Συνέχεια από Δευτέρα 14. Σεπτεμβρίου 2026
Ο Kant και το Πρόβλημα της Μεταφυσικής 14
Του Martin Heidegger
Του Martin Heidegger
Η αποσυναρμολόγηση της ιδέας μιας Θεμελιακής Οντολογίας μέσω της ερμηνευτικής ανάλυσης της Κριτικής του Καθαρού Λόγου ως θεμελίωσης της Μεταφυσικής
ΔΕΥΤΕΡΟ ΤΜΗΜΑ
Η θεμελίωση της μεταφυσικής στην πραγμάτωσή της
Β. Τα στάδια της εκτέλεσης του σχεδίου της εσωτερικής δυνατότητας της Οντολογίας
β) Η καθαρή σκέψη μέσα στην πεπερασμένη γνώση
§ 19. Υπέρβαση και αισθητοποίηση
Ένα πεπερασμένο ον, ακριβώς όταν το ον πρόκειται να αποκαλυφθεί ως κάτι ήδη παρόν, πρέπει να μπορεί να το προσλάβει. Η πρόσληψη, όμως, προϋποθέτει για τη δυνατότητά της κάτι σαν στροφή προς αυτό· και μάλιστα όχι οποιαδήποτε στροφή, αλλά μία τέτοια που καθιστά εκ των προτέρων δυνατή τη συνάντηση με το ον. Για να μπορεί, όμως, το ον να προσφέρεται ως τέτοιο, πρέπει ο ίδιος ο ορίζοντας της δυνατής συνάντησής του να έχει τον χαρακτήρα προσφοράς.
Η στροφή προς το ον πρέπει να είναι καθ’ εαυτήν ένα προεικονιστικό προβάδισμα, το οποίο προβάλλει ενώπιόν του το προσφερόμενο εν γένει.
Για να μπορεί, όμως, ο ορίζοντας του αφήνειν-να-στέκεται-απέναντι να λειτουργεί ως τέτοιος, ο χαρακτήρας αυτός της προσφοράς πρέπει να μπορεί να γίνει αντιληπτός. Αντιληπτό σημαίνει: άμεσα προσλήψιμο μέσα στην εποπτεία. Ο ορίζοντας πρέπει, επομένως, να προσφέρεται εκ των προτέρων και διαρκώς ως αντιληπτή προσφορά, ως καθαρή όψη. Από αυτό προκύπτει ότι το αφήνειν-να-στέκεται-απέναντι του πεπερασμένου νου πρέπει να προσφέρει εποπτικά την αντικειμενικότητα ως τέτοια· δηλαδή ότι ο καθαρός νους πρέπει να θεμελιώνεται σε μια καθαρή εποπτεία που τον καθοδηγεί και τον στηρίζει.
Τι ανήκει, όμως, σε αυτή την κατάσταση-αντιληπτού του ορίζοντα τής εκ των προτέρων στροφής προς το ον; Το πεπερασμένο ον που στρέφεται προς αυτό πρέπει να μπορεί να καταστήσει τον ορίζοντα εποπτικό για τον ίδιο του τον εαυτό· πρέπει, δηλαδή, να μπορεί από μόνο του να «μορφώνει» την όψη της προσφοράς. Εάν, όμως, όπως έδειξε η υπερβατολογική παραγωγή, η καθαρή εποπτεία —ο χρόνος— βρίσκεται σε ουσιώδη σχέση με την καθαρή σύνθεση, τότε η καθαρή δύναμη της φαντασίας επιτελεί τη μόρφωση της όψεως του ορίζοντα. Δεν «μορφώνει», όμως, απλώς την εποπτική αντιληπτότητα του ορίζοντα, «δημιουργώντας» τον ως ελεύθερη στροφή προς το ον· αλλά, ως μορφοποιούσα με αυτή την έννοια, είναι «μορφοποιός» και με μια δεύτερη σημασία: παρέχει εν γένει κάτι σαν «εικόνα».
Η έκφραση «εικόνα» πρέπει εδώ να ληφθεί με την πλέον πρωταρχική της έννοια, σύμφωνα με την οποία λέμε ότι το τοπίο προσφέρει μια ωραία «εικόνα» —μια όψη— ή ότι η συγκέντρωση παρουσίαζε μια θλιβερή «εικόνα» —μια όψη. Και ο Kant, ήδη στη δεύτερη οδό της παραγωγής, η οποία εκκινεί από την εσωτερική συνάφεια του χρόνου με την καθαρή δύναμη της φαντασίας, λέει για τη δύναμη της φαντασίας, την «Imagination», ότι «οφείλει να φέρει σε μια εικόνα».¹²⁶
Μόνο μέσα στη συντέλεση αυτής της διπλής μόρφωσης —της παροχής μιας όψεως— καθίσταται ορατό το θεμέλιο της δυνατότητας της υπέρβασης και γίνεται κατανοητός ο αναγκαίος εποπτικός χαρακτήρας της ουσίας της, η οποία στέκεται εκ των προτέρων απέναντι και προσφέρεται. Η υπέρβαση, όμως, είναι κατά κάποιον τρόπο η ίδια η περατότητα. Εάν, αφήνοντας κάτι να στέκεται απέναντι, πρέπει να καταστήσει εποπτικό τον ορίζοντα που μορφώνεται μέσα σε αυτήν, και εάν η πεπερασμένη εποπτεία ονομάζεται αισθητικότητα, τότε η προσφορά της όψεως δεν μπορεί παρά να αποτελεί αισθητοποίηση του ορίζοντα. Ο ορίζοντας της υπέρβασης μπορεί να μορφωθεί μόνο μέσα σε μια αισθητοποίηση.
Από τη σκοπιά του καθαρού νου, το αφήνειν-να-στέκεται-απέναντι είναι παράσταση ενοτήτων ως τέτοιων, οι οποίες ρυθμίζουν κάθε ενοποίηση —είναι, δηλαδή, παράσταση καθαρών εννοιών. Επομένως, η υπέρβαση μορφώνεται μέσα στην αισθητοποίηση των καθαρών εννοιών. Επειδή αποτελεί μια εκ των προτέρων στροφή προς το ον, πρέπει και αυτή η αισθητοποίηση να είναι καθαρή.
Η καθαρή αισθητοποίηση συντελείται ως «σχηματισμός».
Η καθαρή δύναμη της φαντασίας, σχηματίζοντας σχήματα, παρέχει εκ των προτέρων την όψη —την «εικόνα»— του ορίζοντα της υπέρβασης. Το ότι, ωστόσο, δεν αρκεί απλώς η υπόδειξη μιας τέτοιας αισθητοποίησης —πέρα από το γεγονός ότι αυτή δεν μπορεί πράγματι να καταδειχθεί εάν προηγουμένως δεν είναι γνωστή η ουσία της— μπορεί να συναχθεί ήδη από την ίδια την ιδέα μιας καθαρής αισθητοποίησης.
Αισθητικότητα σημαίνει για τον Kant πεπερασμένη εποπτεία. Η καθαρή αισθητικότητα πρέπει να είναι μια τέτοια εποπτεία, η οποία προσλαμβάνει εκ των προτέρων το εποπτεύσιμο, πριν από κάθε εμπειρική πρόσληψη. Η πεπερασμένη εποπτεία, όμως, ακριβώς κατά την εποπτεία δεν μπορεί να παράγει ένα εποπτεύσιμο ον. Η καθαρή αισθητοποίηση πρέπει, επομένως, να είναι πρόσληψη κάποιου πράγματος που μορφώνεται για πρώτη φορά μέσα στην ίδια την πρόσληψη· δηλαδή μιας όψεως η οποία, ωστόσο, δεν παρουσιάζει το ον.
Ποιον χαρακτήρα έχει, συνεπώς, το εποπτεύσιμο της καθαρής αισθητικότητας; Μπορεί να έχει τον χαρακτήρα μιας «εικόνας»; Τι σημαίνει εικόνα; Σε τι διαφέρει από την εικόνα η όψη που «μορφώνεται» μέσα στην καθαρή δύναμη της φαντασίας, δηλαδή το καθαρό σχήμα; Με ποια έννοια μπορεί τελικά και το σχήμα να αποκληθεί «εικόνα»; Χωρίς προηγούμενη ερμηνεία αυτών των φαινομένων της αισθητοποίησης, ο σχηματισμός ως θεμέλιο της υπέρβασης παραμένει τυλιγμένος σε απόλυτο σκοτάδι.
§ 20. Εικόνα και σχήμα
Αισθητοποίηση σημαίνει γενικά τον τρόπο με τον οποίο ένα πεπερασμένο ον μπορεί να καταστήσει κάτι εποπτικό για τον εαυτό του, δηλαδή να αποκτήσει μια όψη —μια εικόνα— κάποιου πράγματος. Ανάλογα με το τι έρχεται στο βλέμμα και με ποιον τρόπο έρχεται, η όψη ή η εικόνα σημαίνει κάτι διαφορετικό.
Εικόνα μπορεί αρχικά να σημαίνει την όψη ενός συγκεκριμένου όντος, εφόσον αυτό αποκαλύπτεται ως παρόν. Το ον προσφέρει την όψη του. Κατ’ επέκταση αυτής της σημασίας, εικόνα μπορεί επίσης να σημαίνει την απεικονιστική όψη κάποιου παρόντος όντος —το απεικόνισμα—, ή την αναπαραστατική όψη ενός όντος που δεν είναι πλέον παρόν, ή ακόμη την προεικονιστική όψη ενός όντος που πρόκειται να παραχθεί.
Η «εικόνα», όμως, μπορεί επίσης να έχει την εντελώς ευρεία σημασία της όψεως εν γένει, χωρίς να προσδιορίζεται εάν μέσα σε αυτή την όψη καθίσταται εποπτεύσιμο ένα ον ή ένα μη ον.
Ο Kant χρησιμοποιεί πράγματι την έκφραση «εικόνα» και με τις τρεις σημασίες: ως άμεση όψη ενός όντος, ως παρούσα απεικονιστική όψη ενός όντος και ως όψη κάποιου πράγματος εν γένει. Οι σημασίες αυτές της εκφράσεως «εικόνα» δεν διακρίνονται ειδικότερα μεταξύ τους· είναι μάλιστα αμφίβολο εάν οι σημασίες και οι τρόποι υπάρξεως της εικόνας που απαριθμήθηκαν επαρκούν για να διασαφηνίσουν εκείνο που ο Kant πραγματεύεται υπό τον τίτλο «σχηματισμός».
Ο πιο άμεσα γνωστός τρόπος παροχής μιας όψεως —της δημιουργίας εικόνας— είναι η εμπειρική εποπτεία εκείνου που δείχνεται. Εκείνο που δείχνεται έχει εδώ πάντοτε τον χαρακτήρα του άμεσα ορώμενου επιμέρους —του «τούτου-εδώ»—, γεγονός που ασφαλώς δεν αποκλείει την εποπτεία μιας πολλαπλότητας τέτοιων επιμέρους, και μάλιστα ως ενός πλουσιότερου «τούτου-εδώ»· παραδείγματος χάριν, αυτού του επιμέρους όλου, αυτού του τοπίου. Αυτό αποκαλείται όψη —εικόνα—, species, σαν να μας κοιτούσε το ίδιο. Η εικόνα είναι, επομένως, πάντοτε ένα εποπτεύσιμο τούτο-εδώ. Γι’ αυτό και κάθε απεικόνισμα, παραδείγματος χάριν μια φωτογραφία, παραμένει απλώς ένα αντίγραφο εκείνου που δείχνεται άμεσα ως «εικόνα».
Η έκφραση «εικόνα» χρησιμοποιείται εξίσου συχνά με αυτή τη δεύτερη σημασία του απεικονίσματος. Αυτό εδώ το πράγμα, αυτή η παρούσα φωτογραφία, ως αυτό ακριβώς το πράγμα προσφέρει άμεσα μια όψη· είναι εικόνα με την πρώτη και ευρεία έννοια.
