Συνέχεια από Παρασκευή 7. Αυγούστου 2026
ΠΕΡΙ ΑΡΧΩΝ 9
Ωριγένης
Επιμέλεια: Manlio Simonetti
Unione Tipografico-Editrice Torinese
III. ΤΑ ΚΥΡΙΑ ΔΟΓΜΑΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ
2. Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ (συνέχεια)
Η κατάσταση των ουράνιων κτισμάτων
Αναφερόμενοι στους διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους τα λογικά κτίσματα έκαναν χρήση της ελευθερίας που τους παραχώρησε ο Θεός, είπαμε ότι ορισμένα από αυτά (= οι άγγελοι) προόδευσαν στο αγαθό σε σχέση με την αρχική κατάσταση στην οποία τα είχε δημιουργήσει ο Θεός· έτσι διαβάζουμε σε διάφορα χωρία της μεταφράσεως του Ρουφίνου. Από την άλλη πλευρά, αυτή δεν είναι η συνηθέστερη ερμηνεία που δίνουν οι σύγχρονοι μελετητές στη διδασκαλία του Ωριγένη (De Faye, Daniélou, Jonas, Cornelis, Nemeshegy κ.ά.): πράγματι, σύμφωνα με αυτούς, ο Ωριγένης θα είχε υποστηρίξει ότι όλα τα λογικά κτίσματα, με μοναδική εξαίρεση την ψυχή του Χριστού, είχαν απομακρυνθεί, άλλα περισσότερο και άλλα λιγότερο, από τον Θεό· ακόμη και εκείνα που επρόκειτο να γίνουν άγγελοι, αρχάγγελοι, Κυριότητες κ.λπ., μολονότι σε πολύ μικρότερο βαθμό από τα άλλα (ανθρώπους και δαίμονες), ώστε να διατηρήσουν σε σχέση με αυτά μια προνομιακή θέση.
Από αυτό συνάγεται ότι όλα τα χωρία στα οποία η λατινική μετάφραση μιλά για πρόοδο των αγγέλων στην αγάπη και στη μίμηση του Θεού πρέπει να θεωρηθούν παρεμβολές του Ρουφίνου ή, εν πάση περιπτώσει, πρέπει να ερμηνευθούν ως αναφερόμενα απλώς σε μια πτώση μικρότερων διαστάσεων. Αυτή η ερμηνεία της ωριγενικής σκέψεως στηρίζεται σε ορισμένα χωρία του Περὶ Ἀρχῶν και φαίνεται να βρίσκει στήριγμα στο θεμελιώδες αξίωμα σύμφωνα με το οποίο, στο τέλος του κόσμου, θα αποκαθίστατο στα λογικά κτίσματα η αρχική κατάσταση της τελειότητας· πράγματι, το αξίωμα αυτό φαίνεται ασυμβίβαστο με την ιδέα μιας προόδου των αγγέλων στο αγαθό σε σχέση με την αρχική τους κατάσταση και οδηγεί μάλλον στη σκέψη μιας γενικής απομακρύνσεως από τον Θεό, την οποία ακολούθησε μια βαθμιαία διαδικασία επανεντάξεως στην κατάσταση της αρχικής τελειότητας.
Ωστόσο, είναι σκόπιμο να μην πιέσουμε υπερβολικά τη σημασία αυτού του αξιώματος, το οποίο ίσως πρέπει να νοηθεί απλώς υπό την έννοια ότι στο τέλος όλα τα κτίσματα θα είναι απαλλαγμένα από το κακό, όπως ήταν και στην αρχή 22. Βλ. σχετικά III, 6, 1, όπου ο Ωριγένης, με βάση το Γεν. 1, 26–27, υποστηρίζει ότι ο άνθρωπος —ο οποίος εδώ προβάλλεται ως σύμβολο όλων των λογικών κτισμάτων— δημιουργήθηκε μόνο κατ’ εικόνα Θεού και όχι καθ’ ομοίωσιν, επειδή προοριζόταν να φθάσει σε αυτό το υψηλότερο επίπεδο τελειότητας μόνον στο τέλος, χάρη στη δική του προσωπική προσπάθεια (βλ. τη σημείωση ad loc.). Από εδώ προκύπτει η ιδέα μιας προόδου σε σχέση με την αρχική κατάσταση και, συνεπώς, η δυνατότητα να κατανοηθεί το αξίωμα ότι το τέλος είναι ίσο με την αρχή με τη σχετική έννοια που αναφέρθηκε παραπάνω, η οποία δεν αποκλείει την επιστροφή στην αρχική κατάσταση καθαρότητας πραγματοποιημένη σε επίπεδο ανώτερο από το αρχικό.
Με άλλα λόγια, ο Ωριγένης δεν θεωρεί τη δημιουργία στατικά, ως μια πράξη ολοκληρωμένη καθ’ εαυτήν, αλλά μόνο ως την αρχή μιας διαδικασίας, η οποία ξεκινά από τη θέληση και την πρωτοβουλία του Θεού και αναπτύσσεται βαθμιαία μέσω της συνεργασίας του κτίσματος, το οποίο οφείλει ελεύθερα να οικειοποιηθεί το αγαθό με το οποίο ο Θεός το είχε προικίσει κατά τη δημιουργία του (II, 9, 2), πραγματοποιώντας το ως δικό του αγαθό· η ολοκλήρωση αυτής της διαδικασίας (= η πρόοδος) θα επιτευχθεί μόνο στο τέλος του κόσμου 23.
Αφού εξετάσαμε αυτό το προκαταρκτικό ζήτημα, ας περάσουμε τώρα στα χωρία που προβάλλονται προς υποστήριξη της θέσεως περί καθολικότητας της πτώσεως των λογικών κτισμάτων στον Ωριγένη. Το σημαντικότερο είναι ένα ελληνικό απόσπασμα που ο Koetschau ενέταξε στο I, 8, 1, στο οποίο γίνεται σαφώς λόγος για εξέγερση όλων των ουράνιων δυνάμεων εναντίον του Θεού και για αγγελική κατάσταση που προέρχεται από αμάρτημα όχι ιδιαίτερα σοβαρό. Πρόκειται όμως για χωρίο προερχόμενο από το De sectis του Ψευδο-Λεοντίου (PG LXXXVI, 1265), δηλαδή από μια ύστερη συλλογή και κάθε άλλο παρά από πηγή πρώτου χεριού, τουλάχιστον όσον αφορά τις πληροφορίες για τον Ωριγένη· επιπλέον, το χωρίο, το οποίο ο Koetschau ενέταξε αυθαίρετα στο κείμενο (βλ. τη σημείωση ad loc.), δεν παρουσιάζεται καθόλου ως κατά λέξη παράθεση. Δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να επαναλαμβάνει μια κατηγορία που είχε ήδη διατυπώσει κατά του Ωριγένη ο Θεόφιλος (apud [Hier] ep. 92, 2), δηλαδή μια πηγή ιδιαίτερα εχθρική και κακόπιστη. Προκαλεί επομένως έκπληξη το γεγονός ότι τόσοι σύγχρονοι μελετητές χρησιμοποιούν αυτό το χωρίο σαν να επρόκειτο για αυθεντικό κείμενο του Περὶ Ἀρχῶν 24.
Αν παραμερίσουμε αυτό το χωρίο, απομένουν τρία. Το πρώτο βρίσκεται στο I, 6, 2, όπου η μετάφραση του Ρουφίνου εμφανίζεται κάπως εκτενέστερη σε σχέση με το ελληνικό κείμενο που μας παραδίδει ο Ιουστινιανός και διατυπώνεται κατά τρόπο που αποκλείει την καθολικότητα της αμαρτίας των λογικών κτισμάτων. Αλλά ακόμη κι αν δεχθούμε ότι ο Ρουφίνος έκανε παρεμβολή, και όχι ότι ο Έλληνας excerptor συντόμευσε το κείμενο, εάν εντάξουμε το χωρίο σε ένα ευρύτερο συμφραζόμενο, εξαφανίζεται κάθε δυνατότητα να συναγάγουμε από αυτό αμαρτία των αγγελικών ιεραρχιών· βλ. τη σημείωση ad loc.
Το άλλο βρίσκεται στο II, 6, 3, όπου λέγεται ότι, από όλα τα λογικά κτίσματα, μόνο ένα (= η ψυχή του Χριστού) προσκολλήθηκε στον Λόγο κατά τρόπο αδιάπτωτο· αυτό όμως δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να έχουν προσκολληθεί στον Λόγο και άλλα κτίσματα, έστω με μικρότερη ένταση. Πράγματι, γίνεται λόγος για ardentior amor ορισμένων, τον οποίο θα ήταν αυθαίρετο να θεωρήσουμε απλώς ως μικρότερη απομάκρυνση σε σχέση με άλλα. Και το γεγονός ότι η ψυχή του Χριστού χαρακτηρίζεται ως η μόνη, ανάμεσα σε όλες τις ψυχές, η οποία puram et germanam similitudinem signi in se prioris expressit, δεν μας λέει τίποτε σχετικά με την αμαρτία των αγγέλων, διότι δεν υπάρχει αμφιβολία ότι όλα τα κτίσματα που ενσωματώθηκαν ως ψυχές σε ανθρώπινα σώματα θεωρήθηκαν από τον Ωριγένη, σε σύγκριση με τους αγγέλους, ως αμαρτωλά (βλ. II, 8, 3) 25.
Τέλος, στο II, 9, 2 ο Ωριγένης παρατηρεί, σε γενικό επίπεδο, ότι ο Θεός έδωσε την ελεύθερη βούληση στα κτίσματα που δημιούργησε, ώστε αυτά να οικειοποιηθούν εκουσίως το αγαθό που τους είχε χαρισθεί κατά τη δημιουργία. Εκείνα όμως δεν κατόρθωσαν να διατηρήσουν άθικτο αυτό το αγαθό και απομακρύνθηκαν από αυτό, άλλα περισσότερο και άλλα λιγότερο. Από όλα τα χωρία που παρατέθηκαν, αυτό είναι το μοναδικό που μπορεί πράγματι να προβληθεί προς υποστήριξη της θέσεως περί αμαρτίας των αγγέλων· διότι εδώ ο Ωριγένης δεν φαίνεται να κάνει καμία εξαίρεση 26.
Ωστόσο, σε αντιπαράθεση με αυτό το χωρίο υπάρχουν πολλά άλλα στα οποία γίνεται λόγος για πρόοδο των αγγέλων στη μίμηση και στην αγάπη του Θεού, καθώς και για αξιομισθίες που απέκτησαν εξαιτίας αυτής της προόδου· βλ. I, 6, 2· I, 8, 1. 4· I, 5, 3. 5· II, 9, 6. Το να υποθέσει κανείς συστηματικές παρεμβολές του Ρουφίνου είναι υπεραπλουστευτικό 27, και ακόμη περισσότερο το να επιχειρήσει να ερμηνεύσει αυτά τα χωρία με περιοριστικό τρόπο: πρόοδος = μικρότερη ενοχή. Ιδίως στο II, 9, 6, δεδομένου του συμφραζομένου, δύσκολα μπορεί να αποδυναμωθεί το βάρος της επιχειρηματολογίας που παρουσιάζει το λατινικό κείμενο.
Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα, όμως, είναι μια διατύπωση στο IV, 2, 7, για την οποία διαθέτουμε το ελληνικό κείμενο (Philocalia): μιλώντας για το σύνολο των λογικών κτισμάτων (λογικοί), ο Ωριγένης τα διακρίνει σε θειότεροι και σε ἐκπεπτωκότες τῆς μακαριότητος, από όπου συνάγεται ότι μόνον τα δεύτερα εξέπεσαν από την αρχική κατάσταση, σε αντίθεση με τα πρώτα.
Μπορούμε ακόμη να προσθέσουμε ότι σε άλλο έργο, σε μια παρεμπίπτουσα παρατήρηση, ο Ωριγένης μιλά για κτίσματα τα οποία, προικισμένα με ελεύθερη βούληση, είτε ανήλθαν ad bonorum summitatem είτε κατήλθαν in malitiae profundum (Ho. Ez., 1, 3· μετάφραση του Ιερωνύμου). Και ο ίδιος ο Ιερώνυμος μεταφράζει ως εξής το τελικό χωρίο του I, 5, 5 του Περὶ Ἀρχῶν: «... θεωρούμε ότι ορισμένοι, με ελεύθερη επιλογή, βρίσκονται στον αριθμό των αγίων και στην υπηρεσία του Θεού, ενώ άλλοι, εξαιτίας δικής τους υπαιτιότητας, εξέπεσαν από την αγιότητα σε τόσο μεγάλη αμέλεια, ώστε να μεταβληθούν ακόμη και σε αντίθετες δυνάμεις», επιβεβαιώνοντας έτσι ότι, κατά τον Ωριγένη, ορισμένα κτίσματα (= οι αγγελικές ιεραρχίες) είχαν κατορθώσει να διατηρηθούν απρόσβλητα από την αμαρτία. Βλ. επίσης III, 6, 3.
Συμπερασματικά, χωρίς να θέλουμε να πιέσουμε υπερβολικά το γεγονός ότι οι μαρτυρίες που παρουσιάζουν την κατάσταση των αγγέλων ως προερχόμενη από αξιομισθίες είναι πολύ περισσότερες από εκείνες που την αποδίδουν σε μικρότερη ενοχή και πολύ σαφέστερες, μπορούμε να πούμε ότι ο Ωριγένης άλλοτε φαίνεται να συλλαμβάνει τον κόσμο πλατωνικά, ή μάλλον γνωστικά, ως προερχόμενο από μια αρχέγονη και καθολική αμαρτία, ενώ άλλοτε, πιο κοντά στη χριστιανική παράδοση, τον βλέπει ως αποτελούμενο και από κτίσματα που είχαν κατορθώσει να παραμείνουν αντάξια της πράξεως αγάπης με την οποία ο Θεός τα είχε δημιουργήσει στη ζωή.
Ο Ωριγένης, more Graecorum, θεωρεί τα άστρα ως έμψυχα και νοήμονα κτίσματα· και, σύμφωνα με τη γενικότερη κοσμολογική του αντίληψη, τα θεωρεί ενσωματωμένα σε φωτεινά και λαμπρά σώματα, στα οποία τοποθετήθηκαν ως συνέπεια της αρχικής τους συμπεριφοράς: I, 7, 4–5. Ο Ωριγένης παρουσιάζει αυτή την ενσωμάτωση των κτισμάτων στα άστρα ως υποταγή στη ματαιότητα (Ρωμ. 8, 20), παρά τη θέλησή τους, από την οποία τα κτίσματα ποθούν να απελευθερωθούν: I, 7, 5· II, 8, 3· II, 9, 7· III, 5, 4· και αυτό οδηγεί στη σκέψη μιας καταστάσεως που προήλθε από αμαρτία, έστω και όχι βαριά.
Από την άλλη πλευρά, ο Ωριγένης φθάνει αλλού στο σημείο να μιλά για τα άστρα ως για κτίσματα θεῖαι (βλ. σημ. στο I, 7, 2)· και αντιστρόφως, όταν συσχετίζει το Ρωμ. 8, 20 με την ενσωμάτωση και την κάθοδο των λογικών κτισμάτων στον κόσμο, δεν κάνει ποτέ ρητή αναφορά σε κάποια ενοχή τους· μάλιστα στο II, 9, 7 μιλά για αξιομισθίες των άστρων. Παραμένει επομένως κάποια αβεβαιότητα.
Σχετικά με αυτό, δεν πρέπει να παραβλέψουμε ότι ο Ωριγένης εφαρμόζει το Ρωμ. 8, 20 και σε εκείνα τα λογικά κτίσματα που κατήλθαν στη γη ενσωματωμένα σε ανθρώπινα σώματα όχι εξαιτίας δικής τους ενοχής, αλλά για να βοηθήσουν τα αμαρτωλά κτίσματα στο έργο της καθάρσεως: III, 5, 4· IV, 3, 12· II, 9, 7 28. Το γεγονός ότι υποτάσσονται στη ματαιότητα παρά τη θέλησή τους δεν σημαίνει επομένως ενοχή, αλλά απλώς ένα αίσθημα αντιξοότητας που προκύπτει από την απομάκρυνση από τον Θεό, προκειμένου να έρθουν σε επαφή με τον επίγειο κόσμο.
Δεδομένου ότι στο III, 5, 4 οι άγγελοι και τα άστρα συνδέονται μεταξύ τους σε αυτό το λειτούργημα, και στο II, 9, 7 γίνεται λόγος για την κατάσταση των άστρων ως προερχόμενη από τις αξιομισθίες τους και καθορισμένη εξαιτίας της υπηρεσίας που οφείλουν να προσφέρουν στον κόσμο, δεν είναι αυθαίρετο να υποθέσουμε ότι ο Ωριγένης εξομοίωνε τα άστρα με τους αγγέλους, θεωρώντας τα όχι ως αμαρτωλά κτίσματα, αλλά ως κτίσματα που υποτάχθηκαν σε σώματα προκειμένου να βοηθήσουν τους ανθρώπους.
Το σώμα των λογικών κτισμάτων.
Σημειώσεις:
22 Βλ. το immaculatae permanent του I, 5, 5.
23 Αυτή η εναρμόνιση των διαφόρων δεδομένων του Ωριγένη σχετικά με το ζήτημα δεν αποκλείει το ενδεχόμενο ο Ωριγένης να ταλαντεύθηκε κάποτε προς την περισσότερο χαρακτηριστικά ελληνική αντίληψη της απλής και πλήρους επιστροφής του συνόλου των λογικών κτισμάτων στην αρχική τους κατάσταση. Εδώ όμως μας αρκεί να επισημάνουμε την παρουσία σε αυτόν και της αντιλήψεως μιας βαθμιαίας προόδου από την αρχή έως το τέλος· πρόκειται άλλωστε για παραδοσιακή αντίληψη στο αλεξανδρινό περιβάλλον· βλ. τη σημείωση στο III, 6, 1.
24 Η ίδια παρατήρηση πρέπει να γίνει και σχετικά με το Anat. II του 553, το οποίο ο Koetschau ενέταξε με εμπιστοσύνη για να καλύψει μια υποτιθέμενη lacuna στο II, 8, 3, όπου γίνεται λόγος για πτώση των Χερουβείμ, Θρόνων, αγγέλων κ.λπ.· γνωρίζουμε πράγματι ότι αυτά τα αναθέματα δεν στρέφονται άμεσα κατά του Ωριγένη, αλλά κατά του ωριγενισμού του 6ου αιώνα· βλ. κεφ. I της παρούσας Εισαγωγής. Για την υποτιθέμενη lacuna βλ. τη σημείωση ad loc.
25 Για την άλλη εξαίρεση, την οποία αποτελούν τα λογικά κτίσματα που ενσωματώθηκαν σε ανθρώπινα σώματα όχι εξαιτίας ενοχής, αλλά για να προσφέρουν βοήθεια στα αμαρτωλά κτίσματα, βλ. παρακάτω. Για τη λεπτομερή εξέταση αυτού και των άλλων χωρίων που αφορούν το συγκεκριμένο πρόβλημα, βλ. επίσης όσα παρατήρησα στο «Riv. Cult. Class. e Med.», 1962, σ. 180 κ.ε.
26 Ακριβώς όμως αυτός ο απόλυτος χαρακτήρας μπορεί να αποτελεί το αδύνατο σημείο αυτού του χωρίου· γνωρίζουμε πράγματι ότι τουλάχιστον η ψυχή του Χριστού δεν είχε αμαρτήσει. Πρέπει να σημειωθεί ότι εδώ ο Ωριγένης φαίνεται να ενδιαφέρεται όχι τόσο για να υπογραμμίσει την καθολικότητα της αμαρτίας όσο για τη φύση της, υπό το φως της πλατωνικής αντιλήψεως σύμφωνα με την οποία το κακό είναι στέρηση του αγαθού.
27 Πρέπει να σημειωθεί, προς αυτή την κατεύθυνση, ότι ακριβώς στον Ρουφίνο οφείλουμε το χωρίο II, 9, 2, το οποίο είναι το σημαντικότερο ως προς την παρουσίαση της πτώσεως των λογικών κτισμάτων ως καθολικής.
28 Βλ. επίσης Ho. Ez., 1, 1 και HIER., In Eph., I, PL XXVI, 477, χωρία ασφαλώς ωριγενικής προελεύσεως. Για την αγγελική φύση αυτών των κτισμάτων βλ. τη σημείωση στο II, 9, 7.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου