Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φλωρένσκυ - Η φιλοσοφία της λατρείας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φλωρένσκυ - Η φιλοσοφία της λατρείας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 11 Δεκεμβρίου 2022

Η φιλοσοφία της λατρείας γ

 Η φιλοσοφία της λατρείας γ

Του Pawel Florenski

Συνέχεια από Σάββατο 10 Δεκεμβρίου 2022

Αν θεωρούμε τον Goethe ποιητή, τότε η γνώση μας περί αυτού, μάς παρέχει μια άμεση απόδειξη πως έγραψε την αλήθεια. Στήνοντας ένα μνημείο στον Goethe, η ανθρωπότητα γκρέμισε την αφηρημένη κοσμοθεωρία από το βάθρο της. Πρέπει επιτέλους να καταλάβουμε, πως ο έπαινος στον Tjutschew δεν είναι κενός λόγος, αλλά εννοημένος με ειλικρίνεια, και έχει απρόβλεπτες συνέπειες για ολόκληρο τον κόσμο. Στις περισσότερες περιπτώσεις έρχεται από την καρδιά, και έτσι επιβεβαιώνει ο καθένας στην καρδιά του το κενό και το ψέμα των συνηθισμένων ιστοριών και θεωριών της λογοτεχνίας, στις οποίες η προσωποποίηση κατανοείται ως μια παραμόρφωση της αληθινής τάξεως του Είναι, μια ονειροπαρμένη, φιλάρεσκη αντικατάσταση της πραγματικότητας με φαντασιοκοπήματα.

Η εκκλησιαστική γραμματεία είναι γεμάτη «προσωποποιήσεις» της φύσεως. Το να μιλήσουμε εδώ για ποιητική προσωποποίηση, ή κατευθείαν για ρητορική και επομένως για κάτι αναληθές, θα σήμαινε πως παρεξηγούμε εκ βάθρων την πιστή ψυχή. Που αλλού, αν όχι στη θρησκεία, αναζητά ο άνθρωπος την τελειωτική, στερεωμένη στην πέτρα, χωρίς διακοσμήσεις αλήθεια. Ψάχνει ένα σταθερό σημείο για τον εαυτό του, ιδιαιτέρως για τον εαυτό του, και κάθε τι που διακοσμεί το πράγμα, που δεν είναι το ίδιο το πράγμα, είναι στο σημείο αυτό όχι απλά απαράδεκτο, αλλά ανυπόφορο. Εδώ μπορεί να υπάρχει μόνο ένα «ναι, ναι-ου, ου», ένα οντολογικό «ναι» και «ου», και ότι βγαίνει από αυτά τα όρια είναι από το κακό. Όταν η ψυχή επιθυμεί την αλήθεια, και διψά όπως το ελάφι για την πηγή, τότε επέρχεται η θρησκευτική δημιουργικότητα. Αν εδώ δημιουργηθεί κάτι, τότε αυτό, όσο λιγότερο εμπνευσμένο είναι, τόσο πιο φοβισμένα θα προσανατολισθεί στις φόρμες και διατυπώσεις μιας άλλης έμπνευσης, και εν τέλει (τόσο πιο φοβισμένα) θα εξισωθεί εξωτερικά με αυτήν. Σε καμιά περίπτωση όμως δεν μπορεί να υπάρχει ένας μη ειλικρινής λόγος. Στην Εκκλησία μπορούν να υπάρχουν πολλά μυστηριώδη, ακατανόητα, αινιγματικά και πράγματι υπάρχουν, μόνο κενό δεν υπάρχει, δεν μπορεί να υπάρξει, κανένα κενό πάρεργο, καμιά απλή διακόσμηση, τίποτα στο οποίο να μην αντιστοιχεί κάποια πραγματικότητα.

Επιστρέφουμε τώρα στο προκείμενο και την εικονογραφία των Θεοφανίων. Και στην προκειμένη περίπτωση, μπορεί οι λεπτομέρειες της μορφής του Ιορδάνου και της θάλασσας ή των αγγέλων του νερού, να είναι δημιουργίες του αγιογράφου, αντιστοιχούν όμως σε κάτι αυθεντικό, το οποίο αναπαριστούν με συγκεκριμένο τρόπο, και η ύπαρξη του αναπαριστώμενου δεν έχει με κανένα τρόπο επινοηθεί από τον εκκλησιαστικό ποιητή και αγιογράφο. Η σύνθεση και η σειρά των λόγων της μιας ή της άλλης στοιχειακής δύναμης, μπορεί να ποιητικές επινοήσεις, εάν υποθέσουμε, πως το ένα ή το άλλο λογοτεχνικό έργο γράφτηκε βάσει ενός προτύπου, και δεν παριστάνει μια εμπνευσμένη διείσδυση στο υμνούμενο πράγμα. Η ουσία του πράγματος όμως δεν μπορεί να επινοηθεί, η ιδέα περί της ζωής των στοιχείων, της συμμετοχής τους στην ιστορία, της αντίδρασης τους στα γεγονότα του πνευματικού κόσμου. Πριν από την σημαντικότερη πράξη του μεγάλου Αγιασμού, ο ιεράς προσεύχεται: «Υπέρ της δόξας του παναγίου ονόματος Σου, μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, δια των στοιχείων, και ανθρώπων και των αγγέλων, και μέσω ορατών και αοράτων». Πως λοιπόν: εάν ο δοξασμός του παναγίου ονόματος του Κυρίου Ιησού Χριστού δια των στοιχείων ερμηνευθεί ως ποιητική μεταφορά, πάνω σε τι θεμελιώνεται η ερμηνεία αυτής της πράξης, δηλαδή του δοξασμού του Ονόματος από τους ανθρώπους και τους αγγέλους; Βρίσκονται στην ίδια γραμμή με τα στοιχεία. Αν απορρίψουμε το δοξασμό του ονόματος, που βρίσκεται το νόημα του αγιασμού του ύδατος, που συνίσταται σε ένα «ναι», στο ότι δηλαδή το πανάγιο Όνομα δοξάζεται τόσο από τα στοιχεία, όσο και από τους ανθρώπους και τους αγγέλους. Φαινομενικά μια μικρή ελευθερία στην άρνηση. Αν όμως επιτρέψουμε να πέσει αυτή μικρή θηλιά, διαλύουμε ολόκληρο τον ιστό. Είναι αυτονόητο, πως και εδώ, όπως σε μια πληθώρα άλλων προσευχών, πρόκειται περί ενός κυριολεκτικού δοξασμού του ονόματος του Θεού από τα στοιχεία. Με άλλα λόγια, αναγνωρίζεται και επιβεβαιώνεται ύπαρξη συνείδησης και ψυχής στα στοιχεία. Αναγνωρίζεται και επιβεβαιώνεται η συμμετοχή των στοιχείων στη ζωή ολόκληρης της Εκκλησίας, ή αλλιώς, τα όρια της Εκκλησίας δε τοποθετούνται εκεί όπου τείνει να τα βλέπει η ακαδημαϊκή θεολογία. Η απόρριψη αυτού του δεδομένου μπορεί να αρέσει μόνο σε εκείνον που μέσα στην καρδιά του διεξάγει μυστικά ένα αγώνα κατά της λατρείας, ένα αγώνα που δεν τολμά να επιδειχθεί ανοιχτά. Στα κρυφά δεν αναγνωρίζεται το γεγονός πως μέσα στο φυσικό μπορεί να υπάρχει το πνευματικό, πως το φυσικό δεν είναι εκτός του πνευματικού, αλλά μέσα του, ένα υποτελές στο πνευματικό, ένα εργαλείο του, το περιβάλλον της εκδήλωσης του, και επομένως μια εκδήλωση του πνευματικού.

Θέλαμε να υπενθυμίσουμε, πως το νερό από μόνο του, κάτι δημιουργημένο από το Θεό, που λαμβάνει μέρος στη ζωή του πολιτισμού, συμμετέχει, έστω και απόμακρα, στην λατρεία. Το νερό είναι από μόνο του άγιο, αλλά αυτό δεν κατανοείται από εκκλησιαστικής πλευράς ως νατουραλισμός, ως μια φυσική, αυτόνομη, εκτός και ανεξάρτητα από τις θεϊκές ενέργειες της χάριτος υπάρχουσα αγιότητα. Όχι, το νερό είναι άγιο, διότι μαζί με όλα τα άλλα, που «δι’ Αυτού εγένοντο» , δηλαδή διά του Χριστού, συμμετέχει στο μυστήριο του έργου του Θεού, που προσανατολισμός του είναι η σωτηρία του κόσμου. Ολόκληρο το κοσμικό νερό, δεν θεωρείται πως υπάρχει καθ’ εαυτώ, αλλά σύμφωνα με την εκκλησιαστική αντίληψη ανήκει στον πρώτο κύκλο της λατρείας, στην θεία οικονομία. Στην χριστιανική καθημερινότητα, αυτή η «φυσική» αγιότητα του, που δεν έχει κηλιδωθεί από μας, υψώνεται δια του σημείου του σταυρού, πάνω από την σκάφη, πάνω από το πόσιμο νερό, πάνω από το βρασμένο νερό, πάνω από το περιεχόμενο των ιερών δοχείων, πάνω από την πόση από ένα ιερό δοχείο, κτλ. Στο χριστιανικό πηγάδι δεν υπάρχει απλά νερό: ήδη το «σκάψιμο του πηγαδιού» αγιάζεται με μια τελετουργία. «Δώσε μας νερό στον τόπο αυτό, γλυκό και εύγευστο, σε αρκετή ποσότητα και αβλαβές κατά την πόση του», προσεύχεται ο ιερέας, και τότε αρχίζει ο πρώτος να σκάβει το πηγάδι. Πάνω από το έτοιμο πηγάδι λέγεται επίσης μια ιδιαίτερη προσευχή: «Δημιουργέ του νερού και πλάστη όλων των πραγμάτων, αγίασε Εσύ ο ίδιος αυτό το νερό: κατάπεμψε την αγία δύναμη Σου εναντίο κάθε εχθρικής δύναμης, ώστε όλοι όσοι το αντλούν από αυτό, για να πιούν ή να πλυθούν, να το έχουν εις υγείαν σώματος και ψυχής, και προς υπέρβαση κάθε πάθους και ασθένειας: ώστε σε όλους όσους το αγγίζουν και παίρνουν από αυτό, να δοθεί αγιασμός και ειρήνη…» Νερό αγιασμού και ειρήνης. Πόσο λίγο μοιάζει αυτό με τη διανοητική χρησιμοθηρική χρήση του νερού, και με πόση σαφήνεια υποδεικνύει πως το «απλό» νερό του πηγαδιού ανήκει στην περιοχή της λατρείας. Ακόμα ένα τέτοιο φαινομενικά κοσμικό πράγμα, όπως το συνηθισμένο νερό του πηγαδιού, ας το επαναλάβουμε, είναι αντικείμενο της λατρείας, και μάλιστα θαυματουργό.

Για να επιστρέψουμε στη διαπραγμάτευση αυτής της μιας ερώτησης, δηλαδή του νερού των Θεοφανίων, αυτό σύμφωνα με παρατήρηση πολλών πιστών, ιδιαιτέρως αμέσως μετά τον αγιασμό, έχει μια χαρακτηριστική γεύση-εντελώς δική του, ασύγκριτα φρέσκια, κάτι ευχάριστα δυνατό και ξινό.

Και εγώ προσωπικά το παρατήρησα πολλές φορές, και αν πρέπει οπωσδήποτε να κάνω μια σύγκριση, τότε η γεύση αυτή πλησιάζει περισσότερο το νερό που είναι εμπλουτισμένο με όζον ή με οξυγόνο. Το αγιασμένο νερό, κυρίως μετά τον μεγάλο αγιασμό, γίνεται αισθητό από τα χείλη, τον ουρανίσκο, τη γλώσσα, από όλο το σώμα, ως ζωντανό νερό, πραγματικά αισθητό ως πλήρες ζωτικής δύναμης, ως πάροχος ζωής, σύμφωνα με τον λόγο της Λειτουργίας , ως «ύδως αλλόμενον εις ζωήν αιώνιον» (Ιω. 4, 14). Ενώ το συνηθισμένο νερό, έστω και αν είναι το ίδιο, και παρέχει την ύλη για τον αγιασμό, γίνεται αντιληπτό ως στάσιμο, νεκρό και ακάθαρτο. Η συνομιλία του Λυτρωτή με τη γυναίκα από την Σαμάρεια για το ύδωρ ζων-πόσο άμεση, κυριολεκτική σημασία αποκτά, τι πυκνότητα στην πρώτη σημασιολογική στρώση, πάνω στην οποία οικοδομούνται οι επόμενες σημασίες! Αυτή την ιδιαίτερη πνευματική-σωματική αίσθηση κατά τον μεγάλο αγιασμό, τη γνωρίζουν πολλοί, στηρίζεται στην εμπειρία.

Έτσι και το νερό του Βαπτίσματος είναι πλήρες μυστικής δυνάμεως-δυνάμεως και συνεπώς νοήματος. Είναι ο τάφος του παλαιού ανθρώπου, ο τόπος της παράβασης του και ο τόπος της πρόσληψης και οικοδόμησης του νέου πνευματικού οργανισμού. «Τα βαφτίζουμε» (τα νήπια), μαρτυρεί ο πατριάρχης Γρηγόριος Μάμμας, που διοικούσε την Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως από το 1445 έως το 1450, «στην κολυμβήθρα, τι απαραίτητο και ύψιστα θαυμαστό πράγμα, γιατί η κολυμβήθρα αναπαριστά τον κόλπο της μητέρας και σημαίνει επομένως την νέα γέννηση». Οι διάσημοι υπερασπιστές της πίστεως, και δάσκαλοι της Προσευχής του Ιησού, οι μοναχοί Κάλλιστος και Ιγνάτιος Ξανθόπουλοι, από τον 14ο αιώνα, και πολλοί μαζί με αυτούς, ονομάζουν την κολυμβήθρα «κόλπο του Θεού».

Η λατρεία (Kult), και μαζί με αυτή και ο πολιτισμός (Kultur), μπορεί να κατανοηθεί μόνο με ένα τρόπο-με το να συνειδητοποιήσει κανείς πως οι εκφράσεις αυτές, και συγγενείς προς αυτές, είναι κυριολεκτικές, και με το να τις συλλάβει σε όλη τη βαρύτητα τους. Ο δρόμος προς τα εκεί οδηγεί δια μέσου της συγκέντρωσης και πυκνότητας των παλιών γλωσσών, που είναι ξένες προς την μοντέρνα μας φλυαρία, όπου δεν υπήρχε απλή εκφορά ομιλίας, όπου κάθε λέξη, κάθε ήχος, εξετάζονταν διεξοδικά, δια της «συνείδησης των αυτιών», όπως το λέει ο Nietzsche. Αυτήν την ασυνειδησία των αυτιών μπορεί να την αντιμετωπίσει κανείς ίσως μόνο με την ποσότητα. Για να ακουστούμε, με αυτά που είπαμε για το νερό του βαπτίσματος, πρέπει να αυξηθεί η μάζα των ανάλογων μαρτυριών. Το ότι το νερό του βαπτίσματος δεν είναι απλό νερό, το δίδαξαν πολλοί Πατέρες και εκκλησιαστικοί συγγραφείς. Έτσι ο Κλήμης Αλεξανδρείας μιλά για το βάπτισμα στο λόγο-λογικόν βάπτισμα, λογικόν ύδωρ. Ο Τερτυλλιανός λέει, πως το νερό εκλέχτηκε για εργαλείο του Πνεύματος, γιατί κατά τη δημιουργία είχε το προνόμιο, να είναι ακόλουθος των πράξεων της Δημιουργίας, και πως δια των προσευχών ανανεώνεται η παλιά του αγιότητα, και πλήρες Αγίου Πνεύματος, αποκτά τη δύναμη να καθαρίζει τις ψυχές. Στην κολυμβήθρα του βαπτίσματος, όπως και στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ, φυλάει ένας άγγελος. Ο Άγιος Γρηγόριος Ναζιανζινός διδάσκει, πως υπάρχει μια μυστική σύνδεση μεταξύ νερού και Αγίου Πνεύματος, παρόμοια με αυτήν των δυο φύσεων στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού, όπου το νερό έχει την υπερφυσική δύναμη να καθαρίζει την ψυχή και να κλείνει το δρόμο στους δαίμονες. Ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης αρνήθηκε κατηγορηματικά, πως το νερό μετά τον αγιασμό παραμένει απλό νερό, και τόνισε πως με αυτό συμβαίνει κάτι παρόμοιο όπως με τον άρτο και το νερό στην Ευχαριστία. Στο νερό αυτό ενώνονται, με μυστικό τρόπο ο ιερός λόγος με την ύλη, δίδασκε ο άγιος Αυγουστίνος: «Αφαίρεσε τον Λόγο, και τι άλλο είναι το νερό του βαπτίσματος, παρά νερό; Έρχεται ο Λόγος στο στοιχείο, και με τον τρόπο αυτό προκύπτει το μυστήριο…» (Tract. LXXX, 3 στο κατά Ιωάννη, σελ. 192)

                                  Τέλος

Από μια συνομιλία του Αγίου Πορφυρίου με κάποιο πνευματικοπαίδι του: "Πόσα χρόνια θες για να γίνεις αρχιτέκτονας;", "5 με 6". "Πόσα για να γίνεις γιατρός;", "Πάνω από δέκα".
"Και Χριστιανός γίνεσαι κατευθείαν, χωρίς κόπο;"

Ο ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΧΑΡΗΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΠΡΟΚΕΙΜΕΝΟΥ ΝΑ ΔΙΑΣΩΘΕΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥΤΟΣ ΚΑΙ Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΤΟΥΤΟΥ.

Κυριακή ΙΑ΄Λουκά: σχετικά με την παραβολή των βασιλικών γάμων (Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος)

(Λουκά ιδ΄16-24)
Eπιλεγμένα αποσπάσματα από την ομιλία ΞΘ΄

«Και αποκρινόμενος ο Ιησούς είπε πάλι με παραβολές: Η βασιλεία των ουρανών μοιάζει με άνθρωπο βασιλέα, ο οποίος έκανε τους γάμους του υιού του. Και έστειλε τους δούλους του να καλέσουν τους καλεσμένους στους γάμους, αλλά αυτοί δεν ήθελαν να έλθουν. Πάλι έστειλε άλλους δούλους, λέγοντας· Πείτε στους καλεσμένους· το γεύμα μου είναι έτοιμο, οι ταύροι και τα μοσχάρια μου είναι σφαγμένα και όλα είναι έτοιμα· ελάτε στους γάμους. Αυτοί όμως έδειξαν αδιαφορία και μετέβησαν, άλλος μεν στο χωράφι του και άλλος στην επιχείρησή του, οι δε υπόλοιποι, αφού συνέλαβαν τους δούλους του, τους κακοποίησαν και τους φόνευσαν. Όταν όμως ο βασιλεύς τα άκουσε αυτά, οργίστηκε και έστειλε τον στρατό του, εξολόθρευσε εκείνους τους φονείς και κατέκαυσε την πόλη τους. Τότε λέγει στους δούλους του· Ο μεν γάμος είναι έτοιμος, αλλά οι καλεσμένοι δεν ήσαν άξιοι. Πηγαίνετε στα σταυροδρόμια και όσους θα βρείτε καλέστε τους στους γάμους. Και αφού βγήκαν οι δούλοι στους δρόμους, μάζεψαν όλους όσους βρήκαν, κακούς και καλούς, και γέμισε η αίθουσα των γάμων από τους καλεσμένους. Όταν όμως εισήλθε ο βασιλιάς για να δει τους καλεσμένους, είδε κάποιο άνθρωπο που δεν είχε ένδυμα γάμου και του λέγει· Φίλε, πώς εισήλθες εδώ χωρίς να έχεις το ένδυμα του γάμου; Αυτός δε δεν απάντησε. Ο δε βασιλιάς είπε στους υπηρέτες· Δέσετέ τον πόδια και χέρια και ρίξτε τον στο σκότος το εξώτερο· εκεί θα είναι το κλάμα και το τρίξιμο των δοντιών· διότι πολλοί είναι οι καλεσμένοι, λίγοι όμως οι εκλεκτοί».

Αντιλήφθηκες τη διαφορά που υπάρχει μεταξύ της προηγούμενης παραβολής του υιού του κτηματία που θανάτωσαν οι κακοί γεωργοί και αυτής εδώ της παραβολής των δούλων;

Αντιλήφθηκες ότι υπάρχει μεγάλη μεν συγγένεια μεταξύ των δύο παραβολών, αλλά και πολύ μεγάλη διαφορά; Καθ’ όσον και αυτή δείχνει και του Θεού την μεγάλη μακροθυμία και την πρόνοια και την ιουδαϊκή αγνωμοσύνη. Αλλ΄ αυτή έχει και κάτι επιπλέον από εκείνη. Διότι προλέγει μεν και την έκπτωση των Ιουδαίων και την κλήση των εθνικών, αλλά μαζί με αυτά δείχνει και την ορθότητα του βίου και πόση τιμωρία επιφυλάσσεται για εκείνους που θα επιδείξουν αδιαφορία. Και πολύ ορθά αυτή η παραβολή αναφέρεται μετά από εκείνη. Διότι, επειδή είπε ότι «θα δοθεί η βασιλεία του Θεού σε έθνος που θα παράγει τους καρπούς της», αποκαλύπτει λοιπόν εδώ και σε ποιο έθνος θα δοθεί· και όχι μόνον αυτό, αλλά δείχνει και πάλι την απερίγραπτη πρόνοια του Θεού προς τους Ιουδαίους. Διότι σε εκείνη μεν την παραβολή φαίνεται να τους καλεί πριν από την σταύρωση Του, ενώ σε αυτήν και μετά την σφαγή Του φροντίζει να τους προσκαλεί κοντά Του. Και τότε που έπρεπε αυτοί να υποστούν την πιο φοβερή τιμωρία, ακριβώς τότε και στους γάμους τούς προσκαλεί και τους τιμά με την ανωτάτη τιμή. Και πρόσεχε ότι και στην παραβολή των κακών γεωργών δεν προσκαλεί πρώτα τους εθνικούς, αλλά τους Ιουδαίους, το ίδιο επίσης κάνει και εδώ. Αλλά όπως ακριβώς εκεί, τότε έδωσε τον αμπελώνα στους άλλους, όταν δεν θέλησαν να Τον δεχθούν αλλά και Τον σφαγίασαν όταν ήλθε, έτσι και εδώ, τότε κάλεσε άλλους στους γάμους, όταν δεν θέλησαν αυτοί να έλθουν. Τι λοιπόν θα μπορούσε να θεωρηθεί μεγαλύτερο από αυτή την αχαριστία τους, από τη στιγμή που αποσκιρτούν την ώρα που προσκαλούνται στους γάμους; Διότι ποιος δε θα προτιμούσε να έλθει σε γάμους βασιλέως και μάλιστα σε γάμους του υιού του βασιλέως;
Και γιατί, θα πει κάποιος, ονομάσθηκε το γεγονός αυτό «γάμος»; Για να γνωρίσεις την φροντίδα του Θεού, την μεγάλη αγάπη Του προς εμάς, το χαρωπό του γεγονότος, διότι τίποτε το λυπηρό δεν υπάρχει εκεί ούτε δυσάρεστο, αλλά όλα είναι γεμάτα από πνευματική χαρά. Για τον λόγο αυτό και ο Ιωάννης τον ονομάζει «νυμφίον» (Ιω.3, 29), για τον λόγο αυτό και ο Παύλος λέγει· «σας έχω ενώσει με δεσμούς αρραβώνος προς ένα άνδρα, δηλαδή τον Χριστό, για να παρουσιάσω την ψυχή σας αγνή και καθαρή προς αυτόν, ως παρθένο και πνευματική νύφη» (Β΄Κορ. 11, 2)· και αλλού πάλι· «Αυτό το μυστήριο είναι μεγίστης σπουδαιότητος· κατά την γνώμη μου λοιπόν αναφέρεται στην πνευματική ένωση Χριστού και Εκκλησίας» (Εφ. 5, 32). Γιατί λοιπόν η νύμφη-Εκκλησία δεν αρραβωνίζεται με τον Πατέρα, αλλά με τον Υιόν; Διότι η νύμφη που αρραβωνιάζεται με τον Υιό, συνδέεται και με τον Πατέρα. Καθόσον η Γραφή αναφέρει αυτό ή εκείνο χωρίς καμία διάκριση, διότι ο Υιός είναι ομοούσιος του Πατέρα.
Με αυτήν επίσης την παραβολή προείπε και την ανάσταση. Επειδή δηλαδή προηγουμένως μίλησε για τον θάνατό Του, δείχνει τώρα ότι και μετά τον θάνατο, τότε θα γίνουν οι γάμοι, τότε θα έλθει ο νυμφίος. Αλλά όμως ούτε και έτσι γίνονται αυτοί καλύτεροι, ούτε ημερότεροι· τι θα μπορούσε να υπάρξει χειρότερο από αυτό; Και αυτό είναι η τρίτη κατηγορία. Η πρώτη είναι ότι φόνευσαν τους προφήτες· η δεύτερη ότι φόνευσαν και τον Υιό· στη συνέχεια, αν και εφόνευσαν τον Υιό, και καλούνται στους γάμους του φονευθέντος Υιού από τον ίδιο τον φονευθέντα, δεν προσέρχονται, αλλά προβάλλουν δικαιολογίες, ζεύγη βοδιών, αγρούς και γυναίκες. Μολονότι βέβαια οι προφάσεις φαίνονται δικαιολογημένες, αλλ’ από εδώ διδασκόμαστε ότι και αν ακόμη είναι αναγκαία τα υλικά καθήκοντά μας, πρέπει πριν από όλα να προτιμώνται τα πνευματικά.
Και η πρόσκληση δεν γίνεται την τελευταία στιγμή, αλλά πριν από πολύ χρόνο. Διότι λέγει «πείτε στους καλεσμένους»· και πάλι· «καλέστε τους καλεσμένους», πράγμα που έκανε μεγαλύτερη την κατηγορία. Και πότε καλέστηκαν; Κατ’ αρχήν με όλους τους προφήτες και ύστερα διά του Ιωάννου· διότι προς τον Χριστόν τους έστειλε όλους, λέγοντας· «Εκείνος πρέπει να αυξάνει, εγώ δε, ο πρόδρομός του, να μικραίνω, ώστε όλοι πλέον να ακολουθούν εκείνον και όχι εμένα» (Ιω. 3, 30). Αλλά και με τον ίδιο τον Υιό Του· διότι λέγει· «Ελάτε κοντά μου όλοι όσοι μοχθήτε και κοπιάζετε και είσθε φορτωμένοι από το βάρος των αμαρτιών και των θλίψεων και των πλανών και εγώ θα σας αναπαύσω και θα σας ξεκουράσω» (Ματθ. 11, 28)· και πάλι· «Εάν κάποιος διψά, ας έλθει προς εμένα και ας πιει». Και δεν τους καλούσε μόνο με λόγια, αλλά και με έργα και μετά την Ανάληψη διά του Πέτρου και των συνεργατών του. «Διότι», λέγει, «αυτός που ενήργησε στον Πέτρο, ώστε να γίνει απόστολος των περιτμημένων, ενήργησε και εμένα, ώστε να γίνω απόστολος στα έθνη» (Γαλ. 2, 8). Διότι επειδή οργίσθηκαν μόλις είδαν τον Υιό και Τον εφόνευσαν, στη συνέχεια τους προσκαλεί διά των δούλων. Και για ποιο πράγμα τους καλεί; Για μόχθους και κόπους και ιδρώτες; Όχι, αλλά για απόλαυση· διότι λέγει· «οι ταύροι μου και τα καλοθρεμμένα θρεφτάρια έχουν σφαγεί». Πρόσεχε πόσο πολύ πλούσιο είναι το συμπόσιο, πόσο μεγάλη η τιμή που τους γίνεται. Και όμως ούτε και έτσι φιλοτιμήθηκαν, αλλά όσο μεγαλύτερη μακροθυμία έδειχνε, τόσο μεγάλωνε η σκληρότητά τους. Και δεν ήλθαν όχι επειδή ήταν απασχολημένοι, αλλά από αδιαφορία.
Πώς λοιπόν άλλοι μεν προβάλλουν ως δικαιολογία γάμους και άλλοι ζεύγη βοδιών; Ασφαλώς αυτά είναι απασχόληση. Δεν είναι καθόλου απασχόληση· διότι όταν υπάρχει πρόσκληση για πνευματικά πράγματα, δεν είναι αναγκαία καμία άλλη απασχόληση. Έχω την εντύπωση ότι χρησιμοποίησαν αυτές τις προφάσεις για να τις προβάλουν ως προκαλύμματα της αδιαφορίας τους. Και δεν είναι μόνο αυτό το φοβερό, το ότι δεν ήλθαν δηλαδή, αλλά το πιο φοβερό και το μεγαλύτερο δείγμα της παραφροσύνης τους είναι το ότι έδειραν χωρίς κανένα οίκτο αυτούς που ήλθαν, τους κακοποίησαν και τους φόνευσαν· αυτό ήταν χειρότερο από το προηγούμενο. Διότι εκείνοι μεν [:οι υπηρέτες του γαιοκτήμονα που θανάτωσαν οι κακοί γεωργοί στην προηγούμενη παραβολή] ήλθαν για να ζητήσουν τη σοδειά και τους καρπούς και εσφάγησαν, ενώ αυτοί καλώντας αυτούς στους γάμους αυτού που εσφάγη από αυτούς, φονεύονται και αυτοί. Τι μπορεί να εξισωθεί με αυτή τη μανία; Γι’αυτό το πράγμα κατηγορώντας τους ο Παύλος, έλεγε: «Αυτοί οι οποίοι και τον Κύριο εφόνευσαν και τους ίδιους τους προφήτες και εμάς κατεδίωξαν» (Α΄Θεσσ. 2, 15).
Έπειτα για να μη λένε ότι είναι αντίθεος και για τούτο δεν προσερχόμαστε, άκουσε τι λένε αυτοί που τους προσκαλούν· «ο Πατήρ είναι αυτός που κάνει τους γάμους και ο ίδιος τους προσκαλεί». Τι ακολουθεί στην συνέχεια; Επειδή δεν θέλησαν να έλθουν, αλλά και εφόνευσαν αυτούς που ήλθαν να τους καλέσουν, κατακαίει τις πόλεις τους, και αφού απέστειλε στρατό, τους εξολόθρευσε. Αυτά δε τα λέγει, προλέγοντας τα όσα συνέβησαν επί Βεσπασιανού και επί Τίτου, και ότι και τον Πατέρα εξόργισαν, επειδή δεν πίστευσαν σ’ Αυτόν· διότι Αυτός είναι εκείνος που επέτρεψε την καταστροφή τους. Για τον λόγο αυτόν και η άλωση της Ιερουσαλήμ δεν έγινε αμέσως μετά την σταύρωση του Χριστού, αλλά μετά σαράντα χρόνια, για να δείξει την μακροθυμία Του· η καταστροφή έγινε αφού φόνευσαν τον Στέφανο, αφού φόνευσαν τον Ιάκωβο, αφού κακοποίησαν τους αποστόλους. Είδες πραγματοποίηση προφητειών και ταχύτητα πραγματοποιήσεως αυτών; Διότι αυτά συνέβησαν ενώ ζούσε ακόμη ο Ιωάννης ο ευαγγελιστής και πολλοί άλλοι από αυτούς που συναναστράφηκαν τον Χριστό και ήσαν μάρτυρες των όσων συνέβησαν αυτοί που τα άκουσαν αυτά.
Πρόσεχε λοιπόν απερίγραπτη κηδεμονία. Φύτευσε αμπελώνα και όλα τα έκανε και τα τακτοποίησε· και μολονότι φονεύθηκαν οι δούλοι, έστειλε άλλους δούλους· και όταν και εκείνοι εσφάγησαν, έστειλε τον Υιό Του· και όταν και εκείνος εφονεύθη, τους καλεί και πάλι στους γάμους· αλλά δεν θέλησαν να έλθουν. Στη συνέχεια αποστέλλει άλλους δούλους· αυτοί όμως και αυτούς τους εφόνευσαν. Τότε λοιπόν καταστρέφει αυτούς, επειδή ήταν αθεράπευτη η ασθένειά τους. Το ότι βέβαια ήταν αθεράπευτη η ασθένειά τους, το απέδειξαν όχι μόνο τα όσα συνέβησαν, αλλά και το ότι, αν και πίστευαν και οι πόρνες ακόμη και οι τελώνες, αυτοί διέπραξαν όλα αυτά. Ώστε κατακρίνονται όχι μόνο από όσα διέπραξαν οι ίδιοι, αλλά και από όσα κατόρθωσαν οι άλλοι.
Εάν όμως κάποιος ήθελε να πει ότι δεν εκλήθησαν τότε οι εθνικοί, όταν δηλαδή μαστιγώθηκαν οι απόστολοι και έπαθαν τόσα πολλά, αλλά αμέσως μετά την ανάσταση (διότι τότε λέγει σε αυτούς, «πηγαίνετε και κάνετε μαθητές μου όλα τα έθνη»), θα μπορούσαμε να του πούμε, ότι και πριν από τη σταύρωσή Του και μετά από αυτήν με αυτούς εξαρχής είχε συνδιαλλαγές. Καθόσον πριν από την σταύρωσή Του λέγει προς αυτούς· «Πηγαίνετε προς τα πρόβατα τα χαμένα του οίκου Ισραήλ» (Ματθ. 10, 6)· και μετά από τον σταυρό δεν τους εμπόδισε αλλά έδωσε εντολή προς αυτούς να κηρύσσουν το ευαγγέλιο. Μολονότι βέβαια είπε, «κάνετε μαθητές μου όλα τα έθνη», όταν όμως επρόκειτο να ανεβεί στον ουρανό, είπε σε εκείνους να κηρύξουν πρώτα. Διότι λέγει· «Θα λάβετε δύναμη, όταν θα έλθει το άγιο Πνεύμα σε εσάς, και θα γίνετε μάρτυρές μου και στην Ιερουσαλήμ και σε όλη την Ιουδαία και μέχρι τα πέρατα της γης»(Πρ. 1, 8). Και ο Παύλος πάλι· «Αυτός που ενήργησε στον Πέτρο, στέλνοντάς τον σε αποστολή γι’ αυτούς που έχουν την περιτομή, ενήργησε και σ’ εμένα στέλνοντάς με στους εθνικούς» (Γαλ. 2, 8). Για τούτο και οι απόστολοι αρχικά μετέβησαν προς τους Ιουδαίους και αφού διέμειναν επί πολύ χρόνο στην Ιερουσαλήμ, στη συνέχεια, αφού εκδιώχθηκαν από αυτούς, τότε διασκορπίσθηκαν στα έθνη.
Εσύ όμως πρόσεχε και στην περίπτωση αυτή την φιλοτιμία του Κυρίου. «Όσους θα βρείτε», λέγει, «καλέστε τους στους γάμους». Διότι πριν από αυτό που προανέφερα, κήρυτταν και προς τους Ιουδαίους και προς τους εθνικούς, και περνούσαν τον περισσότερο χρόνο τους διαμένοντας στην Ιουδαία, επειδή όμως επέμεναν οι Ιουδαίοι να τους επιβουλεύονται, άκουσε τον Παύλο που ερμηνεύει αυτή την παραβολή και λέγει τα εξής: «Σ’ εσάς ήταν κατ’ αρχάς αναγκαίο να κηρυχθεί ο λόγος του Θεού, επειδή όμως φανήκατε ανάξιοι να δεχθείτε τον λόγο του Θεού, στρεφόμαστε πλέον προς τα έθνη» (Πρ. 13, 46). Για τον λόγο αυτό λέγει και αυτός˙ «ο μεν γάμος είναι έτοιμος, οι καλεσμένοι όμως δεν ήσαν άξιοι». Βέβαια αυτό το γνώριζε και πριν να συμβεί, αλλά όμως για να μην τους αφήσει καμία πρόφαση αναισχύντου αντιλογίας, μολονότι τα γνώριζε, προς αυτούς πρώτα και ο ίδιος ήλθε, και άλλους απέστειλε στη συνέχεια και αποστομώνοντας έτσι εκείνους και διδάσκοντάς μας να κάνουμε ό,τι εξαρτάται από μας, και αν ακόμη πρόκειται κανείς να μην κερδίσει τίποτε από αυτό.
Επειδή λοιπόν δεν ήσαν άξιοι, «πηγαίνετε», λέγει, «όπου βγάζουν οι δρόμοι και καλέστε όσους θα βρείτε» και αυτούς που θα βρίσκονται εκεί κατά τύχη και τους περιφρονημένους. Επειδή δηλαδή συνεχώς έλεγε, ότι «πόρνες και τελώνες θα κληρονομήσουν τον ουρανό» (Ματθ. 21, 31) και «οι πρώτοι θα γίνουν τελευταίοι και οι τελευταίοι πρώτοι» (Ματθ. 19, 30) αποδεικνύει ότι αυτά δικαίως γίνονται, πράγμα που κατ’ εξοχήν ενοχλούσε τους Ιουδαίους και τους πείραζε πολύ φοβερότερα αυτό και από την κατακρήμνιση του ναού, το να βλέπουν δηλαδή να εισάγονται οι εθνικοί και μάλιστα πολύ περισσότερο στη θέση εκείνη που ανήκε σε αυτούς.
Στη συνέχεια για να μην επαναπαυθούν και αυτοί απλώς και μόνο στην πίστη, τους ομιλεί και περί της κρίσεως για τις πονηρές πράξεις, των μεν απίστων για το ότι δεν προσήλθαν ακόμη στην πίστη, των δε πιστών για την ανάλογη φροντίδα που έδειξαν στη ζωή τους. Διότι στην περίπτωση αυτή «ένδυμα» είναι ο τρόπος ζωής και οι πράξεις. Και βέβαια η κλήσις είναι έργο της χάριτος. Γιατί όμως ομιλεί με τόση ακρίβεια; Για το ότι η μεν κλήση και η κάθαρση είναι έργο της χάριτος, το να παραμείνει όμως κανείς από αυτούς που κλήθηκαν και ενδύθηκαν καθαρά ενδύματα με τέτοια ενδύματα, οφείλεται στη φροντίδα αυτών που εκλήθησαν. Η κλήση δεν έγινε εξαιτίας της αξίας τους, αλλά κατά θεία χάρη. Έπρεπε λοιπόν η χάρις να αμείψει αυτόν που υπάκουσε και να μη δείξει ο τιμημένος τόση κακία μετά την τιμή που του έγινε.
Αλλά, θα πει κάποιος, δεν απήλαυσα αυτά που απήλαυσαν οι Ιουδαίοι. Και όμως απήλαυσες πολύ περισσότερα αγαθά. Διότι αυτά που ετοιμάζονταν για εκείνους, αυτά τα έλαβες εσύ. Για τον λόγο αυτό και ο Παύλος λέγει˙«Τα δε έθνη να δοξάσουν τον Θεό για την ευσπλαχνία Του προς αυτά» (Ρωμ. 15, 9). Διότι αυτά που προετοιμάζονταν για εκείνους σε όλη τη διάρκεια του χρόνου, αυτά εσύ τα έλαβες σε μία στιγμή χωρίς να είσαι άξιος. Για τον λόγο αυτό και αναμένει μεγάλη τιμωρία εκείνους που θα δείξουν αδιαφορία. Καθόσον, όπως ακριβώς εκείνοι τον προσέβαλαν που δεν προσήλθαν, έτσι και εσύ Τον προσβάλλεις με το να καθίσεις στην τράπεζα με τέτοιο διεφθαρμένο βίο. Διότι αυτό σημαίνει η είσοδος με ρυπαρά ενδύματα˙ το να φύγει δηλαδή κανείς από αυτήν τη ζωή με βίο ακάθαρτο˙ και ακριβώς για τον λόγο αυτό και «αυτός που δε φορούσε ένδυμα γάμου» σιωπούσε, όντας αναπολόγητος. Βλέπεις πως αν και είναι τόσο ολοφάνερο το πράγμα, δεν τιμωρεί κατ’ αρχήν, προτού ο ίδιος ο αμαρτωλός γίνει αίτιος της καταδίκης του; Διότι, με το να μην έχει να πει τίποτε, κατέκρινε τον εαυτό του και έτσι οδηγείται προς τις απερίγραπτες τιμωρίες. Μη νομίσεις όμως ακούγοντας τη φράση «σκότος το πυκνότατο» ότι αυτός τιμωρείται κατ’ αυτόν τον τρόπο, οδηγούμενος δηλαδή απλώς και μόνο οδηγούμενος σε σκοτεινό μέρος, αλλά οδηγείται εκεί όπου είναι το κλάμα και ο τριγμός των δοντιών. Αυτό δε το λέγει για να δείξει τα ανυπόφορα βάσανα.
Ακούστε όσοι απολαύσατε των μυστηρίων και περιβάλλετε την ψυχή σας με ρυπαρές πράξεις, αν και προσήλθατε στους γάμους. Ακούσατε από που προσκληθήκατε. Από τα σταυροδρόμια. Τι ήσαστε προηγουμένως; Χωλοί και ψυχικά ανάπηροι, πράγμα που είναι κατά πολύ χειρότερο από τον ακρωτηριασμό του σώματος. Σεβασθείτε την φιλανθρωπία Αυτού που σας κάλεσε και κανείς ας μη συνεχίσει να μένει με ρυπαρά ενδύματα, αλλά ο καθένας ας φροντίζει για την στολή της ψυχής του. Ακούστε, γυναίκες˙ ακούστε, άνδρες. Δε χρειαζόμαστε αυτά τα χρυσοΰφαντα ενδύματα, που μας στολίζουν εξωτερικά, αλλ’ εκείνα που μας στολίζουν εσωτερικά. Ενόσο θα έχουμε αυτά, είναι δύσκολο να ενδυθούμε εκείνα. Δεν είναι δυνατόν να καλλωπίζουμε συγχρόνως και την ψυχή και το σώμα. Δεν είναι δυνατό και στον μαμωνά να δουλεύεις και στον Χριστό να υπακούεις όπως πρέπει.
Ας εκδιώξουμε λοιπόν από πάνω μας αυτή τη φοβερή τυραννίδα. Διότι ούτε θα το ανεχόσουν με ευχαρίστηση εάν κάποιος την μεν οικία του την στόλιζε κοσμώντας την με χρυσά παραπετάσματα, εσένα όμως σε προσκαλούσε να καθίσεις στο τραπέζι του κουρελιάρη και γυμνό. Αλλά να, τώρα εσύ το κάνεις αυτό στον εαυτό σου˙ την μεν οικία της ψυχής σου, δηλαδή το σώμα, το καλλωπίζεις με άπειρα παραπετάσματα, την δε ψυχή σου την αφήνεις να κάθεται μέσα σε αυτό με κουρέλια. Δε γνωρίζεις ότι ο βασιλεύς της πόλεως πρέπει προπάντων να στολίζεται; Και ακριβώς για τον λόγο αυτόν για μεν την πόλη έχουν κατασκευαστεί παραπετάσματα από λινό, για δε τον βασιλέα αλουργίδα και στέμμα. Έτσι και συ, το μεν σώμα ένδυσέ το με πολύ ασήμαντη στολή, τον δε νου ένδυσέ τον με αλουργίδα και βάλε επάνω σε αυτόν στεφάνι και βάλε τον να καθίσει επάνω σε όχημα υψηλό και περίλαμπρο. Τώρα όμως κάνεις το αντίθετο˙ την μεν πόλη την καλλωπίζεις ποικιλοτρόπως, τον βασιλέα όμως νου τον αφήνεις να σύρεται δεμένος οπίσω από τα παράλογα πάθη. Δε σκέπτεσαι ότι κλήθηκες σε γάμο και μάλιστα γάμο Θεού; Δεν αναλογίζεσαι πώς πρέπει να εισέρχεται σ’ αυτούς τους νυφικούς θαλάμους η καλεσμένη ψυχή, ενδεδυμένη δηλαδή με χρυσά κροσσωτά και καλλωπισμένη;
Θέλεις να σου δείξω αυτούς που είναι έτσι στολισμένοι; Αυτοί που έχουν ένδυμα γάμου; Ενθυμήσου εκείνους τους αγίους, περί των οποίων σας μίλησα παλαιότερα, που φορούν τρίχινα ενδύματα και κατοικούν στις ερήμους. Αυτοί κατ’ εξοχήν είναι εκείνοι που φορούν τα ενδύματα εκείνων των γάμων· και αυτό γίνεται φανερό από το εξής· όσα δηλαδή βασιλικά ενδύματα και αν τους δώσεις, δε θα προτιμούσαν να τα λάβουν· αλλ’ όπως ακριβώς ένας βασιλιάς, εάν κάποιος αφού λάμβανε το κουρελιασμένα ενδύματα του πτωχού, προέτρεπε αυτόν να ενδυθεί αυτά, θα βδελυσσόταν την στολή, έτσι και εκείνοι σιχαίνονται την βασιλική στολή. Και συμβαίνει αυτό σε αυτούς όχι για κάποια άλλη αιτία, αλλά για το ότι γνωρίζουν το κάλλος της δικής τους στολής. Για τον λόγο αυτό και το βασιλικό εκείνο ένδυμα το περιφρονούν σαν αράχνη. Και όλα αυτά βέβαια τους τα δίδαξε ο σάκος που φορούν· καθόσον είναι πολύ υψηλότεροι και λαμπρότεροι και από αυτόν τον ίδιο τον βασιλέα. Και αν μπορέσεις να ανοίξεις τις πύλες του νου τους και να εξετάσεις την ψυχή τους και όλο τον εσωτερικό τους κόσμο και αν ακόμη καταπέσεις στη γη, δε θα μπορέσεις να αντέξεις την λαμπρότητα της ομορφιάς τους και την λάμψη των ενδυμάτων εκείνων και την απαστράπτουσα συνείδησή τους.
[…] Τι λοιπόν; Δε θα προσφύγουμε προς μία τόσο μεγάλη μακαριότητα; Δε θα φορέσουμε καθαρά ενδύματα για να ακολουθήσουμε τους γάμους αυτούς, αλλά θα παραμείνουμε επαίτες, χωρίς να βρισκόμαστε σε καλύτερη μοίρα από τους ζητιάνους των δρόμων, μάλλον δε σε πολύ χειρότερη και αθλιότερη κατάσταση; Καθόσον είναι πολύ χειρότεροι από εκείνους όσοι πλουτίζουν παράνομα, και είναι προτιμότερο να ζητιανεύει κανείς, παρά να αρπάζει˙ διότι το μεν πρώτον είναι δυνατόν να συγχωρηθεί, το δεύτερο όμως είναι άξιο κατηγορίας˙ και ο μεν ζητιάνος καθόλου δεν αντιστρατεύεται προς τον Θεό, αυτός που πλουτίζει αρπάζοντας τα αγαθά των άλλων όμως, παρανομεί και έναντι των ανθρώπων και έναντι του Θεού.
Γνωρίζοντας λοιπόν αυτά και απορρίπτοντας την πλεονεξία εξ ολοκλήρου, ας προσπαθούμε να συγκεντρώνουμε περισσότερο ουράνιο πλούτο, αρπάζοντας με πολλή προθυμία την ουράνια βασιλεία. Διότι δεν είναι δυνατόν, δεν είναι δυνατόν κάποιος που είναι ράθυμος να εισέλθει σε αυτήν. Είθε δε αφού όλοι γίνουν πρόθυμοι και επάγρυπνοι να επιτύχουν αυτήν, με τη χάρη και φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, στον οποίο ανήκει η δόξα και η δύναμις στους αιώνες των αιώνων. Αμήν. 

(Πηγή: Ιερού Χρυσοστόμου “Άπαντα τα έργα”, εκδ. σειρά “Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας”, σελ. 401-431)

(Επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος)


https://alopsis.gr

ΑΚΡΙΒΩΣ ΣΤΗΝ ΤΡΙΤΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΑΝΗΚΕΙ Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΝΕΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΠΟΥ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΙΖΕΤΑΙ. ΑΚΡΙΒΩΣ ΟΠΩΣ ΚΑΘΟΡΙΖΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΦΛΩΡΕΝΣΚΙ ΣΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΛΑΤΡΕΙΑΣ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΣΑΜΕ.

Αλλά και το μυστήριο δε θα είχε τίποτα το σωτηριώδες μέσα στη ζωή, εάν εκείνος που το λαμβάνει συντρίβονταν πάνω στο άμεσο οντολογικό (στοιχείο) του μυστηρίου- άμεσο, δηλαδή χωρίς να βρίσκεται σε διαμεσολάβηση με την καθημερινή ζωή. Εάν το μυστήριο ήταν έτσι κατασκευασμένο, θα ήταν ένας ανεμοστρόβιλος, ο οποίος ξεριζώνει από τη ζωή, μεταθέτει, αλλά δε θα ήταν κάτι που σώζει τη ζωή. Και τότε θα έμεναν στη ζωή μόνο εκείνοι που είναι κολλημένοι στην λάσπη της καθημερινότητας, στο βαθύ σκοτάδι των οποίων δεν πέφτει ούτε μια ακτίνα ουράνιου φωτός. Εκείνοι όμως που θα πλησίαζαν το «καταναλίσκον πυρ» του μυστηρίου δε θα υπήρχαν: το μυστήριο θα ήταν ο θάνατος τους. «Δεν μπορεί κανείς να δει το πρόσωπο του Θεού και να μην πεθάνει». Ελεύθεροι από τα γήινα δεσμά, θα βρεθούμε πρόσωπο προς πρόσωπο με τον άλλο κόσμο. Αυτό είναι το μυστήριο στην πρωταρχική του σημασία, το μυστήριο ως μυστικό, το μυστικό του θανάτου. Ο σκοπός της λατρείας δεν είναι να μας δείξει το μυστήριο με ένα τρόπο ώστε το πεπερασμένο να καεί και να γίνει στάχτη, αλλά να σώσει αυτό το πεπερασμένο, να το συνδέσει με τον ουράνιο κόσμο, ο οποίο το φωτίζει, το καθοδηγεί και το αγιάζει.[Η ΟΡΙΖΟΝΤΙΑ ΕΣΧΑΤΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΗΘΙΚΗΣ ΤΕΛΕΙΩΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΑΓΑΠΗΣ. ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ]. Ευχαριστία σημαίνει «μετοχή στα άγια μυστήρια»-κοινωνία. Ο χαρακτηρισμός αυτός χρησιμοποιείται κυρίως για το «μυστήριο των μυστηρίων», καθώς αυτό είναι η ρίζα της μετοχής της γήινης ζωής στην ουράνια. Ο χαρακτηρισμός αυτός όμως μπορεί να χρησιμοποιηθεί για οποιοδήποτε μυστήριο, παραδείγματα βρίσκονται παντού στην εκκλησιαστική γραμματεία. Κάθε μυστήριο συνδέει τη ζωή με τα θεϊκά μυστήρια, τον επέκεινα κόσμο του αιώνιου θεϊκού φωτός. Το μυστήριο συνδέει έτσι τη σωτηρία μας, τη σωτηρία ημών των εν κόσμω ζώντων, με την συγκεκριμένη πληρότητα της καθημερινότητας μας.

ΕΑΝ ΔΙΑΒΑΣΟΥΜΕ ΕΣΤΩ ΚΑΙ ΠΡΟΧΕΙΡΑ ΤΟΝ ΛΟΓΟ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΣΤΗΝ ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗ ΠΕΡΙΚΟΠΗ ΘΑ ΕΝΤΟΠΙΣΟΥΜΕ ΑΜΕΣΩΣ ΟΤΙ Ο ΕΠΑΝΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΗΣ ΠΟΥ ΟΡΑΜΑΤΙΖΕΤΑΙ Ο ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΣ ΔΕΝ ΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΕΙ ΤΟ ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΒΑΠΤΙΣΜΑ, ΔΙΟΤΙ ΕΝΩΣΗ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΑ ΔΕΝ ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΕΙΤΑΙ ΙΔΙΑΙΤΕΡΩΣ ΜΕ ΤΙΣ ΘΡΗΣΚΕΙΕΣ ΤΗΣ ΓΗΣ. 

ΓΙΑ ΝΑ ΕΤΟΙΜΑΣΤΕΙ ΛΟΙΠΟΝ Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΥ ΕΤΟΙΜΑΖΟΥΝ ΕΝΑ ΚΟΙΝΟ ΠΟΤΗΡΙΟ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΘΕΟΥΣ, ΕΝΑΝ ΝΕΟ ΟΛΥΜΠΟ ΟΠΟΥ ΘΑ ΓΛΕΝΤΟΥΝ ΚΑΙ ΘΑ ΠΙΝΟΥΝ ΟΙ ΘΕΟΙ, ΤΑ ΑΓΙΟΠΟΙΗΜΕΝΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΩΝ ΕΠΙΣΚΟΠΩΝ, ΟΙ ΝΗΡΗΙΔΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΝΕΡΕΙΔΕΣ ΤΟΥ ΦΛΩΡΕΝΣΚΙ ΚΑΙ ΟΛΑ ΤΑ ΤΟΤΕΜ ΤΟΥ ΕΩΣΦΟΡΟΥ.

Σάββατο 10 Δεκεμβρίου 2022

Ο ΑΠΟΚΡΥΦΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΓΕΡΜΑΝΙΚΟΥ ΙΔΕΑΛΙΣΜΟΥ (33)

 Συνέχεια απο Σάββατο, 29 Ιουνίου 2013

του HENRI DE LYBAC

Ο ΙΩΑΚΕΙΜΙΣΜΟΣ ΣΗΜΕΡΑ.
Ακόμη πιό κοντά μας ανθίζει μία ολόκληρη σοδειά αποστόλων του πνεύματος, στον ήλιο της Εκκλησίας, μίας Εκκλησίας στην δύση της, η οποία πρέπει να αφήσει την θέση της σε κείνη του αύριο, του μέλλοντος, στην έσχατη. Μία πρώτη αρχή είναι του 1965, την εποχή της τελευταίας συνόδου, χωρίς άλλη σχέση μ’αυτή εκτός απο αυτή της αντιφάσεως. Εμφανίζεται μία συλλογική έκδοση, με προκλητικό τίτλο, που δείχνει το πρόγραμμά της, Εκσυγχρονισμός ή μετάλλαξη; Η πρώτη λέξη δείχνει το έργο που ξεκίνησε η σύνοδος. Στα μάτια των συγγραφέων αυτό το έργο δέν έχει κανένα ενδιαφέρον. Αυτό που απαιτείται είναι μία μετάλλαξη δηλαδή μία επανάσταση, άλλο τόσο ριζική όσο εκείνη που μεταμόρφωσε μία αίρεση της Γαλιλαίας σε μία Εκκλησία στην οποία δέν διακρινόταν πλέον ο Ιουδαίος απο τον Έλληνα. Εάν υιοθετήσει την γλώσσα και τις ελπίδες τού κόσμου, θα προσλάβει και όλα τα προβλήματα και θα γεννήσει την Οικουμενική Εκκλησία.
Μ’αυτή την ορμή, αρχίζει η έρευνα για την ανακάλυψη ενός νέου Χριστιανισμού, κυριαρχεί η βιασύνη για την αναγκαία γέννηση μίας νέας Εκκλησίας, στην οποία η αγάπη πρέπει να λάβει την θέση του νόμου. Υφαρπάζεται η ανάσταση του Ιησού απο την Ελληνική σινδόνα και τοποθετείται σε κείνο το ρεύμα ζωής που είναι η Ιουδαϊκή Θεολογία της υποσχέσεως, της διαθήκης. Και θεμελιώνεται η θρησκεία του Θεού που έρχεται.
Απελευθερωμένος απο ένα σπάσιμο που μπορεί να ανοίξει στην επινόηση, ο Χριστιανισμός του αύριο δέν θα είναι ούτε αέρας, ούτε καπνός, αλλά ζωή των ανθρώπων με τους ανθρώπους, μία νέα Εκκλησία που θα μας δοθεί, γεννημένη απο το Πνεύμα. Αυτή η νεογέννητη δέν θα’χει πιά τους χαρακτήρες της Εκκλησίας που γνωρίζουμε...η Εκκλησία έχει ανάγκη απο την μία στιγμή στην άλλη μία μεγάλης μεταλλάξεως...Το πνεύμα ζητά απο τους Χριστιανούς του σήμερα να επιτρέψουν να ζήσει η ασυνείδητή τους πίστη για να μιλήσει εκ νέου και να πεί νέα πράγματα...κ.τ.λ.
Υπάρχουν όμως και παραλλαγές στο ίδιο θέμα. Έτσι αμέσως μετά τα παράπονά του πώς οι μορφές της πίστεως παρουσιάστηκαν κάτω απο μία σταθερή και αμετάβλητη μορφή, μας προσκαλεί να εξορκίσουμε τον φόβο μας πώς θα διαλυθεί διαφορετικά, το πιστεύω μας. Διότι στην πραγματικότητα, χάρη στις προόδους της επιστήμης, τα Χριστιανικά δόγματα θα μάθουν να ανακαλύπτουν και να μορφοποιήσουν σε ένα καινούργιο μοντέλλο, σε ένα καινούργιο πλαίσιο, το περιεχόμενό τους. Πρέπει όμως κατ’αρχάς να ελευθερώσουμε το πιστεύω και να επιτρέψουμε στην πίστη, για να συγκεντρώσει όλες τις κουλτούρες, δηλαδή της θρησκείες, να λάβει την μορφή μίας κένωσης (Το κενό, το νιρβάνα του Βουδισμού. Μία έννοια που επιβλήθηκε απο τον Φλωρόφσκι).
Υπάρχει επίσης και το ερώτημα: Γιατί η Θεολογία, παρότι επιθυμεί να εισέλθει όλο και βαθύτερα στα συγκεκριμένα προβλήματα της εποχής μας, σταματά στην μέση του δρόμου; (Βασική αρχή της Θεολογίας του Ζηζιούλα). Συμπεριφέρεται σαν η αναφορά στο πνεύμα το Άγιο να έρχεται και να προστίθεται ξαφνικά, στην διατομή μίας ζωντανής ώς επί το πλείστον παραδόσεως, με έναν εκσυγχρονισμό, μία προσαρμογή στην εξέλιξη, η οποία την ανανεώνει και την εκσυγχρονίζει. Επανασυνδέουν λοιπόν, αυτοί οι εξελιγμένοι Χριστιανοί, με κλασσικό τρόπον τινά τρόπο, την στάση τους, τον τρόπο τους, με την Εκκλησιαστική εμπειρία. Έτσι ακριβώς και οι Χαρισματικοί Χριστιανοί παραμένουν στην παραδοσιακή και εξελιγμένη γραμμή, ισχυριζόμενοι πώς η ανανέωση δέν μπορεί να σημαίνει διαίρεση με την κοινότητα ή με την παράδοση. Η πνευματολογία τους είναι λανθασμένη.
Έτσι αρχίζει να συνειδητοποιείται η ανάγκη ενός πιό ανανεωτικού στοιχείου. Ακριβώς του χρέους πλέον του πνεύματος, έξω απο την Εκκλησία. Πολλοί είναι ήδη κουρασμένοι απο μία τεχνητή ζωή, χωρίς εσωτερικότητα και γι’αυτό επιθυμούν, κρίνοντας την Εκκλησία, να ξαναδώσουν μία θέση στον Θεό. Σε έναν Θεό όμως που πρέπει να ξαναγεννηθεί με διαφορετικό τρόπο, σαν μία επιδρομή βίαιη που φτάνει να διαλύσει τις συνήθειες μας και να μας αφυπνίσει απο τα δογματικά μας όνειρα. Οι πολιτικοποιημένοι Χριστιανοί, οι θεολόγοι τής απελευθερώσεως είναι ακόμη πολύ ντροπαλοί και διστακτικοί. Συνεχίζουν να επιμένουν στην σκηνή-κλειδί της ΕΞΟΔΟΥ ή στην μορφή του απελευθερωτού Χριστού, αλλά δέν κάνουν κανένα βήμα μπροστά πρός το πνεύμα. Και όμως πρέπει να το πούμε: Για πολλούς σήμερα, εάν ο Θεός υπάρχει, μπορεί να είναι μόνον πνεύμα.
[Γίνεται δραματικά φανερό πλέον πόσο απουσιάζει απο την Εκκλησία, λόγω των αιρέσεων και των σχισμάτων, ακόμη και απο την Ορθοδοξία, η οδός των Αγίων].
Απο τον Maurice Bellet, έχουμε πιό συγκεκριμένες διευκρινήσεις για την ανανέωση.
Μπορεί να πραγματοποιηθεί, μεσα στην ίδια την Εκκλησία, ένα είδος γλιστρίματος, έτσι ώστε η ουσία της πίστεως να εξαφανιστεί πρός όφελος μίας προσπάθειας, επιτέλους στο ύψος τού ανθρώπου, όπου ολόκληρη η αλήθεια θα είναι με το μέρος της αναλύσεως. Θα επρόκειτο τότε, όχι πλέον για μία αντίθεση στην πίστη, αλλά για ένα πέρασμα σ’αυτό που θα την αντικαθιστούσε. Δέν είμαστε άραγε μπροστά στην στιγμή στην οποία όλη η μορφή της δομής της Εκκλησίας, πρέπει να δώσει την θέση της σε κάτι νέο; Η ψυχανάλυση δέν θα ήταν τότε παρά μία απο τις πλευρές (ίσως η πιό σκληρή) με τις οποίες ανακοινώνεται ο θάνατος ενός συστήματος; Ένα ολόκληρο νοητικό σύμπαν στο οποίο η πίστη μπόρεσε να θέσει τον εαυτό της, χωρίς να αποφύγει εντελώς τις αντιφάσεις, βρίσκεται προ της αβύσσου.
Και ο Marcel Legant μιλά επίσης ευχαρίστως για «μετάλλαξη». Προβλέπει μία μετάλλαξη τέτοια της Εκκλησίας που θα φέρει ιλίγγους. Μία μεταμόρφωση τέτοιας εκτάσεως, απολύτως αδιανόητης, απο την οποία ελπίζει πώς θα προκύψει μία νέα Εκκλησία. Αλλά επαναλαμβάνει επίσης και το αντίθετο, σαν να απολογείται: μία τέτοια μετάλλαξη δέν είναι μία αποδόμηση, ένα γκρέμισμα που θα οδηγούσε την Εκκλησία στην εξαφάνιση. Βλέπει δηλαδή μία πνευματική ανανέωση, με απρόβλεπτες συνέπειες, αλλά στον δρόμο πάντοτε μίας μεγαλύτερης προσήλωσης στον νόμο των πρώτων μαθητών του Χριστού. Η σκέψη του η οποία εκφράζεται σε στενή εξάρτηση με ορισμένα σχήματα του Μπερξόν, ελέγχεται οπωσδήποτε. Αλλά η εμπειρία την οποία προσπαθεί να μεταφράσει είναι βαθεια. Και παρ’όλα αυτά, επηρεασμένος απο το πνεύμα της εποχής μας, έχει τόσες αναλογίες, ιδίως γλωσσικές με τους Ιωακειμίτες της εποχής του. 
[Σάν να λέμε ότι οι άνθρωποι τα δίνουν όλα πλέον για να αποκτήσουν την εμπείρία του Αγίου Πνεύματος. Δέν αντέχουν πλέον τους Θεσμούς και τις Ιεραρχίες με τις οποίες ταυτίστηκε η Εκκλησία. Και όμως δέν τα καταφέρνουν. Ακόμη και όταν απελευθερώνονται. Τους λείπει η οδός των Αγίων της Ορθοδοξίας.]
[Σήμερα η Ορθοδοξία θα μπορούσε να σταθεί στο ιστορικό της ύψος, αλλά δυστυχώς δέν υφίσταται πλέον, διαλυμένη απο τα χτυπήματα των οργανώσεων. Οι οποίες έθαψαν ακριβώς την οδό των Αγίων, κάτω απο τα προτεσταντικά σκουπίδια της sola scriptura. Σήμερα οι Ορθόδοξοι μελετούν την πίστη. Κάνουν κάτι απίστευτο: Μελετούν τα αμελέτητα].
Συνεχίζεται

Αλλά και το μυστήριο δε θα είχε τίποτα το σωτηριώδες μέσα στη ζωή, εάν εκείνος που το λαμβάνει συντρίβονταν πάνω στο άμεσο οντολογικό (στοιχείο) του μυστηρίου- άμεσο, δηλαδή χωρίς να βρίσκεται σε διαμεσολάβηση με την καθημερινή ζωή. Εάν το μυστήριο ήταν έτσι κατασκευασμένο, θα ήταν ένας ανεμοστρόβιλος, ο οποίος ξεριζώνει από τη ζωή, μεταθέτει, αλλά δε θα ήταν κάτι που σώζει τη ζωή. Και τότε θα έμεναν στη ζωή μόνο εκείνοι που είναι κολλημένοι στην λάσπη της καθημερινότητας, στο βαθύ σκοτάδι των οποίων δεν πέφτει ούτε μια ακτίνα ουράνιου φωτός. Εκείνοι όμως που θα πλησίαζαν το «καταναλίσκον πυρ» του μυστηρίου δε θα υπήρχαν: το μυστήριο θα ήταν ο θάνατος τους. «Δεν μπορεί κανείς να δει το πρόσωπο του Θεού και να μην πεθάνει». Ελεύθεροι από τα γήινα δεσμά, θα βρεθούμε πρόσωπο προς πρόσωπο με τον άλλο κόσμο. Αυτό είναι το μυστήριο στην πρωταρχική του σημασία, το μυστήριο ως μυστικό, το μυστικό του θανάτου. Ο σκοπός της λατρείας δεν είναι να μας δείξει το μυστήριο με ένα τρόπο ώστε το πεπερασμένο να καεί και να γίνει στάχτη, αλλά να σώσει αυτό το πεπερασμένο, να το συνδέσει με τον ουράνιο κόσμο, ο οποίο το φωτίζει, το καθοδηγεί και το αγιάζει.[Η ΟΡΙΖΟΝΤΙΑ ΕΣΧΑΤΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΗΘΙΚΗΣ ΤΕΛΕΙΩΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΑΓΑΠΗΣ. ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ]. Ευχαριστία σημαίνει «μετοχή στα άγια μυστήρια»-κοινωνία. Ο χαρακτηρισμός αυτός χρησιμοποιείται κυρίως για το «μυστήριο των μυστηρίων», καθώς αυτό είναι η ρίζα της μετοχής της γήινης ζωής στην ουράνια. Ο χαρακτηρισμός αυτός όμως μπορεί να χρησιμοποιηθεί για οποιοδήποτε μυστήριο, παραδείγματα βρίσκονται παντού στην εκκλησιαστική γραμματεία. Κάθε μυστήριο συνδέει τη ζωή με τα θεϊκά μυστήρια, τον επέκεινα κόσμο του αιώνιου θεϊκού φωτός. Το μυστήριο συνδέει έτσι τη σωτηρία μας, τη σωτηρία ημών των εν κόσμω ζώντων, με την συγκεκριμένη πληρότητα της καθημερινότητας μας.

Αμέθυστος.

Η φιλοσοφία της λατρείας β

 Η φιλοσοφία της λατρείας β

Του Pawel Florenski

Συνέχεια από 28 Νοεμβρίου 2022

Αλλά και το μυστήριο δε θα είχε τίποτα το σωτηριώδες μέσα στη ζωή, εάν εκείνος που το λαμβάνει συντρίβονταν πάνω στο άμεσο οντολογικό (στοιχείο) του μυστηρίου- άμεσο, δηλαδή χωρίς να βρίσκεται σε διαμεσολάβηση με την καθημερινή ζωή. Εάν το μυστήριο ήταν έτσι κατασκευασμένο, θα ήταν ένας ανεμοστρόβιλος, ο οποίος ξεριζώνει από τη ζωή, μεταθέτει, αλλά δε θα ήταν κάτι που σώζει τη ζωή. Και τότε θα έμεναν στη ζωή μόνο εκείνοι που είναι κολλημένοι στην λάσπη της καθημερινότητας, στο βαθύ σκοτάδι των οποίων δεν πέφτει ούτε μια ακτίνα ουράνιου φωτός. Εκείνοι όμως που θα πλησίαζαν το «καταναλίσκον πυρ» του μυστηρίου δε θα υπήρχαν: το μυστήριο θα ήταν ο θάνατος τους. «Δεν μπορεί κανείς να δει το πρόσωπο του Θεού και να μην πεθάνει». Ελεύθεροι από τα γήινα δεσμά, θα βρεθούμε πρόσωπο προς πρόσωπο με τον άλλο κόσμο. Αυτό είναι το μυστήριο στην πρωταρχική του σημασία, το μυστήριο ως μυστικό, το μυστικό του θανάτου. Ο σκοπός της λατρείας δεν είναι να μας δείξει το μυστήριο με ένα τρόπο ώστε το πεπερασμένο να καεί και να γίνει στάχτη, αλλά να σώσει αυτό το πεπερασμένο, να το συνδέσει με τον ουράνιο κόσμο, ο οποίο το φωτίζει, το καθοδηγεί και το αγιάζει.[Η ΟΡΙΖΟΝΤΙΑ ΕΣΧΑΤΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΗΘΙΚΗΣ ΤΕΛΕΙΩΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΑΓΑΠΗΣ. ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ]. Ευχαριστία σημαίνει «μετοχή στα άγια μυστήρια»-κοινωνία. Ο χαρακτηρισμός αυτός χρησιμοποιείται κυρίως για το «μυστήριο των μυστηρίων», καθώς αυτό είναι η ρίζα της μετοχής της γήινης ζωής στην ουράνια. Ο χαρακτηρισμός αυτός όμως μπορεί να χρησιμοποιηθεί για οποιοδήποτε μυστήριο, παραδείγματα βρίσκονται παντού στην εκκλησιαστική γραμματεία. Κάθε μυστήριο συνδέει τη ζωή με τα θεϊκά μυστήρια, τον επέκεινα κόσμο του αιώνιου θεϊκού φωτός. Το μυστήριο συνδέει έτσι τη σωτηρία μας, τη σωτηρία ημών των εν κόσμω ζώντων, με την συγκεκριμένη πληρότητα της καθημερινότητας μας. Προς τον σκοπό αυτό, συνδέεται το μυστήριο με τη ζωή, χωρίς να παύει να είναι υπερκόσμιο. Ο σκοπός της λατρείας μπορεί να επιτευχθεί μόνο με μια ιεραρχική οργάνωση της ζωής, έτσι ώστε ολόκληρη η ζωή να αγιασθεί: ο αγιασμός όμως έχει τα δικά του επίπεδα (σκαλοπάτια), στρώσεις, κέντρα-σκαλοπάτια της μεταμόρφωσης του γήινου στο ουράνιο. Κάθε τι το κατώτερο πρέπει να υψωθεί στο ανώτερο, αλλά με διαφορετικούς τρόπους στα διαφορετικά επίπεδα. Δεν ανεβαίνουν όλα με τον ίδιο τρόπο στο Θαβώρ. Το ανώτερο πρέπει να έρθει από πάνω και να συναντήσει το ανυψούμενο χαμηλό προς σωτηρία του, και αυτό με διαφορετικούς τρόπους. Στους βαθμούς της ανόδου αντιστοιχούν οι βαθμοί της καθόδου. Όσο πιο μεγάλη η ανύψωση του γήινου, τόσο πιο μεγάλη η κάθοδος του ουράνιου, τόσο πιο πολύ πλησιάζουν μεταξύ τους, τόσο πιο στενή η σύνδεση τους, τόσο πιο ισχυρή η αλληλοπεριχώρηση, τόσο τελειότερη η μεταμόρφωση της ζωής, η μεταμόρφωση της ύλης. Σκοπός της φιλοσοφίας της λατρείας θα ήταν ο προσδιορισμός (που προκύπτει συμπερασματικά) των βαθμών αυτών από την ιδέα της λατρείας ως οργάνωσης της σωτηρίας μας. Τέτοιες θεωρήσεις όμως απαιτούν λεπτότατες μεταφυσικές αναλύσεις και λεπτομερή μελέτη της ορολογίας των αγίων Πατέρων και του σχολαστικισμού, ίσως και τη δημιουργία νέων όρων. Χωρίς να χαθούμε σε αυτές τις λεπτομέρειες, θέλουμε να διασαφηνίσουμε με λίγα παραδείγματα πως είναι δομημένα τα σκαλοπάτια του αγιασμού. Ένα ολοκληρωμένο κατάλογο αυτών των σκαλοπατιών δεν μπορούμε να προσφέρουμε εδώ. Μπορούμε όμως να ελπίζουμε, πως ακόμα και μια μη ολοκληρωμένη απαρίθμηση μερικών από τα σημαντικότερα από αυτά τα μεταφυσικά φαινόμενα, ανοίγει τη δυνατότητα πιο βαθιάς διείσδυσης στη δομή της λατρείας.[ΧΩΡΙΣ ΧΡΙΣΤΟ. ΟΠΩΣ ΣΤΟΝ ΚΑΝΤ Ο ΘΕΟΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΕ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΚΑΙ ΤΟΥΔΩΣΕ ΜΙΑ ΚΛΩΤΣΙΑ ΝΑ ΖΗΣΕΙ ΜΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΥΤΑΡΚΗΣ, ΕΤΣΙ ΚΑΙ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΕ ΤΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΚΑΙ ΜΑΣ ΤΑ ΑΦΗΣΕ ΚΑΘΩΣ ΔΟΥΛΕΥΟΥΝ ΜΟΝΑ ΤΟΥΣ]

Ας ξεκινήσουμε με το πιο διαδεδομένο υλικό (στοιχείο), το νερό. Ακόμα και στην φυσική του κατάσταση, το νερό είναι ένα δώρο του Θεού πλούσιο σε με πνευματική σημασία. Η αίσθηση του νερού, μιας κρύας πηγής, την οποία συναντούμε σε μια πορεία μέσα στο λιοπύρι, δεν είναι κάτι καθαρά φυσιολογικό, αλλά πολύ βαθύτερο. Ή ας πάρουμε το λούσιμο: το νερό στην περίπτωση αυτή δεν γίνεται αισθητό μόνο ως κάτι χρήσιμο ή ευχάριστο. Και στις δυο αυτές περιπτώσεις, όπως και σε πολλές άλλες, η σωματική ανάγκη οδηγεί στην όξυνση της αίσθησης μας, και τότε βλέπουμε και καταλαβαίνουμε, πως το νερό έχει σημασία καθ’ εαυτώ, και όχι μόνο επειδή το χρειαζόμαστε. Επιπλέον: συνειδητοποιούμε πως χρειαζόμαστε το νερό, όχι επειδή έτσι το θέλουμε, αλλά γιατί το νερό είναι μια πραγματικότητα και μια αξία, και με τον τρόπο αυτό αντικειμενικά αναγκαίο, μεταξύ άλλων και για μας. Είναι η προϋπόθεση της ζωής μας-ποτό, νερό για πλύσιμο, απαραίτητο συστατικό πολλών φαγητών, πολλών μέσων μετακίνησης, μέσο ψύξης και αναψυκτικό, νερό της ζωής.

Το νερό γίνεται αντιληπτό ως ζωντανό, που μπορεί να αισθάνεται, ευγνώμον, ως «αδελφή νερό». Μέσα του ζουν άγγελοι, ως ψυχή του, που το υπηρετούν και το προστατεύουν. Υπάρχει η απαίσια λέξη «προσωποποίηση»: η συνείδηση των διανοουμένων παραμορφώνει με τη λέξη αυτή τη ζωντανή πραγματικότητα του νερού, η οποία γινόταν αντιληπτή από όλους τους λαούς σε όλες τις εποχές, και από το δικό μας λαό, και το καθιστά (η συνείδηση των διανοουμένων) κάτι άλλο. Η αντίληψη αυτή περί του νερού ως ζωντανού πράγματος, όχι μόνο ενισχύεται από την Εκκλησία, αλλά και οδηγείται στη διάνοια.[ΣΤΗΝ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΑ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΑΠΛΩΣ ΤΗΣ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΣΕ ΤΗΝ ΜΥΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΞΙΑ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ ΤΟΥ ΠΗΓΑΔΙΟΥ.]

Ας πάρουμε κατά τύχη τη Θεία Λειτουργία για τον Άγιο Αλέξανδρο Νέβσκι. Σε αυτή τη Λειτουργία, το στοιχείο «νερό» ζει τη δική του ζωή, και λαμβάνει μέρος σε όλες τις διαδικασίες. Ολόκληρη τη Λειτουργία διαπερνά η επίκληση της λίμνης Ladoga  και του ποταμού Νέβα, ως όντων που δύνανται να χαρούν και να λυπηθούν μαζί με τους αγίους ανθρώπους, ως όντων που αντιλαμβάνονται τη σημασία ιστορικών γεγονότων, συγκινούνται από αυτά και τα οδηγούν προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση.

Ή ας θυμηθούμε το προκείμενο των Θεοφανίων. «Η θάλασσα είδε και έφυγε, ο Ιορδάνης εστράφη εις τα οπίσω». Η θάλασσα έφυγε, ο Ιορδάνης έστρεψε τα νερά του προς τα πίσω-από ιερό τρόμο ενώπιον του γεγονότος της Βάπτισης του Κυρίου, τραντάζονταν με την ίδια ένταση που έκανε τον Απόστολο Πέτρο να φωνάξει: «ἔξελθε ἀπ᾿ ἐμοῦ, ὅτι ἀνὴρ ἁμαρτωλός εἰμι, Κύριε·» (Λουκά 5, 8). Στο προκείμενο αυτό των Θεοφανίων γίνεται λόγος για τη θάλασσα και τον Ιορδάνη ως έμψυχων όντων, που βλέπουν, φοβούνται, τραντάζονται, που μπορούν να αλλάξουν τη συνηθισμένη συμπεριφορά τους, και να δείξουν με τον τρόπο αυτό έκτακτες εμφανίσεις πνευματικών δυνάμεων στη φύση. Η παλιά εικονογραφία μαρτυρεί με εντυπωσιακό τρόπο την αντίληψη αυτή περί φύσεως. Στην περίπτωση αυτή για παράδειγμα, στην εικόνα της Βαπτίσεως του Κυρίου, ο Ιορδάνης παριστάνεται ως ένας γέρος με μια κανάτα, και η θάλασσα με ανθρώπινη μορφή, και οι δυο σε φυγή ενώπιον της άστεκτης (που δεν αντέχεται) μεγαλειότητος του Κυρίου, που στέκεται μέσα στο νερό. Και αυτό δεν συνέβη μεμονωμένα, από κέφι ενός καλλιτέχνη, δεν βασίστηκε σε μια προσωπική αντίληψη, αλλά στην κοινή λογική της Εκκλησίας: αυτός είναι ο κανόνας της εικονογραφίας.

Η χριστιανική διδασκαλία περί αγγέλων μιλά για τους αγγέλους των στοιχείων, μεταξύ αυτών και για τον άγγελο του νερού, μάλιστα για αγγέλους της κάθε πηγής, ως πνευματικές δυνάμεις, οι οποίες έχουν δοθεί στα αντίστοιχα στοιχεία και φυσικά φαινόμενα.[ΚΟΙΝΗ ΠΙΣΤΗ ΤΟΥ ΠΟΛΥΘΕΙΣΜΟΥ. ΑΡΚΕΙ ΤΗΝ ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΝΑ ΤΗΝ ΟΝΟΜΑΣΟΥΜΕ ΑΓΓΕΛΟ ΚΑΙ ΜΠΑΙΝΟΥΜΕ ΣΤΗΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΕΠΟΧΗ]

Η δουλειά τους είναι να φυλάνε τα φαινόμενα της φύσεως. Για την συμβολική όμως κατανόηση του κόσμου, είναι αδιανόητη μια απλή εξωτερική παρουσία μέσα στο φαινόμενο, εκεί υπάρχει μια αντιστοιχία μεταξύ του φαινομένου και της πνευματικής δύναμης που το κατευθύνει. Εδώ πρέπει να οπωσδήποτε να λάβουμε υπόψιν πως υπάρχει μια εσωτερική συνάφεια, και μάλιστα τέτοια, ώστε υπάρχει μια ιεραρχική μεταξύ αυτών, με τρόπο ώστε η πνευματική δύναμη να εμφανίζεται πραγματικά στο φαινόμενο, και είναι τουλάχιστον εν μέρει πραγματικά φαινόμενο, με την έννοια της πανανθρώπινης φιλοσοφίας και όχι όπως το εννοεί ο KantΑν ο άγγελος του νερού φυλάει ειδικά το στοιχείο «νερό», αυτό σημαίνει, πως με μια πνευματική έννοια έχει και ο ίδιος κάποια χαρακτηριστικά του νερού. Αυτά που οι διανοούμενοι λένε στις περιπτώσεις αυτές, περί εμψυχωμένης φύσης, με την έννοια της «προσωποποίησης», ποιητικής προσωποποίησης, είναι φλυαρία. Στην πραγματικότητα δεν πρέπει να απορρίψουμε εξολοκλήρου την λέξη προσωποποίηση: εφόσον με την λέξη αυτή περιγράφεται ένα δεδομένο της ιστορίας της λογοτεχνίας, δεν μπορεί η λέξη αυτή να είναι εντελώς απαράδεκτη. Η λαϊκή ποίηση, η ποίηση του παλιού καιρού, χρησιμοποιούσε τέτοιες προσωποποιήσεις, όχι ως μέσο στολισμού ή στιλ, αλλά έλεγε με αυτές απλά και απευθείας ακριβώς αυτά που ήθελε να πει. Όπως οι σεξουαλικοί όροι στο στόμα ενός βοτανολόγου αναφέρονται στα φυτά, και δεν είναι κάποια διακόσμηση-αν και μπορεί να βρεθεί περιστασιακά κάποιος διανοούμενος που βλέπει σε αυτές μόνο μια μεταφορά-έτσι και για τον ποιητή της παλιάς εποχής, η ζωή των στοιχείων δεν είναι ένα φαινόμενο που αφορά το στιλ, αλλά η ακριβής έκφραση της ουσίας του πράγματος. Στην νέα ποίηση, οι προσωποποιήσεις αυτές βασίζονται σε υπολειμματικές αισθήσεις, οι οποίες ζουν στο μισοσυνειδητό βάθος του πνεύματος, που δεν έχει ακόμη πέσει θύμα αποδόμησης δια της αφηρημένης κατανόησης του κόσμου. Στις στιγμές της έμπνευσης, τα βάθη αυτά της πνευματικής ζωής διατρυπούν κρούστα της ξένης προς αυτά κοσμοθεωρίας της εποχής μας, και ο ποιητής μας μιλά με καθαρή γλώσσα περί της για μας ασαφούς ζωής, την οποία διάγουμε με όλα τα πλάσματα της ψυχής μας. Έτσι είναι στον αληθινό ποιητή. Δίπλα σε αυτό υπάρχει η ρητορική, ως μηχανική πρόσληψη γενικά αναγνωρισμένων φράσεων ξένης ομιλίας. Μια τέτοια ρητορική όμως αξιολογούμε ως κάτι άψυχο και ψεύτικο: Κλοπή υπάρχει μόνο όπου υπάρχει ιδιοκτησία, απομίμηση προϋποθέτει το αληθινό, η απλή συλλογή το αυθεντικό. Ξέρουμε να το διακρίνουμε. Η ικανότητα προς αυτή τη διάκριση, είναι το αντανακλαστικό, της ακόμα υπαρκτής σε μας τους αναγνώστες, ζωντανής σύνδεσης με ολόκληρη τη φύση.

Συνεχίζεται

Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2022

Η φιλοσοφία της λατρείας α

 Η φιλοσοφία της λατρείας α

Του Pawel Florenski

Περιέχεται στο έργο:
Pawel Florenski, Ζωή και Σκέψη, edition tertium, Τόμος 1, Σελ. 111-123
Επιμέλεια Έκδοσης: Fritz και Sieglinde Mierau

Η ζωή αγιάζεται στην ολότητα της δια της λατρείας. Το να αγιαστεί όμως ολόκληρη η ζωή στον ίδιο βαθμό, θα σήμαινε να την ομογενοποιήσουμε  και με τον τρόπο αυτό να την αποσπάσουμε από τα μυστήρια, δια των οποίων η αγιασμένη ζωή θα γινόταν η σκάλα για μια σταδιακή ανάβαση. Αυτό θα σήμαινε να τεμαχίσουμε τη ζωή. Μπροστά στα μάτια μου βρίσκεται μια εικόνα, η οποία φαίνεται να επιδεικνύει σε μικρό βαθμό δέος ενώπιον της λατρείας, η οποία (εικόνα) όμως, επειδή είναι χοντροκομμένη, ίσως να εκφράζει τις σκέψεις μου με τον καλύτερο τρόπο. Εννοώ τη Metropolitaine, που έχει εν μέρη κτισθεί, και εν μέρει χρησιμοποιείται για κάποια παγκόσμια έκθεση. Αποτελείται από πολυάριθμες ομόκεντρες πλατφόρμες, που περικλείουν την περιοχή της έκθεσης, και περιστρέφονται αδιάκοπα με διαφορετικές ταχύτητες. Ο εξωτερικός δακτύλιος περιστρέφεται με μάλλον μεγάλη ταχύτητα, ο αμέσως επόμενος προς τα μέσα, κάπως πιο αργά, και όλοι οι επόμενοι τόσο πιο αργά, όσο βρίσκονται πιο κοντά στο κέντρο. Είναι σαφές: Δε θε μπορούσε να πηδήξει κανείς πάνω στον πιο γρήγορο δακτύλιο, χωρίς να κινδυνεύσει η ζωή του. Θα ήταν όμως εντελώς ακίνδυνο, να ανέβει από την ακίνητη γη πάνω στον πιο αργό εσωτερικό δακτύλιο, και από αυτόν στον επόμενο, που έχει μια σχετικά χαμηλή ταχύτητα, και έτσι μέχρι να φτάσει στον πιο γρήγορο. Σε κάθε μετάβαση με τον τρόπο αυτό, η αύξηση της ταχύτητας θα ήταν μικρή. Η πλήρης αύξηση της ταχύτητας, από την ακίνητη γη μέχρι τον εξωτερικό δακτύλιο, θα είχε με τον τρόπο αυτό υποδιαιρέσεις, και θα υπήρχε έτσι η δυνατότητα ανάβασης από την ακίνητη γη στην «γη» που τρέχει, χωρίς να θρυμματιστεί κανείς πάνω σε αυτήν. Θα μπορούσε να συνεχίσει να περπατά πάνω σε αυτήν, όπως και προηγουμένως πάνω στην ακίνητη γη, αλλά πηγαίνοντας με μεγαλύτερη ταχύτητα προς τον στόχο. Αν ο εξωτερικός δακτύλιος έφερε τον οδοιπόρο στον επιθυμητό τόπο, στον εσωτερικό εκτεθειμένο χώρο, μπορεί με τον ίδιο τρόπο, όπως ανέβηκε, χωρίς κίνδυνο να κατέβει, χωρίς να συντριβεί στην ακίνητη γη. Με τον τρόπο αυτό ζωντανεύει ολόκληρη η εσωτερική περιοχή, την οποία η κυκλική κίνηση περικλείει, όπως ο ουρανός το σύμπαν, γύρω από το οποίο γυρίζει αιώνια. Οι δομές και οι τόποι θεωρίας στο εσωτερικό, που είναι μακριά και είναι δύσκολο να τις φτάσει ένας πεζός, ο οποίος είναι αργός στο περπάτημα και κουράζεται εύκολα, μέσω αυτής της κυκλικής κίνησης που περικλείει ολόκληρο τον χώρο, συνδέονται εσωτερικά και έρχονται σε σχέση η μια προς την άλλη. Αυτό που είναι αδύνατο να εποπτεύσει ένα συνθετικό βλέμμα, τα συνδέει η συνείδηση σε ένα όλο. Για τη ζωή στην εσωτερική περιοχή, που είναι δυνατή μόνο δια της ένωσης των μεμονωμένων πλευρών στην τακτοποιούσα λογική των συνενεργούντων και η αμοιβαία σχέση των πλευρών αυτών, δεν είναι καθοριστική μόνο η διαθεσιμότητα εκείνης ή της άλλης δομής ή πράγματος μέσα στην περιοχή αυτή, αλλά και η περιρρέουσα κίνηση.  Έτσι είναι και σε μια σχετικά μικρή έκθεση, όπου η μάλλον ασήμαντη ικανότητα κίνησης ενός τεχνικά μη εξοπλισμένου ανθρώπου μπορεί κάτι να επιτύχει, σε σύγκριση προς την παθητική μάζα μέσα στον υπό παρατήρηση χώρο: ο χρόνος κάθε μετάβασης βρίσκεται σε μια κατάλληλη σχέση προς τον ρυθμό της εσωτερικής ζωής και προς το σύνολο του χρόνου, ο οποίος απαιτείται για την παρακολούθηση ολόκληρης της έκθεσης. Για τον λόγο αυτό, η κυκλική κίνηση αλλάζει λίγο την φύση της εσωτερικής περιοχής σε σχέση προς τον παρατηρητή, δεν δημιουργεί όμως κάτι ουσιαστικά νέο και απροσδόκητο. Και αν η παθητικότητα της παρατηρούμενης αυτής περιοχής μεγαλώνει, η ενεργητικότητα του παρατηρητή δεν αυξάνεται με τον ίδιο ρυθμό, αλλά παραμένει ίδια. Η σύνθεση τού προς παρατήρηση, δηλαδή η ενότητα της προς παρατήρηση θέας στον χρόνο και το χώρο, καθίσταται όλο και πιο δύσκολη, ο παρατηρητής αισθάνεται όλο και πιο πιεσμένος από τη συνείδηση της αδυναμίας του ενώπιον της μάζας που περιμένουν να τις επεξεργαστεί. Στο τέλος δημιουργείται μια σχέση μεταξύ των δυνάμεων του και της σημασίας , του βάρους της μάζας που βρίσκεται μπροστά του, μέσα στην οποία (σχέση) η ενεργητικότητα του ξαφνικά, απότομα, αλματωδώς γίνεται όχι απλά μικρή, όχι αδύναμη, αλλά ισούται με το μηδέν-αδυναμία με την κυριολεκτική σημασία. Έρχεται μια στιγμή, και ο παρατηρητής αυτής της εσωτερικής περιοχής, ο οποίος κινείται μόνο με τα πόδια του, δεν μπορεί με κανένα τρόπο να συλλάβει την περιοχή αυτή ως όλο. Και αν πρέπει να τον καθοδηγεί, τότε βλέπει πως δεν είναι σε θέση να διεισδύσει στην περιοχή αυτή με τη βούληση του. Τα πράγματα αυτής της περιοχής κείτονται μεμονωμένα, βαριά και νεκρά, ξένα αναμεταξύ τους και δεν μπορεί να εισχωρήσει το ένα στο άλλο. Τότε δεν μπορούμε να πούμε πως υπάρχουν στον χώρο και στο χρόνο: Αν δεν υπάρχει ενότητα, τότε δεν υπάρχει ούτε η μορφή της ενότητας-ο χώρος και ο χρόνος. Εδώ τότε υπάρχουν πράγματα, αλλά δεν υπάρχει η πραγματικότητα. Αν η παθητικότητα των πραγμάτων φτάσει στο εξωτερικό της όριο, επέρχεται μια πλήρης διάχυση, πλήρης διάσπαση της περιοχής αυτής, μιας περιοχής δεν μπορεί πια να γνωσθεί, δεν μπορεί πια να γίνει συνειδητή, σκοτεινή, που καμιά ακτίνα φωτός δεν φωτίζει, καμιά διεύθυνση (καθοδήγηση) δεν έχει πρόσβαση. Τότε αυτό θα ήταν ένα Είναι, που δε διαφέρει σε τίποτα από ένα μη Είναι, καθαρή δυνατότητα, ύλη με την πλατωνική-αριστοτελική έννοια, το μη ον, που βρίσκεται πάρα πολύ κοντά στο μη Είναι. Μόλις όμως δοθεί η δυνατότητα, να κινηθεί με επιταχυνόμενη κίνηση γύρω από αυτό το μη υπαρκτό Είναι, η δυνατότητα μεταβαίνει στην πραγματικότητα, η σκοτεινή περιοχή φωτίζεται από τη συνείδηση και τη γνώση, και καθίσταται μια περιοχή όπου υπάρχει διεύθυνση και δημιουργικότητα. Αυτή η επιταχυνόμενη κίνηση των σφαιρών, που γυρίζουν αιώνια και περικλείουν την περιοχή αυτή, την καθιστούν μια ενότητα χρόνου και χώρου, δηλαδή η κίνηση αυτή αποδεικνύεται ως η μορφή με την αριστοτελική έννοια, ως μορφή ή ιδέα της περιοχής αυτής. Ο ουρανός, που διαρκώς περιτριγυρίζει τον κόσμο, είναι ο κινητήρας κάθε ζωής, είναι η ψυχή του κόσμου.

Τα μυστήρια παρομοιάζονται με αυτή την ψυχή του κόσμου. Ενώνουν όλες τις εκφάνσεις της ζωής και τις κατευθύνουν, όπως λέει στο Ευαγγέλιο: «βλέπετε μή τις ὑμᾶς πλανήσῃ.» (Ματθ., 24, 4), και είναι το σημείο σύνδεσης, για μια αψεγάδιαστη, ορθή διαγωγή του βίου. Υπάρχει όμως μια ιδιαίτερη πρόσβαση σε αυτό το σημείο σύνδεσης. Ο κύκλος των μυστηρίων, που περικλείει όλες τις περιοχές της ζωής και συνενώνει τη ζωή σε μια ενότητα, σε ένα όλο, που δίνει μορφή στη ζωή, πρέπει να συνδέεται προς τη ζωή αυτή με μια κλίμακα, γιατί αλλιώς παραμένει περιορισμένος στον εαυτό του, εκτός της ζωής, και η ζωή παραμένει χωρίς πνευματική μορφή. Για τον παρατηρητή αυτής της έκθεσης θα ήταν πρακτικά αδιάφορο, αν υπάρχει αυτή κυκλική τροχιά ή όχι, εάν δεν μπορεί να εισέλθει εκεί μέσα χωρίς να καταστρέψει το σώμα του. Και στις δυο περιπτώσεις θα αποδεικνυόταν ως το ίδιο αδύναμος και ως ένα τίποτα. Μόνο μια ανάβαση μέσω βαθμιαία επιταχυνόμενων τροχιών, επιτρέπει στον οδοιπόρο να συμμετάσχει στις ανώτερες δυνάμεις της ζωής, χωρίς να φύγει από τη ζωή. «Εν τω κόσμω και ουκ εκ του κόσμου», βρίσκεται μέσα στον κόσμο και πάνω από τον κόσμο, όταν του δοθούν τα σκαλοπάτια για την ανάβαση.

Συνεχίζεται

ΘΑ ΔΟΥΜΕ ΣΤΗΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΣΚΕΨΗΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΣΤΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ.

Παρασκευή 26 Αυγούστου 2022

Η φιλοσοφία της λατρείας γ

Η φιλοσοφία της λατρείας γ

Του Pawel Florenski

Συνέχεια από 20. Αυγούστου 2022

Αν θεωρούμε τον Goethe ποιητή, τότε η γνώση μας περί αυτού, μάς παρέχει μια άμεση απόδειξη πως έγραψε την αλήθεια. Στήνοντας ένα μνημείο στον Goethe, η ανθρωπότητα γκρέμισε την αφηρημένη κοσμοθεωρία από το βάθρο της. Πρέπει επιτέλους να καταλάβουμε, πως ο έπαινος στον Tjutschew δεν είναι κενός λόγος, αλλά εννοημένος με ειλικρίνεια, και έχει απρόβλεπτες συνέπειες για ολόκληρο τον κόσμο. Στις περισσότερες περιπτώσεις έρχεται από την καρδιά, και έτσι επιβεβαιώνει ο καθένας στην καρδιά του το κενό και το ψέμα των συνηθισμένων ιστοριών και θεωριών της λογοτεχνίας, στις οποίες η προσωποποίηση κατανοείται ως μια παραμόρφωση της αληθινής τάξεως του Είναι, μια ονειροπαρμένη, φιλάρεσκη αντικατάσταση της πραγματικότητας με φαντασιοκοπήματα.

Η εκκλησιαστική γραμματεία είναι γεμάτη «προσωποποιήσεις» της φύσεως. Το να μιλήσουμε εδώ για ποιητική προσωποποίηση, ή κατευθείαν για ρητορική και επομένως για κάτι αναληθές, θα σήμαινε πως παρεξηγούμε εκ βάθρων την πιστή ψυχή. Που αλλού, αν όχι στη θρησκεία, αναζητά ο άνθρωπος την τελειωτική, στερεωμένη στην πέτρα, χωρίς διακοσμήσεις αλήθεια. Ψάχνει ένα σταθερό σημείο για τον εαυτό του, ιδιαιτέρως για τον εαυτό του, και κάθε τι που διακοσμεί το πράγμα, που δεν είναι το ίδιο το πράγμα, είναι στο σημείο αυτό όχι απλά απαράδεκτο, αλλά ανυπόφορο. Εδώ μπορεί να υπάρχει μόνο ένα «ναι, ναι-ου, ου», ένα οντολογικό «ναι» και «ου», και ότι βγαίνει από αυτά τα όρια είναι από το κακό. Όταν η ψυχή επιθυμεί την αλήθεια, και διψά όπως το ελάφι για την πηγή, τότε επέρχεται η θρησκευτική δημιουργικότητα. Αν εδώ δημιουργηθεί κάτι, τότε αυτό, όσο λιγότερο εμπνευσμένο είναι, τόσο πιο φοβισμένα θα προσανατολισθεί στις φόρμες και διατυπώσεις μιας άλλης έμπνευσης, και εν τέλει (τόσο πιο φοβισμένα) θα εξισωθεί εξωτερικά με αυτήν. Σε καμιά περίπτωση όμως δεν μπορεί να υπάρχει ένας μη ειλικρινής λόγος. Στην Εκκλησία μπορούν να υπάρχουν πολλά μυστηριώδη, ακατανόητα, αινιγματικά και πράγματι υπάρχουν, μόνο κενό δεν υπάρχει, δεν μπορεί να υπάρξει, κανένα κενό πάρεργο, καμιά απλή διακόσμηση, τίποτα στο οποίο να μην αντιστοιχεί κάποια πραγματικότητα.

Επιστρέφουμε τώρα στο προκείμενο και την εικονογραφία των Θεοφανίων. Και στην προκειμένη περίπτωση, μπορεί οι λεπτομέρειες της μορφής του Ιορδάνου και της θάλασσας ή των αγγέλων του νερού, να είναι δημιουργίες του αγιογράφου, αντιστοιχούν όμως σε κάτι αυθεντικό, το οποίο αναπαριστούν με συγκεκριμένο τρόπο, και η ύπαρξη του αναπαριστώμενου δεν έχει με κανένα τρόπο επινοηθεί από τον εκκλησιαστικό ποιητή και αγιογράφο. Η σύνθεση και η σειρά των λόγων της μιας ή της άλλης στοιχειακής δύναμης, μπορεί να ποιητικές επινοήσεις, εάν υποθέσουμε, πως το ένα ή το άλλο λογοτεχνικό έργο γράφτηκε βάσει ενός προτύπου, και δεν παριστάνει μια εμπνευσμένη διείσδυση στο υμνούμενο πράγμα. Η ουσία του πράγματος όμως δεν μπορεί να επινοηθεί, η ιδέα περί της ζωής των στοιχείων, της συμμετοχής τους στην ιστορία, της αντίδρασης τους στα γεγονότα του πνευματικού κόσμου. Πριν από την σημαντικότερη πράξη του μεγάλου Αγιασμού, ο ιεράς προσεύχεται: «Υπέρ της δόξας του παναγίου ονόματος Σου, μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, δια των στοιχείων, και ανθρώπων και των αγγέλων, και μέσω ορατών και αοράτων». Πως λοιπόν: εάν ο δοξασμός του παναγίου ονόματος του Κυρίου Ιησού Χριστού δια των στοιχείων ερμηνευθεί ως ποιητική μεταφορά, πάνω σε τι θεμελιώνεται η ερμηνεία αυτής της πράξης, δηλαδή του δοξασμού του Ονόματος από τους ανθρώπους και τους αγγέλους; Βρίσκονται στην ίδια γραμμή με τα στοιχεία. Αν απορρίψουμε το δοξασμό του ονόματος, που βρίσκεται το νόημα του αγιασμού του ύδατος, που συνίσταται σε ένα «ναι», στο ότι δηλαδή το πανάγιο Όνομα δοξάζεται τόσο από τα στοιχεία, όσο και από τους ανθρώπους και τους αγγέλους. Φαινομενικά μια μικρή ελευθερία στην άρνηση. Αν όμως επιτρέψουμε να πέσει αυτή μικρή θηλιά, διαλύουμε ολόκληρο τον ιστό. Είναι αυτονόητο, πως και εδώ, όπως σε μια πληθώρα άλλων προσευχών, πρόκειται περί ενός κυριολεκτικού δοξασμού του ονόματος του Θεού από τα στοιχεία. Με άλλα λόγια, αναγνωρίζεται και επιβεβαιώνεται ύπαρξη συνείδησης και ψυχής στα στοιχεία. Αναγνωρίζεται και επιβεβαιώνεται η συμμετοχή των στοιχείων στη ζωή ολόκληρης της Εκκλησίας, ή αλλιώς, τα όρια της Εκκλησίας δε τοποθετούνται εκεί όπου τείνει να τα βλέπει η ακαδημαϊκή θεολογία. Η απόρριψη αυτού του δεδομένου μπορεί να αρέσει μόνο σε εκείνον που μέσα στην καρδιά του διεξάγει μυστικά ένα αγώνα κατά της λατρείας, ένα αγώνα που δεν τολμά να επιδειχθεί ανοιχτά. Στα κρυφά δεν αναγνωρίζεται το γεγονός πως μέσα στο φυσικό μπορεί να υπάρχει το πνευματικό, πως το φυσικό δεν είναι εκτός του πνευματικού, αλλά μέσα του, ένα υποτελές στο πνευματικό, ένα εργαλείο του, το περιβάλλον της εκδήλωσης του, και επομένως μια εκδήλωση του πνευματικού.

Θέλαμε να υπενθυμίσουμε, πως το νερό από μόνο του, κάτι δημιουργημένο από το Θεό, που λαμβάνει μέρος στη ζωή του πολιτισμού, συμμετέχει, έστω και απόμακρα, στην λατρεία. Το νερό είναι από μόνο του άγιο, αλλά αυτό δεν κατανοείται από εκκλησιαστικής πλευράς ως νατουραλισμός, ως μια φυσική, αυτόνομη, εκτός και ανεξάρτητα από τις θεϊκές ενέργειες της χάριτος υπάρχουσα αγιότητα. Όχι, το νερό είναι άγιο, διότι μαζί με όλα τα άλλα, που «δι’ Αυτού εγένοντο» , δηλαδή διά του Χριστού, συμμετέχει στο μυστήριο του έργου του Θεού, που προσανατολισμός του είναι η σωτηρία του κόσμου. Ολόκληρο το κοσμικό νερό, δεν θεωρείται πως υπάρχει καθ’ εαυτώ, αλλά σύμφωνα με την εκκλησιαστική αντίληψη ανήκει στον πρώτο κύκλο της λατρείας, στην θεία οικονομία. Στην χριστιανική καθημερινότητα, αυτή η «φυσική» αγιότητα του, που δεν έχει κηλιδωθεί από μας, υψώνεται δια του σημείου του σταυρού, πάνω από την σκάφη, πάνω από το πόσιμο νερό, πάνω από το βρασμένο νερό, πάνω από το περιεχόμενο των ιερών δοχείων, πάνω από την πόση από ένα ιερό δοχείο, κτλ. Στο χριστιανικό πηγάδι δεν υπάρχει απλά νερό: ήδη το «σκάψιμο του πηγαδιού» αγιάζεται με μια τελετουργία. «Δώσε μας νερό στον τόπο αυτό, γλυκό και εύγευστο, σε αρκετή ποσότητα και αβλαβές κατά την πόση του», προσεύχεται ο ιερέας, και τότε αρχίζει ο πρώτος να σκάβει το πηγάδι. Πάνω από το έτοιμο πηγάδι λέγεται επίσης μια ιδιαίτερη προσευχή: «Δημιουργέ του νερού και πλάστη όλων των πραγμάτων, αγίασε Εσύ ο ίδιος αυτό το νερό: κατάπεμψε την αγία δύναμη Σου εναντίο κάθε εχθρικής δύναμης, ώστε όλοι όσοι το αντλούν από αυτό, για να πιούν ή να πλυθούν, να το έχουν εις υγείαν σώματος και ψυχής, και προς υπέρβαση κάθε πάθους και ασθένειας: ώστε σε όλους όσους το αγγίζουν και παίρνουν από αυτό, να δοθεί αγιασμός και ειρήνη…» Νερό αγιασμού και ειρήνης. Πόσο λίγο μοιάζει αυτό με τη διανοητική χρησιμοθηρική χρήση του νερού, και με πόση σαφήνεια υποδεικνύει πως το «απλό» νερό του πηγαδιού ανήκει στην περιοχή της λατρείας. Ακόμα ένα τέτοιο φαινομενικά κοσμικό πράγμα, όπως το συνηθισμένο νερό του πηγαδιού, ας το επαναλάβουμε, είναι αντικείμενο της λατρείας, και μάλιστα θαυματουργό.

Για να επιστρέψουμε στη διαπραγμάτευση αυτής της μιας ερώτησης, δηλαδή του νερού των Θεοφανίων, αυτό σύμφωνα με παρατήρηση πολλών πιστών, ιδιαιτέρως αμέσως μετά τον αγιασμό, έχει μια χαρακτηριστική γεύση-εντελώς δική του, ασύγκριτα φρέσκια, κάτι ευχάριστα δυνατό και ξινό.

Και εγώ προσωπικά το παρατήρησα πολλές φορές, και αν πρέπει οπωσδήποτε να κάνω μια σύγκριση, τότε η γεύση αυτή πλησιάζει περισσότερο το νερό που είναι εμπλουτισμένο με όζον ή με οξυγόνο. Το αγιασμένο νερό, κυρίως μετά τον μεγάλο αγιασμό, γίνεται αισθητό από τα χείλη, τον ουρανίσκο, τη γλώσσα, από όλο το σώμα, ως ζωντανό νερό, πραγματικά αισθητό ως πλήρες ζωτικής δύναμης, ως πάροχος ζωής, σύμφωνα με τον λόγο της Λειτουργίας , ως «ύδως αλλόμενον εις ζωήν αιώνιον» (Ιω. 4, 14). Ενώ το συνηθισμένο νερό, έστω και αν είναι το ίδιο, και παρέχει την ύλη για τον αγιασμό, γίνεται αντιληπτό ως στάσιμο, νεκρό και ακάθαρτο. Η συνομιλία του Λυτρωτή με τη γυναίκα από την Σαμάρεια για το ύδωρ ζων-πόσο άμεση, κυριολεκτική σημασία αποκτά, τι πυκνότητα στην πρώτη σημασιολογική στρώση, πάνω στην οποία οικοδομούνται οι επόμενες σημασίες! Αυτή την ιδιαίτερη πνευματική-σωματική αίσθηση κατά τον μεγάλο αγιασμό, τη γνωρίζουν πολλοί, στηρίζεται στην εμπειρία.

Έτσι και το νερό του Βαπτίσματος είναι πλήρες μυστικής δυνάμεως-δυνάμεως και συνεπώς νοήματος. Είναι ο τάφος του παλαιού ανθρώπου, ο τόπος της παράβασης του και ο τόπος της πρόσληψης και οικοδόμησης του νέου πνευματικού οργανισμού. «Τα βαφτίζουμε» (τα νήπια), μαρτυρεί ο πατριάρχης Γρηγόριος Μάμμας, που διοικούσε την Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως από το 1445 έως το 1450, «στην κολυμβήθρα, τι απαραίτητο και ύψιστα θαυμαστό πράγμα, γιατί η κολυμβήθρα αναπαριστά τον κόλπο της μητέρας και σημαίνει επομένως την νέα γέννηση». Οι διάσημοι υπερασπιστές της πίστεως, και δάσκαλοι της Προσευχής του Ιησού, οι μοναχοί Κάλλιστος και Ιγνάτιος Ξανθόπουλοι, από τον 14ο αιώνα, και πολλοί μαζί με αυτούς, ονομάζουν την κολυμβήθρα «κόλπο του Θεού».

Η λατρεία (Kult), και μαζί με αυτή και ο πολιτισμός (Kultur), μπορεί να κατανοηθεί μόνο με ένα τρόπο-με το να συνειδητοποιήσει κανείς πως οι εκφράσεις αυτές, και συγγενείς προς αυτές, είναι κυριολεκτικές, και με το να τις συλλάβει σε όλη τη βαρύτητα τους. Ο δρόμος προς τα εκεί οδηγεί δια μέσου της συγκέντρωσης και πυκνότητας των παλιών γλωσσών, που είναι ξένες προς την μοντέρνα μας φλυαρία, όπου δεν υπήρχε απλή εκφορά ομιλίας, όπου κάθε λέξη, κάθε ήχος, εξετάζονταν διεξοδικά, δια της «συνείδησης των αυτιών», όπως το λέει ο Nietzsche. Αυτήν την ασυνειδησία των αυτιών μπορεί να την αντιμετωπίσει κανείς ίσως μόνο με την ποσότητα. Για να ακουστούμε, με αυτά που είπαμε για το νερό του βαπτίσματος, πρέπει να αυξηθεί η μάζα των ανάλογων μαρτυριών. Το ότι το νερό του βαπτίσματος δεν είναι απλό νερό, το δίδαξαν πολλοί Πατέρες και εκκλησιαστικοί συγγραφείς. Έτσι ο Κλήμης Αλεξανδρείας μιλά για το βάπτισμα στο λόγο-λογικόν βάπτισμα, λογικόν ύδωρ. Ο Τερτυλλιανός λέει, πως το νερό εκλέχτηκε για εργαλείο του Πνεύματος, γιατί κατά τη δημιουργία είχε το προνόμιο, να είναι ακόλουθος των πράξεων της Δημιουργίας, και πως δια των προσευχών ανανεώνεται η παλιά του αγιότητα, και πλήρες Αγίου Πνεύματος, αποκτά τη δύναμη να καθαρίζει τις ψυχές. Στην κολυμβήθρα του βαπτίσματος, όπως και στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ, φυλάει ένας άγγελος. Ο Άγιος Γρηγόριος Ναζιανζινός διδάσκει, πως υπάρχει μια μυστική σύνδεση μεταξύ νερού και Αγίου Πνεύματος, παρόμοια με αυτήν των δυο φύσεων στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού, όπου το νερό έχει την υπερφυσική δύναμη να καθαρίζει την ψυχή και να κλείνει το δρόμο στους δαίμονες. Ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης αρνήθηκε κατηγορηματικά, πως το νερό μετά τον αγιασμό παραμένει απλό νερό, και τόνισε πως με αυτό συμβαίνει κάτι παρόμοιο όπως με τον άρτο και το νερό στην Ευχαριστία. Στο νερό αυτό ενώνονται, με μυστικό τρόπο ο ιερός λόγος με την ύλη, δίδασκε ο άγιος Αυγουστίνος: «Αφαίρεσε τον Λόγο, και τι άλλο είναι το νερό του βαπτίσματος, παρά νερό; Έρχεται ο Λόγος στο στοιχείο, και με τον τρόπο αυτό προκύπτει το μυστήριο…» (Tract. LXXX, 3 στο κατά Ιωάννη, σελ. 192)

                                  Τέλος

Από μια συνομιλία του Αγίου Πορφυρίου με κάποιο πνευματικοπαίδι του: "Πόσα χρόνια θες για να γίνεις αρχιτέκτονας;", "5 με 6". "Πόσα για να γίνεις γιατρός;", "Πάνω από δέκα".
"Και Χριστιανός γίνεσαι κατευθείαν, χωρίς κόπο;"