Δείχνοντας, όμως, τον εαυτό του, θέλει ακριβώς να δείξει εκείνο το οποίο απεικονίζει. Το να αποκτήσει κανείς μια «εικόνα» με αυτή τη δεύτερη έννοια δεν σημαίνει πλέον απλώς ότι εποπτεύει άμεσα ένα ον, αλλά, παραδείγματος χάριν, ότι αγοράζει ή κατασκευάζει μια φωτογραφία.
Από ένα τέτοιο απεικόνισμα, παραδείγματος χάριν από μια νεκρική προσωπίδα, μπορεί με τη σειρά του να κατασκευαστεί ένα αναπαράσταμα —μια φωτογραφία. Το αναπαράσταμα μπορεί να αναπαριστά άμεσα το απεικόνισμα και έτσι να δείχνει την «εικόνα» —την άμεση όψη— του ίδιου του νεκρού. Η φωτογραφία της νεκρικής προσωπίδας, ως αναπαράσταμα ενός απεικονίσματος, είναι η ίδια εικόνα· είναι όμως εικόνα μόνο επειδή μας παρέχει την «εικόνα» του νεκρού, επειδή τον δείχνει όπως φαίνεται ή όπως φαινόταν. Σύμφωνα με τις σημασίες της εκφράσεως «εικόνα» που προσδιορίστηκαν έως τώρα, αισθητοποίηση σημαίνει, αφενός, τον τρόπο της άμεσης εμπειρικής εποπτείας και, αφετέρου, τον τρόπο της άμεσης θεώρησης ενός απεικονίσματος, μέσα στο οποίο προσφέρεται η όψη ενός όντος.
Η φωτογραφία, όμως, μπορεί επίσης να δείχνει πώς φαίνεται εν γένει κάτι σαν νεκρική προσωπίδα. Η ίδια η νεκρική προσωπίδα μπορεί, με τη σειρά της, να δείξει πώς φαίνεται γενικά κάτι σαν το πρόσωπο ενός νεκρού ανθρώπου. Αυτό, όμως, μπορεί να το δείξει και ο ίδιος ένας συγκεκριμένος νεκρός. Έτσι, η ίδια η προσωπίδα μπορεί να δείξει πώς φαίνεται γενικά μια νεκρική προσωπίδα· ομοίως, η φωτογραφία μπορεί να δείξει όχι μόνο εκείνο που φωτογραφήθηκε, αλλά και πώς φαίνεται γενικά μια φωτογραφία.
Τι δείχνουν, όμως, τώρα οι «όψεις» —οι εικόνες με την ευρύτερη έννοια— αυτού του νεκρού, αυτής της προσωπίδας, αυτής της φωτογραφίας κ.ο.κ.; Ποια «εμφάνιση» —εἶδος, ἰδέα— παρέχουν τώρα; Τι αισθητοποιούν; Δείχνουν πώς φαίνεται κάτι «εν γένει», μέσα στο Ένα που ισχύει για πολλά. Αυτή όμως η ενότητα για πολλά είναι εκείνο το οποίο η παράσταση παριστά με τον τρόπο της έννοιας. Οι όψεις αυτές πρέπει τώρα να υπηρετήσουν την αισθητοποίηση των εννοιών.
Αυτή η αισθητοποίηση δεν μπορεί πλέον να σημαίνει ότι αποκτούμε μια άμεση όψη, μια εποπτεία, μιας έννοιας· διότι η έννοια, ως το παρασταθέν καθολικό, δεν μπορεί να παρασταθεί μέσα σε μια repraesentatio singularis, όπως είναι πράγματι η εποπτεία. Ακριβώς γι’ αυτό, όμως, η έννοια είναι από την ουσία της μη απεικονίσιμη.
Τι σημαίνει, λοιπόν, γενικά αισθητοποίηση μιας έννοιας; Τι ανήκει σε αυτήν; Με ποιον τρόπο συμμετέχει σε αυτή την κατάστηση-εποπτικού η όψη του εκάστοτε εμπειρικά προσιτού παρόντος ή εκείνου που ανακαλείται στην παράσταση, καθώς και η όψη των δυνατών απεικονισμάτων του;
Λέμε, παραδείγματος χάριν, ότι αυτό το αντιληπτό σπίτι δείχνει πώς φαίνεται ένα σπίτι εν γένει, δηλαδή εκείνο που παριστάνουμε μέσα στην έννοια «σπίτι». Με ποιον τρόπο δείχνει αυτή η όψη του σπιτιού το πώς της εμφανίσεως ενός σπιτιού εν γένει; Το ίδιο το σπίτι προσφέρει βέβαια αυτή τη συγκεκριμένη όψη. Ωστόσο, δεν βυθιζόμαστε σε αυτήν προκειμένου να μάθουμε πώς ακριβώς φαίνεται αυτό το σπίτι. Αντιθέτως, το σπίτι αυτό δείχνεται ως κάτι που, για να είναι σπίτι, δεν είναι αναγκαίο να φαίνεται έτσι όπως πράγματι φαίνεται. Μας δείχνει «μόνο» τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να φαίνεται ένα σπίτι.
Αυτό το πώς της δυνατής εμπειρικής εμφανίσεως είναι εκείνο που παριστάνουμε ενώπιον αυτού του συγκεκριμένου σπιτιού. Ένα σπίτι θα μπορούσε να φαίνεται έτσι. Αυτό ακριβώς το παρόν σπίτι, με τη συγκεκριμένη του εμφάνιση, έχει επιλέξει μία δυνατότητα μέσα από τον κύκλο των δυνατών εμφανίσεων. Το αποτέλεσμα, όμως, αυτής της επιλογής δεν μας ενδιαφέρει περισσότερο από τα αποτελέσματα των επιλογών που έχουν συντελεστεί μέσα από την πραγματική εμφάνιση άλλων σπιτιών. Εκείνο προς το οποίο στρέφεται η προσοχή μας είναι ο ίδιος ο κύκλος της δυνατής εμφανίσεως· ακριβέστερα, εκείνο που χαράσσει αυτόν τον κύκλο, εκείνο που ρυθμίζει και προδιαγράφει πώς πρέπει γενικά να φαίνεται κάτι, ώστε να μπορεί να προσφέρει την αντίστοιχη όψη ενός σπιτιού. Αυτή η προδιαγραφή του κανόνα δεν αποτελεί κατάλογο με την έννοια μιας απλής απαρίθμησης των «γνωρισμάτων» που υπάρχουν σε ένα σπίτι, αλλά μια «σκιαγράφηση» του συνόλου όσων εννοούνται με κάτι σαν το «σπίτι».
Αυτό, όμως, που εννοείται μπορεί γενικά να νοηθεί μόνο εφόσον παρίσταται ως εκείνο που ρυθμίζει τη δυνατή ένταξη αυτής της συνάφειας σε μια εμπειρική όψη. Μόνο μέσα στην παράσταση του τρόπου με τον οποίο ο κανόνας ρυθμίζει την εγγραφή σε μια δυνατή όψη μπορεί η ενότητα της έννοιας να παρασταθεί ως ενοποιητική ενότητα που ισχύει για πολλά. Εάν η έννοια είναι εν γένει εκείνο που χρησιμεύει ως κανόνας, τότε εννοιακή παράσταση σημαίνει την εκ των προτέρων παροχή του κανόνα μιας δυνατής παραγωγής όψεως κατά τον τρόπο της ρύθμισής της. Μια τέτοια παράσταση αναφέρεται, ως προς την ίδια της τη δομή, αναγκαία σε μια δυνατή όψη και αποτελεί, επομένως, ιδιαίτερο είδος αισθητοποίησης.
Η αισθητοποίηση αυτή δεν παρέχει καμία άμεση εποπτική όψη της έννοιας. Εκείνο που εμφανίζεται αναγκαία μέσα της ως άμεση όψη δεν αποτελεί το ιδιαίτερο θεματικό αντικείμενο της πρόθεσης, αλλά νοείται ως το δυνάμενο να παρουσιαστεί μέσα στην παρουσίαση, της οποίας παρίσταται ο τρόπος ρύθμισης. Έτσι, μέσα στην εμπειρική όψη εμφανίζεται ακριβώς ο κανόνας κατά τον τρόπο της ρυθμιστικής του λειτουργίας.
Αυτή, όμως, η αισθητοποίηση όχι μόνο δεν παρέχει άμεση όψη της έννοιας ως ενότητας, αλλά ούτε και η ίδια η ενότητα νοείται θεματικά ως ελεύθερα αιωρούμενο παραστατικό περιεχόμενο. Η εννοιακή ενότητα είναι αυτό που μπορεί και πρέπει να είναι ως ενοποιητική μόνο όταν λειτουργεί ως ρυθμιστική. Η ενότητα δεν συλλαμβάνεται άμεσα· αντιθέτως, βρίσκεται στο βλέμμα ως εκείνο που προσδιορίζει ουσιωδώς τη ρύθμιση, μόνο όταν αποστρέφουμε το βλέμμα από την ίδια και το στρέφουμε προς τον τρόπο με τον οποίο προσδιορίζει τον κανόνα. Αυτή η αποστροφή του βλέμματος από την ενότητα δεν την εξαφανίζει εντελώς από το βλέμμα, αλλά ακριβώς με αυτόν τον τρόπο διατηρεί την ενότητα στην προοπτική ως ρυθμιστική.
Η παράσταση της διαδικασίας της ρύθμισης ως τέτοιας είναι η κατεξοχήν εννοιακή παράσταση. Εκείνο που έως τώρα αποκαλούνταν έτσι —η παράσταση μιας ενότητας που ισχύει για πολλά— αποτελούσε απλώς ένα αποσπασμένο στοιχείο της έννοιας· η έννοια, ως προς τη λειτουργία της ως κανόνα της ιδιαίτερης αισθητοποίησης που περιγράφηκε, παρέμενε ακριβώς συγκαλυμμένη.
Εάν, όμως, κατά την αισθητοποίηση δεν παρίσταται θεματικά ούτε η εμπειρική όψη ούτε η απομονωμένη έννοια, αλλά η «προδιαγραφή» του κανόνα παραγωγής της εικόνας, τότε και αυτή χρειάζεται ακριβέστερο χαρακτηρισμό. Ο κανόνας παρίσταται μέσα στο πώς της ρυθμιστικής του λειτουργίας, δηλαδή στον τρόπο με τον οποίο υπαγορεύει τον εαυτό του μέσα στην παρουσιάζουσα όψη, ρυθμίζοντας την παρουσίαση. Η παράσταση του πώς της ρύθμισης είναι η ελεύθερη «μόρφωση», η οποία δεν δεσμεύεται από κάποιο συγκεκριμένο παρόν ον, μιας αισθητοποίησης ως παραγωγής εικόνας με την έννοια που προσδιορίστηκε.
Μια τέτοια αισθητοποίηση συντελείται πρωταρχικά μέσα στη δύναμη της φαντασίας. «Αυτή, λοιπόν, την παράσταση μιας γενικής διαδικασίας της δύναμης της φαντασίας, μέσω της οποίας παρέχεται σε μια έννοια η εικόνα της, την ονομάζω σχήμα αυτής της έννοιας».¹²⁷ Η σχηματοποίηση, κατά την επιτέλεσή της ως τρόπος αισθητοποίησης των εννοιών, ονομάζεται σχηματισμός. Το σχήμα πρέπει βέβαια να διακρίνεται από την εικόνα, αλλά συγχρόνως αναφέρεται σε κάτι σαν εικόνα· δηλαδή ο χαρακτήρας της εικόνας ανήκει αναγκαία στο σχήμα. Έχει, όμως, τη δική του ιδιαίτερη ουσία. Δεν είναι ούτε απλώς μια απλή όψη —«εικόνα» με την πρώτη σημασία— ούτε ένα απεικόνισμα —«εικόνα» με τη δεύτερη σημασία. Γι’ αυτό θα ονομαστεί σχήμα-εικόνα.
§ 21. Σχήμα και σχήμα-εικόνα
ΔΕΥΤΕΡΟ ΤΜΗΜΑ
Η θεμελίωση της μεταφυσικής στην πραγμάτωσή της
Β. Τα στάδια της εκτέλεσης του σχεδίου της εσωτερικής δυνατότητας της Οντολογίας
β) Η καθαρή σκέψη μέσα στην πεπερασμένη γνώση
§ 19. Υπέρβαση και αισθητοποίηση
Ένα πεπερασμένο ον, ακριβώς όταν το ον πρόκειται να αποκαλυφθεί ως κάτι ήδη παρόν, πρέπει να μπορεί να το προσλάβει. Η πρόσληψη, όμως, προϋποθέτει για τη δυνατότητά της κάτι σαν στροφή προς αυτό· και μάλιστα όχι οποιαδήποτε στροφή, αλλά μία τέτοια που καθιστά εκ των προτέρων δυνατή τη συνάντηση με το ον. Για να μπορεί, όμως, το ον να προσφέρεται ως τέτοιο, πρέπει ο ίδιος ο ορίζοντας της δυνατής συνάντησής του να έχει τον χαρακτήρα προσφοράς.
Η στροφή προς το ον πρέπει να είναι καθ’ εαυτήν ένα προεικονιστικό προβάδισμα, το οποίο προβάλλει ενώπιόν του το προσφερόμενο εν γένει.
Για να μπορεί, όμως, ο ορίζοντας του αφήνειν-να-στέκεται-απέναντι να λειτουργεί ως τέτοιος, ο χαρακτήρας αυτός της προσφοράς πρέπει να μπορεί να γίνει αντιληπτός. Αντιληπτό σημαίνει: άμεσα προσλήψιμο μέσα στην εποπτεία. Ο ορίζοντας πρέπει, επομένως, να προσφέρεται εκ των προτέρων και διαρκώς ως αντιληπτή προσφορά, ως καθαρή όψη. Από αυτό προκύπτει ότι το αφήνειν-να-στέκεται-απέναντι του πεπερασμένου νου πρέπει να προσφέρει εποπτικά την αντικειμενικότητα ως τέτοια· δηλαδή ότι ο καθαρός νους πρέπει να θεμελιώνεται σε μια καθαρή εποπτεία που τον καθοδηγεί και τον στηρίζει.
Τι ανήκει, όμως, σε αυτή την κατάσταση-αντιληπτού του ορίζοντα τής εκ των προτέρων στροφής προς το ον; Το πεπερασμένο ον που στρέφεται προς αυτό πρέπει να μπορεί να καταστήσει τον ορίζοντα εποπτικό για τον ίδιο του τον εαυτό· πρέπει, δηλαδή, να μπορεί από μόνο του να «μορφώνει» την όψη της προσφοράς. Εάν, όμως, όπως έδειξε η υπερβατολογική παραγωγή, η καθαρή εποπτεία —ο χρόνος— βρίσκεται σε ουσιώδη σχέση με την καθαρή σύνθεση, τότε η καθαρή δύναμη της φαντασίας επιτελεί τη μόρφωση της όψεως του ορίζοντα. Δεν «μορφώνει», όμως, απλώς την εποπτική αντιληπτότητα του ορίζοντα, «δημιουργώντας» τον ως ελεύθερη στροφή προς το ον· αλλά, ως μορφοποιούσα με αυτή την έννοια, είναι «μορφοποιός» και με μια δεύτερη σημασία: παρέχει εν γένει κάτι σαν «εικόνα».
Η έκφραση «εικόνα» πρέπει εδώ να ληφθεί με την πλέον πρωταρχική της έννοια, σύμφωνα με την οποία λέμε ότι το τοπίο προσφέρει μια ωραία «εικόνα» —μια όψη— ή ότι η συγκέντρωση παρουσίαζε μια θλιβερή «εικόνα» —μια όψη. Και ο Kant, ήδη στη δεύτερη οδό της παραγωγής, η οποία εκκινεί από την εσωτερική συνάφεια του χρόνου με την καθαρή δύναμη της φαντασίας, λέει για τη δύναμη της φαντασίας, την «Imagination», ότι «οφείλει να φέρει σε μια εικόνα».¹²⁶
Μόνο μέσα στη συντέλεση αυτής της διπλής μόρφωσης —της παροχής μιας όψεως— καθίσταται ορατό το θεμέλιο της δυνατότητας της υπέρβασης και γίνεται κατανοητός ο αναγκαίος εποπτικός χαρακτήρας της ουσίας της, η οποία στέκεται εκ των προτέρων απέναντι και προσφέρεται. Η υπέρβαση, όμως, είναι κατά κάποιον τρόπο η ίδια η περατότητα. Εάν, αφήνοντας κάτι να στέκεται απέναντι, πρέπει να καταστήσει εποπτικό τον ορίζοντα που μορφώνεται μέσα σε αυτήν, και εάν η πεπερασμένη εποπτεία ονομάζεται αισθητικότητα, τότε η προσφορά της όψεως δεν μπορεί παρά να αποτελεί αισθητοποίηση του ορίζοντα. Ο ορίζοντας της υπέρβασης μπορεί να μορφωθεί μόνο μέσα σε μια αισθητοποίηση.
Από τη σκοπιά του καθαρού νου, το αφήνειν-να-στέκεται-απέναντι είναι παράσταση ενοτήτων ως τέτοιων, οι οποίες ρυθμίζουν κάθε ενοποίηση —είναι, δηλαδή, παράσταση καθαρών εννοιών. Επομένως, η υπέρβαση μορφώνεται μέσα στην αισθητοποίηση των καθαρών εννοιών. Επειδή αποτελεί μια εκ των προτέρων στροφή προς το ον, πρέπει και αυτή η αισθητοποίηση να είναι καθαρή.
Η καθαρή αισθητοποίηση συντελείται ως «σχηματισμός».
Η καθαρή δύναμη της φαντασίας, σχηματίζοντας σχήματα, παρέχει εκ των προτέρων την όψη —την «εικόνα»— του ορίζοντα της υπέρβασης. Το ότι, ωστόσο, δεν αρκεί απλώς η υπόδειξη μιας τέτοιας αισθητοποίησης —πέρα από το γεγονός ότι αυτή δεν μπορεί πράγματι να καταδειχθεί εάν προηγουμένως δεν είναι γνωστή η ουσία της— μπορεί να συναχθεί ήδη από την ίδια την ιδέα μιας καθαρής αισθητοποίησης.
Αισθητικότητα σημαίνει για τον Kant πεπερασμένη εποπτεία. Η καθαρή αισθητικότητα πρέπει να είναι μια τέτοια εποπτεία, η οποία προσλαμβάνει εκ των προτέρων το εποπτεύσιμο, πριν από κάθε εμπειρική πρόσληψη. Η πεπερασμένη εποπτεία, όμως, ακριβώς κατά την εποπτεία δεν μπορεί να παράγει ένα εποπτεύσιμο ον. Η καθαρή αισθητοποίηση πρέπει, επομένως, να είναι πρόσληψη κάποιου πράγματος που μορφώνεται για πρώτη φορά μέσα στην ίδια την πρόσληψη· δηλαδή μιας όψεως η οποία, ωστόσο, δεν παρουσιάζει το ον.
Ποιον χαρακτήρα έχει, συνεπώς, το εποπτεύσιμο της καθαρής αισθητικότητας; Μπορεί να έχει τον χαρακτήρα μιας «εικόνας»; Τι σημαίνει εικόνα; Σε τι διαφέρει από την εικόνα η όψη που «μορφώνεται» μέσα στην καθαρή δύναμη της φαντασίας, δηλαδή το καθαρό σχήμα; Με ποια έννοια μπορεί τελικά και το σχήμα να αποκληθεί «εικόνα»; Χωρίς προηγούμενη ερμηνεία αυτών των φαινομένων της αισθητοποίησης, ο σχηματισμός ως θεμέλιο της υπέρβασης παραμένει τυλιγμένος σε απόλυτο σκοτάδι.
§ 20. Εικόνα και σχήμα
Αισθητοποίηση σημαίνει γενικά τον τρόπο με τον οποίο ένα πεπερασμένο ον μπορεί να καταστήσει κάτι εποπτικό για τον εαυτό του, δηλαδή να αποκτήσει μια όψη —μια εικόνα— κάποιου πράγματος. Ανάλογα με το τι έρχεται στο βλέμμα και με ποιον τρόπο έρχεται, η όψη ή η εικόνα σημαίνει κάτι διαφορετικό.
Εικόνα μπορεί αρχικά να σημαίνει την όψη ενός συγκεκριμένου όντος, εφόσον αυτό αποκαλύπτεται ως παρόν. Το ον προσφέρει την όψη του. Κατ’ επέκταση αυτής της σημασίας, εικόνα μπορεί επίσης να σημαίνει την απεικονιστική όψη κάποιου παρόντος όντος —το απεικόνισμα—, ή την αναπαραστατική όψη ενός όντος που δεν είναι πλέον παρόν, ή ακόμη την προεικονιστική όψη ενός όντος που πρόκειται να παραχθεί.
Η «εικόνα», όμως, μπορεί επίσης να έχει την εντελώς ευρεία σημασία της όψεως εν γένει, χωρίς να προσδιορίζεται εάν μέσα σε αυτή την όψη καθίσταται εποπτεύσιμο ένα ον ή ένα μη ον.
Ο Kant χρησιμοποιεί πράγματι την έκφραση «εικόνα» και με τις τρεις σημασίες: ως άμεση όψη ενός όντος, ως παρούσα απεικονιστική όψη ενός όντος και ως όψη κάποιου πράγματος εν γένει. Οι σημασίες αυτές της εκφράσεως «εικόνα» δεν διακρίνονται ειδικότερα μεταξύ τους· είναι μάλιστα αμφίβολο εάν οι σημασίες και οι τρόποι υπάρξεως της εικόνας που απαριθμήθηκαν επαρκούν για να διασαφηνίσουν εκείνο που ο Kant πραγματεύεται υπό τον τίτλο «σχηματισμός».
Ο πιο άμεσα γνωστός τρόπος παροχής μιας όψεως —της δημιουργίας εικόνας— είναι η εμπειρική εποπτεία εκείνου που δείχνεται. Εκείνο που δείχνεται έχει εδώ πάντοτε τον χαρακτήρα του άμεσα ορώμενου επιμέρους —του «τούτου-εδώ»—, γεγονός που ασφαλώς δεν αποκλείει την εποπτεία μιας πολλαπλότητας τέτοιων επιμέρους, και μάλιστα ως ενός πλουσιότερου «τούτου-εδώ»· παραδείγματος χάριν, αυτού του επιμέρους όλου, αυτού του τοπίου. Αυτό αποκαλείται όψη —εικόνα—, species, σαν να μας κοιτούσε το ίδιο. Η εικόνα είναι, επομένως, πάντοτε ένα εποπτεύσιμο τούτο-εδώ. Γι’ αυτό και κάθε απεικόνισμα, παραδείγματος χάριν μια φωτογραφία, παραμένει απλώς ένα αντίγραφο εκείνου που δείχνεται άμεσα ως «εικόνα».
Η έκφραση «εικόνα» χρησιμοποιείται εξίσου συχνά με αυτή τη δεύτερη σημασία του απεικονίσματος. Αυτό εδώ το πράγμα, αυτή η παρούσα φωτογραφία, ως αυτό ακριβώς το πράγμα προσφέρει άμεσα μια όψη· είναι εικόνα με την πρώτη και ευρεία έννοια.
Δείχνοντας, όμως, τον εαυτό του, θέλει ακριβώς να δείξει εκείνο το οποίο απεικονίζει. Το να αποκτήσει κανείς μια «εικόνα» με αυτή τη δεύτερη έννοια δεν σημαίνει πλέον απλώς ότι εποπτεύει άμεσα ένα ον, αλλά, παραδείγματος χάριν, ότι αγοράζει ή κατασκευάζει μια φωτογραφία.
Από ένα τέτοιο απεικόνισμα, παραδείγματος χάριν από μια νεκρική προσωπίδα, μπορεί με τη σειρά του να κατασκευαστεί ένα αναπαράσταμα —μια φωτογραφία. Το αναπαράσταμα μπορεί να αναπαριστά άμεσα το απεικόνισμα και έτσι να δείχνει την «εικόνα» —την άμεση όψη— του ίδιου του νεκρού. Η φωτογραφία της νεκρικής προσωπίδας, ως αναπαράσταμα ενός απεικονίσματος, είναι η ίδια εικόνα· είναι όμως εικόνα μόνο επειδή μας παρέχει την «εικόνα» του νεκρού, επειδή τον δείχνει όπως φαίνεται ή όπως φαινόταν. Σύμφωνα με τις σημασίες της εκφράσεως «εικόνα» που προσδιορίστηκαν έως τώρα, αισθητοποίηση σημαίνει, αφενός, τον τρόπο της άμεσης εμπειρικής εποπτείας και, αφετέρου, τον τρόπο της άμεσης θεώρησης ενός απεικονίσματος, μέσα στο οποίο προσφέρεται η όψη ενός όντος.
Η φωτογραφία, όμως, μπορεί επίσης να δείχνει πώς φαίνεται εν γένει κάτι σαν νεκρική προσωπίδα. Η ίδια η νεκρική προσωπίδα μπορεί, με τη σειρά της, να δείξει πώς φαίνεται γενικά κάτι σαν το πρόσωπο ενός νεκρού ανθρώπου. Αυτό, όμως, μπορεί να το δείξει και ο ίδιος ένας συγκεκριμένος νεκρός. Έτσι, η ίδια η προσωπίδα μπορεί να δείξει πώς φαίνεται γενικά μια νεκρική προσωπίδα· ομοίως, η φωτογραφία μπορεί να δείξει όχι μόνο εκείνο που φωτογραφήθηκε, αλλά και πώς φαίνεται γενικά μια φωτογραφία.
Τι δείχνουν, όμως, τώρα οι «όψεις» —οι εικόνες με την ευρύτερη έννοια— αυτού του νεκρού, αυτής της προσωπίδας, αυτής της φωτογραφίας κ.ο.κ.; Ποια «εμφάνιση» —εἶδος, ἰδέα— παρέχουν τώρα; Τι αισθητοποιούν; Δείχνουν πώς φαίνεται κάτι «εν γένει», μέσα στο Ένα που ισχύει για πολλά. Αυτή όμως η ενότητα για πολλά είναι εκείνο το οποίο η παράσταση παριστά με τον τρόπο της έννοιας. Οι όψεις αυτές πρέπει τώρα να υπηρετήσουν την αισθητοποίηση των εννοιών.
Αυτή η αισθητοποίηση δεν μπορεί πλέον να σημαίνει ότι αποκτούμε μια άμεση όψη, μια εποπτεία, μιας έννοιας· διότι η έννοια, ως το παρασταθέν καθολικό, δεν μπορεί να παρασταθεί μέσα σε μια repraesentatio singularis, όπως είναι πράγματι η εποπτεία. Ακριβώς γι’ αυτό, όμως, η έννοια είναι από την ουσία της μη απεικονίσιμη.
Τι σημαίνει, λοιπόν, γενικά αισθητοποίηση μιας έννοιας; Τι ανήκει σε αυτήν; Με ποιον τρόπο συμμετέχει σε αυτή την κατάστηση-εποπτικού η όψη του εκάστοτε εμπειρικά προσιτού παρόντος ή εκείνου που ανακαλείται στην παράσταση, καθώς και η όψη των δυνατών απεικονισμάτων του;
Λέμε, παραδείγματος χάριν, ότι αυτό το αντιληπτό σπίτι δείχνει πώς φαίνεται ένα σπίτι εν γένει, δηλαδή εκείνο που παριστάνουμε μέσα στην έννοια «σπίτι». Με ποιον τρόπο δείχνει αυτή η όψη του σπιτιού το πώς της εμφανίσεως ενός σπιτιού εν γένει; Το ίδιο το σπίτι προσφέρει βέβαια αυτή τη συγκεκριμένη όψη. Ωστόσο, δεν βυθιζόμαστε σε αυτήν προκειμένου να μάθουμε πώς ακριβώς φαίνεται αυτό το σπίτι. Αντιθέτως, το σπίτι αυτό δείχνεται ως κάτι που, για να είναι σπίτι, δεν είναι αναγκαίο να φαίνεται έτσι όπως πράγματι φαίνεται. Μας δείχνει «μόνο» τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να φαίνεται ένα σπίτι.
Αυτό το πώς της δυνατής εμπειρικής εμφανίσεως είναι εκείνο που παριστάνουμε ενώπιον αυτού του συγκεκριμένου σπιτιού. Ένα σπίτι θα μπορούσε να φαίνεται έτσι. Αυτό ακριβώς το παρόν σπίτι, με τη συγκεκριμένη του εμφάνιση, έχει επιλέξει μία δυνατότητα μέσα από τον κύκλο των δυνατών εμφανίσεων. Το αποτέλεσμα, όμως, αυτής της επιλογής δεν μας ενδιαφέρει περισσότερο από τα αποτελέσματα των επιλογών που έχουν συντελεστεί μέσα από την πραγματική εμφάνιση άλλων σπιτιών. Εκείνο προς το οποίο στρέφεται η προσοχή μας είναι ο ίδιος ο κύκλος της δυνατής εμφανίσεως· ακριβέστερα, εκείνο που χαράσσει αυτόν τον κύκλο, εκείνο που ρυθμίζει και προδιαγράφει πώς πρέπει γενικά να φαίνεται κάτι, ώστε να μπορεί να προσφέρει την αντίστοιχη όψη ενός σπιτιού. Αυτή η προδιαγραφή του κανόνα δεν αποτελεί κατάλογο με την έννοια μιας απλής απαρίθμησης των «γνωρισμάτων» που υπάρχουν σε ένα σπίτι, αλλά μια «σκιαγράφηση» του συνόλου όσων εννοούνται με κάτι σαν το «σπίτι».
Αυτό, όμως, που εννοείται μπορεί γενικά να νοηθεί μόνο εφόσον παρίσταται ως εκείνο που ρυθμίζει τη δυνατή ένταξη αυτής της συνάφειας σε μια εμπειρική όψη. Μόνο μέσα στην παράσταση του τρόπου με τον οποίο ο κανόνας ρυθμίζει την εγγραφή σε μια δυνατή όψη μπορεί η ενότητα της έννοιας να παρασταθεί ως ενοποιητική ενότητα που ισχύει για πολλά. Εάν η έννοια είναι εν γένει εκείνο που χρησιμεύει ως κανόνας, τότε εννοιακή παράσταση σημαίνει την εκ των προτέρων παροχή του κανόνα μιας δυνατής παραγωγής όψεως κατά τον τρόπο της ρύθμισής της. Μια τέτοια παράσταση αναφέρεται, ως προς την ίδια της τη δομή, αναγκαία σε μια δυνατή όψη και αποτελεί, επομένως, ιδιαίτερο είδος αισθητοποίησης.
Η αισθητοποίηση αυτή δεν παρέχει καμία άμεση εποπτική όψη της έννοιας. Εκείνο που εμφανίζεται αναγκαία μέσα της ως άμεση όψη δεν αποτελεί το ιδιαίτερο θεματικό αντικείμενο της πρόθεσης, αλλά νοείται ως το δυνάμενο να παρουσιαστεί μέσα στην παρουσίαση, της οποίας παρίσταται ο τρόπος ρύθμισης. Έτσι, μέσα στην εμπειρική όψη εμφανίζεται ακριβώς ο κανόνας κατά τον τρόπο της ρυθμιστικής του λειτουργίας.
Αυτή, όμως, η αισθητοποίηση όχι μόνο δεν παρέχει άμεση όψη της έννοιας ως ενότητας, αλλά ούτε και η ίδια η ενότητα νοείται θεματικά ως ελεύθερα αιωρούμενο παραστατικό περιεχόμενο. Η εννοιακή ενότητα είναι αυτό που μπορεί και πρέπει να είναι ως ενοποιητική μόνο όταν λειτουργεί ως ρυθμιστική. Η ενότητα δεν συλλαμβάνεται άμεσα· αντιθέτως, βρίσκεται στο βλέμμα ως εκείνο που προσδιορίζει ουσιωδώς τη ρύθμιση, μόνο όταν αποστρέφουμε το βλέμμα από την ίδια και το στρέφουμε προς τον τρόπο με τον οποίο προσδιορίζει τον κανόνα. Αυτή η αποστροφή του βλέμματος από την ενότητα δεν την εξαφανίζει εντελώς από το βλέμμα, αλλά ακριβώς με αυτόν τον τρόπο διατηρεί την ενότητα στην προοπτική ως ρυθμιστική.
Η παράσταση της διαδικασίας της ρύθμισης ως τέτοιας είναι η κατεξοχήν εννοιακή παράσταση. Εκείνο που έως τώρα αποκαλούνταν έτσι —η παράσταση μιας ενότητας που ισχύει για πολλά— αποτελούσε απλώς ένα αποσπασμένο στοιχείο της έννοιας· η έννοια, ως προς τη λειτουργία της ως κανόνα της ιδιαίτερης αισθητοποίησης που περιγράφηκε, παρέμενε ακριβώς συγκαλυμμένη.
Εάν, όμως, κατά την αισθητοποίηση δεν παρίσταται θεματικά ούτε η εμπειρική όψη ούτε η απομονωμένη έννοια, αλλά η «προδιαγραφή» του κανόνα παραγωγής της εικόνας, τότε και αυτή χρειάζεται ακριβέστερο χαρακτηρισμό. Ο κανόνας παρίσταται μέσα στο πώς της ρυθμιστικής του λειτουργίας, δηλαδή στον τρόπο με τον οποίο υπαγορεύει τον εαυτό του μέσα στην παρουσιάζουσα όψη, ρυθμίζοντας την παρουσίαση. Η παράσταση του πώς της ρύθμισης είναι η ελεύθερη «μόρφωση», η οποία δεν δεσμεύεται από κάποιο συγκεκριμένο παρόν ον, μιας αισθητοποίησης ως παραγωγής εικόνας με την έννοια που προσδιορίστηκε.
Μια τέτοια αισθητοποίηση συντελείται πρωταρχικά μέσα στη δύναμη της φαντασίας. «Αυτή, λοιπόν, την παράσταση μιας γενικής διαδικασίας της δύναμης της φαντασίας, μέσω της οποίας παρέχεται σε μια έννοια η εικόνα της, την ονομάζω σχήμα αυτής της έννοιας».¹²⁷ Η σχηματοποίηση, κατά την επιτέλεσή της ως τρόπος αισθητοποίησης των εννοιών, ονομάζεται σχηματισμός. Το σχήμα πρέπει βέβαια να διακρίνεται από την εικόνα, αλλά συγχρόνως αναφέρεται σε κάτι σαν εικόνα· δηλαδή ο χαρακτήρας της εικόνας ανήκει αναγκαία στο σχήμα. Έχει, όμως, τη δική του ιδιαίτερη ουσία. Δεν είναι ούτε απλώς μια απλή όψη —«εικόνα» με την πρώτη σημασία— ούτε ένα απεικόνισμα —«εικόνα» με τη δεύτερη σημασία. Γι’ αυτό θα ονομαστεί σχήμα-εικόνα.
§ 21. Σχήμα και σχήμα-εικόνα
ΜΙΑ ΕΠΙΜΟΝΗ ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΗ ΑΓΟΝΗ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΟΥ ΕΠΙΣΤΗΤΟΥ ΧΡΗΣΙΜΗ ΟΜΩΣ ΣΤΗΝ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΣΤΗΝ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΤΟΥ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ. ΜΙΑ ΜΙΚΡΗ ΓΕΥΣΗ ΜΕΤΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟΥ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου