Παρασκευή 27 Μαρτίου 2026

Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, Τούτο δε είναι ο Σταυρός του Κυρίου, η κατάργηση της αμαρτίας

Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Τοιχογραφία στην τράπεζα της Μονής Σταυρονικήτα (1545/46). Ζωγράφοι Θεοφάνης ο Κρης και ο υιός του Συμεών (αποδ.)

Αγίου Γρηγορίου Παλαμά αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης

Ομιλία 11

Στον Τίμιο και ζωοποιό Σταυρό

1. Σταυρός του Χριστού προαναγγελλόταν και προτυπωνόταν μυστικώς από παλαιές γενεές, και κανείς ποτέ δεν συμφιλιώθηκε με τον Θεό χωρίς τη δύναμι του Σταυρού. Πραγματικά μετά την προγονική εκείνη παράβασι στον παράδεισο του Θεού διά του δένδρου, η μεν αμαρτία αναπτύχθηκε, εμείς δε απεθάναμε, έχοντας υποστή τον θάνατο της ψυχής και πριν από τον σωματικό θάνατο, που είναι ο από τον Θεό χωρισμός της.
Όσο εζούσαμε μετά την παράβασι, εζούσαμε στην αμαρτία και την σαρκική ζωή· η δε αμαρτία «δεν υποτάσσεται στον νόμο του Θεού, διότι δεν μπορεί άλλωστε, και όσοι ζουν στην σάρκα δεν μπορούν ν’ αρέσουν στον Θεό».
2. Επειδή λοιπόν, όπως λέγει και ο απόστολος, «η σάρκα επιθυμεί αντίθετα προς το πνεύμα και το πνεύμα αντίθετα προς την σάρκα», ο δε Θεός είναι πνεύμα και αυτοαγαθότης και αρετή, και αυτού κατ’ εικόνα και ομοίωσι είναι το δικό μας πνεύμα, ως προς τα οποία αχρειώθηκε διά της αμαρτίας, πώς θα ήταν δυνατό ν’ ανανεωθή και φιλιωθή οποιοσδήποτε με τον Θεό κατά το πνεύμα, χωρίς να καταργηθή η αμαρτία και η ζωή κατά σάρκα;
Τούτο δε είναι ο Σταυρός του Κυρίου, η κατάργησις της αμαρτίας.
Γι’ αυτό ένας από τους θεοφόρους πατέρες μας, όταν ερωτήθηκε από κάποιον άπιστο, αν πιστεύη στον εσταυρωμένο, ναι, λέγει, σ’ αυτόν που εσταύρωσε την αμαρτία. Πολλοί δε φίλοι του Θεού εμαρτυρήθηκαν από τον ίδιο τον Θεό, και πριν από το νόμο και μετά τον νόμο, χωρίς να έχη φανή ακόμη ο Σταυρός.
Εξ άλλου ο βασιλεύς και προφήτης Δαυίδ, με την βεβαιότητα ότι υπήρχαν οπωσδήποτε τότε φίλοι του Θεού, λέγει, «από εμένα ετιμήθηκαν υπερβολικά οι φίλοι σου, Θεέ». Πώς λοιπόν υπάρχουν άνθρωποι που διετέλεσαν φίλοι του Θεού πριν από τον Σταυρό, θα σας το υποδείξω εγώ, αν μου προσφέρετε φιλόθεα και φιλήκοα τ’ αυτιά σας.
3. Όπως πριν ακόμη έλθη ο άνθρωπος της αμαρτίας, ο υιός της ανομίας, ο Αντίχριστος δηλαδή, λέγει ο αγαπημένος του Χριστού θεολόγος, «και τώρα, αγαπητοί, είναι ο Αντίχριστος», έτσι και ο Σταυρός ευρισκόταν στους προγενεστέρους και πριν πραγματοποιηθή.
Πραγματικά ο μέγας Παύλος, διδάσκοντάς μας σαφώς, πώς ο Αντίχριστος είναι μεταξύ μας και χωρίς να έχη έλθει ακόμη, λέγει ότι «το μυστήριό του ενεργείται σ’ εμάς». Έτσι λοιπόν και ο Σταυρός του Χριστού ήταν ανάμεσα στους προπάτορες και πριν πραγματοποιηθή ακόμη, διότι ενεργείτο σ’ αυτούς το μυστήριό του.

4. Και για ν’ αφήσω τώρα τον Άβελ, τον Σηθ, τον Ενώς, τον Ενώχ, τον Νώε, όσους ευαρέστησαν τον Θεό έως τον Νώε και εκείνους που ήσαν κοντά σ’ αυτούς, και ν’ αρχίσω από τον Αβραάμ, που έγινε πατέρας πολλών εθνών, των μεν Ιουδαίων κατά τη σάρκα, ημών δε κατά την πίστι.
Για ν’ αρχίσω λοιπόν από αυτόν τον κατά πνεύμα Πατέρα μας και από αυτήν την σχετικά με αυτόν αγαθή αρχή και την πρώτη κλήσι από τον Θεό, ποιος είναι ο πρώτος λόγος που άφησε προς αυτόν ο Θεός; «Έβγα από τη γη σου και την συγγένειά σου, και ελθέ στη γη που θα σου δείξω».
Αυτός λοιπόν ο λόγος φέρει μέσα του το μυστήριο του Σταυρού· διότι είναι ακριβώς αυτό που λέγει ο Παύλος, όταν καυχάται στον Σταυρό, ότι «για μένα ο κόσμος έχει σταυρωθή». Πραγματικά γι’ αυτόν που έφυγε αγύριστα από την πατρίδα ή τον κόσμο η κατά σάρκα πατρίδα και ο κόσμος ενεκρώθηκε και καταργήθηκε και αυτό είναι ο Σταυρός.

5. Αλλά προς τον Αβραάμ μεν, πριν ακόμη φύγη από την συμβίωσι με τους αθέους, λέγει, «έβγα από την γη σου και ελθέ στη γη», όχι που θα σου δώσω, αλλά «που θα σου δείξω», με την έννοια ότι μ’ εκείνην δεικνύεται άλλη πνευματική γη. Προς τον Μωυσή δε, όταν έφυγε από την Αίγυπτο και ανέβηκε στο όρος, τι λέγει ο πρώτος λόγος του Θεού; «λύσε το υπόδημα από τα πόδια σου».
Τούτο είναι άλλο μυστήριο του Σταυρού, που ακολουθεί φυσικά το προηγούμενο· διότι λέγει, και αν εξήλθες από την Αίγυπτο και άφησες την υπηρεσία στον Φαραώ και παρέβλεψες την τιμή να καλήσαι υιός της θυγατρός του Φαραώ και όσο εξαρτώταν από σε ο κόσμος εκείνος της πονηράς υπηρεσίας ελύθηκε και καταργήθηκε, αλλά πρέπει να προσθέσης κάτι.
Τι είναι αυτό;
Να λύσης το υπόδημα από τα πόδια σου, ν’ αποθέσης τους δερματίνους χιτώνες με τους οποίους σ’ ενέδυσε και μέσα στους οποίους ενεργεί η αμαρτία και αποσπά από την αγία γη.
Λύσε λοιπόν τούτο το υπόδημα από τα πόδια σου, δηλαδή να μη ζης πλέον κατά σάρκα και στην αμαρτία, αλλά να καταργηθή και νεκρωθή η αντικειμένη στον Θεό ζωή· και το φρόνημα της σαρκός και ο νόμος στα μέλη, που αντιστρατεύεται τον νόμο του νου κι’ αιχμαλωτίζει στον νόμο της αμαρτίας, να μη επικρατή πλέον μήτε να ενεργή, νεκρούμενος με τη δύναμι της θεοπτίας.
Δεν είναι τούτο άραγε ο Σταυρός; Διότι Σταυρός είναι πάλι, για να ομιλήσωμε κατά τον θείο Παύλο, το να σταυρώση κανείς την σάρκα «μαζί με τα παθήματα και τις επιθυμίες».
6. «Λύσε λοιπόν», λέγει, «το υπόδημα από τα πόδια σου· διότι η γη επάνω στην οποία εστάθηκες εσύ είναι γη αγία»· εσήμαινε δε ο λόγος του τον αγιασμό που επρόκειτο να συντελεσθή επάνω στη γη διά του Σταυρού μετά την επιφάνεια του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος μας Ιησού Χριστού.
Διότι ο Μωυσής τότε προέβλεψε την μέλλουσα παρουσία του Χριστού, παρατηρώντας το μεγάλο εκείνο θέαμα, την μέσα στο πυρ δροσιζομένη βάτο· ώστε και η εν Θεώ θεωρία του Σταυρού είναι μυστήριο, μεγαλύτερο από το προηγούμενο εκείνο μυστήριο.
Τόσο ο μέγας Παύλος όσο και οι θείοι πατέρες μας υπαινίσσονται ότι αυτά είναι δύο· ο μεν πρώτος όχι μόνο λέγοντας ότι «για μένα ο κόσμος έχει σταυρωθή», αλλά προσθέτοντας ότι «κι’ εγώ για τον κόσμο»· οι δε πατέρες παραγγέλλοντάς μας να μη σπεύδωμε ν’ ανεβαίνωμε στον σταυρό πριν από τον Σταυρό, με την ιδέα ότι οι λόγοι και τα μυστήρια του Σταυρού είναι οπωσδήποτε δύο.
7. Κατά το πρώτον λοιπόν μυστήριο του Σταυρού που είναι η φυγή από τον κόσμο και η διάζευξις από τους κατά σάρκα συγγενείς, αν βέβαια εμποδίζουν προς την ευσέβεια και τον βίο κατά την ευσέβεια, κι’ η σωματική άσκησις, που κατά τον Παύλο ολίγο ωφέλιμος είναι, κατ’ αυτά λοιπόν σταυρώνεται για μας ο κόσμος και η αμαρτία, όταν φύγωμε εμείς από τον κόσμο.
Κατά το δεύτερο δε μυστήριο του Σταυρού, εμείς σταυρωνόμαστε για τον κόσμο και τα πάθη, που φεύγουν από μας. Δεν είναι βέβαια δυνατό να φύγουν αυτά τελείως από μας, να μη ενεργούν μέσα μας συλλογιστικώς, αν δεν φθάσωμε στη θεωρία του Θεού.
Όταν δηλαδή διά της πρακτικής φθάσωμε στη θεωρία και καλλιεργούμε και καθαρίζουμε τον μέσα μας άνθρωπο, αναζητώντας τον μέσα μας κρυμμένο θείο θησαυρό και εξετάζοντας την μέσα μας ευρισκομένη βασιλεία του Θεού, τότε εμείς σταυρωνόμαστε για τον κόσμο και τα πάθη.
Διότι διά της μελέτης αυτής δημιουργείται στην καρδιά κάποια θέρμη, που καταπνίγει τους πονηρούς λογισμούς σαν μύγες, εμβάλλει στην ψυχή πνευματική ειρήνη και παράκλησι και παρέχει στο σώμα τον αγιασμό κατά τον ψαλμωδό που είπε, «εθερμάνθηκε η καρδιά μου μέσα μου και στην μελέτη μου θ’ ανάψη πυρ».
Και τούτο είναι αυτό που κάποιος από τους θεοφόρους πατέρες μας μας εδίδαξε λέγοντας, «φρόντισε με κάθε τρόπο ώστε η εσωτερική σου εργασία να είναι κατά το θέλημα του Θεού, και θα νικήσης τα εξωτερικά πάθη». Εκτός από αυτό και ο μέγας Παύλος συμβουλεύοντάς μας λέγει, «να περιπατήτε κατά το πνεύμα και να μη εκτελέσετε επιθυμία σαρκός».

Γι’ αυτό αλλού παραγγέλλει, «σταθήτε λοιπόν ζωσμένοι στην οσφύ σας με αλήθεια», καθ’ όσον το θεωρητικό ενισχύει και βοηθεί το επιθυμητικό και αποσοβεί τις σαρκικές επιθυμίες. Διότι ο μέγας Πέτρος μας υποδεικνύει φανερώτερα ποιά είναι αυτή η οσφύς και ποιά η αλήθεια. «Αναζωσμένοι», λέγει, «στις οσφύες της διανοίας σας, τελείως ξάγρυπνοι, ελπίσατε στην μελλοντική χάρι κατά την αποκάλυψι του Ιησού Χριστού».
8. Επειδή λοιπόν δεν είναι δυνατό να φύγουν τελείως από μας τα πονηρά πάθη και ο κόσμος της αμαρτίας και να μη ενεργούν σε μας συλλογιστικώς, εάν δεν φθάσωμε στην θεωρία του Θεού, γι’ αυτό μυστήριο του Θεού είναι και η θεωρία του είδους αυτού που σταυρώνει για τον κόσμο εκείνους που την αξιώθηκαν.
Έτσι και η στην περίπτωσι του Μωυσή εκείνη θεωρία της καιομένης και μη κατακαιομένης βάτου ήταν μυστήριο του Σταυρού, μεγαλύτερο και τελειότερο από το μυστήριο εκείνο τον καιρό του Αβραάμ.
Άραγε λοιπόν ο μεν Μωυσής εμυήθηκε το τελειότερο μυστήριο του Σταυρού, ο δε Αβραάμ όχι; Ποια λογική θα είχε τούτο; Αλλά τότε μεν κατά την ίδια την κλήσι ο Αβραάμ δεν είχε μυηθή, ύστερα όμως μετά την κλήσι εμυήθηκε και μια φορά και δύο και πολλές, έστω και αν δεν είναι τώρα καιρός να ειπούμε για όλα.
9. Εγώ δε θα σας υπενθυμίσω τη θαυμασιωτέρα θεοπτία του Αβραάμ, όταν είδε σαφώς και τον ένα τρισυπόστατο Θεό, που ακόμη δεν εκηρυσσόταν έτσι· «εφάνηκε σ’ αυτόν ο Θεός κοντά στην Βαλανιδιά του Μαμβρή και αυτός σηκώνοντας τα μάτια είδε, και ιδού τρεις άνδρες και προσέτρεξε σ’ αυτούς».
Ιδού ότι τον φανερωθέντα ένα Θεόν έβλεπε ως τρεις. Διότι, λέγει, εφάνηκε σ’ αυτόν ο Θεός· και ιδού τρεις άνδρες και, αφού προσέτρεξε στους τρεις, πάλι ωμιλούσε σαν προς ένα, λέγοντας, «Κύριε, αν μου προσφέρης την χάρι, μη παραβλέψης το παιδί σου». Και αυτοί δε οι τρεις συνομιλούν με αυτόν σαν να είναι ένας.
Λέγει η Γραφή, είπε προς τον Αβραάμ, «πού είναι η Σάρρα η γυναίκα σου; Επιστρέφοντας θα έλθω προς εσέ την ίδια εποχή με τώρα και η γυναίκα σου Σάρρα θα έχη υιόν». Επειδή δε, μόλις το άκουσε η γριά Σάρρα, εγέλασε, «είπε ο Κύριος, γιατί εγέλασε η γυναίκα σου Σάρρα». Ιδού ο ένας Θεός είναι τρεις υποστάσεις και οι τρεις αυτές είναι ένας Κύριος· διότι, λέγει, είπε ο Κύριος.
10. Έτσι λοιπόν ενηργείτο στον Αβραάμ το μυστήριο του Σταυρού. Ο δε Ισαάκ ήταν ο ίδιος τύπος εκείνου που προσηλώθηκε σ’ αυτόν, αφού έγινε υπήκοος στον πατέρα του μέχρι θανάτου, όπως και ο Χριστός. Και το κριάρι που του εδόθηκε ως δώρο προεδήλωνε τον αμνό του Θεού που εδόθηκε σε σφαγή υπέρ ημών.
Και το φυτό, στο οποίο ήταν το κριάρι δεμένο, είχε το μυστήριο του τύπου του Σταυρού, γι’ αυτό και ελεγόταν εβραϊκά φυτό Σαβέκ, δηλαδή φυτό αφέσεως, όπως και ο Σταυρός ελεγόταν ξύλο σωτηρίας. Ενεργούσε δε το μυστήριο και ο τύπος του Σταυρού και στον Ιακώβ, τον υιό του Ισαάκ· διότι αύξησε τα ποίμνιά του με ξύλα και ύδωρ.
Το ξύλο λοιπόν προετύπωνε το σταυρικό ξύλο, το δε ύδωρ το θείο βάπτισμα που περικλείει μέσα του το μυστήριο του Σταυρού. «Διότι εβαπτισθήκαμε στον θάνατο του Χριστού», λέγει ο απόστολος . Και ο Χριστός δε επλήθυνε πάνω στη γη τα λογικά του ποίμνια με ξύλο και ύδωρ.
11. Ο Ιακώβ και όταν προσκυνούσε έως το άκρο της ράβδου του και όταν ευλογούσε τους εγγονούς του, υπεδήλωνε ακόμη καθαρώτερα τον τύπο του Σταυρού. Αλλά και όντας ευπειθής στους γονείς μέχρι τέλους και αγαπητός και ευλογητός γι’ αυτό, αλλά και μισητός στον Ησαύ γι’ αυτά, κι’ υποφέροντας έτσι κάθε πειρασμό, είχε σ’ όλο του τον βίο το μυστήριο του Σταυρού ενεργούμενο.
Γι’ αυτό και ο Θεός έλεγε, «τον Ιακώβ αγάπησα, τον δε Ησαύ εμίσησα».
Κάτι τέτοιο γίνεται και μ’ εμάς, αδελφοί. Εκείνος δηλαδή που υποτάσσεται τόσο στους κατά το πνεύμα όσο και στους κατά το σώμα πατέρες κατά την αποστολική εντολή που λέγει «τα τέκνα να υπακούετε στους γονείς», αυτός ως αφοσιωμένος κατά τούτο προς τον αγαπητό υιό του Θεού, αγαπάται και από τον Θεό· εκείνος δε που παρακούει, ως ξένος της ομοιώσεως προς τον αγαπητό, μισείται και από τον Θεό.
Ο σοφός Σολομών δεικνύοντας ότι τούτο συμβαίνει όχι μόνο με τον Ιακώβ και τον Ησαύ, αλλά και διαπαντός και με όλους, λέγει, «Υιός υπάκουος θα ζήση, ενώ ο παρήκοος θ’ απολεσθή».

12. Αλλά ο υιός της υπακοής Ιακώβ, δεν επέτυχε τάχα και το μεγαλύτερο μυστήριο του Σταυρού, το της θεοπτίας, κατά την οποία ο άνθρωπος σταυρώνεται και αποθνήσκει τελειότερα διά την αμαρτία και ζη διά την αρετή; Αυτός ο ίδιος ακριβώς μαρτυρεί διά τον εαυτό του και τη θεωρία και τη μαρτυρία· διότι, λέγει, «είδα τον Θεό πρόσωπο με πρόσωπο, κι’ εσώθηκε η ψυχή μου».
Πού είναι αυτοί που ακόμη συμπαρατάσσονται με τις βδελυρές φλυαρίες των κακοδόξων που εμφανίσθηκαν στα χρόνια μας; Ας ακούουν ότι ο Ιακώβ είδε το πρόσωπο του Θεού· και όχι μόνο δεν έχασε τη ζωή του, αλλά, όπως λέγει ο ίδιος, και εσώθηκε, αν και ο Θεός λέγει, κανείς δε θα ίδη το πρόσωπό μου και θα ζήση.
Άραγε λοιπόν δύο θεοί υπάρχουν, που έχουν ο μεν ένας πρόσωπο που υποπίπτει στην όρασι των αγίων, ο δε άλλος που είναι επάνω από κάθε θέα; Είναι η χειρότερη βλασφημία!
Αλλά, πρόσωπο του Θεού βλεπόμενο είναι η κατά την επιφάνεια [αποκάλυψη, φανέρωση] στους αξίους ενέργεια και χάρις του Θεού του ιδίου· δε πρόσωπο, που δεν φαίνεται ποτέ, λέγεται μερικές φορές η επάνω από κάθε έκφανσι και όρασι φύσις του Θεού· διότι κανείς δεν εστάθηκε στην υπόστασι και ουσία του Κυρίου, κατά το γεγραμμένο, και ή είδε ή περιέγραψε την φύσι του Θεού.
Έτσι και η θεωρία κατά τον Θεό και το θείο μυστήριο του Σταυρού δεν απελαύνει μόνο τα πονηρά πάθη και τους δημιουργούς τούτων δαίμονες από την ψυχή, αλλά και τις κακόδοξες γνώμες, και σκεπάζει τους συνηγόρους των και τους απωθεί από τον περίβολο της ιεράς Εκκλησίας του Χριστού.
Μέσα σ’ αυτήν την Εκκλησία μας εχαρίσθηκε τώρα να εορτάζωμε και διακηρύσσωμε την θεία χάρι και ενέργεια του Σταυρού ανάμεσα στους προπάτορες πριν από τον Σταυρό.
13. Όπως λοιπόν στον μεν Αβραάμ ενεργούσε το μυστήριο του Σταυρού, ο δε υιός αυτού Ισαάκ ήταν τύπος του ύστερα σταυρωθέντος, έτσι πάλι στου Ιακώβ τον βίο ολόκληρο ενεργούσε το μυστήριο του Σταυρού, ο Ιωσήφ δε ο υιός του Ιακώβ ήταν τύπος και μυστήριο του Θεανθρώπου Λόγου που αργότερα επρόκειτο να σταυρωθή.
Διότι από φθόνο ωδηγήθηκε και αυτός προς την σφαγή, και μάλιστα από τους κατά σάρκα συγγενείς, διά χάρι των οποίων εστάλθηκε προς αυτούς τους ιδίους από τον πατέρα τους, όπως και ο Χριστός ύστερα. Εάν δε δεν εσφάγηκε, αλλά επωλήθηκε ο Ιωσήφ, δεν είναι αξιοπερίεργο· ούτε ο Ισαάκ άλλωστε εσφάγηκε· διότι αυτοί δεν ήσαν η αλήθεια, αλλά τύπος της μελλοντικής αληθείας.
Εάν δε πρέπει και σ’ αυτούς να δίδωμε το διπλό μυστήριο του διπλού κατά την φύσι Ιησού, η μεν οδήγησις προς την σφαγή προεφανέρωνε το κατά σάρκα πάθος του Θεανθρώπου, η δε αποφυγή του πάθους προεφανέρωνε το απαθές της θεότητος.
Το ίδιο ακριβώς θα μπορούσες να εύρης και στην περίπτωσι του Ιακώβ και του Αβραάμ. Αυτοί, αν και επειράσθηκαν, αλλά ενίκησαν, πράγμα που έχει γραφή σαφώς και διά τον Χριστό. Από τους τέσσερις λοιπόν περιβοήτους προ του νόμου άνδρες, οι μεν δύο, δηλαδή ο Αβραάμ και ο Ιακώβ, είχαν το μυστήριο του Σταυρού ενεργούμενο στη ζωή τους, ενώ οι άλλοι δύο, ο Ισαάκ και ο Ιωσήφ, προεκήρυξαν το μυστήριο του Σταυρού θαυμασίως.
14. Τι δε πάλι συνέβηκε με τον πρώτο που εδέχθηκε από τον Θεό τον νόμο και τον μετέδωσε στους άλλους, τον Μωυσή; Δεν εσώθηκε ο ίδιος προ του νόμου με ξύλο και ύδωρ, όταν εκτέθηκε στα ρεύματα του Νείλου μέσα σ’ ένα καλάθι; Με ξύλο δε και ύδωρ έσωσε τον Ισραηλιτικό λαό, με το ξύλο προφανερώνοντας τον Σταυρό και με το ύδωρ το θείον βάπτισμα, όπως και ο Παύλος, ο επόπτης των μυστηρίων, λέγει φανερά ότι «όλοι εβαπτίσθηκαν εμπρός στον Μωυσή στη νεφέλη».
Αυτός και πριν από την θάλασσα και τη ράβδο που χρησιμοποίησε σ’ αυτήν μαρτυρεί ότι εκείνος υπέμεινε εκουσίως τον Σταυρό του Χριστού· διότι, λέγει, «εθεώρησε ανώτερο από τους θησαυρούς της Αιγύπτου τον ονειδισμό του Χριστού».
Ονειδισμός δε Χριστού από τους άφρονες είναι ο Σταυρός, όπως λέγει πάλι ο ίδιος ο Παύλος περί του Χριστού, ότι υπέμεινε Σταυρόν, καταφρονώντας την καταισχύνη. Προχωρώντας δε ο Μωυσής προανέδειξε σαφέστατα και τον τύπο ακόμη και το σχήμα του Σταυρού και την σωτηρία δι’ αυτού του τύπου.
Διότι, αφού έστησε ορθία την ράβδο, άπλωσε επάνω σ’ αυτήν τα χέρια και σχηματίζοντας έτσι τον εαυτό του σταυρικώς επάνω στη ράβδο, κατετρόπωσε αμέσως τον Αμαλήκ με αυτό το θέαμα. Αλλά επίσης τοποθετώντας τον χάλκινο όφι πλάγιο επάνω σε σημαία κι’ έτσι αναστηλώνοντας τον τύπο του Σταυρού ελεύθερα, παρήγγειλε στους δαγκαμένους από φίδια Ιουδαίους να βλέπουν προς αυτόν, κι’ έτσι εθεράπευε τα δήγματα [τα δαγκώματα] των όφεων.
15. Δε θα μου επαρκέση ο χρόνος να διηγούμαι περί του Ιησού [τον Ιησού του Ναυή] και των έπειτα από αυτόν κριτών και προφητών, του Δαβίδ και των έπειτα από αυτόν, οι οποίοι, ενεργούμενοι με το μυστήριο του Σταυρού, ανέκοψαν ποταμούς, εσταμάτησαν τον ήλιο, κατεδάφισαν πόλεις ασεβών, έγιναν νικηφόροι στον πόλεμο, κατέστρεψαν στρατόπεδα αντιπάλων, απέφυγαν στόματα μαχαίρας, έσβησαν δύναμι πυρός, έφραξαν στόματα λεόντων, ήλεγξαν βασιλείς, ετέφρωσαν πεντηκοντάρχους, ανέστησαν νεκρούς, εσταμάτησαν με τον λόγο τον ουρανό και πάλι τον απέλυσαν, καθιστώντας άγονα και πάλι γόνιμα τα σύννεφα σ’ αυτόν.
Διότι, αν ο Παύλος λέγη ότι αυτά τα ενήργησε η πίστις, αλλά η πίστις είναι δύναμις διά τη σωτηρία· γι’ αυτό όλα είναι δυνατά στον πιστεύοντα. Τέτοιο είναι οπωσδήποτε και ο Σταυρός του Χριστού διά τους πιστεύοντας· «διότι ο λόγος του Σταυρού», διά να ομιλήσωμε κατά τον Παύλο, «διά τους αφανιζομένους είναι μωρία, ενώ διά μας τους σωζομένους είναι δύναμις Θεού».
16. Αλλά διά να αφήσωμε όλους τους πριν από τον νόμο και τους υπό τον νόμο, ο ίδιος ο Κύριος, διά τον οποίο και διά του οποίου έγιναν τα πάντα, δεν έλεγε πριν από τον Σταυρό, «όποιος δεν παίρνει τον σταυρό του διά να με ακολουθήση, δεν είναι άξιός μου»; Βλέπετε ότι και πριν εμπηχθή, ο Σταυρός ήταν που έσωζε;
Αλλά και όταν ο Κύριος προέλεγε καθαρά στους μαθητάς το πάθος του και τον θάνατο διά του Σταυρού, ο δε Πέτρος μη υποφέροντας να τ’ ακούση και γνωρίζοντας ότι αυτός έχει εξουσία τον παρακαλούσε, «έλεος σ’ εσένα, Κύριε, δεν θα σου συμβή τούτο», αυτόν μεν ο Κύριος τον επετίμησε, διότι στο θέμα τούτο συλλογιζόταν ανθρωπίνως και όχι θείως· αφού δε προσκάλεσε τον όχλο μαζί με τους μαθητάς του τους είπε· «όποιος θέλει να έλθη οπίσω μου, ας απαρνηθή τον εαυτό του, ας σηκώση τον σταυρό του και ας με ακολουθήση· διότι όποιος θέλει να σώση την ψυχή του, θα την χάση, όποιος δε χάση την ψυχή εξ αιτίας εμού και του ευαγγελίου, αυτός θα την σώση».
17. Προσκαλεί βέβαια και τον όχλο μαζί με τους μαθητάς και τότε διαμαρτύρεται και παραγγέλλει αυτά τα μεγάλα και υπερφυή φρονήματα, τα πραγματικά όχι ανθρώπινα αλλά θεία, διά να δείξη ότι δεν απαιτεί αυτές τις προσπάθειες μόνο από τους εκλεκτούς μαθητάς, αλλά και από κάθε άνθρωπο που πιστεύει σ’ αυτόν. Ν’ ακολουθή τον Χριστό σημαίνει να ζη κατά το ευαγγέλιό του παρουσιάζοντας κάθε αρετή και ευσέβεια.
Ν’ απαρνήται τον εαυτό του αυτός που θέλει ν’ ακολουθήση και να σηκώνη τον σταυρό του, σημαίνει να μη λυπάται τον εαυτό του όταν το απαιτή ο καιρός, αλλά να είναι έτοιμος διά τον ατιμωτικό θάνατο υπέρ της αρετής και της αληθείας των θείων δογμάτων.
Τούτο δε, το ν’ αρνηθή κανείς τον εαυτό του και να παραδοθή σ’ εσχάτη ατιμία και θάνατο, αν και είναι μέγα και υπερφυές, δεν είναι παράλογο· διότι οι βασιλείς της γης δεν θα εδέχονταν ποτέ, όταν μάλιστα μεταβαίνουν σε πόλεμο, να τους ακολουθήσουν άνθρωποι που δεν είναι έτοιμοι να πεθάνουν γι’ αυτούς.
Πού λοιπόν είναι το αξιοθαύμαστο, εάν και ο βασιλεύς των ουρανών, αφού επεδήμησε στη γη κατά την επαγγελία του, τέτοιους ακολούθους ζητεί προς αντιμετώπισι του κοινού εχθρού του γένους;
Αλλά οι μεν βασιλείς της γης δεν μπορούν να αναζωώσουν [να δώσουν ξανά ζωή] τους φονευθέντας στον πόλεμο ούτε ν’ ανταποδώσουν κάτι ταιριαστό στους πρωταγωνιστάς από αυτούς· τι θα μπορούσε τάχα να λάβη από αυτούς κάποιος που δεν ζη πλέον;
Αλλά και γι’ αυτούς, αν ο θάνατος είναι υπέρ ευσεβών, η ελπίς είναι στον Κύριο· έτσι δε ο Κύριος ανταποδίδει ζωή αιώνια σ’ αυτούς που επρωτοστάτησαν στο να τον ακολουθούν.

18 Και οι μεν βασιλείς της γης ζητούν από τους ακολούθους των να είναι έτοιμοι προς θάνατο, ο δε Κύριος τον μεν εαυτό του έδωσε σε θάνατο υπέρ ημών, σ’ εμάς δε παραγγέλλει να είμαστε έτοιμοι για θάνατο όχι υπέρ αυτού αλλά υπέρ ημών των ιδίων. Και δεικνύοντας τούτο, ότι ο θάνατος είναι υπέρ των εαυτών μας, προσθέτει, «όποιος θέλει να σώση την ψυχή του θα την χάση και όποιος την χάση εξ αιτίας εμού και του ευαγγελίου, αυτός θα την σώση».
Τι σημαίνει τούτο, όποιος θέλη να την σώση, θα την χάση, και όποιος θα την χάση, θα την σώση;

Διπλός είναι ο άνθρωπος, ο εκτός, δηλαδή το σώμα, και ο εντός μας, δηλαδή η ψυχή. Όταν λοιπόν ο εκτός από εμάς άνθρωπος παραδώση τον εαυτό του στον θάνατο, χάνει την ψυχή του που χωρίζεται από αυτόν· αυτός λοιπόν που την έχασε έτσι υπέρ του Χριστού και του ευαγγελίου, πραγματικά θα την σώση και θα την κερδίση, προξενώντας σ’ αυτήν ζωή ουράνια και αιώνια και παραλαμβάνοντάς την κατά την ανάστασι σ’ αυτήν την κατάστασι, ενώ δι’ αυτής θα φανή και αυτός ουράνιος και αιώνιος, ακόμη και στο σώμα.
Ο φιλόζωος όμως που δεν είναι έτσι έτοιμος να χάση τη ζωή, διότι αγαπά τον πρόσκαιρο τούτον αιώνα και τα πράγματα του αιώνος τούτου, θα ζημιώση την ψυχή του στερώντας την την πραγματική ζωή και θα την χάση, παραδίδοντάς την, αλλοίμονο, στην αιώνια κόλασι μαζί του.
Αυτόν θρηνώντας κατά κάποιον τρόπο και ο πανοικτίρμων Δεσπότης και δεικνύοντας το μέγεθος του δεινού, λέγει, «τι θα ωφελήση τον άνθρωπο, αν κερδίση όλον τον κόσμο, αλλά χάση την ψυχή του; Ή τί μπορεί να δώση ο άνθρωπος αντάλλαγμα για την ψυχή του».
Διότι δεν πρόκειται να κατεβή μαζί του η δόξα του ούτε τίποτε άλλο από αυτά που φαίνονται πολύτιμα και τερπνά στον αιώνα τούτο, τα οποία προέκρινε από τον σωτηριώδη θάνατο. Τι δε μεταξύ αυτών θα μπορούσε να ευρεθή αντάλλαγμα της λογικής ψυχής, της οποίας δεν είναι ισάξιος όλος αυτός ο κόσμος;
19 Εάν λοιπόν και τον κόσμο όλον ημπορούσε να κερδίση ένας άνθρωπος, αδελφοί, τούτο δεν θα πρόσφερε σ’ αυτόν κανένα όφελος, εφ’ όσον θα έχανε την ψυχή του· πόσο είναι το κακό, αφού ο καθένας μόνο ελάχιστο πολλοστημόριο απ’ αυτόν τον κόσμο μπορεί ν’ αποκτήση, αν με την προσπάθεια για το ελάχιστο τούτο χάση την ψυχή του, μη επιθυμώντας να σηκώση τον τύπο και το λόγο του Σταυρού και ν’ ακολουθήση τον δοτήρα της ζωής;
Διότι σταυρός είναι και ο προσκυνητός τύπος και ο λόγος του τύπου τούτου.
20
Αλλ’ επειδή προηγήθηκε ο λόγος και το μυστήριο αυτού του τύπου, κι εμείς σήμερα θα εξηγήσωμε τούτο προηγουμένως προς την αγάπη σας. Μάλλον δε πριν από μας εξήγησε και τούτο ο Παύλος· ο Παύλος που καυχάται στον Σταυρό, που φρονεί ότι δεν γνωρίζει τίποτε εκτός από τον Κύριο Ιησού, κι αυτόν εσταυρωμένον.
Τι λέγει λοιπόν εκείνος;
Σταυρός είναι το να σταυρώσωμε την σάρκα μαζί με τα πάθη και τις επιθυμίες.


Νομίζετε ότι είπε τούτο μόνο για την τρυφή και τα υπογάστρια; Πώς τότε γράφει στους Κορινθίους ότι, «επειδή υπάρχουν έριδες ανάμεσά σας, είσθε ακόμη σαρκικοί και περιπατείτε κατά το ανθρώπινο φρόνημα»;

Ώστε και αυτός που αγαπά δόξα ή χρήματα, ή απλώς θέλει να επιβάλη το θέλημά του και προσπαθεί έτσι να νικήση, είναι σαρκικός και περιπατεί κατά την σάρκα.
Γι’ αυτά ακριβώς δημιουργούνται και οι έριδες, όπως λέγει και ο Ιάκωβος ο Αδελφόθεος· «από πού προέρχονται οι μεταξύ σας πόλεμοι και μάχες; Δεν προέρχονται από εδώ, δηλαδή από τις ηδονές σας που αγωνίζονται μέσα στα μέλη σας; Αγωνίζεσθε αλλά δεν μπορείτε να επιτύχετε, μάχεσθε και πολεμείτε».
Τούτο λοιπόν είναι το να σταυρώση την σάρκα μαζί με τα πάθη και τις επιθυμίες, το να καταστή ο άνθρωπος αδρανής προς κάθε τι που απαρέσκει στον Θεό. Εάν δε και το σώμα τον ταλαιπωρή και τον στενοχωρή, πρέπει ο καθένας να το ανεβάζει εναγωνίως προς το ύψος του Σταυρού.

Τι θέλω να ειπώ;

Ο Κύριος, όταν ήλθε επί της γης, έζησε βίον ακτήμονα, και δεν έζησε μόνο, αλλά και εκήρυξε λέγοντας, «όποιος δεν αποτάσσεται από όλα τα υπάρχοντά του, δεν μπορεί να είναι μαθητής μου»
.

Από τον τόμο «Γρηγορίου Παλαμά, έργα 9» των Πατερικών Εκδόσεων «Γρηγόριος ο Παλαμάς». Εισαγωγή, κείμενο, μετάφραση, σχόλια Παναγιώτης Κ. Χρήστου.
Επιμέλεια: Στ.Κ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: