Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΩΣ ΚΑΤΑΡΡΙΠΤΙΚΗ ΜΕΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΕΣΦΑΛΜΕΝΩΝ ΑΝΤΙΛΗΨΕΩΝ ΚΑΙ Η ΑΓΝΟΙΑ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ ΩΣ «ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΣΟΦΙΑ»
Τὰ ἐπιχειρήματα ποὺ κατατίθενται ὑπὲρ τῆς ἑρμηνείας τῆς ᾿Απολογίας Σωκράτους ὡς ἱστορικοῦ τεκμηρίου
Στὴν ᾿Απολογία Σωκράτους ὁ Πλάτων παρουσιάζει τὸν Σωκράτη βάσει τῆς ἱστορικής πραγματικότητας καί, ὡς ἐκ τούτου, ἀπαλλαγμένο ἀπὸ τις συνεπαγωγές καὶ τὰ συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα ὁ ἴδιος ἐξάγει ἀπὸ τὴ φιλοσοφία του δασκάλου στοὺς ὑπόλοιπους διαλόγους. Στο κείμενο αὐτό, λοιπόν, ὁ Πλάτων θέλει νὰ ἀπεικονίσει τὴν προσωπικότητα τοῦ Σωκράτους στην πραγματική της διάσταση, ἀπὸ κοινοῦ μὲ τὸ σαφές ἱστορικό μήνυμα τοῦ δασκάλου, ἔτσι ὅπως αὐτὸ ἔπρεπε νὰ ἐκλαμβάνεται καὶ νὰ κατανοείται.
Τρεῖς εἶναι οἱ κύριοι λόγοι που συνηγοροῦν ὑπὲρ ὅσων πραγματευόμαστε.
α) Δεδομένου ότι ἐπρόκειτο για μία δίκη που διεξήγε ἡ Πολιτεία, δίκη ἡ ὁποία ἔφερε τὸν Σωκράτη ἀντιμέτωπο μὲ τὴ θανατική καταδίκη, ἐὰν ὁ Πλάτων ἐψεύδετο στο κείμενο αὐτό, θὰ εἶχε καταστήσει τὸν ἑαυτό του ένοχο ἔναντι τοῦ ἰδίου τοῦ Κράτους καὶ θὰ εἶχε ὑποστεῖ μία σειρὰ ἀπὸ συνέπειες δικαστικῆς καὶ πολιτικῆς φύσεως, συνέπειες που δὲν εἶναι δύσκολο νὰ ὑποθέσει κανείς. Ο μεγάλος ἀριθμός τῶν δικαστῶν καὶ ἰδιωτῶν, οἱ ὁποῖοι παρευρέθησαν στη δίκη καθιστοῦσε ἀνέφικτη τόσο ἐκ τῶν πραγμάτων ὅσο καὶ ἀπὸ νομικῆς ἄποψης κάθε παραποίηση ἢ σημαντική διαστρέβλωση ὅσων εἶχαν συμβεῖ καὶ λεχθεί. Πρὸς τούτοις, ὁποιαδήποτε παραποίηση ἢ διαστρέβλωση καθίστατο ἀνέφικτη καὶ γιὰ τὸν λόγο ὅτι ὁ Πλάτων ἦταν γνωστός μαθητής τοῦ Σωκράτους καὶ ἀνῆκε σε μία οἰκογένεια μὲ ἐξέχουσα κοινωνική καὶ πολιτικὴ ἐπιρροή.
β) Ο Πλάτων μόνον στὴν ᾿Απολογία χρησιμοποιεῖ τὸ ὄνομα τοῦ Σωκράτους στὸν τίτλο, ἐνῶ στην πλειονότητα τῶν διαλόγων, οἱ ὁποῖ οι ἔχουν ὡς πρωταγωνιστὴ καὶ πάλι τὸν Σωκράτη, ὁ τίτλος τοῦ διαλόγου προέρχεται ἀπὸ τὸν δευτεραγωνιστή.
γ) Τέλος, ἂς ὑπενθυμίσουμε ὅτι στὴν Ἀπολογία ὁ Πλάτων ἀναφέρει τὸ δικό του ὄνομα δύο φορές1· μᾶς ἀναφέρει, ἐπίσης, ὅτι ὄχι μόνον ἦταν παρών στη δίκη, ἀλλὰ καὶ ὅτι βρισκόταν στην πρώτη γραμμή μεταξύ ὅσων ἦσαν διατεθειμένοι να καταβάλουν τὸ χρηματικό πρόστιμο προκειμένου νὰ ἐξαγοράσουν τὴν ἐλευθερία τοῦ Σωκράτους. Συγκεκριμένα, στο δεύτερο ἀπὸ τὰ δύο χωρία, λέγει:
Αὐτὸς ἐδῶ ὁ Πλάτων, ἄνδρες ᾿Αθηναῖοι, καὶ ὁ Κρίτων καὶ ὁ Κριτόβουλος καὶ ὁ ᾿Απολλόδωρος μὲ προτρέπουν νὰ προτείνω τριάντα μνές, καὶ θὰ ἐγγυηθοῦν αὐτοί. Προτείνω λοιπὸν αὐτὸ τὸ ποσό. Καὶ ἐγγυητὲς γιὰ τὰ χρήματα θὰ εἶναι αὐτοὶ οἱ ἀξιόπιστοι ἄνθρωποι2.
Πράγματι, στοὺς ἄλλους διαλόγους, ἀκόμη καὶ στοὺς νεανικούς, καὶ πολύ περισσότερο στούς μεταγενέστερους, ὁ Πλάτων δὲν παρουσιάζει τὸν Σωκράτη τῆς ἱστορικῆς πραγματικότητας, ἀλλὰ ἕναν Σωκράτη ώς dramatis persona, δηλαδή ἕναν Σωκράτη ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ ἀπεικόνιση τοῦ ἀληθινοῦ, διαλεκτικοῦ φιλοσόφου. Στὸν Φαίδωνα, ή ἐν λόγω μεταμόρφωση τοῦ ἱστορικοῦ Σωκράτους σὲ ἰδανικὴ μορφὴ τοῦ ἀληθινοῦ φιλοσόφου καθίσταται ἀντιπροσωπευτική.
Στην πραγματικότητα – καὶ αὐτὸ εἶναι κάτι ποὺ ἡ πλειονότητα τῶν ἑρμηνευτῶν μοιάζει νὰ ἀγνοεῖ – ὁ ἴδιος ὁ Πλάτων μᾶς τὸ δηλώνει ρητῶς. Ας ὑπενθυμίσουμε ὅτι, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν περίπτωση τῆς Ἄπολογίας, ὁ Πλάτων στοὺς διαλόγους του ἀναφέρει τὸ ὄνομά του μόνο μία φορά, καὶ μάλιστα στὸν Φαίδωνα. Ἐὰν προσέξουμε, όμως, θὰ ἰδοῦμε ὅτι ὁ Πλάτων ἀναφέρεται στὸν ἑαυτό του γιὰ νὰ τονίσει ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετο ἀπὸ ἐκεῖνο ποὺ εἶχε ἰσχυριστεῖ στὴν ᾿Απολογία, δηλαδὴ ὅτι ἐκεῖνος δὲν ἦταν παρών τὴ μέρα τοῦ θανάτου τοῦ Σωκράτους. Γράφει, λοιπόν, μὲ τὸ ἐκλεπτυσμένο καὶ εἰρωνικό ύφος του: «Ο Πλάτων, νομίζω, ἦταν ἀδιάθετος (Πλάτων δέ, οἶμαι, ἠσθένει)»3.
Ὄντως, μολονότι κάνει λόγο για συγκεκριμένα ἱστορικά δεδομένα (ιδίως στὴν ἀρχὴ τοῦ προλόγου καὶ στὸ τέλος τοῦ διαλόγου), ὁ Πλάτων στὸν Φαίδωνα βάζει τὸν Σωκράτη νὰ ἀναφερθεῖ σὲ θεωρίες, οἱ ὁποῖες δὲν εἶναι διόλου σωκρατικές, εἶναι ὅμως βασικές καὶ θεμελιώδεις θέσεις τοῦ ἰδίου τοῦ Πλάτωνος: στη θεωρία τῆς ἀθανασίας τῆς ψυχῆς καὶ στὶς μεταφυσικές ἀρχές της, δηλαδή στη μεγάλη θεωρία τῶν Ἰδεῶν.
Οἱ ἴδιοι οἱ μαθητές τοῦ Πλάτωνος, κατὰ τὴν ἀνάγνωση τοῦ Φαίδωνος, ἀναστατώθηκαν καὶ δὲν ἄντεξαν μέχρι τέλους. Ὁ Διογένης Λαέρτιος μᾶς πληροφορεί:
Μόνο αὐτὸς ἔμεινε ὡς τὸ τέλος (ὁ ᾿Αριστοτέλης), ὅταν ὁ Πλάτων διάβαζε τὸν Περὶ ψυχῆς, ὅλοι οἱ ἄλλοι ἔφυγαν, μαθαίνουμε ἀπὸ τὸν Φαβωρίνο4.
Συνεπῶς, ὁ ἴδιος ὁ Πλάτων μᾶς ἀποκαλύπτει ὅτι στὴν ᾿Απολογία σκοπεύει νὰ μιλήσει γιὰ τὸν Σωκράτη τῆς ἱστορικῆς πραγματικότητας, ἐνῶ στὸν Φαίδωνα σκοπεύει σε μεγάλο βαθμό νὰ μιλήσει γιὰ τὴ δική του διανόηση.
Φυσικά, δὲν λείπουν οἱ μελετητές πού, ἂν καὶ δὲν ἀρνοῦνται in toto τὸ ἀληθὲς τῆς Ἀπολογίας, θεωροῦν ὅτι ὁ Πλάτων, οὕτως ἢ ἄλλως, ἔχει μεγαλοποιήσει τὴ μορφὴ τοῦ Σωκράτους, καθὼς καὶ τὶς ἰδέες ποὺ ἐκφράζονται μέσω ἐκείνου. Ἡ γνώμη αὐτή, ὅμως, δὲν ἀναιρεῖ ὅσα εἴπαμε παραπάνω. Ακόμη καὶ ἂν ὁ Πλάτων μεγαλοποίησε πράγματι τὴν εἰκόνα καὶ τῆς ἰδέες τοῦ Σωκράτους, δὲν ἀλλοίωσε τὴν ἱστορική πραγματικότητα. Αντιθέτως, λειτουργώντας σὰν μεγεθυντικός καθρέπτης (γιὰ νὰ τὸ ποῦμε μὲ τὴ μεταφορά που χρησιμοποιήσαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο), ἐπεσήμανε ορισμένα σημεία της καὶ τὴν κατέστησε περισσότερο κατανοητή.
Ὀφείλουμε, ἐξ ἄλλου, νὰ λάβουμε ὑπ' ὄψιν μας ὅτι στὴν Ἀπολογία ὁ Πλάτων ἀφαίρεσε μία σειρὰ ἀπὸ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα θὰ ἦσαν πολύ χρήσιμα ἀπὸ ἀφηγηματικῆς πλευρᾶς: α) Δὲν ἀναφέρεται στον εἰσαγωγικό λόγο τῶν κατηγόρων καὶ στὰ ἐπιχειρήματά τους· β) Δὲν παρουσιάζει τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο πραγματοποιήθηκαν ή πρώτη καὶ ἡ δεύτερη ψηφοφορία· γ) Δὲν κάνει λόγο οὔτε γιὰ τὴ στάση ποὺ ἐτήρησε ὁ Σωκράτης οὔτε γιὰ τὶς ἀντιδράσεις τοῦ κοινοῦ κατὰ τὴ διάρκεια τῶν ψηφοφοριῶν· δ) Δὲν χρησιμοποιεῖ «παρεμβολές», τις ὁποῖες συνήθως χειρίζεται μὲ μαεστρία· ἐὰν τις εἶχε ἐντάξει στο κείμενό του – κατά τη διάρκεια τῶν δύο διαλειμμάτων ποὺ ἔγιναν γιὰ τις ψηφοφορίες καὶ τὴν καταμέτρηση τῶν ψήφων θὰ εἶχε τὴν εὐκαιρία να τοὺς προσδώσει μία δραματουργική λειτουργία μεγάλης σημασίας· ε) ᾿Απογυμνώνει τὸ γεγονὸς ἀπ᾿ ὅλες τις λεπτομέρειες, εστιάζοντας τὴν προσοχή του μόνον στοὺς λόγους τοῦ δασκάλου καὶ στὸ περιεχόμενό τους· στ) ᾿Αφαιρεῖ τὰ ἐνδιάμεσα μέρη καὶ συνδέει τοὺς τρεῖς λόγους μέ τὴν ἀναφορὰ καὶ μόνον τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν ψηφοφοριῶν, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ συρρικνώνει σὲ μεγάλο βαθμὸ τὸ ὅλο ζήτημα.
Αὐτὸ ποὺ ἀποδεικνύεται, τελικώς, στὴν ᾿Απολογία εἶναι ἀκριβῶς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο λέγει ὁ Humboldt σχετικῶς μὲ τὴν προσωπικότητα τῶν ἐπιφανῶν ἀνδρῶν: «Στὸν ἄνθρωπο, ὅπως καὶ σὲ ὁποιαδήποτε ἄλλη ζῶσα πραγματικότητα, ὑπάρχει πάντοτε μία πλευρά, ἡ ὁποία ἀφορᾶ στὸν ἴδιο του τὸν ἑαυτὸ καὶ στὴ συμπτωματική ὕπαρξή του καὶ ἡ ὁποία πεθαίνει μαζί του ἀφοῦ προφανώς παρέμεινε ἄγνωστη στους ἄλλους. Ἐξ ἄλλου, ὑπάρχει καὶ μία πλευρὰ μέσω τῆς ὁποίας ὁ ἄνθρωπος συνδέεται μὲ μία ἰδέα, ἡ ὁποία ἐκφράζεται μέσα του μὲ μεγάλη σαφήνεια καὶ τῆς ὁποίας ἐκεῖνος ἀποτελεῖ σύμβολο. Μποροῦμε, μάλιστα, νὰ βασίσουμε τη διαφορά μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων στὸ γεγονὸς ὅτι, ἐνῶ οἱ κοινοὶ ἄνθρωποι εἶναι μόνο σύμβολα τῆς ἀντίληψης τῆς γενεᾶς τους [...], οἱ μεγάλοι καὶ ἐξαιρετικοί ἄνθρωποι συμβολίζουν μία ἰδέα τῆς ὁποίας ἡ προσέγγιση στάθηκε ἐφικτή, μόνον ἐπειδὴ ἐκεῖνοι τὴν ἀντιπροσώπευσαν μὲ τὴν ἴδια τους τη ζωή»5.
Αὐτὸ ἀκριβῶς κάνει καὶ ὁ Πλάτων στὴν ᾿Απολογία. Ἐπιδιώκει νὰ ἀντιπροσωπεύσει ἐξ ὁλοκλήρου ἐκείνη τὴν ἰδέα τοῦ φιλοσόφου ἡ προσέγγιση τῆς ὁποίας στάθηκε ἐφικτή στο βαθμό ποὺ ὁ Σωκράτης τὴν εἶχε συμβολίσει ἐνσαρκώνοντάς την.
1. ΠΛΑΤΩΝΟΣ, Απολογία Σωκράτους, 34 a, 38 b.
2. Αὐτόθι, 38 b.
3. ΠΛΑΤΩΝΟΣ, Φαίδων, ἀπόδοση Β. Μοσχοβή, ᾿Αθήνα, Νομική Βιβλιοθήκη, 59 b.
4. ΔΙΟΓΕΝΟΥΣ ΛΑΕΡΤΙΟΥ, Βίοι Φιλοσόφων, III 37.
5. HUMBOLDT, Tagebücher, II 452.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου