Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μπουλγκάκωφ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μπουλγκάκωφ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 6 Ιανουαρίου 2026

HANS URS VON BALTHASAR--ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ (THEO-LOGIK) (84)

 Συνέχεια από Πέμπτη, 18 Αυγούστου 2022                           

                                                    HANS URS VON BALTHASAR
                                                       ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ (THEOLOGIK)
                                                                       Τρίτος Τόμος

                         ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ (DER GEIST DER WAHRHEIT)
(Οι δύο προηγούμενοι τόμοι: 1) Αλήθεια τού κόσμου (Wahrheit der Welt), 2) Αλήθεια τού Θεού (Wahrheit Gottes) )
Johannes Verlag, 1987
                                                               4. ΓΙΑ ΤΟ ΦΙΛΙΟΚΒΕ
                              6. ΠΝΕΥΜΑ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΟ
 (( Το Πνεύμα όπου ΘΕΛΩ πνει… )) ΟΙ ΕΧΘΡΟΙ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΑΤΕΡΙΚΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

Η έκφραση «Πνεύμα υποκειμενικό» πρέπει να κατανοηθή σύμφωνα με όσα περιεγράφησαν μέχρις εδώ. Σύμφωνα με τα οποία, υποκείμενο και αντικείμενο δεν αποτελούν ξεχωριστές στη θεολογία περί Αγίου Πνεύματος «σφαίρες», αλλά τη διπλή όψη τής μιας και αδιαχώριστης «προσωπικότητάς» του.[ΔΕΝ ΕΝΣΑΡΚΩΘΗΚΕ ΤΟ ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ ΟΥΤΕ ΑΠΕΚΑΛΥΦΘΗ Η ΥΠΟΣΤΑΣΗ ΤΟΥ, ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΥΒΡΙΣΤΗ ΜΠΟΥΛΓΚΑΚΟΦ] Όπως κατανοήθηκαν οι αντικειμενικές και αντανακλώμενες στην Εκκλησία όψεις τού Πνεύματος σε συνδυασμό με την Ενανθρώπηση του Υιού, απ’ τη μια, καθώς και στην ίδια Του τη φύση, απ’ την άλλη, ως συνάντηση Πατρός και Υιού και ως καρπός και μαρτυρία αυτής τής συνάντησης – και αδιαχώριστες άρα απ’ την «υποστατική» του ουσία –, κάτι αντίστοιχο θα συμβή και από ’δώ και πέρα: οι υποκειμενικές δηλ. όψεις τού Πνεύματος δεν επιτρέπεται να διαχωριστούν ποτέ, ως προς τη λειτουργία τους στην οικοδομή και την εμψύχωση της Εκκλησίας και του «εκκλησιαστικού ανθρώπου», απ’ τις αντικειμενικές προϋποθέσεις αυτής τής δραστηριότητας, αν δεν θέλουμε να διολισθήσουμε στις μορφές ενός υποκειμενιστικού ευσεβισμού ή «χαρισματικότητας». Ένας «ενθουσιασμένος» ευσεβής πιστός δεν είναι ακόμα ένας «άγιος»· το Άγιο Πνεύμα «καταγίνεται» όμως στο να διαμορφώνη πραγματικούς προπάντων αγίους, εντός τού πλήθους τών θεϊκών και εκκλησιαστικών χαρισμάτων· οι οποίοι και χρειάζονται την αντικειμενική εκκλησιαστική αγιότητα, για να «παραδοθούν» εντελώς οι ίδιοι στην «υπόθεση» (την «πραγματικότητα») του Ιησού Χριστού, και του τριαδικού έτσι Θεού. ((Σημ. τ. μετ.: Η Εκκλησία είναι ένας θεσμός, που επιβάλλεται, κυριαρχεί και καθοδηγεί απολύτως τούς πιστούς, που δεν αποτελούν πια οι ίδιοι, μαζί με τους Αγίους, την Εκκλησία τού Κυρίου! Οι άνθρωποι αυτοί έχουν υποταγή, και εξακολουθούν να υποτάσσονται πλήρως σε «κάτι», στο οποίο δεν ζη πια ο Χριστός! … )) .

Απ’ το πλήθος τών πιθανών εδώ θεμάτων δεν μπορούν να εξαρθούν επίσης παρά μερικά και μόνον, κεντρικά κεφάλαια, τα οποία και μπορούν να διακριθούν μεν το ένα απ’ το άλλο, χωρίς όμως και να διαχωρισθούν εντελώς. Καθοδηγητική δε για μας ιδέα παραμένει ο τρόπος με τον οποίον «εξηγεί» κι εδώ το Άγιο Πνεύμα την αποκάλυψη του Θεού στο πρόσωπο του Χριστού.

α) Πνεύμα και προσευχή

Εφ’ όσον ο Υιός δεν συναντά ποτέ διαφορετικά τον Πατέρα, ούτε ο Πατέρας τον Υιό παρά εν Αγίω Πνεύματι (( Κατάφωρη βλασφημία!...Η ΛΗΘΗ ΤΟΥ ΟΜΟΟΥΣΙΟΥ )), δεν μπορεί να υπάρξη και καμμιά προσευχή τού Ιησού προς τον Πατέρα παρά εν Αγίω Πνεύματι. Κάτι που το εκφράζει σαφώς το χωρίο 10, 21 στο κατά Λουκά Ευαγγέλιο: «Αγαλλίασε εκείνη την ώρα εν Αγίω Πνεύματι (ο Ιησούς) και είπε: “Σε δοξάζω, Πάτερ, Κύριε του ουρανού και της γης, ότι το απέκρυψες αυτό απ’ τους σοφούς και τους ευφυείς, αλλά το φανέρωσες στους ανώριμους» (( Ας δούμε ωστόσο τί ακριβώς λέγεται στο συγκεκριμένο σημείο: «Εν αυτή τή ώρα ηγαλλιάσατο τώ πνεύματι (όχι έν Αγίω Πνεύματι, δεν συγχέονται οι υποστάσεις…) ο Ιησούς καί είπεν· εξομολογούμαί σοι, πάτερ (η θεότητα του Ιησού…), κύριε τού ουρανού καί τής γής, ότι απέκρυψας ταύτα από σοφών καί συνετών, καί απεκάλυψας αυτά νηπίοις· ναί, ο πατήρ, ότι ούτως εγένετο ευδοκία έμπροσθέν σου. καί στραφείς πρός τούς μαθητάς είπε· πάντα μοι παρεδόθη υπό τού πατρός μου· καί ουδείς επιγινώσκει τίς εστιν ο υιός, ει μή ο πατήρ, και τίς εστιν ο πατήρ, ει μή ο υιός καί ώ εάν βούληται ο υιός αποκαλύψαι» (Λουκ. 10, 21-22) – Οι άνθρωποι αυτοί εξακολουθούν να «κατασκευάζουν», για να κάνουν το «κουμάντο» τους! )) . Πώς θα μπορούσε λοιπόν να μην ισχύη ακριβώς αυτή η προσευχή «εν πνεύματι» και για τις πολυάριθμες άλλες προσευχές τού Ιησού, τις οποίες περιγράφουν τα Ευαγγέλια, τη στιγμή μάλιστα που ο Ιησούς γνωρίζει, ότι ο Πατέρας του ζητά «αληθινούς προσευχόμενους», που «προσεύχονται εν πνεύματι και αληθεία» (Ιωάν. 4, 24); Κι αν ο Θεός ονομάζεται σ’ αυτό το σημείο «πνεύμα», δεν προσδιορίζεται κατά κανέναν τρόπο ως πνεύμα (με τη φιλοσοφική έννοια). Το σημείο αυτό «βεβαιώνει μάλλον, ότι ο Θεός φανερώνεται εν πνεύματι, και μ’ αυτήν την έννοια ως πνεύμα. Γι’ αυτό και όποιος προσεύχεται αληθινά, μπορεί μόνον εν πνεύματι να προσευχηθή στον Θεό» (H. Schlier, Zum Begriff des Geistes nach dem Johannesevangelium – Για την έννοια του Πνεύματος στο κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο… ). Όλα όσα λέει ο Ιησούς στους ανθρώπους, τα οποία και είναι «πνεύμα και ζωή» (Ιωάν. 6, 63), απευθύνονται πάντοτε και προς τον Πατέρα, όπως και η αρχιερατική προσευχή τελείται («επισυμβαίνει») αντίστοιχα, απευθυνόμενη στον Πατέρα όπως καμμιά άλλη ίσως προσευχή, εν «προσευχομένω πνεύματι» μπροστά στους Μαθητές. Η δε προσευχή, την οποία διδάσκει στους Μαθητές του ο Ιησούς, ξεκινά με τη λέξη, την οποία και απευθύνει στον Πατέρα του, και την οποία θέτει το Άγιο Πνεύμα, μετά το τέλος τού επίγειου έργου τού Ιησού, στην καρδιά και το στόμα τών Μαθητών: «Αββά» (Μάρκ. 14, 36) (( «… καί προελθών μικρόν έπεσεν επί πρόσωπον επί τής γης, καί προσηύχετο ίνα, ει δυνατόν εστι, παρέλθη απ’ αυτού η ώρα, καί έλεγεν· αββά ο πατήρ, πάντα δυνατά σοι· παρένεγκε τό ποτήριον απ’ εμού τούτο· αλλ’ ου τί εγώ θέλω, αλλ’ εί τι σύ» … )) · εκπληκτικό και κατανοητό ταυτόχρονα, εφ’ όσον δεν μπορεί βέβαια να κραυγάση έτσι το ίδιο το Πνεύμα (ως τρίτο πρόσωπο του Θεού), καθιστά όμως δυνατή αυτή την κραυγή τού Υιού στις καρδιές τών «εκ Θεού γεννηθέντων» τέκνων.[ΕΧΕΙ ΜΙΑ ΤΡΕΛΛΑ Η ΚΑΤΑ ΓΡΑΜΜΑ ΕΞΗΓΗΣΗ]

«Αββά (ο Πατήρ)» δεν είναι κατ’ αρχάς μια κραυγή παρακλήσεως, αλλά μια κραυγή που κατανοεί τον εαυτό της ως παιδί και γι’ αυτό ο άμεσα ευγνώμων ήχος τρόπον τινά τής αυτο-αποδοχής, την οποία και επιτρέπεται να υποθέση κανείς ως την πρώτη απ’ όλες τις λέξεις στον αιώνιο και ενανθρωπήσαντα Υιό. (Που) θα μπορούσε να υπάρχη σε κείνο το παράξενο «ακούω», όπου ο Υιός παραλαμβάνεται ως ο Λόγος που εκφέρει ο Πατήρ (Ιωάν. 3, 32· 8, 26· 8, 40· 15, 15) και που θα έπρεπε και εμείς να τον υποδεχθούμε ως τον Λόγο τού Πατρός ακούγοντάς τον (Ιωάν. 6, 45· 8, 43· 43, 47) – το οποίο και προϋποθέτει βέβαια ήδη μιαν «εκ Θεού» (8, 47) και «εξ αληθείας προέλευση» (18, 37), την παρουσία άρα τού Αγίου Πνεύματος σε μας που την ακούμε. ((Ας δούμε κατ’ αρχάς ένα απ’ τα χωρία τού κατά Ιωάννην: «…ο άνωθεν ερχόμενος επάνω πάντων εστίν. ο ών εκ τής γής εκ τής γής εστι καί εκ τής γής λαλεί· ο εκ τού ουρανού ερχόμενος επάνω πάντων εστί, καί ό εώρακε καί ήκουσε, τούτο μαρτυρεί, καί τήν μαρτυρίαν αυτού ουδείς λαμβάνει. ο λαβών αυτού τήν μαρτυρίαν εσφράγισεν ότι ο Θεός αληθής εστιν. όν γάρ απέστειλεν ο Θεός, τά ρήματα τού Θεού λαλεί· ου γάρ εκ μέτρου δίδωσιν ο Θεός τό Πνεύμα. ο πατήρ αγαπά τόν υιόν καί πάντα δέδωκεν εν τή χειρί αυτού. ο πιστεύων εις τόν υιόν έχει ζωήν αιώνιον· ο δε απειθών τώ υιώ ουκ όψεται ζωήν, αλλ’ η οργή τού Θεού μένει επ’ αυτόν» (Ιωάν. 3, 31-36) – Γίνεται ίσως φανερή η προσπάθεια «υποβαθμίσεως» του Υιού και «αναβαθμίσεως» του Αγίου Πνεύματος, εν πλήρη βλασφημία και αυθαιρεσία… Το οποίο και οδηγεί σε μια πλήρη «αφαίρεση» όλη τη λατινική κακοδοξία… )) Μια παρουσία που μας έχει όμως εκ των προτέρων δωρηθή στο βάπτισμα (- χρίσμα), όταν «η αγάπη τού Θεού εκχύθηκε μέσω τού Αγίου Πνεύματος στις καρδιές μας» (Ρωμ. 5, 5), για να μπορούμε ν’ ακούμε τον Λόγο και να διαλεγόμαστε με τον Θεό. Και να μπορή έτσι να μαρτυρά συνεχώς το Πνεύμα, μέσα απ’ την κραυγή «Αββά», στις καρδιές μας, «ότι είμαστε τέκνα Θεού» (Ρωμ. 8, 16). Το Πνεύμα, που μας δωρήθηκε ως χάρισμα, μας δίνει (λοιπόν) τη δυνατότητα, όχι μόνο να μιλάμε ως δημιουργήματα στον Θεό, αλλά να διαλεγόμαστε και προσωπικά με τον Θεό που είναι το Άγιο Πνεύμα.[ΟΛΗ Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ KAI H ΔΟΞΑΣΙΑ ΟΤΙ ΜΕ ΤΟ ΧΡΙΣΜΑ ΛΑΜΒΑΝΟΥΜΕ ΟΛΟ ΤΑ ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ ΠΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥΜΑΣΤΕ.
Ο ΚΥΡΙΟΣ ΕΙΠΕ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΣΥΜΕΩΝ,ΘΑ ΣΟΥ ΔΩΣΩ ΠΑΡΑΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΧΑΡΙ ΠΟΥ ΣΟΥΔΩΣΑ ΚΑΙ Ο ΑΓΙΟΣ ΣΥΜΕΩΝ ΑΠΑΝΤΗΣΕ, ΔΕΝ ΠΕΙΡΑΖΕΙ ΚΑΛΑ ΕΙΜΑΙ, ΓΙΑ ΝΑ ΑΚΟΥΣΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟ, ΤΟΣΟ ΜΙΚΡΟΨΥΧΟΣ ΕΙΣΑΙ;]

Η «αυτο-ακρόαση» αποτελεί, μαζί με τον εκφερόμενο απ’ τον Πατέρα Λόγο, την πηγή για κάθε βιβλικό «ακούειν» τον Θεό, το οποίο και συνηθίζουμε να χαρακτηρίζουμε (με μια λέξη που προέρχεται απ’ την ελληνική μάλλον παρά τη βιβλική «τοποθέτηση») ως «ενατένιση» και «θεωρία» (με όλες τις αποχρώσεις αυτών τών λέξεων), τη στιγμή που στο βιβλικό «Άκου, Ισραήλ» (και συλλογίσου συνεχώς και σε όλες του τις διαστάσεις αυτό που ακούς) φανερώνεται μια προσωπική αναφορά στον Λόγο[ΜΟΝΟ Ο ΕΧΩΝ ΩΤΑ ΑΚΟΥΕΙΝ ΘΑ ΑΚΟΥΣΕΙ]Δεν μπορεί να υπάρξη καμμιά χριστιανική προσευχή, η οποία δεν θα αποτελούσε απάντηση εν τω πνεύματι του Ιησού στον λόγο που μας απευθύνει μέσω τού Χριστού και εν Πνεύματι ο Πατήρ, στον οποίον λόγο μάς φανερώνεται και μας χαρίζεται. Μόνο που το Πνεύμα δεν βάζει στο στόμα μας τον δικό του λόγο, αλλά τον λόγο τού θεϊκού Λόγου, του Ιησού· είναι το Πνεύμα δηλ. που προξενεί και μεσολαβεί στον διάλογο, χωρίς να λαμβάνη το ίδιο τον λόγο: γιατί το Πνεύμα είναι «αλάλητο» («στενάζει αλαλήτως» - Ρωμ. 8, 26), γνωρίζει όμως τον σωστό λόγο και μπορεί εκεί όπου ο λόγος δεν είναι επαρκώς συνειδητός, να τον «γεννήση».[ΜΟΝΟ Η ΤΖΑΖ ΜΑΣ ΠΡΟΣΦΕΡΕ ΚΑΛΥΤΕΡΟΥΣ ΑΥΤΟΣΧΕΔΙΑΣΜΟΥΣ]

Δεν είναι όμως ο δικός μας λόγος η αρχή – είναι απλώς απάντηση –, αλλά αρχή είναι το ότι «το Πνεύμα, που εξερευνά τα βάθη τής θεότητας» και «είναι εκ Θεού» μάς εισάγει σ’ αυτά τα βάθη· για «να γνωρίσουμε» δηλ. «αυτό που μας έχει δωρηθή απ’ τον Θεό» (Α’ Κορ. 2, 10 – 12, 16). Όπως γνωρίζει ο Υιός, παραλαμβανόμενος απ’ τον Πατέρα, εν Πνεύματι τα αβυθομέτρητα βάθη τής αγάπης τού Πατρός, ευχαριστώντας τον με μιαν εξίσου αβυθομέτρητη «ευχαριστία», έτσι ξεκινά και κάθε χριστιανική προσευχή με την αναγνώριση αυτού, το οποίο «μαρτυρά στο δικό μας πνεύμα το Πνεύμα: ότι είμαστε παιδιά τού Θεού (τέκνα Θεού)» και γι’ αυτό «κληρονόμοι Θεού και συγκληρονόμοι Χριστού» (Ρωμ. 8, 16 κ.ε.), που δεχόμαστε την ανεξάντλητη πληρότητα του Θεού, όλο «το πλήρωμα της θεότητας»;;;;: «Γίνατε μέτοχοι αυτής τής πληρότητας», λέει ο απόστολος στους Κολασσαείς (2, 10) (( «Βλέπετε μή τις υμάς έσται ο συλαγωγών διά τής φιλοσοφίας καί κενής απάτης, κατά τήν παράδοσιν τών ανθρώπων, κατά τά στοιχεία τού κόσμου καί ου κατά Χριστόν· ότι εν αυτώ κατοικεί πάν τό πλήρωμα τής θεότητος σωματικώς, καί εστέ εν αυτώ πεπληρωμένοι, ός εστιν η κεφαλή πάσης αρχής καί εξουσίας, εν ώ καί περιετμήθητε περιτομή αχειροποιήτω εν τή απεκδύσει τού σώματος τών αμαρτιών τής σαρκός, εν τή περιτομή τού Χριστού, συνταφέντες αυτώ εν τώ βαπτίσματι, εν ώ καί συνηγέρθητε διά τής πίστεως τής ενεργείας τού Θεού τού εγείραντος αυτόν εκ τών νεκρών…» ( Κολ. 2, 8-12)… Πόσο πιο σημαντικό και ωφέλιμο είναι να διαβάζουμε ολόκληρη μιαν παράγραφο, ώστε να αποφεύγουμε τις παγίδες μεμονωμένων φράσεων από κάποιους συγκεκριμένους ανθρώπους, που τις χρησιμοποιούν προς ιδίαν επιβεβαίωση!... )) . Το «ακούειν» και το «αναλογίζεσθαι» είναι έτσι αιωνίως «προοδευτικό», επειδή οι πηγές τού Θεού είναι ανεξάντλητες, και «το φως του απέραντο». Κι αν μπορή να φαίνεται αρχικά ότι τα λόγια, τα οποία «απευθύνει το Πνεύμα στην Εκκλησία» (Αποκ. 2, 7. 11. 17 κ.ε.), μπορούν αμέσως να γίνουν, ως (ήδη) διαμορφωμένα και άρα περιορισμένα, κατανοητά, καθίσταται (ωστόσο) σύντομα σαφές, ότι η ολοένα και βαθύτερη εξήγηση του Λόγου τού Θεού, που είναι ο Χριστός, υπερβαίνει κάθε περιορισμένη «εκφορά» μέσω τού Πνεύματος, εφ’ όσον τόσο ο ομιλών Πατήρ όσο και ο εξ αυτού ομιλούμενος Λόγος και το εξηγητικό Πνεύμα είναι παντελώς ατελεύτητα (ατελεύτητοι) (( Όλα είναι δηλ. «ανοιχτά» και δεν ισχύει αυτό που λέει ο Κύριος, ότι «ο ουρανός και η γη θα παρέλθουν, τα λόγια μου όμως όχι», οπότε μπορούμε να προσθέτουμε και να αφαιρούμε κατά βούληση στα λόγια αυτά… Τρομερά πράγματα! … )) . Κατανοούνται έτσι και κάποιες φράσεις τού Μεγάλου Γρηγορίου, όπως το ότι «Το Πνεύμα μιλά εν σιωπή στην ακοή τής καρδιάς», ότι «Θέλουμε να σιωπούμε κραυγάζοντες και να κραυγάζουμε σιωπώντας», και ότι «Η φωνή τού Θεού ακούγεται στη σιγαλιά». Ενώ μπορούμε επίσης να ξαναθυμηθούμε το γεγονός, ότι εσαρκώθη ο Λόγος τού Θεού, ο οποίος και (μας) μιλά με όλα όσα συνιστούν την ανθρωπότητά μας (( Εκτός τής αμαρτίας… )) : με ολόκληρη κατ’ αρχάς τη «δράση» του, την ζωή, το πάθος και τον θάνατό του, και με όλες κατόπιν τις διαστάσεις, όπου αναφέρεται με τη στενώτερη έννοια ο λόγος, της ανθρώπινης ομιλίας: απ’ τους «μορφασμούς» στην εικόνα, το σύμβολο, την αλληγορία, μέχρι τον ξεκάθαρο λόγο: μια απεριόριστη γλώσσα, που εξηγείται κι αυτή ατελεύτητα από το Πνεύμα. Για να αποκτήση έτσι και ο προσευχητικός διάλογος απέραντες διαστάσεις, απεριόριστα «ανοιχτές» άλλη μια φορά στο εξηγητικό Πνεύμα (( Σαν να μην έχη έρθει ο Χριστός, και να είναι εντελώς απαραίτητη πλέον αυτή η «τρίτη εποχή τού Πνεύματος»…)) .

( συνεχίζεται )

ΤΑ ΠΑΛΗΟΝΕΡΑ ΤΗΣ ΤΑΥΤΙΣΕΩΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΑΙ ΑΙΔΙΟΥ ΤΡΙΑΔΟΣ.

Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2026

Η ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΤΗΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ AΠO TON ΜΠΟΥΛΓΚΑΚΟΦ

ΜΙΑ ΜΕΙΟΨΗΦΟΥΣΑ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΑΠΟΨΗ

Ρομπέρτο Ντε Λα Νοβάλ



«Από την περίοδο της Αναγέννησης και έκτοτε, η θρησκευτική ζωγραφική της Δύσης δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια τεράστια αναλήθεια». Αυτό έγραψε ο π. Πάβελ Φλορένσκι στο Εικονοστάσι, ένα απ’ τα σημαντικότερα έργα του 20ου αιώνα που πραγματεύεται την Ορθόδοξη εικονολογία. Ο πυρήνας της «αναληθούς» Δυτικής θρησκευτικής ζωγραφικής ήταν ο νατουραλισμός της, ο οποίος κατανοείτο ως μια προσπάθεια απεικόνισης μορφών και γεγονότων με όσο το δυνατόν πιο ρεαλιστικό τρόπο. Όπως έχει επισημάνει και ο Evan Freeman, η θεολογική κριτική του δυτικού νατουραλισμού αποτελούσε βασικό χαρακτηριστικό της Ορθόδοξης θεώρησης για τις εικόνες, το οποίο αναδείκνυε την Ανατολική εικονογραφία υποβαθμίζοντας ταυτόχρονα τη Δυτική θρησκευτική τέχνη.

Ωστόσο, αν επικεντρωθούμε στους θεολογικούς προβληματισμούς περί τέχνης του π. Σέργιου Μπουλγκάκοφ, πρώην μαθητή του Φλορένσκι, ανακαλύπτουμε μια εξαίρεση στην κυρίαρχη τάση, επειδή στο εκτεταμένο του δοκίμιο Οι εικόνες και η λατρεία τους, το οποίο έγραψε το 1930, δεν διστάζει να συνδέσει γλωσσικά και εννοιολογικά την καλλιτεχνική παραγωγή με την ιδέα της εικόνας συνολικά, ούτως ώστε να υποστηρίξει το κύριο επιχείρημά του: πως η δημιουργία της θεολογικής εικόνας έγκειται στη θεμελιώδη εικονικότητα του σύμπαντος κόσμου· δηλαδή στο γεγονός της διαφάνειας του κόσμου όπως φανερώνεται στις αρχετυπικές εικόνες της ύπαρξης που διαμένουν στο νου του Θεού και παρέχουν το είναι σ’ όλη την κτίση. Επομένως, κάθε τέχνη που κατορθώνει να αναπαραστήσει αυτές τις «πρωταρχικές εικόνες» μπορεί να χαρακτηριστεί εικονική, παρόλο που κάθε έργο θρησκευτικής τέχνης δεν αποτελεί θεολογική εικόνα. Ωστόσο, το επιχείρημα του Μπουλγκάκοφ τοποθετεί τη Δυτική θρησκευτική τέχνη και την Ανατολική εικονογραφία σε ένα κοινό πλαίσιο, σχετικοποιώντας κατ’ αυτό τον τρόπο την –κατά τ’ άλλα πραγματική– διάκριση μεταξύ τους.[ΜΗΠΩΣ ΔΕΝ ΕΝΝΟΟΥΜΕ ΤΗΝ ΡΙΖΙΚΗ ΔΙΑΦΟΡΑ ΚΟΣΜΙΚΟΥ ΚΑΙ ΑΓΙΟΤΗΤΟΣ; ΟΧΙ ΙΕΡΟΥ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΥ. ΑΓΙΟΥ!!!]

Κατά συνέπεια, το σημαντικότερο θεολογικό ερώτημα για τον Μπουλγκάκοφ αναφορικά με τη θρησκευτική τέχνη είναι το ποιος ακριβώς απεικονίζεται: ο Χριστός (ή οι άγιοι) υπό το φως της θείας ενέργειας του Θεού ή ιστορικά πρόσωπα και γεγονότα που σχετίζονται με την ιστορία της σωτηρίας; Παρόλο που ο Μπουλγκάκοφ εξάγει ένα συμπέρασμα παρόμοιο με αυτό του Φλορένσκι, ότι η τέχνη που περιορίζεται στην ιστορική απεικόνιση προσώπων ή γεγονότων δεν κατορθώνει αυτό που επιτυγχάνει μια πραγματική εικόνα, ωστόσο αναγνωρίζει την αξία της Δυτικής θρησκευτικής τέχνης στην ικανότητά της να αναπαριστά την ανθρώπινη φύση του Χριστού, ο οποίος «απεικονίζεται όπως τον έχουν αντικρίσει οι άνθρωποι μέσα από μια ποικιλία υποκειμενικών απόψεων»[ΑΣΥΓΧΥΤΩΣ ΚΑΙ ΑΔΙΑΙΡΕΤΩΣ ΛΕΓΕΤΑΙ]. Ο Χριστός όμως δεν είναι ένας απλός άνθρωπος, γι’ αυτό η Δυτική θρησκευτική τέχνη με τον νατουραλισμό της αδυνατεί να Τον απεικονίσει πλήρως· μόνο ο «ιδανικός ρεαλισμός» της εικόνας, ο οποίος κοινωνεί την υπερκόσμια πραγματικότητα διά του αφηρημένου σχηματισμού των μορφών της, αποδεικνύεται επαρκής για να φανερώσει στο ανθρώπινο μάτι τη θεανθρώπινη υπόσταση του Χριστού καθώς και τη δόξα των αγίων. Συνεπώς καθίσταται αντιληπτό ότι ο Μπουλγκάκοφ θα συμφωνούσε απολύτως με τη κρίση του Φλορένσκι στο Εικονοστάσι ότι η: «εικονογραφία οπτικοποιεί τη μεταφυσική πραγματικότητα που απεικονίζει».

Παρόλα αυτά ο Μπουλγκάκοφ δεν είχε πει την τελευταία του λέξη για τις εικόνες και τη Δυτική θρησκευτική τέχνη. Παραδόξως, ήταν η ιδέα του Φλορένσκι που τον οδήγησε προς το τέλος της ζωής του να συγγράψει μια θεολογική υπεράσπιση του νατουραλισμού της Δυτικής θρησκευτικής τέχνης· αλλά μόνο αναφορικά με τις απεικονίσεις του ετοιμοθάνατου Χριστού και του θανάτου Του. Η εξήγηση γι’ αυτή την αλλαγή της γνώμης έγκειται στην ίδια τη ζωή του Μπουλγκάκοφ, ο οποίος έφτασε πολύ κοντά στο θάνατο και εν μέσω αυτής της εμπειρίας πραγματοποιήθηκε η μεταμορφωτική του συνάντηση με τον Χριστό. Σύμφωνα με τα όσα αναφέρει στο δοκίμιο του «Η Σοφιολογία του Θανάτου» (1939), μετά τις επεμβάσεις που έκανε για να αντιμετωπίσει τον καρκίνο του λάρυγγα παρέμεινε για ένα χρονικό διάστημα σε μια κατάσταση μεταξύ ζωής και θανάτου, έχοντας παραλύσει πνευματικά, συναισθηματικά και σωματικά. Αποκάλεσε αυτή την κατάσταση «πεθαίνοντας δίχως θάνατο», διότι σε αντίθεση με ότι βίωσε το 1926 όταν λίγο έλειψε να πεθάνει και είχε ένα συγκλονιστικό όραμα μεταθανάτιας εμπειρίας, ο Μπουλγκάκοφ, το 1939, ένοιωθε εγκαταλειμμένος απ’ το Θεό βιώνοντας μόνο το σκοτάδι και το θάνατο. «Όταν ήμουν κοντά στο θάνατο ένιωθα το Χριστό, η εγγύτητά του ήταν αισθητή, σχεδόν σωματική, αλλά…ήταν η σωματική εγγύτητα ενός “σώματος πληγωμένου και εξουθενωμένου” που βρισκόταν δίπλα μου [Ησαΐας 53:5]». Προς έκπληξη του Μπουλγκάκοφ αυτό που του έδινε κουράγιο εκείνες τις μέρες ήταν η εικόνα του ζωγράφου Χανς Χόλμπαϊν του Σωτήρα Το Σώμα του νεκρού Χριστού. Ενώ παλαιότερα αυτή την εικόνα τη θεωρούσε βλάσφημη, τότε κατάλαβε ότι μόνο ο νατουραλισμός και όχι η εικονογραφική απεικόνιση του θανάτου του Χριστού, μπορεί να μεταδώσει την πραγματικότητα της εγκατάλειψης από τον Θεό που ο ίδιος ένοιωθε όπως και ο Χριστός όταν ανέλαβε όλη την ανθρωπότητα διά του θανάτου Του.

Η υπεράσπιση του θεολογικού νοήματος του πίνακα του Χόλμπαϊν από τον Μπουλγκάκοφ απορρέει από την αντίληψή του για την θεία εγκατάλειψη του Χριστού στο σταυρό ως την απόλυτη στιγμή της θείας κένωσης. Σ’ αυτή τη κορυφαία στιγμή, η θεϊκή φύση δεν ενεργεί επί της ανθρώπινης φύσης του Χριστού (αν και δεν διακόπτεται η αδιαίρετη υποστατική ένωση), ούτως ώστε η διαδικασία του θανάτου να ξεκινήσει και να ολοκληρωθεί. Επομένως, η απεικόνιση ενός τέτοιου γεγονότος δεν αποτελεί απεικόνιση της θεανθρωπότητας του Χριστού –που βρίσκεται στο χώρο της ορθόδοξης εικονογραφίας– αλλά της εγκαταλειμμένης ανθρωπότητάς Του, η οποία αφέθηκε στο θάνατο δίχως την αίσθηση και την ενεργεία του ζωοποιού Πνεύματος.[ΜΥΘΙΣΤΟΡΙΟΓΡΑΦΟΙ.Η ΨΥΧΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΒΓΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ΣΩΜΑ ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΧΩΡΙΣΕ ΑΠΟ ΤΗ ΘΕΟΤΗΤΑ ΤΗΝ ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕ ΣΤΟΝ ΑΔΗ]

Είναι εύκολο να παρεξηγηθεί η άποψη του Μπουλγκάκοφ και να θεωρηθεί ότι μεταβάλλει τις προγενέστερες πεποιθήσεις του σχετικά με τα όρια των δυνατοτήτων της Δυτικής θρησκευτικής τέχνης. Αυτό που συμβαίνει όμως είναι το αντίθετό: κατοχυρώνοντας τη θεολογική καταλληλότητα και την πνευματική χρησιμότητα του γκροτέσκου και μακάβριου νατουραλισμού του Χόλμπαϊν, o Μπουλγκάκοφ υποστηρίζει ότι ένας πίνακας σαν κι αυτόν –ακριβώς επειδή δεν αποτελεί εικόνα– μπορεί να «οπτικοποιήσει τη μεταφυσική πραγματικότητα που απεικονίζει», δηλαδή την απουσία του Θεού. Ο Μπουλγκάκοφ διέκρινε «αυτή τη φρικτή αλήθεια» στη δική του προσωπική εμπειρία περί θανάτου και στον νατουραλισμό της τέχνης του Χόλμπαϊν.[ΝΑ ΚΑΙ ΤΟ ΟΜΟΟΥΣΙΟ ΚΑΙ Η ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ ΑΝΑΛΟΓΙΑ] Ακριβώς αυτή η προσωπική αποκάλυψη τον έκανε να κατανοήσει τις μεταφυσικές πραγματικότητες που μπορεί να αναπαραστήσει η Δυτική θρησκευτική τέχνη, καθώς και τι μπορεί να αποκαλύψει για τον Θεό που ταπείνωσε τον εαυτό του, έως του σημείου να σταυρωθεί.

Και σε εκείνον που κάποτε γνώρισε τη σημαίνει να πεθαίνει μαζί με τον Χριστό, δεν είναι πλέον δυνατό να αγνοήσει αυτή την αλήθεια για την οποία μαρτυρά η τέχνη και αντ’ αυτού να προτιμήσει συναισθηματικά εξωραϊσμένες απεικονίσεις, όπως είναι εξίσου αδύνατο να επιλέξει εικονογραφικά πρότυπα που βασίζονται στις αφηρημένες συμβάσεις των θεολογούμενων και στερούνται ανθρωπολογικών δεδομένων. Οι εικόνες υπάρχουν για να βοηθούν στην νοερά προσευχή και η θρησκευτική τέχνη για να διευκολύνει την ανθρώπινη κατανόηση…


ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΠΟΥΛΓΚΑΚΟΦ  Building the House of Wisdom: Sergii Bulgakov– 150 Years After His Birth» [Οικοδομώντας τον Οίκο της Σοφίας: Σέργιος Μπουλγκάκοφ– 150 χρόνια μετά τη γέννηση του],

ΠΑΤΗΡ ΣΕΡΓΙΟΣ ΜΠΟΥΛΓΚΑΚΩΦ: ΠΡΟΣΩΠΟ, ΑΝΙΣΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ



Σ’ ένα πρόσφατο άρθρο των New York Times, ο Jamelle Bouie επισημαίνει τα εξής:


Η κοινωνία μας θεμελιώθηκε στον φυλετικό διαχωρισμό των προσώπων. Μερικοί θεωρήθηκαν πλήρως άνθρωποι, με εγγυημένη την ελευθερία τους, προστατευμένοι έναντι των απαλλοτριώσεων και με δεδομένη την προστασία του νόμου, ενώ άλλοι άνθρωποι —μαύροι, ιθαγενείς και μη-λευκοί— δεν είχαν αυτά τα δικαιώματα. Αυτή η άνιση κατανομή των προσωπικοτήτων αντικατοπτριζόταν και στην οικονομική πραγματικότητα. Διαμόρφωνε την πρόσβαση στην εργασία και στο κεφάλαιο, καθόριζε αν θα ήσουν καταδικασμένος στο περιθώριο της εργατικής δύναμης ή αν θα είχες πρόσβαση σε υψηλές θέσεις, προσδιόριζε ποιος θα συμμετάσχει στα πλούσια δώρα της καπιταλιστικής παραγωγής και ποιος θα διαγράφονταν ως αναλώσιμος. («Πέρα από τη “Λευκή Ευθραυστότητα”»)

Το παραπάνω απόσπασμα δημιουργεί ένα ζωντανό πλαίσιο για να στοχαστούμε πάνω στις οικονομικές θεωρίες του πατέρα Σέργιου Μπουλγκάκωφ (1871-1944) και παράλληλα παρέχει τις κοινωνικές παραμέτρους για να εκτιμήσουμε τις ιδέες ενός από τους πιο εμβριθείς και δημιουργικούς Ορθόδοξους θεολόγους του 20ου αιώνα. Αν και ο Μπουλγκάκωφ δεν διατείνεται ότι λύνει το πρόβλημα της φτώχειας, αποτελεί μια προφητική φωνή για το πώς η Εκκλησία μπορεί να αντιμετωπίσει, εντός ενός εκβιομηχανισμένου πλαισίου, τις κοινωνικές δομές που καλλιεργούν την ένδεια. Συνεχίζει το έργο προηγούμενων θεολόγων ποιμένων, οι οποίοι αναγνώρισαν ότι οι κοινωνικές δομές διαιωνίζουν την κοινωνική και οικονομική ανισότητα.

Εξαιτίας της πανδημίας του Covid-19, της δολοφονίας του Τζορτζ Φλόιντ και της έξαρσης του κινήματος Οι ζωές των μαύρων μετρούν (Black Lives Matter), τα ζητήματα της συστηματικής ανισότητας ανακύπτουν στις ΗΠΑ με ταχύτητα άνευ προηγουμένου, προκαλώντας συνεχείς αντιδράσεις οργής και απόγνωσης, οι οποίες ζητούν την κοινωνική αλλαγή. Αυτή η κρίση παρέχει την ευκαιρία στις Ορθόδοξες Εκκλησίες στην Αμερική να εξετάσουν την κοινωνική και φυλετική ανισότητα και να διατυπώσουν μια ολοκληρωμένη και εξελισσόμενη κοινωνική διδασκαλία, που να επικεντρώνεται στην ευρεία και διαρκή άνοδο της αθέλητης ένδειας.

Ο πλούτος και η φτώχεια είναι αποτελέσματα των οικονομικών συστημάτων. Η δυναμική της ευθύνης εκείνων που κατέχουν πλούτο και της διανομής του στους φτωχούς αφορά την Εκκλησία από την ίδρυση της μέχρι σήμερα. Ωστόσο, η ειρωνεία του πράγματος είναι ότι δεν υπήρξε ποτέ μια συγκεκριμένη ολοκληρωμένη άποψη ή ομολογία σχετικά με τις αιτίες της φτώχειας και της κατανομής του πλούτου. Ούτε ποτέ υπήρξε συμφωνία σχετικά με την επανένταξη των ανώνυμων φτωχών στην κοινωνία, εξαιτίας της υπερβολικής προσοχής που δόθηκε στη γενναιοδωρία των πλουσίων. Εάν συμφωνούν σε κάτι οι χριστιανικές πηγές, τόσο στην Ανατολή όσο και στην Δύση, είναι η άμεση ή έμμεση διαπίστωση ότι η φτώχεια αποκτηνώνει τον άνθρωπο.

Οι σπουδές του π. Σεργίου Μπουλγκάκωφ ως μαρξιστή οικονομολόγου τον οδήγησαν τελικά να απορρίψει τον μαρξιστικό αντιπερσοναλισμό και την καταστολή της ανθρώπινης ελευθερίας. Περιέγραψε τη μαρξιστική οικονομική έννοια της ιστορίας ως «έναν επιτάφιο θρήνο για το πρόσωπο και τη δημιουργικότητά του» (Ο Καρλ Μαρξ ως θρησκευτικός τύπος, σελ. 52). Εν συνεχεία, όταν επέστρεψε στην Ορθόδοξη Εκκλησία και χειροτονήθηκε ιερέας, ο Μπουλγκάκωφ προσπάθησε να διατυπώσει μια φιλοσοφία και θεολογία της οικονομίας, η οποία αντέκρουε τη μαρξιστική έννοια του homo economicus, τοποθετώντας την οικονομία στους χώρους της Χριστολογίας, της σοφιολογίας και της εσχατολογίας (Η φιλοσοφία της οικονομίας, ειδικότερα οι σελίδες 123-156). Αυτό σημαίνει ότι, η οικονομική επιστήμη δεν πρέπει να μελετάται ούτε αποκομμένη αλλά ούτε και ως θεμέλιο επί του οποίου εδράζονται όλες οι πτυχές του ανθρώπινου βίου. Απεναντίας, η οικονομία πρέπει να τοποθετηθεί εντός ενός θεολογικού πλαισίου, το οποίο απέχει από τα άκρα του ηδονισμού και του ασκητισμού (βλ. Το οικονομικό ιδεώδες). Σύμφωνα με τον Μπουλγκάκωφ, η Εκκλησία χαράζει την πορεία ανάμεσα σ’ αυτά τα άκρα και τα παράγωγά τους —πολυτέλεια και αθέλητη φτώχεια— παρέχοντας το στέρεο θεμέλιο για τη λειτουργία της οικονομικής επιστήμης ως δραστικού παράγοντα, ο οποίος θα αποκαταστήσει την πνευματική και πολιτιστική ακεραιότητα μιας τοπικής κοινότητας ή ενός έθνους.

Η πολυτέλεια και η φτώχεια είναι οι κύριοι εχθροί του πολιτισμού, διότι μπορεί να υπάρχει τόση πνευματική ένδεια στο παλάτι ενός ευγενή όσο και στη τρώγλη ενός φτωχού. Η πνευματική παρακμή που συνοδεύει την πολυτέλεια, αργά ή γρήγορα, οδηγεί και σε οικονομική παρακμή, με αποτέλεσμα η πολυτέλεια να καταδικάζεται και από οικονομική άποψη. Η πνευματική κατάσταση ενός έθνους δεν είναι ένα αδιάφορο ζήτημα αναφορικά με την οικονομική του ζωή. (“Economic Ideal,” 49).

Η Εκκλησία ορίζεται, επίσης, ως η ιστορική και εσχατολογική παρουσία του ζωντανού σώματος του Χριστού. Ο Χριστός— ο νέος Αδάμ— ενοποιεί τη διχασμένη δημιουργία, η οποία καθοδηγείται απ’ την αμαρτία.
[…] η ανθρωπότητα καθίσταται σώμα Χριστού, ούτως ώστε ο Χριστός ως πρόσωπο να αναμορφώνει την ανθρώπινη φύση. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η ανθρωπότητα κοινωνεί το Σώμα και το Αίμα του Νέου Αδάμ. Αυτή η ένωση δεν πρέπει να κατανοείται μηχανικά αλλά να θεωρείται ως μια δυναμική διαδικασία, η οποία με την πάροδο του χρόνου εκδηλώνεται στην ιστορία, στη γνώση και στην οικονομία. (Φιλοσοφία της Οικονομίας, σ. 140).
[ΟΠΟΙΟΣ ΘΕΛΕΙ]

Σε γενικές γραμμές, η οικονομία λαμβάνει έναν μυστηριακό χαρακτήρα, ο οποίος αποτελεί έκφραση της δημιουργικής συνέργειας μεταξύ Θεού και ανθρώπου. Πρόκειται για ένα δημιουργικό έργο τέχνης, το οποίο αντιλαμβάνεται τη φύση όπως είναι και προβάλλει νέους τρόπους για τη χρήση της. Συνεπώς, ενώ η ανθρωπότητα εξαρτάται από τη φύση, έχει την ικανότητα, εμπνευσμένη από τη Σοφία, για να την μεταμορφώσει. Λόγω αυτής της συνέργειας, η οικονομία εστιάζει στις «απεριόριστες δυνατότητες για τη δημιουργία πολιτισμού» (Φιλοσοφία της Οικονομίας, σ. 142). Σύμφωνα με τον Μπουλγκάκωφ, ένας τρόπος για να καταστεί αυτό πραγματικότητα είναι η τεχνολογία, της οποίας η αποστολή είναι να εμφυσήσει πνεύμα στην ύλη, ούτως ώστε να ξεπεραστεί η ψευδής διχοτόμηση μεταξύ υλικού και πνευματικού.

Οι θρίαμβοι της τεχνολογίας δεν αποτελούν παρά την πνευματικοποίηση της ύλης, τον αφανισμό της ίδιας της απλής υλικότητας. Το μεγαλείο του πλούτου ενός έθνους, οι επιτυχίες της τεχνολογίας και της βιομηχανίας, αυτές είναι εκδηλώσεις της βαθμιαίας πνευματικοποίησης της ύλης. (“Το οικονομικό ιδεώδες” 42).

Εφόσον η οικονομία είναι έργο τέχνης, ο π. Σέργιος Μπουλγκάκοφ θεωρεί τη Σόφια ως παράγοντα έμπνευσης της ανθρώπινης δημιουργικότητας. Η Σοφία, μαζί με τον Λόγο, προσελκύει την ανθρωπότητα, αναλαμβάνοντας το ενοποιητικό έργο του Χριστού, στην συνεχή διαδικασία της ανάπλασης της δημιουργίας από χάος σε κόσμο. (Φιλοσοφία της Οικονομίας, 145).

Η ανθρωπότητα είναι και θα παραμείνει για πάντα το ενοποιητικό κέντρο του κόσμου στην αιώνια αρμονία και ομορφιά του σύμπαντος που δημιούργησε ο Θεός. Ο εμπειρικός κόσμος είναι βυθισμένος σ’ αυτή τη «διαδικασία», εντός του χρόνου και του χώρου, εντός της ιστορίας και ως εκ τούτου είναι ατελής και δυσαρμονικός. Παρόλα αυτά, όπως και η ίδια η ανθρωπότητα, δεν διαχωρίζεται ποτέ εντελώς από μια ανώτερη μεταφυσική πραγματικότητα, από την θεϊκή Σοφία, η οποία καθώς κείται υπεράνω του κόσμου, τον φωτίζει μέσω της λογικής, της ομορφιάς και μέσω […] της οικονομίας και του πολιτισμού. (Φιλοσοφία της Οικονομίας, 142-145).

Ανεξάρτητα από τη γνώμη που έχει κάποιος για τη σοφιολογία του Μπουλγκάκωφ, είναι σαφές ότι τα Χριστολογικά και εκκλησιολογικά της θεμέλια αναδεικνύουν την Εκκλησία ως την προφητική φωνή που ξεσκεπάζει τις κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες, ζητώντας την επίλυση αυτών των προβλημάτων. Αυτό που εντυπωσιάζει στην οικονομική θεώρηση του Μπουλγκάκωφ είναι η σχέση της με την πνευματική και, συνεπώς, με την προσωπική ανάπτυξη. Η κοινωνική και οικονομική φτώχεια όχι μόνο στερεί τα απαραίτητα αγαθά και τους μηχανισμούς για την καλλιέργεια της ψυχικής και της σωματικής υγείας, αλλά επηρεάζει επίσης αρνητικά και την ανάγκη του ανθρώπινου προσώπου να καλλιεργήσει τη σχέση του με τον ζώντα Θεό.

Ο Μπουλγκάκωφ ανατρέπει με δυναμικό τρόπο την συχνά ρομαντική εικόνα που προσδίδεται στην αθέλητη φτώχεια και θεωρείται από ορισμένους ως πνευματικό πλεονέκτημα έναντι των πλουσίων. Τονίζει πως η αθέλητη φτώχεια δεν οδηγεί μόνο σε κοινωνικό διχασμό, αλλά δρα ως μια εξοντωτική δύναμη, η οποία συνθλίβει το ανθρώπινο πνεύμα και εμποδίζει την προσωπική ανάπτυξη.

Ο πεινασμένος άνθρωπος χρειάζεται πάνω απ’ όλα τροφή, αυτός που κρυώνει ρούχα και αυτός που είναι άστεγος, καταφύγιο. Η φτώχεια οδηγεί σε ένα είδος δυστυχίας, το οποίο υποβαθμίζει τον άνθρωπο και αποκλείει οποιαδήποτε δυνατότητα ορθής ανθρώπινης και πνευματικής ζωής. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η μάχη κατά της φτώχειας αποτελεί μάχη για τα δικαιώματα του ανθρώπινου πνεύματος. (“Το οικονομικό ιδεώδες”, 43).

Η «μάχη για τα δικαιώματα του ανθρώπινου πνεύματος» είναι συνώνυμη με τη μάχη για την ανθρώπινη ελευθερία. Προσπαθώντας να διαμορφώσει μια μέση οδό, που αποφεύγει τόσο την άρνηση της ύλης του ασκητισμού όσο και τον ηδονισμό του υλισμού, ο Μπουλγκάκωφ εφιστά την προσοχή στην σχέση της «ανθρώπινης αξίας και της πνευματικής εξέλιξης» για την απόκτηση των απαραίτητων υλικών αγαθών στη ζωή, τα οποία με τη σειρά τους επιτρέπουν την ανάπτυξη της δημοκρατίας.
[…] η αυξανόμενη αίσθηση της ανθρώπινης αξίας και η πνευματική ανάπτυξη της προσωπικότητας αναπόφευκτα ξεπροβάλλει στην διεύρυνση της υλικής ζήτησης: έχουμε ένα καλό παράδειγμα γι’ αυτό το φαινόμενο, το σύγχρονο κίνημα υπέρ της δημοκρατίας. (“Το οικονομικό ιδεώδες”, 48).

Η δημοκρατία, την οποία προφητεύει ο π. Σέργιος Μπουλγκάκωφ, έχει ως ιδανικό μια οικονομία, η οποία δεν συστηματοποιεί τη φτώχεια αλλά δημιουργεί έναν πολιτισμό που επιτρέπει και προστατεύει την ανάπτυξη του προσώπου, μακριά από τον σοσιαλιστικό κοινοτισμό και τον καπιταλιστικό ατομικισμό. Αυτός είναι ο δύσκολος δρόμος που θέτει ο Μπουλγκάκωφ στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Αυτή είναι η οδός που καθιστά την Εκκλησία ευάλωτη, καθώς υπερασπίζεται την ελευθερία, την τιμή και ην δόξα του ανθρώπου.



Ο ΣΕΡΓΙΟΣ ΜΠΟΥΛΓΚΑΚΟΦ ΚΑΙ Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ


Γραμμένο το 1912, το βιβλίο του Σέργιου Μπουλγκάκοφ Η Φιλοσοφία της Οικονομίας:Ο Κόσμος ως Οίκος παραμένει εκπληκτικό, διότι υιοθετεί ένα συγκεκριμένο είδος υλισμού. Αποδίδοντας σε μεγάλο βαθμό τα εύσημα στα γνωστά ονόματα της γερμανικής φιλοσοφικής παράδοσης του ιδαελισμού, με μια περιστασιακή αναφορά στον Μάρξ, καθίσταται σύντομα φανερό ότι αυτός ο υλισμός έχει τις ρίζες του σε μια αίσθηση ενσώματης δράσης, καθώς και ιστορικής μεταμόρφωσης, η οποία χαρακτηρίζει ορισμένες από τις επαναστατικές πολιτικές πρακτικές του προηγούμενου μισού του 19ου αιώνα. Η φιλοσοφία της οικονομίας του Μπουλγκάκοφ μπορεί να μας προσφέρει ορισμένες έξοχες ιδέες σχετικά με την κατανόηση της παράδοσης ως ζώσας διαδικασίας, επειδή υπερβαίνει τη φιλοσοφία του «καναπέ» του μετακαντιανού ιδεαλισμού και βασίζεται κυρίως στον Σέλινγκ, έχοντας ως σκοπό την διατύπωση ενός εξαιρετικά πρωτότυπου οράματος της σχέσης που διαμορφώνεται μεταξύ υποκειμένου και αντικειμένου διά της σκόπιμης δραστηριότητας.

Ο οργανικός τρόπος σκέψης αναφορικά με την παράδοση και την εκκλησιολογία δεν είναι φυσικά κάτι καινοφανές. Η ρομαντική αντίδραση κατά του βεβαιωτικού δογματισμού της μεσαιωνικής εκκλησιολογίας είναι καλά τεκμηριωμένη στο έργο των Möhler, Χομιακώφ και σε κάποιο βαθμό στον John Henry Newman. Αλλά πόσες από τις εν λόγω οργανιστικές θεωρίες ήταν τόσο τολμηρές ώστε να αρθρώσουν μια θεωρία της μεταμόρφωσης υπό το πρίσμα του ανθρώπινου πλάσματος ως όντος που διακρίνεται κυρίως από την οικονομική δραστηριότητα και το οποίο πραγματώνει τον εαυτό του μέσω μιας σύνθετης αλληλεπίδρασης πραγματιστικών μοντέλων και ιδεαλιστικών προβολών διά της ζωοποίησης (ή της ανάστασης) ενός νεκρού μηχανισμού μέσω μιας ζώσας διαδικασίας; Εδώ έγκειται η ιδιαίτερη σημασία του Μπουλγκάκοφ για εμάς σήμερα.

Μεγάλο τμήμα της σημερινής συζήτησης για την παράδοση περιστρέφεται γύρω από έναν ιδεαλισμό του «καναπέ», στον οποίο ήδη αναφερθήκαμε. Οι αυτοαποκαλούμενοι «παραδοσιοκράτες» (είτε πρόκειται για τους διαπιστευμένους απολογητές της μεταφιλελεύθερης σκέψης, τους κήρυκες της παρακμής του τύπου Η Επιλογή του Βενεδίκτου, ή τους ψηφιακούς ιεροεξεταστές του νέου ολοκληρωτισμού) είναι γενικά διατεθειμένοι να υποταχθούν στην αυθεντία του εκκλησιαστικού δόγματος θεωρώντας το ως υπαρξιακό ζήτημα. Υπονοείται ότι τα ανθρώπινα όντα είναι πλάσματα της παράδοσης και μπορούν να ευδοκιμήσουν κατάλληλα μόνο όταν βρίσκονται εντός μιας «ισχυρής» παράδοσης, δοκιμασμένης στο χρόνο μέσω κοινοτικών πρακτικών και κατανοητών κανόνων. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ερμηνευμένη, η παράδοση συνιστά μια εσωτερική συνεκτική Weltanschauung, μια κοσμοθεωρία, η οποία σημαίνει τον εαυτό της κατά το μάλλον ή ήττον ως μια a priori γνωστική κατηγορία, η οποία νοηματοδοτεί και καθιστά ουσιώδη την ανθρώπινη εμπειρία.

Η εν λόγω προϋποτιθέμενη σχηματοποίηση της παράδοσης αποτελεί βασικό τμήμα αυτού που ο Μπουλγκάκοφ ορίζει ως οικονομική δραστηριότητα. Σύμφωνα με τον Μπουλγκάκοφ, η οικονομία δεν αποτελεί απλώς ζήτημα χρημάτων, αγορών και συναλλαγματικών ισοτιμιών, αλλά πρόκειται για μια ολιστική διαδικασία κατά την οποία το ανθρώπινο ον αγωνίζεται για χάρη της ζωής και υπερβαίνει την απομόνωση της υποκειμενικότητας διαμορφώνοντας συγκεκριμένες σχέσεις με τον φυσικό κόσμο και τα αντικείμενα μέσω της δράσης, καθώς και μέσω των ποικίλων αποχρώσεων είτε της κατανάλωσης είτε της παραγωγής. Ενώ η κατανάλωση εκφράζεται καλύτερα διά της διατροφής («κοινωνώντας τη σάρκα του κόσμου», όπως τη διατυπώνει ο Μπουλγκάκοφ), η παραγωγή μπορεί να λάβει τη μορφή είτε καλλιτεχνικού παιχνιδιού είτε ανάπτυξης διά των μεθοδικών επιστημών, καθώς και διά των μέσων για την «επέκταση της ζωής». Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ακόμη και η κοινή λογική αποτελεί μια τεχνολογία, στο βαθμό που απαιτεί από το υποκείμενο να απορροφηθεί ως μηχανισμός από το αντικείμενο. Σύμφωνα με τον Μπουλγκάκοφ, όλα τα φυσικά αντικείμενα πρέπει να θανατωθούν κατ’ αυτόν τον τρόπο, δηλαδή, να αφαιρεθούν απ’ το φυσικό τους περιβάλλον, προκειμένου να σχηματοποιηθούν και να κατανοηθούν ως υποκείμενα προς «κατανάλωση» ή να αφομοιωθούν επιστρέφοντας εκ νέου στη συνείδηση της ζώσας διαδικασίας με τρόπο που να προωθεί τη δημιουργική ανθρώπινη προσπάθεια. Συνεπώς, η επιστήμη και η λογική διαθέτουν μια πραγματιστική βάση στην εν λόγω διαδικασία της συνειδητοποίησης της φύσης εν τη ιστορία μέσω της οικονομίας. Δηλαδή, τα αξιώματα και οι αρχές που διέπουν τις γνώσεις μας αποτελούν μόνο ένα μέσο προς ένα σκοπό. Οφείλουμε λοιπόν να θεωρούμε τη βάση της παράδοσης ως πραγματιστική και όχι ως δογματική υπό την έννοια ότι τα όριά της είναι προκαθορισμένα.[Η ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΤΗΣ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΓΝΩΣΕΩΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΠΟΥ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΕΙ ΣΤΗΝ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΣΤΟ ΕΓΩ ΤΗΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΟΣ ΣΤΗΝ ΑΥΤΟΣΥΝΕΙΔΗΣΙΑ. ΛΕΓΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΕΙΝΑΙ ΣΤΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ. ΤΩΡΑ ΤΡΕΧΟΥΜΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ. ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΔΕΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΕΙΤΑΙ ΠΛΕΟΝ].

Εδώ ακριβώς έγκειται το ρίσκο: όταν η παράδοση σχηματοποιείται ως ένα σύνολο δεδομένων κανόνων ή προϋποθέσεων με βάση τους οποίους μπορούμε να ελέγξουμε την ερμηνεία μας για την πραγματικότητα (δηλαδή ως ένα είδος εργαλείου για τη διαμόρφωση του πραγματικού), είναι σαν να προσπαθούμε να επαναφέρουμε στη ζωή ένα πτώμα σε ένα εργαστήριο γεμάτο από ακρωτηριασμένες αφηρημένες έννοιες, αποσπασμένες από το ζωτικό τους πλαίσιο.[ΜΗΠΩΣ ΞΕΧΑΣΑΜΕ ΤΟΥΣ ΔΕΡΜΑΤΙΝΟΥΣ ΧΙΤΩΝΕΣ;] Ουδείς από εμάς δεν είναι ικανός να ενστερνιστεί πραγματικά μια παράδοση κατ’ αυτόν τον τρόπο. Εάν εξετάζαμε προσεκτικά όλες τις καθημερινές μας αποφάσεις και πράξεις, πιθανότατα θα διαπιστώναμε ότι όπως και ο ήρωας του Ντοστογιέφσκι Ντμίτρι (Μίτια) Καραμάζοφ, είμαστε δεσμευμένοι σε ιδανικά που δεν είναι πάντα συμβατά μεταξύ τους– ορισμένα από αυτά είναι μεγαλόπνοα, άλλα ταπεινά και τα υπόλοιπα βρίσκονται κάπου στη μέση. Σύμφωνα και με τη ρήση του Αμερικανού ποιητή Ουώλτ Ουίτμαν ένα και μόνο ανθρώπινο όν «εμπεριέχει πλήθη» εντός του, ανακεφαλαιώνοντας μια ολόκληρη ιστορία μυήσεων και μεταμορφώσεων, που το διαπερνούν σαν σφουγγάρι. Το μόνο πράγμα που είναι ικανό να ενώσει τις εν λόγω ποικίλες πτυχές του εαυτού μας είναι η ουσιαστική δράση, η σαφής προβολή του εαυτού μας στον κόσμο. Η παράδοση απαιτεί μια πραξεολογία, προκειμένου να καταστεί ο εαυτός μας κάτι παραπάνω από ένα τερατώδες συνονθύλευμα αλληλοαναιρούμενων σχηματοποιήσεων.

Ο παραλογισμός της παραδοσιαρχίας του «καναπέ» καθίσταται εύκολα αντιληπτός μετά από σκέψη. Θα μπορούσε κάποιος να αναζητήσει παραδόσεις για να ενταχθεί σ’ αυτές και κατ’ αυτόν τον τρόπο να υιοθετήσει συνειδητά ένα προκατασκευασμένο σύνολο αξιωμάτων –μεταφυσικών, πολιτικών, ηθικών– με τα οποία να προσδώσει νόημα στις εμπειρίες του. Ωστόσο, στην εν λόγω αξιολύπητη υποταγή υφίσταται ένας κρυμμένος ψυχολογισμός· η παράδοση αναγορεύεται σε καθοριστικό παράγοντα της αυτοσυνειδησίας, σαν να υπάρχει μια παράδοση εκεί έξω ανεξάρτητα από εκείνους που την υιοθετούν. Αναρωτιέται κανείς αν αυτή η αυτοσυνείδητη υπαγωγή σε μια δεδομένη παράδοση είναι στην πραγματικότητα μια κατάσταση υπερσυνειδητότητας, μια προβολή ενός τεχνητού εαυτού σε μια επιστημολογικά σκιώδη περιοχή. [ΟΛΟΣ Ο ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΚΑΝΤ:Ο Καντ όρισε τον διαφωτισμό (Aufklärung), στο δοκίμιό του Was ist Aufklärung? (Τι είναι Διαφωτισμός;), ως την περίοδο που χαρακτηρίζεται από το γνωμικό στη λατινική γλώσσα, «Sapere aude!» («τολμήστε να είστε σοφός» ή «τόλμησε να γνωρίζεις») ή στην ερμηνεία που του δίνει ο ίδιος: "έχε το θάρρος, να χρησιμοποιείς το δικό σου νου", τη δική σου σκέψη. Αυτή η περίοδος διακρίνεται από την κριτική σκέψη έναντι των άκριτων υπαγορεύσεων και των προκαταλήψεων της εξουσίας, της θρησκείας, της κοινωνίας ευρύτερα.]

Τι καθιστά, λοιπόν, δυνατή την παράδοση; Πώς μπορούμε να γνωρίζουμε και να διαφοροποιούμε τις παραδόσεις; Αυτό μπορεί να γίνει μόνο μέσω συγκεκριμένων ατόμων, τα οποία ενσαρκώνουν την εκάστοτε παράδοση διά της πράξης. Η θεώρηση της οικονομίας ως ζώσας διαδικασίας έχει ισχυρή θεολογική απήχηση, διότι τι είναι η ζωή του Αγίου Πνεύματος στην Εκκλησία αν όχι μια δημιουργική οικονομία αυτοπραγματούμενης δραστηριότητας; Τουτέστιν, ο Λόγος που αποκτά συνείδηση του εαυτού Του. Η παράδοση δεν ζει μέσω της αμφιταλαντευόμενης συναίνεσης των ποικίλων μελών της, αλλά μέσω ενός διαρκούς κινούμενου και ενεργώς παραγωγικού δυναμισμού. Η παράδοση γνωρίζεται και βιώνεται μόνο στις ad extra ενέργειές της. Για να το θέσουμε ορθά, η ιερή παράδοση αποτελεί την πραξεολογία του λαού του Θεού.

Αυτό δεν σημαίνει ότι το δόγμα δεν έχει σημασία. Ο Μπουλγκάκοφ δεν είναι «χυδαίος» υλιστής– η οικονομική δραστηριότητα μπορεί να είναι γνωστική· κι όσο οι αρχές της παράδοσης παραμένουν σχηματοποιημένα και αφηρημένα, δεν αποτελούν εμπόδιο αλλά μέσο για την ενίσχυση της ζωής. Οι αρχές της παράδοσης– τα δόγματα, οι κανόνες, οι ύμνοι κ.ο.κ– είναι σαν θαυμαστά έργα τέχνης ή εικόνες εντός του πλαισίου μιας θεολογικής οικονομίας. Η εν λόγω materia dogmatica (δογματική ύλη), η οποία εμπνέει και τρέφει την αύξηση της Αγιοπνευματικής ζωής, κλείνει το χάσμα μεταξύ ζώντος υποκειμένου και αντικειμενικού μηχανισμού κατά την τέλεση της ουσιώδους χριστιανικής πράξης. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να υπάρξει περιθώριο για τον κενό φορμαλισμό αφηρημένων εννοιών όπως παραδοσιακή ηθική, παραδοσιακή λειτουργία ή ακόμα και παραδοσιακή θεολογία, αλλά τα πάντα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τη ριζική και συγκεκριμένη πραγματικότητα του Μυστηρίου του Γολγοθά ως τον ήδη νικηφόρο αγώνα της ζωής επί του θανάτου. Όπως γράφει ο Μπορίς Παστερνάκ στο ποίημά του «Μαρία Μαγδαληνή: Αλλά ετούτες οι τρεις μέρες θα διαβούν/μα θε σε τέτοια ερημιά να μ’ ωθήσουν/που ανάμεσα στο διάστημα αυτό/έως την Ανάσταση θα τρανέψω.

Η οδός της μετάνοιας περνάει μέσα από τη θεανθρώπινη δημιουργική δύναμη που μεταμορφώνει τα οστά μας σε ιερά λείψανα. Το να «ωθείται κάποιος στην ερημιά» είναι μια κλίση που δεν έχει σχέση με την υποταγή σε μια παράδοση του «καναπέ». Η μόνη ιερή αναγκαιότητα είναι να κρατούμε το νου μας στον Άδη δίχως να απελπιζόμαστε· είναι η σοφία της έμπρακτης αγάπης που κραυγάζει στους ανθρώπους ότι δεν πρέπει απλά να ακούνε τον λόγο του Θεού αλλά και να τον πράττουν.


XΑΡΑΞΕ ΤΟΝ ΔΡΟΜΟ ΠΟΥ ΕΣΤΡΩΣΕ ΣΤΗΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ Ο ΡΑΝΕΡ ΤΑΥΤΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΙΔΙΟ ΤΡΙΑΔΑ ΚΑΘΙΣΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΜΜΕΝΕΙΑ ΤΗΝ ΝΕΑ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑ.