Συνέχεια από Δευτέρα 21. Σεπτεμβρίου 2026
Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΠΕΡΙ ΣΩΤΗΡΙΑΣ 7
Αρχιμανδρίτης Σέργιος (Στραγκορόντσκι)
1. Η νομική αντίληψη της ζωής ενώπιον της Αγίας Γραφής και της Ιεράς Παραδόσεως
Πιστεύουμε ότι σωζόμαστε μόνο διά του Ιησού Χριστού, ότι μόνο «διά του Χριστού μπορούμε να γίνουμε δεκτοί από τον Θεό» [1]· αλλά πιστεύουμε επίσης —και γι’ αυτό βρίσκουμε διαρκή μαρτυρία μέσα στη συνείδησή μας— ότι ο Θεός αξιώνει τον καθένα της μερίδας που του αναλογεί σύμφωνα με τα καλά του έργα» [2]· ότι «δεν υπάρχει άλλος δρόμος για να λάβουμε την άφεση των αμαρτιών και την ελπίδα της κληρονομίας των επαγγελθέντων αγαθών, παρά μόνο, αφού γνωρίσουμε τον Χριστό μας και λουστούμε με εκείνο το βάπτισμα για την άφεση των αμαρτιών, το οποίο ανήγγειλε ο Ησαΐας, να ζούμε κατόπιν χωρίς αμαρτία» [3]· ότι «μετά τη χάρη του Θεού, η ελπίδα της σωτηρίας πρέπει να στηρίζεται μόνο στα δικά μας έργα» (οἰκείοις κατορθώμασι) [4].
«Η βασιλεία του Θεού βιάζεται» και μόνο «οι βιαστές», δηλαδή όσοι καταβάλλουν προσπάθεια και κοπιάζουν, «την αρπάζουν» (Ματθ. 11,12). Ο Χριστός ήλθε όχι για να καταλύσει τον νόμο, αλλά για να τον εκπληρώσει (Ματθ. 5,17). Ο άνθρωπος που δικαιώθηκε και αγιάστηκε δεν πράττει το καλό από αναγκαιότητα, αλλά οφείλει να το πράττει, διότι «ο καθένας θα λάβει από τον Κύριο ανάλογα με το καλό που έκανε» (Εφ. 6,8). Επομένως, το καλό δεν είναι μόνο καρπός και μαρτυρία της σωτηρίας, αλλά μία από τις άμεσες αιτίες της, μέσω της οποίας «ανοίγεται στον άνθρωπο ελεύθερη είσοδος στην αιώνια βασιλεία του Κυρίου και Σωτήρα μας Ιησού Χριστού» (Β΄ Πέτρ. 1,11).
Γι’ αυτό η ζωή του ανθρώπου μετά το βάπτισμα δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση κατάσταση άπρακτης μακαριότητας και ακούσιας αγαθοεργίας —όπως θα έπρεπε να παρουσιάζεται στη Δύση— αλλά, αντιθέτως, έμπρακτη ακολουθία του Χριστού (Κολ. 3,1-14). Η επίγεια ζωή είναι σπορά, ενώ η μετά θάνατον ζωή είναι θερισμός· γι’ αυτό ο άνθρωπος οφείλει να σπέρνει το καλό, ώστε αργότερα να κληρονομήσει τη μακαριότητα (Γαλ. 6,7-10). Οφείλει, σαν το εργατικό μυρμήγκι, να συγκεντρώνει καρπούς για τη μέλλουσα ζωή [5], να συγκεντρώνει για τον εαυτό του εκείνον «τον άφθαρτο πλούτο, η συγκέντρωση του οποίου όχι μόνο δεν αποτελεί ελάττωμα, αλλά είναι μεγάλη αρετή και ανταμοιβή» [6].
Επομένως, ο δικαιωμένος άνθρωπος πράττει το καλό με τη θέλησή του και διαρκώς συνειδητοποιεί και είναι πεπεισμένος ότι το πράττει «για την τιμή στη βασιλεία των ουρανών», ώστε να «αξιωθεί του επαίνου του Θεού ως αγαθός δούλος και να τιμηθεί με κάποιες τιμές» [7]. Έτσι, εάν δεν υπήρχε αυτή η πεποίθηση, εάν ο άνθρωπος δεν ανέμενε αυτή την ανταμοιβή στους ουρανούς, τότε και η ενάρετη ζωή θα ήταν χωρίς νόημα και, επομένως, αδύνατη. «Ποιος θα ήθελε να αναλάβει τόσο πικρούς κόπους, εάν δεν είχε τη γλυκιά ελπίδα στον Χριστό;» [8]. «Θα διατηρούσαμε άραγε τον εαυτό μας σε τέτοια καθαρότητα, εάν δεν αναγνωρίζαμε ότι ο Θεός αγρυπνεί πάνω από το ανθρώπινο γένος; Ασφαλώς όχι. Επειδή όμως πιστεύουμε ότι θα δώσουμε λόγο για ολόκληρη την παρούσα ζωή μας στον Θεό, ο οποίος δημιούργησε και εμάς και τον κόσμο, επιλέγουμε ζωή εγκρατή, φιλάνθρωπη και ταπεινή, γνωρίζοντας ότι εδώ δεν μπορούμε να υποστούμε —ακόμη και αν μας αφαιρέσουν τη ζωή— κανένα κακό που να μπορεί να συγκριθεί με τα αγαθά τα οποία μας έχει ετοιμάσει ο Μέγας Κριτής ως ανταμοιβή για μια πράα, φιλάνθρωπη και μετρημένη ζωή» [9]. Επομένως, η αγαθοεργία αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση της σωτηρίας.
Εδώ όμως μπορεί και πάλι να τεθεί το ερώτημα με ποια έννοια αναγνωρίζεται η αγαθοεργία ως προϋπόθεση της σωτηρίας: μπορεί να αποτελεί μόνο εξωτερική βάση για την απόκτηση της σωτηρίας, μπορεί όμως να αποτελεί και προϋπόθεση με την κυριολεκτική έννοια, δηλαδή παράγοντα που παράγει τη σωτηρία. Οι δύο αυτές απαντήσεις, μολονότι από άποψη μορφής βρίσκονται πολύ κοντά η μία στην άλλη, ως προς το περιεχόμενό τους διαφέρουν πάρα πολύ —για να μην πούμε ριζικά— μεταξύ τους: μπορούν να εκφράζουν δύο εντελώς αντίθετες και αλληλοαποκλειόμενες αντιλήψεις της ζωής, την κοσμική και ειδωλολατρική από τη μία πλευρά και τη χριστιανική από την άλλη.
Ο φίλαυτος άνθρωπος ζει για τον εαυτό του· τοποθετεί το «εγώ» του στο κέντρο του κόσμου και από την οπτική αυτού του «εγώ» αξιολογεί όλα όσα συμβαίνουν τόσο στη δική του ζωή όσο και στη ζωή ολόκληρου του κόσμου. Σκοπός του είναι η προσωπική του ευημερία· ύψιστο αγαθό είναι η απόλαυση, είτε με τη μορφή αισθησιακών ηδονών είτε μέσα σε κάποια νιρβάνα ή σε κάτι άλλο αυτού του είδους.
Η αμαρτία, λοιπόν —η ουσία της οποίας είναι ακριβώς η φιλαυτία—, ενώ προσφέρει στον άνθρωπο απόλαυση σε αυτή τη ζωή, του επιφέρει συγχρόνως ασύγκριτα μεγαλύτερη οδύνη στη μετά θάνατον ζωή: η τάξη του κόσμου, όπως έχει καθοριστεί από τον Θεό, αποδεικνύεται ολέθρια για τη φιλαυτία και την οδηγεί αναγκαστικά στην τιμωρία. Ο φίλαυτος άνθρωπος, ως τέτοιος, ασφαλώς δεν ενδιαφέρεται για το δίκαιο ή το άδικο αυτής της τάξης του κόσμου· ακόμη περισσότερο, είναι έτοιμος με ολόκληρο το είναι του να εξεγερθεί εναντίον της, είναι έτοιμος με ολόκληρο το είναι του να διαμαρτυρηθεί εναντίον αυτού του περιορισμού του «εγώ» του, του οποίου η επιθυμία αποτελεί γι’ αυτόν νόμο. Ως φίλαυτος, όμως, δεν μπορεί να μη θέλει να αποφύγει την πικρή μοίρα στην οποία οδηγεί η αμετανόητη αντίθεση προς αυτή την εχθρική γι’ αυτόν τάξη του κόσμου.
Και τότε ο φίλαυτος αρχίζει, όπως λέει, «να σώζεται», δηλαδή, αποκόπτοντας με βαθύτατη λύπη τις προσφιλείς και ακόμη πολύτιμες επιθυμίες του, αρχίζει να τηρεί τον νόμο που έθεσε ο Θεός· τον τηρεί ακριβώς επειδή η παρανομία αποδεικνύεται, ως προς την τελική της έκβαση, εξαιρετικά ασύμφορη γι’ αυτόν, μολονότι δεν παύει να παραμένει επιθυμητή και ευχάριστη. Ο φίλαυτος είναι μέσα στην ψυχή του εχθρός του Θεού (Ρωμ. 8,7) και θέλει να ακούει τον πατέρα του, τον ανθρωποκτόνο (Ιω. 8,44). Είναι έτοιμος να δαγκώσει το Χέρι που τον ελεεί —ας θυμηθούμε τους Ιουδαίους, οι οποίοι «φόνευσαν τους προφήτες και λιθοβόλησαν εκείνους που στάλθηκαν προς αυτούς», ας θυμηθούμε τον σταυρωμένο Ιησού Χριστό—, αλλά τρέμει ενώπιον του Θεού, επειδή γνωρίζει ότι Αυτός είναι παντοδύναμος, ότι τα πάντα, μαζί και ο ίδιος ο φίλαυτος, βρίσκονται στα χέρια του Θεού και ότι, επομένως, κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει από τον Θεό.
Ο φίλαυτος αναγκάζεται να υποταχθεί στο θέλημα του Θεού για το δικό του προσωπικό συμφέρον. Υποτάσσεται, αλλά ως δούλος: με εσωτερική αποστροφή και γογγυσμό, παρακινούμενος από το μαστίγιο· ή ως μισθωτός, ο οποίος επιζητεί το συμφέρον, την ανταμοιβή.
Ο άνθρωπος που έχει μια τέτοια διάθεση ασφαλώς δεν μπορεί να κατανοήσει ούτε την «ελευθερία των τέκνων του Θεού», την οποία έφερε ο Ιησούς Χριστός, ούτε εκείνη τη «συμφιλίωση» με τον Θεό, την οποία μας ανήγγειλαν οι Απόστολοι. Ο «ψυχικός άνθρωπος» δεν μπορεί «να λατρεύει τον Θεό εν πνεύματι και αληθεία» (Ιω. 4,23)· κρίνει τα πάντα κατά τρόπο ψυχικό (Α΄ Κορ. 2,14). Προσερχόμενος στον Χριστό, δεν θέλει τόσο να μάθει από Αυτόν πώς πρέπει να ζει για να ζήσει την αληθινή ζωή, όσο να πληροφορηθεί ποιο όφελος θα του αποφέρει η ακολουθία του Χριστού.
Γι’ αυτό, όταν ακούει για τη σωτηρία του Χριστού, προσλαμβάνει από αυτή την αγαθή αγγελία κυρίως την εξωτερική της πλευρά: τη λύτρωση από τη συμφορά και από την τελική απώλεια και την απόκτηση της ύψιστης μακαριότητας. Δεν αντιλαμβάνεται την άλλη, ουσιαστικότερη πλευρά αυτής της σωτηρίας· δεν αντιλαμβάνεται ότι ως συμφορά δεν θεωρούνται εδώ τα παθήματα και τα βασανιστήρια, αλλά η αμαρτία· ότι το ύψιστο αγαθό τοποθετείται εδώ στο ίδιο εκείνο θέλημα του Θεού, εναντίον του οποίου εξεγείρεται με τόσο ζήλο η φίλαυτη φύση του. Σκέπτεται μόνο ότι θα απολαμβάνει· τι όμως θα απολαμβάνει, αυτό δεν το ρωτά.
Εάν όμως το παν συνίσταται μόνο στη μακαριότητα ως τέτοια, στο όφελος δηλαδή του ανθρώπου, τότε τίθεται φυσικά το ερώτημα: για ποιο πράγμα λαμβάνει ο άνθρωπος αυτό το όφελος; Δεν θα ήταν άδικο να του δοθεί η μακαριότητα, όταν δεν την έχει αξιωθεί με κανέναν τρόπο; Ο Χριστός δίδαξε ότι σώζονται μόνο όσοι πράττουν το καλό. Επομένως, συμπεραίνει ο άνθρωπος, το καλό αποτελεί ακριβώς εκείνο το αντίτιμο, εκείνη την παραχώρηση προς τον Θεό, για την οποία Αυτός χαρίζει στον άνθρωπο την αιώνια ζωή.
Ο φίλαυτος δεν μπορεί να κατανοήσει γιατί αρέσει στον Θεό αυτή και όχι κάποια άλλη συμπεριφορά. Επειδή ο ίδιος εκπληρώνει τις επιθυμίες του «εγώ» του μόνο διότι αυτό του είναι ευχάριστο και επιθυμητό, τείνει να φαντάζεται και τον νόμο του Θεού ως μια παρόμοια, χωρίς αιτία, επιθυμία του Κυρίου. Ασφαλώς, ο άνθρωπος δεν μπορεί να αγαπήσει μια τέτοια αναίτια βούληση ούτε τον ίδιο τον Κύριο: τον τελευταίο μόνο τον φοβάται, ενώ την πρώτη την εκπληρώνει μόνο παρά τη θέλησή του.
Γι’ αυτό οι κόποι που υπέστη κατά την εκπλήρωση του θελήματος του Θεού δεν μπορούν να έχουν τη δύναμη και τη σημασία μιας αυταπαρνητικής θυσίας προς τον Θεό, μιας θυσίας που αγαπά και ευχαριστεί. Για τον άνθρωπο αυτοί αποτελούν βάρος, ζυγό δουλείας. Γι’ αυτό δεν είναι σε θέση να τους προσφέρει ως θυσία και απαιτεί για τον εαυτό του αμοιβή, όπως κάθε μισθωτός. Τα έργα αποκτούν στα μάτια του ανθρώπου τη σημασία αξιομισθίας.
Έτσι, η νομική αντίληψη της σωτηρίας είναι απολύτως κατανοητή και πρόσφορη ακριβώς για τη φίλαυτη διάθεση. Είδαμε τις αδύναμες πλευρές αυτής της αντίληψης· είδαμε πώς αυτή ανοίγει τον δρόμο σε κάθε είδους συναλλαγές και σε απροκάλυπτες αλλοιώσεις της αλήθειας του Χριστού μέσα στον δυτικό χριστιανισμό. Τώρα οφείλουμε να εξετάσουμε ποια στάση τηρούν απέναντι σε αυτή την αντίληψη οι ιερές πηγές της πίστης μας: η Αγία Γραφή και η Ιερά Παράδοση.
Εάν προσεγγίσουμε αυτές τις πηγές με προκατειλημμένη σκέψη και εάν απομονώνουμε από αυτές μόνο μεμονωμένες λέξεις και ρήσεις, χωρίς να τις εξετάζουμε σε σχέση με τη βασική τους σκέψη, τότε ίσως μπορέσουμε να βρούμε αρκετά ερείσματα για τη νομική αντίληψη μέσα στην ίδια την Αγία Γραφή ή την Παράδοση.
Πρώτα απ’ όλα, πώς νοείται η σωτηρία; «Τι περισσότερο ζητάς», ρωτά ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, «εκτός από τη σωτηρία; Τη μέλλουσα δόξα και αγιότητα; Για μένα είναι πολύ σημαντικό να σωθώ και να απαλλαγώ από τα εκεί βασανιστήρια. Εσύ ακολουθείς δρόμο απάτητο και απρόσιτο, ενώ εγώ δρόμο πεπατημένο, ο οποίος έσωσε πολλούς» [10]. Στα λόγια αυτά η σωτηρία νοείται, όπως βλέπουμε, αποκλειστικά από την εξωτερική, τυπική της πλευρά· η απώλεια του ανθρώπου εκλαμβάνεται με την άμεση και γενική σημασία της, χωρίς να προσδιορίζεται σε τι ακριβώς συνίσταται: τον άνθρωπο απειλεί μια συμφορά και αυτός απαλλάσσεται από αυτήν. Την ίδια σημασία μπορούμε να βρούμε και στα χωρία της Αγίας Γραφής στα οποία η αιώνια ζωή αντιπαρατίθεται προς την κρίση, την απώλεια και τα βασανιστήρια (π.χ. Ιω. 3,15· 5,24· Ματθ. 25,46 κ.ά.).
Εάν, όμως, η ουσία της σωτηρίας βρίσκεται στην ευημερία του ανθρώπου, στην απόλαυσή του, τότε για ποιο πράγμα πρέπει να ανταμειφθεί ο άνθρωπος; «Χωρίς αγώνα κανείς δεν στεφανώνεται» [11], λέει ο άγιος Εφραίμ ο Σύρος. «Σου φαίνεται άραγε δίκαιο τα επίγεια και παρερχόμενα πράγματα και η φθαρτή δόξα να απαιτούν προσπάθειες και κόπους, ενώ, για να αποκτήσεις την ελπίδα να βασιλεύσεις μαζί με τον Χριστό στους αγήραντους και ατελεύτητους αιώνες των αιώνων, να μη χρειάζεται να χρησιμοποιήσεις ούτε αυτό το σύντομο διάστημα της παραμονής σου στη γη για κόπους και αγώνες, ώστε κατόπιν να βασιλεύσεις επί ολόκληρους αιώνες;» [12].
«Στρέψε την προσοχή σου», λέει ένας άλλος άγιος πατέρας, «στον ίδιο τον νόμο της δικαιοσύνης και εισχώρησε μέσα στον εαυτό σου. Έχεις στην υπηρεσία σου διάφορους υπηρέτες· άλλοι είναι καλοί και άλλοι κακοί. Τους καλούς τούς τιμάς, ενώ τους κακούς τούς τιμωρείς. Και εάν είσαι δικαστής, επαινείς τους αγαθούς και τιμωρείς τους παράνομους. Είναι δυνατόν, λοιπόν, σε εσένα, τον θνητό άνθρωπο, να τηρείται η δικαιοσύνη, ενώ στον Θεό, τον απροσωπόληπτο Βασιλέα των πάντων, να μην υπάρχει δίκαιη ανταπόδοση; Η άρνησή της είναι ασέβεια» [13].
Ποια είναι, λοιπόν, η βάση σύμφωνα με την οποία απονέμεται στον άνθρωπο η μεγάλη ανταμοιβή στους ουρανούς; Η ανταμοιβή δίνεται μόνο για τον αγώνα· επομένως, και η ουράνια ανταμοιβή αποκτάται με τον αγώνα, με «δίκαια έργα» [14]. Έτσι, τα έργα παρέχουν δικαίωμα στην αιώνια μακαριότητα και αποδεικνύονται σαν να είναι η τιμή, το αντίτιμο που καταβάλλει ο άνθρωπος γι’ αυτήν. Αυτή η παρομοίωση είναι πολύ συνηθισμένη στην Αγία Γραφή και στην Ιερά Παράδοση.
Σημειώσεις:
Αρχιμανδρίτης Σέργιος (Στραγκορόντσκι)
1. Η νομική αντίληψη της ζωής ενώπιον της Αγίας Γραφής και της Ιεράς Παραδόσεως
Πιστεύουμε ότι σωζόμαστε μόνο διά του Ιησού Χριστού, ότι μόνο «διά του Χριστού μπορούμε να γίνουμε δεκτοί από τον Θεό» [1]· αλλά πιστεύουμε επίσης —και γι’ αυτό βρίσκουμε διαρκή μαρτυρία μέσα στη συνείδησή μας— ότι ο Θεός αξιώνει τον καθένα της μερίδας που του αναλογεί σύμφωνα με τα καλά του έργα» [2]· ότι «δεν υπάρχει άλλος δρόμος για να λάβουμε την άφεση των αμαρτιών και την ελπίδα της κληρονομίας των επαγγελθέντων αγαθών, παρά μόνο, αφού γνωρίσουμε τον Χριστό μας και λουστούμε με εκείνο το βάπτισμα για την άφεση των αμαρτιών, το οποίο ανήγγειλε ο Ησαΐας, να ζούμε κατόπιν χωρίς αμαρτία» [3]· ότι «μετά τη χάρη του Θεού, η ελπίδα της σωτηρίας πρέπει να στηρίζεται μόνο στα δικά μας έργα» (οἰκείοις κατορθώμασι) [4].
«Η βασιλεία του Θεού βιάζεται» και μόνο «οι βιαστές», δηλαδή όσοι καταβάλλουν προσπάθεια και κοπιάζουν, «την αρπάζουν» (Ματθ. 11,12). Ο Χριστός ήλθε όχι για να καταλύσει τον νόμο, αλλά για να τον εκπληρώσει (Ματθ. 5,17). Ο άνθρωπος που δικαιώθηκε και αγιάστηκε δεν πράττει το καλό από αναγκαιότητα, αλλά οφείλει να το πράττει, διότι «ο καθένας θα λάβει από τον Κύριο ανάλογα με το καλό που έκανε» (Εφ. 6,8). Επομένως, το καλό δεν είναι μόνο καρπός και μαρτυρία της σωτηρίας, αλλά μία από τις άμεσες αιτίες της, μέσω της οποίας «ανοίγεται στον άνθρωπο ελεύθερη είσοδος στην αιώνια βασιλεία του Κυρίου και Σωτήρα μας Ιησού Χριστού» (Β΄ Πέτρ. 1,11).
Γι’ αυτό η ζωή του ανθρώπου μετά το βάπτισμα δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση κατάσταση άπρακτης μακαριότητας και ακούσιας αγαθοεργίας —όπως θα έπρεπε να παρουσιάζεται στη Δύση— αλλά, αντιθέτως, έμπρακτη ακολουθία του Χριστού (Κολ. 3,1-14). Η επίγεια ζωή είναι σπορά, ενώ η μετά θάνατον ζωή είναι θερισμός· γι’ αυτό ο άνθρωπος οφείλει να σπέρνει το καλό, ώστε αργότερα να κληρονομήσει τη μακαριότητα (Γαλ. 6,7-10). Οφείλει, σαν το εργατικό μυρμήγκι, να συγκεντρώνει καρπούς για τη μέλλουσα ζωή [5], να συγκεντρώνει για τον εαυτό του εκείνον «τον άφθαρτο πλούτο, η συγκέντρωση του οποίου όχι μόνο δεν αποτελεί ελάττωμα, αλλά είναι μεγάλη αρετή και ανταμοιβή» [6].
Επομένως, ο δικαιωμένος άνθρωπος πράττει το καλό με τη θέλησή του και διαρκώς συνειδητοποιεί και είναι πεπεισμένος ότι το πράττει «για την τιμή στη βασιλεία των ουρανών», ώστε να «αξιωθεί του επαίνου του Θεού ως αγαθός δούλος και να τιμηθεί με κάποιες τιμές» [7]. Έτσι, εάν δεν υπήρχε αυτή η πεποίθηση, εάν ο άνθρωπος δεν ανέμενε αυτή την ανταμοιβή στους ουρανούς, τότε και η ενάρετη ζωή θα ήταν χωρίς νόημα και, επομένως, αδύνατη. «Ποιος θα ήθελε να αναλάβει τόσο πικρούς κόπους, εάν δεν είχε τη γλυκιά ελπίδα στον Χριστό;» [8]. «Θα διατηρούσαμε άραγε τον εαυτό μας σε τέτοια καθαρότητα, εάν δεν αναγνωρίζαμε ότι ο Θεός αγρυπνεί πάνω από το ανθρώπινο γένος; Ασφαλώς όχι. Επειδή όμως πιστεύουμε ότι θα δώσουμε λόγο για ολόκληρη την παρούσα ζωή μας στον Θεό, ο οποίος δημιούργησε και εμάς και τον κόσμο, επιλέγουμε ζωή εγκρατή, φιλάνθρωπη και ταπεινή, γνωρίζοντας ότι εδώ δεν μπορούμε να υποστούμε —ακόμη και αν μας αφαιρέσουν τη ζωή— κανένα κακό που να μπορεί να συγκριθεί με τα αγαθά τα οποία μας έχει ετοιμάσει ο Μέγας Κριτής ως ανταμοιβή για μια πράα, φιλάνθρωπη και μετρημένη ζωή» [9]. Επομένως, η αγαθοεργία αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση της σωτηρίας.
Εδώ όμως μπορεί και πάλι να τεθεί το ερώτημα με ποια έννοια αναγνωρίζεται η αγαθοεργία ως προϋπόθεση της σωτηρίας: μπορεί να αποτελεί μόνο εξωτερική βάση για την απόκτηση της σωτηρίας, μπορεί όμως να αποτελεί και προϋπόθεση με την κυριολεκτική έννοια, δηλαδή παράγοντα που παράγει τη σωτηρία. Οι δύο αυτές απαντήσεις, μολονότι από άποψη μορφής βρίσκονται πολύ κοντά η μία στην άλλη, ως προς το περιεχόμενό τους διαφέρουν πάρα πολύ —για να μην πούμε ριζικά— μεταξύ τους: μπορούν να εκφράζουν δύο εντελώς αντίθετες και αλληλοαποκλειόμενες αντιλήψεις της ζωής, την κοσμική και ειδωλολατρική από τη μία πλευρά και τη χριστιανική από την άλλη.
Ο φίλαυτος άνθρωπος ζει για τον εαυτό του· τοποθετεί το «εγώ» του στο κέντρο του κόσμου και από την οπτική αυτού του «εγώ» αξιολογεί όλα όσα συμβαίνουν τόσο στη δική του ζωή όσο και στη ζωή ολόκληρου του κόσμου. Σκοπός του είναι η προσωπική του ευημερία· ύψιστο αγαθό είναι η απόλαυση, είτε με τη μορφή αισθησιακών ηδονών είτε μέσα σε κάποια νιρβάνα ή σε κάτι άλλο αυτού του είδους.
Η αμαρτία, λοιπόν —η ουσία της οποίας είναι ακριβώς η φιλαυτία—, ενώ προσφέρει στον άνθρωπο απόλαυση σε αυτή τη ζωή, του επιφέρει συγχρόνως ασύγκριτα μεγαλύτερη οδύνη στη μετά θάνατον ζωή: η τάξη του κόσμου, όπως έχει καθοριστεί από τον Θεό, αποδεικνύεται ολέθρια για τη φιλαυτία και την οδηγεί αναγκαστικά στην τιμωρία. Ο φίλαυτος άνθρωπος, ως τέτοιος, ασφαλώς δεν ενδιαφέρεται για το δίκαιο ή το άδικο αυτής της τάξης του κόσμου· ακόμη περισσότερο, είναι έτοιμος με ολόκληρο το είναι του να εξεγερθεί εναντίον της, είναι έτοιμος με ολόκληρο το είναι του να διαμαρτυρηθεί εναντίον αυτού του περιορισμού του «εγώ» του, του οποίου η επιθυμία αποτελεί γι’ αυτόν νόμο. Ως φίλαυτος, όμως, δεν μπορεί να μη θέλει να αποφύγει την πικρή μοίρα στην οποία οδηγεί η αμετανόητη αντίθεση προς αυτή την εχθρική γι’ αυτόν τάξη του κόσμου.
Και τότε ο φίλαυτος αρχίζει, όπως λέει, «να σώζεται», δηλαδή, αποκόπτοντας με βαθύτατη λύπη τις προσφιλείς και ακόμη πολύτιμες επιθυμίες του, αρχίζει να τηρεί τον νόμο που έθεσε ο Θεός· τον τηρεί ακριβώς επειδή η παρανομία αποδεικνύεται, ως προς την τελική της έκβαση, εξαιρετικά ασύμφορη γι’ αυτόν, μολονότι δεν παύει να παραμένει επιθυμητή και ευχάριστη. Ο φίλαυτος είναι μέσα στην ψυχή του εχθρός του Θεού (Ρωμ. 8,7) και θέλει να ακούει τον πατέρα του, τον ανθρωποκτόνο (Ιω. 8,44). Είναι έτοιμος να δαγκώσει το Χέρι που τον ελεεί —ας θυμηθούμε τους Ιουδαίους, οι οποίοι «φόνευσαν τους προφήτες και λιθοβόλησαν εκείνους που στάλθηκαν προς αυτούς», ας θυμηθούμε τον σταυρωμένο Ιησού Χριστό—, αλλά τρέμει ενώπιον του Θεού, επειδή γνωρίζει ότι Αυτός είναι παντοδύναμος, ότι τα πάντα, μαζί και ο ίδιος ο φίλαυτος, βρίσκονται στα χέρια του Θεού και ότι, επομένως, κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει από τον Θεό.
Ο φίλαυτος αναγκάζεται να υποταχθεί στο θέλημα του Θεού για το δικό του προσωπικό συμφέρον. Υποτάσσεται, αλλά ως δούλος: με εσωτερική αποστροφή και γογγυσμό, παρακινούμενος από το μαστίγιο· ή ως μισθωτός, ο οποίος επιζητεί το συμφέρον, την ανταμοιβή.
Ο άνθρωπος που έχει μια τέτοια διάθεση ασφαλώς δεν μπορεί να κατανοήσει ούτε την «ελευθερία των τέκνων του Θεού», την οποία έφερε ο Ιησούς Χριστός, ούτε εκείνη τη «συμφιλίωση» με τον Θεό, την οποία μας ανήγγειλαν οι Απόστολοι. Ο «ψυχικός άνθρωπος» δεν μπορεί «να λατρεύει τον Θεό εν πνεύματι και αληθεία» (Ιω. 4,23)· κρίνει τα πάντα κατά τρόπο ψυχικό (Α΄ Κορ. 2,14). Προσερχόμενος στον Χριστό, δεν θέλει τόσο να μάθει από Αυτόν πώς πρέπει να ζει για να ζήσει την αληθινή ζωή, όσο να πληροφορηθεί ποιο όφελος θα του αποφέρει η ακολουθία του Χριστού.
Γι’ αυτό, όταν ακούει για τη σωτηρία του Χριστού, προσλαμβάνει από αυτή την αγαθή αγγελία κυρίως την εξωτερική της πλευρά: τη λύτρωση από τη συμφορά και από την τελική απώλεια και την απόκτηση της ύψιστης μακαριότητας. Δεν αντιλαμβάνεται την άλλη, ουσιαστικότερη πλευρά αυτής της σωτηρίας· δεν αντιλαμβάνεται ότι ως συμφορά δεν θεωρούνται εδώ τα παθήματα και τα βασανιστήρια, αλλά η αμαρτία· ότι το ύψιστο αγαθό τοποθετείται εδώ στο ίδιο εκείνο θέλημα του Θεού, εναντίον του οποίου εξεγείρεται με τόσο ζήλο η φίλαυτη φύση του. Σκέπτεται μόνο ότι θα απολαμβάνει· τι όμως θα απολαμβάνει, αυτό δεν το ρωτά.
Εάν όμως το παν συνίσταται μόνο στη μακαριότητα ως τέτοια, στο όφελος δηλαδή του ανθρώπου, τότε τίθεται φυσικά το ερώτημα: για ποιο πράγμα λαμβάνει ο άνθρωπος αυτό το όφελος; Δεν θα ήταν άδικο να του δοθεί η μακαριότητα, όταν δεν την έχει αξιωθεί με κανέναν τρόπο; Ο Χριστός δίδαξε ότι σώζονται μόνο όσοι πράττουν το καλό. Επομένως, συμπεραίνει ο άνθρωπος, το καλό αποτελεί ακριβώς εκείνο το αντίτιμο, εκείνη την παραχώρηση προς τον Θεό, για την οποία Αυτός χαρίζει στον άνθρωπο την αιώνια ζωή.
Ο φίλαυτος δεν μπορεί να κατανοήσει γιατί αρέσει στον Θεό αυτή και όχι κάποια άλλη συμπεριφορά. Επειδή ο ίδιος εκπληρώνει τις επιθυμίες του «εγώ» του μόνο διότι αυτό του είναι ευχάριστο και επιθυμητό, τείνει να φαντάζεται και τον νόμο του Θεού ως μια παρόμοια, χωρίς αιτία, επιθυμία του Κυρίου. Ασφαλώς, ο άνθρωπος δεν μπορεί να αγαπήσει μια τέτοια αναίτια βούληση ούτε τον ίδιο τον Κύριο: τον τελευταίο μόνο τον φοβάται, ενώ την πρώτη την εκπληρώνει μόνο παρά τη θέλησή του.
Γι’ αυτό οι κόποι που υπέστη κατά την εκπλήρωση του θελήματος του Θεού δεν μπορούν να έχουν τη δύναμη και τη σημασία μιας αυταπαρνητικής θυσίας προς τον Θεό, μιας θυσίας που αγαπά και ευχαριστεί. Για τον άνθρωπο αυτοί αποτελούν βάρος, ζυγό δουλείας. Γι’ αυτό δεν είναι σε θέση να τους προσφέρει ως θυσία και απαιτεί για τον εαυτό του αμοιβή, όπως κάθε μισθωτός. Τα έργα αποκτούν στα μάτια του ανθρώπου τη σημασία αξιομισθίας.
Έτσι, η νομική αντίληψη της σωτηρίας είναι απολύτως κατανοητή και πρόσφορη ακριβώς για τη φίλαυτη διάθεση. Είδαμε τις αδύναμες πλευρές αυτής της αντίληψης· είδαμε πώς αυτή ανοίγει τον δρόμο σε κάθε είδους συναλλαγές και σε απροκάλυπτες αλλοιώσεις της αλήθειας του Χριστού μέσα στον δυτικό χριστιανισμό. Τώρα οφείλουμε να εξετάσουμε ποια στάση τηρούν απέναντι σε αυτή την αντίληψη οι ιερές πηγές της πίστης μας: η Αγία Γραφή και η Ιερά Παράδοση.
Εάν προσεγγίσουμε αυτές τις πηγές με προκατειλημμένη σκέψη και εάν απομονώνουμε από αυτές μόνο μεμονωμένες λέξεις και ρήσεις, χωρίς να τις εξετάζουμε σε σχέση με τη βασική τους σκέψη, τότε ίσως μπορέσουμε να βρούμε αρκετά ερείσματα για τη νομική αντίληψη μέσα στην ίδια την Αγία Γραφή ή την Παράδοση.
Πρώτα απ’ όλα, πώς νοείται η σωτηρία; «Τι περισσότερο ζητάς», ρωτά ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, «εκτός από τη σωτηρία; Τη μέλλουσα δόξα και αγιότητα; Για μένα είναι πολύ σημαντικό να σωθώ και να απαλλαγώ από τα εκεί βασανιστήρια. Εσύ ακολουθείς δρόμο απάτητο και απρόσιτο, ενώ εγώ δρόμο πεπατημένο, ο οποίος έσωσε πολλούς» [10]. Στα λόγια αυτά η σωτηρία νοείται, όπως βλέπουμε, αποκλειστικά από την εξωτερική, τυπική της πλευρά· η απώλεια του ανθρώπου εκλαμβάνεται με την άμεση και γενική σημασία της, χωρίς να προσδιορίζεται σε τι ακριβώς συνίσταται: τον άνθρωπο απειλεί μια συμφορά και αυτός απαλλάσσεται από αυτήν. Την ίδια σημασία μπορούμε να βρούμε και στα χωρία της Αγίας Γραφής στα οποία η αιώνια ζωή αντιπαρατίθεται προς την κρίση, την απώλεια και τα βασανιστήρια (π.χ. Ιω. 3,15· 5,24· Ματθ. 25,46 κ.ά.).
Εάν, όμως, η ουσία της σωτηρίας βρίσκεται στην ευημερία του ανθρώπου, στην απόλαυσή του, τότε για ποιο πράγμα πρέπει να ανταμειφθεί ο άνθρωπος; «Χωρίς αγώνα κανείς δεν στεφανώνεται» [11], λέει ο άγιος Εφραίμ ο Σύρος. «Σου φαίνεται άραγε δίκαιο τα επίγεια και παρερχόμενα πράγματα και η φθαρτή δόξα να απαιτούν προσπάθειες και κόπους, ενώ, για να αποκτήσεις την ελπίδα να βασιλεύσεις μαζί με τον Χριστό στους αγήραντους και ατελεύτητους αιώνες των αιώνων, να μη χρειάζεται να χρησιμοποιήσεις ούτε αυτό το σύντομο διάστημα της παραμονής σου στη γη για κόπους και αγώνες, ώστε κατόπιν να βασιλεύσεις επί ολόκληρους αιώνες;» [12].
«Στρέψε την προσοχή σου», λέει ένας άλλος άγιος πατέρας, «στον ίδιο τον νόμο της δικαιοσύνης και εισχώρησε μέσα στον εαυτό σου. Έχεις στην υπηρεσία σου διάφορους υπηρέτες· άλλοι είναι καλοί και άλλοι κακοί. Τους καλούς τούς τιμάς, ενώ τους κακούς τούς τιμωρείς. Και εάν είσαι δικαστής, επαινείς τους αγαθούς και τιμωρείς τους παράνομους. Είναι δυνατόν, λοιπόν, σε εσένα, τον θνητό άνθρωπο, να τηρείται η δικαιοσύνη, ενώ στον Θεό, τον απροσωπόληπτο Βασιλέα των πάντων, να μην υπάρχει δίκαιη ανταπόδοση; Η άρνησή της είναι ασέβεια» [13].
Ποια είναι, λοιπόν, η βάση σύμφωνα με την οποία απονέμεται στον άνθρωπο η μεγάλη ανταμοιβή στους ουρανούς; Η ανταμοιβή δίνεται μόνο για τον αγώνα· επομένως, και η ουράνια ανταμοιβή αποκτάται με τον αγώνα, με «δίκαια έργα» [14]. Έτσι, τα έργα παρέχουν δικαίωμα στην αιώνια μακαριότητα και αποδεικνύονται σαν να είναι η τιμή, το αντίτιμο που καταβάλλει ο άνθρωπος γι’ αυτήν. Αυτή η παρομοίωση είναι πολύ συνηθισμένη στην Αγία Γραφή και στην Ιερά Παράδοση.
Σημειώσεις:
Κύριλλος Αλεξανδρείας, τ. III, σ. 294. Έργα. Μετάφραση της Θεολογικής Ακαδημίας Μόσχας. Σε όλες τις παραπομπές, το ρωσικό γράμμα «т» δηλώνει τον τόμο σύμφωνα με τη ρωσική μετάφραση· το λατινικό t δηλώνει τον τόμο της ελληνικής σειράς της Patrologia του Migne.
Τ. I, σ. 227.
Άγιος Ιουστίνος ο Μάρτυρας, Διάλογος προς Τρύφωνα, 44. Βλ. Έργα των αρχαίων χριστιανών απολογητών. Έκδοση του ιερέως P. Preobrazhensky. Μόσχα 1867, σ. 214.
Ιωάννης Χρυσόστομος, In Io. Hom. XXI, 3 (Migne S. G., t. LIX, col. 132).
Κύριλλος Ιεροσολύμων, Catech. IX, 13. Migne S. G., t. XXXIII, col. 652: «Όπως το μυρμήγκι, να συγκεντρώνεις και εσύ για τον εαυτό σου τους καρπούς των καλών έργων για τους μελλοντικούς αιώνες».
Κασσιανός, Συγγράμματα. Μόσχα 1877, σ. 210.
Γρηγόριος Νύσσης, τ. VII, σ. 447.
Κύριλλος Αλεξανδρείας, τ. I, σ. 261.
Αθηναγόρας, Απολογία, 12. Έκδοση Preobrazhensky, σ. 82.
Τ. III, σ. 156. Λόγος 32.
Έργα. Μόσχα 1848–1851, τ. I, σ. 97. Ασκητικός λόγος.
Τ. III, σ. 323. Ασκητικός λόγος.
Κύριλλος Ιεροσολύμων, Έργα. Μόσχα 1855, σ. 327. Κατηχητικός λόγος XVIII, 4.
Άγιος Ιππόλυτος, Κατά Πλάτωνος, 3. Βλ. την αγγλική μετάφραση των έργων του στη σειρά Clark’s Ante-Nicene Library, vol. IX, p. 50.
Ζητούμε συγγνώμη για την ανομοιομορφία των παραπομπών· αναγκαστήκαμε να αρκεστούμε σε οποιαδήποτε έκδοση των έργων των αγίων Πατέρων μπορούσαμε να βρούμε. Επιπλέον, ορισμένους Πατέρες της Εκκλησίας τούς παραπέμπουμε άλλοτε σύμφωνα με τον Migne και άλλοτε απλώς σύμφωνα με τη ρωσική μετάφραση. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι διαβάσαμε τα έργα αυτά δύο φορές: την πρώτη φορά, όταν βρισκόμασταν στην Ακαδημία της Αγίας Πετρούπολης, είχαμε στη διάθεσή μας το πρωτότυπο, κάτι που δεν ήταν δυνατόν τη δεύτερη φορά. Βλ., για παράδειγμα, την προηγούμενη παραπομπή στον άγιο Κύριλλο Ιεροσολύμων.
Τ. I, σ. 227.
Άγιος Ιουστίνος ο Μάρτυρας, Διάλογος προς Τρύφωνα, 44. Βλ. Έργα των αρχαίων χριστιανών απολογητών. Έκδοση του ιερέως P. Preobrazhensky. Μόσχα 1867, σ. 214.
Ιωάννης Χρυσόστομος, In Io. Hom. XXI, 3 (Migne S. G., t. LIX, col. 132).
Κύριλλος Ιεροσολύμων, Catech. IX, 13. Migne S. G., t. XXXIII, col. 652: «Όπως το μυρμήγκι, να συγκεντρώνεις και εσύ για τον εαυτό σου τους καρπούς των καλών έργων για τους μελλοντικούς αιώνες».
Κασσιανός, Συγγράμματα. Μόσχα 1877, σ. 210.
Γρηγόριος Νύσσης, τ. VII, σ. 447.
Κύριλλος Αλεξανδρείας, τ. I, σ. 261.
Αθηναγόρας, Απολογία, 12. Έκδοση Preobrazhensky, σ. 82.
Τ. III, σ. 156. Λόγος 32.
Έργα. Μόσχα 1848–1851, τ. I, σ. 97. Ασκητικός λόγος.
Τ. III, σ. 323. Ασκητικός λόγος.
Κύριλλος Ιεροσολύμων, Έργα. Μόσχα 1855, σ. 327. Κατηχητικός λόγος XVIII, 4.
Άγιος Ιππόλυτος, Κατά Πλάτωνος, 3. Βλ. την αγγλική μετάφραση των έργων του στη σειρά Clark’s Ante-Nicene Library, vol. IX, p. 50.
Ζητούμε συγγνώμη για την ανομοιομορφία των παραπομπών· αναγκαστήκαμε να αρκεστούμε σε οποιαδήποτε έκδοση των έργων των αγίων Πατέρων μπορούσαμε να βρούμε. Επιπλέον, ορισμένους Πατέρες της Εκκλησίας τούς παραπέμπουμε άλλοτε σύμφωνα με τον Migne και άλλοτε απλώς σύμφωνα με τη ρωσική μετάφραση. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι διαβάσαμε τα έργα αυτά δύο φορές: την πρώτη φορά, όταν βρισκόμασταν στην Ακαδημία της Αγίας Πετρούπολης, είχαμε στη διάθεσή μας το πρωτότυπο, κάτι που δεν ήταν δυνατόν τη δεύτερη φορά. Βλ., για παράδειγμα, την προηγούμενη παραπομπή στον άγιο Κύριλλο Ιεροσολύμων.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου