά βαθύτερα ερευνητικούς χριστιανούς —τους φίλους του— και αφετέρου αιρετικούς χριστιανούς ή ειδωλολάτρες φιλοσόφους —τους αντιπάλους του.
Σε κάθε περίπτωση, ο Ωριγένης δεν έγραψε το κύριο δογματικό του έργο, στο οποίο η πλατωνική, η στωική και η πυθαγόρεια φιλοσοφία συντίθενται με τις χριστιανικές δοξασίες με θαυμαστό τρόπο σε ένα ενιαίο σύνολο, για τους απλοϊκούς (τους ἁπλούστερους) ούτε για το πλήθος³, αλλά για τους μορφωμένους· αφενός για τους φιλοσοφικά καλλιεργημένους χριστιανούς, αφετέρου για ειδωλολάτρες φιλοσόφους ή γνωστικούς που ήταν εξοικειωμένοι με τον χριστιανισμό —ας σκεφτεί κανείς, για παράδειγμα, τον Βαλεντινιανό Αμβρόσιο— με σκοπό τη διδασκαλία, την ανασκευή και τη μεταστροφή τους.
Ένα έργο με παρόμοιο τίτλο και περιεχόμενο είχε συγγράψει και ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, ο προκάτοχος και δάσκαλος του Ωριγένη²· βλ. Quis dives salvetur 26, 8 (177, 25 St.):
«ὅπερ ἐν τῇ περὶ ἀρχῶν καὶ θεολογίας ἐξηγήσει μυστήριον τοῦ σωτῆρος ὑπάρχει μαθεῖν.»
Στα Στρωματεῖς γίνεται επανειλημμένα λόγος για ένα τέτοιο έργο, στο οποίο πρόκειται να εκτεθούν «τὰ περὶ ἀρχῶν φυσιολογηθέντα», δηλαδή οι θεμελιώδεις αρχές των Ελλήνων και μη Ελλήνων φιλοσόφων μαζί με μια σύντομη εξέταση της (ή της δικής τους) θεολογίας· βλ. π.χ. Strom. V 14; 140, 3:
«ὁπηνίκα ἂν τὰς περὶ ἀρχῶν δόξας τὰς παρ᾿ Ἕλλησι φερομένας ἀναλεγώμεθα»,
καθώς και τη σημείωση του Stählin στην έκδοσή του II 420, 24.
Πιο εκτενώς έχει ασχοληθεί με αυτό το έργο του Κλήμεντος ο Θεόδωρος Zahn (Forschungen III, σ. 38 κ.ε.). Αν και από το χωρίο του Κλήμεντος που παραθέτει ο Zahn (Strom. IV 1; 3, 1) προκύπτει ότι ο Κλήμης είχε σκοπό, μετά την παρουσίαση των θεμελιωδών αρχών των Ελλήνων φιλοσόφων, να εκθέσει και την αληθινή «φυσιολογία», η οποία, ξεκινώντας από τη βιβλική κοσμογονία, θα οδηγούσε στη θεολογία (Zahn, ό.π., σ. 39), ωστόσο είναι πιθανό ότι στο έργο που ο ίδιος παραθέτει ως Περὶ ἀρχῶν καὶ θεολογίας πραγματεύτηκε κυρίως ειδωλολατρικές διδασκαλίες.
Μια εκτενής παρουσίαση των χριστιανικών θεμελιωδών δογμάτων από τον Κλήμη δεν φαίνεται πιθανή, διότι τότε δύσκολα θα υπήρχε τόσο σύντομα μετά για τον Ωριγένη αφορμή να πραγματευθεί το ίδιο θέμα σε έργο με παρόμοιο τίτλο. Ο Ωριγένης πιθανότατα πραγματοποίησε σε αυτό το έργο εκείνο που ο προκάτοχός του είχε απλώς σχεδιάσει αλλά δεν είχε εκτελέσει, προσφέροντας μια χριστιανική συμπλήρωση στην παρουσίαση των ειδωλολατρικών θεμελιωδών αρχών.
Έτσι, η αφορμή για τη συγγραφή του Περὶ ἀρχῶν πιθανόν να δόθηκε στον Ωριγένη από τον Κλήμη· το δε κατόρθωμα να παρουσιάσει για πρώτη φορά συστηματικά τις χριστιανικές δοξασίες σε συνάφεια με τις διδασκαλίες των Ελλήνων φιλοσόφων ανήκει αποκλειστικά στον Ωριγένη².
Ο Ωριγένης δημιούργησε ένα έργο πλήρες και ολοκληρωμένο για την εποχή του· διότι κανένα από τα δογματικά ζητήματα που εμφανίστηκαν τότε ή αργότερα δεν έμεινε χωρίς εξέταση. Το Περὶ ἀρχῶν παρέμεινε για μεγάλο χρονικό διάστημα η μοναδική απόπειρα συνολικής παρουσίασης της χριστιανικής διδασκαλίας.
Εκτός από την Ἐπιτομὴ τῶν θείων δογμάτων του Θεοδωρήτου (haer. fab. comp. V, Migne SGr 83, 439 κ.ε.), μόνον ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός επανέλαβε αργότερα την προσπάθεια αυτή στο τρίτο μέρος της Πηγῆς γνώσεως, δηλαδή στην ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως (Migne SGr 94)· βλ. Loofs, *Leitf. z. Stud. der Dogmengesch.*⁴, σ. 323.
Ο Κλήμης είχε επίσης σκοπό να συγγράψει μια πραγματεία Περὶ ἀναστάσεως (Paed. I 47, 1· II 104, 3 – I 118, 3· 219, 28 St.; Redepenning, Origenes I 390, σημ. 9· Th. Zahn, Forschungen III 47), την οποία ο Ωριγένης πράγματι έγραψε.
Άλλους συγγραφείς έργων Περὶ ἀρχῶν αναφέρει ο Fabricius–Harleß, Bibl. VII, σ. 233:
«Libros περὶ ἀρχῶν scripserunt etiam Longinus, Porphyrius, et cuius opus adhuc MS. superest, Damascius.»
Πολύ πλούσιο υλικό έχει συγκεντρώσει ο Huet στα Origeniana, τα οποία χρησιμοποίησα, αλλά δεν το έχει εξετάσει με επαρκή κριτική.
Βλ. Thomasius, Origenes, σ. 17 εξ.
Βλ. Redepenning, Origenes I 392.)
II. Επιλεγμένες μαρτυρίες
A. Προέλευση και μαρτυρίες του Περὶ ἀρχῶν
I. Τόπος προέλευσης, χρόνος και σκοπός του έργου
Πού και πότε ο Ωριγένης έγραψε τα τέσσερα βιβλία Περὶ ἀρχῶν, το μαθαίνουμε από την Εκκλησιαστική Ιστορία του Ευσέβιου VI 24:
«ταῦτα δ᾽ ἐκείνοις δέοι ἂν ἐπιθεῖναι ὡς ἐν μὲν τῷ ἕκτῳ τῶν εἰς τὸ κατὰ Ἰωάννην Ἐξηγητικῶν σημαίνει τὰ πρότερα πέντε ἐπ᾿ ᾿Αλεξανδρείας ἔτ᾿ ὄντα αὐτὸν συντάξαι . . . ., κατὰ δὲ τὸ ἔνατον τῶν Εἰς τὴν Γένεσιν ... οὐ μόνον τοὺς πρὸ τοῦ ἐνάτου δηλοῖ ἐπὶ τῆς ᾿Αλεξανδρείας ὑπεμνηματίσθαι, καὶ εἰς τοὺς πρώτους δὲ πέντε καὶ εἴκοσι Ψαλμοὺς ἔτι τε τὰ εἰς τοὺς Θρήνους (ὧν εἰς ἡμᾶς ἐληλύθασιν τόμοι πέντε, ἐν οἷς μέμνηται καὶ τῶν Περὶ ἀναστάσεως, δύο δ᾽ ἐστὶν καὶ ταῦτα)· οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ τὰ Περὶ ἀρχῶν πρὸ τῆς ἀπ᾿ ᾿Αλεξανδρείας μεταναστάσεως γράφει, καὶ τοὺς ἐπιγεγραμμένους Στρωματεῖς, ὄντας τὸν ἀριθμὸν δέκα, ἐπὶ τῆς αὐτῆς πόλεως κατὰ τὴν ᾿Αλεξάνδρου συντάττει βασιλείαν.»
Σύμφωνα με αυτά, ο Ευσέβιος μαρτυρεί απλώς τη συγγραφή του Περὶ ἀρχῶν στην Αλεξάνδρεια και πριν από τη μετακίνηση του Ωριγένη στην Καισάρεια, κατά το 10ο έτος του Σεβήρου Αλεξάνδρου (Εὐσέβ., h. e. VI 26), δηλαδή πριν από το 230/31 μ.Χ.¹, χωρίς όμως να δίνει ούτε το έτος συγγραφής ούτε κάποιο terminus post quem.
Η σειρά των έργων του Ωριγένη στον Ευσέβιο (h. e. VI 24) δεν είναι ασφαλώς αυστηρά χρονολογική, και ο προσδιορισμός «κατὰ τὴν ᾿Αλεξάνδρου βασιλείαν» αναφέρεται μόνο στα Στρωματεῖς. Αν ο Ευσέβιος τοποθετεί το υπόμνημα στο κατά Ιωάννην (βιβλ. I–V) στην πρώτη θέση και το υπόμνημα στη Γένεση (βιβλ. I–VIII) στη δεύτερη, τότε ίσως συνήγαγε την προτεραιότητα του πρώτου από το Orig., In Joh. I 2².
Βλ. Ed. Schwartz, Eusebius μέρος III, σ. CCXX.
Βλ. Harnack, Chronologie II, σ. 30· Preuschen, Einl. zu Origenes, Werke IV, σ. LXXVII εξ. Origenes V
Επειδή όμως κατά το έτος 230/31 ούτε το υπόμνημα στον Ιωάννη ούτε εκείνο στη Γένεση ούτε εκείνο στους Ψαλμούς είχαν ολοκληρωθεί, είναι πιθανό ότι ο Ωριγένης, αν και είχε αρχίσει την ερμηνεία του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου, σύντομα άρχισε επίσης να ερμηνεύει τη Γένεση και τους Ψαλμούς και προωθούσε τα τρία αυτά έργα ταυτόχρονα¹.
Από τον Εὐσέβιο (h. e. VI 23, 1: «Ἐξ ἐκείνου δὲ καὶ Ὠριγένει τῶν εἰς τὰς θείας γραφὰς ὑπομνημάτων ἐγίνετο ἀρχή, Αμβροσίου παρορμῶντος αὐτὸν μυρίαις ὅσαις οὐ προτροπαῖς ταῖς διὰ λόγων καὶ παρακλήσεσιν αὐτὸ μόνον, ἀλλὰ καὶ ἀφθονωτάταις τῶν ἐπιτηδείων χορηγίαις») συνάγεται δικαίως ότι ο Ωριγένης, κατόπιν παρότρυνσης του Αμβροσίου —ο οποίος είχε μεταστραφεί επί Καρακάλλα— άρχισε περίπου από το έτος 218 μ.Χ. να γράφει υπομνήματα. Η συγγραφή του Περὶ ἀρχῶν δεν προηγείται αυτού του χρονικού σημείου, αλλά πρέπει να τοποθετηθεί μετά από αυτό, δηλαδή μετά την έναρξη των υπομνημάτων στους Ψαλμούς και στη Γένεση. Αυτό αποδεικνύεται από τα ακόλουθα χωρία.
Orig., De princ. II 4, 4 (132, 8):
«De quibus secundum parvitatem sensus nostri cum secundi psalmi exponeremus illum versiculum, in quo ait: Tunc loquetur ad eos in ira sua, et in furore suo conturbabit eos (Psal. 2, 5), prout potuimus, qualiter hoc intellegi deberet, ostendimus.»
(«Για τα ζητήματα αυτά, σύμφωνα με τη μικρότητα της κατανόησής μας, όταν ερμηνεύαμε εκείνο το χωρίο του δεύτερου ψαλμού, όπου λέει: “Τότε θα τους μιλήσει με οργή του και με θυμό του θα τους συνταράξει” (Ψαλμ. 2, 5), δείξαμε, όσο μπορέσαμε, με ποιον τρόπο πρέπει να κατανοηθεί αυτό.»)
Ο Ευσέβιος (h. e. VI 24) μαρτυρεί ότι η ερμηνεία των πρώτων 25 Ψαλμών από τον Ωριγένη ανήκει ακόμη στην αλεξανδρινή του περίοδο· βέβαια, από το χωρίο στο De princ. II 4, 4 δεν προκύπτει πόσο είχε ήδη προχωρήσει τότε το υπόμνημα στους Ψαλμούς κατά τη συγγραφή αυτού του έργου.
Περισσότερη σαφήνεια μας δίνουν τα ακόλουθα χωρία.
Orig., De princ. II 3, 6 (123, 13):
«Verum de huiuscemodi opinionibus plenius in illo loco tractavimus, cum requireremus, quid esset quod In principio fecit deus caelum et terram (Gen. 1, 1).»
Από αυτό συνάγεται ότι ο Ωριγένης, όταν έγραφε αυτά τα λόγια, είχε ήδη αρχίσει το υπόμνημα στη Γένεση. Το ότι όμως δεν είχε προχωρήσει πολύ σε αυτό, δείχνει ένα δεύτερο χωρίο:
I 2, 6 (34, 15):
«eum, qui ad imaginem et similitudinem dei (vgl. Gen. 1, 26) factus est, hominem, de quo diligentius deo favente, cum locum ipsum in Genesi exponere coeperimus, videbimus.»
(«τον άνθρωπο που δημιουργήθηκε κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση του Θεού (πρβλ. Γεν. 1, 26), για τον οποίο, με τη βοήθεια του Θεού, θα δούμε διεξοδικότερα, όταν αρχίσουμε να ερμηνεύουμε το ίδιο το χωρίο στη Γένεση.»)
Βεβαίως, είναι δυνατόν τότε —αν η ερμηνεία του Γεν. 1, 16–18 ανήκει στο τρίτο βιβλίο του υπομνήματος στη Γένεση²— να είχαν ήδη ολοκληρωθεί τρία βιβλία αυτού. Αν όμως το βιβλίο IV αυτού του υπομνήματος, στο οποίο πιθανότατα εξεταζόταν το Γεν. 1, 26, καθώς και τα βιβλία V–VIII, δηλαδή ακόμη πέντε εκτενή βιβλία, μαζί με τα λοιπά έργα, είχαν γραφεί πριν από το 230/31 στην Αλεξάνδρεια, τότε φαίνεται προτιμότερο να τοποθετήσουμε τη συγγραφή του Περὶ ἀρχῶν μάλλον λίγο μετά το 220 παρά κοντά στο 230.
Πριν από αυτό το έργο είχαν επίσης συνταχθεί τα δύο βιβλία Περὶ ἀναστάσεως, όπως αποδεικνύεται από το De princ. II 10, 1 (173, 7: «de quo et in aliis quidem libris, quos de resurrectione scripsimus, plenius disputavimus» (για το οποίο έχουμε πραγματευθεί διεξοδικότερα και σε άλλα βιβλία που γράψαμε περί της ανάστασης)): επειδή το Περὶ ἀναστάσεως μνημονεύεται από τον Ωριγένη και στο υπόμνημά του στους Θρήνους, το οποίο ανήκει στα έτη 218–230 (Εὐσέβ., h. e. VI 24), πρέπει να τοποθετήσουμε την πραγματεία για την Ανάσταση —η οποία αποτελεί ένα είδος προεργασίας για το De principiis— πριν από την έναρξη των μεγάλων υπομνημάτων, δηλαδή πριν από το 218.
Το συγγενές προς αυτήν, αλλά πολύ εκτενέστερο έργο περί των θεμελιωδών διδασκαλιών (Περὶ ἀρχῶν), φαίνεται εύλογο, λόγω της εσωτερικής τους συνάφειας, να μην απέχει χρονικά πολύ από εκείνο, δηλαδή να τοποθετείται όχι πολύ μετά το 220.
Από την άλλη πλευρά, οι εβραϊκές σπουδές του Ωριγένη, που αναφέρονται από τον Ευσέβιο (h. e. VI 16) επί Καρακάλλα, ανήκουν ήδη σε προγενέστερο χρόνο. Στο De princ. I 3, 4 (52, 17: «Ἔλεγε δὲ ὁ Ἑβραῖος...») και IV 3, 14 (26) (346, 11: «Nam et hebraeus doctor ita tradebat...») η ερμηνεία ενός χωρίου του Ησαΐα από τον εβραίο διδάσκαλο του Ωριγένη παρατίθεται με τρόπο που δείχνει ότι η διδασκαλία του είχε ήδη ολοκληρωθεί αρκετό χρόνο πριν.
Το γεγονός ότι ο Ωριγένης στο υπόμνημά του προς Ρωμαίους VII 16 (Lom. VII 167: «De quibus plenius quidem a nobis in eo libello, ubi de arbitrii libertate disseruimus, pro viribus singula quaeque discussa sunt, quae ad instructionem satis superque sufficiant» (Για τα ζητήματα αυτά έχουμε πράγματι πραγματευθεί διεξοδικότερα σε εκείνο το μικρό έργο, όπου εξετάσαμε την ελευθερία της βούλησης, αναλύοντας, κατά το μέτρο των δυνάμεών μας, κάθε επιμέρους θέμα, όσα επαρκούν και με το παραπάνω για διδασκαλία.)) παραπέμπει στο τρίτο βιβλίο του Περὶ ἀρχῶν² δεν συμβάλλει περισσότερο στον ακριβέστερο καθορισμό του χρόνου συγγραφής του έργου· το ίδιο ισχύει και για την παρατήρηση ότι το De princ. I 5, 4 (75, 25: «ne forte velut in transitu de tantis et tam absconditis rebus videamur inquirere, quod utique proprium vel opus exigit vel laborem» (μήπως τυχόν φανεί ότι εξετάζουμε τόσο μεγάλα και τόσο κρυφά ζητήματα σαν να περνάμε απλώς παρεμπιπτόντως, ενώ αυτά ασφαλώς απαιτούν ιδιαίτερο έργο και κόπο)) δεν προϋποθέτει ακόμη την ύπαρξη ερμηνείας του Ιεζεκιήλ (κεφ. 26, 28), η οποία γράφτηκε αργότερα στην Καισάρεια και την Αθήνα (βλ. Εὐσέβ., h. e. VI 32).
Αν λοιπόν η δική μου τοποθέτηση —ότι δηλαδή το έργο γράφτηκε λίγο μετά το 220— καθίσταται πιθανή μέσω των παραπάνω μαρτυριών και συλλογισμών, τότε παλαιότερες χρονολογήσεις απορρίπτονται αυτομάτως. Ο Schnitzer (Origenes über die Grundlehren der Glaubenswissenschaft, σ. XIX–XXI) πρότεινε το έτος 213, και ο Preuschen (RE f. prot. Theol. XIV³ σ. 480) τον ακολουθεί, τοποθετώντας τη συγγραφή του Περὶ ἀρχῶν στη μέση της σύνταξης του υπομνήματος στη Γένεση, μεταξύ 212 και 215.
Αυτή η τόσο πρώιμη χρονολόγηση ανατρέπεται από τη σαφή μαρτυρία του Ευσέβιου (h. e. VI 23, 1: «Ἐξ ἐκείνου δέ», δηλαδή από το 218 και εξής, «καὶ Ὠριγένει τῶν εἰς τὰς θείας γραφὰς ὑπομνημάτων ἐγίνετο ἀρχή»). Δεν έχουμε κανέναν λόγο να τοποθετήσουμε την έναρξη του υπομνήματος στη Γένεση πριν από το 218· και ότι από το Orig., In Joh. 12, 14 δεν μπορεί να συναχθεί η προτεραιότητα του υπομνήματος στη Γένεση έναντι του υπομνήματος στον Ιωάννη, έχει ήδη επισημανθεί παραπάνω.
Αυτό έχει ήδη αποδειχθεί από τον Redepenning, Origenes I 404, σημ. 1. Βλ. τώρα κυρίως Harnack, Chronologie II, σ. 31, σημ. 1.
Βλ. Redepenning, Origenes I 398.
Ο Ιερώνυμος, Ep. ad Pamm. et Ocean. 84 (65), 10 (Migne SL 22, 751), παραθέτει μια επιστολή του Ωριγένη προς τον Φαβιανό, ο οποίος ήταν επίσκοπος Ρώμης κατά τα έτη 236–250, στην οποία ο Ωριγένης κατηγορούσε τον Αμβρόσιο ότι δημοσιοποίησε (secreto edita in publicum protulerit) όσα είχαν εκδοθεί κατ’ ιδίαν. Αυτό πιθανότατα αναφέρεται στο Περὶ ἀρχῶν, ακόμη κι αν δεν δηλώνεται ρητά· βλ. παρακάτω σ. XIX.
Οι λόγοι που προβάλλει ο Schnitzer (ό.π., σ. XX) είναι όλοι ανεπαρκείς¹· φαίνεται ότι οδηγήθηκε στη χρονολόγηση αυτή κυρίως από την άποψη ότι ο Ωριγένης δεν θα μπορούσε κατά τα έτη 219–231 να έχει συγγράψει τα έργα που αναφέρει ο Ευσέβιος· τόσο λίγο γνώριζε την εξαιρετική εργατικότητα και παραγωγικότητα του μεγάλου θεολόγου.
Για ποιους έγραψε ο Ωριγένης το έργο Περὶ ἀρχῶν, δηλαδή την πρώτη χριστιανική εκκλησιαστική δογματική², το δηλώνει ο ίδιος (IV 4, 5 (32) (356, 15):
«prout potuimus in superioribus diximus pro his, qui in fide nostra etiam credendi rationem perquirere solent, et pro his, qui haeretica adversum nos certamina commovent et materiae nomen, quod ne ipsi quidem adhuc quale sit intellegere potuerunt, solent frequentius ventilare» (όπως μπορέσαμε, είπαμε παραπάνω για εκείνους που μέσα στην πίστη μας συνηθίζουν να αναζητούν και τον λόγο της πίστης, καθώς και για εκείνους που εγείρουν εναντίον μας αιρετικές αντιπαραθέσεις και συνηθίζουν να διακινούν συχνά τον όρο “ύλη”, τον οποίο ούτε οι ίδιοι ακόμη έχουν κατανοήσει τι ακριβώς είναι.)).
Ο συγγραφέας, λοιπόν, αναμένει ότι το Περὶ ἀρχῶν θα βρει δύο διαφορετικές κατηγορίες αναγνωστών: αφενός ορθόδοξους, αλλά βαθύτερα ερευνητικούς χριστιανούς —τους φίλους του— και αφετέρου αιρετικούς χριστιανούς ή ειδωλολάτρες φιλοσόφους —τους αντιπάλους του.
Σε κάθε περίπτωση, ο Ωριγένης δεν έγραψε το κύριο δογματικό του έργο, στο οποίο η πλατωνική, η στωική και η πυθαγόρεια φιλοσοφία συντίθενται με τις χριστιανικές δοξασίες με θαυμαστό τρόπο σε ένα ενιαίο σύνολο, για τους απλοϊκούς (τους ἁπλούστερους) ούτε για το πλήθος³, αλλά για τους μορφωμένους· αφενός για τους φιλοσοφικά καλλιεργημένους χριστιανούς, αφετέρου για ειδωλολάτρες φιλοσόφους ή γνωστικούς που ήταν εξοικειωμένοι με τον χριστιανισμό —ας σκεφτεί κανείς, για παράδειγμα, τον Βαλεντινιανό Αμβρόσιο— με σκοπό τη διδασκαλία, την ανασκευή και τη μεταστροφή τους.
Ένα έργο με παρόμοιο τίτλο και περιεχόμενο είχε συγγράψει και ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, ο προκάτοχος και δάσκαλος του Ωριγένη²· βλ. Quis dives salvetur 26, 8 (177, 25 St.):
«ὅπερ ἐν τῇ περὶ ἀρχῶν καὶ θεολογίας ἐξηγήσει μυστήριον τοῦ σωτῆρος ὑπάρχει μαθεῖν.»
Στα Στρωματεῖς γίνεται επανειλημμένα λόγος για ένα τέτοιο έργο, στο οποίο πρόκειται να εκτεθούν «τὰ περὶ ἀρχῶν φυσιολογηθέντα», δηλαδή οι θεμελιώδεις αρχές των Ελλήνων και μη Ελλήνων φιλοσόφων μαζί με μια σύντομη εξέταση της (ή της δικής τους) θεολογίας· βλ. π.χ. Strom. V 14; 140, 3:
«ὁπηνίκα ἂν τὰς περὶ ἀρχῶν δόξας τὰς παρ᾿ Ἕλλησι φερομένας ἀναλεγώμεθα»,
καθώς και τη σημείωση του Stählin στην έκδοσή του II 420, 24.
Πιο εκτενώς έχει ασχοληθεί με αυτό το έργο του Κλήμεντος ο Θεόδωρος Zahn (Forschungen III, σ. 38 κ.ε.). Αν και από το χωρίο του Κλήμεντος που παραθέτει ο Zahn (Strom. IV 1; 3, 1) προκύπτει ότι ο Κλήμης είχε σκοπό, μετά την παρουσίαση των θεμελιωδών αρχών των Ελλήνων φιλοσόφων, να εκθέσει και την αληθινή «φυσιολογία», η οποία, ξεκινώντας από τη βιβλική κοσμογονία, θα οδηγούσε στη θεολογία (Zahn, ό.π., σ. 39), ωστόσο είναι πιθανό ότι στο έργο που ο ίδιος παραθέτει ως Περὶ ἀρχῶν καὶ θεολογίας πραγματεύτηκε κυρίως ειδωλολατρικές διδασκαλίες.
Μια εκτενής παρουσίαση των χριστιανικών θεμελιωδών δογμάτων από τον Κλήμη δεν φαίνεται πιθανή, διότι τότε δύσκολα θα υπήρχε τόσο σύντομα μετά για τον Ωριγένη αφορμή να πραγματευθεί το ίδιο θέμα σε έργο με παρόμοιο τίτλο. Ο Ωριγένης πιθανότατα πραγματοποίησε σε αυτό το έργο εκείνο που ο προκάτοχός του είχε απλώς σχεδιάσει αλλά δεν είχε εκτελέσει, προσφέροντας μια χριστιανική συμπλήρωση στην παρουσίαση των ειδωλολατρικών θεμελιωδών αρχών.
Έτσι, η αφορμή για τη συγγραφή του Περὶ ἀρχῶν πιθανόν να δόθηκε στον Ωριγένη από τον Κλήμη· το δε κατόρθωμα να παρουσιάσει για πρώτη φορά συστηματικά τις χριστιανικές δοξασίες σε συνάφεια με τις διδασκαλίες των Ελλήνων φιλοσόφων ανήκει αποκλειστικά στον Ωριγένη².
Ο Ωριγένης δημιούργησε ένα έργο πλήρες και ολοκληρωμένο για την εποχή του· διότι κανένα από τα δογματικά ζητήματα που εμφανίστηκαν τότε ή αργότερα δεν έμεινε χωρίς εξέταση. Το Περὶ ἀρχῶν παρέμεινε για μεγάλο χρονικό διάστημα η μοναδική απόπειρα συνολικής παρουσίασης της χριστιανικής διδασκαλίας.
Εκτός από την Ἐπιτομὴ τῶν θείων δογμάτων του Θεοδωρήτου (haer. fab. comp. V, Migne SGr 83, 439 κ.ε.), μόνον ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός επανέλαβε αργότερα την προσπάθεια αυτή στο τρίτο μέρος της Πηγῆς γνώσεως, δηλαδή στην ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως (Migne SGr 94)· βλ. Loofs, *Leitf. z. Stud. der Dogmengesch.*⁴, σ. 323.
Ο Κλήμης είχε επίσης σκοπό να συγγράψει μια πραγματεία Περὶ ἀναστάσεως (Paed. I 47, 1· II 104, 3 – I 118, 3· 219, 28 St.; Redepenning, Origenes I 390, σημ. 9· Th. Zahn, Forschungen III 47), την οποία ο Ωριγένης πράγματι έγραψε.
Άλλους συγγραφείς έργων Περὶ ἀρχῶν αναφέρει ο Fabricius–Harleß, Bibl. VII, σ. 233:
«Libros περὶ ἀρχῶν scripserunt etiam Longinus, Porphyrius, et cuius opus adhuc MS. superest, Damascius.»
Πολύ πλούσιο υλικό έχει συγκεντρώσει ο Huet στα Origeniana, τα οποία χρησιμοποίησα, αλλά δεν το έχει εξετάσει με επαρκή κριτική.
Βλ. Thomasius, Origenes, σ. 17 εξ.
Βλ. Redepenning, Origenes I 392.)
II. Επιλεγμένες μαρτυρίες
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου