Ιστορία της ελληνικής και ρωμαϊκής φιλοσοφίας
Τόμος VIIΟ ΜΕΣΟΠΛΑΤΩΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΕΠΑΝΑΝΑΚΑΛΥΨΗ ΤΗΣ ΠΛΑΤΩΝΙΚΗΣ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗΣ 1
Giovanni Reale
Εκδόσεις Bompiani
Σύμφωνα με τον Πλάτωνα υπάρχουν δύο πραγματικότητες, τις οποίες εμείς αποκαλούμε ουσίες, από τις οποίες προέρχονται όλα τα πράγματα και ο ίδιος ο κόσμος: η πρώτη γίνεται αντιληπτή μόνο με τη σκέψη, ενώ η δεύτερη μπορεί να υποπέσει στις αισθήσεις. Αλλά η πρώτη, που συλλαμβάνεται από τα μάτια του νου, βρίσκεται πάντοτε στην ίδια κατάσταση, ίση και όμοια με τον εαυτό της, ως εκείνη που πραγματικά είναι· η δεύτερη όμως, η οποία, όπως βεβαιώνει ο Πλάτων, γεννιέται και πεθαίνει, συλλαμβάνεται από την αισθητηριακή και άλογη γνώμη. Και όπως η πρώτη θεωρείται το αληθινό ον, έτσι η δεύτερη δεν είναι αληθινό ον.
Απουλήιος, Περὶ Πλάτωνος, Ι, 193
ΤΜΗΜΑ I
ΠΡΟΕΛΕΥΣΕΙΣ, ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΤΟΥ ΜΕΣΟΠΛΑΤΩΝΙΣΜΟΥ
1. ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ ΚΑΙ Η ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ
1. Οι τελευταίες εξελίξεις και το τέλος της Ακαδημίας
Στο προηγούμενο βιβλίο είδαμε πώς, κατά τη διάρκεια της ταραγμένης ιστορίας της Ακαδημίας, μπορούν να διακριθούν διάφορες φάσεις, που χαρακτηρίζονται από θεμελιωδώς διαφορετικές μεταξύ τους φιλοσοφικές τάσεις.¹
Ήδη ορισμένοι αρχαίοι συγγραφείς, όπως γνωρίζουμε, στο χρονικό διάστημα που εκτείνεται από τον Πλάτωνα έως τον Αντίοχο τον Ασκαλωνίτη, είχαν φτάσει να υπολογίζουν πέντε Ακαδημίες:
εκείνη του Πλάτωνα και των πρώτων διαδόχων του,
εκείνη του Αρκεσιλάου,
εκείνη του Καρνεάδη και του Κλειτομάχου,
εκείνη του Φίλωνος του Λαρισσαίου και του Χαρμίδα και, τέλος,
εκείνη του Αντιόχου του Ασκαλωνίτη.²
Αν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι — όπως είδαμε — ο Αρκεσίλαος και ο Καρνεάδης, παρά τις διαφορές τους, υπήρξαν ουσιαστικά Σκεπτικιστές, και ότι ο Φίλων ο Λαρισσαίος, αφού υπήρξε για πολλά χρόνια υποστηρικτής σκεπτικιστικών ιδεών, μετακινήθηκε προς εκλεκτικές θέσεις, καταλήγοντας να δεχθεί ορισμένες από τις θέσεις που είχε προβάλλει ο πρώην μαθητής του Αντίοχος, τότε οι φάσεις της ιστορίας της Ακαδημίας μπορούν να περιοριστούν σε τρεις:
την αρχαία,
τη νέα ή σκεπτικιστική και
την εκλεκτική.³
Πρέπει ακόμη να σημειωθεί ότι οι όψιμες και προσεκτικές παραχωρήσεις του Φίλωνος του Λαρισσαίου προς τον Εκλεκτικισμό δεν θεωρήθηκαν από τους συγχρόνους του ως σαφής αποκήρυξη της σκεπτικιστικής νεοακαδημαϊκής θέσης, ενώ ο Εκλεκτικισμός του Αντιόχου θεωρήθηκε ως ένας πραγματικός «εκλεκτικός δογματισμός».
Γίνεται λοιπόν κατανοητό γιατί ο Κικέρων, ο οποίος — όπως γνωρίζουμε — υιοθέτησε τις ιδέες του Φίλωνος του Λαρισσαίου και, με τον δικό του τρόπο, προσπάθησε να τις αναπτύξει, θεώρησε ότι όφειλε, σε περισσότερες από μία περιπτώσεις, να κρατήσει τις αναγκαίες προσεκτικές αποστάσεις από τον Αντίοχο και τους οπαδούς του, καταγγέλλοντας τις δογματικο-στωικές υποχωρήσεις τους.
Είναι βέβαιο, σε κάθε περίπτωση, ότι ο Αντίοχος σηματοδότησε ένα σημείο ρήξης στην παράδοση της σκεπτικιστικής Ακαδημίας· είναι όμως εξίσου βέβαιο — όπως θα δούμε αμέσως — ότι με τον Αντίοχο η Ακαδημία εξαντλήθηκε και ότι η νέα μορφή Πλατωνισμού που διαδόθηκε αμέσως μετά δεν μπορεί να αναχθεί στον Αντίοχο ούτε να συνδεθεί άμεσα με αυτόν με οποιονδήποτε τρόπο, όπως όχι λίγοι μελετητές πίστεψαν λανθασμένα.
Ας σταθούμε, καταρχάς, στα τελευταία γεγονότα της Ακαδημίας που μας είναι γνωστά κατά το πρώτο μισό του 1ου αιώνα π.Χ., υπενθυμίζοντας ορισμένες πληροφορίες που ήδη αναφέραμε στο προηγούμενο βιβλίο.
Το 88 π.Χ. ο Φίλων ο Λαρισσαίος εγκατέλειψε την Αθήνα και την Ακαδημία εξαιτίας του Μιθριδατικού πολέμου και κατέφυγε στη Ρώμη, όπου, όπως φαίνεται, παρέμεινε μέχρι τον θάνατό του.
Το 86 π.Χ. ο Σύλλας κατέλαβε την Αθήνα και, κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της πόλης — όπως ήδη επισημάναμε μελετώντας την ιστορία του Περιπάτου — προκάλεσε πολύ σοβαρές καταστροφές:
Έβαλε χέρι στα ιερά άλση και έκοψε τα δέντρα της Ακαδημίας, του πιο καταπράσινου προαστίου της πόλης, καθώς και εκείνα του Λυκείου.⁴
Όχι μόνο η Ακαδημία και τα προάστια υπέστησαν σοβαρές ζημιές, αλλά και μεγάλο μέρος της πόλης, όπως οι πηγές μας ρητά μαρτυρούν.
Οι Αθηναίοι σφαγιάστηκαν σε μεγάλο αριθμό, και πολλοί, μέσα στον γενικό πανικό που εξαπλώθηκε, αυτοκτόνησαν, φοβούμενοι μια πλήρη καταστροφή της ίδιας της πόλης.
Ο Πλούταρχος γράφει:
Η πόλη κατακτήθηκε από εκείνο το σημείο [την πρόσβαση στο τείχος από την πλευρά του Επταχάλκου], όπως θυμούνταν πολύ καλά οι ηλικιωμένοι Αθηναίοι. Ο Σύλλας εισήλθε σε αυτήν γύρω στα μεσάνυχτα, αφού πρώτα είχε γκρεμιστεί και ισοπεδωθεί το τμήμα των τειχών που εκτεινόταν ανάμεσα στις Πειραϊκές και τις Ιερές Πύλες· και προκάλεσε μεγάλο τρόμο στους κατοίκους.
Γύρω του αντηχούσαν δυνατά σάλπιγγες και κέρατα, ακούγονταν οι πολεμικές κραυγές και οι κραυγές νίκης των στρατιωτών, τους οποίους είχε αφήσει ελεύθερους να λεηλατούν και να σκοτώνουν κατά βούληση, και οι οποίοι περιδιάβαιναν τους δρόμους με γυμνά τα ξίφη στα χέρια.
Τα πρόσωπα που σφαγιάστηκαν εκείνη τη νύχτα δεν υπολογίστηκαν ούτε κατά προσέγγιση· μπορεί όμως κανείς ακόμη και σήμερα να υπολογίσει τον τεράστιο αριθμό τους, παρατηρώντας τον τόπο που κατακλύστηκε από αίμα: εκτός από όσους σκοτώθηκαν στο υπόλοιπο μέρος της πόλης, το αίμα εκείνων που θανατώθηκαν στην αγορά κάλυψε ολόκληρη τη συνοικία του Κεραμεικού έως το Δίπυλο· κατά μερικούς μάλιστα, ξεχείλισε ακόμη και μέσα από τις πύλες και πλημμύρισε τα προάστια.
Και όμως, αν τόσοι πολλοί ήταν εκείνοι που σκοτώθηκαν με αυτόν τον τρόπο, όχι μικρότερος ήταν ο αριθμός εκείνων που αυτοκτόνησαν από οίκτο και οδύνη βλέποντας την ίδια τους την πόλη κοντά — όπως νόμιζαν — στην ολοκληρωτική καταστροφή. Η ιδέα αυτή οδήγησε τους καλύτερους πολίτες να παραιτηθούν και να φοβηθούν να παραμείνουν στη ζωή, επειδή απελπίστηκαν ότι θα μπορούσαν να βρουν στον Σύλλα οποιοδήποτε ίχνος ανθρωπιάς και μετριοπάθειας.
Είναι φανερό ότι το πλήγμα που κατάφερε ο Σύλλας στην Αθήνα πρέπει να ήταν τόσο σοβαρό, ώστε να καταστήσει αδύνατη μια γρήγορη αποκατάσταση των ζημιών που προκάλεσε ο πόλεμος και, κατά συνέπεια, αδύνατη και την ανακατασκευή και επαναλειτουργία της Ακαδημίας.
Πιθανότατα αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο Φίλων ο Λαρισσαίος — ο οποίος στη Ρώμη είχε βρει θαυμαστές και μαθητές, σε τέτοιο βαθμό ώστε είχε φτάσει να τροποποιήσει τις προηγούμενες σκεπτικίζουσες ιδέες του — θεώρησε μάταιο να επιστρέψει στην Αθήνα, όπου σε κάθε περίπτωση δεν θα είχε πραγματικές δυνατότητες να ανασυστήσει τη Σχολή.
2. Οι τελευταίοι Ακαδημαϊκοί, ο Αντίοχος και ο αδελφός του Άριστος, δίδαξαν έξω από την ήδη κατεστραμμένη Ακαδημία
Και πώς συμπεριφέρθηκε ο Αντίοχος;
Γνωρίζουμε ότι, αφού είχε βρεθεί στην Αλεξάνδρεια μεταξύ 87 και 84 π.Χ., επέστρεψε στην Αθήνα, όπου δίδαξε ως Ακαδημαϊκός, αλλά όχι μέσα στην Ακαδημία, η οποία, για τους λόγους που εκτέθηκαν παραπάνω, δεν θα μπορούσε σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα να έχει επαναλειτουργήσει.
Πράγματι, ο Κικέρων, ο οποίος το 79/78 π.Χ. υπήρξε ακροατής του στην Αθήνα, αναφέρει ότι ο Αντίοχος δίδασκε σε ένα γυμνάσιο που ονομαζόταν Πτολεμαίον, και ότι η Ακαδημία ήταν πλέον ένας τόπος σχεδόν εγκαταλελειμμένος.
Ιδού ένα απόσπασμα του ίδιου του Κικέρωνα πολύ διαφωτιστικό ως προς αυτό:
«Είχα πάει, όπως συνήθως, ω Βροῦτε, να ακούσω τον Αντίοχο μαζί με τον Μάρκο Πίσωνα στο γυμνάσιο που ονομάζεται Πτολεμαίον, και ήταν μαζί μας ο αδελφός μου Κόιντος, ο Τίτος Πομπώνιος και ο Λεύκιος Κικέρων, που ως προς τη συγγένεια είναι εξάδελφός μου από την πατρική πλευρά, αλλά ως προς την αγάπη μου είναι αγαπητός σαν αδελφός.
Αποφασίσαμε να κάνουμε τον απογευματινό περίπατο στην Ακαδημία, κυρίως επειδή εκείνη την ώρα ο τόπος ήταν άδειος από κόσμο. Συνεπώς συγκεντρωθήκαμε όλοι στο σπίτι του Πίσωνα την καθορισμένη ώρα. Από εκεί διασχίσαμε συζητώντας τους έξι σταδίους που υπάρχουν ξεκινώντας από την Πύλη του Διπύλου. Όταν φτάσαμε στην περιοχή της Ακαδημίας, τόσο δικαιολογημένα φημισμένη, υπήρχε πράγματι η ησυχία που επιθυμούσαμε.
Τότε ο Πίσωνας είπε: “Πρέπει άραγε να αποδώσω σε ένα φυσικό φαινόμενο ή σε μια πλάνη το γεγονός ότι, όταν φθάνουμε σε τόπους που γνωρίζουμε ότι συχνά επισκέπτονταν άνδρες άξιοι μνήμης, αισθανόμαστε μεγαλύτερη συγκίνηση απ’ ό,τι όταν τυχαία ακούμε να μιλούν για τα έργα τους ή όταν διαβάζουμε κάποιο από τα συγγράμματά τους; Για παράδειγμα, τώρα εγώ συγκινούμαι. Μου έρχεται στον νου ο Πλάτων, που, όπως παραδίδεται, ήταν ο πρώτος που συνήθιζε να συζητεί εδώ, και αυτά τα μικρά άλση εδώ κοντά όχι μόνο μου τον θυμίζουν, αλλά σχεδόν μου φαίνεται πως τον φέρνουν μπροστά στα μάτια μου. Εδώ στεκόταν ο Σπεύσιππος, εδώ ο Ξενοκράτης, εδώ ο μαθητής του Πολέμων, που καθόταν ακριβώς σε εκείνο το σημείο που βλέπουμε”».¹⁰
Επομένως, το 79/78 π.Χ. η Ακαδημία είχε πλέον καταστεί, τρόπον τινά, ένας τόπος πνευματικού προσκυνήματος, όπου ανακαλούσαν τις σκιές του παρελθόντος.
Εξηγείται έτσι πολύ καλά το γεγονός ότι οι πηγές μας αναφέρουν πως ο Αντίοχος υπήρξε μαθητής του Φίλωνος του Λαρισσαίου και επομένως Ακαδημαϊκός, αλλά δεν αναφέρουν ότι υπήρξε «σχολάρχης» της Ακαδημίας.
Πράγματι, δεν μπορούσε να είναι σχολάρχης όπως οι προκάτοχοί του, διότι η Ακαδημία, ως Σχολή και ως θεσμός με την παραδοσιακή έννοια, δεν υπήρχε πλέον· και συνεπώς εκείνος δεν μπορούσε να είναι παρά ο κληρονόμος και ο πνευματικός ηγέτης της σκέψης που γεννήθηκε και αναπτύχθηκε σε εκείνη τη Σχολή.
Ο Αντίοχος, ο οποίος — όπως ήδη θυμίσαμε — πέθανε στη Συρία γύρω στο 60 π.Χ., άφησε ως διάδοχο της σχολής του τον αδελφό του Άριστο.¹¹ Και, κατά πάσα πιθανότητα, με τον Άριστο έσβησε και αυτή η πνευματική αθηναϊκή επιβίωση της Ακαδημίας.
Πράγματι, σε αυτή την περίοδο δεν έχουμε πλέον ρητές αναφορές σε «σχολάρχες της Ακαδημίας» και, στον επόμενο αιώνα, μια ρητή μαρτυρία του Σενέκα μας πληροφορεί κυριολεκτικά:
«Οι Ακαδημαϊκοί, τόσο οι παλαιοί όσο και οι νέοι, έπαψαν να έχουν αρχηγό».¹²
3. Αναγέννηση του Πλατωνισμού στην Αλεξάνδρεια σε νέα μορφή και οι λόγοι για τους οποίους πρέπει να ονομάζεται «Μεσοπλατωνισμός»
Και φθάνουμε τώρα στο σημείο στο οποίο θέλαμε να καταλήξουμε. Ενώ στην Αθήνα η Ακαδημία πέθαινε, έξω από την Αθήνα, συγκεκριμένα στην Αλεξάνδρεια, ο Πλατωνισμός αναγεννιόταν με χαρακτηριστικά σε μεγάλο βαθμό διαφορετικά από τον εκλεκτικό και στοϊκίζοντα δογματισμό του Αντιόχου, και κέρδιζε έδαφος.
Όπως ήδη αναφέραμε παραπάνω, ο Εὔδωρος ο Αλεξανδρεύς, ο οποίος έζησε πιθανότατα στο δεύτερο μισό του 1ου αιώνα π.Χ., είναι ο πρώτος εκπρόσωπος που γνωρίζουμε αυτής της νέας τάσης του Πλατωνισμού (αν και δεν είναι απίθανο ότι και άλλοι, ακόμη πριν από τον Εὔδωρο, είχαν προσπαθήσει να βαδίσουν προς αυτή την κατεύθυνση).¹³
Είναι πάντως βέβαιο ότι, από το δεύτερο μισό του 1ου αιώνα π.Χ., ο Πλατωνισμός αργά αλλά προοδευτικά και σταθερά συνέχισε να διαδίδεται και να ενισχύει την παρουσία και την επιρροή του, έως ότου κορυφώθηκε στη μεγάλη σύνθεση του Πλωτίνου, η οποία ωρίμασε τον 3ο αιώνα μ.Χ. και άνοιξε μια νέα πορεία στη σκέψη τόσο την εθνική όσο και τη χριστιανική.
Η μεγάλη αυτή σύνθεση του Πλωτίνου, καθώς και το ρεύμα σκέψης που προέκυψε από αυτήν, έχουν ονομαστεί — και δικαίως — «Νεοπλατωνισμός». Με ποιον τρόπο, λοιπόν, πρέπει να ονομαστεί όλο εκείνο το τμήμα της ιστορίας του Πλατωνισμού που εκτείνεται από το δεύτερο μισό του 1ου αιώνα π.Χ. έως ολόκληρο τον 2ο αιώνα μ.Χ.;
Το να ονομαστεί απλώς «Πλατωνισμός», όπως γινόταν μέχρι τον 19ο αιώνα, δεν είναι ορθό, διότι δεν πρόκειται ούτε για απλή επανάληψη του Πλάτωνος, ούτε για τις διδασκαλίες της αρχαίας Ακαδημίας.
Πράγματι, στους Πλατωνικούς αυτής της περιόδου διακρίνονται καθαρά οι προσπάθειες να επανεξεταστούν με πρωτότυπο τρόπο οι πλατωνικές διδασκαλίες. Πρόκειται για προσπάθειες που, σε ορισμένες περιπτώσεις, οδηγούν σε σαφή θεωρητικά κέρδη τα οποία προαναγγέλλουν τη σκέψη του Πλωτίνου ή προετοιμάζουν το έδαφος επάνω στο οποίο θα γεννηθεί ο Νεοπλατωνισμός, συμβάλλοντας στη δημιουργία εκείνης της πνευματικής ατμόσφαιρας μέσα στην οποία αυτός θα αναπτυχθεί.
Πρέπει πάντως να αναγνωριστεί ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια σκέψη που δεν είναι πάντοτε ενιαία, συχνά αβέβαιη και, μερικές φορές, ακόμη και αντιφατική: μια σκέψη στην οποία το παλαιό και το νέο διαπλέκονται με ποικίλους τρόπους, χωρίς να φθάνουν ποτέ σε μια ολοκληρωμένη σύνθεση.
Με λίγα λόγια, ο Πλατωνισμός αυτής της περιόδου παρουσιάζει χαρακτηριστικά που βρίσκονται, θα λέγαμε, στα μισά του δρόμου ανάμεσα στον αρχαίο Πλατωνισμό του Πλάτωνος και των άμεσων διαδόχων του και στον Νεοπλατωνισμό του Πλωτίνου και των μαθητών του.
Επομένως, ο όρος «Μεσοπλατωνισμός», που σημαίνει ακριβώς «Πλατωνισμός που βρίσκεται στο μέσο ανάμεσα στο παλαιό και στο νέο», πρέπει να θεωρηθεί δικαιολογημένος και απολύτως κατάλληλος, όπως θα δούμε αμέσως με μεγαλύτερη λεπτομέρεια.¹⁴
Συνεχίζεται με:
4. Η ανακάλυψη εκ νέου της «υπερβατικότητας» ως ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του Μεσοπλατωνισμού
Σημειώσεις:
Και πώς συμπεριφέρθηκε ο Αντίοχος;
Γνωρίζουμε ότι, αφού είχε βρεθεί στην Αλεξάνδρεια μεταξύ 87 και 84 π.Χ., επέστρεψε στην Αθήνα, όπου δίδαξε ως Ακαδημαϊκός, αλλά όχι μέσα στην Ακαδημία, η οποία, για τους λόγους που εκτέθηκαν παραπάνω, δεν θα μπορούσε σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα να έχει επαναλειτουργήσει.
Πράγματι, ο Κικέρων, ο οποίος το 79/78 π.Χ. υπήρξε ακροατής του στην Αθήνα, αναφέρει ότι ο Αντίοχος δίδασκε σε ένα γυμνάσιο που ονομαζόταν Πτολεμαίον, και ότι η Ακαδημία ήταν πλέον ένας τόπος σχεδόν εγκαταλελειμμένος.
Ιδού ένα απόσπασμα του ίδιου του Κικέρωνα πολύ διαφωτιστικό ως προς αυτό:
«Είχα πάει, όπως συνήθως, ω Βροῦτε, να ακούσω τον Αντίοχο μαζί με τον Μάρκο Πίσωνα στο γυμνάσιο που ονομάζεται Πτολεμαίον, και ήταν μαζί μας ο αδελφός μου Κόιντος, ο Τίτος Πομπώνιος και ο Λεύκιος Κικέρων, που ως προς τη συγγένεια είναι εξάδελφός μου από την πατρική πλευρά, αλλά ως προς την αγάπη μου είναι αγαπητός σαν αδελφός.
Αποφασίσαμε να κάνουμε τον απογευματινό περίπατο στην Ακαδημία, κυρίως επειδή εκείνη την ώρα ο τόπος ήταν άδειος από κόσμο. Συνεπώς συγκεντρωθήκαμε όλοι στο σπίτι του Πίσωνα την καθορισμένη ώρα. Από εκεί διασχίσαμε συζητώντας τους έξι σταδίους που υπάρχουν ξεκινώντας από την Πύλη του Διπύλου. Όταν φτάσαμε στην περιοχή της Ακαδημίας, τόσο δικαιολογημένα φημισμένη, υπήρχε πράγματι η ησυχία που επιθυμούσαμε.
Τότε ο Πίσωνας είπε: “Πρέπει άραγε να αποδώσω σε ένα φυσικό φαινόμενο ή σε μια πλάνη το γεγονός ότι, όταν φθάνουμε σε τόπους που γνωρίζουμε ότι συχνά επισκέπτονταν άνδρες άξιοι μνήμης, αισθανόμαστε μεγαλύτερη συγκίνηση απ’ ό,τι όταν τυχαία ακούμε να μιλούν για τα έργα τους ή όταν διαβάζουμε κάποιο από τα συγγράμματά τους; Για παράδειγμα, τώρα εγώ συγκινούμαι. Μου έρχεται στον νου ο Πλάτων, που, όπως παραδίδεται, ήταν ο πρώτος που συνήθιζε να συζητεί εδώ, και αυτά τα μικρά άλση εδώ κοντά όχι μόνο μου τον θυμίζουν, αλλά σχεδόν μου φαίνεται πως τον φέρνουν μπροστά στα μάτια μου. Εδώ στεκόταν ο Σπεύσιππος, εδώ ο Ξενοκράτης, εδώ ο μαθητής του Πολέμων, που καθόταν ακριβώς σε εκείνο το σημείο που βλέπουμε”».¹⁰
Επομένως, το 79/78 π.Χ. η Ακαδημία είχε πλέον καταστεί, τρόπον τινά, ένας τόπος πνευματικού προσκυνήματος, όπου ανακαλούσαν τις σκιές του παρελθόντος.
Εξηγείται έτσι πολύ καλά το γεγονός ότι οι πηγές μας αναφέρουν πως ο Αντίοχος υπήρξε μαθητής του Φίλωνος του Λαρισσαίου και επομένως Ακαδημαϊκός, αλλά δεν αναφέρουν ότι υπήρξε «σχολάρχης» της Ακαδημίας.
Πράγματι, δεν μπορούσε να είναι σχολάρχης όπως οι προκάτοχοί του, διότι η Ακαδημία, ως Σχολή και ως θεσμός με την παραδοσιακή έννοια, δεν υπήρχε πλέον· και συνεπώς εκείνος δεν μπορούσε να είναι παρά ο κληρονόμος και ο πνευματικός ηγέτης της σκέψης που γεννήθηκε και αναπτύχθηκε σε εκείνη τη Σχολή.
Ο Αντίοχος, ο οποίος — όπως ήδη θυμίσαμε — πέθανε στη Συρία γύρω στο 60 π.Χ., άφησε ως διάδοχο της σχολής του τον αδελφό του Άριστο.¹¹ Και, κατά πάσα πιθανότητα, με τον Άριστο έσβησε και αυτή η πνευματική αθηναϊκή επιβίωση της Ακαδημίας.
Πράγματι, σε αυτή την περίοδο δεν έχουμε πλέον ρητές αναφορές σε «σχολάρχες της Ακαδημίας» και, στον επόμενο αιώνα, μια ρητή μαρτυρία του Σενέκα μας πληροφορεί κυριολεκτικά:
«Οι Ακαδημαϊκοί, τόσο οι παλαιοί όσο και οι νέοι, έπαψαν να έχουν αρχηγό».¹²
3. Αναγέννηση του Πλατωνισμού στην Αλεξάνδρεια σε νέα μορφή και οι λόγοι για τους οποίους πρέπει να ονομάζεται «Μεσοπλατωνισμός»
Και φθάνουμε τώρα στο σημείο στο οποίο θέλαμε να καταλήξουμε. Ενώ στην Αθήνα η Ακαδημία πέθαινε, έξω από την Αθήνα, συγκεκριμένα στην Αλεξάνδρεια, ο Πλατωνισμός αναγεννιόταν με χαρακτηριστικά σε μεγάλο βαθμό διαφορετικά από τον εκλεκτικό και στοϊκίζοντα δογματισμό του Αντιόχου, και κέρδιζε έδαφος.
Όπως ήδη αναφέραμε παραπάνω, ο Εὔδωρος ο Αλεξανδρεύς, ο οποίος έζησε πιθανότατα στο δεύτερο μισό του 1ου αιώνα π.Χ., είναι ο πρώτος εκπρόσωπος που γνωρίζουμε αυτής της νέας τάσης του Πλατωνισμού (αν και δεν είναι απίθανο ότι και άλλοι, ακόμη πριν από τον Εὔδωρο, είχαν προσπαθήσει να βαδίσουν προς αυτή την κατεύθυνση).¹³
Είναι πάντως βέβαιο ότι, από το δεύτερο μισό του 1ου αιώνα π.Χ., ο Πλατωνισμός αργά αλλά προοδευτικά και σταθερά συνέχισε να διαδίδεται και να ενισχύει την παρουσία και την επιρροή του, έως ότου κορυφώθηκε στη μεγάλη σύνθεση του Πλωτίνου, η οποία ωρίμασε τον 3ο αιώνα μ.Χ. και άνοιξε μια νέα πορεία στη σκέψη τόσο την εθνική όσο και τη χριστιανική.
Η μεγάλη αυτή σύνθεση του Πλωτίνου, καθώς και το ρεύμα σκέψης που προέκυψε από αυτήν, έχουν ονομαστεί — και δικαίως — «Νεοπλατωνισμός». Με ποιον τρόπο, λοιπόν, πρέπει να ονομαστεί όλο εκείνο το τμήμα της ιστορίας του Πλατωνισμού που εκτείνεται από το δεύτερο μισό του 1ου αιώνα π.Χ. έως ολόκληρο τον 2ο αιώνα μ.Χ.;
Το να ονομαστεί απλώς «Πλατωνισμός», όπως γινόταν μέχρι τον 19ο αιώνα, δεν είναι ορθό, διότι δεν πρόκειται ούτε για απλή επανάληψη του Πλάτωνος, ούτε για τις διδασκαλίες της αρχαίας Ακαδημίας.
Πράγματι, στους Πλατωνικούς αυτής της περιόδου διακρίνονται καθαρά οι προσπάθειες να επανεξεταστούν με πρωτότυπο τρόπο οι πλατωνικές διδασκαλίες. Πρόκειται για προσπάθειες που, σε ορισμένες περιπτώσεις, οδηγούν σε σαφή θεωρητικά κέρδη τα οποία προαναγγέλλουν τη σκέψη του Πλωτίνου ή προετοιμάζουν το έδαφος επάνω στο οποίο θα γεννηθεί ο Νεοπλατωνισμός, συμβάλλοντας στη δημιουργία εκείνης της πνευματικής ατμόσφαιρας μέσα στην οποία αυτός θα αναπτυχθεί.
Πρέπει πάντως να αναγνωριστεί ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια σκέψη που δεν είναι πάντοτε ενιαία, συχνά αβέβαιη και, μερικές φορές, ακόμη και αντιφατική: μια σκέψη στην οποία το παλαιό και το νέο διαπλέκονται με ποικίλους τρόπους, χωρίς να φθάνουν ποτέ σε μια ολοκληρωμένη σύνθεση.
Με λίγα λόγια, ο Πλατωνισμός αυτής της περιόδου παρουσιάζει χαρακτηριστικά που βρίσκονται, θα λέγαμε, στα μισά του δρόμου ανάμεσα στον αρχαίο Πλατωνισμό του Πλάτωνος και των άμεσων διαδόχων του και στον Νεοπλατωνισμό του Πλωτίνου και των μαθητών του.
Επομένως, ο όρος «Μεσοπλατωνισμός», που σημαίνει ακριβώς «Πλατωνισμός που βρίσκεται στο μέσο ανάμεσα στο παλαιό και στο νέο», πρέπει να θεωρηθεί δικαιολογημένος και απολύτως κατάλληλος, όπως θα δούμε αμέσως με μεγαλύτερη λεπτομέρεια.¹⁴
4. Η ανακάλυψη εκ νέου της «υπερβατικότητας» ως ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του Μεσοπλατωνισμού
Σημειώσεις:
1 Πρβλ. βιβλίο VI, σσ. 1473 κ.ε.
2 Πρβλ. Σέξτος Εμπειρικός, Πυρρώνειοι Υποτυπώσεις, I, 220.
3 Πρβλ. σημ. 1.
4 Πρβλ. Κικέρων, Academica, passim.
5 Η μετάβαση από μια προβληματική σκέψη σε μια δογματική σκέψη δεν σημαίνει καθόλου τη μετάβαση από μια αντίληψη με εμμενιστικό χαρακτήρα σε μια θέση με υπερβατικό χαρακτήρα.
6 Πρβλ. βιβλίο VI, σ. 1495, σημ. 1.
7 Πλούταρχος, Βίος Σύλλα, 12.
8 Πλούταρχος, Βίος Σύλλα, 14.
9 Ανάλογη τύχη, για τους ίδιους λόγους, πρέπει να υπέστη και ο Περίπατος.
10 Κικέρων, De finibus, V, 1, 12.
11 Πρβλ. Κικέρων, Brutus, 97, 332· Academica posteriora, I, 3, 12· De finibus, V, 3, 8· Tusculanae disputationes, V, 8, 21.
12 Σενέκας, Naturales quaestiones, VII, 32, 2:
«Academici et veteres et minores nullum antistitem reliquerunt»
(«Οι Ακαδημαϊκοί, τόσο οι παλαιοί όσο και οι νεότεροι, δεν άφησαν κανέναν αρχηγό»).
13 Πρβλ. κατωτέρω, σσ. 1814 κ.ε.
14 Το μεγαλύτερο μέρος της συμβολής στην καθιέρωση του όρου «Μεσοπλατωνισμός» οφείλεται στον Κ. Πρέχτερ (K. Praechter), ο οποίος μελέτησε σε μια σειρά άρθρων και μελετών τους φιλοσόφους και τα προβλήματα που σχετίζονται με αυτό το ρεύμα σκέψης και, κυρίως, παρουσίασε μια καλή συνοπτική εικόνα στο έργο του Die Philosophie des Altertums (τόμος I της περίφημης Grundriss der Geschichte der Philosophie του Φ. Ούμπεργβεγκ), σσ. 524-556.
Ο Πρέχτερ είχε επίσης σχεδιάσει μια συστηματική συλλογή των αποσπασμάτων, η οποία όμως, δυστυχώς, δεν πραγματοποιήθηκε. Το μειονέκτημα των έργων του Πρέχτερ έγκειται στον κυρίως φιλολογικό προσανατολισμό τους, ο οποίος δεν επιτρέπει πάντοτε να φθάσει κανείς στον καθαυτό φιλοσοφικό πυρήνα των προβλημάτων (θα δώσουμε τον κατάλογο αυτών των μελετών στη τελική βιβλιογραφία).
Εξακολουθεί ακόμη να απουσιάζει μια συστηματική συλλογή όλων των αποσπασμάτων όλων των Μεσοπλατωνικών. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει σημαντικά βήματα σε αυτόν τον τομέα, και ο Μεσοπλατωνισμός αποτελεί πλέον αντικείμενο ενδιαφέροντος όχι λίγων μελετητών της αρχαίας σκέψης.
Ο C. Mazzarelli συγκέντρωσε όλα τα αποσπάσματα του Ευδώρου (πρβλ. σημ. 2 της σ. 103).
Ο A. Gioè δημοσίευσε το έργο:
Filosofi medioplatonici del II secolo d.C. Testimonianze e frammenti. Gaio, Albino, Lucio, Nicostrato, Tauro, Severo, Arpocrazione, Bibliopolis, Νάπολη 2002.
Χρήσιμο είναι επίσης το εκτεταμένο έργο που άρχισε ο H. Dörrie και συνέχισε ο M. Baltes, με τίτλο Der Platonismus in der Antike. Grundlage – System – Entwicklung, το οποίο περιλαμβάνει:
Τόμος I: H. Dörrie, Die geschichtlichen Wurzeln des Platonismus (Οι ιστορικές ρίζες του Πλατωνισμού), Bausteine 1-35, κείμενο, μετάφραση, σχόλια, έκδοση από τα κατάλοιπα από την Annemarie Dörrie, Stuttgart-Bad Cannstatt 1987.
Τόμος II: H. Dörrie, Der hellenistische Rahmen des kaiserzeitlichen Platonismus (Το ελληνιστικό πλαίσιο του πλατωνισμού της αυτοκρατορικής εποχής), Bausteine 36-72, κείμενο, μετάφραση, σχόλια, έκδοση και επιμέλεια M. Baltes με συνεργασία των A. Dörrie και F. Mann, Stuttgart-Bad Cannstatt 1990.
Τόμος III: H. Dörrie – M. Baltes, Der Platonismus im 2. und 3. Jahrhundert nach Christus (Ο Πλατωνισμός κατά τον 2ο και 3ο αιώνα μ.Χ.), Bausteine 73-100, κείμενο, μετάφραση, σχόλια, Bad Cannstatt 1993.
Τόμος IV: H. Dörrie – M. Baltes, Die philosophische Lehre des Platonismus. Einige grundlegende Axiome / Platonische Physik (im antiken Verständnis) I (Η φιλοσοφική διδασκαλία του Πλατωνισμού. Μερικά θεμελιώδη αξιώματα / Πλατωνική φυσική [με την αρχαία έννοια] I), Bausteine 101-124, Stuttgart-Bad Cannstatt 1996.
Τόμος V: H. Dörrie – M. Baltes, Die philosophische Lehre des Platonismus. Einige grundlegende Axiome / Platonische Physik (im antiken Verständnis) II (Η φιλοσοφική διδασκαλία του Πλατωνισμού. Μερικά θεμελιώδη αξιώματα / Πλατωνική φυσική [με την αρχαία έννοια] II), Bausteine 125-150, Stuttgart-Bad Cannstatt 1998.
Τόμος VI, 1: H. Dörrie – M. Baltes, Die philosophische Lehre des Platonismus. Von der «Seele» als der Ursache aller sinnvollen Abläufe (Η φιλοσοφική διδασκαλία του Πλατωνισμού. Για την «Ψυχή» ως αιτία όλων των νοηματικά διατεταγμένων διεργασιών), Bausteine 151-168, Stuttgart-Bad Cannstatt 2002.
Τόμος VI, 2: H. Dörrie – M. Baltes, Die philosophische Lehre des Platonismus. Von der «Seele» als der Ursache aller sinnvollen Abläufe (Η φιλοσοφική διδασκαλία του Πλατωνισμού. Για την «Ψυχή» ως αιτία όλων των νοηματικά διατεταγμένων διεργασιών), Bausteine 169-181, Stuttgart-Bad Cannstatt 2002.
Το έργο αυτό είναι πραγματικά επιβλητικό, αλλά είναι μόνο εν μέρει χρήσιμο για τη μελέτη του Μεσοπλατωνισμού.
2 Πρβλ. Σέξτος Εμπειρικός, Πυρρώνειοι Υποτυπώσεις, I, 220.
3 Πρβλ. σημ. 1.
4 Πρβλ. Κικέρων, Academica, passim.
5 Η μετάβαση από μια προβληματική σκέψη σε μια δογματική σκέψη δεν σημαίνει καθόλου τη μετάβαση από μια αντίληψη με εμμενιστικό χαρακτήρα σε μια θέση με υπερβατικό χαρακτήρα.
6 Πρβλ. βιβλίο VI, σ. 1495, σημ. 1.
7 Πλούταρχος, Βίος Σύλλα, 12.
8 Πλούταρχος, Βίος Σύλλα, 14.
9 Ανάλογη τύχη, για τους ίδιους λόγους, πρέπει να υπέστη και ο Περίπατος.
10 Κικέρων, De finibus, V, 1, 12.
11 Πρβλ. Κικέρων, Brutus, 97, 332· Academica posteriora, I, 3, 12· De finibus, V, 3, 8· Tusculanae disputationes, V, 8, 21.
12 Σενέκας, Naturales quaestiones, VII, 32, 2:
«Academici et veteres et minores nullum antistitem reliquerunt»
(«Οι Ακαδημαϊκοί, τόσο οι παλαιοί όσο και οι νεότεροι, δεν άφησαν κανέναν αρχηγό»).
13 Πρβλ. κατωτέρω, σσ. 1814 κ.ε.
14 Το μεγαλύτερο μέρος της συμβολής στην καθιέρωση του όρου «Μεσοπλατωνισμός» οφείλεται στον Κ. Πρέχτερ (K. Praechter), ο οποίος μελέτησε σε μια σειρά άρθρων και μελετών τους φιλοσόφους και τα προβλήματα που σχετίζονται με αυτό το ρεύμα σκέψης και, κυρίως, παρουσίασε μια καλή συνοπτική εικόνα στο έργο του Die Philosophie des Altertums (τόμος I της περίφημης Grundriss der Geschichte der Philosophie του Φ. Ούμπεργβεγκ), σσ. 524-556.
Ο Πρέχτερ είχε επίσης σχεδιάσει μια συστηματική συλλογή των αποσπασμάτων, η οποία όμως, δυστυχώς, δεν πραγματοποιήθηκε. Το μειονέκτημα των έργων του Πρέχτερ έγκειται στον κυρίως φιλολογικό προσανατολισμό τους, ο οποίος δεν επιτρέπει πάντοτε να φθάσει κανείς στον καθαυτό φιλοσοφικό πυρήνα των προβλημάτων (θα δώσουμε τον κατάλογο αυτών των μελετών στη τελική βιβλιογραφία).
Εξακολουθεί ακόμη να απουσιάζει μια συστηματική συλλογή όλων των αποσπασμάτων όλων των Μεσοπλατωνικών. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει σημαντικά βήματα σε αυτόν τον τομέα, και ο Μεσοπλατωνισμός αποτελεί πλέον αντικείμενο ενδιαφέροντος όχι λίγων μελετητών της αρχαίας σκέψης.
Ο C. Mazzarelli συγκέντρωσε όλα τα αποσπάσματα του Ευδώρου (πρβλ. σημ. 2 της σ. 103).
Ο A. Gioè δημοσίευσε το έργο:
Filosofi medioplatonici del II secolo d.C. Testimonianze e frammenti. Gaio, Albino, Lucio, Nicostrato, Tauro, Severo, Arpocrazione, Bibliopolis, Νάπολη 2002.
Χρήσιμο είναι επίσης το εκτεταμένο έργο που άρχισε ο H. Dörrie και συνέχισε ο M. Baltes, με τίτλο Der Platonismus in der Antike. Grundlage – System – Entwicklung, το οποίο περιλαμβάνει:
Τόμος I: H. Dörrie, Die geschichtlichen Wurzeln des Platonismus (Οι ιστορικές ρίζες του Πλατωνισμού), Bausteine 1-35, κείμενο, μετάφραση, σχόλια, έκδοση από τα κατάλοιπα από την Annemarie Dörrie, Stuttgart-Bad Cannstatt 1987.
Τόμος II: H. Dörrie, Der hellenistische Rahmen des kaiserzeitlichen Platonismus (Το ελληνιστικό πλαίσιο του πλατωνισμού της αυτοκρατορικής εποχής), Bausteine 36-72, κείμενο, μετάφραση, σχόλια, έκδοση και επιμέλεια M. Baltes με συνεργασία των A. Dörrie και F. Mann, Stuttgart-Bad Cannstatt 1990.
Τόμος III: H. Dörrie – M. Baltes, Der Platonismus im 2. und 3. Jahrhundert nach Christus (Ο Πλατωνισμός κατά τον 2ο και 3ο αιώνα μ.Χ.), Bausteine 73-100, κείμενο, μετάφραση, σχόλια, Bad Cannstatt 1993.
Τόμος IV: H. Dörrie – M. Baltes, Die philosophische Lehre des Platonismus. Einige grundlegende Axiome / Platonische Physik (im antiken Verständnis) I (Η φιλοσοφική διδασκαλία του Πλατωνισμού. Μερικά θεμελιώδη αξιώματα / Πλατωνική φυσική [με την αρχαία έννοια] I), Bausteine 101-124, Stuttgart-Bad Cannstatt 1996.
Τόμος V: H. Dörrie – M. Baltes, Die philosophische Lehre des Platonismus. Einige grundlegende Axiome / Platonische Physik (im antiken Verständnis) II (Η φιλοσοφική διδασκαλία του Πλατωνισμού. Μερικά θεμελιώδη αξιώματα / Πλατωνική φυσική [με την αρχαία έννοια] II), Bausteine 125-150, Stuttgart-Bad Cannstatt 1998.
Τόμος VI, 1: H. Dörrie – M. Baltes, Die philosophische Lehre des Platonismus. Von der «Seele» als der Ursache aller sinnvollen Abläufe (Η φιλοσοφική διδασκαλία του Πλατωνισμού. Για την «Ψυχή» ως αιτία όλων των νοηματικά διατεταγμένων διεργασιών), Bausteine 151-168, Stuttgart-Bad Cannstatt 2002.
Τόμος VI, 2: H. Dörrie – M. Baltes, Die philosophische Lehre des Platonismus. Von der «Seele» als der Ursache aller sinnvollen Abläufe (Η φιλοσοφική διδασκαλία του Πλατωνισμού. Για την «Ψυχή» ως αιτία όλων των νοηματικά διατεταγμένων διεργασιών), Bausteine 169-181, Stuttgart-Bad Cannstatt 2002.
Το έργο αυτό είναι πραγματικά επιβλητικό, αλλά είναι μόνο εν μέρει χρήσιμο για τη μελέτη του Μεσοπλατωνισμού.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου