[Για το βιβλίο του Βασιλείου Π. Γούλα Περί πτώσεως του ανθρώπου και αινίγματος του κακού, εκδόσεις Γρηγόρη, Αθήνα 2026]
Στο βιβλίο του Περί πτώσεως του ανθρώπου και αινίγματος του κακού ο Βασίλειος Π. Γούλας καταπιάνεται και ανατέμνει δύο κεφαλαιώδη -και ακανθώδη συνάμα- ζητήματα της χριστιανικής ανθρωπολογίας: το πρόβλημα του κακού και το ζήτημα της Πτώσης.
Ο συγγραφέας ανέλαβε ένα ιδιαίτερα δύσκολο εγχείρημα, δοθέντος του γεγονότος ότι ομού με την πατερική σκέψη συμπεριέβαλε στη θεματική του και την αναμέτρηση με τη σκέψη ενός εκ των κορυφαίων ορθοδόξων διανοουμένων: του χαλκέντερου Χρήστου Γιανναρά. Οπωσδήποτε ένα τέτοιο εγχείρημα προϋποθέτει διαρκή και ανεξάντλητη μελέτη και μεγάλο πνευματικό μόχθο. Ο συγγραφέας ανταποκρίθηκε επαρκώς και μας δίδει μια διατριβή συστηματική, γραμμένη με επιμέλεια, ενάργεια και σαφήνεια. Πρόκειται αναντίλεκτα για ένα οιονεί “τεχνούργημα”, για ένα τεχνικό έργο/ανάγνωσμα, το οποίο εντούτοις δεν κουράζει τον αναγνώστη. Φυσικά, αυτό προϋποθέτει ότι ο τελευταίος διαθέτει μια βασική θεολογική σκευή, ειδάλλως θα “χαθεί στη μετάφραση”, κατά το κοινώς λεγόμενον.
Δεν θα προβούμε σε μια οιονεί “τεχνική” ανάγνωση. Αυτό θα το αφήσουμε στους πλέον και καθ' ύλην ειδικούς αλλά και στον φιλέρευνο αναγνώστη. Στο δικό μας σύντομο σημείωμα θα αναφερθούμε σε ορισμένα -ελάχιστα θα λέγαμε σε σχέση με τον πλούτο του βιβλίου- σημεία, που θεωρούμε πως πρέπει να βγούν στο προσκήνιο διότι αναδεικνύουν εναργώς τη σκέψη και τη στοχοθεσία του συγγραφέα:
Ο συγγραφέας ανέλαβε ένα ιδιαίτερα δύσκολο εγχείρημα, δοθέντος του γεγονότος ότι ομού με την πατερική σκέψη συμπεριέβαλε στη θεματική του και την αναμέτρηση με τη σκέψη ενός εκ των κορυφαίων ορθοδόξων διανοουμένων: του χαλκέντερου Χρήστου Γιανναρά. Οπωσδήποτε ένα τέτοιο εγχείρημα προϋποθέτει διαρκή και ανεξάντλητη μελέτη και μεγάλο πνευματικό μόχθο. Ο συγγραφέας ανταποκρίθηκε επαρκώς και μας δίδει μια διατριβή συστηματική, γραμμένη με επιμέλεια, ενάργεια και σαφήνεια. Πρόκειται αναντίλεκτα για ένα οιονεί “τεχνούργημα”, για ένα τεχνικό έργο/ανάγνωσμα, το οποίο εντούτοις δεν κουράζει τον αναγνώστη. Φυσικά, αυτό προϋποθέτει ότι ο τελευταίος διαθέτει μια βασική θεολογική σκευή, ειδάλλως θα “χαθεί στη μετάφραση”, κατά το κοινώς λεγόμενον.
Δεν θα προβούμε σε μια οιονεί “τεχνική” ανάγνωση. Αυτό θα το αφήσουμε στους πλέον και καθ' ύλην ειδικούς αλλά και στον φιλέρευνο αναγνώστη. Στο δικό μας σύντομο σημείωμα θα αναφερθούμε σε ορισμένα -ελάχιστα θα λέγαμε σε σχέση με τον πλούτο του βιβλίου- σημεία, που θεωρούμε πως πρέπει να βγούν στο προσκήνιο διότι αναδεικνύουν εναργώς τη σκέψη και τη στοχοθεσία του συγγραφέα:
1.Η σημαντική διαπίστωση πως “τα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος δεν υπάρχουν το καθένα για τον εαυτό του, δε διεκδικούν υπαρκτική αυτονομία” (σελ. 43). Για να ομιλήσει λοιπόν κάποιος θεολογικά για ανθρωπολογία οφείλει να ξεκινήσει από την τριαδολογία. Ο συγγραφέας με σαφήνεια και, θα τολμούσαμε να πούμε, θεολογική εμμένεια αναδεικνύει τις οντολογικές προϋποθέσεις της Δημιουργίας (σελ. 41-54).
2.Η επισήμανση ότι το ex nihilo της Δημιουργίας προϋποθέτει πως πρίν από αυτήν δεν υπήρχε χρόνος, ούτε χώρος (σελ. 59).
3.Η διασύνδεση της Πτώσεως με το ενδεχόμενο της τρεπτότητας της ανθρωπίνης φύσεως ένεκα του αυτεξουσίου (σελ. 65-77).
4.Η ανάδειξη από το συγγραφέα της κεφαλαιώδους διαπίστωσης του Ηλία Παπαγιαννόπουλου πως η Πτώση είναι “ένα εσχατολογικό συμβάν” (σελ. 87)
5.Η σημασία του μύθου και της αφήγησης στη θεολογική/εικονολογική γλώσσα (σελ. 102 κ.ε.). Πολύ σωστά ο συγγραφέας επισημαίνει πως “ό,τι είναι μεταφυσικό είναι συλλογική ανάγκη” (σελ. 102). Μόλις που χρειάζεται στο σημείο αυτό να υπενθυμίσουμε τον ορισμό του μύθου που αποδίδεται στον πατέρα της Υπατίας Θέωνα τον Αλεξανδρέα: “μῦθος ἐστί λόγος ψευδής εἰκονίζων ἀλήθειαν” αλλά και τον πασίγνωστο στίχο του Ανδρέα Κάλβου: “καὶ ὁ μῦθος κρύπτει νοῦν ἀληθείας”. Αλλά παρέλκει, φρονώ, η περαιτέρω ανάλυση, δοθέντος του γεγονότος ότι το συγκεκριμένο ζήτημα μελετάται εξαντλητικά στο βιβλίο.
6.Μια αντινομία: Πώς συμβιβάζεται ο κατά Χ. Γιανναρά οντολογικός χαρακτήρας της Πτώσης (σελ. 114) με την άρνηση ή έστω την άμβλυση των ιστορικών προκειμένων της; Συμβιβάζεται, με άλλα λόγια, η κατάφαση σε μια οιονεί “ανιστορικότητα” με την επένδυση στον οντολογικό χαρακτήρα της Πτώσεως; Η αντινομία, νομίζω, γίνεται παραπάνω από φανερή. Καταφαίνεται λοιπόν από τα ανωτέρω εκτεθέντα για ποιο λόγο είναι προβληματική η εκ μέρους του συγγραφέα υιοθέτηση του όρου “ιστορική εκδοχή” προκειμένου περί της διήγησης της Πτώσεως. Ο χριστιανισμός σε καμία περίπτωση δεν δύναται να είναι ανιστορικός, διότι εν τοιαύτη περιπτώσει κινδυνεύει να απολέσει την εσχατολογική του διάσταση ή για να θυμηθούμε κάπου εδώ τον μέγα δάσκαλο Κώστα Αγόρα την “εσχατολογική εκκρεμότητα” του.
7.Η εκτίμηση ότι “με την πτώση των πρωτοπλάστων παγιώθηκε οριστικά η εγγενής θνητότητα στην κτίση” (σελ. 120). Στη σκέψη του Γιανναρά το κακό είναι “ο τρόπος της κτιστότητας” (σελ. 126). Η θέση αυτή ομολογουμένως είναι sui generis και κάπως προβληματική θα λέγαμε εξ επόψεως θεολογικής, διότι παρεισάγει a priori το κακό στην ανθρώπινη κατάσταση.
8.Η σημαντική τω όντι παρατήρηση ότι η σκέψη του Γιανναρά άνοιξε το δρόμο σε δύο σημαντικά γνωσιολογικά πεδία: α. τον αποφατισμό, ήτοι τη φιλοσοφική αντίληψη ότι η γνώση δεν εξαντλείται στην απλή λεκτική διατύπωση, β. την εικονολογική εκδοχή της γνώσης. Ο συγγραφέας με παρρησία τονίζει πως “όσοι βάλλουν εναντίον του Γιανναρά αποδεικνύονται εκ των υστέρων ότι είναι ευεργετηθέντες από αυτόν” (σελ. 130).
9.Η επισήμανση εκ μέρους του συγγραφέα ότι “για την εκκλησιαστική εμπειρία δεν έχει οντολογική υπόσταση το κακό, έχει όμως οντολογικό περιεχόμενο” (σελ. 161).
10.Ο συγγραφέας επισημαίνει μια σημαντική αντινομία στη σκέψη του Γιανναρά και εύλογα διερωτάται “πώς θα συμβιβαστεί η οντολογία του προσώπου με την εμπειρία του κακού;” (σελ. 167).
11.Ο συγγραφέας συζητά αναλυτικά το ζήτημα του απροϋπόθετου της θείας ενανθρωπήσεως (σελ. 174 κ.ε.), την “μετοχική γνωσιολογία” του Χρήστου Γιανναρά (σελ. 187) και το ζήτημα της δημιουργίας του διαβόλου (σελ. 204).
12.Η εύστοχη διατύπωση εκ μέρους του συγγραφέα ότι ο Χριστός “προσλαμβάνει την ανθρώπινη φύση στην αποτυχία της” (σελ. 215) καθώς και το συμπέρασμα ότι “εάν δεν υπήρχαν οι περιορισμοί της κτιστότητας, δε θα υπήρχε η διαφορά κτιστού και ακτίστου”(αυτόθι).
13.Η παρατήρηση από το συγγραφέα ότι η άμβλυνση της ιστορικότητας της Πτώσης εκ μέρους του Γιανναρά παρεισάγει σειρά προβλημάτων. Δεν είναι μόνον ότι φέρνει στο προσκήνιο το αιώνιο και αναπάντητο πρόβλημα της θεοδικίας ή το δίπολο θεοδικίας και οιονεί “ανθρωποδικίας”, για να θυμηθούμε τον αείμνηστο Ματσούκα. Είναι κυρίως διότι χωρίς ιστορικό πλαίσιο, όπως προαναφέρθηκε, δεν υπάρχει χώρος για την εσχατολογία.
14.Μια (ενδεχομένως αχρείαστη, διότι μπορεί να πρόκειται για παρόραμα) αντίρρηση θεολογικού χαρακτήρα: στη σελίδα 228 του βιβλίου φαίνεται ο συγγραφέας να συγχέει φυσικό και γνωμικό θέλημα. Γράφει επί λέξει: “Η ενεργοποίηση του φυσικού θελήματος του ανθρώπου, δηλαδή η δυνατότητα επιλογής ανάμεσα στο καλό και το κακό” (sic). Θα ήταν φρόνιμο στην επόμενη έκδοση του βιβλίου το “φυσικού θελήματος” να αντικατασταθεί δια του “γνωμικού θελήματος”. Φρονώ πάντως ότι πρόκειται περί παροράματος διότι από τη συνολική μελέτη της διατριβής διαπίστωσα ότι ο συγγραφέας κατέχει το θέμα της διάκρισης φυσικού και γνωμικού θελήματος επαρκώς. Επί παραδείγματι, αν ανατρέξει ο αναγνώστης στην αμέσως επόμενη σελίδα θα διαβάσει τα εξής: “(...) η κακή χρήση του γνωμικού θελήματος και η επιθυμία του ανθρώπου για αποθέωση αποδείχτηκαν θανατηφόρα για το ανθρώπινο είδος” (σελ. 229).
15.Ένα από τα καλύτερα σημεία του βιβλίου είναι η εξής επισήμανση: “Ο τριαδικός Θεός ως άκτιστος δεν κλωνοποίησε τον εαυτό του, όταν δημιούργησε την κτίση” (σελ. 235).
Συνελόντι ειπείν, το βιβλίο του Βασίλη Π. Γούλα συνθέτει γόνιμα την πατερική θεολογία με την πολυπρισματική και ενίοτε ριζοσπαστική σκέψη του Χρήστου Γιανναρά και προβαίνει, όπου χρειάζεται, σε ουσιαστικές κριτικές παρεμβάσεις. Πρόκειται για ένα βιβλίο που αξίζει την προσοχή όχι μόνο των ομοτέχνων του συγγραφέα θεολόγων αλλά και κάθε φίλεργου αναγνώστη.
2.Η επισήμανση ότι το ex nihilo της Δημιουργίας προϋποθέτει πως πρίν από αυτήν δεν υπήρχε χρόνος, ούτε χώρος (σελ. 59).
3.Η διασύνδεση της Πτώσεως με το ενδεχόμενο της τρεπτότητας της ανθρωπίνης φύσεως ένεκα του αυτεξουσίου (σελ. 65-77).
4.Η ανάδειξη από το συγγραφέα της κεφαλαιώδους διαπίστωσης του Ηλία Παπαγιαννόπουλου πως η Πτώση είναι “ένα εσχατολογικό συμβάν” (σελ. 87)
5.Η σημασία του μύθου και της αφήγησης στη θεολογική/εικονολογική γλώσσα (σελ. 102 κ.ε.). Πολύ σωστά ο συγγραφέας επισημαίνει πως “ό,τι είναι μεταφυσικό είναι συλλογική ανάγκη” (σελ. 102). Μόλις που χρειάζεται στο σημείο αυτό να υπενθυμίσουμε τον ορισμό του μύθου που αποδίδεται στον πατέρα της Υπατίας Θέωνα τον Αλεξανδρέα: “μῦθος ἐστί λόγος ψευδής εἰκονίζων ἀλήθειαν” αλλά και τον πασίγνωστο στίχο του Ανδρέα Κάλβου: “καὶ ὁ μῦθος κρύπτει νοῦν ἀληθείας”. Αλλά παρέλκει, φρονώ, η περαιτέρω ανάλυση, δοθέντος του γεγονότος ότι το συγκεκριμένο ζήτημα μελετάται εξαντλητικά στο βιβλίο.
6.Μια αντινομία: Πώς συμβιβάζεται ο κατά Χ. Γιανναρά οντολογικός χαρακτήρας της Πτώσης (σελ. 114) με την άρνηση ή έστω την άμβλυση των ιστορικών προκειμένων της; Συμβιβάζεται, με άλλα λόγια, η κατάφαση σε μια οιονεί “ανιστορικότητα” με την επένδυση στον οντολογικό χαρακτήρα της Πτώσεως; Η αντινομία, νομίζω, γίνεται παραπάνω από φανερή. Καταφαίνεται λοιπόν από τα ανωτέρω εκτεθέντα για ποιο λόγο είναι προβληματική η εκ μέρους του συγγραφέα υιοθέτηση του όρου “ιστορική εκδοχή” προκειμένου περί της διήγησης της Πτώσεως. Ο χριστιανισμός σε καμία περίπτωση δεν δύναται να είναι ανιστορικός, διότι εν τοιαύτη περιπτώσει κινδυνεύει να απολέσει την εσχατολογική του διάσταση ή για να θυμηθούμε κάπου εδώ τον μέγα δάσκαλο Κώστα Αγόρα την “εσχατολογική εκκρεμότητα” του.
7.Η εκτίμηση ότι “με την πτώση των πρωτοπλάστων παγιώθηκε οριστικά η εγγενής θνητότητα στην κτίση” (σελ. 120). Στη σκέψη του Γιανναρά το κακό είναι “ο τρόπος της κτιστότητας” (σελ. 126). Η θέση αυτή ομολογουμένως είναι sui generis και κάπως προβληματική θα λέγαμε εξ επόψεως θεολογικής, διότι παρεισάγει a priori το κακό στην ανθρώπινη κατάσταση.
8.Η σημαντική τω όντι παρατήρηση ότι η σκέψη του Γιανναρά άνοιξε το δρόμο σε δύο σημαντικά γνωσιολογικά πεδία: α. τον αποφατισμό, ήτοι τη φιλοσοφική αντίληψη ότι η γνώση δεν εξαντλείται στην απλή λεκτική διατύπωση, β. την εικονολογική εκδοχή της γνώσης. Ο συγγραφέας με παρρησία τονίζει πως “όσοι βάλλουν εναντίον του Γιανναρά αποδεικνύονται εκ των υστέρων ότι είναι ευεργετηθέντες από αυτόν” (σελ. 130).
9.Η επισήμανση εκ μέρους του συγγραφέα ότι “για την εκκλησιαστική εμπειρία δεν έχει οντολογική υπόσταση το κακό, έχει όμως οντολογικό περιεχόμενο” (σελ. 161).
10.Ο συγγραφέας επισημαίνει μια σημαντική αντινομία στη σκέψη του Γιανναρά και εύλογα διερωτάται “πώς θα συμβιβαστεί η οντολογία του προσώπου με την εμπειρία του κακού;” (σελ. 167).
11.Ο συγγραφέας συζητά αναλυτικά το ζήτημα του απροϋπόθετου της θείας ενανθρωπήσεως (σελ. 174 κ.ε.), την “μετοχική γνωσιολογία” του Χρήστου Γιανναρά (σελ. 187) και το ζήτημα της δημιουργίας του διαβόλου (σελ. 204).
12.Η εύστοχη διατύπωση εκ μέρους του συγγραφέα ότι ο Χριστός “προσλαμβάνει την ανθρώπινη φύση στην αποτυχία της” (σελ. 215) καθώς και το συμπέρασμα ότι “εάν δεν υπήρχαν οι περιορισμοί της κτιστότητας, δε θα υπήρχε η διαφορά κτιστού και ακτίστου”(αυτόθι).
13.Η παρατήρηση από το συγγραφέα ότι η άμβλυνση της ιστορικότητας της Πτώσης εκ μέρους του Γιανναρά παρεισάγει σειρά προβλημάτων. Δεν είναι μόνον ότι φέρνει στο προσκήνιο το αιώνιο και αναπάντητο πρόβλημα της θεοδικίας ή το δίπολο θεοδικίας και οιονεί “ανθρωποδικίας”, για να θυμηθούμε τον αείμνηστο Ματσούκα. Είναι κυρίως διότι χωρίς ιστορικό πλαίσιο, όπως προαναφέρθηκε, δεν υπάρχει χώρος για την εσχατολογία.
14.Μια (ενδεχομένως αχρείαστη, διότι μπορεί να πρόκειται για παρόραμα) αντίρρηση θεολογικού χαρακτήρα: στη σελίδα 228 του βιβλίου φαίνεται ο συγγραφέας να συγχέει φυσικό και γνωμικό θέλημα. Γράφει επί λέξει: “Η ενεργοποίηση του φυσικού θελήματος του ανθρώπου, δηλαδή η δυνατότητα επιλογής ανάμεσα στο καλό και το κακό” (sic). Θα ήταν φρόνιμο στην επόμενη έκδοση του βιβλίου το “φυσικού θελήματος” να αντικατασταθεί δια του “γνωμικού θελήματος”. Φρονώ πάντως ότι πρόκειται περί παροράματος διότι από τη συνολική μελέτη της διατριβής διαπίστωσα ότι ο συγγραφέας κατέχει το θέμα της διάκρισης φυσικού και γνωμικού θελήματος επαρκώς. Επί παραδείγματι, αν ανατρέξει ο αναγνώστης στην αμέσως επόμενη σελίδα θα διαβάσει τα εξής: “(...) η κακή χρήση του γνωμικού θελήματος και η επιθυμία του ανθρώπου για αποθέωση αποδείχτηκαν θανατηφόρα για το ανθρώπινο είδος” (σελ. 229).
15.Ένα από τα καλύτερα σημεία του βιβλίου είναι η εξής επισήμανση: “Ο τριαδικός Θεός ως άκτιστος δεν κλωνοποίησε τον εαυτό του, όταν δημιούργησε την κτίση” (σελ. 235).
Συνελόντι ειπείν, το βιβλίο του Βασίλη Π. Γούλα συνθέτει γόνιμα την πατερική θεολογία με την πολυπρισματική και ενίοτε ριζοσπαστική σκέψη του Χρήστου Γιανναρά και προβαίνει, όπου χρειάζεται, σε ουσιαστικές κριτικές παρεμβάσεις. Πρόκειται για ένα βιβλίο που αξίζει την προσοχή όχι μόνο των ομοτέχνων του συγγραφέα θεολόγων αλλά και κάθε φίλεργου αναγνώστη.
Απείρανθος Νάξου, 11-12 Αυγούστου 2026
ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΑΝΕΚΔΟΤΟ. Ο ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΛΑΥΣΗ ΤΟΥ ΑΝΤΙΦΩΝΟΥ.
Η ΠΝΟΗ ΖΩΗΣ ΠΟΥ ΔΟΘΗΚΕ ΣΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΚ ΤΟΥ ΜΗΔΕΝΟΣ. ΜΟΝΟ Ο ΠΗΛΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΚ ΤΟΥ ΜΗΔΕΝΟΣ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΠΝΟΗ ΕΚΜΗΔΕΝΙΣΕ Ο ΠΟΝΗΡΟΣ ΓΕΝΝΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΔΙΑΣΗΜΗ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΗ ΤΑΥΤΙΣΗ ΚΤΙΣΤΟΥ ΚΑΙ ΑΚΤΙΣΤΟΥ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ.
ΤΟ ΑΕΙΠΑΡΘΕΝΟ ΣΑΣ ΜΑΡΑΝΕ. ΞΕΧΑΣΑΤΕ ΟΛΟΙ ΣΑΣ ΤΟ ΒΙΒΛΙΑΡΑΚΙ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ ΣΤΟ ΟΠΟΙΟ ΠΡΙΝ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΚΑΤΑΡΓΕΙ ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ. ΣΤΟ ΤΡΑΓΙΚΟ ΚΕΝΟ ΠΟΥ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΕ ΑΠ ΤΗΝ ΑΝΑΓΚΗ ΝΕΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ ΕΚΤΟΣ ΤΟΥ ΑΓΟΥΡΙΔΗ ΣΤΡΙΜΩΧΝΕΤΑΙ ΚΑΙ Ο ΕΚΛΕΚΤΟΣ Β. ΓΟΥΛΑΣ.
(Αγ. Γρηγόριος Παλαμάς)
"Θέλεις να αγαπάσαι από όλους, να αξιώνεσαι συγγνώμης και θεωρείς βαρύ και ανυπόφορον το να κατακρίνεσαι και μάλιστα ενώ έπταισες και λίγο; Αγάπα τότε και συ τους πάντες, να είσαι συγχωρητικός, άπεχε από την κατάκρισι, βλέποντας κάθε άνθρωπον σαν τον εαυτόν σου και έτσι να αποφασίζης και να ενεργής, με αυτήν την διάθεσι. «Τούτο γαρ έστι το θέλημα του Θεού» λέγει ο κορυφαίος των Αποστόλων Πέτρος, «αγαθοποιούντας φιμούν (να φιμώνουμε) την των αφρόνων ανθρώπων αγνωσίαν», εκείνων δηλαδή που μας εχθρεύονται ματαίως και δεν θέλουν να δώσουν σε άλλους εκείνα που επιθυμούν αυτοί να λαμβάνουν από άλλους.
Πράγματι πως δεν είναι άφρων όποιος, ενώ ανήκουμε όλοι στην ιδία φύσιν αυτός δεν αντιμετωπίζει το θέμα με τον ίδιον τρόπον, ούτε αποδίδει την ιδίαν κρίσι, μολονότι ενυπάρχουν σ΄ εμάς φυσικώς και η κρίσις αυτή και η θέλησις; Διότι στο να θέλωμε να αγαπώμεθα και να ευεργετούμεθα από όλους, όπως και από τον εαυτόν μας, είμεθα όλοι αυτοκίνητοι. Επομένως και το να θέλωμε να αγαθοποιούμε και να έχωμε καλήν διάθεσι προς όλους, όπως και προς τους εαυτούς μας, είναι έμφυτο σ΄ εμάς, επειδή όλοι έχουμε γίνει κατ΄ εικόνα του αγαθού.
Πράγματι πως δεν είναι άφρων όποιος, ενώ ανήκουμε όλοι στην ιδία φύσιν αυτός δεν αντιμετωπίζει το θέμα με τον ίδιον τρόπον, ούτε αποδίδει την ιδίαν κρίσι, μολονότι ενυπάρχουν σ΄ εμάς φυσικώς και η κρίσις αυτή και η θέλησις; Διότι στο να θέλωμε να αγαπώμεθα και να ευεργετούμεθα από όλους, όπως και από τον εαυτόν μας, είμεθα όλοι αυτοκίνητοι. Επομένως και το να θέλωμε να αγαθοποιούμε και να έχωμε καλήν διάθεσι προς όλους, όπως και προς τους εαυτούς μας, είναι έμφυτο σ΄ εμάς, επειδή όλοι έχουμε γίνει κατ΄ εικόνα του αγαθού.
Αλλά όταν εισήλθε μέσα μας και επληθύνθη η αμαρτία, την μεν προς τον εαυτόν μας αγάπη δεν την έσβεσε, αφού σε τίποτε δεν της εναντιώνεται, ενώ την προς αλλήλους αγάπην, ως κορυφήν των αρετών την κατέψυξε, την ηλλοίωσε και την αχρήστευσεν. Όθεν αυτός που ανακαινίζει την φύσι μας και την ανακαλεί προς την χάριν της εικόνος της, δίδοντας τους ιδικούς του νόμους κατά το προφητικόν, στις καρδίες μας, λέγει «καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως» και «ει αγαπάτε τους αγαπώντας υμάς, ποία υμίν χάρις εστί; και γαρ οι αμαρτωλοί τούτο ποιούσι· και εάν δανείζητε παρ΄ ων ελπίζετε απολαβείν, ποία υμίν χάρις εστί; Και γαρ αμαρτωλοί αμαρτωλοίς δανείζουσιν, ίνα απολάβωσι τα ίσα»."
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου