Περί «εναντιογνωμιτών» (μέρος 2ο) – Η ομορφιά της Ορθόδοξης ανθρωπολογίας | π. Ν. Λουδοβίκος 1
Απαντά μάλλον στο εξής βίντεο
Το Αντίφωνο του γνωμικού θελήματος
Dedivinis:
Ονομάζομαι Παντελής Τομαζος. Είμαι υπ. διδάκτορας δογματικής θεολογίας στο ΕΚΠΑ, κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος ρωμαιοκαθολικής θεολογίας στο ποντιφικό πανεπιστήμιο του Τιμίου Σταυρού στη Ρώμη, κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος στην Ιστορία της Φιλοσοφίας και των Ιδεών στο τμήμα Φιλοσοφίας στο ΕΚΠΑ και κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος Θεολογίας με ειδίκευση στη Δογματική στο ΕΚΠΑ. Στο κανάλι αυτό ασχολούμαστε με την πατερική θεολογία, τη σύγχρονη συστηματική θεολογία, με τη μεσαιωνική φιλοσοφια και με πλευρές της σύγχρονης φιλοσοφίας.
Και να ξεκινήσω, πάτερ, με μια γενική ερώτηση. Πολλοί μας ρωτάνε γιατί επιμένουμε. Ίσως είναι θεολογική λεπτομέρεια αυτά τα πράγματα.
Γιατί να επιμένουμε σε μια θεολογική λεπτομέρεια;
Καλημέρα, καταρχήν. Δεν είναι ακριβώς θεολογική λεπτομέρεια.
Καταρχήν έχουμε κάποιον ο οποίος ανωνύμως και απροσώπως εμφανίζεται. Βέβαια, ξέρουμε το όνομά του, ξέρουμε ποιος είναι. Αλλά θέλω να κάνω ένα καταρχήν σχόλιο.
Καλό είναι τα σχόλιά μας να είναι προσωπικά και ονομαστικά. Είναι λίγο ανώριμο αυτό. Με την έννοια ότι, άμα φανεί ότι έχω δίκιο, θα φανερωθώ ποιος είμαι. Αν δεν έχω δίκιο, θα μπορώ να...
Λοιπόν, ξέρουμε ποιος είναι. Το θέμα όμως είναι ότι το ζήτημα αυτό δεν αφορά μόνο αυτόν. Αυτή είναι η μόνη αιτία που, στην κυριολεξία, ξοδεύω τον χρόνο μου.
Έχω άλλα πράγματα πολύ σοβαρότερα. Αλλά έχει φτάσει αυτό να γίνει πρόβλημα για πολλούς.[ΕΙΝΑΙ ΧΑΡΙΤΩΜΕΝΟΣ ΣΑΝ ΜΕΤΑΝΑΡΚΙΣΣΟΣ. ΣΥΓΚΡΟΥΕΤΑΙ ΣΕ ΘΑΝΑΣΙΜΗ ΚΟΝΤΑΡΟΜΑΧΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΕΩΤΕΡΟ ΝΑΡΚΙΣΣΟ ΜΕ ΟΛΑ ΤΑ ΟΠΛΑ ΣΤΗΝ ΜΑΧΗ. ΟΛΑ ΤΑ ΧΑΡΤΙΑ, ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΗΝ ΦΗΜΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΔΙΟΞΑ. ΠΕΔΙΟ ΜΑΧΗΣ]
Και είναι και άλλοι θεολόγοι, οι οποίοι έχουν έργο πραγματικό. Όχι, αυτό το παιδί δεν έχει κάποιο έργο επιστημονικό. Αλλά έχουν έργο θεολογικό, το οποίο σέβομαι. Και τους εκτιμώ και τους ίδιους.
Και είναι ένα πρόβλημα που αφορά έναν, δύο, τρεις, τέσσερις, πέντε, έξι. Είναι μια ολόκληρη ομάδα θεολόγων Ορθοδόξων, οι οποίοι έχουν πρόβλημα με το ζήτημα του γνωμικού θελήματος.
Στο οποίο δίνεται μεγάλη βαρύτητα, γιατί εκβάλλει σε ανθρωπολογικές συνέπειες. Γιατί εκβάλλει άμεσα στην ανθρωπολογία. Και γιατί επίσης, όπως θα φανεί και σήμερα...
Γιατί εγώ, βλέπετε, μιλάω μόνο με κείμενα. Μίλησα με κείμενα του Αγίου Μαξίμου την περασμένη φορά. Εδώ, πώς να το πούμε τώρα...
Το παιδί αυτό, ας μην το εκθέσουμε. Δεν χρησιμοποιεί κείμενα του Αγίου Μαξίμου όταν μου απαντάει. Λέει διάφορα πράγματα που νομίζει.
Ποια είναι τα δαμασκηνά πραγματάκια; Θα διαβάσουμε συστηματικά Δαμασκηνό σήμερα, να δούμε τι λέει.
Λέει ότι δεν έχει καμία σχέση με αυτά που ισχυρίζεται το παιδί αυτό. Το παιδί αυτό, πώς να το πω, Κώστα... Κάπως πρέπει να βρω ένα...
Λοιπόν. Και μάλιστα θυμήθηκα τώρα ότι, όταν έγινα καθηγητής Δογματικής, πριν από 35 χρόνια, το εγχειρίδιο που έδινα στους φοιτητές μου για πολλά χρόνια ήταν η Έκδοσις ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως του Δαμασκηνού. Έδινα ακριβώς αυτό το πράγμα ως εγχειρίδιο. Και αυτά τα κείμενα εδώ είναι κλασικά, πασίγνωστα και είναι και πάρα πολύ πεντακάθαρα, τόσο που δεν αφήνουν χώρο για το μπέρδεμα.
Μου λέει, λοιπόν, ο κριτικός μας — είπα, δεν απευθύνομαι σ’ αυτόν. Γι’ αυτό και δεν θα επανέλθω σ’ αυτή την κουβέντα εγώ. Κάνω την κουβέντα αυτή μόνο για έναν λόγο: γιατί αφορά πολλούς.
Είναι και άλλοι θεολόγοι. Τους εκτιμώ, τους συμπαθώ. Θέλω λίγο προσοχή στο σημείο αυτό.
Πιστεύω ότι έδωσα προεκτάσεις. Λέω τη λέξη «εναντιογνωμήτες». Αλλά αυτό το πράγμα το λέω προς το παρόν στα αστεία.
Ελπίζω να μην εξελιχθεί. Γιατί είναι δεδομένα πράγματα. Έχουμε Συνόδους Οικουμενικές που έχουν αποφανθεί. Έχουμε μεγάλους Πατέρες που τα έχουν ξεκαθαρίσει. Και να τα μπερδεύουμε ξανά στο μυαλό μας εμείς, δεν επιτρέπεται, από ένα σημείο και πέρα.
Εκτός αν είναι, όπως είπα και την άλλη φορά, μικρόνοια, ανεπάρκεια. Τότε δεν...
Αλλά, σε κάθε περίπτωση, δεν έχω χρόνο να επανέλθω. Όπως προσυπέγραψα τα κείμενα του Μαξίμου, σήμερα θα προσυπογράψω απλώς τα κείμενα του Δαμασκηνού.
Μου λέει ο κριτικός μου ότι υπάρχουν δύο θελήματα. Η ΣΤ΄ Οικουμενική Σύνοδος και ο Μάξιμος και εγώ λέμε ότι είναι ένα το θέλημα. Είναι ένα το θέλημα: το φυσικό θέλημα, επιφερόμενο και εκφραζόμενο πάντα γνωμικώς.
Διότι, όπως λέει ο Μέγας Βασίλειος, δεν υπάρχει φύση ανθρώπινη γυμνή. Είναι πάντα ενυπόστατη. Είδε κανένας στον δρόμο ποτέ να περπατάει η ανθρώπινη φύση γυμνή;
Πάντα βλέπουμε πρόσωπα συγκεκριμένα. Είναι ενυπόστατη η φύση και ενούσιες οι υποστάσεις. Έτσι και το θέλημα, λοιπόν, το φυσικό θέλημα.
Δεν το είδε κανένας ποτέ αφηρημένα στον δρόμο. Εκφράζεται από συγκεκριμένες ανθρώπινες υπάρξεις και είναι πάντοτε γνωμικό. Ένα το θέλημα.
Φυσικό, γνωμικώς επιφερόμενο. Πάντοτε. Είτε πάει προς το καλό είτε πάει προς το κακό, αλλά πάντως το φυσικό θέλημα είναι ένα.
Ενώ, λέει ο κύριος αυτός —τον αντιγράφω—, το γνωμικό δεν είναι παρά το φυσικό νοθευμένο. Εισάγει δύο θελήματα. Το ένα είναι το φυσικό, έτσι, και το άλλο είναι το γνωμικό, το οποίο είναι νοθευμένο φυσικό.
Αυτά δεν υπάρχουν πουθενά στην πατερική παράδοση, όπως θα δούμε και με τον Δαμασκηνό. Το ξαναλέω: η κατά φύσιν κίνηση είναι στο γνωμικό θέλημα.
Δεν σημαίνει πως καταργείται, έτσι, το γνωμικό θέλημα. Η φύση είναι μια κλίση, λόγος φύσεως.
Μας καλεί ο Θεός, έτσι δεν είναι, δημιουργώντας, προσφέροντάς μας τη φύση μας και τη φύση των όντων. Το γνωμικό, λοιπόν, όταν κινεί, κινεί κατά φύσιν. Δηλαδή, σύμφωνα με την αλήθεια της φύσεως, παραμένει γνωμικό.
Είναι γνωμική η κίνηση. Ως πρόσωπα κινούμεθα προς το κατά φύσιν. Πώς θα το πω;
Όπως και ως πρόσωπα, γνωμικά δηλαδή, κινούμεθα παρά φύσιν. Αλλιώς θα επρόκειτο για μια αυτόματη κίνηση. Ή αυτό που λέει σε ένα άλλο σημείο, ότι πρέπει να καταργεί κανείς...
Ακούστε, εδώ είναι μεγάλη αντίφαση. Καταργεί, λέει, κανείς το γνωμικό και εμφανίζεται αφθόρμητα το φυσικό. Δεν κατάλαβα: η κατάργηση αυτή γίνεται ελεύθερα και προσωπικά ή αυτόματα;
Αν καταργείς προσωπικά το προσωπικό σου θέλημα, αυτό αποδεικνύει την ύπαρξη προσωπικού θελήματος. Δεν καταλαβαίνουν καν τι λένε μερικοί άνθρωποι. Του λέω, πάει και αυτό ευθύνης.
Είναι ανεπάρκεια, από ένα σημείο και πέρα, συγχωρέστε με που το λέω. Όταν λέει ο κύριος αυτός ότι καταργώ το γνωμικό θέλημα για να εμφανιστεί το φυσικό αυθορμήτως, τι εννοώ;
Ότι κάνω μια εκούσια κίνηση απαλλαγής από το γνωμικό. Αυτή η εκούσια κίνηση απαλλαγής από το γνωμικό είναι ακριβώς αυτό που λέμε γνωμικό θέλημα. Δηλαδή εκουσίως, στη γλώσσα του Μαξίμου, το θέλημά μου αυτό, το γνωμικό μου θέλημα, το μεταβάλλω σε αγαθό, έτσι δεν είναι;
Και προχωρώ αγαθά. Λοιπόν, δεν μπορούμε καν να ταυτίσουμε τα δύο, γιατί δεν είναι δύο. Η φύση, το γνωμικό θέλημα, είναι πάντοτε, πάντοτε, πάντοτε υποστατικό στον άνθρωπο.
Δεν υπάρχει περιθώριο να πούμε ότι καταργούμε το υποστατικό, διότι, καταργουμένου του υποστατικού, το φυσικό δεν μπορεί να υπάρχει. Δεν υπάρχει. Όπως η φύση γυμνή, η ανθρώπινη, έτσι δεν είναι;
Τη θεωρεί ο Άγιος Μάξιμος ως κάτι αφηρημένο και εντελώς ανύπαρκτο. Αυτό που λέμε «ανυπόστατο» στα ελληνικά. Ανυπόστατο σημαίνει ανύπαρκτο.
Δεν υπάρχει η φύση ποτέ γυμνή. Ούτε το φυσικό μπορεί να υπάρχει γυμνό. Είναι πάντα ενυπόστατο.[ ΜΕ ΣΩΜΑ]
Εκφραζόμενο πάντοτε ως μια προσωπική, γνωμική θέληση. Και επιμένω, έτσι δεν είναι. Και λέει εδώ, σε άλλο σημείο: «Αρνούμαστε το γνωμικό θέλημα και το φυσικό μάς οδηγεί αυθορμήτως προς το θείο».
Όταν το φυσικό δεν είναι αυτοσυνείδητο. Το φυσικό θέλημα είναι μια κατάθεση. Είναι το θέλημα.
Η δυνατότητα να θέλω. Μόνο επειδή εκφράζεται προσωπικά αυτό. Καταλάβατε;
Έχει μια κίνηση. Το είπε ωραία ο Άγιος Μάξιμος. Αλλά δεν προσέχουμε τα κείμενα.
Πράγμα που κάνει εντύπωση. Τόσο σαφή κείμενα, όπου παρουσιάζεται σαφέστατα ότι, για να γίνει κίνηση αυτεξούσια και αυτοπροαίρετη, χρειάζεται να υπάρξει πρόσωπο.
Η φύση κινείται εν προσώπω. Δεν γίνεται αλλιώς. Δεν γίνεται αυτόματα.
Καταλάβατε; Να δούμε λίγο τον Δαμασκηνό. Είναι τόσο πεντακάθαρος.
Τόσο ξεκάθαρος. Γιατί είδα και το παιδί αυτό που πετάει μερικούς αριθμούς. Τα κείμενα είναι σαφή.
Τα λέει πιο ωραία από τον Άγιο Μάξιμο ο Δαμασκηνός. Και θα τον διαβάσουμε τώρα αμέσως, προς χάριν των φιλομαθών. Δεν απευθύνομαι στην πραγματικότητα καν στο παιδί αυτό.
Είναι ευρύτερο το ζήτημα. Γι’ αυτό επανέρχομαι. Αν και δεν θα επανέλθω ξανά, γιατί, σας είπα, από ένα σημείο και πέρα είναι ζήτημα νοητικής επάρκειας. Τελεία.
Είναι τόσο ξεκάθαρα τα πράγματα, που να τα μπερδεύουμε και να λέμε ανοησίες του τύπου: «Το αυτεξούσιο, λέει, ανήκει στη φύση. Γιατί δεν θέλουμε το γνωμικό θέλημα». Βρε, το αυτεξούσιο ανήκει στη φύση.
Πολύ σωστά το λες. Αλλά το πώς θα κινηθεί το αυτεξούσιο δεν ανήκει στη φύση. Είναι το πρόσωπο.
Αν το αυτεξούσιο θα σε οδηγήσει στην αυτοκτονία ή στον αγιασμό, αυτό είναι το πρόσωπο. Το αυτεξούσιο είναι όντως χαρακτηριστικό της φύσεως.
Και αντί να συγκλονιστεί με αυτό που λέει και να καταλάβει ότι είναι ανεπαρκές, επιμένει ότι το αυτεξούσιο είναι πρόσωπο. Μα το αυτεξούσιο, λοιπόν, είναι προσωπικό.
Αν αύριο κάνω εγώ μια παράβαση τροχαίας, ή εσείς ή ο κύριος αυτός, και πάει στην Τροχαία, τι θα του πει ο δικαστής;
Πάει στο δικαστήριο. Τι θα του πει ο δικαστής; Δεν θα του πει: «Έχεις καταλογισμό, διότι το αυτεξούσιο το χρησιμοποίησες με λάθος τρόπο και παραβίασες το κόκκινο»;
Δεν είναι προσωπικό στοιχείο; Είναι στοιχείο του ανθρώπου, του όντος. Είμαστε προσωπικά όντα, κατ’ εικόνα Προσώπου, που είναι ο Θεός.
Τελεία και παύλα. Αυτό το πράγμα, το να το αρνείται κανείς, σημαίνει να μην ξέρει τους Πατέρες. Για να δούμε, λοιπόν, τι λέει ο Δαμασκηνός, που αναφέρεται ξανά και ξανά.
— Πάτερ, ξαναπείτε λίγο και από ποιο βιβλίο διαβάζετε, για όσους θέλουν να...
— Είναι η Έκδοσις ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως. Είναι το κεφάλαιο «Περὶ θελήματος καὶ αὐτεξουσίου». Λοιπόν, ακούστε:
«Ἰστέον γὰρ ὡς οὐ ταὐτόν ἐστι τὸ θέλειν καὶ τὸ πῶς θέλειν».
Δεν είναι το ίδιο το «θέλειν» και το «πῶς θέλειν». Το θέλειν και το πώς θέλειν.
Είναι του Μαξίμου, αλλά εδώ είναι πολύ πιο όμορφα διατυπωμένο και με μεγαλύτερη ενάργεια.
«Τὸ μὲν θέλειν φύσεως».
Το θέλειν ανήκει στη φύση. «Ὥσπερ καὶ τὸ ὁρᾶν». Όπως και το να βλέπεις ανήκει στη φύση. «Πᾶσι γὰρ ἀνθρώποις πρόσεστι».
Υπάρχει σε όλους τους ανθρώπους.
Γι’ αυτό. «Τὸ δὲ πῶς θέλειν οὐ φύσεως, ἀλλὰ τῆς ἡμετέρας γνώμης».
Το πώς θέλει δεν είναι της φύσεως, αλλά της γνώμης.
Σαφέστατο, τουλάχιστον. Σαφέστατο, λέω, τουλάχιστον. Ακούστε παρακάτω να δείτε πόσο πιο...
«Ὥσπερ καὶ τὸ πῶς ὁρᾶν, καλῶς ἢ κακῶς».
Όπως και το πώς βλέπεις, καλώς ή κακώς, είναι της γνώμης. Της γνώμης.
Είναι συνδεδεμένα τα δύο. Δεν υπάρχει το ένα χωρίς το άλλο.
«Οὐ γὰρ πάντες ἄνθρωποι ὁμοίως θέλουσιν».
Δεν θέλουν όλοι οι άνθρωποι το ίδιο.
«Οὐ γὰρ πάντες ἄνθρωποι ὁμοίως θέλουσιν», ούτε βλέπουν το ίδιο.
«Τοῦτο δὲ καὶ ἐπὶ τῶν ἐνεργειῶν δώσομεν».
Αυτό συμβαίνει και με τις ενέργειες.
«Τὸ γὰρ πῶς θέλειν καὶ πῶς ὁρᾶν καὶ πῶς ἐνεργεῖν τρόπος ἐστὶ τῆς τοῦ θέλειν καὶ ὁρᾶν καὶ ἐνεργεῖν χρήσεως».
Να ο λόγος και ο τρόπος. Ο τρόπος, λοιπόν, της ενέργειας. Ο τρόπος της όρασης. Ο τρόπος της θέλησης.
Λέει εδώ: ανήκει στη γνώμη μόνο του κεχρημένου προσώπου. Και ανήκει προσωπικά μόνο σε αυτόν που το κάνει έτσι. Δηλαδή, το πώς ενεργείς ξεχωρίζει εσένα.
«Καὶ τὸν ἄλλον αὐτοῦ κατὰ τὴν κοινῶς λεγομένην διαφορὰν χωρίζων».
Μας ξεχωρίζει τον έναν από τον άλλον. Το πώς θα χρησιμοποιήσουμε το θέλειν, το οράν και το ενεργείν.
Έτσι, χρήση. Πώς θέλειν, πώς οράν. Ο τρόπος της θέλησης, το θέλειν, και του οράν και του ενεργείν, χρήση.
Λέει πουθενά εδώ ότι αυτό είναι μεταπτωτικό; Ε;
Λέει πουθενά εδώ ότι αυτό είναι μετά την πτώση; Λέει πουθενά εδώ ότι αυτό συνέβη μετά την πτώση; Να το ρωτήσω και τέταρτη φορά.
Λέει εδώ πουθενά ότι αυτό συνέβη μετά την πτώση; Μη γελοιοποιούμε αυτά πια. Είναι τόσο σαφή τα κείμενα.
Λέγεται οὕτω μὲν ἁπλῶς «θέλησις» είτε «θελητικὴ δύναμις». Το ένα ονομάζεται θέληση, η λογική ούσα όρεξη, και θέλημα φυσικόν. Είναι λογική όρεξη, φυσικό θέλημα.
«Τὸ δὲ πῶς θέλειν, ἤτοι τὸ τί θέλειν, ὑποκείμενον θελητὸν ἢ θέλημα γνωμικόν».
Υπάρχει μεγαλύτερη σαφήνεια από εδώ;
Λέει ότι αυτό έγινε μετά την πτώση πουθενά; Λέει ότι καταντήσαμε να έχουμε θέλημα γνωμικό; Λέει ότι κάποτε είχαμε μόνο φυσικό;
Όχι. Δεν υπάρχει φύση γυμνή. Δεν υπάρχει υπόσταση παρά μόνο σε εκφράσεις του φυσικού. Ένα είναι τα δύο.
Εδώ λέει ότι ο Γιάννης, ο Κώστας, ο πατήρ Νικόλαος ενεργούν, θέλουν, κινούνται, επειδή είναι κατά φύσιν κινητικά και θελητικά όντα. Αλλά ταυτόχρονα το πώς κινείται ο καθένας, το πώς θέλει ο καθένας, το πώς ενεργεί ο καθένας, είναι της υποστάσεως, του προσώπου του καθενός.
Και δεν λέει ότι αυτό έγινε μετά την πτώση πουθενά.
Συνεχίζω.
«Θελητικὸν δέ ἐστι τὸ πεφυκὸς θέλειν».
Θελητικό είναι αυτό που έχει ως φύση να θέλει.
«Θελητικὴ δέ ἐστιν ἡ θεία φύσις, ὡσαύτως δὲ καὶ ἡ ἀνθρωπίνη».
Θελητική είναι και η θεία, θελητική είναι και η ανθρώπινη.
«Θέλων δὲ ὁ κεχρημένος τῇ θελήσει, ἤτοι ἡ ὑπόστασις, οἷον ὁ Πέτρος».
Δεν υπάρχει πιο μεγάλη σαφήνεια.
Να το ξαναπώ: ο θέλων. Η θέληση είναι η θελητική δύναμη και, από την άλλη, ο θέλων, αυτός ο κεχρημένος τῇ θελήσει, που χρησιμοποιεί τη θέληση, δηλαδή η υπόσταση, δηλαδή ο Πέτρος, παραδείγματος χάριν.
Πείτε μου: υπάρχει τρομακτική ενάργεια εδώ και καθαρότητα ή όχι; Σαφήνεια. Είναι συγκλονιστική σαφήνεια.
Και απορεί κανείς πώς μπορούν να βγουν αυτά τα συμπεράσματα και όλο αυτό το τεράστιο μπέρδεμα, το οποίο δείχνει και απουσία διαλεκτικής ικανότητας και στοχαστικής ικανότητας, στοιχειώδους.
Εντάξει. Υποτίθεται έχουμε και ένα πτυχίο Θεολογίας, ή δεν υποτίθεται;
Έχω κάνει δάσκαλος χρόνια και έχω κόψει πολλούς με τέτοιο τρόπο. Εντάξει; Δεν θα έδινα ένα πτυχίο σε κάποιον ο οποίος αυτά τα πράγματα θα μου τα έλεγε όπως τα λέει ο κριτικός μου. Πτυχίο δεν θα του έδινα.
Και ξέρουν οι μαθητές μου πόσο αυστηρός ήμουν σε μερικά πράγματα και πόσο, εντάξει, καθόλου αυτονόητο θα ήταν να περάσουν τη Δογματική. Λέγανε: «Πέρασα Δογματική, πήρα πτυχίο». Και το έκανα, γιατί αισθανόμουν ευθύνη σε αυτό.
Λοιπόν, υπάρχει μια γνώμη στον Άγιο Μάξιμο ότι, μετά την πτώση, η θέληση, επειδή ακριβώς έγινε αυτοείδωλον ο άνθρωπος, έγινε νάρκισσος, έγινε φίλαυτος — δεν είναι τόσο ωραία εξηγημένα αυτά τα πράγματα; — κατατέμνει τη φύση σε πολλά κομμάτια.
Ναι, αλλά σκοπός της φύσεως και της θελήσεως είναι, με το γνωμικό θέλημα, να τα ξαναενώσει όλα αυτά.
Εξ ου και το περίφημο χριστολογικό που λέω εγώ στο βιβλίο μου για την εκκλησιολογία, πριν από 23 χρόνια εκδοθέν — μάλλον 24 χρόνια πριν —, το οποίο έκανε και μια αξιόλογη καριέρα στη Δύση, μεταφρασμένο και σε ανηγμένη μορφή. Πριν από 10 χρόνια εκδόθηκε εκεί από το St Vladimir’s Press.
Το Αντίφωνο του γνωμικού θελήματος
Dedivinis:
Ονομάζομαι Παντελής Τομαζος. Είμαι υπ. διδάκτορας δογματικής θεολογίας στο ΕΚΠΑ, κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος ρωμαιοκαθολικής θεολογίας στο ποντιφικό πανεπιστήμιο του Τιμίου Σταυρού στη Ρώμη, κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος στην Ιστορία της Φιλοσοφίας και των Ιδεών στο τμήμα Φιλοσοφίας στο ΕΚΠΑ και κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος Θεολογίας με ειδίκευση στη Δογματική στο ΕΚΠΑ. Στο κανάλι αυτό ασχολούμαστε με την πατερική θεολογία, τη σύγχρονη συστηματική θεολογία, με τη μεσαιωνική φιλοσοφια και με πλευρές της σύγχρονης φιλοσοφίας.
Και να ξεκινήσω, πάτερ, με μια γενική ερώτηση. Πολλοί μας ρωτάνε γιατί επιμένουμε. Ίσως είναι θεολογική λεπτομέρεια αυτά τα πράγματα.
Γιατί να επιμένουμε σε μια θεολογική λεπτομέρεια;
Καλημέρα, καταρχήν. Δεν είναι ακριβώς θεολογική λεπτομέρεια.
Καταρχήν έχουμε κάποιον ο οποίος ανωνύμως και απροσώπως εμφανίζεται. Βέβαια, ξέρουμε το όνομά του, ξέρουμε ποιος είναι. Αλλά θέλω να κάνω ένα καταρχήν σχόλιο.
Καλό είναι τα σχόλιά μας να είναι προσωπικά και ονομαστικά. Είναι λίγο ανώριμο αυτό. Με την έννοια ότι, άμα φανεί ότι έχω δίκιο, θα φανερωθώ ποιος είμαι. Αν δεν έχω δίκιο, θα μπορώ να...
Λοιπόν, ξέρουμε ποιος είναι. Το θέμα όμως είναι ότι το ζήτημα αυτό δεν αφορά μόνο αυτόν. Αυτή είναι η μόνη αιτία που, στην κυριολεξία, ξοδεύω τον χρόνο μου.
Έχω άλλα πράγματα πολύ σοβαρότερα. Αλλά έχει φτάσει αυτό να γίνει πρόβλημα για πολλούς.[ΕΙΝΑΙ ΧΑΡΙΤΩΜΕΝΟΣ ΣΑΝ ΜΕΤΑΝΑΡΚΙΣΣΟΣ. ΣΥΓΚΡΟΥΕΤΑΙ ΣΕ ΘΑΝΑΣΙΜΗ ΚΟΝΤΑΡΟΜΑΧΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΕΩΤΕΡΟ ΝΑΡΚΙΣΣΟ ΜΕ ΟΛΑ ΤΑ ΟΠΛΑ ΣΤΗΝ ΜΑΧΗ. ΟΛΑ ΤΑ ΧΑΡΤΙΑ, ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΗΝ ΦΗΜΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΔΙΟΞΑ. ΠΕΔΙΟ ΜΑΧΗΣ]
Και είναι και άλλοι θεολόγοι, οι οποίοι έχουν έργο πραγματικό. Όχι, αυτό το παιδί δεν έχει κάποιο έργο επιστημονικό. Αλλά έχουν έργο θεολογικό, το οποίο σέβομαι. Και τους εκτιμώ και τους ίδιους.
Και είναι ένα πρόβλημα που αφορά έναν, δύο, τρεις, τέσσερις, πέντε, έξι. Είναι μια ολόκληρη ομάδα θεολόγων Ορθοδόξων, οι οποίοι έχουν πρόβλημα με το ζήτημα του γνωμικού θελήματος.
Στο οποίο δίνεται μεγάλη βαρύτητα, γιατί εκβάλλει σε ανθρωπολογικές συνέπειες. Γιατί εκβάλλει άμεσα στην ανθρωπολογία. Και γιατί επίσης, όπως θα φανεί και σήμερα...
Γιατί εγώ, βλέπετε, μιλάω μόνο με κείμενα. Μίλησα με κείμενα του Αγίου Μαξίμου την περασμένη φορά. Εδώ, πώς να το πούμε τώρα...
Το παιδί αυτό, ας μην το εκθέσουμε. Δεν χρησιμοποιεί κείμενα του Αγίου Μαξίμου όταν μου απαντάει. Λέει διάφορα πράγματα που νομίζει.
Ποια είναι τα δαμασκηνά πραγματάκια; Θα διαβάσουμε συστηματικά Δαμασκηνό σήμερα, να δούμε τι λέει.
Λέει ότι δεν έχει καμία σχέση με αυτά που ισχυρίζεται το παιδί αυτό. Το παιδί αυτό, πώς να το πω, Κώστα... Κάπως πρέπει να βρω ένα...
Λοιπόν. Και μάλιστα θυμήθηκα τώρα ότι, όταν έγινα καθηγητής Δογματικής, πριν από 35 χρόνια, το εγχειρίδιο που έδινα στους φοιτητές μου για πολλά χρόνια ήταν η Έκδοσις ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως του Δαμασκηνού. Έδινα ακριβώς αυτό το πράγμα ως εγχειρίδιο. Και αυτά τα κείμενα εδώ είναι κλασικά, πασίγνωστα και είναι και πάρα πολύ πεντακάθαρα, τόσο που δεν αφήνουν χώρο για το μπέρδεμα.
Μου λέει, λοιπόν, ο κριτικός μας — είπα, δεν απευθύνομαι σ’ αυτόν. Γι’ αυτό και δεν θα επανέλθω σ’ αυτή την κουβέντα εγώ. Κάνω την κουβέντα αυτή μόνο για έναν λόγο: γιατί αφορά πολλούς.
Είναι και άλλοι θεολόγοι. Τους εκτιμώ, τους συμπαθώ. Θέλω λίγο προσοχή στο σημείο αυτό.
Πιστεύω ότι έδωσα προεκτάσεις. Λέω τη λέξη «εναντιογνωμήτες». Αλλά αυτό το πράγμα το λέω προς το παρόν στα αστεία.
Ελπίζω να μην εξελιχθεί. Γιατί είναι δεδομένα πράγματα. Έχουμε Συνόδους Οικουμενικές που έχουν αποφανθεί. Έχουμε μεγάλους Πατέρες που τα έχουν ξεκαθαρίσει. Και να τα μπερδεύουμε ξανά στο μυαλό μας εμείς, δεν επιτρέπεται, από ένα σημείο και πέρα.
Εκτός αν είναι, όπως είπα και την άλλη φορά, μικρόνοια, ανεπάρκεια. Τότε δεν...
Αλλά, σε κάθε περίπτωση, δεν έχω χρόνο να επανέλθω. Όπως προσυπέγραψα τα κείμενα του Μαξίμου, σήμερα θα προσυπογράψω απλώς τα κείμενα του Δαμασκηνού.
Μου λέει ο κριτικός μου ότι υπάρχουν δύο θελήματα. Η ΣΤ΄ Οικουμενική Σύνοδος και ο Μάξιμος και εγώ λέμε ότι είναι ένα το θέλημα. Είναι ένα το θέλημα: το φυσικό θέλημα, επιφερόμενο και εκφραζόμενο πάντα γνωμικώς.
Διότι, όπως λέει ο Μέγας Βασίλειος, δεν υπάρχει φύση ανθρώπινη γυμνή. Είναι πάντα ενυπόστατη. Είδε κανένας στον δρόμο ποτέ να περπατάει η ανθρώπινη φύση γυμνή;
Πάντα βλέπουμε πρόσωπα συγκεκριμένα. Είναι ενυπόστατη η φύση και ενούσιες οι υποστάσεις. Έτσι και το θέλημα, λοιπόν, το φυσικό θέλημα.
Δεν το είδε κανένας ποτέ αφηρημένα στον δρόμο. Εκφράζεται από συγκεκριμένες ανθρώπινες υπάρξεις και είναι πάντοτε γνωμικό. Ένα το θέλημα.
Φυσικό, γνωμικώς επιφερόμενο. Πάντοτε. Είτε πάει προς το καλό είτε πάει προς το κακό, αλλά πάντως το φυσικό θέλημα είναι ένα.
Ενώ, λέει ο κύριος αυτός —τον αντιγράφω—, το γνωμικό δεν είναι παρά το φυσικό νοθευμένο. Εισάγει δύο θελήματα. Το ένα είναι το φυσικό, έτσι, και το άλλο είναι το γνωμικό, το οποίο είναι νοθευμένο φυσικό.
Αυτά δεν υπάρχουν πουθενά στην πατερική παράδοση, όπως θα δούμε και με τον Δαμασκηνό. Το ξαναλέω: η κατά φύσιν κίνηση είναι στο γνωμικό θέλημα.
Δεν σημαίνει πως καταργείται, έτσι, το γνωμικό θέλημα. Η φύση είναι μια κλίση, λόγος φύσεως.
Μας καλεί ο Θεός, έτσι δεν είναι, δημιουργώντας, προσφέροντάς μας τη φύση μας και τη φύση των όντων. Το γνωμικό, λοιπόν, όταν κινεί, κινεί κατά φύσιν. Δηλαδή, σύμφωνα με την αλήθεια της φύσεως, παραμένει γνωμικό.
Είναι γνωμική η κίνηση. Ως πρόσωπα κινούμεθα προς το κατά φύσιν. Πώς θα το πω;
Όπως και ως πρόσωπα, γνωμικά δηλαδή, κινούμεθα παρά φύσιν. Αλλιώς θα επρόκειτο για μια αυτόματη κίνηση. Ή αυτό που λέει σε ένα άλλο σημείο, ότι πρέπει να καταργεί κανείς...
Ακούστε, εδώ είναι μεγάλη αντίφαση. Καταργεί, λέει, κανείς το γνωμικό και εμφανίζεται αφθόρμητα το φυσικό. Δεν κατάλαβα: η κατάργηση αυτή γίνεται ελεύθερα και προσωπικά ή αυτόματα;
Αν καταργείς προσωπικά το προσωπικό σου θέλημα, αυτό αποδεικνύει την ύπαρξη προσωπικού θελήματος. Δεν καταλαβαίνουν καν τι λένε μερικοί άνθρωποι. Του λέω, πάει και αυτό ευθύνης.
Είναι ανεπάρκεια, από ένα σημείο και πέρα, συγχωρέστε με που το λέω. Όταν λέει ο κύριος αυτός ότι καταργώ το γνωμικό θέλημα για να εμφανιστεί το φυσικό αυθορμήτως, τι εννοώ;
Ότι κάνω μια εκούσια κίνηση απαλλαγής από το γνωμικό. Αυτή η εκούσια κίνηση απαλλαγής από το γνωμικό είναι ακριβώς αυτό που λέμε γνωμικό θέλημα. Δηλαδή εκουσίως, στη γλώσσα του Μαξίμου, το θέλημά μου αυτό, το γνωμικό μου θέλημα, το μεταβάλλω σε αγαθό, έτσι δεν είναι;
Και προχωρώ αγαθά. Λοιπόν, δεν μπορούμε καν να ταυτίσουμε τα δύο, γιατί δεν είναι δύο. Η φύση, το γνωμικό θέλημα, είναι πάντοτε, πάντοτε, πάντοτε υποστατικό στον άνθρωπο.
Δεν υπάρχει περιθώριο να πούμε ότι καταργούμε το υποστατικό, διότι, καταργουμένου του υποστατικού, το φυσικό δεν μπορεί να υπάρχει. Δεν υπάρχει. Όπως η φύση γυμνή, η ανθρώπινη, έτσι δεν είναι;
Τη θεωρεί ο Άγιος Μάξιμος ως κάτι αφηρημένο και εντελώς ανύπαρκτο. Αυτό που λέμε «ανυπόστατο» στα ελληνικά. Ανυπόστατο σημαίνει ανύπαρκτο.
Δεν υπάρχει η φύση ποτέ γυμνή. Ούτε το φυσικό μπορεί να υπάρχει γυμνό. Είναι πάντα ενυπόστατο.[ ΜΕ ΣΩΜΑ]
Εκφραζόμενο πάντοτε ως μια προσωπική, γνωμική θέληση. Και επιμένω, έτσι δεν είναι. Και λέει εδώ, σε άλλο σημείο: «Αρνούμαστε το γνωμικό θέλημα και το φυσικό μάς οδηγεί αυθορμήτως προς το θείο».
Όταν το φυσικό δεν είναι αυτοσυνείδητο. Το φυσικό θέλημα είναι μια κατάθεση. Είναι το θέλημα.
Η δυνατότητα να θέλω. Μόνο επειδή εκφράζεται προσωπικά αυτό. Καταλάβατε;
Έχει μια κίνηση. Το είπε ωραία ο Άγιος Μάξιμος. Αλλά δεν προσέχουμε τα κείμενα.
Πράγμα που κάνει εντύπωση. Τόσο σαφή κείμενα, όπου παρουσιάζεται σαφέστατα ότι, για να γίνει κίνηση αυτεξούσια και αυτοπροαίρετη, χρειάζεται να υπάρξει πρόσωπο.
Η φύση κινείται εν προσώπω. Δεν γίνεται αλλιώς. Δεν γίνεται αυτόματα.
Καταλάβατε; Να δούμε λίγο τον Δαμασκηνό. Είναι τόσο πεντακάθαρος.
Τόσο ξεκάθαρος. Γιατί είδα και το παιδί αυτό που πετάει μερικούς αριθμούς. Τα κείμενα είναι σαφή.
Τα λέει πιο ωραία από τον Άγιο Μάξιμο ο Δαμασκηνός. Και θα τον διαβάσουμε τώρα αμέσως, προς χάριν των φιλομαθών. Δεν απευθύνομαι στην πραγματικότητα καν στο παιδί αυτό.
Είναι ευρύτερο το ζήτημα. Γι’ αυτό επανέρχομαι. Αν και δεν θα επανέλθω ξανά, γιατί, σας είπα, από ένα σημείο και πέρα είναι ζήτημα νοητικής επάρκειας. Τελεία.
Είναι τόσο ξεκάθαρα τα πράγματα, που να τα μπερδεύουμε και να λέμε ανοησίες του τύπου: «Το αυτεξούσιο, λέει, ανήκει στη φύση. Γιατί δεν θέλουμε το γνωμικό θέλημα». Βρε, το αυτεξούσιο ανήκει στη φύση.
Πολύ σωστά το λες. Αλλά το πώς θα κινηθεί το αυτεξούσιο δεν ανήκει στη φύση. Είναι το πρόσωπο.
Αν το αυτεξούσιο θα σε οδηγήσει στην αυτοκτονία ή στον αγιασμό, αυτό είναι το πρόσωπο. Το αυτεξούσιο είναι όντως χαρακτηριστικό της φύσεως.
Και αντί να συγκλονιστεί με αυτό που λέει και να καταλάβει ότι είναι ανεπαρκές, επιμένει ότι το αυτεξούσιο είναι πρόσωπο. Μα το αυτεξούσιο, λοιπόν, είναι προσωπικό.
Αν αύριο κάνω εγώ μια παράβαση τροχαίας, ή εσείς ή ο κύριος αυτός, και πάει στην Τροχαία, τι θα του πει ο δικαστής;
Πάει στο δικαστήριο. Τι θα του πει ο δικαστής; Δεν θα του πει: «Έχεις καταλογισμό, διότι το αυτεξούσιο το χρησιμοποίησες με λάθος τρόπο και παραβίασες το κόκκινο»;
Δεν είναι προσωπικό στοιχείο; Είναι στοιχείο του ανθρώπου, του όντος. Είμαστε προσωπικά όντα, κατ’ εικόνα Προσώπου, που είναι ο Θεός.
Τελεία και παύλα. Αυτό το πράγμα, το να το αρνείται κανείς, σημαίνει να μην ξέρει τους Πατέρες. Για να δούμε, λοιπόν, τι λέει ο Δαμασκηνός, που αναφέρεται ξανά και ξανά.
— Πάτερ, ξαναπείτε λίγο και από ποιο βιβλίο διαβάζετε, για όσους θέλουν να...
— Είναι η Έκδοσις ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως. Είναι το κεφάλαιο «Περὶ θελήματος καὶ αὐτεξουσίου». Λοιπόν, ακούστε:
«Ἰστέον γὰρ ὡς οὐ ταὐτόν ἐστι τὸ θέλειν καὶ τὸ πῶς θέλειν».
Δεν είναι το ίδιο το «θέλειν» και το «πῶς θέλειν». Το θέλειν και το πώς θέλειν.
Είναι του Μαξίμου, αλλά εδώ είναι πολύ πιο όμορφα διατυπωμένο και με μεγαλύτερη ενάργεια.
«Τὸ μὲν θέλειν φύσεως».
Το θέλειν ανήκει στη φύση. «Ὥσπερ καὶ τὸ ὁρᾶν». Όπως και το να βλέπεις ανήκει στη φύση. «Πᾶσι γὰρ ἀνθρώποις πρόσεστι».
Υπάρχει σε όλους τους ανθρώπους.
Γι’ αυτό. «Τὸ δὲ πῶς θέλειν οὐ φύσεως, ἀλλὰ τῆς ἡμετέρας γνώμης».
Το πώς θέλει δεν είναι της φύσεως, αλλά της γνώμης.
Σαφέστατο, τουλάχιστον. Σαφέστατο, λέω, τουλάχιστον. Ακούστε παρακάτω να δείτε πόσο πιο...
«Ὥσπερ καὶ τὸ πῶς ὁρᾶν, καλῶς ἢ κακῶς».
Όπως και το πώς βλέπεις, καλώς ή κακώς, είναι της γνώμης. Της γνώμης.
Είναι συνδεδεμένα τα δύο. Δεν υπάρχει το ένα χωρίς το άλλο.
«Οὐ γὰρ πάντες ἄνθρωποι ὁμοίως θέλουσιν».
Δεν θέλουν όλοι οι άνθρωποι το ίδιο.
«Οὐ γὰρ πάντες ἄνθρωποι ὁμοίως θέλουσιν», ούτε βλέπουν το ίδιο.
«Τοῦτο δὲ καὶ ἐπὶ τῶν ἐνεργειῶν δώσομεν».
Αυτό συμβαίνει και με τις ενέργειες.
«Τὸ γὰρ πῶς θέλειν καὶ πῶς ὁρᾶν καὶ πῶς ἐνεργεῖν τρόπος ἐστὶ τῆς τοῦ θέλειν καὶ ὁρᾶν καὶ ἐνεργεῖν χρήσεως».
Να ο λόγος και ο τρόπος. Ο τρόπος, λοιπόν, της ενέργειας. Ο τρόπος της όρασης. Ο τρόπος της θέλησης.
Λέει εδώ: ανήκει στη γνώμη μόνο του κεχρημένου προσώπου. Και ανήκει προσωπικά μόνο σε αυτόν που το κάνει έτσι. Δηλαδή, το πώς ενεργείς ξεχωρίζει εσένα.
«Καὶ τὸν ἄλλον αὐτοῦ κατὰ τὴν κοινῶς λεγομένην διαφορὰν χωρίζων».
Μας ξεχωρίζει τον έναν από τον άλλον. Το πώς θα χρησιμοποιήσουμε το θέλειν, το οράν και το ενεργείν.
Έτσι, χρήση. Πώς θέλειν, πώς οράν. Ο τρόπος της θέλησης, το θέλειν, και του οράν και του ενεργείν, χρήση.
Λέει πουθενά εδώ ότι αυτό είναι μεταπτωτικό; Ε;
Λέει πουθενά εδώ ότι αυτό είναι μετά την πτώση; Λέει πουθενά εδώ ότι αυτό συνέβη μετά την πτώση; Να το ρωτήσω και τέταρτη φορά.
Λέει εδώ πουθενά ότι αυτό συνέβη μετά την πτώση; Μη γελοιοποιούμε αυτά πια. Είναι τόσο σαφή τα κείμενα.
Λέγεται οὕτω μὲν ἁπλῶς «θέλησις» είτε «θελητικὴ δύναμις». Το ένα ονομάζεται θέληση, η λογική ούσα όρεξη, και θέλημα φυσικόν. Είναι λογική όρεξη, φυσικό θέλημα.
«Τὸ δὲ πῶς θέλειν, ἤτοι τὸ τί θέλειν, ὑποκείμενον θελητὸν ἢ θέλημα γνωμικόν».
Υπάρχει μεγαλύτερη σαφήνεια από εδώ;
Λέει ότι αυτό έγινε μετά την πτώση πουθενά; Λέει ότι καταντήσαμε να έχουμε θέλημα γνωμικό; Λέει ότι κάποτε είχαμε μόνο φυσικό;
Όχι. Δεν υπάρχει φύση γυμνή. Δεν υπάρχει υπόσταση παρά μόνο σε εκφράσεις του φυσικού. Ένα είναι τα δύο.
Εδώ λέει ότι ο Γιάννης, ο Κώστας, ο πατήρ Νικόλαος ενεργούν, θέλουν, κινούνται, επειδή είναι κατά φύσιν κινητικά και θελητικά όντα. Αλλά ταυτόχρονα το πώς κινείται ο καθένας, το πώς θέλει ο καθένας, το πώς ενεργεί ο καθένας, είναι της υποστάσεως, του προσώπου του καθενός.
Και δεν λέει ότι αυτό έγινε μετά την πτώση πουθενά.
Συνεχίζω.
«Θελητικὸν δέ ἐστι τὸ πεφυκὸς θέλειν».
Θελητικό είναι αυτό που έχει ως φύση να θέλει.
«Θελητικὴ δέ ἐστιν ἡ θεία φύσις, ὡσαύτως δὲ καὶ ἡ ἀνθρωπίνη».
Θελητική είναι και η θεία, θελητική είναι και η ανθρώπινη.
«Θέλων δὲ ὁ κεχρημένος τῇ θελήσει, ἤτοι ἡ ὑπόστασις, οἷον ὁ Πέτρος».
Δεν υπάρχει πιο μεγάλη σαφήνεια.
Να το ξαναπώ: ο θέλων. Η θέληση είναι η θελητική δύναμη και, από την άλλη, ο θέλων, αυτός ο κεχρημένος τῇ θελήσει, που χρησιμοποιεί τη θέληση, δηλαδή η υπόσταση, δηλαδή ο Πέτρος, παραδείγματος χάριν.
Πείτε μου: υπάρχει τρομακτική ενάργεια εδώ και καθαρότητα ή όχι; Σαφήνεια. Είναι συγκλονιστική σαφήνεια.
Και απορεί κανείς πώς μπορούν να βγουν αυτά τα συμπεράσματα και όλο αυτό το τεράστιο μπέρδεμα, το οποίο δείχνει και απουσία διαλεκτικής ικανότητας και στοχαστικής ικανότητας, στοιχειώδους.
Εντάξει. Υποτίθεται έχουμε και ένα πτυχίο Θεολογίας, ή δεν υποτίθεται;
Έχω κάνει δάσκαλος χρόνια και έχω κόψει πολλούς με τέτοιο τρόπο. Εντάξει; Δεν θα έδινα ένα πτυχίο σε κάποιον ο οποίος αυτά τα πράγματα θα μου τα έλεγε όπως τα λέει ο κριτικός μου. Πτυχίο δεν θα του έδινα.
Και ξέρουν οι μαθητές μου πόσο αυστηρός ήμουν σε μερικά πράγματα και πόσο, εντάξει, καθόλου αυτονόητο θα ήταν να περάσουν τη Δογματική. Λέγανε: «Πέρασα Δογματική, πήρα πτυχίο». Και το έκανα, γιατί αισθανόμουν ευθύνη σε αυτό.
Λοιπόν, υπάρχει μια γνώμη στον Άγιο Μάξιμο ότι, μετά την πτώση, η θέληση, επειδή ακριβώς έγινε αυτοείδωλον ο άνθρωπος, έγινε νάρκισσος, έγινε φίλαυτος — δεν είναι τόσο ωραία εξηγημένα αυτά τα πράγματα; — κατατέμνει τη φύση σε πολλά κομμάτια.
Ναι, αλλά σκοπός της φύσεως και της θελήσεως είναι, με το γνωμικό θέλημα, να τα ξαναενώσει όλα αυτά.
Εξ ου και το περίφημο χριστολογικό που λέω εγώ στο βιβλίο μου για την εκκλησιολογία, πριν από 23 χρόνια εκδοθέν — μάλλον 24 χρόνια πριν —, το οποίο έκανε και μια αξιόλογη καριέρα στη Δύση, μεταφρασμένο και σε ανηγμένη μορφή. Πριν από 10 χρόνια εκδόθηκε εκεί από το St Vladimir’s Press.
ΕΙΝΑΙ ΒΑΡΕΤΟΣ ΑΛΛΑ Ο ΤΟΜΑΖΟΣ ΤΟΝ ΤΡΟΜΑΞΕ ΤΟ ΑΓΚΑΘΙ ΤΟΥ ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΥ ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ (σαν τον Παισιο) Ο Τ(Ρ)ΟΜΑΖΟΣ
Άγιος Σιλουανός
Μέρος β
VI. Για το θέλημα του Θεού και την ελευθερία α
Μέρος β
VI. Για το θέλημα του Θεού και την ελευθερία α
Πώς μπορείς να γνωρίσεις αν ζεις σύμφωνα με το θέλημα του Θεού;
Ιδού το σημάδι: αν στενοχωριέσαι για κάποιο πράγμα, αυτό σημαίνει ότι δεν έχεις παραδοθεί ολοκληρωτικά στο θέλημα του Θεού, ακόμη και αν σου φαίνεται ότι ζεις σύμφωνα με αυτό.
Όποιος ζει σύμφωνα με το θέλημα του Θεού δεν ανησυχεί για τίποτε. Και αν χρειάζεται κάποιο πράγμα, παραδίδει στον Θεό και τον εαυτό του και το πράγμα αυτό· και αν δεν λάβει εκείνο που χρειάζεται, παραμένει εξίσου ήρεμος, σαν να το είχε λάβει.
Η ψυχή που παραδόθηκε στο θέλημα του Θεού δεν φοβάται τίποτε: ούτε την καταιγίδα ούτε τους ληστές, τίποτε. Ό,τι και αν συμβεί, λέει: «Έτσι ευαρεστείται ο Θεός». Αν είναι άρρωστη, σκέφτεται: «Αυτό σημαίνει ότι χρειάζομαι την αρρώστια· διαφορετικά ο Θεός δεν θα μου την έδινε».
Και έτσι διατηρείται η ειρήνη στην ψυχή και στο σώμα.
* * *
Όποιος μεριμνά για τον ίδιο του τον εαυτό δεν μπορεί να παραδοθεί στο θέλημα του Θεού με τέτοιον τρόπο, ώστε η ψυχή του να έχει ειρήνη στον Θεό. Η ταπεινή ψυχή όμως είναι παραδομένη στο θέλημα του Θεού και ζει ενώπιόν Του με φόβο και αγάπη. Με φόβο, μήπως προσβάλει σε κάτι τον Θεό· με αγάπη, επειδή η ψυχή γνώρισε πόσο μας αγαπά ο Κύριος.
Ιδού το σημάδι: αν στενοχωριέσαι για κάποιο πράγμα, αυτό σημαίνει ότι δεν έχεις παραδοθεί ολοκληρωτικά στο θέλημα του Θεού, ακόμη και αν σου φαίνεται ότι ζεις σύμφωνα με αυτό.
Όποιος ζει σύμφωνα με το θέλημα του Θεού δεν ανησυχεί για τίποτε. Και αν χρειάζεται κάποιο πράγμα, παραδίδει στον Θεό και τον εαυτό του και το πράγμα αυτό· και αν δεν λάβει εκείνο που χρειάζεται, παραμένει εξίσου ήρεμος, σαν να το είχε λάβει.
Η ψυχή που παραδόθηκε στο θέλημα του Θεού δεν φοβάται τίποτε: ούτε την καταιγίδα ούτε τους ληστές, τίποτε. Ό,τι και αν συμβεί, λέει: «Έτσι ευαρεστείται ο Θεός». Αν είναι άρρωστη, σκέφτεται: «Αυτό σημαίνει ότι χρειάζομαι την αρρώστια· διαφορετικά ο Θεός δεν θα μου την έδινε».
Και έτσι διατηρείται η ειρήνη στην ψυχή και στο σώμα.
* * *
Όποιος μεριμνά για τον ίδιο του τον εαυτό δεν μπορεί να παραδοθεί στο θέλημα του Θεού με τέτοιον τρόπο, ώστε η ψυχή του να έχει ειρήνη στον Θεό. Η ταπεινή ψυχή όμως είναι παραδομένη στο θέλημα του Θεού και ζει ενώπιόν Του με φόβο και αγάπη. Με φόβο, μήπως προσβάλει σε κάτι τον Θεό· με αγάπη, επειδή η ψυχή γνώρισε πόσο μας αγαπά ο Κύριος.
Όσιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς
Στη δημιουργία του κόσμου ο Θεός είπε: «ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ᾿ εἰκόνα ἡμετέραν καὶ καθ᾿ ὁμοίωσιν» (Γεν.1, 26). Η εικόνα του Θεού στον άνθρωπο εκδηλώνεται στις νοητικές του ικανότητες, στην εξουσία του πάνω στη φύση, στην ισχύ του, στην δυνατότητά του να δημιουργεί. Η ομοίωση του Θεού εκφράζεται με τις ηθικές του τελειότητες, τις πνευματικές του αναζητήσεις, τη δυνατότητα να φτάσει στην αγιότητα.
Στον άνθρωπο έμεινε ο νους και όλα τα άλλα, τα οποία ήταν εικόνα του Θεού. Για να τα αναπτύξουμε, όμως, πρέπει να καταβάλλουμε μεγάλες προσπάθειες, με τις οποίες αποκαθίσταται σε πολύ μικρό βαθμό αυτό που διέθεταν με πληρότητα οι προπάτορές μας. Στον άνθρωπο έμεινε, ως ένα βαθμό, η τάση του να φτάσει στο καθ΄ ομοίωση του Θεού, αν και μερικές φορές πέφτει τόσο που να μην μπορείς να τον αναγνωρίσεις.
Η εικόνα και η ομοίωση του Θεού, σύμφωνα με τα οποία δημιουργήθηκαν οι πρωτόπλαστοι, εκφράζονταν πλήρως σε αυτούς, πριν από την πτώση. Η αμαρτία διέφθειρε και το ένα και το άλλο, αν και δεν τα στέρησε τελείως από τον άνθρωπο.
Στον άνθρωπο έμεινε ο νους και όλα τα άλλα, τα οποία ήταν εικόνα του Θεού. Για να τα αναπτύξουμε, όμως, πρέπει να καταβάλλουμε μεγάλες προσπάθειες, με τις οποίες αποκαθίσταται σε πολύ μικρό βαθμό αυτό που διέθεταν με πληρότητα οι προπάτορές μας. Στον άνθρωπο έμεινε, ως ένα βαθμό, η τάση του να φτάσει στο καθ΄ ομοίωση του Θεού, αν και μερικές φορές πέφτει τόσο που να μην μπορείς να τον αναγνωρίσεις.
Για να επιστραφεί στον άνθρωπο η πρωτόπλαστη εγγύτητα στον Θεό, κατέβηκε στη γη και ενσαρκώθηκε ο Υιός του Θεού. Έλαβε πάνω Του όλη την ανθρώπινη φύση, έγινε σε όλα άνθρωπος, εκτός της αμαρτίας. Ήρθε για να ανακτήσει το δημιουργηθέν κατ΄ εικόνα του Θεού κάλλος μας. Ναι μεν, ο Θεός δημιούργησε κατ΄ εικόνα και καθ΄ ομοίωσή Του τον άνθρωπο, που μέχρι τότε δεν υπήρχε, και ναι μεν, ο άνθρωπος δεν συμμετείχε με κανένα τρόπο στη δημιουργία του, όμως, για την ανάκτηση της πρώτης εικόνας απαιτείται η συμμετοχή και του ίδιου του ανθρώπου. Ο άνθρωπος πρέπει να τείνει προς την τελειότητα, έτσι ώστε με τη χάρη και τη βοήθεια του Θεού να την αποκτήσει. Ο Κύριος έδειξε, με τη διδασκαλία Του, το δρόμο προς την τελειότητα. Με το παράδειγμά Του το έδειξε. Αυτός είναι ο δρόμος της ηθικής τελειοποίησης, της αυταπάρνησης, της ετοιμότητας για να αποβάλει κάποιος κάθε τι το αμαρτωλό. Η αμαρτία μπήκε πολύ βαθιά στην ανθρώπινη φύση, σαν να έγινε ένα με αυτήν. Ο άνθρωπος γεννιέται με τους βλαστούς της αμαρτίας και η απελευθέρωσή του από αυτήν είναι κάτι σαν πάλη με τον εαυτό του. Γι΄ αυτό, αυτή η πάλη είναι βασανιστική. Όμως, είναι αναγκαία για να πλησιάσουμε στον Θεό. Ο Χριστός εἶπε: «εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθείτω μοι» (Μτ 16, 24). Ο Σταυρός που πρέπει να πάρει κανείς είναι ακριβώς αυτή η πάλη με τις αδυναμίες, τα κακά και την αμαρτία μας.
Ψυχή Αγέννητος- Άγιος Μάξιμος ο ομολογητής.
“Πεύσεις και αποκρίσεις”, τόμος 14Α, εκδόσεις Μερετάκη, Ερώτησις 104, Απόκρισις:
«Η ψυχή, νους υπάρχουσα κατά την δύναμιν αυτής, έχει ως αγέννητον εαυτήν, εαυτώ γεννώντα γεννητώς, ως είναι τον λόγον τον εν τω νω και εκ του νου γεννώμενον άλλον αυτώ εκείνο τον γεννώντα νουν μετά της κατά την γέννησιν ιδιότητος της μηδαμώς δεχομένης αντιστροφήν.
Διότι άφετον και απλούν κατά την ουσίαν η μόνον το Θείον, τα δε άλλα πάντα, όσα μετά Θεόν και εκ Θεού το είναι έχει, εξ ουσίας και ποιότητος ήτουν δυνάμεως είναι, τουτέστιν εξ ουσίας και συμβεβηκότος.
Αυτός ουν ο λόγος ο ούτω και ων και γεννώμενος, της υπουργού φύσεως την φωνήν λαμβάνων, προφέρεται και γεννά λόγον εν άλλω νοί, διά της του δεχομένου ακοής τω νω παραπεμπόμενος.»
"Θέλεις να αγαπάσαι από όλους, να αξιώνεσαι συγγνώμης και θεωρείς βαρύ και ανυπόφορον το να κατακρίνεσαι και μάλιστα ενώ έπταισες και λίγο; Αγάπα τότε και συ τους πάντες, να είσαι συγχωρητικός, άπεχε από την κατάκρισι, βλέποντας κάθε άνθρωπον σαν τον εαυτόν σου και έτσι να αποφασίζης και να ενεργής, με αυτήν την διάθεσι. «Τούτο γαρ έστι το θέλημα του Θεού» λέγει ο κορυφαίος των Αποστόλων Πέτρος, «αγαθοποιούντας φιμούν (να φιμώνουμε) την των αφρόνων ανθρώπων αγνωσίαν», εκείνων δηλαδή που μας εχθρεύονται ματαίως και δεν θέλουν να δώσουν σε άλλους εκείνα που επιθυμούν αυτοί να λαμβάνουν από άλλους.
Πράγματι πως δεν είναι άφρων όποιος, ενώ ανήκουμε όλοι στην ιδία φύσιν αυτός δεν αντιμετωπίζει το θέμα με τον ίδιον τρόπον, ούτε αποδίδει την ιδίαν κρίσι, μολονότι ενυπάρχουν σ΄ εμάς φυσικώς και η κρίσις αυτή και η θέλησις; Διότι στο να θέλωμε να αγαπώμεθα και να ευεργετούμεθα από όλους, όπως και από τον εαυτόν μας, είμεθα όλοι αυτοκίνητοι. Επομένως και το να θέλωμε να αγαθοποιούμε και να έχωμε καλήν διάθεσι προς όλους, όπως και προς τους εαυτούς μας, είναι έμφυτο σ΄ εμάς, επειδή όλοι έχουμε γίνει κατ΄ εικόνα του αγαθού.
Πράγματι πως δεν είναι άφρων όποιος, ενώ ανήκουμε όλοι στην ιδία φύσιν αυτός δεν αντιμετωπίζει το θέμα με τον ίδιον τρόπον, ούτε αποδίδει την ιδίαν κρίσι, μολονότι ενυπάρχουν σ΄ εμάς φυσικώς και η κρίσις αυτή και η θέλησις; Διότι στο να θέλωμε να αγαπώμεθα και να ευεργετούμεθα από όλους, όπως και από τον εαυτόν μας, είμεθα όλοι αυτοκίνητοι. Επομένως και το να θέλωμε να αγαθοποιούμε και να έχωμε καλήν διάθεσι προς όλους, όπως και προς τους εαυτούς μας, είναι έμφυτο σ΄ εμάς, επειδή όλοι έχουμε γίνει κατ΄ εικόνα του αγαθού.
Αλλά όταν εισήλθε μέσα μας και επληθύνθη η αμαρτία, την μεν προς τον εαυτόν μας αγάπη δεν την έσβεσε, αφού σε τίποτε δεν της εναντιώνεται, ενώ την προς αλλήλους αγάπην, ως κορυφήν των αρετών την κατέψυξε, την ηλλοίωσε και την αχρήστευσεν. Όθεν αυτός που ανακαινίζει την φύσι μας και την ανακαλεί προς την χάριν της εικόνος της, δίδοντας τους ιδικούς του νόμους κατά το προφητικόν, στις καρδίες μας, λέγει «καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως» και «ει αγαπάτε τους αγαπώντας υμάς, ποία υμίν χάρις εστί; και γαρ οι αμαρτωλοί τούτο ποιούσι· και εάν δανείζητε παρ΄ ων ελπίζετε απολαβείν, ποία υμίν χάρις εστί; Και γαρ αμαρτωλοί αμαρτωλοίς δανείζουσιν, ίνα απολάβωσι τα ίσα»."
Ο ΚΥΡΙΟΣ ΛΟΙΠΟΝ ΑΝΑΚΑΙΝΙΣΕ ΤΟ ΚΑΤ'ΕΚΟΝΑ ΚΑΙ ΟΜΟΙΩΣΗ ΜΕ ΤΟ ΒΑΠΤΙΣΜΑ ΚΑΙ ΤΙΣ ΕΝΟΛΕΣ ΤΟΥ.
ΧΑΝΟΝΤΑΣ ΤΟ ΚΑΘ' ΟΜΟΙΩΣΙΝ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΔΥΝΑΜΙ ΤΟΥ ΚΑΤ'ΕΙΚΟΝΑ ΛΑΤΡΕΥΕΙ ΣΑΝ ΘΕΟ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΟΥ. ΑΥΤΟ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΦΙΛΑΥΤΙΑ. ΝΑΡΚΙΣΣΙΣΜΟΣ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου