Σάββατο 28 Μαρτίου 2026

Ο Πλωτίνος και ο παγανιστικός Νεοπλατωνισμός (14)

 Συνέχεια από Τρίτη 17. Μαρτίου 2026

Ιστορία της ελληνικής και ρωμαϊκής φιλοσοφίας 14
Όγδοος τόμος
Ο Πλωτίνος και ο παγανιστικός Νεοπλατωνισμός
Του Giovanni Reale, Εκδόσεις Bompiani


ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
Ο ΠΛΩΤΙΝΟΣ ΚΑΙ Η ΘΕΜΕΛΙΩΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΠΛΑΤΩΝΙΣΜΟΥ


Τέταρτη ενότητα
Η υπόσταση του Νοῦ – Είναι-και-Νόηση και τα χαρακτηριστικά της

ΙΙΙ. Ὁ «Νοῦς» ὡς «Νοητὸς Κόσμος»


1. Οἱ Ἰδέες ὡς Νοητὰ καὶ Νοήσεις

.........Το Ἕν είναι «δύναμις πάντων», ενώ ο Νους είναι, με τη σειρά του, «τὰ πάντα».¹
Τι σημαίνει αυτό;


Καταρχάς πρέπει να σημειωθεί ότι ο πλατωνικός Νους του Πλωτίνου, όπως ήδη υπαινιχθήκαμε, είναι αδιάσπαστη ένωση «Είναι» και «Σκέψης», «Νοητού» και «Νοήσεως». Ο Νους, για τον Πλωτίνο, είναι το «καθαρό Είναι» του Πλάτωνος — εκείνο το Είναι που είναι πλήρως και δεν επηρεάζεται κατά κανέναν τρόπο από το μη-είναι — και συγχρόνως είναι η «νόησις νοήσεως» για την οποία μιλούσε ο Αριστοτέλης.²

Όπως είχαμε επανειλημμένα την ευκαιρία να επισημάνουμε, ο Αριστοτέλης, συνεχίζοντας τη «δεύτερη πλοήγηση» του Πλάτωνος, είχε θέσει την Νόηση ως άυλη, και είχε επίσης πει ότι αυτή ήταν η πρώτη ουσία, το υπέρτατο ον, η καθαρή ουσία......

Στο νέο πλαίσιο της υποστατικής διδασκαλίας του Νοῦ, το πλατωνικό «Υπερουράνιο» γίνεται «νοητός κόσμος». Η έκφραση είχε επινοηθεί από τον Φίλωνα τον Αλεξανδρέα, ο οποίος — όπως είδαμε — είχε πραγματοποιήσει την πιο σημαντική αναθεώρηση της διδασκαλίας των Ιδεών πριν από τον Πλωτίνο. Ο φιλόσοφός μας παραλαμβάνει από τον Φίλωνα, πέρα από την ίδια την έκφραση, και μια σειρά από ερεθίσματα, τα οποία αναπτύσσει με πρωτότυπο τρόπο· και, στηριζόμενος στη νέα σύλληψή του περί του Νοῦ ως δομικής ενότητας Είναι και Νοεῖν, προχωρεί, πέρα από τον Φίλωνα, στην τολμηρότερη μεταρρύθμιση της διδασκαλίας των Ιδεών που πρότεινε η αρχαία φιλοσοφική σκέψη.
Η κύρια μεταβολή, που ήδη επισημάνθηκε, συνίσταται στη μεταμόρφωση της «Ιδέας» από απλώς «νοητό» σε «νόηση» ή, ακριβέστερα, σε κάτι που είναι συγχρόνως «νοητό-και-νόηση», σε μια «νοερά οὐσία» (νοερά οὐσία), στην οποία το «νοοῦν» και το «νοούμενον» συμπίπτουν δομικά.
Οι Ιδέες γίνονται «δυνάμεις» ή «νοερές δυνάμεις» (νοεραί δυνάμεις) και, επομένως, ζώσες πραγματικότητες, δηλαδή «νοούσες Νοήσεις».¹ Με λίγα λόγια: όπως οι Ιδέες αποτελούν την πολλαπλότητα των νοητών Όντων μέσα στην οποία προσδιορίζεται το Είναι εντός του ίδιου του Είναι, έτσι αποτελούν, eo ipso, την πολλαπλότητα των Νοήσεων μέσα στην οποία προσδιορίζεται ο Νοῦς εντός του εαυτού του.

2. Σε κάθε Ιδέα αντανακλώνται όλες οι άλλες Ιδέες

Στενά συνδεδεμένη με τα προηγούμενα είναι η περαιτέρω μεταβολή της σύλληψης της σχέσης που υφίσταται μεταξύ των Ιδεών, δηλαδή μεταξύ κάθε επιμέρους Ιδέας και της ολότητας των Ιδεών, και αντιστρόφως.

Ο Πλάτων — όπως είδαμε στον τρίτο τόμο — είχε βεβαίως υποστηρίξει την ύπαρξη ενός πλέγματος σχέσεων (θετικών και αρνητικών) μεταξύ των διαφόρων Ιδεών· ο Πλωτίνος όμως προχωρεί πολύ πιο πέρα, φθάνοντας να υποστηρίξει ότι κάθε Ιδέα είναι, κατά κάποιον τρόπο, όλες οι άλλες Ιδέες.

Πράγματι, εφόσον ο Νους είναι η ολότητα των νοητών όντων και συγχρόνως είναι Νόηση όχι ενός ορισμένου νοητού όντος αλλά όλων των νοητών όντων και ταυτίζεται με αυτά, είναι αναγκαίο κάθε «μέρος» του — όπως αντανακλά την ολότητα των νοητών όντων — να είναι και αυτό γνώση όλων των νοητών όντων. Διαφορετικά, αν κάποιο μέρος έμενε εκτός, δεδομένου ότι καθένα και όλα τα μέρη είναι Νους, θα προέκυπτε το παράδοξο ότι μέρος του Νου θα έμενε εκτός του Νου.
Με αυτή την έννοια ο Πλωτίνος λέγει ότι ο Νους είναι «ἓν-πολλά», δηλαδή «πολλαπλή ενότητα» και «ενιαία πολλαπλότητα».


3. Μεταφυσικά θεμέλια της θέσης του «ἑνὸς-πολλῶν» και του «ὅλου ἐν ὅλῳ»


Αυτό το χαρακτηριστικό των Ιδεών, που ακούγεται τόσο παράδοξο, εξηγείται στην πραγματικότητα αν ληφθούν υπόψη δύο ουσιώδη γνωρίσματα του Νου εν γένει (του οποίου οι Ιδέες αποτελούν επιμέρους στιγμές), δηλαδή:
a) η αϋλότητα ή ασώματη φύση του, και
b) το άπειρο (η ανεξάντλητη δύναμή του).

a) Η αϋλότητα
Εφόσον το Είναι και η Νόηση είναι «ασώματα», δεν μπορούν να νοηθούν ως «πολλά» σαν να ήταν διαιρεμένα στις διάφορες Ιδέες, δηλαδή σαν να ήταν κατακερματισμένα σε μέρη φυσικά αποσπασμένα το ένα από το άλλο, όπως συμβαίνει με τα μέρη στα οποία διαιρούνται τα σώματα, τα οποία είναι πολλά επειδή καταλαμβάνουν διαφορετικούς χώρους και διαφέρουν λόγω του φυσικού τους όγκου.
Οι πολλές Ιδέες που συγκροτούν το Είναι και τη Νόηση είναι πολλές εξαιτίας της νοητής ετερότητας (για την οποία μιλούσε ήδη ο Πλάτων στον Σοφιστή):
Συμφωνούμε ότι το Είναι είναι πολλά λόγω της διαφοράς και όχι λόγω τόπου. Το Είναι, παρότι τόσο πολλαπλό, είναι συγχρόνως όλο μαζί· το Είναι συμπλέκεται με το Είναι και είναι όλο μαζί. Η Νόηση πάλι είναι πολλαπλή εξαιτίας της «διαφοράς», όχι του τόπου, και γι’ αυτό είναι όλη μαζί.²


Αυτή η «νοητή ετερότητα», με άλλα λόγια, στον βαθμό που δεν είναι ετερότητα φυσικών και σωματικών μερών αλλά καθαρά νοητή διαφοροποίηση, εντάσσεται στο Είναι (είναι ετερότητα του Είναι και εντός του Είναι). Αλλά το Είναι είναι «ενότητα», ώστε, με αυτή την έννοια, οι Ιδέες προκύπτουν ως «απλή και ενιαία πολλαπλότητα» και ως «πολλαπλή ενότητα», όπως είπαμε.

Να ένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικό κείμενο:
Θα πούμε λοιπόν ότι το Είναι είναι πολύμορφο και πολλαπλό; Πολύμορφο και απλό συγχρόνως, διότι τα πολλά βρίσκονται μέσα του ως ένα. Είναι μία ενιαία και σύνθετη μορφική Λογικότητα, και όλο το Είναι στο σύνολό του είναι ένα. Βεβαίως, η διαφορά ανήκει στο ίδιο το Είναι· του ανήκει, γιατί πώς θα μπορούσε να ανήκει στο μη-είναι; Το Είναι ανήκει στο Ένα όχι κατά χωριστό τρόπο, διότι όπου κι αν βρίσκεται, εκεί παρίσταται και η ενότητά του, δεδομένου ότι και το Ένα, με τη σειρά του, είναι από μόνο του Είναι. Είναι πράγματι δυνατό να είναι παρόν ακόμη και όντας χωρισμένο.³

b) Η απειρία

Τα ίδια συμπεράσματα προκύπτουν αν θεωρήσουμε τα παράδοξα του «ἑνὸς-πολλῶν» και του «ὅλου-ἐν-ὅλῳ» με κριτήριο το άπειρο.
Αν ο Νους είναι άπειρος (και είναι άπειρος επειδή γονιμοποιείται από την άπειρη δύναμη του Ενός, έστω και διαθλώμενη με τον τρόπο που είδαμε), κατέχει κάθε επιμέρους πράγμα· και, αντιστρόφως, σε κάθε πράγμα πρέπει να βρίσκονται όλα τα άλλα, διαφορετικά σε κάθε επιμέρους πράγμα το Είναι (ο Νους) θα ήταν ελλιπές και φτωχότερο και, συνεπώς, καθόλου άπειρο.


Να δύο χωρία που φωτίζουν αυτές τις έννοιες:
Τα νοητά όντα είναι πολλά και ένα συγχρόνως. Ενώ είναι ένα, είναι και πολλά, διότι έχουν άπειρη φύση· επομένως είναι πολλά μέσα σε ένα και ένα μέσα σε πολλά και όλα μαζί. Επιπλέον, ενεργούν ως προς το όλον μαζί με το όλον και, μη αποχωρισμένα από το όλον, ενεργούν και ως προς το μέρος.⁴

Κι όμως, το Είναι επαρκεί για κάθε πράγμα και έχει μέσα του όλες τις Ψυχές και όλες τις Νοήσεις. Είναι πράγματι ένα, άπειρο, όλο μαζί, και περιλαμβάνει κάθε επιμέρους διάκριση, χωρίς όμως να τη χωρίζει. Εξάλλου, τι σημαίνει άπειρο, αν όχι ότι περιέχει όλες τις πραγματικότητες μαζί, κάθε ζωή, Ψυχή και Νου; Και καθεμία από αυτές τις υπάρξεις δεν είναι οριοθετημένη από σύνορα, και ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο το Είναι είναι ένα.

4. Ἡ αἰωνιότητα τοῦ «Νοῦ»


Και ο χαρακτήρας της «αιωνιότητας» του Νοῦ (και συνεπώς των Ιδεών) αποκτά μια νέα σημασία· αντί να νοείται απλώς ως ακίνητο παρόν, δηλαδή ως στατική αχρονικότητα, συλλαμβάνεται δυναμικά, σε συνάρτηση όχι μόνο με την τελειότητα αλλά και με την απειρία, δηλαδή με την ανεξάντλητη δύναμή του, και συνεπώς σε σύνδεση με το θεώρημα του «ὅλου ἐν ὅλῳ».

Στον Νου, το «ήταν» και το «θα είναι» βρίσκονται μέσα στο «είναι», εφόσον κάθε τι που ανήκει στον Νου πρέπει να είναι πάντοτε πλήρως παρόν ενεργεία μέσα σε αυτόν.

Με άλλα λόγια, το μέλλον βρίσκεται μέσα στο «είναι» του παρόντος (όπως και το παρελθόν), επειδή τα πάντα είναι μέσα σε όλα, δηλαδή επειδή ο Νους είναι τα πάντα και, συνεπώς, δεν έχει ανάγκη από τίποτε και είναι ανεξάντλητος (άπειρη δύναμη):

Αν είναι αναγκαίο καμία ενέργεια να μην παραμένει ατελής, και αν δεν επιτρέπεται να αποδίδεται στον Θεό τίποτε άλλο παρά ο χαρακτήρας της πληρότητας και της ακεραιότητας, τότε πρέπει σε κάθε του όψη τα πάντα να συνυπάρχουν μέσα του. Γι’ αυτό είναι αναγκαίο στον Θεό το μέλλον να είναι ήδη παρόν και τίποτε να μη συμβαίνει εκ των υστέρων· αληθές είναι μάλλον ότι ό,τι στον Θεό είναι παρόν θα είναι στο μέλλον σε κάτι άλλο. Και αν το μέλλον στον Θεό είναι ήδη ενεργεία, πρέπει να είναι παρόν ως εκείνο που θα συμβεί, εφόσον στο παρόν του ο Θεός δεν έχει ανάγκη από τίποτε, γιατί δεν του λείπει τίποτε. Τα πάντα υπήρχαν ήδη, όπως ήταν, από πάντοτε· μόνο εκ των υστέρων θα μπορούσε να ειπωθεί ότι αυτό το γεγονός ακολουθεί εκείνο το γεγονός. Με λίγα λόγια, η διαδοχή των συμβάντων εμφανίζεται μόνο μετά την ανάπτυξη και την εκδίπλωσή τους· αλλά το Είναι, όντας όλο μαζί, είναι αυτό, δηλαδή έχει μέσα του και την ίδια του την αιτία.

5. Οἱ Ἰδέες ὡς αἰτίες τῶν ἄλλων πραγμάτων


Ο Πλάτων, όπως θα θυμόμαστε, είχε εισαγάγει τις Ιδέες ως τις «αληθινές αιτίες», ως τον «λόγο» και το «διότι» των αισθητών πραγμάτων· είχε όμως δυσκολευτεί πολύ να εξηγήσει με ποια έννοια είναι αιτίες των πραγμάτων.

Ο Πλωτίνος εμβαθύνει και σε αυτό το σημείο, με νέα αποτελέσματα. Στα αισθητά πράγματα το «ὅτι» (δηλαδή το ότι υπάρχουν) και το «διότι» (δηλαδή ο λόγος του ότι υπάρχουν) γενικώς δεν συμπίπτουν· το «διότι» είναι πάντοτε κάτι περαιτέρω σε σχέση με το πραγματικό είναι του πράγματος. Αντιθέτως, στον κόσμο του Νοῦ το «ὅτι» και το «διότι» συμπίπτουν.
Και αυτό — βάσει των διευκρινίσεων που προηγήθηκαν — δεν ισχύει μόνο για τον Νου στο σύνολό του, αλλά και για καθένα από τα όντα που βρίσκονται μέσα του, δηλαδή για κάθε Ιδέα.

Κάθε Ιδέα, όπως και ο Νους, είναι «σύμπτωση του ὅτι και του διότι», δεδομένου ότι ο Νους είναι τα πάντα μέσα σε όλα (ο Νους είναι κάθε επιμέρους ον που περιέχει).⁷
Με λίγα λόγια: οι Ιδέες (όπως και ο Νους εν γένει) δεν έχουν αιτία, αλλά είναι αιτία του ίδιου τους του είναι και, υπό αυτή την έννοια, είναι αιτία όλων των άλλων.

6. Ὑπάρχουν Ἰδέες γιὰ ὅλα τὰ πράγματα

Καθόσον ο Νους περικλείει μέσα του όλα τα πράγματα, υπάρχουν Ιδέες για όλα τα πράγματα, και όχι μόνο για τα είδη, αλλά και για όλες τις δυνατές διαφορές υπό τις οποίες μπορεί να εμφανιστεί ένα είδος.
Δεν υπάρχει, επομένως, μία μόνον Ιδέα του ανθρώπου, αλλά τόσες Ιδέες ανθρώπου όσες είναι οι διαφορετικές διαμορφώσεις των ανθρώπων, όσες είναι οι «ατομικές διαφορές». Το ίδιο ισχύει και για τα ζώα και για όλα τα άλλα πράγματα.
Σε αυτό το συμπέρασμα, που διαφέρει από το πλατωνικό, ο Πλωτίνος οδηγήθηκε από την καθαρά αρνητική του σύλληψη της ύλης (η οποία είναι μη-είναι). Πράγματι, αυτή η σύλληψη τον εμπόδιζε (και αυτό θα το δούμε καλύτερα παρακάτω) να αποδώσει στην ύλη οποιαδήποτε ικανότητα «εξατομίκευσης» του είδους και καθορισμού των επιμέρους μορφών υπό τις οποίες το είδος εκδηλώνεται στα πολλά άτομα (όπως, για παράδειγμα, ο άνθρωπος με γαμψή μύτη, με πλακουτσή μύτη κ.λπ.). Από την ύλη, κατά τον Πλωτίνο, προέρχονται μόνο ασχήμιες και στερήσεις (όπως, για παράδειγμα, η χωλότητα, η μονοφθαλμία και διάφορες αναπηρίες) και όλα όσα μπορούν να θεωρηθούν ατέλειες στην εμπειρική πραγμάτωση της Ιδέας.


Ορισμένοι μελετητές συμπέραναν, συνεπώς, ότι ο Πλωτίνος δέχεται την ύπαρξη Ιδεών όλων των ατομικών πραγμάτων, δηλαδή Ιδεών όλων των ατόμων. Αυτό όμως δεν είναι ακριβές· ή, τουλάχιστον, είναι πολύ αμφίσημο, δεδομένου ότι στον Πλωτίνο λείπει ακριβώς η έννοια του ατόμου ως ανεπανάληπτης μοναδικότητας. Πράγματι, αφενός πρέπει να σημειωθεί ότι, για τον Πλωτίνο, ο κόσμος έχει κυκλική ιστορία, στην οποία διαδέχονται η μία την άλλη κοσμικές περίοδοι, μέσα σε καθεμία από τις οποίες επανέρχονται πάντοτε τα ίδια πράγματα, έτσι ώστε το ίδιο πρότυπο να επαναλαμβάνεται πολλές φορές.
Επομένως, ακόμη και εκείνος ο ιδιόμορφος τύπος ανθρώπου ή ζώου που, για παράδειγμα, σε έναν ορισμένο κύκλο εμφανίστηκε μία και μοναδική φορά με εκείνες τις ιδιαίτερες διαφορές, στην ακολουθία των κύκλων επαναλαμβάνεται, σε κάθε περίπτωση, περισσότερες φορές.
Αφετέρου, πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι, όσον αφορά το ανθρώπινο άτομο, το ζήτημα καθίσταται ακόμη πιο σύνθετο εξαιτίας της διδασκαλίας της μετεμψύχωσης, την οποία αποδέχεται ο Πλωτίνος. Πράγματι, στο πλαίσιο αυτής της διδασκαλίας, η ψυχή του Σωκράτη δεν είναι πάντοτε Σωκράτης, διότι ξαναγεννιέται με άλλα πρόσωπα και μορφές, έτσι ώστε, με αυτή την έννοια, δεν θα μπορούσε να υπάρχει μια «Ιδέα του Σωκράτη».


Να το πιο σαφές χωρίο επί του ζητήματος:

«Υπάρχει άραγε Ιδέα και για κάθε ατομική πραγματικότητα; Αν εγώ και κάθε άλλος άνθρωπος έχουμε τη δυνατότητα να αναχθούμε στον νοητό κόσμο, τότε εκεί θα υπάρχει και η αρχή του καθενός μας. Αλλά αν ο Σωκράτης, ή μάλλον η ψυχή του Σωκράτη, υπάρχει από πάντοτε, τότε θα υπάρχει ένας Σωκράτης καθ’ εαυτόν και, κατά συνέπεια, η ψυχή του καθενός θα είναι, όπως λέγεται, εκεί πάνω. Αν όμως ο Σωκράτης δεν υπάρχει από πάντοτε, αλλά η ψυχή, πριν γίνει Σωκράτης, σε άλλο χρόνο ήταν κάτι διαφορετικό, ας πούμε Πυθαγόρας ή κάποιος άλλος, τότε εκεί πάνω δεν θα μπορεί πλέον να υπάρχει αυτό το συγκεκριμένο άτομο.»⁸

7. Σχέση μεταξύ Ιδεών και Αριθμών


Ο Πλάτων, στη μεταφυσική του — εν μέρει στα γραπτά του αλλά κυρίως στις «ἄγραφες διδασκαλίες» του — είχε θέσει τους Ιδεατούς Αριθμούς ως αρχές από τις οποίες προέρχονται οι ίδιες οι Ιδέες, και είχε θέσει ως αρχές των ίδιων των Ιδεατών Αριθμών το Ἕν και τη Δυάδα.
Την ίδια διδασκαλία, που είχε ήδη επαναφέρει στο προσκήνιο ο Νεοπυθαγορισμός, τη βρίσκουμε και στον Πλωτίνο, εν μέρει εμβαθυμένη και διευκρινισμένη, αν και όχι στο προσκήνιο της σκέψης του. Οι «Ιδεατοί Αριθμοί» (που πρέπει να διακρίνονται σαφώς από τους «μαθηματικούς αριθμούς», δηλαδή από τους αριθμούς που αποτελούν αντικείμενο σκέψης του αριθμούντος υποκειμένου, του υποκειμένου που μετρά) προέρχονται από το ίδιο το Ἕν. Η Δυάδα (και με ποια έννοια μιλά ο Πλωτίνος για Δυάδα το είδαμε ήδη) αναδύεται από το ίδιο το Ἕν, όπως είχαν υποστηρίξει και πολλοί Νεοπυθαγόρειοι.

Η Δυάδα είναι καθ’ εαυτήν απεριόριστη και λαμβάνει το όριό της από το ίδιο το Ἕν. Οι Ιδεατοί Αριθμοί γεννώνται ακριβώς από αυτή τη «ὁριοθέτηση της Δυάδος» από το Ἕν:


Ο αριθμός, πράγματι, δεν είναι πρωταρχική πραγματικότητα. Το Ἕν προηγείται της Δυάδος· η Δυάδα έρχεται στη δεύτερη θέση και, εφόσον παράγεται από το Ἕν, βρίσκει σε αυτό τον προσδιορισμό της, αφού καθ’ εαυτήν θα ήταν απροσδιόριστη. Αφού προσδιοριστεί, γίνεται αριθμός — αλλά αριθμός ως ουσία. Και η Ψυχή είναι αριθμός. Ό,τι έχει μάζα και διαστάσεις δεν ανήκει στη σφαίρα των αρχών· όσα έχουν βάρος έρχονται ύστερα, και είναι η αίσθηση που τα θεωρεί όντα. Εξάλλου, και στα σπέρματα το ουσιώδες δεν είναι το υγρό στοιχείο, αλλά εκείνο που δεν φαίνεται, το οποίο είναι αριθμός και μορφικός λόγος. Ο εκείθεν αριθμός είναι Δυάδα, μορφικός λόγος και Νόηση. Η Δυάδα όμως είναι αόριστη καθόσον λαμβάνεται ως υπόστρωμα, ενώ κάθε επιμέρους αριθμός που γεννάται από αυτήν και από το Ἕν είναι μορφή, σαν να έχει διαμορφωθεί από τις μορφές που βρίσκονται μέσα στη Νόηση.
Αυτοί οι Ιδεατοί Αριθμοί χαρακτηρίζονται περαιτέρω από τον Πλωτίνο ως η δύναμη που διαιρεί το είναι και γεννά την πολλαπλότητα του είναι, ως ο κανόνας σύμφωνα με τον οποίο από το Είναι προκύπτουν τα πολλά όντα· και, υπό αυτή την έννοια, οι Ιδεατοί Αριθμοί θεωρούνται θεμέλιο και ρίζα των όντων:


Ίσως βρισκόταν μέσα στο Είναι χωρίς να ισχύει ως αριθμός του όντος — γιατί το Είναι ήταν πάντως ένα — ή, καλύτερα, ήταν η υφιστάμενη δύναμη του αριθμού που κατακερμάτισε το Είναι και, μέσα στον πόνο της γέννας, έφερε στο φως την ίδια την πολλαπλότητα. Ή πάλι ο αριθμός θα είναι η ουσία του Είναι ή η ενέργειά του, και το ζωντανό και η Νόηση θα είναι επίσης αριθμός.¹⁰
Και κατόπιν έρχεται το Είναι που περιλαμβάνει τον αριθμό· πράγματι, χάρη στον αριθμό γεννά τα όντα, κινούμενο σύμφωνα με αριθμητική τάξη και θέτοντας τους αριθμούς πριν από την ύπαρξη των πραγμάτων, όπως ακριβώς το Ἕν, με την ίδια του την ενότητα, συνδέει το ίδιο το Είναι με το Πρώτο, ενώ οι αριθμοί δεν κατορθώνουν να κάνουν το ίδιο με τις άλλες πραγματικότητες, δηλαδή να τις συνδέσουν με το Πρώτο. Αρκεί όμως που το κατορθώνει το Είναι.¹¹

8. Ὁ κόσμος τῶν Ἰδεῶν ὡς κόσμος Κάλλους


Όλα όσα ειπώθηκαν παραπάνω (και ιδίως η αρχή σύμφωνα με την οποία ο Νους ή το Είναι είναι ένα και πολλά — πολλές Ιδέες μαζί και αρμονικά, ενότητα μέσα στην ποικιλία, απλότητα μέσα στη διαφορά, «ὅλον ἐν ὅλῳ») εξηγούν τον λόγο για τον οποίο ο Πλωτίνος ονομάζει τον Νου, με φιλονική έκφραση — όπως ήδη θυμίσαμε — «νοητὸν κόσμον» (κόσμος νοητός), κόσμο τάξης και πνευματικής αρμονίας, άρα κόσμο κάλλους.¹²
Πράγματι, για τον Πλωτίνο, το κάλλος γενικώς συμπίπτει με τη μορφή: ένα πράγμα είναι ωραίο στον βαθμό που μετέχει μορφής. Ο Νους, που είναι ο κόσμος των Μορφών και των Ιδεών — δηλαδή το τέλεια διατεταγμένο σύστημα των Μορφών στην ολότητά τους (ολότητα μέσα στην οποία κάθε επιμέρους Μορφή είναι όλες οι άλλες και όπου όλες ενοποιούνται, παρότι διαφέρουν) — είναι το ύψιστο και απόλυτο Κάλλος.


Πρέπει, εν προκειμένω, να σημειωθεί ότι το Ἕν, δηλαδή η πρώτη υπόσταση, δεν είναι, κυριολεκτικώς, Κάλλος, διότι δεν είναι μορφή, αλλά βρίσκεται «πέρα από τη μορφή», εφόσον είναι αρχή της Μορφής και, συνεπώς, είναι ένα Κάλλος που υπερβαίνει κάθε Κάλλος, δηλαδή βρίσκεται «πέρα από το Κάλλος», ως η δύναμη από την οποία προέρχεται κάθε τι ωραίο.¹³

9. Οἱ κατηγορίες τοῦ νοητοῦ κόσμου

Λέγαμε παραπάνω ότι η διάκριση μεταξύ του σωματικού κόσμου και του ασώματου κόσμου αποτελεί έναν από τους θεμέλιους λίθους του πλωτινικού συστήματος. Μάλιστα, ο Πλωτίνος, ωθώντας στα έσχατα όρια τα συμπεράσματα που απορρέουν από αυτή τη διάκριση, υποστηρίζει ότι το αριστοτελικό σύστημα των κατηγοριών δεν ισχύει για το ασώματο και, κατά συνέπεια, θεσπίζει κατηγοριακά συστήματα εντελώς διαφορετικά για τις δύο σφαίρες της πραγματικότητας.
Για το Ἕν, που είναι απολύτως απλό, δεν ισχύει κανένα κατηγοριακό σύστημα. Το Ἕν είναι Αρχή «ὑπέρ-κατηγοριακή» (trans-categoriale). Οι κατηγορίες του ασώματου ισχύουν, επομένως, για τις άλλες δύο υποστάσεις και κυρίως για τον Νοῦ.

Αυτές οι κατηγορίες αντλούνται από τον Πλωτίνο από τον Σοφιστή του Πλάτωνος, με τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις που επέβαλλε η νέα του μεταφυσική.
Στον Σοφιστή, ειδικότερα, δεν παρουσιάζονται ως υπέρτατες «Μετα-Ιδέες», αλλά ως μια «επιλογή μεταξύ των υπέρτατων Ιδεών», που γίνεται για να συζητηθεί και να επιλυθεί το πρόβλημα του διαλόγου.¹⁴

Ο Πλωτίνος, αντιθέτως, τις θεωρεί ως τις μόνες υπέρτατες Ιδέες, υπερβαίνοντας το ίδιο το πλατωνικό κείμενο.


Αυτές είναι:

a) τὸ ὄν ή οὐσία,
b) ἡ στάσις ή σταθερότητα,
c) ἡ κίνησις,
d) τὸ ταὐτόν (το ταυτόν / το ίδιο),
e) τὸ ἕτερον (το διαφορετικό).


Τα πάντα, στον κόσμο του Νοῦ, είναι οὐσία.


Επιπλέον, το «νοεῖν» του Νοῦ συνεπάγεται «κίνηση» (πρόκειται, προφανώς, για νοητή, πνευματική κίνηση και όχι φυσική).
Αλλά το νοεῖν του Νοῦ συνεπάγεται επίσης «σταθερότητα» ή «στάση», που οφείλεται στα περιεχόμενά του.
Ο Νους είναι ακόμη «ταυτότητα» εαυτού προς εαυτόν, όπως είναι και «ετερότητα» μεταξύ νοούντος και νοουμένου.
Οι κατηγοριακές αυτές διακρίσεις, στον κόσμο του Νοῦ, πρέπει βεβαίως να νοηθούν μέσα στη δυναμική του «ἑνὸς-πολλῶν» και του «ὅλου-ἐν-ὅλῳ», όπως ρητά επισημαίνει ο Πλωτίνος.¹⁵


Η διδασκαλία των κατηγοριών, μολονότι εκτίθεται εκτενώς, δεν διαδραματίζει πάντως πρωτεύοντα ρόλο στο πλωτινικό σύστημα. Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι το γεγονός πως ο Πλωτίνος καθόρισε ρητά ότι οι διαφορετικές σφαίρες του είναι προϋποθέτουν κατηγοριακά συστήματα δομικά διαφορετικά συνιστά ουσιώδες κέρδος στην ιστορία της οντολογίας.


Σημειώσεις:


1.Πρβλ. Εννεάδες, IV, 8, 3· V, 9, 8· VI, 2, 20· VI, 7, 17· VI, 8, 3.
2.Εννεάδες, VI, 4, 4.
3.Εννεάδες, VI, 4, 11.
4.Εννεάδες, VI, 5, 6.
5.Εννεάδες, VI, 4, 14.
6.Εννεάδες, VI, 7, 1· πρβλ. επίσης V, 1, 4.
7.Πρβλ. Εννεάδες, VI, 7, 2.
8.Εννεάδες, V, 7, 1· πρβλ. V, 9, 12.
9.Εννεάδες, V, 1, 5.
10.Εννεάδες, VI, 6, 9.
11.Εννεάδες, VI, 6, 15.
12.Πρβλ. Εννεάδες, I, 6, passim· V, 8, passim.
13.Εννεάδες, VI, 7, 22.
14.Πρβλ. G. Reale, Per una nuova interpretazione di Platone, Milano, Vita e Pensiero, 2003²¹, σ. 369 κ.ε.
15.Πρβλ. τα τρία πρώτα πραγματείες της έκτης Ἐννεάδος.

Συνεχίζεται με:

Πέμπτο Μέρος
Ἡ τρίτη ὑπόστασις

Ἡ Ψυχή καὶ ἡ δομή της

Ἡ Ψυχή ἔχει τὴν ἴδια φύση μὲ τὴν νόηση,
ἀλλὰ ἡ πρόοδός της πραγματοποιεῖται
μὲ τὴν ἐννόηση τῆς νόησης,
ἐπειδὴ ἐκεῖ στρέφει τὸ βλέμμα της,
ἀλλὰ ὡς κάτι ποὺ δὲν εἶναι ἡ ἴδια.
Εννεάδες, V, 1, 3.

Δεν υπάρχουν σχόλια: