Συνέχεια από Τρίτη 15. Σεπτεμβρίου 2026
Η αριστοτελική Φυσική 4
Μελέτες για τη θεμελίωση της φυσικής επιστήμης και τις γλωσσικές προϋποθέσεις της έρευνας των αρχών στον Αριστοτέλη
Göttingen: Vandenhoeck & Ruprecht, 1992, 3η έκδοση
Wolfgang Wieland
Εισαγωγή: Η έρευνα για τον Αριστοτέλη και η Φυσική
§ 2. Θεμελιώδεις αντιλήψεις της έρευνας για τον Αριστοτέλη
Α. Η συστηματική αντίληψη
Σύμφωνα με τη συστηματική ερμηνεία, η φιλοσοφία του Αριστοτέλη αποτελεί ένα μεγαλειώδες και εσωτερικά συνεκτικό θεωρητικό οικοδόμημα· σε κάθε επιμέρους απόφανση αποδίδεται μια σαφώς καθορισμένη θέση μέσα στη συνάφεια του όλου. Κατά την αντίληψη αυτή, η τυπική λογική που θεμελίωσε ο ίδιος ο Αριστοτέλης, και ειδικότερα η συλλογιστική, παρέχει τα εργαλεία για την οικοδόμηση αυτού του συστήματος διδασκαλίας. Για τη συστηματική αντίληψη είναι, επομένως, ουσιώδες κάθε γνώση με συγκεκριμένο περιεχόμενο να εντάσσεται σε μια ενιαία και περιεκτική λογική συνάφεια τάξεως και θεμελιώσεως. Η συνάφεια αυτή οφείλει να εγγυάται ότι στο εσωτερικό του συστήματος δεν εμφανίζονται αντιφάσεις.
Η έννοια του συστήματος μπορεί, ωστόσο, να τονιστεί με διαφορετικούς τρόπους. Είτε εννοούμε ως «σύστημα» ακριβώς εκείνη την ενιαία τυπική συνάφεια θεμελιώσεως όλων των αποφάνσεων, η οποία εγγυάται την απουσία αντιφάσεων μεταξύ τους, είτε κατανοούμε την έννοια με τη νεότερη σημασία της —η οποία καθορίζεται από το πρόβλημα της συνύπαρξης σώματος και ψυχής, όπως αυτό εξετάστηκε από τον Descartes και τους διαδόχους του—, οπότε ως σύστημα νοείται η απόπειρα συνένωσης στοιχείων που είναι αρχικά ετερογενή υπό μία ενιαία μεταφυσική αρχή, η οποία διατυπώνεται ως αξίωμα ειδικά για τον σκοπό αυτό.
Η ιδέα να αναζητηθεί στα κείμενα του Αριστοτέλη μια συνεκτική λογική συνάφεια θεμελιώσεως είναι ήδη παλαιά. Ήδη οι αρχαίοι σχολιαστές προσφέρουν πληθώρα σχετικών παραδειγμάτων. Η αρχή αυτή, ωστόσο, ωθείται στα άκρα στα υπομνήματα του Thomas Aquinas στον Αριστοτέλη, των οποίων η ερμηνευτική αξία συχνά υπερεκτιμάται. Τα υπομνήματα αυτά μπορεί να παρουσιάζουν εξαιρετικό ενδιαφέρον για την έρευνα του Thomas· για την ακριβέστερη κατανόηση του Αριστοτέλη, όμως, εξαιτίας της εντελώς διαφορετικής φιλοσοφικής αφετηρίας του συγγραφέα τους, συχνά αποτελούν μάλλον εμπόδιο, ακριβώς στα σημεία που είναι ουσιώδη για το ίδιο το αντικείμενο.
Καθεαυτήν είναι γοητευτική η σκέψη να αξιολογηθεί η φιλοσοφία του ίδιου του Αριστοτέλη με βάση την τυπική λογική και την επιστημονική μεθοδολογία τις οποίες πρώτος αυτός ανέπτυξε. Αυτό, όμως, όχι μόνο δεν περιλαμβανόταν ποτέ στις προθέσεις του Αριστοτέλη, αλλά και προφανώς αντιβαίνει σε αυτές. Πράγματι, η ιδέα μιας επιστήμης δομημένης συλλογιστικά, όπως αναπτύσσεται στα Αναλυτικά Ύστερα, δεν μπορεί να μεταφερθεί στις φιλοσοφικές έρευνες, επειδή η φιλοσοφία, ως έρευνα των αρχών, πρέπει πρώτα να επεξεργαστεί εκείνα ακριβώς τα θεμέλια που μια συλλογιστικά δομημένη επιστήμη είναι αναγκασμένη ήδη να προϋποθέτει.
Πράγματι, στα φιλοσοφικά διδακτικά του συγγράμματα ο Αριστοτέλης δεν αξιοποιεί σχεδόν ποτέ τις δυνατότητες της συλλογιστικής. Διότι εδώ ο Αριστοτέλης διεξάγει έρευνα, ενώ η παραγωγική μέθοδος χρησιμεύει σε αυτόν μόνο για την παρουσίαση αποτελεσμάτων που έχουν ήδη αποκτηθεί και επιτελεί συνήθως αποκλειστικά παιδαγωγικούς σκοπούς. Οι πολυάριθμες εμφανείς αντιφάσεις που προκύπτουν όταν τοποθετούνται το ένα δίπλα στο άλλο αριστοτελικά κείμενα αποσπασμένα από τα συμφραζόμενά τους αποτελούν ένα ακόμη σοβαρό επιχείρημα εναντίον της παραδοχής μιας τυπικά συστηματικής συνάφειας. Ο Thomas είναι τότε αναγκασμένος να προσπαθεί να επιλύσει αυτές τις αντιφάσεις μέσω διαρκώς νέων διακρίσεων, οι οποίες δεν είναι πάντοτε ιδιαίτερα πειστικές, επειδή είναι βεβιασμένες.
Ακριβώς σε αυτή τη σχολαστική εικόνα του Αριστοτέλη ταιριάζει εξαιρετικά η διατύπωση του Dirlmeier¹, όταν μιλά για τη «μούμια» που υπήρξε ο Αριστοτέλης πριν από τις έρευνες του Jaeger.
Η ειδικά νεότερη έννοια του συστήματος εμφανίζεται, αντιθέτως, με τον πιο έκδηλο τρόπο στην παρουσίαση του Αριστοτέλη από τον Eduard Zeller, στο έργο του Η φιλοσοφία των Ελλήνων στην ιστορική της εξέλιξη.
Στις επιμέρους ενότητες της έρευνάς του προσπαθεί να δείξει ότι η φιλοσοφική προσπάθεια του Αριστοτέλη, σε όλους τους κλάδους της έρευνάς του, περιστρέφεται πάντοτε γύρω από το πρόβλημα της προσέγγισης δύο ετερογενών θεμελιωδών αρχών και της ενοποίησής τους υπό μία κοινή οπτική: της ύλης ως αισθητής αρχής και της μορφής ως μη αισθητής αρχής. Άλλωστε, στον Zeller αυτές έχουν σχεδόν ήδη τη λειτουργία αυτοτελών οντοτήτων —πρβλ. σσ. 175 κ.ε., 313—, οι οποίες δεν μπορούν να παραχθούν ούτε η μία από την άλλη ούτε από κάποια τρίτη αρχή.
Ιδιαίτερα διδακτικό είναι το δέκατο έβδομο κεφάλαιο του Zeller, όπου, υπό τον τίτλο «Αναδρομή στο αριστοτελικό σύστημα», συνοψίζει τις θεμελιώδεις σκέψεις ολόκληρου του έργου:
«Η ιδιομορφία και η κατεύθυνση του αριστοτελικού συστήματος καθορίζονται από τη συγχώνευση δύο στοιχείων […] του διαλεκτικού-θεωρησιακού και του εμπειρικού-ρεαλιστικού» (797).
Σε μεταφυσικό επίπεδο, τα δύο χαρακτηριστικά του συστήματος, η εννοιολογική σκέψη και η παρατήρηση, τα οποία «θεμελιώνονται εξίσου στην πνευματική ιδιοσυστασία του ιδρυτή του», εκφράζονται στην αντίληψη ότι, αφενός, το υλικό επιμέρους ον αποτελεί τη μοναδική πραγματικότητα και ότι, αφετέρου, το αληθινό είναι των πραγμάτων συνίσταται εντούτοις στην καθολικότητα της ασώματης μορφής, η οποία όμως δεν πρέπει να νοείται ως υπερβατική Ιδέα.
Για τον Zeller, λοιπόν, η αριστοτελική φιλοσοφία είναι και ως προς την ίδια της την ουσία απλώς μια προσπάθεια να καταδειχθεί η συμβατότητα των δύο θέσεων και, τρόπον τινά, να θεμελιωθεί κάθε επιμέρους γνώση μέσω της αμοιβαίας τους έντασης: μέσα στο ίδιο το δεδομένο πρέπει να συλληφθεί η καθολικώς ισχύουσα ουσία. Γι’ αυτό, κατά τον Zeller, το αριστοτελικό σύστημα αποτελεί ένα «άρτια διαρθρωμένο θεωρητικό οικοδόμημα, σχεδιασμένο με σταθερό χέρι σύμφωνα με μία θεμελιώδη σκέψη» (801), το οποίο έχει αναπτυχθεί προσεκτικά και με συνέπεια μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια. Υπό αυτή την καθοδηγητική ιδέα επιχειρεί να ερμηνεύσει την αριστοτελική φιλοσοφία.
Δεδομένης της μεγάλης προσοχής του και της άγρυπνης και κριτικής φιλολογικής του συνείδησης, η οποία αποκλείει από μόνη της τις βίαιες απόπειρες εναρμόνισης, δεν είναι τυχαίο ότι, ακολουθώντας τη συστηματική ερμηνευτική του αρχή, διαπιστώνει σύντομα ουσιώδεις ελλείψεις στο αριστοτελικό «σύστημα», το οποίο αρχικά φαινόταν να έχει αναπτυχθεί με εξαιρετική επιμέλεια. Το θεμέλιο του όλου, μας λέει, δεν έχει τεθεί με αρκετό βάθος και σταθερότητα· και τελικά πληροφορούμαστε ότι ο Αριστοτέλης «δεν κατόρθωσε να συνδέσει τις καθοδηγητικές οπτικές του συστήματός του κατά τρόπο απαλλαγμένο από αντιφάσεις» (801).
Στις σελίδες που ακολουθούν, οι οποίες συγχρόνως αποσκοπούν να συνοψίσουν τα αποτελέσματα της παρουσίασης των επιμέρους τμημάτων του «συστήματος», ο Zeller αναδεικνύει για ακόμη μία φορά με σαφήνεια τις αντιφάσεις που εμφανίζονται ιδιαίτερα έντονα στον Αριστοτέλη ακριβώς κατά την πραγμάτευση των κεντρικών ζητημάτων: στην αριστοτελική φιλοσοφία εξακολουθεί να επιβιώνει ο πλατωνικός δυϊσμός Ιδέας και φαινομένου, τον οποίο ο Αριστοτέλης δεν κατόρθωσε ποτέ να υπερβεί πλήρως· για τα καθόλου διατυπώνονται αντιφατικές αποφάνσεις· η μορφή και η ύλη αντιπαρατίθενται χωρίς διαμεσολάβηση και κατά τρόπο αντιφατικό, ενώ ούτε παράγονται από ένα κοινό θεμέλιο· η αντίθεση μεταξύ μηχανικών και τελικών αιτίων δεν εξομαλύνεται· οι έννοιες της θεότητας και της φύσεως παραμένουν εσωτερικά αντιφατικές, όπως επίσης και ο προσδιορισμός της σχέσεως του ανθρώπινου νου προς τις υπόλοιπες δυνάμεις της ψυχής. Τα παραδείγματα αυτά θα μπορούσαν να πολλαπλασιαστούν σημαντικά, προπάντων και από το πεδίο της πρακτικής φιλοσοφίας.
Δεν αντιφάσκει, όμως, ο ίδιος ο Zeller προς τον εαυτό του ενώπιον αυτών των δεδομένων, όταν καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η έσχατη αιτία όλων των δυσκολιών βρίσκεται στο ότι στον Αριστοτέλη «η φιλοσοφία των εννοιών και η παρατήρηση, ο πνευματοκρατισμός και ο νατουραλισμός, συνδέονται χωρίς επαρκή διαμεσολάβηση» (805), και παραδέχεται ότι, υπό τις δεδομένες συνθήκες, η διαμεσολάβηση αυτού του δυϊσμού δεν ήταν καν δυνατή, ενώ από την άλλη πλευρά εξακολουθεί παρ’ όλα αυτά να εμμένει στη συστηματική ερμηνεία ως τέτοια;
Είναι εύκολο να ασκήσει κανείς εδώ κριτική και να εγκαταλείψει την ιδέα του συστήματος. Δυσκολότερο είναι να βρει μια διαφορετική ερμηνευτική αρχή, η οποία να επιτρέπει μια πιο ικανοποιητική αξιοποίηση των κειμένων. Ο Zeller, πάντως, δεν ακολουθεί διαφορετική οδό, αλλά εμμένει στην ιδέα του συστήματος και πιστεύει ότι, με μια αναλόγως προσεκτικότερη και εκτενέστερη θεμελίωση και εμβάθυνση, οι αντιφάσεις θα μπορούσαν πιθανότατα να είχαν εξαφανιστεί. Πράγματι, και η εξέλιξη της φιλοσοφίας μετά τον Αριστοτέλη φαίνεται αρχικά να τον δικαιώνει.
Όταν κάποιος αναγνωρίζει τα όρια μιας ερμηνευτικής αρχής, είναι εύκολο να καταστεί τυφλός απέναντι σε όσα μπορούν να κατανοηθούν βάσει αυτής της ίδιας αρχής. Ο Zeller κατόρθωσε, πάντως, πάνω σε αυτή τη βάση να προσφέρει την πληρέστερη παρουσίαση της αριστοτελικής φιλοσοφίας που έχει γραφεί μέχρι σήμερα· ένα έργο το οποίο, παρά τις επιμέρους αδυναμίες του, υπήρξε και παραμένει αριστούργημα τόσο φιλοσοφικό όσο και φιλολογικό. Από την άλλη πλευρά, ούτε οι επικριτές της συστηματικής ερμηνείας του Αριστοτέλη κατόρθωσαν ποτέ να υπερβούν πραγματικά την ιδέα του συστήματος.⁴
Β. Η εξελικτική-ιστορική αντίληψη
Σημειώσεις:
1 Αριστοτέλης, Ἠθικὰ Νικομάχεια. Μετάφραση Franz Dirlmeier, Berlin 1956. Πρβλ. σ. 254.
2 Στο πεδίο της γαλλικής έρευνας, μια οξυδερκή συστηματική ερμηνεία παρουσίασε ιδίως ο O. Hamelin: Le système d’Aristote, 2η έκδ., Paris 1931.
3 Το γεγονός ότι εδώ πρόκειται για ετερογενή στοιχεία είναι συστατικό της νεωτερικά προσδιορισμένης έννοιας του συστήματος στον Zeller: η μορφή και η ύλη βρίσκονται κυριολεκτικά «σε αγώνα», μέσα στον οποίο η ύλη προβάλλει «αντίσταση» στη δραστηριότητα της μορφής (800). Επομένως, κατά τον Zeller, δεν είναι ήδη το γεγονός ότι ο Αριστοτέλης ήταν λογικός εκείνο που επιβάλλει τη συστηματική ερμηνεία —μολονότι και για τον Zeller η αριστοτελική φιλοσοφία φέρει «τυπικά λογικό χαρακτήρα» (σ. 173)—, αλλά το γεγονός ότι ήταν συγχρόνως και εμπειριστής· πρβλ. σ. 798.
4 Και η ερμηνεία του Αριστοτέλη από τους Νεοκαντιανούς —πρβλ. P. Natorp, Platos Ideenlehre, Leipzig 1903, σσ. 366-436— θεμελιώνεται στη νεότερη ιδέα του συστήματος, και μάλιστα με έννοια πολύ πιο ριζική από εκείνη του Zeller. Ο Αριστοτέλης λαμβάνει, φυσικά, τη χειρότερη δυνατή αξιολόγηση. Παρ’ όλα αυτά, η παρουσίαση αυτή μπορεί να αποδειχθεί χρήσιμη για μια γνήσια κατανόηση του Αριστοτέλη, επειδή, καθώς είναι αναγκασμένη να τον καταδικάσει υπό την προϋπόθεση της ιδέας του συστήματος, μπορεί να συμβάλει στη διάλυση ορισμένων προκαταλήψεων. Τουλάχιστον ο Natorp δεν επιχειρεί καν, όπως ο Zeller, να αναζητήσει στον Αριστοτέλη μια συστηματική ενότητα η οποία στην πραγματικότητα δεν υπάρχει. Παραμένει, επομένως, το έργο να αναδειχθεί το θετικό νόημα των επικρίσεων που στρέφει ο Natorp κατά του Αριστοτέλη —δικαιολογημένα από τη σκοπιά της συστηματικής του αφετηρίας— και πίσω από τις οποίες κρύβονται συχνά εκπληκτικά εύστοχες παρατηρήσεις.
Μελέτες για τη θεμελίωση της φυσικής επιστήμης και τις γλωσσικές προϋποθέσεις της έρευνας των αρχών στον Αριστοτέλη
Göttingen: Vandenhoeck & Ruprecht, 1992, 3η έκδοση
Wolfgang Wieland
Εισαγωγή: Η έρευνα για τον Αριστοτέλη και η Φυσική
§ 2. Θεμελιώδεις αντιλήψεις της έρευνας για τον Αριστοτέλη
Α. Η συστηματική αντίληψη
Σύμφωνα με τη συστηματική ερμηνεία, η φιλοσοφία του Αριστοτέλη αποτελεί ένα μεγαλειώδες και εσωτερικά συνεκτικό θεωρητικό οικοδόμημα· σε κάθε επιμέρους απόφανση αποδίδεται μια σαφώς καθορισμένη θέση μέσα στη συνάφεια του όλου. Κατά την αντίληψη αυτή, η τυπική λογική που θεμελίωσε ο ίδιος ο Αριστοτέλης, και ειδικότερα η συλλογιστική, παρέχει τα εργαλεία για την οικοδόμηση αυτού του συστήματος διδασκαλίας. Για τη συστηματική αντίληψη είναι, επομένως, ουσιώδες κάθε γνώση με συγκεκριμένο περιεχόμενο να εντάσσεται σε μια ενιαία και περιεκτική λογική συνάφεια τάξεως και θεμελιώσεως. Η συνάφεια αυτή οφείλει να εγγυάται ότι στο εσωτερικό του συστήματος δεν εμφανίζονται αντιφάσεις.
Η έννοια του συστήματος μπορεί, ωστόσο, να τονιστεί με διαφορετικούς τρόπους. Είτε εννοούμε ως «σύστημα» ακριβώς εκείνη την ενιαία τυπική συνάφεια θεμελιώσεως όλων των αποφάνσεων, η οποία εγγυάται την απουσία αντιφάσεων μεταξύ τους, είτε κατανοούμε την έννοια με τη νεότερη σημασία της —η οποία καθορίζεται από το πρόβλημα της συνύπαρξης σώματος και ψυχής, όπως αυτό εξετάστηκε από τον Descartes και τους διαδόχους του—, οπότε ως σύστημα νοείται η απόπειρα συνένωσης στοιχείων που είναι αρχικά ετερογενή υπό μία ενιαία μεταφυσική αρχή, η οποία διατυπώνεται ως αξίωμα ειδικά για τον σκοπό αυτό.
Η ιδέα να αναζητηθεί στα κείμενα του Αριστοτέλη μια συνεκτική λογική συνάφεια θεμελιώσεως είναι ήδη παλαιά. Ήδη οι αρχαίοι σχολιαστές προσφέρουν πληθώρα σχετικών παραδειγμάτων. Η αρχή αυτή, ωστόσο, ωθείται στα άκρα στα υπομνήματα του Thomas Aquinas στον Αριστοτέλη, των οποίων η ερμηνευτική αξία συχνά υπερεκτιμάται. Τα υπομνήματα αυτά μπορεί να παρουσιάζουν εξαιρετικό ενδιαφέρον για την έρευνα του Thomas· για την ακριβέστερη κατανόηση του Αριστοτέλη, όμως, εξαιτίας της εντελώς διαφορετικής φιλοσοφικής αφετηρίας του συγγραφέα τους, συχνά αποτελούν μάλλον εμπόδιο, ακριβώς στα σημεία που είναι ουσιώδη για το ίδιο το αντικείμενο.
Καθεαυτήν είναι γοητευτική η σκέψη να αξιολογηθεί η φιλοσοφία του ίδιου του Αριστοτέλη με βάση την τυπική λογική και την επιστημονική μεθοδολογία τις οποίες πρώτος αυτός ανέπτυξε. Αυτό, όμως, όχι μόνο δεν περιλαμβανόταν ποτέ στις προθέσεις του Αριστοτέλη, αλλά και προφανώς αντιβαίνει σε αυτές. Πράγματι, η ιδέα μιας επιστήμης δομημένης συλλογιστικά, όπως αναπτύσσεται στα Αναλυτικά Ύστερα, δεν μπορεί να μεταφερθεί στις φιλοσοφικές έρευνες, επειδή η φιλοσοφία, ως έρευνα των αρχών, πρέπει πρώτα να επεξεργαστεί εκείνα ακριβώς τα θεμέλια που μια συλλογιστικά δομημένη επιστήμη είναι αναγκασμένη ήδη να προϋποθέτει.
Πράγματι, στα φιλοσοφικά διδακτικά του συγγράμματα ο Αριστοτέλης δεν αξιοποιεί σχεδόν ποτέ τις δυνατότητες της συλλογιστικής. Διότι εδώ ο Αριστοτέλης διεξάγει έρευνα, ενώ η παραγωγική μέθοδος χρησιμεύει σε αυτόν μόνο για την παρουσίαση αποτελεσμάτων που έχουν ήδη αποκτηθεί και επιτελεί συνήθως αποκλειστικά παιδαγωγικούς σκοπούς. Οι πολυάριθμες εμφανείς αντιφάσεις που προκύπτουν όταν τοποθετούνται το ένα δίπλα στο άλλο αριστοτελικά κείμενα αποσπασμένα από τα συμφραζόμενά τους αποτελούν ένα ακόμη σοβαρό επιχείρημα εναντίον της παραδοχής μιας τυπικά συστηματικής συνάφειας. Ο Thomas είναι τότε αναγκασμένος να προσπαθεί να επιλύσει αυτές τις αντιφάσεις μέσω διαρκώς νέων διακρίσεων, οι οποίες δεν είναι πάντοτε ιδιαίτερα πειστικές, επειδή είναι βεβιασμένες.
Ακριβώς σε αυτή τη σχολαστική εικόνα του Αριστοτέλη ταιριάζει εξαιρετικά η διατύπωση του Dirlmeier¹, όταν μιλά για τη «μούμια» που υπήρξε ο Αριστοτέλης πριν από τις έρευνες του Jaeger.
Η ειδικά νεότερη έννοια του συστήματος εμφανίζεται, αντιθέτως, με τον πιο έκδηλο τρόπο στην παρουσίαση του Αριστοτέλη από τον Eduard Zeller, στο έργο του Η φιλοσοφία των Ελλήνων στην ιστορική της εξέλιξη.
Στις επιμέρους ενότητες της έρευνάς του προσπαθεί να δείξει ότι η φιλοσοφική προσπάθεια του Αριστοτέλη, σε όλους τους κλάδους της έρευνάς του, περιστρέφεται πάντοτε γύρω από το πρόβλημα της προσέγγισης δύο ετερογενών θεμελιωδών αρχών και της ενοποίησής τους υπό μία κοινή οπτική: της ύλης ως αισθητής αρχής και της μορφής ως μη αισθητής αρχής. Άλλωστε, στον Zeller αυτές έχουν σχεδόν ήδη τη λειτουργία αυτοτελών οντοτήτων —πρβλ. σσ. 175 κ.ε., 313—, οι οποίες δεν μπορούν να παραχθούν ούτε η μία από την άλλη ούτε από κάποια τρίτη αρχή.
Ιδιαίτερα διδακτικό είναι το δέκατο έβδομο κεφάλαιο του Zeller, όπου, υπό τον τίτλο «Αναδρομή στο αριστοτελικό σύστημα», συνοψίζει τις θεμελιώδεις σκέψεις ολόκληρου του έργου:
«Η ιδιομορφία και η κατεύθυνση του αριστοτελικού συστήματος καθορίζονται από τη συγχώνευση δύο στοιχείων […] του διαλεκτικού-θεωρησιακού και του εμπειρικού-ρεαλιστικού» (797).
Σε μεταφυσικό επίπεδο, τα δύο χαρακτηριστικά του συστήματος, η εννοιολογική σκέψη και η παρατήρηση, τα οποία «θεμελιώνονται εξίσου στην πνευματική ιδιοσυστασία του ιδρυτή του», εκφράζονται στην αντίληψη ότι, αφενός, το υλικό επιμέρους ον αποτελεί τη μοναδική πραγματικότητα και ότι, αφετέρου, το αληθινό είναι των πραγμάτων συνίσταται εντούτοις στην καθολικότητα της ασώματης μορφής, η οποία όμως δεν πρέπει να νοείται ως υπερβατική Ιδέα.
Για τον Zeller, λοιπόν, η αριστοτελική φιλοσοφία είναι και ως προς την ίδια της την ουσία απλώς μια προσπάθεια να καταδειχθεί η συμβατότητα των δύο θέσεων και, τρόπον τινά, να θεμελιωθεί κάθε επιμέρους γνώση μέσω της αμοιβαίας τους έντασης: μέσα στο ίδιο το δεδομένο πρέπει να συλληφθεί η καθολικώς ισχύουσα ουσία. Γι’ αυτό, κατά τον Zeller, το αριστοτελικό σύστημα αποτελεί ένα «άρτια διαρθρωμένο θεωρητικό οικοδόμημα, σχεδιασμένο με σταθερό χέρι σύμφωνα με μία θεμελιώδη σκέψη» (801), το οποίο έχει αναπτυχθεί προσεκτικά και με συνέπεια μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια. Υπό αυτή την καθοδηγητική ιδέα επιχειρεί να ερμηνεύσει την αριστοτελική φιλοσοφία.
Δεδομένης της μεγάλης προσοχής του και της άγρυπνης και κριτικής φιλολογικής του συνείδησης, η οποία αποκλείει από μόνη της τις βίαιες απόπειρες εναρμόνισης, δεν είναι τυχαίο ότι, ακολουθώντας τη συστηματική ερμηνευτική του αρχή, διαπιστώνει σύντομα ουσιώδεις ελλείψεις στο αριστοτελικό «σύστημα», το οποίο αρχικά φαινόταν να έχει αναπτυχθεί με εξαιρετική επιμέλεια. Το θεμέλιο του όλου, μας λέει, δεν έχει τεθεί με αρκετό βάθος και σταθερότητα· και τελικά πληροφορούμαστε ότι ο Αριστοτέλης «δεν κατόρθωσε να συνδέσει τις καθοδηγητικές οπτικές του συστήματός του κατά τρόπο απαλλαγμένο από αντιφάσεις» (801).
Στις σελίδες που ακολουθούν, οι οποίες συγχρόνως αποσκοπούν να συνοψίσουν τα αποτελέσματα της παρουσίασης των επιμέρους τμημάτων του «συστήματος», ο Zeller αναδεικνύει για ακόμη μία φορά με σαφήνεια τις αντιφάσεις που εμφανίζονται ιδιαίτερα έντονα στον Αριστοτέλη ακριβώς κατά την πραγμάτευση των κεντρικών ζητημάτων: στην αριστοτελική φιλοσοφία εξακολουθεί να επιβιώνει ο πλατωνικός δυϊσμός Ιδέας και φαινομένου, τον οποίο ο Αριστοτέλης δεν κατόρθωσε ποτέ να υπερβεί πλήρως· για τα καθόλου διατυπώνονται αντιφατικές αποφάνσεις· η μορφή και η ύλη αντιπαρατίθενται χωρίς διαμεσολάβηση και κατά τρόπο αντιφατικό, ενώ ούτε παράγονται από ένα κοινό θεμέλιο· η αντίθεση μεταξύ μηχανικών και τελικών αιτίων δεν εξομαλύνεται· οι έννοιες της θεότητας και της φύσεως παραμένουν εσωτερικά αντιφατικές, όπως επίσης και ο προσδιορισμός της σχέσεως του ανθρώπινου νου προς τις υπόλοιπες δυνάμεις της ψυχής. Τα παραδείγματα αυτά θα μπορούσαν να πολλαπλασιαστούν σημαντικά, προπάντων και από το πεδίο της πρακτικής φιλοσοφίας.
Δεν αντιφάσκει, όμως, ο ίδιος ο Zeller προς τον εαυτό του ενώπιον αυτών των δεδομένων, όταν καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η έσχατη αιτία όλων των δυσκολιών βρίσκεται στο ότι στον Αριστοτέλη «η φιλοσοφία των εννοιών και η παρατήρηση, ο πνευματοκρατισμός και ο νατουραλισμός, συνδέονται χωρίς επαρκή διαμεσολάβηση» (805), και παραδέχεται ότι, υπό τις δεδομένες συνθήκες, η διαμεσολάβηση αυτού του δυϊσμού δεν ήταν καν δυνατή, ενώ από την άλλη πλευρά εξακολουθεί παρ’ όλα αυτά να εμμένει στη συστηματική ερμηνεία ως τέτοια;
Είναι εύκολο να ασκήσει κανείς εδώ κριτική και να εγκαταλείψει την ιδέα του συστήματος. Δυσκολότερο είναι να βρει μια διαφορετική ερμηνευτική αρχή, η οποία να επιτρέπει μια πιο ικανοποιητική αξιοποίηση των κειμένων. Ο Zeller, πάντως, δεν ακολουθεί διαφορετική οδό, αλλά εμμένει στην ιδέα του συστήματος και πιστεύει ότι, με μια αναλόγως προσεκτικότερη και εκτενέστερη θεμελίωση και εμβάθυνση, οι αντιφάσεις θα μπορούσαν πιθανότατα να είχαν εξαφανιστεί. Πράγματι, και η εξέλιξη της φιλοσοφίας μετά τον Αριστοτέλη φαίνεται αρχικά να τον δικαιώνει.
Όταν κάποιος αναγνωρίζει τα όρια μιας ερμηνευτικής αρχής, είναι εύκολο να καταστεί τυφλός απέναντι σε όσα μπορούν να κατανοηθούν βάσει αυτής της ίδιας αρχής. Ο Zeller κατόρθωσε, πάντως, πάνω σε αυτή τη βάση να προσφέρει την πληρέστερη παρουσίαση της αριστοτελικής φιλοσοφίας που έχει γραφεί μέχρι σήμερα· ένα έργο το οποίο, παρά τις επιμέρους αδυναμίες του, υπήρξε και παραμένει αριστούργημα τόσο φιλοσοφικό όσο και φιλολογικό. Από την άλλη πλευρά, ούτε οι επικριτές της συστηματικής ερμηνείας του Αριστοτέλη κατόρθωσαν ποτέ να υπερβούν πραγματικά την ιδέα του συστήματος.⁴
Β. Η εξελικτική-ιστορική αντίληψη
Σημειώσεις:
1 Αριστοτέλης, Ἠθικὰ Νικομάχεια. Μετάφραση Franz Dirlmeier, Berlin 1956. Πρβλ. σ. 254.
2 Στο πεδίο της γαλλικής έρευνας, μια οξυδερκή συστηματική ερμηνεία παρουσίασε ιδίως ο O. Hamelin: Le système d’Aristote, 2η έκδ., Paris 1931.
3 Το γεγονός ότι εδώ πρόκειται για ετερογενή στοιχεία είναι συστατικό της νεωτερικά προσδιορισμένης έννοιας του συστήματος στον Zeller: η μορφή και η ύλη βρίσκονται κυριολεκτικά «σε αγώνα», μέσα στον οποίο η ύλη προβάλλει «αντίσταση» στη δραστηριότητα της μορφής (800). Επομένως, κατά τον Zeller, δεν είναι ήδη το γεγονός ότι ο Αριστοτέλης ήταν λογικός εκείνο που επιβάλλει τη συστηματική ερμηνεία —μολονότι και για τον Zeller η αριστοτελική φιλοσοφία φέρει «τυπικά λογικό χαρακτήρα» (σ. 173)—, αλλά το γεγονός ότι ήταν συγχρόνως και εμπειριστής· πρβλ. σ. 798.
4 Και η ερμηνεία του Αριστοτέλη από τους Νεοκαντιανούς —πρβλ. P. Natorp, Platos Ideenlehre, Leipzig 1903, σσ. 366-436— θεμελιώνεται στη νεότερη ιδέα του συστήματος, και μάλιστα με έννοια πολύ πιο ριζική από εκείνη του Zeller. Ο Αριστοτέλης λαμβάνει, φυσικά, τη χειρότερη δυνατή αξιολόγηση. Παρ’ όλα αυτά, η παρουσίαση αυτή μπορεί να αποδειχθεί χρήσιμη για μια γνήσια κατανόηση του Αριστοτέλη, επειδή, καθώς είναι αναγκασμένη να τον καταδικάσει υπό την προϋπόθεση της ιδέας του συστήματος, μπορεί να συμβάλει στη διάλυση ορισμένων προκαταλήψεων. Τουλάχιστον ο Natorp δεν επιχειρεί καν, όπως ο Zeller, να αναζητήσει στον Αριστοτέλη μια συστηματική ενότητα η οποία στην πραγματικότητα δεν υπάρχει. Παραμένει, επομένως, το έργο να αναδειχθεί το θετικό νόημα των επικρίσεων που στρέφει ο Natorp κατά του Αριστοτέλη —δικαιολογημένα από τη σκοπιά της συστηματικής του αφετηρίας— και πίσω από τις οποίες κρύβονται συχνά εκπληκτικά εύστοχες παρατηρήσεις.
ΕΝΑ ΡΙΓΟΣ ΔΕΝ ΜΑΣ ΔΙΑΠΕΡΑΣΕ ΚΑΤΑΝΟΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΠΑΡΑΛΟΓΙΣΜΟ ΤΗΣ ΔΙΑΜΑΧΗΣ ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΥ ΤΟΜΑΖΟΥ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΕΙΡΑΣΜΙΚΗ ΑΝΟΗΣΙΑ ΟΛΗΣ ΤΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΤΗΣ ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΝΑ ΣΤΗΡΙΖΟΥΝ ΤΗΝ ΝΕΑ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ ΣΤΟΝ ΒΙΑΣΜΕΝΟ ΓΙ' ΑΛΛΗ ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΑΓΙΟ ΜΑΞΙΜΟ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΔΗΘΕΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥΣ;. ΣΥΝΘΕΣΗ ΨΥΧΗΣ ΚΑΙ ΣΩΜΑΤΟΣ, ΥΠΟΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΦΥΣΕΩΣ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ; ΚΩΜΙΚΟΤΡΑΓΙΚΟΙ ΧΕΙΡΙΣΤΕΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ.. ΘΑ ΤΑ ΔΟΥΜΕ ΚΑΛΥΤΕΡΑ.ΔΥΟ ΓΑΙΔΑΡΟΙ ΜΑΛΛΩΝΑΝ ΣΕ ΞΕΝΟ ΑΧΥΡΩΝΑ.
Φυσικό θέλημα, δηλαδή φυσική θέληση, λένε πως είναι η δύναμη που ορέγεται εκείνο που υπάρχει κατά φύση και που συνέχει όλα τα ιδιώματα που υπάρχουν ουσιωδώς στη φύση. Γιατί, συγκρατούμενη από αυτό η ουσία, επιθυμεί φυσικά να είναι και να ζει και να κινείται με την αίσθηση και το νου, επιθυμώντας τη φυσική και τέλεια οντότητά της. Γιατί η φύση θέλει τον εαυτό της και όσα αποτελούν τη σύστασή της, στηριγμένη επιθυμητικά στο λόγο του "είναι" της, σύμφωνα με τον οποίο υπάρχει κι έχει γίνει.
Γι' αυτό ορίζοντας άλλοι τη φυσική αυτή επιθυμία, λένε πως θέλημα είναι όρεξη λογική και ζωτική, ενώ η προαίρεση όρεξη διασκεπτική για όσα μας αφορούν.
Γι' αυτό ορίζοντας άλλοι τη φυσική αυτή επιθυμία, λένε πως θέλημα είναι όρεξη λογική και ζωτική, ενώ η προαίρεση όρεξη διασκεπτική για όσα μας αφορούν.
η γνώμη είναι όρεξη ενδιάθετη για όσα εξαρτώνται από εμάς, από την οποία προέρχεται η προαίρεση, ή είναι διάθεση για όσα εξαρτημένα από εμάς σκεφτήκαμε, επειδή τα ορεγόμαστε. Γιατί όταν η όρεξη δεχθεί όσα έκρινε η σκέψη, γίνεται γνώμη, κι έπειτα από αυτήν, ή για να το πούμε πιο κυριολεκτικά, από την οποία προέρχεται η προαίρεση.
Επομένως η γνώμη ως προς την προαίρεση έχει το λόγο τής έξης ως προς την ενέργεια.
Επομένως η γνώμη ως προς την προαίρεση έχει το λόγο τής έξης ως προς την ενέργεια.
...η γνώμη είναι διπλή, λογική και άλογη, ενώ η προαίρεση μεταβάλλεται.
Η άλογη λοιπόν γνώμη λένε πως είναι απλή κι επιπόλαιη γνώση, όπως όταν κάποιος λέγει τη γνώμη ενός άλλου αγνοώντας την αίτια της, όπως για παράδειγμα όταν λέγει την ψυχή αθάνατη χωρίς να δίνει την αίτια που αποδεικνύει την αθανασία της. Ενώ η λογική γνώμη λένε πως είναι γνώση έπειτα από ολοκληρωμένη διανοητική διαδικασία, όπως όταν κάποιος εξετάσει κάτι λογικά και διατυπώσει την αιτία του. Γιατί η διάνοια είναι εκείνη που διέρχεται μέσα από όλα και ενεργεί με διαστήματα, αρχίζοντας από μια πρόταση και καταλήγοντας σ’ ένα συμπέρασμα.
Η άλογη λοιπόν γνώμη λένε πως είναι απλή κι επιπόλαιη γνώση, όπως όταν κάποιος λέγει τη γνώμη ενός άλλου αγνοώντας την αίτια της, όπως για παράδειγμα όταν λέγει την ψυχή αθάνατη χωρίς να δίνει την αίτια που αποδεικνύει την αθανασία της. Ενώ η λογική γνώμη λένε πως είναι γνώση έπειτα από ολοκληρωμένη διανοητική διαδικασία, όπως όταν κάποιος εξετάσει κάτι λογικά και διατυπώσει την αιτία του. Γιατί η διάνοια είναι εκείνη που διέρχεται μέσα από όλα και ενεργεί με διαστήματα, αρχίζοντας από μια πρόταση και καταλήγοντας σ’ ένα συμπέρασμα.
...χαρακτηριστικό γνώρισμα της διάνοιας είναι να διανύει κάποιο δρόμο που οδηγεί στη γνώση ενός πράγματος, και προχωρεί από τις προτάσεις με τους συλλογισμούς στα συμπεράσματα και σχηματίζει τη λογική γνώμη.
Και πάλι, η γνώμη δεν είναι μόνο από όσα είναι στην εξουσία μας, άλλα κι από όσα δεν είναι στην εξουσία μας, ενώ η προαίρεση είναι από εκείνα που είναι στην εξουσία μας. Και γνώμη βέβαια διακρίνομε αληθινή και ψευδή, προαίρεση όμως δεν λέμε αληθινή και ψευδή, άλλα καλή και κακή. Επίσης η γνώμη είναι από τα καθόλου, ενώ η προαίρεση από τα καθέκαστα
Και πάλι, η γνώμη δεν είναι μόνο από όσα είναι στην εξουσία μας, άλλα κι από όσα δεν είναι στην εξουσία μας, ενώ η προαίρεση είναι από εκείνα που είναι στην εξουσία μας. Και γνώμη βέβαια διακρίνομε αληθινή και ψευδή, προαίρεση όμως δεν λέμε αληθινή και ψευδή, άλλα καλή και κακή. Επίσης η γνώμη είναι από τα καθόλου, ενώ η προαίρεση από τα καθέκαστα
Ψυχή Αγέννητος- Άγιος Μάξιμος ο ομολογητής.
“Πεύσεις και αποκρίσεις”, τόμος 14Α, εκδόσεις Μερετάκη, Ερώτησις 104, Απόκρισις:
Διότι τίποτε δέν είναι απόλυτο (ανεξάρτητο από τά άλλα) καί απλό στήν ουσία, παρά μόνο τό Θείο, ενώ τά άλλα όσα είναι έπειτα από τόν Θεό καί παίρνουν τήν ύπαρξή τους από τό Θεό, αποτελούνται από ουσία καί ποιό ήτοι δύναμη, δηλαδή από ουσία καί συμβεβηκότα.
Αυτός λοιπόν ο λόγος, αυτός πού έτσι είναι καί γεννιέται, παίρνοντας τή φωνή τής υπηρέτριας φύσης, προφέρεται καί γεννά λόγο σέ άλλο νού καθώς παραπέμπεται μέ τήν ακοή εκείνου πού τόν δέχεται στό νού
ΤΕΤΟΙΑ ΠΡΟΧΕΙΡΟΤΗΣ ΚΙΝΕΙ ΤΙΣ ΥΠΟΨΙΕΣ ΜΑΣ Η ΜΟΝΗ ΕΞΗΓΗΣΗ ΕΙΝΑΙ ΟΤΙ ΑΔΙΑΦΟΡΟΥΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΩΤΗΡΙΑ . ΜΟΝΟ Η ΔΟΞΑ ΤΟΥΣ ΤΡΑΒΑΕΙ ΑΠ'ΤΟ ΜΑΝΙΚΙ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου