Συνέχεια από Πέμπτη 3. Σεπτεμβρίου 2026
Ο ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ (1866-1938) 7
ΑΓΙΟΥ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ
Μετάφρασις ἐκ τοῦ ρωσικοῦ ὑπὸ τοῦ ἰδίου τοῦ συγγραφέως καὶ τοῦ Ἱερομ. Ζαχαρίου
ΑΓΙΟΥ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ
Μετάφρασις ἐκ τοῦ ρωσικοῦ ὑπὸ τοῦ ἰδίου τοῦ συγγραφέως καὶ τοῦ Ἱερομ. Ζαχαρίου
Έκδοση όγδοη
Ιερά Σταυροπηγιακή Μονή Τιμίου Προδρόμου
Έσσεξ Αγγλίας, 1999
Ιερά Σταυροπηγιακή Μονή Τιμίου Προδρόμου
Έσσεξ Αγγλίας, 1999
Β΄
ΜΟΝΑΣΤΙΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ (συνέχεια)
Άρχισε ένα νέο στάδιο στην πνευματική ζωή του μοναχού Σιλουανού. Η πρώτη εμφάνιση του Κυρίου σε αυτόν υπήρξε γεμάτη από απερίγραπτο φως. Του χάρισε πλούτο αισθημάτων: τη δύναμη της αγάπης, τη χαρά της ανάστασης, το αληθινό και βέβαιο αίσθημα της μετάβασης «ἐκ θανάτου πρὸς ζωήν» (Ἰωάν. ε΄ 24).
Αλλά γεννιέται το ερώτημα: Γιατί τότε κρύφτηκε εκείνο το φως; Γιατί το δώρο δεν υπήρξε αμετάκλητο, σύμφωνα με τον λόγο του Κυρίου: «καὶ τὴν χαρὰν ὑμῶν οὐδεὶς αἴρει ἀφ᾽ ὑμῶν»; (Ἰωάν. ις΄ 22). Ήταν άραγε το δώρο ατελές ή η ψυχή ήταν ανίκανη να το βαστάξει;
Η αιτία της απώλειας της χάριτος έγινε πλέον φανερή: η ψυχή δεν διέθετε ούτε την ορθή γνώση ούτε τις απαραίτητες δυνάμεις για να τη διαφυλάξει. Τώρα όμως δόθηκε στον Σιλουανό το «φῶς τὸ τῆς γνώσεως» και το «συνιέναι τὰς Γραφάς». Μπροστά στον πνευματικό του οφθαλμό ανοίχθηκε καθαρά η οδός προς τη σωτηρία και του αποκαλύφθηκαν πολλά μυστήρια από τους Βίους των Αγίων και τα έργα των Πατέρων.
Με το πνεύμα του εισχώρησε στο μυστήριο του αγώνα του Οσίου Σεραφείμ του Σαρώφ, ο οποίος, ύστερα από την εμφάνιση του Κυρίου σε αυτόν μέσα στον ναό κατά την ώρα της Θείας Λειτουργίας, αισθανόμενος την απώλεια της χάριτος και τη θεία εγκατάλειψη, επί χίλιες ημέρες και χίλιες νύχτες στεκόταν πάνω σε μια πέτρα στην έρημο και ικέτευε με κραυγή:
«Ὁ Θεός, ἵλεως γενοῦ μοι τῷ ἁμαρτωλῷ».
Του αποκαλύφθηκε η αληθινή έννοια και δύναμη της απάντησης του Αββά Ποιμένος του Μεγάλου προς τους μαθητές του:
«Πιστεύσατε, τέκνα! Εἰς τὸν τόπον ὅπου βάλλεται ὁ σατανᾶς, ἐκεῖ βάλλομαι».
Κατάλαβε ότι ο Μέγας Αντώνιος στάλθηκε από τον Θεό στον Αλεξανδρινό υποδηματοποιό, για να διδαχθεί από εκείνον ένα πνευματικό έργο. Έμαθε από αυτόν να σκέφτεται μέσα στα βάθη της καρδιάς του:
«Οἱ πάντες σῴζονται, ἐγὼ δὲ μόνος ἀπόλλυμαι».
Έγινε επίσης κατανοητό σε αυτόν ότι ο Αββάς Σισώης ο Μέγας είχε στον νου του ακριβώς αυτή τη σκέψη, δηλαδή «οἱ πάντες σώζονται, ἐγὼ δὲ μόνος ἀπόλλυμαι», όταν έλεγε στους αδελφούς:
«Τίς δύναται βαστάσαι τὸν λογισμὸν Ἀντωνίου; Πλὴν οἶδα ἄνθρωπον, ὅστις μετὰ καμάτου δύναται βαστάσαι τὸν λογισμὸν αὐτοῦ».
Ο άνθρωπος αυτός ήταν ο ίδιος ο Σισώης.
Κατάλαβε τι εννοούσε ο Αββάς Μακάριος ο Αιγύπτιος όταν έλεγε:
«Εἴσελθε εἰς τὴν σεαυτοῦ καρδίαν καὶ ποίησον πόλεμον πρὸς τὸν σατανᾶν».
Γνώρισε σε τι συνίσταται η άσκηση των διά Χριστόν σαλών και, γενικότερα, η οδός που ακολούθησαν οι μεγάλοι Πατέρες της ερήμου: ο Βησσαρίων, ο Γεράσιμος ο Ιορδανίτης, ο Αρσένιος ο Μέγας και οι λοιποί.
Ω, πόσο ελεήμων είναι ο Κύριος! Δίνει στον ταπεινό δούλο Του Σιλουανό να γνωρίσει τα μυστήριά Του, του αποκαλύπτει οδούς ζωής· και δεν του τα αποκαλύπτει με τρόπο αφηρημένο και διανοητικό, αλλά μέσω του «ίδιου του πράγματος», δηλαδή οντολογικά.
Γνώρισε πλέον από την πείρα ότι πεδίο των πνευματικών συγκρούσεων με το κακό, με το κοσμικό κακό, είναι η ίδια η καρδιά του ανθρώπου. Είδε εν Πνεύματι ότι η υπερηφάνεια είναι εκείνη η καταστρεπτική δύναμη που απομακρύνει τους ανθρώπους από τον Θεό και ρίχνει τον κόσμο σε αναρίθμητες δυστυχίες και θλίψεις. Αυτή είναι η μάστιγα της ανθρωπότητας, εκείνο το διαβολικό σπέρμα του θανάτου που βυθίζει ολόκληρη τη γη στο σκοτάδι της απόγνωσης.
Από τώρα και στο εξής ο πατήρ Σιλουανός, αυτός ο γίγαντας του πνεύματος, θα συγκεντρώσει όλες του τις δυνάμεις στον αγώνα για την απόκτηση της ταπείνωσης του Χριστού. Μεταφερόμενος πνευματικά στη ζωή των Πατέρων, κατάλαβε ότι η γνώση της οδού προς τη θεία αιωνιότητα διαφυλάσσεται πάντοτε μέσα στην Εκκλησία και ότι, με την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, παραδίδεται διαμέσου των αιώνων από γενεά σε γενεά.
Πολλοί, όταν έρχονται σε επαφή με μοναχούς, δεν βλέπουν σε αυτούς τίποτε το αξιόλογο και απομακρύνονται ανικανοποίητοι και μάλιστα «απογοητευμένοι». Αυτό συμβαίνει επειδή πλησιάζουν τον μοναχό με λανθασμένο κριτήριο και με ακατάλληλες αναζητήσεις.
Ο μοναχός επιμένει σε ακατάπαυστο αγώνα, και όχι σπάνια σε αγώνα εξαιρετικά έντονο. Αλλά ο ορθόδοξος μοναχός δεν είναι φακίρης. Δεν τον ελκύει καθόλου η επίτευξη, μέσω ειδικών ασκήσεων, μιας ιδιότυπης ανάπτυξης των ψυχικών δυνάμεων, πράγμα που εντυπωσιάζει τόσο πολύ πολλούς αμαθείς αναζητητές της μυστικής ζωής.
Ο μοναχός διεξάγει ισχυρό και επίμονο πόλεμο. Μερικοί από αυτούς, όπως ο Σιλουανός, διεξάγουν έναν τιτάνιο αγώνα, άγνωστο στον κόσμο, για να θανατώσουν τον υπερήφανο όφι που φωλιάζει στα άδηλα βάθη της ψυχής· για να γίνουν άνθρωποι, αληθινοί άνθρωποι, κατ’ εικόνα του τέλειου Ανθρώπου Χριστού, δηλαδή πράοι και ταπεινοί (βλ. Ματθ. ια΄ 29).
Ξένη και ακατάληπτη για τον κόσμο είναι η χριστιανική ζωή. Τα πάντα μέσα σε αυτήν παρουσιάζονται παράδοξα, σε τάξη αντίθετη από την τάξη του κόσμου, και είναι αδύνατο να την παραστήσουμε με λόγια. Η μόνη οδός προς την επίγνωσή της είναι να κάνουμε το θέλημα του Θεού, δηλαδή να τηρούμε τις εντολές του Χριστού, την οδό που υπέδειξε ο Ίδιος.
Ο Γέροντας Σιλουανός, μετά την αποκάλυψη που του δόθηκε από τον Κύριο, πορευόταν σταθερά την πνευματική οδό. Από τότε η «αγαπημένη ωδή» του, όπως ο ίδιος έλεγε, ήταν:
«Σε λίγο πεθαίνω και η ταλαίπωρη ψυχή μου κατεβαίνει στον στενό και ζοφερό άδη, και εκεί μόνος εγώ, μέσα στην οδύνη της άσβεστης φλόγας, θα κλαίω: Πού είσαι, Κύριέ μου, το φως της ψυχής μου; Γιατί με εγκατέλειψες; Δεν μπορώ να ζω χωρίς Εσένα».
Αυτή η πνευματική εργασία τον οδήγησε γρήγορα στην ειρήνη της ψυχής και στην καθαρή προσευχή.
Η χάρη δεν τον εγκατέλειπε πλέον όπως προηγουμένως. Έχοντάς την αισθητά μέσα στην καρδιά του, αισθανόταν τη ζωντανή παρουσία του Θεού και γέμιζε από έκπληξη μπροστά στην ευσπλαχνία Του. Η βαθιά ειρήνη του Χριστού πλημμύριζε την ψυχή του και το Άγιο Πνεύμα τον γέμιζε με τη δύναμη της αγάπης.
Ωστόσο, αν και δεν ήταν πλέον άπειρος όπως προηγουμένως, αν και από τον μακρύ και βαρύ αγώνα είχε βγει σοφότερος, αν και μέσα από αυτόν είχε διαμορφωθεί σε έμπειρο πνευματικό μαχητή, εξακολουθούσε να υποφέρει από τη μεταβλητότητα και την αστάθεια της ανθρώπινης φύσης και εξακολουθούσε να θρηνεί με ανέκφραστο κλαυθμό καρδιάς όταν μειωνόταν μέσα του η χάρη. Και αυτή ακόμη η πύρινη οδός δεν αποδείχθηκε σύντομη. Πέρασαν άλλα δεκαπέντε χρόνια, μέχρις ότου απέκτησε τη δύναμη να αποκρούει, με μια απλή εσωτερική κίνηση του νου, απαρατήρητη εξωτερικά, καθετί που προηγουμένως τον έπληττε βαριά.
Καθώς οι επισκέψεις της χάριτος αυξάνονταν σε δύναμη και διάρκεια, αυξανόταν μέσα στην ψυχή του Σιλουανού και η ευγνωμοσύνη προς τον Θεό.
«Ω Κύριε, απορώ πώς να Σε ευχαριστήσω όπως πρέπει για το νέο και άρρητο έλεός Σου, γιατί αποκαλύπτεις τα μυστήριά Σου σε έναν αμαθή και αμαρτωλό, όπως είμαι εγώ. Ο κόσμος χάνεται μέσα στις αλυσίδες της απόγνωσης, ενώ σε μένα, τον τελευταίο και χειρότερο από όλους, ανοίγεις την είσοδο στην αιώνια ζωή. Κύριε, δεν μπορώ μόνος... Δώσε σε ολόκληρο τον κόσμο να Σε γνωρίσει».
Σταδιακά άρχισε να κυριαρχεί στην προσευχή του η θλίψη για τον κόσμο, για εκείνους που αγνοούν τον Θεό.
«Να προσεύχεσαι για τους ανθρώπους σημαίνει να χύνεις αίμα», έλεγε ο Γέροντας, έχοντας διδαχθεί με το Άγιο Πνεύμα την άμωμη αγάπη του Χριστού.
Η αγάπη του Χριστού είναι μακαριότητα που δεν συγκρίνεται με τίποτε από όσα υπάρχουν σε αυτόν τον κόσμο και, συγχρόνως, είναι πάθος μεγαλύτερο από κάθε άλλο πάθος, μαρτύριο μέχρι θανάτου.
Να αγαπάς με την αγάπη του Χριστού σημαίνει να πίνεις εκείνο το ποτήριο, το οποίο ο Ίδιος ο Άνθρωπος-Χριστός παρακάλεσε τον Πατέρα «παρελθεῖν» απ’ Αυτόν.
Με την καθαρή νοερά προσευχή ο ασκητής διδάσκεται τα μεγάλα μυστήρια του Πνεύματος. Εισερχόμενος με τον νου στην καρδιά, πρώτα σε αυτή τη σαρκική καρδιά, διεισδύει στα βάθη εκείνα που δεν είναι πλέον σάρκα. Βρίσκει τη «βαθιά» καρδιά, την πνευματική, τη μεταφυσική, και μέσα σε αυτήν βλέπει ότι το είναι ολόκληρης της ανθρωπότητας δεν είναι γι’ αυτόν κάτι ξένο και αλλότριο, αλλά είναι αχώριστα συνδεδεμένο με την προσωπική του ύπαρξη.
«Ὁ ἀδελφὸς ἡμῶν εἶναι ἡ ζωὴ ἡμῶν», έλεγε ο Γέροντας.
Με την αγάπη του Χριστού αισθανόμαστε όλους τους ανθρώπους ως αναπόσπαστο μέρος της υποστατικής μας ύπαρξης. Ο Γέροντας άρχισε να αντιλαμβάνεται την εντολή «ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν» όχι ως έναν ηθικό κανόνα. Στη λέξη «ὡς» διέβλεπε αναφορά όχι στο μέτρο της αγάπης, αλλά στην οντολογική κοινότητα του είναι όλων των ανθρώπων.
«Ο Πατήρ κρίνει οὐδένα, ἀλλὰ τὴν κρίσιν πᾶσαν δέδωκε τῷ Υἱῷ... ὅτι Υἱὸς ἀνθρώπου ἐστί» (Ἰωάν. ε΄ 22 καὶ 27). Αυτός ο Υιός του ανθρώπου, ο Μέγας Κριτής του κόσμου, θα πει κατά την Κρίση ότι ο «εἷς τούτων τῶν ἐλαχίστων» είναι ο Ίδιος. Με άλλα λόγια, περικλείει την ύπαρξη κάθε ανθρώπου μέσα στη δική Του υποστατική ύπαρξη. Ο Υιός του ανθρώπου φέρει μέσα Του ολόκληρη την ανθρωπότητα και έπαθε για «ὅλον τὸν Ἀδάμ». Ο Απόστολος Παύλος λέει ότι και εμείς οφείλουμε να οικειοποιηθούμε τον ίδιο τρόπο ζωής, να έχουμε το ίδιο φρόνημα, «ὁ καὶ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» (Φιλ. β΄ 5).
Το Άγιο Πνεύμα, διδάσκοντας στον Σιλουανό την αγάπη του Χριστού, του έδινε το χάρισμα να ζει αληθινά αυτή την αγάπη, η οποία αγκαλιάζει ολόκληρη την ανθρωπότητα. Με την ύψιστη ένταση της προσευχής και με βαθύ πένθος για ολόκληρο τον κόσμο, έγινε οικείος του «ὅλου Ἀδάμ» και συνδέθηκε μαζί του με ισχυρούς δεσμούς. Έχοντας βιώσει την ανάσταση της ψυχής, μπορούσε με φυσικό τρόπο να δέχεται κάθε άνθρωπο ως αιώνιο αδελφό του. Στην επίγεια ζωή υπάρχει κάποια διαδοχική σειρά, αλλά στην αιωνιότητα όλοι είμαστε ένα, και γι’ αυτό ο καθένας από εμάς οφείλει να μεριμνά όχι μόνο για τον εαυτό του, αλλά και για την πανενότητα.
Μετά την εμπειρία των βασάνων του άδη, μετά την υπόδειξη του Θεού «κράτει τὸν νοῦν σου εἰς τὸν ἄδην», ιδιαίτερα χαρακτηριστική για τον Γέροντα Σιλουανό ήταν η προσευχή για τους νεκρούς, οι οποίοι «ὑπάρχουν ἐν βασάνοις». Προσευχόταν επίσης για τους ζωντανούς και για τις επερχόμενες γενεές. Στην προσευχή του, η οποία ξεπερνούσε τα όρια του χρόνου, εξαφανιζόταν κάθε σκέψη για τα παροδικά φαινόμενα της πρόσκαιρης ζωής.
Μέσα στη θλίψη του για τον κόσμο τού δόθηκε να διακρίνει τους ανθρώπους σε εκείνους που γνώρισαν τον Θεό και σε εκείνους που δεν Τον γνώρισαν. Η σκέψη ότι άνθρωποι θα βασανίζονται στο «σκότος τὸ ἐξώτερον» ήταν γι’ αυτόν αφόρητη.
Θυμόμαστε τη συνομιλία του με κάποιον ερημίτη, ο οποίος έλεγε:
– Ο Θεός θα τιμωρήσει όλους τους άθεους. Θα καίγονται στο αιώνιο πυρ.
Ήταν φανερό ότι η σκέψη πως οι άθεοι θα τιμωρούνταν στο αιώνιο πυρ τού προκαλούσε ικανοποίηση, σύμφωνα με τον ψαλμωδό: «Εὐφρανθήσεται δίκαιος, ὅταν ἴδῃ ἐκδίκησιν» (Ψαλμ. νγ΄ 11-12).
Με φανερή συγκίνηση ο Γέροντας απάντησε:
– Λοιπόν, πες μου, σε παρακαλώ, αν σε βάλουν στον παράδεισο και βλέπεις από εκεί ότι κάποιος καίγεται μέσα στη φλόγα του άδη, θα είσαι άραγε αναπαυμένος;
– Αλλά τι μπορεί να γίνει; Αυτοί οι ίδιοι είναι ένοχοι, είπε εκείνος.
Τότε ο Γέροντας, με θλιμμένο βλέμμα, αποκρίθηκε:
– Η αγάπη δεν μπορεί να το υποφέρει αυτό... Πρέπει να προσευχόμαστε για όλους.
Και πράγματι εκείνος προσευχόταν για όλους. Το να προσεύχεται μόνο για τον εαυτό του ήταν πλέον ξένο προς αυτόν· «πάντες γὰρ ἥμαρτον καὶ ὑστεροῦνται τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ» (Ρωμ. γ΄ 23).
Για εκείνον, που είχε δει, κατά το μέτρο που του δόθηκε, τη δόξα του Θεού και είχε βιώσει τη στέρησή της, ακόμη και η σκέψη μιας τέτοιας στέρησης είχε γίνει αβάστακτη. Η ψυχή του έλιωνε από τη σκέψη ότι πολλοί άνθρωποι ζουν χωρίς να γνωρίζουν τον Θεό και την αγάπη Του, και προσευχόταν με μεγάλη προσευχή, ώστε ο Κύριος, κατά την άφατη αγάπη Του, να τους δώσει να Τον γνωρίσουν διά του Αγίου Πνεύματος.
Μέχρι το τέλος της ζωής του, παρά την εξάντληση των δυνάμεών του και τις ασθένειες, διατήρησε τη συνήθεια να κοιμάται μόνο κατά διαστήματα. Έτσι του έμενε πολύς χρόνος για την κατά μόνας προσευχή και προσευχόταν αδιάλειπτα, αλλάζοντας ανάλογα με την περίσταση τον τρόπο της προσευχής. Ιδιαίτερα όμως και για περισσότερη ώρα προσευχόταν τη νύχτα, πριν από τον όρθρο. Τότε δεόταν για τους ζωντανούς και τους νεκρούς, για φίλους και εχθρούς, για όλους.
Τι σκεφτόταν, τι αισθανόταν, τι έλεγε στον Θεό κατά τις μακρές νύχτες της προσευχής του για τον κόσμο;
Παραδείγματα τέτοιων προσευχών έχουμε σε ορισμένες σημειώσεις του Γέροντα. Μέσα από αυτές μπορούμε, μέχρι ενός σημείου, να εισχωρήσουμε σε αυτό το μυστήριο της ψυχής του αγίου αυτού ανθρώπου.
Τα λόγια αυτών των προσευχών προφέρονται αργά, το ένα μετά το άλλο. Κάθε λέξη συναρπάζει με δύναμη ολόκληρη την ύπαρξη του ανθρώπου. Ολόκληρος ο άνθρωπος συγκεντρώνεται «ἐν ἑνί», συγκεντρώνεται ακόμη και σωματικά. Η αναπνοή αλλάζει, αναχαιτίζεται ή, καλύτερα, γίνεται συγκρατημένη, ώστε να μην εμποδίζει με την «τόλμη» της την ορμή και τη συγκέντρωση του πνεύματος.
Ολόκληρος ο νους, ολόκληρη η καρδιά, ολόκληρο το σώμα μέχρι τα οστά και τους μυελούς, τα πάντα ενώνονται σε ένα. Ο νους αόρατα θεωρεί τον κόσμο. Η καρδιά αόρατα βιώνει το πάθος του κόσμου, και μέσα σε αυτή την ίδια την καρδιά το πάθος φτάνει στο έσχατο όριο. Η καρδιά, ή μάλλον ολόκληρη η ύπαρξη, γεμίζει δάκρυα και βυθίζεται στον θρήνο.
Οι προσευχές του Γέροντα δεν ήταν πολύλογες, αλλά διαρκούσαν πολλές ώρες.
Συχνά η προσευχή προχωρεί χωρίς λόγια· ο νους, σε μια ιδιαίτερη κατάσταση, συλλαμβάνει τα πάντα συγχρόνως. Η ψυχή τότε, ανά πάσα στιγμή, μπορεί να χάσει την αντίληψη του κόσμου και την αίσθηση του σώματος. Ο νους παύει να νοεί με χωριστές έννοιες. Τότε το πνεύμα του ανθρώπου, μέσα σε ήρεμη έκπληξη, θεωρεί αόρατα τον Θεό.
«Ὅταν ὁ νοῦς εἶναι ὅλος ἐν τῷ Θεῷ, τότε ὁ κόσμος λησμονεῖται ἐντελῶς», έλεγε ο Γέροντας.
Όταν όμως, για άγνωστη αιτία, τελειώνει αυτή η παραμονή στον Θεό, τότε η ψυχή παύει να προσεύχεται· ειρηνεύει, γεμίζει αγάπη και βαθιά ανάπαυση και συγχρόνως κυριεύεται από μια λεπτή λύπη για την απομάκρυνση του Κυρίου, επειδή η ψυχή ποθεί να μένει αιώνια μαζί Του.
Η ψυχή τότε ζει το υπόλοιπο της θεωρίας.
Συνεχίζεται με:
Γ΄
Η ΜΟΡΦΗ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ
ΜΟΝΑΣΤΙΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ (συνέχεια)
Άρχισε ένα νέο στάδιο στην πνευματική ζωή του μοναχού Σιλουανού. Η πρώτη εμφάνιση του Κυρίου σε αυτόν υπήρξε γεμάτη από απερίγραπτο φως. Του χάρισε πλούτο αισθημάτων: τη δύναμη της αγάπης, τη χαρά της ανάστασης, το αληθινό και βέβαιο αίσθημα της μετάβασης «ἐκ θανάτου πρὸς ζωήν» (Ἰωάν. ε΄ 24).
Αλλά γεννιέται το ερώτημα: Γιατί τότε κρύφτηκε εκείνο το φως; Γιατί το δώρο δεν υπήρξε αμετάκλητο, σύμφωνα με τον λόγο του Κυρίου: «καὶ τὴν χαρὰν ὑμῶν οὐδεὶς αἴρει ἀφ᾽ ὑμῶν»; (Ἰωάν. ις΄ 22). Ήταν άραγε το δώρο ατελές ή η ψυχή ήταν ανίκανη να το βαστάξει;
Η αιτία της απώλειας της χάριτος έγινε πλέον φανερή: η ψυχή δεν διέθετε ούτε την ορθή γνώση ούτε τις απαραίτητες δυνάμεις για να τη διαφυλάξει. Τώρα όμως δόθηκε στον Σιλουανό το «φῶς τὸ τῆς γνώσεως» και το «συνιέναι τὰς Γραφάς». Μπροστά στον πνευματικό του οφθαλμό ανοίχθηκε καθαρά η οδός προς τη σωτηρία και του αποκαλύφθηκαν πολλά μυστήρια από τους Βίους των Αγίων και τα έργα των Πατέρων.
Με το πνεύμα του εισχώρησε στο μυστήριο του αγώνα του Οσίου Σεραφείμ του Σαρώφ, ο οποίος, ύστερα από την εμφάνιση του Κυρίου σε αυτόν μέσα στον ναό κατά την ώρα της Θείας Λειτουργίας, αισθανόμενος την απώλεια της χάριτος και τη θεία εγκατάλειψη, επί χίλιες ημέρες και χίλιες νύχτες στεκόταν πάνω σε μια πέτρα στην έρημο και ικέτευε με κραυγή:
«Ὁ Θεός, ἵλεως γενοῦ μοι τῷ ἁμαρτωλῷ».
Του αποκαλύφθηκε η αληθινή έννοια και δύναμη της απάντησης του Αββά Ποιμένος του Μεγάλου προς τους μαθητές του:
«Πιστεύσατε, τέκνα! Εἰς τὸν τόπον ὅπου βάλλεται ὁ σατανᾶς, ἐκεῖ βάλλομαι».
Κατάλαβε ότι ο Μέγας Αντώνιος στάλθηκε από τον Θεό στον Αλεξανδρινό υποδηματοποιό, για να διδαχθεί από εκείνον ένα πνευματικό έργο. Έμαθε από αυτόν να σκέφτεται μέσα στα βάθη της καρδιάς του:
«Οἱ πάντες σῴζονται, ἐγὼ δὲ μόνος ἀπόλλυμαι».
Έγινε επίσης κατανοητό σε αυτόν ότι ο Αββάς Σισώης ο Μέγας είχε στον νου του ακριβώς αυτή τη σκέψη, δηλαδή «οἱ πάντες σώζονται, ἐγὼ δὲ μόνος ἀπόλλυμαι», όταν έλεγε στους αδελφούς:
«Τίς δύναται βαστάσαι τὸν λογισμὸν Ἀντωνίου; Πλὴν οἶδα ἄνθρωπον, ὅστις μετὰ καμάτου δύναται βαστάσαι τὸν λογισμὸν αὐτοῦ».
Ο άνθρωπος αυτός ήταν ο ίδιος ο Σισώης.
Κατάλαβε τι εννοούσε ο Αββάς Μακάριος ο Αιγύπτιος όταν έλεγε:
«Εἴσελθε εἰς τὴν σεαυτοῦ καρδίαν καὶ ποίησον πόλεμον πρὸς τὸν σατανᾶν».
Γνώρισε σε τι συνίσταται η άσκηση των διά Χριστόν σαλών και, γενικότερα, η οδός που ακολούθησαν οι μεγάλοι Πατέρες της ερήμου: ο Βησσαρίων, ο Γεράσιμος ο Ιορδανίτης, ο Αρσένιος ο Μέγας και οι λοιποί.
Ω, πόσο ελεήμων είναι ο Κύριος! Δίνει στον ταπεινό δούλο Του Σιλουανό να γνωρίσει τα μυστήριά Του, του αποκαλύπτει οδούς ζωής· και δεν του τα αποκαλύπτει με τρόπο αφηρημένο και διανοητικό, αλλά μέσω του «ίδιου του πράγματος», δηλαδή οντολογικά.
Γνώρισε πλέον από την πείρα ότι πεδίο των πνευματικών συγκρούσεων με το κακό, με το κοσμικό κακό, είναι η ίδια η καρδιά του ανθρώπου. Είδε εν Πνεύματι ότι η υπερηφάνεια είναι εκείνη η καταστρεπτική δύναμη που απομακρύνει τους ανθρώπους από τον Θεό και ρίχνει τον κόσμο σε αναρίθμητες δυστυχίες και θλίψεις. Αυτή είναι η μάστιγα της ανθρωπότητας, εκείνο το διαβολικό σπέρμα του θανάτου που βυθίζει ολόκληρη τη γη στο σκοτάδι της απόγνωσης.
Από τώρα και στο εξής ο πατήρ Σιλουανός, αυτός ο γίγαντας του πνεύματος, θα συγκεντρώσει όλες του τις δυνάμεις στον αγώνα για την απόκτηση της ταπείνωσης του Χριστού. Μεταφερόμενος πνευματικά στη ζωή των Πατέρων, κατάλαβε ότι η γνώση της οδού προς τη θεία αιωνιότητα διαφυλάσσεται πάντοτε μέσα στην Εκκλησία και ότι, με την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, παραδίδεται διαμέσου των αιώνων από γενεά σε γενεά.
Πολλοί, όταν έρχονται σε επαφή με μοναχούς, δεν βλέπουν σε αυτούς τίποτε το αξιόλογο και απομακρύνονται ανικανοποίητοι και μάλιστα «απογοητευμένοι». Αυτό συμβαίνει επειδή πλησιάζουν τον μοναχό με λανθασμένο κριτήριο και με ακατάλληλες αναζητήσεις.
Ο μοναχός επιμένει σε ακατάπαυστο αγώνα, και όχι σπάνια σε αγώνα εξαιρετικά έντονο. Αλλά ο ορθόδοξος μοναχός δεν είναι φακίρης. Δεν τον ελκύει καθόλου η επίτευξη, μέσω ειδικών ασκήσεων, μιας ιδιότυπης ανάπτυξης των ψυχικών δυνάμεων, πράγμα που εντυπωσιάζει τόσο πολύ πολλούς αμαθείς αναζητητές της μυστικής ζωής.
Ο μοναχός διεξάγει ισχυρό και επίμονο πόλεμο. Μερικοί από αυτούς, όπως ο Σιλουανός, διεξάγουν έναν τιτάνιο αγώνα, άγνωστο στον κόσμο, για να θανατώσουν τον υπερήφανο όφι που φωλιάζει στα άδηλα βάθη της ψυχής· για να γίνουν άνθρωποι, αληθινοί άνθρωποι, κατ’ εικόνα του τέλειου Ανθρώπου Χριστού, δηλαδή πράοι και ταπεινοί (βλ. Ματθ. ια΄ 29).
Ξένη και ακατάληπτη για τον κόσμο είναι η χριστιανική ζωή. Τα πάντα μέσα σε αυτήν παρουσιάζονται παράδοξα, σε τάξη αντίθετη από την τάξη του κόσμου, και είναι αδύνατο να την παραστήσουμε με λόγια. Η μόνη οδός προς την επίγνωσή της είναι να κάνουμε το θέλημα του Θεού, δηλαδή να τηρούμε τις εντολές του Χριστού, την οδό που υπέδειξε ο Ίδιος.
Ο Γέροντας Σιλουανός, μετά την αποκάλυψη που του δόθηκε από τον Κύριο, πορευόταν σταθερά την πνευματική οδό. Από τότε η «αγαπημένη ωδή» του, όπως ο ίδιος έλεγε, ήταν:
«Σε λίγο πεθαίνω και η ταλαίπωρη ψυχή μου κατεβαίνει στον στενό και ζοφερό άδη, και εκεί μόνος εγώ, μέσα στην οδύνη της άσβεστης φλόγας, θα κλαίω: Πού είσαι, Κύριέ μου, το φως της ψυχής μου; Γιατί με εγκατέλειψες; Δεν μπορώ να ζω χωρίς Εσένα».
Αυτή η πνευματική εργασία τον οδήγησε γρήγορα στην ειρήνη της ψυχής και στην καθαρή προσευχή.
Η χάρη δεν τον εγκατέλειπε πλέον όπως προηγουμένως. Έχοντάς την αισθητά μέσα στην καρδιά του, αισθανόταν τη ζωντανή παρουσία του Θεού και γέμιζε από έκπληξη μπροστά στην ευσπλαχνία Του. Η βαθιά ειρήνη του Χριστού πλημμύριζε την ψυχή του και το Άγιο Πνεύμα τον γέμιζε με τη δύναμη της αγάπης.
Ωστόσο, αν και δεν ήταν πλέον άπειρος όπως προηγουμένως, αν και από τον μακρύ και βαρύ αγώνα είχε βγει σοφότερος, αν και μέσα από αυτόν είχε διαμορφωθεί σε έμπειρο πνευματικό μαχητή, εξακολουθούσε να υποφέρει από τη μεταβλητότητα και την αστάθεια της ανθρώπινης φύσης και εξακολουθούσε να θρηνεί με ανέκφραστο κλαυθμό καρδιάς όταν μειωνόταν μέσα του η χάρη. Και αυτή ακόμη η πύρινη οδός δεν αποδείχθηκε σύντομη. Πέρασαν άλλα δεκαπέντε χρόνια, μέχρις ότου απέκτησε τη δύναμη να αποκρούει, με μια απλή εσωτερική κίνηση του νου, απαρατήρητη εξωτερικά, καθετί που προηγουμένως τον έπληττε βαριά.
Καθώς οι επισκέψεις της χάριτος αυξάνονταν σε δύναμη και διάρκεια, αυξανόταν μέσα στην ψυχή του Σιλουανού και η ευγνωμοσύνη προς τον Θεό.
«Ω Κύριε, απορώ πώς να Σε ευχαριστήσω όπως πρέπει για το νέο και άρρητο έλεός Σου, γιατί αποκαλύπτεις τα μυστήριά Σου σε έναν αμαθή και αμαρτωλό, όπως είμαι εγώ. Ο κόσμος χάνεται μέσα στις αλυσίδες της απόγνωσης, ενώ σε μένα, τον τελευταίο και χειρότερο από όλους, ανοίγεις την είσοδο στην αιώνια ζωή. Κύριε, δεν μπορώ μόνος... Δώσε σε ολόκληρο τον κόσμο να Σε γνωρίσει».
Σταδιακά άρχισε να κυριαρχεί στην προσευχή του η θλίψη για τον κόσμο, για εκείνους που αγνοούν τον Θεό.
«Να προσεύχεσαι για τους ανθρώπους σημαίνει να χύνεις αίμα», έλεγε ο Γέροντας, έχοντας διδαχθεί με το Άγιο Πνεύμα την άμωμη αγάπη του Χριστού.
Η αγάπη του Χριστού είναι μακαριότητα που δεν συγκρίνεται με τίποτε από όσα υπάρχουν σε αυτόν τον κόσμο και, συγχρόνως, είναι πάθος μεγαλύτερο από κάθε άλλο πάθος, μαρτύριο μέχρι θανάτου.
Να αγαπάς με την αγάπη του Χριστού σημαίνει να πίνεις εκείνο το ποτήριο, το οποίο ο Ίδιος ο Άνθρωπος-Χριστός παρακάλεσε τον Πατέρα «παρελθεῖν» απ’ Αυτόν.
Με την καθαρή νοερά προσευχή ο ασκητής διδάσκεται τα μεγάλα μυστήρια του Πνεύματος. Εισερχόμενος με τον νου στην καρδιά, πρώτα σε αυτή τη σαρκική καρδιά, διεισδύει στα βάθη εκείνα που δεν είναι πλέον σάρκα. Βρίσκει τη «βαθιά» καρδιά, την πνευματική, τη μεταφυσική, και μέσα σε αυτήν βλέπει ότι το είναι ολόκληρης της ανθρωπότητας δεν είναι γι’ αυτόν κάτι ξένο και αλλότριο, αλλά είναι αχώριστα συνδεδεμένο με την προσωπική του ύπαρξη.
«Ὁ ἀδελφὸς ἡμῶν εἶναι ἡ ζωὴ ἡμῶν», έλεγε ο Γέροντας.
Με την αγάπη του Χριστού αισθανόμαστε όλους τους ανθρώπους ως αναπόσπαστο μέρος της υποστατικής μας ύπαρξης. Ο Γέροντας άρχισε να αντιλαμβάνεται την εντολή «ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν» όχι ως έναν ηθικό κανόνα. Στη λέξη «ὡς» διέβλεπε αναφορά όχι στο μέτρο της αγάπης, αλλά στην οντολογική κοινότητα του είναι όλων των ανθρώπων.
«Ο Πατήρ κρίνει οὐδένα, ἀλλὰ τὴν κρίσιν πᾶσαν δέδωκε τῷ Υἱῷ... ὅτι Υἱὸς ἀνθρώπου ἐστί» (Ἰωάν. ε΄ 22 καὶ 27). Αυτός ο Υιός του ανθρώπου, ο Μέγας Κριτής του κόσμου, θα πει κατά την Κρίση ότι ο «εἷς τούτων τῶν ἐλαχίστων» είναι ο Ίδιος. Με άλλα λόγια, περικλείει την ύπαρξη κάθε ανθρώπου μέσα στη δική Του υποστατική ύπαρξη. Ο Υιός του ανθρώπου φέρει μέσα Του ολόκληρη την ανθρωπότητα και έπαθε για «ὅλον τὸν Ἀδάμ». Ο Απόστολος Παύλος λέει ότι και εμείς οφείλουμε να οικειοποιηθούμε τον ίδιο τρόπο ζωής, να έχουμε το ίδιο φρόνημα, «ὁ καὶ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» (Φιλ. β΄ 5).
Το Άγιο Πνεύμα, διδάσκοντας στον Σιλουανό την αγάπη του Χριστού, του έδινε το χάρισμα να ζει αληθινά αυτή την αγάπη, η οποία αγκαλιάζει ολόκληρη την ανθρωπότητα. Με την ύψιστη ένταση της προσευχής και με βαθύ πένθος για ολόκληρο τον κόσμο, έγινε οικείος του «ὅλου Ἀδάμ» και συνδέθηκε μαζί του με ισχυρούς δεσμούς. Έχοντας βιώσει την ανάσταση της ψυχής, μπορούσε με φυσικό τρόπο να δέχεται κάθε άνθρωπο ως αιώνιο αδελφό του. Στην επίγεια ζωή υπάρχει κάποια διαδοχική σειρά, αλλά στην αιωνιότητα όλοι είμαστε ένα, και γι’ αυτό ο καθένας από εμάς οφείλει να μεριμνά όχι μόνο για τον εαυτό του, αλλά και για την πανενότητα.
Μετά την εμπειρία των βασάνων του άδη, μετά την υπόδειξη του Θεού «κράτει τὸν νοῦν σου εἰς τὸν ἄδην», ιδιαίτερα χαρακτηριστική για τον Γέροντα Σιλουανό ήταν η προσευχή για τους νεκρούς, οι οποίοι «ὑπάρχουν ἐν βασάνοις». Προσευχόταν επίσης για τους ζωντανούς και για τις επερχόμενες γενεές. Στην προσευχή του, η οποία ξεπερνούσε τα όρια του χρόνου, εξαφανιζόταν κάθε σκέψη για τα παροδικά φαινόμενα της πρόσκαιρης ζωής.
Μέσα στη θλίψη του για τον κόσμο τού δόθηκε να διακρίνει τους ανθρώπους σε εκείνους που γνώρισαν τον Θεό και σε εκείνους που δεν Τον γνώρισαν. Η σκέψη ότι άνθρωποι θα βασανίζονται στο «σκότος τὸ ἐξώτερον» ήταν γι’ αυτόν αφόρητη.
Θυμόμαστε τη συνομιλία του με κάποιον ερημίτη, ο οποίος έλεγε:
– Ο Θεός θα τιμωρήσει όλους τους άθεους. Θα καίγονται στο αιώνιο πυρ.
Ήταν φανερό ότι η σκέψη πως οι άθεοι θα τιμωρούνταν στο αιώνιο πυρ τού προκαλούσε ικανοποίηση, σύμφωνα με τον ψαλμωδό: «Εὐφρανθήσεται δίκαιος, ὅταν ἴδῃ ἐκδίκησιν» (Ψαλμ. νγ΄ 11-12).
Με φανερή συγκίνηση ο Γέροντας απάντησε:
– Λοιπόν, πες μου, σε παρακαλώ, αν σε βάλουν στον παράδεισο και βλέπεις από εκεί ότι κάποιος καίγεται μέσα στη φλόγα του άδη, θα είσαι άραγε αναπαυμένος;
– Αλλά τι μπορεί να γίνει; Αυτοί οι ίδιοι είναι ένοχοι, είπε εκείνος.
Τότε ο Γέροντας, με θλιμμένο βλέμμα, αποκρίθηκε:
– Η αγάπη δεν μπορεί να το υποφέρει αυτό... Πρέπει να προσευχόμαστε για όλους.
Και πράγματι εκείνος προσευχόταν για όλους. Το να προσεύχεται μόνο για τον εαυτό του ήταν πλέον ξένο προς αυτόν· «πάντες γὰρ ἥμαρτον καὶ ὑστεροῦνται τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ» (Ρωμ. γ΄ 23).
Για εκείνον, που είχε δει, κατά το μέτρο που του δόθηκε, τη δόξα του Θεού και είχε βιώσει τη στέρησή της, ακόμη και η σκέψη μιας τέτοιας στέρησης είχε γίνει αβάστακτη. Η ψυχή του έλιωνε από τη σκέψη ότι πολλοί άνθρωποι ζουν χωρίς να γνωρίζουν τον Θεό και την αγάπη Του, και προσευχόταν με μεγάλη προσευχή, ώστε ο Κύριος, κατά την άφατη αγάπη Του, να τους δώσει να Τον γνωρίσουν διά του Αγίου Πνεύματος.
Μέχρι το τέλος της ζωής του, παρά την εξάντληση των δυνάμεών του και τις ασθένειες, διατήρησε τη συνήθεια να κοιμάται μόνο κατά διαστήματα. Έτσι του έμενε πολύς χρόνος για την κατά μόνας προσευχή και προσευχόταν αδιάλειπτα, αλλάζοντας ανάλογα με την περίσταση τον τρόπο της προσευχής. Ιδιαίτερα όμως και για περισσότερη ώρα προσευχόταν τη νύχτα, πριν από τον όρθρο. Τότε δεόταν για τους ζωντανούς και τους νεκρούς, για φίλους και εχθρούς, για όλους.
Τι σκεφτόταν, τι αισθανόταν, τι έλεγε στον Θεό κατά τις μακρές νύχτες της προσευχής του για τον κόσμο;
Παραδείγματα τέτοιων προσευχών έχουμε σε ορισμένες σημειώσεις του Γέροντα. Μέσα από αυτές μπορούμε, μέχρι ενός σημείου, να εισχωρήσουμε σε αυτό το μυστήριο της ψυχής του αγίου αυτού ανθρώπου.
Τα λόγια αυτών των προσευχών προφέρονται αργά, το ένα μετά το άλλο. Κάθε λέξη συναρπάζει με δύναμη ολόκληρη την ύπαρξη του ανθρώπου. Ολόκληρος ο άνθρωπος συγκεντρώνεται «ἐν ἑνί», συγκεντρώνεται ακόμη και σωματικά. Η αναπνοή αλλάζει, αναχαιτίζεται ή, καλύτερα, γίνεται συγκρατημένη, ώστε να μην εμποδίζει με την «τόλμη» της την ορμή και τη συγκέντρωση του πνεύματος.
Ολόκληρος ο νους, ολόκληρη η καρδιά, ολόκληρο το σώμα μέχρι τα οστά και τους μυελούς, τα πάντα ενώνονται σε ένα. Ο νους αόρατα θεωρεί τον κόσμο. Η καρδιά αόρατα βιώνει το πάθος του κόσμου, και μέσα σε αυτή την ίδια την καρδιά το πάθος φτάνει στο έσχατο όριο. Η καρδιά, ή μάλλον ολόκληρη η ύπαρξη, γεμίζει δάκρυα και βυθίζεται στον θρήνο.
Οι προσευχές του Γέροντα δεν ήταν πολύλογες, αλλά διαρκούσαν πολλές ώρες.
Συχνά η προσευχή προχωρεί χωρίς λόγια· ο νους, σε μια ιδιαίτερη κατάσταση, συλλαμβάνει τα πάντα συγχρόνως. Η ψυχή τότε, ανά πάσα στιγμή, μπορεί να χάσει την αντίληψη του κόσμου και την αίσθηση του σώματος. Ο νους παύει να νοεί με χωριστές έννοιες. Τότε το πνεύμα του ανθρώπου, μέσα σε ήρεμη έκπληξη, θεωρεί αόρατα τον Θεό.
«Ὅταν ὁ νοῦς εἶναι ὅλος ἐν τῷ Θεῷ, τότε ὁ κόσμος λησμονεῖται ἐντελῶς», έλεγε ο Γέροντας.
Όταν όμως, για άγνωστη αιτία, τελειώνει αυτή η παραμονή στον Θεό, τότε η ψυχή παύει να προσεύχεται· ειρηνεύει, γεμίζει αγάπη και βαθιά ανάπαυση και συγχρόνως κυριεύεται από μια λεπτή λύπη για την απομάκρυνση του Κυρίου, επειδή η ψυχή ποθεί να μένει αιώνια μαζί Του.
Η ψυχή τότε ζει το υπόλοιπο της θεωρίας.
Συνεχίζεται με:
Γ΄
Η ΜΟΡΦΗ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου