Πέμπτη 23 Απριλίου 2026

Ο ΜΕΣΟΠΛΑΤΩΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΕΠΑΝΑΝΑΚΑΛΥΨΗ ΤΗΣ ΠΛΑΤΩΝΙΚΗΣ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗΣ 2

Συνέχεια από Τετάρτη 11. Μαρτίου 2026


Ιστορία της ελληνικής και ρωμαϊκής φιλοσοφίας

Τόμος VII
Ο ΜΕΣΟΠΛΑΤΩΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΕΠΑΝΑΝΑΚΑΛΥΨΗ ΤΗΣ ΠΛΑΤΩΝΙΚΗΣ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗΣ 2
Giovanni Reale
Εκδόσεις Bompiani

ΤΜΗΜΑ I

ΠΡΟΕΛΕΥΣΕΙΣ, ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΤΟΥ ΜΕΣΟΠΛΑΤΩΝΙΣΜΟΥ

1. ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ ΚΑΙ Η ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ

4. Η εκ νέου ανακάλυψη της «υπερβατικότητας» ως ιδιαίτερου χαρακτηριστικού του Μεσοπλατωνισμού
Το πιο χαρακτηριστικό γνώρισμα του Μεσοπλατωνισμού, δηλαδή εκείνο που αποτελεί τον ελάχιστο κοινό παρονομαστή της σκέψης όλων σχεδόν των εκπροσώπων του, συνίσταται σε αυτό που, αναφερόμενοι στη γνωστή πλατωνική εικόνα, θα μπορούσαμε να ονομάσουμε επαναφορά τού «δεύτερου πλού», με την ανάκτηση των ουσιωδών της αποτελεσμάτων, καθώς και των κύριων συνεπειών ευρύτατης σημασίας που απορρέουν από αυτήν.

Ο Μεσοπλατωνισμός, με άλλα λόγια, επαναφέρει το «υπεραισθητό», το «άυλο» και το «υπερβατικό», και διακόπτει καθαρά κάθε δεσμό με τον υλισμό που κυριαρχούσε ήδη επί μακρόν. Το θεμέλιο του αισθητού και του σωματικού τοποθετείται εκ νέου στο «υπεραισθητό» και στο «άυλο», ή ακριβέστερα στο «ασώματο».

Κατά συνέπεια, στον Μεσοπλατωνισμό η μεταφυσικο-θεολογική συνιστώσα της φιλοσοφίας, ακριβώς με την πλατωνο-αριστοτελική έννοια, όχι μόνο επανέρχεται στο προσκήνιο, αλλά και εμβαθύνεται και τίθεται συστηματικά στο επίκεντρο.
Κατά τη γνώμη μας, αυτό ακριβώς το χαρακτηριστικό είναι που όχι μόνο εξασφαλίζει στους Μεσοπλατωνικούς μια θέση όχι αμελητέας σημασίας στην ιστορία της αρχαίας σκέψης, αλλά και εγγυάται την ενότητα των διαφόρων τάσεων που εκπροσωπούν, δηλαδή εκείνη την ενότητα που πολλοί μελετητές είτε δεν διέκριναν επαρκώς είτε ακόμη και αρνήθηκαν.
Τα κείμενα που θα παραθέσουμε στη συνέχεια θα αποδείξουν σαφώς αυτήν την άποψή μας.
Αξίζει ακόμη να σημειωθεί ότι και ο ίδιος ο Φίλων ο Αλεξανδρεύς φαίνεται ότι άντλησε την έννοια του «ασώματου», η οποία δεν απαντά στη Βίβλο, ακριβώς από τον πρώιμο αλεξανδρινό Μεσοπλατωνισμό.¹⁵

5. Επανεξέταση και αναδιατύπωση της πλατωνικής θεωρίας των Ιδεών

Λογική συνέπεια αυτής της επαναφοράς τού «δεύτερου πλού» υπήρξε η εκ νέου πρόταση της «θεωρίας των Ιδεών», η οποία, όπως γνωρίζουμε, αποτελεί το σημαντικότερο αποτέλεσμά της.

Οι Μεσοπλατωνικοί όχι μόνο επανέλαβαν αυτή τη διδασκαλία, αλλά —τουλάχιστον ορισμένοι από αυτούς— την επαναστοχάστηκαν σε βάθος, επιδιώκοντας να ενσωματώσουν τη θέση του Πλάτωνα με την αριστοτελική.

Ορισμένοι συγγραφείς, όπως θα δούμε, θεώρησαν τις Ιδέες, ως προς την υπερβατική τους διάσταση, ως «σκέψεις του Θεού». Οι Ιδέες και ο κόσμος του νοητού ταυτίστηκαν με τη δραστηριότητα και το περιεχόμενο της ύψιστης Νόησης, ενώ στην εμμενή αντανάκλασή τους θεωρήθηκαν ως «μορφές» των πραγμάτων.
Η μεταμόρφωση της θεωρίας των Ιδεών συνοδεύτηκε, ως λογική συνέπεια, από μια παράλληλη μεταμόρφωση της αντίληψης για τη συνολική δομή του ασώματου κόσμου, με αποτελέσματα που —όπως θα δούμε— προοιωνίζονται σαφώς τον Νεοπλατωνισμό.¹⁶

6. Ο «Τίμαιος» ως βασικό κείμενο του Μεσοπλατωνισμού
Το κείμενο που οι Μεσοπλατωνικοί θεώρησαν ως σημείο αναφοράς, και από το οποίο άντλησαν το ίδιο το σχήμα για την επαναδιατύπωση της πλατωνικής διδασκαλίας, ήταν ο Τίμαιος. Πράγματι, στο δύσκολο έργο της συστηματοποίησης της πλατωνικής φιλοσοφίας και της προσπάθειας σύνθεσής της, ο Τίμαιος ήταν ο διάλογος που προσέφερε μακράν το πιο στέρεο υπόβαθρο.
Είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι οι Μεσοπλατωνικοί ακολούθησαν, στο σημείο αυτό, μια μέθοδο αντίθετη από εκείνη των Περιπατητικών της ίδιας εποχής (από τον Ανδρόνικο έως τον Αλέξανδρο): οι πρώτοι θεώρησαν ότι ο καλύτερος τρόπος κατανόησης του Πλάτωνα ήταν η «σύνοψή» του, ενώ οι δεύτεροι ότι ο καλύτερος τρόπος κατανόησης του Αριστοτέλη ήταν ο «σχολιασμός» του.
Έτσι, ενώ το σχόλιο επικράτησε στους Αριστοτελικούς,¹⁷ η σύνοψη φαίνεται ότι επικράτησε, τουλάχιστον σε κάποιο βαθμό, στους Μεσοπλατωνικούς, αν και δεν έλειψαν —ιδίως κατά τον 2ο αιώνα μ.Χ.— και τα σχόλια αφιερωμένα σε επιμέρους διαλόγους.
Το έργο Διδασκαλικός, που έχει σωθεί υπό το όνομα του Αλκίνοου —αν και στη νεότερη εποχή αποδόθηκε στον Αλβίνο, σήμερα όμως οι περισσότεροι το θεωρούν έργο ενός άγνωστου Αλκίνοου— αποτελεί, και από αυτή την άποψη, ένα παραδειγματικό τεκμήριο.¹⁸


7. Η διδασκαλία των αρχών παραμένει στο παρασκήνιο
Η «διδασκαλία των Αρχών» του εσωτερικού Πλάτωνα, δηλαδή η διδασκαλία της «Μονάδας» ή του «Ενός» και της «Δυάδας», επανήλθε εν μέρει, αλλά παρέμεινε μάλλον στο περιθώριο.
Πολύ μεγαλύτερη σημασία, όπως θα δούμε, είχε αυτή στο πλαίσιο του παράλληλου νεοπυθαγόρειου κινήματος.
Αυτό ήταν αναπόφευκτο, δεδομένου ότι η δομή του Τιμαίου —αδιαμφισβήτητου έργου αναφοράς— φαινόταν να αφήνει ελάχιστο χώρο για τη διδασκαλία της Μονάδας και της Δυάδας.
Εξάλλου, η διδασκαλία της Μονάδας και της Δυάδας και η συναφής θεωρία των Ιδεών-αριθμών —όπως είδαμε— στον Πλάτωνα έπρεπε να εξηγήσει την προέλευση των Ιδεών και ολόκληρου του ιδεατού κόσμου· όμως οι Μεσοπλατωνικοί, αφού ταύτισαν τις Ιδέες με «σκέψεις του Θεού», δεν είχαν πλέον ανάγκη να τις συναγάγουν ή να τις δικαιολογήσουν με άλλο τρόπο, όπως θα δούμε καλύτερα παρακάτω.


8. Ισχυρά θρησκευτικά ενδιαφέροντα και οι επιπτώσεις τους
Και για τους Μεσοπλατωνικούς, όπως και για τους φιλοσόφους της προηγούμενης εποχής, το ηθικό πρόβλημα παρέμεινε κυρίαρχο, αλλά επανατέθηκε και θεμελιώθηκε με νέο τρόπο.
Για όλες τις ελληνιστικές Σχολές το σύνθημα ήταν: «ακολούθησε τη φύση (physis)»· και αυτή η φύση είχε νοηθεί με υλιστικό και εμμενιστικό τρόπο.
Το νέο σύνθημα των Μεσοπλατωνικών ήταν αντίθετα: «ακολούθησε τον Θεό», «εξομοιώσου με τον Θεό», «μιμήσου τον Θεό».

Η εκ νέου ανακάλυψη της υπερβατικότητας όφειλε, λογικά, να μεταβάλει σταδιακά ολόκληρη την αντίληψη της ζωής που είχε προτείνει η ελληνιστική εποχή. Ακριβώς στην «εξομοίωση προς το θείο», το υπερβατικό και ασώματο, οι Μεσοπλατωνικοί αναγνώρισαν ομόφωνα το αυθεντικό μέτρο της ηθικής ζωής.

Το θρησκευτικό αίσθημα —που σε ορισμένους έφτασε σε επίπεδα μυστικισμού— οδήγησε τους Μεσοπλατωνικούς να αποδώσουν ιδιαίτερη σημασία και στη διδασκαλία των Δαιμόνων, τόσο αρχαία όσο και η ίδια η ελληνική σκέψη, αγαπητή στους Ορφικούς και στους Προσωκρατικούς που επηρεάστηκαν από τον Ορφισμό, καθώς και στον Πλάτωνα και στη Στοά.
Η έμφαση στην υπερβατικότητα του Θεού και του θείου σε σχέση με τον άνθρωπο και τον φυσικό κόσμο καθιστούσε αναγκαίους «μεσολαβητές»· και ακριβώς ως μεσολαβητές μεταξύ Θεού και ανθρώπου οι Μεσοπλατωνικοί χρησιμοποίησαν τους Δαίμονες.
Επιπλέον, τους Δαίμονες τους χρησιμοποίησαν και για να δικαιολογήσουν τις παγανιστικές θρησκευτικές πεποιθήσεις.
Τέλος, τα έντονα θρησκευτικά ενδιαφέροντα ώθησαν ορισμένους να επανεκτιμήσουν τη σοφία της Ανατολής γενικά και, όπως διαπιστώνεται στα έργα του Πλουτάρχου, ειδικότερα την αιγυπτιακή, όπως θα δούμε αναλυτικότερα παρακάτω.


9. Οι θέσεις των Μεσοπλατωνικών είναι όχι μόνο διαφορετικές αλλά και αντίθετες προς εκείνες του Αντιόχου
Με βάση όσα είπαμε, καθίσταται σαφής η αδυναμία να συνδεθεί άμεσα ο Μεσοπλατωνισμός με τον Αντίοχο, σε αντίθεση με ό,τι έχουν πιστέψει πολλοί μελετητές.
Είναι αλήθεια ότι τόσο ο Αντίοχος όσο και οι Μεσοπλατωνικοί επέστρεψαν στον «δογματισμό» και ότι και οι δύο επιχείρησαν μια σύνθεση μεταξύ Πλατωνισμού, Αριστοτελισμού και Στωικισμού· είναι όμως εξίσου αλήθεια ότι τα αποτελέσματα αυτών των προσπαθειών είναι πολύ διαφορετικά.
Εκείνο του Αντιόχου —όπως είδαμε— είναι ένας εκλεκτικός δογματισμός χωρίς εσωτερική ενότητα· μάλιστα, στις βασικές του γραμμές αποτελεί ουσιαστικά μια αναδιατυπωμένη μορφή Στωικισμού.¹⁹
Αντίθετα, η μεσοπλατωνική σκέψη, παρότι δέχεται στοιχεία ποικίλης προέλευσης, έχει ένα ενιαίο θεμέλιο καθαρά πλατωνικό, που συνίσταται, όπως είπαμε, στην «εκ νέου ανακάλυψη του ασώματου».
Η ανάκτηση της διάστασης της υπερβατικότητας, με όλα τα συνακόλουθα που αυτή συνεπάγεται σε όλα τα επίπεδα, αποτελεί μια σαφή γραμμή διαχωρισμού ανάμεσα στον στοϊκίζοντα δογματισμό του Αντιόχου και τον Μεσοπλατωνισμό.
Δεν γεννήθηκε λοιπόν ο Μεσοπλατωνισμός από τον Αντίοχο, αλλά, αντίθετα, από την ανατροπή της νοοτροπίας που ενέπνεε τη φιλοσοφία του.


ΙΙ. ΟΙ ΔΙΑΦΟΡΟΙ ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΜΕΣΟΠΛΑΤΩΝΙΣΜΟΥ

1. Οι Μεσοπλατωνικοί φιλόσοφοι από τον 1ο αιώνα π.Χ. έως τον 2ο μ.Χ.

Τα πρώτα ονόματα Μεσοπλατωνικών —όπως έχουμε ήδη πει πολλές φορές— ανάγονται στο δεύτερο μισό του 1ου αιώνα π.Χ. και είναι ο Δερκυλλίδης και, κυρίως, ο Εύδωρος ο Αλεξανδρεύς.
Για τον Δερκυλλίδη γνωρίζουμε μόνο ότι έγραψε ένα έργο Περὶ τῆς Πλάτωνος φιλοσοφίας, το οποίο δεν μας έχει διασωθεί και για το οποίο γνωρίζουμε ελάχιστα.¹
Για τον Εύδωρο ορισμένοι θεωρούν ότι υπήρξε ακροατής του Αντιόχου του Ασκαλωνίτη, όταν αυτός δίδασκε στην Αλεξάνδρεια. Αυτό όμως δεν είναι βέβαιο. Βέβαιες είναι, αντίθετα, οι σχέσεις του με τον Αρίστωνα, ο οποίος για κάποιο διάστημα συνδέθηκε με τον Αντίοχο και στη συνέχεια στράφηκε προς τον Αριστοτελισμό. Από τα λίγα αποσπάσματα που μας έχουν σωθεί προκύπτει, σε κάθε περίπτωση, σαφώς η απόσταση που χωρίζει τον Εύδωρο από τον στοϊκίζοντα Αντίοχο.
Ο Εύδωρος ασχολήθηκε με τους Πυθαγορείους, με τον πλατωνικό Τίμαιο και με τα Μεταφυσικά του Αριστοτέλη.
Οι μελετητές θεωρούν ότι επιδίωκε να επανερμηνεύσει τον Πλάτωνα —σύμφωνα με μια παράδοση που συνδεόταν με τις «ἄγραφες διδασκαλίες» και την αρχαιότερη Ακαδημία— σε πυθαγόρεια κατεύθυνση, ιδίως επιχειρώντας να συναγάγει την πραγματικότητα από ένα ύψιστο «Ένα». Ωστόσο, όπως θα δούμε, αυτό είναι μεν πιθανό, αλλά όχι απολύτως βέβαιο.²
Από όσα είπαμε παραπάνω σχετικά με την παρακμή της Ακαδημίας στην Αθήνα και από όσα ήδη παρατηρήσαμε μιλώντας για τον Φίλωνα τον Αλεξανδρέα, μπορούμε να αντλήσουμε ένα αρκετά σαφές συμπέρασμα: ο Μεσοπλατωνισμός πρέπει να γεννήθηκε όχι στην Αθήνα αλλά στην ίδια την Αλεξάνδρεια, δεδομένου ότι σε αυτή την πόλη, νωρίτερα από οπουδήποτε αλλού, το έντονο θρησκευτικό αίσθημα και οι μυστικιστικές τάσεις —που αναπτύχθηκαν και υπό την επίδραση της Ανατολής— οδήγησαν στην ανάκτηση των διαστάσεων του ασώματου και της υπερβατικότητας, τις οποίες οι μεγάλες ελληνιστικές φιλοσοφίες είχαν χάσει. Από την Αλεξάνδρεια ο Μεσοπλατωνισμός διαδόθηκε σύντομα στη Δύση και γνώρισε ιδιαίτερη άνθηση κυρίως κατά τον 2ο αιώνα μ.Χ.
Στο πρώτο μισό του 1ου αιώνα μ.Χ. τοποθετείται η δραστηριότητα του Θράσυλλου, με το όνομα του οποίου συνδέεται η διαίρεση των πλατωνικών διαλόγων σε τετραλογίες, η οποία κατέστη κανονική.⁴
Κατά τον 1ο αιώνα μ.Χ. έζησε επίσης ο Ονοσάνδρος, ο οποίος μνημονεύεται ως συγγραφέας σχολίου στην Πολιτεία του Πλάτωνα, έργο που έχει χαθεί.
Μεταξύ του 1ου και του 2ου αιώνα μ.Χ. τοποθετείται ο Πλούταρχος, μαθητής του Αμμωνίου του Αιγυπτίου, ο οποίος είχε ιδρύσει στην Αθήνα έναν κύκλο Πλατωνικών.
Οι πολύ ευνοϊκές οικονομικές συνθήκες της οικογένειάς του του επέτρεψαν να μεταβεί στην Αθήνα για να πραγματοποιήσει τις σπουδές του, όπου η συνάντησή του με τον πλατωνικό Αμμώνιο υπήρξε καθοριστική. Σε αυτόν τον δάσκαλο οφείλει τη μύηση στα μαθηματικά, στη φιλοσοφία και στην αιγυπτιακή θρησκεία. Ο Πλούταρχος επισκέφθηκε επίσης την Αλεξάνδρεια και μετέβη, ιδίως για πολιτικές αποστολές που του ανέθεσε η πατρίδα του, πολλές φορές στη Ρώμη.
Η διδακτική του δραστηριότητα αναπτύχθηκε κυρίως στη Χαιρώνεια, στο πλαίσιο ενός περιορισμένου κύκλου. Δικαιολογημένα γίνεται λόγος για μια απλή ιδιωτική ακαδημία, η οποία είχε διαμορφωθεί γύρω από το πρόσωπο του ίδιου του φιλοσόφου.

Ο Πλούταρχος έγραψε πάρα πολλά έργα. Ένας αρχαίος κατάλογος (ο λεγόμενος κατάλογος του Λαμπρία) απαριθμεί 227 έργα (από τα οποία 83 έχουν διασωθεί), αλλά είναι ελλιπής, δεδομένου ότι έχουν διασωθεί 18 έργα που δεν αναφέρονται σε αυτόν, ενώ επιπλέον, μέσω έμμεσης παράδοσης, γνωρίζουμε άλλα 15 έργα που επίσης δεν περιλαμβάνονται στον κατάλογο. Τα θέματα αυτών των συγγραμμάτων εκτείνονται από τη φιλοσοφία με την ευρεία έννοια έως τη θρησκεία, την επιστήμη, την πολιτική, τη ρητορική, τη φιλολογική ερμηνεία και τη βιογραφία.
Τα έργα που έχουν διασωθεί διακρίνονται σε δύο μεγάλες ομάδες: αφενός οι περίφημοι Παράλληλοι Βίοι και αφετέρου τα Ηθικά.
Ο τίτλος Ηθικά δικαιολογείται αρκετά, δεδομένου ότι η αρχαιότητα διάβασε κατά προτίμηση και μας παρέδωσε, πέρα από τους Βίους, τα συγγράμματα λαϊκότερου φιλοσοφικού χαρακτήρα, αφιερωμένα κυρίως σε ηθικά ζητήματα. Πρέπει ακόμη να σημειωθεί ότι τα φιλοσοφικά έργα μη εκλαϊκευτικού χαρακτήρα έχουν σχεδόν όλα χαθεί· συνεπώς είναι άδικο να κατηγορείται ο Πλούταρχος —όπως έχει γίνει— για «επιπολαιότητα», δεδομένου ότι τα έργα βάσει των οποίων τον κρίνουμε δεν είναι εκείνα στα οποία ανέπτυξε σε βάθος τα προβλήματα, για συγκεκριμένους προγραμματικούς λόγους.
Με τον Πλούταρχο συνδεόταν ο Καλβένιος Ταύρος, δάσκαλος του Ηρώδη του Αττικού και του Αύλου Γελλίου. Αντιπαρατέθηκε στους Επικούρειους και στους Στωικούς και, πιθανότατα, και σε όσους επιχειρούσαν να επιτύχουν σύνθεση μεταξύ Πλάτωνα και Αριστοτέλη. Φαίνεται ότι έγραψε, μεταξύ άλλων, ένα σχόλιο στον Γοργία και ένα έργο με ιδιαίτερα χαρακτηριστικό τίτλο: Περὶ τῶν σωματικῶν καὶ ἀσωμάτων.
Στο πρώτο μισό του 2ου αιώνα μ.Χ. έζησε ο Γάιος, ένας από τους πιο επιφανείς Πλατωνικούς. Αυτό επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι ο Πλωτίνος δίδασκε βασιζόμενος στα σχόλιά του.
Η προσπάθεια ανασύνθεσης των δογμάτων του Γαΐου με βάση τις ομοιότητες μεταξύ Αλβίνου και Απουληίου —οι οποίες, κατά ορισμένους, εξηγούνται αν υποτεθεί ότι ο Γάιος υπήρξε κοινή πηγή— είναι αρκετά επισφαλής. Ωστόσο, θα ήταν υπερβολή από την αντίθετη πλευρά να αρνηθούμε τους δεσμούς μεταξύ Γαΐου και Αλβίνου, τους οποίους οι πηγές μας μαρτυρούν με διάφορους τρόπους, καθώς και τις δογματικές συγγένειες που παρατηρούνται μεταξύ Αλβίνου, Απουληίου και του Ανώνυμου σχολιαστή του Θεαίτητου.
Δεν φαίνεται λοιπόν άτοπο να γίνεται λόγος για «Σχολή του Γαΐου» ή για «Κύκλο του Γαΐου» ή για «Ομάδα του Γαΐου», αποδίδοντας όμως σε αυτούς τους όρους μια ευρεία σημασία.⁹
Με τη Σχολή του Γαΐου συνδέεται —όπως ειπώθηκε— ο Αλβίνος, ο οποίος ήταν πολύ γνωστός στην εποχή του. Ένα ασφαλές σημείο για την ανασύνθεση της χρονολογίας και της βιογραφίας του μας παρέχεται από τον Γαληνό, ο οποίος αναφέρει ότι μετέβη στη Σμύρνη για να παρακολουθήσει τα μαθήματα του «Πλατωνικού» Αλβίνου το 151/152 μ.Χ. Εκείνη την εποχή, λοιπόν, ο Αλβίνος ήταν ήδη ένας καταξιωμένος δάσκαλος, σε σημείο να προσελκύει μια προσωπικότητα όπως ο Γαληνός. Πρέπει συνεπώς να είχε γεννηθεί προς τα τέλη του 1ου αιώνα ή στις αρχές του 2ου. Γνωρίζουμε επίσης ότι δημοσίευσε τα μαθήματα του Γαΐου, και από αυτό μπορούμε εύλογα να συμπεράνουμε ότι κατά πάσα πιθανότητα υπήρξε μαθητής του.

Σημειώσεις


¹ Πρβλ. Σιμπλίκιος, In Arist. Phys., 247, 30 κ.ε. = 2, 2 a Dörrie.
² Όλα τα αποσπάσματα έχουν εκδοθεί από τον C. Mazzarelli (Raccolta e interpretazione delle testimonianze e dei frammenti del medioplatonico Eudoro di Alessandria, στη «Rivista di Filosofia neo-scolastica», 78 [1985], σσ. 197-209 και 535-555) και κατόπιν επανεκδόθηκαν από τον E. Vimercati (Medioplatonici, Opere, frammenti, testimonianze, Bompiani, Μιλάνο 2015, κεφ. I). Ότι ο Εύδωρος πρέπει να τοποθετηθεί στο δεύτερο μισό του 1ου αιώνα π.Χ. συνάγεται κυρίως από τον Στράβωνα —γεννημένο το 63 π.Χ. και αποθανόντα περίπου το 21 μ.Χ.— ο οποίος τον παρουσιάζει ως σύγχρονό του (XVII, 1, 5, 790 = απ. 13 Mazzarelli). Βλ.: D. Dörrie, Der platoniker Eudoros von Alexandreia, στο «Hermes», 79 (1944), σσ. 25-39, τώρα στο Platonica minora, σσ. 297 κ.ε., και Moraux, L'Aristotelismo presso i Greci, τόμ. II, τχ. 2: L'Aristotelismo nei non-Aristotelici nei secoli I e II d.C., όπ. π.
³ Βλ. βιβλίο V, passim.
⁴ Ο Θράσυλλος (ίσως καταγόμενος από τη Ρόδο) υπήρξε αυλικός αστρολόγος του Τιβερίου (πρβλ., π.χ., Τάκιτος, Ann., VI, 20). Πέθανε το 36 μ.Χ. Για τη διαίρεση των πλατωνικών διαλόγων σε τετραλογίες που του αποδίδεται, πρβλ. Διογένης Λαέρτιος, III, 56 κ.ε. = 48, 1 Dörrie-Baltes· Πορφύριος, Βίος Πλωτίνου, 20 = 74 και 76, 2 Dörrie-Baltes, τον μνημονεύει μεταξύ των φιλοσόφων που πρέσβευαν «πλατωνικές και πυθαγόρειες αρχές».
⁵ Πρβλ. Suda, λ. Onosandros, 541, 21-23 Adler = 80, 4 Dörrie-Baltes.
⁶ Ο Πλούταρχος είναι μία από τις σημαντικότερες μορφές του Μεσοπλατωνισμού. Γεννήθηκε στη Χαιρώνεια γύρω στα μέσα του 1ου αιώνα μ.Χ. και πέθανε, πιθανότατα, στην τρίτη δεκαετία του 2ου αιώνα μ.Χ. Βλ. τα τεκμήρια με τη σχετική συζήτηση στον K. Ziegler, Plutarchos von Chaironeia, στη «Realenzyclopädie der classischen Altertumswissenschaft», Pauly-Wissowa-Kroll, XXI, 1 (1951), στ. 636-962, μεταφρασμένο στα ιταλικά από τη M. R. Zancan Rinaldini και επιμελημένο από τον B. Zucchelli, Paideia, Brescia 1965. Οι παραπομπές στα έργα του γίνονται βάσει της έκδοσης του Xylander (Βενετία 1560), που αναγράφονται στο περιθώριο των μεταγενέστερων εκδόσεων. Ο Cilento παρουσίασε τέσσερα από τα σημαντικότερα αυτά έργα σε δίγλωσση έκδοση: Plutarco, Diatriba isiaca e Dialoghi delfici, κείμενο και μετάφραση των Iside e Osiride, La E delfica, I responsi della Pizia, Il tramonto degli oracoli, το 1962· δεδομένης της ποιότητας της μετάφρασης, το έργο αυτό επανεκδόθηκε στη σειρά «Testi a fronte», Bompiani, Μιλάνο 2002. Βλ. την αναλυτική βιβλιογραφία με τις διάφορες εκδόσεις και μεταφράσεις στο Schedario, λ.
⁷ Από τις μαρτυρίες του Πλουτάρχου προκύπτει ότι —μεταξύ άλλων— ο Αμμώνιος πρέπει να υπήρξε ένας από τους πιο επιφανείς Αθηναίους πολίτες της εποχής του (πρβλ. Quaest. conv., VIII, 3, 721 d κ.ε. και IX, 1, 736 d).
⁸ Ο Καλβένιος Ταύρος ήταν μερικά χρόνια νεότερος από τον Πλούταρχο και φαίνεται ότι υπήρξε μαθητής του. Βλ. τη συλλογή των αποσπασμάτων, με μετάφραση και σχολιασμό, στο Gioè 2002, σσ. 221-376, και στο Vimercati, έκδ. Bompiani, όπ. π., κεφ. IX.
⁹ Οι μαρτυρίες για τον Γάιο έχουν συγκεντρωθεί, με μετάφραση και σχολιασμό, από τον Gioè 2002, σσ. 45-76, και στο Vimercati, έκδ. Bompiani, όπ. π., κεφ. V. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Πρόκλου (In Plat. Remp., II, 96, 11 κ.ε. Kroll = 76, 4 Dörrie-Baltes = 6 T Gioè), ήταν εξέχων Πλατωνικός· πρβλ. επίσης Πορφύριος, Βίος Πλωτίνου, 14 = 76, 3 Dörrie-Baltes = 4 T Gioè. Για τον ίδιο γνωρίζουμε ελάχιστα. Τα σχόλιά του στη πλατωνική διδασκαλία εκδόθηκαν από τον Αλβίνο (βλ. επόμενη σημείωση), όπως προκύπτει από τον κατάλογο του Codex Parisinus Gr. 1962 = 77, 6 Dörrie-Baltes = 7 T Gioè. Όλες οι μαρτυρίες για τον Γάιο μελετήθηκαν για πρώτη φορά συστηματικά από τον Praechter, Zum Platoniker Gaios, στο «Hermes», 51 (1916), σσ. 510-529.

Δεν υπάρχουν σχόλια: