Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ο μεγάλης Βουλής Άγγελος και η ελευθερία του Τριαδικού Θεού στον αΐδιο τρόπο ύπαρξής Του - Τομάζος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ο μεγάλης Βουλής Άγγελος και η ελευθερία του Τριαδικού Θεού στον αΐδιο τρόπο ύπαρξής Του - Τομάζος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 24 Ιουνίου 2025

Ο μεγάλης Βουλής Άγγελος και η ελευθερία του Τριαδικού Θεού στον αΐδιο τρόπο ύπαρξής Του - Παντελεήμων Τομάζος (4)

 Συνέχεια από:  Σάββατο 21 Ιουνίου 2025

ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΣΧΟΛΗ

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ-ΤΟΜΕΑΣ ΣΥΣΤΗΜΑΤΙΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ
ΓΝΩΣΤΙΚΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΕΙΔΙΚΕΥΣΗΣ: ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ

ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΣ Α. ΤΟΜΑΖΟΥ 
Ο μεγάλης Βουλής Άγγελος και η ελευθερία του Τριαδικού Θεού στον αΐδιο τρόπο ύπαρξής Του

Επιβλέπων Καθηγητής: κ. Νικόλαος Ρ. Ξιώνης
Τριμελής Εξεταστική Επιτροπή: 1) καθ. Νικόλαος Ρ. Ξιώνης, 2) καθ. Μαρίνα Κολοβοπούλου, 3) καθ. Σταύρος Γιαγκάζογλου
ΑΘΗΝΑ 2020
ΕΙΣΑΓΩΓΗ

1) Το ομοούσιο της Αγίας Τριάδας (3η συνέχεια)

Οι Αρειανοί και οι Ευνομιανοί, λοιπόν, υποστηρίζουν ακράδαντα πως τα υποστατικά ιδιώματα δηλώνουν τη διαφορετική ουσία των υποστάσεων ή των προσώπων της Αγίας Τριάδος, πράγμα που σημαίνει ότι το αγέννητον δηλώνει την αγένητη, δηλαδή την άκτιστη, ουσία του Πατρός, το γεννητόν τη γενητή, δηλαδή την κτιστή, ουσία του Υιού και το εκπορευτόν την εκπορευτή, δηλαδή την κτιστή, ουσία του Αγίου Πνεύματος26. Εάν όμως το αγέννητον χαρακτηρίζει και αποκαλύπτει την ίδια τη θεία ουσία του Πατρός, όπως υποστηρίζει ο αιρεσιάρχης Ευνόμιος, τότε ή θα πρέπει να γίνει αποδεκτό ότι το αγέννητον ανήκει και στον Υιό, ώστε να μη διασπαστεί το ομοούσιο, πράγμα το οποίο δεν υφίσταται λόγω του γεγονότος ότι το αγέννητον είναι αμεταβίβαστο και ακοινώνητο προσωπικό ιδίωμα της υποστάσεως του Πατρός και όχι ιδίωμα της θείας ουσίας, ή θα πρέπει να γίνει αποδεκτό το γεγονός ότι το γεννητόν δηλώνει και φανερώνει την ίδια την ουσία του Υιού, η οποία διαφοροποιείται σαφώς από την αγέννητη ουσία του Πατρός. Και τούτο διότι εάν το γεννητόν ήταν και αυτό ουσία, δεν θα μπορούσε να ήταν ίδιο με την ουσία του αγεννήτου, αλλιώς θα έπρεπε αναγκαστικά να ταυτιστεί με το αγέννητο και τοιουτοτρόπως θα γινόταν αποδεκτή η άποψη της συνθέσεως των αντιθέτων εντός της ακτίστου θείας πραγματικότητας. Το γεννητόν, το οποίο δηλώνει την κτιστή ουσία του Υιού, σύμφωνα με τον αιρεσιάρχη Ευνόμιο, είναι κατώτερο του αγεννήτου, διότι είναι αιτιατό και μη άναρχο27. Μόνο το αγέννητον είναι το αναίτιο αιτιώδες αίτιο των κατωτέρων ουσιών του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Σύμφωνα με τις προαναφερθείσες αιρετικές προϋποθέσεις, εξάγεται το συμπέρασμα πως ο Υιός είναι όν κατώτερης και υποδεέστερης ουσίας, εντελώς ανόμοιας και ετερούσιας από αυτήν του Πατρός, δηλαδή κτιστής φύσεως. Προκειμένου δε να μετριάσουν τις αντιδράσεις των ορθοδόξων, οι υποστηρικτές της ανωτέρας κακοδοξίας αποδέχονταν ότι η προσηγορία «Θεός» μπορούσε να αποδοθεί και στον Υιό, με τη διαφορά ότι θα έπρεπε να αποδοθεί καταχρηστικά και όχι κυριολεκτικά. Με άλλα λόγια, οι ανόμοιοι χαρακτηρίζουν και αποκαλούν τον Υιό «Θεό» μόνο κατ’ όνομα και κατά την προσφώνηση και όχι Θεό κατ’ ουσίαν28. Εν ολίγοις, ο Υιός, σύμφωνα με τον αιρεσιάρχη Ευνόμιο, δεν είναι «φύσει» Θεός, αλλά «θέσει» θεός, καθώς μόνον ο αγέννητος Πατήρ είναι κατά φύσιν Θεός. Εφόσον, λοιπόν, ο Υιός δεν είναι φύσει Θεός, θα πρέπει, σύμφωνα με τον αιρεσιάρχη Ευνόμιο, να τιμάται πολύ λιγότερο από την πρώτη ουσία, δηλαδή αυτή του αγεννήτου-αγενήτου, όπως επίσης και η τρίτη ουσία, αυτή του Αγίου Πνεύματος, θα πρέπει να τιμάται πολύ λιγότερο από την πρώτη και τη δεύτερη ουσία. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο Ευνόμιος θεωρεί τον Υιό ως αποτέλεσμα της κτιστής ενέργειας της ανωτάτης και κυριωτάτης ουσίας του Πατρός29, όπως επίσης θεωρεί και το Άγιο Πνεύμα ως κτίσμα της κτιστής ενέργειας του Υιού. Τέλος, το Άγιο Πνεύμα, σύμφωνα με την ανωτέρω παρατεθείσα συλλογιστική, διά μέσου των μυριάδων κτιστών ενεργειών του κτίζει τον κόσμο και τα υπόλοιπα κτίσματα30. Για τον Ευνόμιο, ο Υιός δεν είναι ένα απλό ενέργημα ή κτίσμα της βουλήσεως του Πατρός, αλλά είναι έργο της ενέργειας που ακολουθεί την πρώτη ουσία31. Έτσι, προχωρεί ακόμη πιο πέρα στην κακοδοξία από τους λοιπούς μοναρχιανιστές, καθώς ο Παύλος ο Σαμοσατεύς θεωρούσε τουλάχιστον το Λόγο του Θεού ως την ανυπόστατη άκτιστη λογική δύναμη και ενέργεια του Θεού Πατρός, η οποία διαφοροποιείται κατά την ουσία από τον κτιστό υιό, ο οποίος είναι αποτέλεσμα της βουλήσεως του ανυπόστατου ακτίστου Λόγου του Θεού32. Σε αντίθεση με τους λοιπούς τροπικούς και δυναμικούς μοναρχιανιστές, ο Ευνόμιος θεωρούσε τον Υιό ως έργο της κτιστής ενέργειας, η οποία έπεται (ακολουθεί) της ουσίας του Πατρός33. Με τις ίδιες ερμηνευτικές προϋποθέσεις αντιλαμβάνεται ο Ευνόμιος το Άγιο Πνεύμα ως κατώτερο του Υιού, διότι Αυτό θεωρείται ως έργο της κτιστής βουλητικής ενέργειας του κτιστού έργου της πρώτης και κυριωτάτης ουσίας του Πατρός, δηλαδή θεωρείται ως ενέργημα της κτιστής ενέργειας του Υιού. Σύμφωνα με τον αιρεσιάρχη Ευνόμιο, το Άγιο Πνεύμα υποτάσσεται στις δύο ανώτερες από αυτό ουσίες, σε αυτές, δηλαδή, τουΥιούκαι του Πατρός34, διότι δεν διαφέρει σε τίποτε κατ’ουσίαν από την λοιπή, αισθητή και νοερή, κτιστή πραγματικότητα.

Η ανωτέρα εκτενής εξήγηση της ευνομιανής διδασκαλίας έλαβε χώρα με σκοπό να καταδείξει το γεγονός ότι από τη στιγμή που η ουσία διασπάται, με την έννοια ότι αποξενώνονται από αυτήν οΥιός και το Άγιο Πνεύμα, διασπάται και διαχωρίζεται και η βούληση από την ενέργεια35. Και τούτο, διότι, σύμφωνα με τον αιρεσιάρχη Ευνόμιο, δεν ταυτίζονται κατά το άκτιστον η βούληση, η δύναμη και η ενέργεια36. Η ενέργεια, η οποία ακολουθεί την πρώτη ουσία είναι κτιστή, δηλαδή αποτέλεσμα της κινήσεως της δυνάμεως του Θεού. Η βούληση, σύμφωνα με τους υποστηρικτές της ευνομιανής αιρέσεως, είναι άκτιστη (αδέσμευτη βούληση), δίχως, όμως, να ανήκει φυσικώς στον Υιό, καθώς η υπόσταση του Λόγου είναι αποτέλεσμα της κτιστής βουλητικής ενέργειας του αγεννήτου και συνάμα αγενήτου Θεού Πατρός. Εφόσον οι αιτιατές θείες υποστάσεις είναι ετερούσια όντα,τα οποία παράγονται εκ του αναιτίου «αγεννήτου», σημαίνει πως αυτές έχουν ως αιτία της υπάρξεώς τους την κτιστή βουλητική ενέργεια του Θεού Πατρός37. Έτσι, οδηγούμαστε στην αποδοχή της υποταγής των υποστάσεων του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, καθώς αυτές υποτάσσουν το θέλημά τους στον αγέννητο Πατέρα, λόγω του ότι ο Πατήρ υπερέχει των αιτιατών υποστάσεων φυσικώς και βουλητικώς.

Ο άγ. Γρηγόριος Νύσσης, αναιρώντας την ευνομιανή διδασκαλία και κακοδοξία, παρατηρεί το γεγονός ότι ο Ευνόμιος αρνείται να αναφερθεί στα ονόματα «Πατήρ», «Υιός» και «Άγιο Πνεύμα» όταν κάνει λόγο για τον άκτιστο Τριαδικό Θεό, διότι γνωρίζει ότι, εάν το πράξει, θα παραστήσει σαφώς τη συγγένεια της φύσεως των τριών θείων υποστάσεων, όπως επίσης θα παραστήσει και την ταυτότητα της βουλήσεως, δηλαδή το ομόβουλον, των υποστάσεων της Αγίας Τριάδας, που υπάρχει στον Πατέρα, στον Υιό και στο Άγιο Πνεύμα38. Το όνομα «Πατήρ» συνεπινοεί το όνομα«Υιός», καθώς και το όνομα «Υιός» και
«Λόγος» συνεπινοεί το όνομα «Πνεύμα»39. Ενδεχόμενη αναφορά του Ευνομίου στα ονόματα «Πατήρ», «Υιός» και «Άγιο Πνεύμα» θα φανέρωνε με σαφήνεια την ομοουσιότητα των τριών θείων υποστάσεων, όπως επίσης και την κοινή βούληση του Τριαδικού Θεού, πράγμα που θα απέκλειε την εκ της βουλήσεως του Πατρός γέννηση και εκπόρευση του Υιού και του Αγίου Πνεύματος αντίστοιχα. Γι’ αυτόν ακριβώς τον προαναφερθέντα λόγο, ο Ευνόμιος αναφέρεται σε πρώτη, δεύτερη και τρίτη ουσία και όχι σε Πατέρα, Υιό και Άγιο Πνεύμα, προκειμένου να απορρίψει την ομοουσιότητα και την ταυτότητα της βούλησης των τριών θείων υποστάσεων. Στη συνέχεια, ο άγ. Γρηγόριος χρησιμοποιώντας και αντιστρέφοντας το ίδιο το επιχείρημα του Ευνομίου, ο οποίος υποστήριζε ότι η παραλλαγή των υποστατικών ονομάτων και προσηγοριών, δηλαδή του «αγεννήτου» του «γεννητού» και του «εκπορευτού», δεικνύει και δηλώνει την παραλλαγή των ουσιών, δηλαδή την ετερουσιότητα των υποστάσεων της Αγίας Τριάδος, παρατηρεί πως η κοινότητα των ονομάτων που έχουν οι τρεις θείες υποστάσεις, ονόματα όπως το «άκτιστος», «δίκαιος» και «άφθαρτος», τα οποία είναι ονόματα των φυσικών ιδιωμάτων, δείχνουν με σαφήνεια το κοινό, το ενιαίο και το απαράλλακτο της θείας ουσίας40. Τοιουτοτρόπως, ο ιερός πατήρ της Εκκλησίας μας αποδεικνύει ότι και οι τρείς υποστάσεις είναι ο ένας Θεός και όχι μόνο το πρόσωπο του Πατρός, καθώς ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα δεν είναι κτίσματα, τα οποία προέρχονται εκ της θείας βουλήσεως, αλλά προέρχονται ακτίστως και θεοπρεπώς, δηλαδή, ο Υιός με γεννητό και το Άγιο Πνεύμα με εκπορευτό τρόπο, εκ της θείας ουσίας κατά την πατρική υπόσταση και όχι εκ της βουλήσεως του Πατρός.


Σημειώσεις

26. Ν. Ξεξάκης, Ὀρθόδοξη Δογματική Θεολογία, τόμος Α’, εκδόσεις Έννοια, Αθήνα 2012, σελ. 152 – 155.
27. Ο Ευνόμιος προκειμένου να αποφύγει τη σύνθεση στο Θεό κατατάσσει τον Υιό μαζί με τα κτίσματα, δίχως να αντιλαμβάνεται ότι με αυτόν τον τρόπο καταλύει το δόγμα της Αγίας Τριάδος. Βλ. Ν. Ξιώνης, Οὐσία καὶ Ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ κατὰ τὸν Ἅγιο Γρηγόριο Νύσσης, εκδόσεις Γρηγόρη, Αθήνα 1999, σελ. 128 – 146.
28.ΑΓ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ, Λόγος ΚΘ’, PG 36, 92ΑΒ: «οἱ δέ, ὥσπερ δεδοικότες μὴ πάντα κινεῖν κατὰ τῆς ἀληθείας, θεὸν μὲν εἶναι τὸν υἱὸν ὁμολογοῦσιν, ὅταν βιασθῶσι τω λόγῳ καὶ ταῖς μαρτυρίαις, ὁμώνυμον δὲ καὶ μόνης κοινωνοῦντα τῆς κλήσεως».
29. π. Ιωάν. Ρωμανίδης, Πατερική Θεολογία, εκδόσεις Παρακαταθήκη, Αθήνα 2004,σελ.
127-132.
30. Του Ιδίου, Δογματική καὶ Συμβολική Θεολογία τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τόμος Α’, Εκδόσεις Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2009, σελ. 253 – 289.
31. ΑΓ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΥΣΣΗΣ, Κατά Εὐνομίου Α’, PG 45, 352CD.
32. Α. Θεοδώρου, Ἱστορία Δογμάτων, τόμος Α’, Ἡ ἱστορία τοῦ Δόγματος ἀπό τῶν ἀποστολικῶν χρόνων μέχρι της Α’ ἐν Νικαίᾳ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, μέρος Β’. Ἡ ἱστορία τοῦ Δόγματος ἀπό τῆς ἐποχῆς τῶν απολογητῶν μέχρι τοῦ 318 μ.Χ., εκδόσεις του Πανεπιστημίου Αθηνών, Αθήνα 1978, σελ. 416 – 419.
33. π.Ιωάν.Ρωμανίδης, Πατερική Θεολογία, εκδόσεις Παρακαταθήκη, Αθήνα 2004, σελ.
274–275.
34. Για τους Ευνομιανούς, το ένα πρόσωπο παράγει το άλλο. Επίσης, οι υποστηρικτές της προαναφερθείσης αιρέσεως εισάγουν διάστημα, χρόνο και ιεραρχία στην Αγία Τριάδα.
35. Η ουσία δεν διασπάται για τον Ευνόμιο, καθώς η ενότητα της θείας πραγματικότητας βασίζεται στην ίδια την ουσία, η οποία ταυτίζεται με το αγέννητον. Για τον Ευνόμιο η αποδοχή της ομουσιότητας των υποστάσεων του Πατρός,του Υιού και του Αγίου Πνεύματος διασπά την απλότητα της θείας ουσίας. Η πατερική, όμως, παράδοση δεν θεωρεί διάσπαση τις ακοινώνητες διακρίσεις, δηλαδή τις υποστάσεις, καθώς τις θεωρεί ως τους ιδιαίτερους τρόπους υπάρξεως της μίας ουσίας και όχι μόνον ουσία.
36. Ν. Ξιώνης, Οὐσία καὶ Ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ κατὰ τὸν Ἅγιο Γρηγόριο Νύσσης, εκδόσεις Γρηγόρη, Αθήνα 1999, σελ. 134.
37. Ο Ευνόμιος αρνείται να χαρακτηρίσει την ενέργεια του Θεού άκτιστη, διότι σε περίπτωση που η θεία ενέργεια ήταν άκτιστη, τότε θα μετέδιδε τα ιδιώματα της στις δύο κτιστές αιτιατές υποστάσεις και κατ’ επέκταση σε όλη την λοιπή, αισθητή και νοερή, κτιστή πραγματικότητα.Βλ. Όπ.π., σελ. 128 – 146.
38. ΑΓ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΥΣΣΗΣ, Κατά Εὐνομίου Α’, PG 45, 308 BC.
39. Μ.ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ, Περί Διονυσίου τοῡ ἐπισκόπου Ἀλεξανρείας, PG25, 504CD–505A:
«Τῶν ὑπ' ἐμοῦ λεχθέντων ὀνομάτων ἕκαστον ἀχώριστόν ἐστι καὶ ἀδιαίρετον τοῦ πλησίον. πατέρα εἶπον, καὶ πρὶν ἐπαγάγω τὸν υἱόν, ἐσήμανα καὶ τοῦτον ἐν τῷ πατρί· υἱὸν ἐπήγαγον, εἰ καὶ μὴ προειρήκειν τὸν πατέρα, πάντως ἂν ἐν τῷ υἱῷ προείληπτο. ἅγιον πνεῦμα προσέθηκα, ἀλλ'ἅμα καὶ πόθεν καὶ διὰ τίνος ἧκεν ἐφήρμοσα. οἱδὲ οὐκἴσασιν, ὅτι μήτε ἀπηλλοτρίωται πατὴρ υἱοῦ ᾗ πατήρ, προκαταρκτικὸν γάρ ἐστι τῆς συναφείας τὸ ὄνομα,οὔτε ὁ υἱὸς ἀπῴκισται τοῦ πατρός. ἡ γὰρ πατὴρ προσηγορία δηλοῖ τὴν κοινωνίαν, ἔν τε ταῖς χερσὶν αὐτῶν ἐστι τὸ πνεῦμα μήτε τοῦ πέμποντος μήτε τοῦ φέροντος δυνάμενον στέρεσθαι. πῶς οὖν ὁ τούτοις χρώμενος τοῖς ὀνόμασι μεμερίσθαι ταῦτα καὶ ἀφωρίσθαι παντελῶς ἀλλήλων οἴομαι; καὶ μετ' ὀλίγα ἐπάγει λέγων· οὕτω μὲν ἡμεῖς εἴς τε τὴν τριάδα τὴν μονάδα πλατύνομεν ἀδιαίρετον, καὶ τὴν τριάδα πάλιν ἀμείωτον εἰς τὴν μονάδα συγκεφαλαιούμεθα». (Η έντονη υπογράμμιση του συγγραφέως). [Απόδοση στα νέα ελληνικά (ChatGPT): «Καθεμία από τις ονομασίες που είπα εγώ είναι αχώριστη και αδιαίρετη από την αντίστοιχή της. Είπα "Πατέρα", ακόμη και πριν αναφέρω τον Υιό, υπαινίχθηκα και αυτόν μέσα στον Πατέρα· και όταν ανέφερα τον Υιό, ακόμη κι αν δεν είχα πει προηγουμένως τον Πατέρα, σίγουρα θα είχε νοηθεί και αυτός μέσα στον Υιό. Πρόσθεσα το Άγιο Πνεύμα, αλλά ταυτόχρονα έδειξα/υπαινίχθηκα και από πού και μέσω τίνος ήρθε. Εκείνοι όμως δεν γνωρίζουν ότι ούτε ο Πατέρας έχει αποκοπεί από τον Υιό, κατά το ότι είναι Πατέρας — γιατί η ονομασία είναι προϋπόθεση της σχέσης (γιατί η ονομασία δηλώνει τη μεταξύ τους σχέση)· ούτε ο Υιός έχει απομακρυνθεί από τον Πατέρα· διότι η προσφώνηση "Πατέρας" δηλώνει την κοινωνία· και το Πνεύμα είναι στα χέρια τους, χωρίς να μπορεί να αποστερηθεί ούτε από εκείνον που το αποστέλλει ούτε από εκείνον που το φέρει (και δεν μπορεί να αποχωριστεί από κανέναν). Πώς λοιπόν αυτός που χρησιμοποιεί αυτά τα ονόματα μπορεί να νομίζει ότι αυτά έχουν διαιρεθεί και έχουν τελείως χωριστεί το ένα από το άλλο;
Και λίγο παρακάτω προσθέτει λέγοντας: Έτσι εμείς και προς την Τριάδα πλατύνουμε την Μονάδα αδιαίρετη, και την Τριάδα πάλι αμείωτη στην Μονάδα συγκεφαλαιώνουμε.» ]
40. ΑΓ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΥΣΣΗΣ, Κατά Εὐνομίου Γ’, PG45, 756C:«ἀλλὰ ταῦτα μόνον οὐκ εἶδεν ὁ ὀξὺς καὶ διορατικὸς τὴν διάνοιαν, ὅτι ἐνταῦθα ὅ τε πατὴρ θεὸς καὶ ὁ υἱὸς θεὸς δίκαιός τε καὶ ἄφθαρτος καὶ πάντα τὰ τῆς θεολογίας ὀνόματα κατὰ τὸ ἴσον ἐπί τε τοῦ πατρὸς καὶ τοῦ υἱοῦ λέγεται, ὥστε εἰ τὸ παρηλλαγμένον τῶν προσηγοριῶν τὴν διαφορὰν σημαίνει τῶν φύσεων, ἡ κοινότης τῶν ὀνομάτων τὸ κοινὸν τῆς οὐσίας πάντως ἐνδείξεται. καὶ εἰ χρὴ συνθέσθαι τὴν θείαν οὐσίαν δι' ὀνομάτων μηνύεσθαι, πρέπον ἅν εἴη τὰς ὑψηλὰς ταύτας καὶ θεοπρεπεῖς φωνὰς ἐφαρμόζειν τῇ φύσει μᾶλλον ἥ τὴν τοῦ γεννητοῦ καὶ ἀγεννήτου ἐπωνυμίαν, ὅτι τὸ μὲν ἀγαθόν τε καὶ ἄφθαρτον, δίκαιόν τε καὶ σοφὸν καὶ ὅσα τοιαῦτα μόνῃ προσφυῶς τῇ ὑπερεχούσῃ πάντα νοῦν ἐφαρμόζεται φύσει, τὸ δὲ γεννητὸν καὶ πρὸς τὰ εὐτελῆ τῆς κάτω κτίσεως τὴν ὁμωνυμίαν ἔχει». [Απόδοση στα νέα ελληνικά (ChatGPT): «Αλλά αυτά μόνον δεν είδε ο οξυδερκής και διεισδυτικός στη διάνοια, ότι εδώ και ο Πατέρας είναι Θεός και ο Υιός είναι Θεός, και δίκαιος και άφθαρτος, και όλα τα ονόματα της θεολογίας λέγονται εξίσου και για τον Πατέρα και για τον Υιό· ώστε, αν η διαφορά των προσφωνήσεων (ονομάτων) δηλώνει τη διαφορά των φύσεων, η κοινότητα των ονομάτων ασφαλώς θα δείξει την κοινότητα της ουσίας.
Και αν πρέπει να δηλώνεται η θεία ουσία μέσω ονομάτων, θα ήταν πρέπον να αποδίδονται στη φύση μάλλον αυτά τα υψηλά και θεοπρεπή ονόματα παρά η προσωνυμία του γεννητού και του αγεννήτου· διότι το “αγαθό” και “άφθαρτο”, το “δίκαιο” και “σοφό” και όσα άλλα τέτοια, εφαρμόζονται ταιριαστά μόνο στη φύση που υπερβαίνει κάθε νου· ενώ το “γεννητό” έχει την ονομασία κοινή (και) με τα ευτελή πράγματα της κατώτερης κτίσης.»]

Ας δούμε σε ποιο πλαίσιο εντάσσεται το παραπάνω απόσπασμα από τον Άγιο Γρηγόριο Νύσσης, και ποια θεολογική αντιπαράθεση αναδεικνύει με τη βοήθεια της Τεχνητής Νοημοσύνης.
🔹 Ιστορικό-θεολογικό πλαίσιο: Αντιπαράθεση με τον Ευνόμιο
Ο Γρηγόριος Νύσσης γράφει το έργο Κατά Εὐνομίου για να αντικρούσει τις αιρετικές απόψεις του Ευνομίου, αρχηγού των Ανομιών (μιας ριζοσπαστικής μορφής αρειανισμού). Ο Ευνόμιος ισχυριζόταν:
Ότι ο Θεός είναι κατά φύσιν "ἀγέννητος", και
Ότι αυτή η ιδιότητα ("ἀγεννησία") αποτελεί την ουσία του Θεού,
Άρα ο Υιός, επειδή είναι "γεννητός", δεν μπορεί να είναι της ίδιας ουσίας με τον Πατέρα.
Ο Ευνόμιος υποστήριζε δηλαδή πως το διαφορετικό όνομα δηλώνει και διαφορετική ουσία (π.χ. "Πατέρας" ≠ "Υιός" σημαίνει και διαφορετική θεότητα).
🔹 Τι λέει ο Γρηγόριος Νύσσης στο απόσπασμα
Ο Άγιος Γρηγόριος αντιστρέφει αυτή τη λογική. Το επιχείρημά του έχει δύο βασικά σκέλη:
1. Αν η διαφορά των ονομάτων σήμαινε διαφορά ουσίας, τότε:
η ταυτότητα των άλλων θεοπρεπών ονομάτων (“Θεός”, “Δίκαιος”, “Άφθαρτος”, “Σοφός”) θα σήμαινε ταυτότητα ουσίας.
Δηλαδή, εφόσον και ο Πατέρας και ο Υιός αποκαλούνται με τα ίδια "οντολογικά" ονόματα, είναι της ίδιας ουσίας.
2. Ποια ονόματα δηλώνουν καλύτερα τη θεότητα;
Ο Γρηγόριος λέει ότι τα ονόματα όπως “αγαθός”, “δίκαιος”, “σοφός”, “άφθαρτος” είναι ουσιαστικότερα και πιο αρμόζοντα στη θεία φύση από τις λέξεις “γεννητός” και “αγέννητος”.
Διότι οι τελευταίες (γεννητός/αγέννητος) είναι σχετικές και με τα κτιστά όντα· ενώ τα πρώτα εκφράζουν την ουσία καθαυτή, ανεξάρτητα από σχέση.
➤ Άρα, δεν μπορείς να ορίσεις την ουσία του Θεού μέσω της "ἀγεννησίας", διότι αυτό δεν είναι καθαρά θεολογικό όνομα, αλλά αρνητικό και συγκριτικό.
🔹 Θεολογική σημασία
Αυτό το απόσπασμα είναι κρίσιμο για την πατερική θεολογία διότι:
Απορρίπτει την "οντολογικοποίηση" των σχέσεων Πατήρ – Υιός (π.χ. το ότι "είμαι Υιός" δεν σημαίνει "είμαι κατώτερος").
Δείχνει ότι τα οντολογικά-θεολογικά ονόματα (όπως "Θεός", "Αγαθός", "Άφθαρτος") δηλώνονται εξίσου και από τον Πατέρα και από τον Υιό (και το Πνεύμα), άρα είναι ομοούσιοι.
Τονίζει ότι δεν πρέπει να βασίζεται κανείς σε ανθρώπινα, σχεσιακά ή χρονικά ονόματα (όπως "γέννηση", "πρωτογενές", "δευτερεύον") για να περιγράψει την υπερούσια θεία φύση.
🔹 Παράλληλα με Καππαδόκες και ὁμοουσιότητα
Αυτό το επιχείρημα στηρίζει την τριαδική ορθοδοξία των Καππαδοκών (Βασιλείου, Γρηγορίου Θεολόγου και Γρηγορίου Νύσσης), οι οποίοι:
Διέκριναν τη φύση (οὐσία) από τα πρόσωπα (ὑποστάσεις)
Θεμελίωσαν τη μία θεία ουσία στην κοινότητα των θεοπρεπών ιδιοτήτων,
Και τόνισαν ότι οι υποστατικές ιδιότητες ("πατρότητα", "υιότητα", "ἐκπόρευσις") δεν αλλοιώνουν την ενότητα της θεότητας.
Συνεχίζουμε με συστηματική αντιπαραβολή των βασικών θέσεων του Εὐνομίου και των Καππαδοκών Πατέρων, ιδίως του Γρηγορίου Νύσσης, με έμφαση στο θέμα των ονόματων, ουσίας και υποστάσεων στη θεολογία.
🔻 1. Η Θέση του Εὐνομίου
Ο Εὐνόμιος, συνεχιστής του Αρείου, υποστήριζε μια ριζική θεολογική απλοποίηση με βάση την ακόλουθη αλυσίδα:
➤ Βασικές αρχές:
Η ουσία του Θεού είναι η ἀγεννησία (το να μην έχει αρχή ή αιτία).
Αυτό κατανοείται και εκφράζεται τέλεια από το ανθρώπινο λογικό· ο Θεός δεν είναι μυστήριο, αλλά πλήρως γνωστός στην έννοια "ἀγέννητος".
Ο Υιός είναι "γεννητός", άρα δεν έχει την ίδια ουσία με τον Πατέρα.
Άρα, Θεός (με την αυστηρή έννοια) είναι μόνο ο Πατέρας.
➤ Συνεπώς:
Όποιο όνομα αποδίδεται στον Θεό, εάν δεν είναι "ἀγέννητος", δεν ανήκει στην ουσία Του.
Το όνομα δηλώνει ακριβώς και την ουσία: ό,τι λέμε για τον Θεό, είναι και το Είναι του.

🔹 2. Η Απάντηση του Αγ. Γρηγορίου Νύσσης
Ο Νύσσης αντιτίθεται ριζικά και διακρίνει:
➤ α. Ουσία ≠ Υπόσταση ≠ Όνομα
Ο Θεός ως Τριάδα έχει:
Μία φύση/ουσία (ἡ θεότης),
Τρεις υποστάσεις/πρόσωπα (Πατήρ – Υἱός – Πνεῦμα),
Τα ονόματα δεν αποκαλύπτουν την ουσία καθαυτή, αλλά μόνο ενεργητικές και σχεσιακές ιδιότητες.
➤ β. Κριτική στην ταύτιση ονόματος και ουσίας:
«εἰ τὸ παρηλλαγμένον τῶν προσηγοριῶν τὴν διαφορὰν σημαίνει τῶν φύσεων,
ἡ κοινότης τῶν ὀνομάτων τὸ κοινὸν τῆς οὐσίας πάντως ἐνδείξεται»
= Αν δηλώνεται διαφορά φύσης από τη διαφορά των ονομάτων (Ευνομιανό επιχείρημα), τότε η ταυτότητα ονομάτων ("Θεός", "Δίκαιος", "Άφθαρτος") δηλώνει ταυτότητα ουσίας.
➤ γ. Τα "υψηλά" θεοπρεπή ονόματα είναι πιο κατάλληλα για τη θεότητα
Ο Νύσσης λέει ότι το "ἀγαθόν", "σοφόν", "ἄφθαρτον" είναι οντολογικά ονόματα που ανήκουν μόνον στη θεία φύση.
Αντιθέτως, το "γεννητόν" και "ἀγεννητόν" μπορεί να ειπωθεί και για κτιστά όντα, άρα δεν χαρακτηρίζουν κατ’ ουσίαν τον Θεό.

🧩 3. Κεντρική Αντίθεση Ευνομίου – Νύσσης
ΘέμαΕὐνόμιοςΓρηγόριος ΝύσσηςΟυσία του Θεού Ἀγεννησία Άγνωστη καθαυτή – υπερβατική
Σχέση ονόματος – ουσίας Ταυτίζονται Διακρίνονται
Γνωρισιμότητα του Θεού Πλήρης μέσω λογικής κατανόησης Μερική μέσω αποκαλυπτικής εμπειρίας
Υιός Κατώτερος – δεν είναι ομοούσιος Ομοούσιος με τον Πατέρα
Ονόματα θεοπρεπή Δευτερεύοντα Εκφράζουν θεία ουσία καλύτερα από “ἀγέννητον”
Τριάδα Οντολογικά ανισομερής Μία ουσία – τρεις υποστάσεις

✨ 4. Θεολογική συμβολή του Γρηγορίου Νύσσης
Ο Άγιος Γρηγόριος:
Καταρρίπτει τη λογική-νοησιαρχική θεολογία του Ευνομίου,
Δείχνει πως η θεότητα δεν εξαντλείται στη λογική ούτε στα ονόματα·
Στηρίζει την ομοουσιότητα Πατρός και Υιού,
Καθιερώνει την αποφατική θεολογία: ο Θεός δεν κατανοείται πλήρως μέσω των εννοιών και των λέξεων.

🔹 Α. Πηγές για το κείμενο και τη θεολογική αντιπαράθεση Ευνομίου–Νύσσης
📘 Πρωτογενείς Πατερικές Πηγές:
Γρηγόριος Νύσσης, Κατά Εὐνομίου (Adversus Eunomium), βιβλία Α΄–Γ΄
Κύρια έκδοση:
Patrologia Graeca (PG 45), στηλών 243–912
Το συγκεκριμένο χωρίο: PG 45, 756C
Εὐνόμιος, Ἀπολογία ὑπὲρ ἀπολογίας (το έργο του που επικρίνει τους Νικαίους)
➤ Σώζεται αποσπασματικά, κυρίως μέσω των παραθέσεων των Καππαδοκών Πατέρων
➤ Κριτική έκδοση: R.P. Vaggione, Eunomius: The Extant Works, Oxford, 1987.
Βασίλειος Καισαρείας, Κατὰ Εὐνομίου (Contra Eunomium)
➤ PG 29, στηλές 509–712
➤ Ιδιαίτερα σημαντικός για την καθιέρωση της διάκρισης "οὐσίας" και "ὑποστάσεως"

🔹 Β. Μελέτες και δευτερογενείς πηγές
📚 Θεολογικές μελέτες:
John Zizioulas, Being as Communion, 1985
➤ Εξετάζει πώς οι Καππαδόκες, ιδίως ο Νύσσης, θεμελίωσαν την προσωποκεντρική οντολογία της Τριάδας. Αναλύει πώς οι Καππαδόκες θεμελίωσαν θεολογία του προσώπου και όχι της ουσίας. Εξηγεί γιατί η οντολογική προτεραιότητα μετατίθεται από την ουσία στο πρόσωπο.
R.P. Vaggione, Eunomius: The Extant Works, Oxford University Press, 1987
➤ Αναλυτική παρουσίαση και σχολιασμός όλων των σωζόμενων κειμένων του Ευνομίου.
Jean Daniélou, Platonisme et théologie mystique, 1944
➤ Δείχνει πώς ο Γρηγόριος Νύσσης χρησιμοποιεί νεοπλατωνικά εργαλεία για να υπερβεί την έννοια της "θείας ουσίας".
David Bentley Hart, The Beauty of the Infinite, 2003
➤ Ερμηνεύει τη θεολογική ρητορική του Νύσσης απέναντι στον Ευνομιανό «λογικισμό». Ανάλυση της ρητορικής και θεολογίας της διαφοράς, εστιάζει και στον Νύσσης ως «αντι-λογικιστή» απέναντι στον Ευνομιανό ορθολογισμό.
Jaroslav Pelikan, The Christian Tradition, Vol. 1: The Emergence of the Catholic Tradition (100–600)
➤ Ιστορική παρουσίαση της διαμάχης γύρω από την Τριάδα.

🔹Γ. Σχέση με Παλαμά και Αυγουστίνο

➤ Με τον Γρηγόριο Παλαμά:
Ο Παλαμάς συνεχίζει την αποφατική θεολογία του Νύσσης: η ουσία του Θεού παραμένει άγνωστη, γνωρίζεται μόνο μέσω των ενεργειών Του.
Υιοθετεί την διάκριση ουσίας–ενεργειών για να θεμελιώσει την κοινωνία με τον Θεό χωρίς αλλοίωση της θείας ουσίας. Πηγές: - John Meyendorff, A Study of Gregory Palamas, St. Vladimir’s Seminary Press, 1964.
- Martin Jugie, Theologia dogmatica christianorum orientalium, vol. III, 1930 (κλασική καθολική προσέγγιση της παλαμικής θεολογίας).
➤ Με τον Αυγουστίνο:
Ο Αυγουστίνος τονίζει την ενότητα της ουσίας μέσω της έννοιας της αγάπης (amor) και της μνήμης–νοήσεως–θελήσεως ως εικόνα της Τριάδας στην ψυχή.
Ενώ παραμένει τριαδικός, τείνει να θεμελιώνει τη θεότητα πιο "νοησιαρχικά", άρα διαφέρει στη μέθοδο από τους Καππαδόκες
Πηγές: - Lewis Ayres, Augustine and the Trinity, Cambridge University Press, 2010.- Michel René Barnes, The Power of God: Dunamis in Gregory of Nyssa and Augustine, Catholic University of America Press, 2001.

ΜΟΝΟ ΜΕ ΤΟΥΣ ΣΗΜΕΡΙΝΟΥΣ ΜΕΓΑΛΟΥΣ ΑΙΡΕΣΙΑΡΧΕΣ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΠΛΗΣΙΑΣΟΥΜΕ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ. ΤΙΣ ΑΙΤΙΕΣ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣEΩΝ. ΙΔΙΑΙΤΕΡΩΣ ΤΟΥ ΠΑΠΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ.ΤΟ ΠΡΩΤΕΙΟ ΚΑΙ Η ΠΡΩΤΟΤΥΠΙΑ. ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΑΙΤΗΣΗ ΤΩΝ ΜΑΘΗΤΩΝ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΝΑ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΟΥΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑ ΕΝΑΝΤΙ ΤΩΝ ΥΠΟΛΟΙΠΩΝ ΚΑΙ ΛΟΓΩ ΤΗΣ ΑΠΟΡΡΙΨΗΣ ΤΗΣ ΑΠΑΝΤΗΣΗΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ.
 Η ΕΩΣΦΟΡΙΚΗ ΕΠΑΡΣΗ, ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ Ο ΠΑΤΕΡΑΣ. ΟΠΩΣ ΑΚΡΙΒΩΣ ΤΗΝ ΕΠΙΚΗΡΩΣΕ Ο ΤΡΑΜΠ. ΟΤΑΝ ΜΙΛΑΕΙ Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΝΑ ΑΚΟΥΝΕ ΟΛΟΙ. 
ΑΜΕΣΩΣ ΜΕΤΑ ΤΟΥΣ ΒΟΜΒΑΡΔΙΣΜΟΥΣ.  Ο ΑΞΟΝΑΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ.

Σάββατο 21 Ιουνίου 2025

Ο μεγάλης Βουλής Άγγελος και η ελευθερία του Τριαδικού Θεού στον αΐδιο τρόπο ύπαρξής Του - Παντελεήμων Τομάζος (3)

Συνέχεια από:  Παρασκευή 20 Ιουνίου 2025

ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΣΧΟΛΗ

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ-ΤΟΜΕΑΣ ΣΥΣΤΗΜΑΤΙΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ
ΓΝΩΣΤΙΚΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΕΙΔΙΚΕΥΣΗΣ: ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ

ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΣ Α. ΤΟΜΑΖΟΥ 
Ο μεγάλης Βουλής Άγγελος και η ελευθερία του Τριαδικού Θεού στον αΐδιο τρόπο ύπαρξής Του

Επιβλέπων Καθηγητής: κ. Νικόλαος Ρ. Ξιώνης
Τριμελής Εξεταστική Επιτροπή: 1) καθ. Νικόλαος Ρ. Ξιώνης, 2) καθ. Μαρίνα Κολοβοπούλου, 3) καθ. Σταύρος Γιαγκάζογλου
ΑΘΗΝΑ 2020

ΕΙΣΑΓΩΓΗ


1) Το ομοούσιο της Αγίας Τριάδας (2η συνέχεια)

Εκ των ανωτέρω συνάγεται το συμπέρασμα ότι η θεία ουσία είναι και παραμένει παντελώς άγνωστη και απρόσιτη για τους Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας. Ωστόσο, αυτοί δεν οδηγούνται στην αποδοχή κάποιου είδους αγνωστικισμού, διότι η ύπαρξη της ουσίας γίνεται γνωστή μέσω των υποστάσεων, και τούτο διότι αυτές αποτελούν την έκφανση και τη φανέρωση της ουσίας.Ενώ λοιπόν οι υποστάσεις ταυτίζονταν, κυρίως στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, με την ουσία, γρήγορα διακρίθηκαν από αυτήν κατά την περίοδο των πρώτων τριαδολογικών αιρέσεων. Στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες ο όρος «υπόσταση» σήμαινε πότε το ιδιάζον, δηλαδή το συγκεκριμένο όν (ἰδικόν– μερικόν) και πότε την ουσία, δηλαδή το κοινό που αποδίδεται σε ομογενή – ομοειδή άτομα. Έπειτα από τη διεκπεραίωση των πρώτων οικουμενικών συνόδων, οι όροι «υπόσταση» και «ουσία» διακρίθηκαν, και πλέον έπαψαν να ταυτίζονται εννοιολογικά μεταξύ τους στη θεολογική σκέψη. Οι υποστάσεις, λοιπόν, φανερώνουν τον τρόπο ύπαρξης του ενός κατά την ουσία Θεού και αποκαλύπτουν το γεγονός της αΐδιας κίνησης του ζώντος Θεού.[ΤΟ ΚΙΝΗΤΟ ΑΚΙΝΗΤΟ;] Γι’ αυτό και τα ονόματα «Πατήρ», «Υιός» και «Άγιο Πνεύμα», δεν δηλώνουν κάποια ενεργειακή σχέση, η οποία υφίσταται μεταξύ των τριών υποστάσεων ή προσώπων της Αγίας Τριάδος, αλλά δηλώνουν τον αναίτιο-αιτιώδη και αιτιατό τρόπο υπάρξεως της μίας θείας ουσίας, δηλαδή των τριών υποστάσεων, τρόπος ο οποίος φανερώνει, πέραν από την υποστατική διάκριση των προσώπων της Αγίας Τριάδος, και το ομοούσιο των υποστάσεων της Αγίας Τριάδος, καθώς η ύπαρξη του αιτίου, δηλαδή του Πατρός, εντός της θεότητας, συνεπινοεί και την ύπαρξη του αιτιατού, δηλαδή του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, ενώ το «αγέννητον», το «γεννητόν» και το «εκπορευτόν» δηλώνουν τα ακοινώνητα και αμεταβίβαστα υποστατικά ιδιώματα, τα οποία χαρακτηρίζουν τις υποστάσεις αυτές καθαυτές, δηλαδή τον αγέννητο, γεννητό και εκπορευτό τρόπο ύπαρξης της μίας θείας ουσίας. Οι υποστάσεις, στην περίπτωση του άκτιστου Τριαδικού Θεού, είναι ο ιδιαίτερος τρόπος ύπαρξης της μίας θείας ουσίας, δίχως αυτές να είναι μέρη ή τμήματα της μίας θεότητας, αλλά είναι όλη και η αυτή θεία ουσία, η οποία υπάρχει με τρεις διακεκριμένους τρόπους20. Συνεπώς, ο Πατήρ είναι όλη η θεία ουσία, η οποία υπάρχει με αγέννητο τρόπο, ο Υιός είναι όλη η θεία ουσία, η οποία υπάρχει με γεννητό τρόπο και το Άγιο Πνεύμα είναι όλη η θεία ουσία, η οποία υπάρχει με τον τρόπο της εκπόρευσης21. Η φανέρωση όλης της θείας ουσίας από το κάθε πρόσωπο ξεχωριστά δεν σημαίνει το γεγονός ότι η κάθε υπόσταση είναι φορέας;; [ΔΕΝ ΥΦΙΣΤΑΤΑΙ ΟΥΣΙΑ ΑΝΥΠΟΣΤΑΤΟΣ ΚΑΙ ΥΠΟΣΤΑΣΗ ΑΝΟΥΣΙΟΣ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΔΑ] διαφορετικής ουσίας ή φύσεως, πράγμα το οποίο πρέσβευαν οι υποστηρικτές της αρειανικής κακοδοξίας, διότι τότε θα επέρχετο ταύτιση μεταξύ της ουσίας και της υπόστασης, πράγμα το οποίο πρέσβευαν ακράδαντα οι υποστηρικτές της κακοδοξίας του Σαβελλιανισμού, οι οποίοι κατέληγαν στη μία υπόσταση και ουσία του Πατρός, θεώρηση που οδηγεί στην άποψη ότι ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα είναι «προσωπεία» και ανυπόστατες φανερώσεις της μίας θείας υπόστασης, η οποία ταυτίζεται απόλυτα με την ουσία του Πατρός.[ΖΗΖΙΟΥΛΑΣ]

[Ας δούμε όμως και μία θεολογική ερμηνεία της κινήσεως(τής υπάρξεως καί φανερώσεως) της Αγίας Τριάδος, την οποία ερμηνεύει Ιεραρχικά ο μεγα­λύτερος Θεολόγος, Άγιος Μάξιμος ομολογητής, ambigua, 23: «Πώς εξηγείται το γραφέν υπό Γρηγορίου; Διά τούτο μονάς απ’ αρχής εις δυάδα κινηθείσα μέχρι Τριάδος έστη!; Κινείται (απαντά ο Άγιος Μάξιμος) μέσα στον Νου που είναι άξιος να την κατανοήσει, ο οποίος μέσω της Μονάδος και μέσα στην Μονάδα ολοκληρώνει κάθε έρευνα του σ’ αυτή ή για να το πούμε διαφορετικά, ολόκληρη η Μονάς αχώριστη διδάσκει και φανερώνει στον Νου, στην πρώτη του επαφή μαζί Της, την αλήθεια γύρω από την Μονάδα, έτσι ώστε να μην εισαχθεί χωρισμός στην πρώτη Αιτία. Μετά όμως προχωρά στην φανέρωση της θείας και απόρρη­της Θεογονίας αυτής της πρώτης Αιτίας, αποκαλύπτοντας του Μυστικά και κρυφά ότι δεν πρέπει να σκεφτεί ποτέ πως αυτό το Υπερού­σιο Αγαθό μπορεί να είναι άγονο, στείρο Λόγου και Σοφίας ή Αγιαστικής Δυνάμεως, ομοουσίους και υπαρκτές σαν υποστάσεις, για να μην διατρέξει τον κίνδυνο, αυτός ο Νους, να εννοήσει πως ο Θεός είναι Σύνθεση αυ­τών, ωσάν να επρόκειτο για τυχαία κατηγορήματα, αντί να πιστεύει δια της πίστεως ότι Αυτοί συνυπάρχουν, συναιω­νίως. Λέγεται λοιπόν πως ο Θεός κινείται, καθώς είναι Αιτία της έρευνας του τρόπου με τον οποίον συνυπάρχει. Διότι είναι αδύνατον χωρίς θεϊκό φωτισμό να κατανοήσουμε κάτι από τον Θεό. Διότι ο Θεός που δεν έχει την ίδια φύση με τους ανθρώπους, έχει ασφαλώς και διάφορον τρόπον γεννή­σεως.»]

[ Άγιος Γρηγόριος: «Πώς είναι δυνατόν να συνυπάρχουν στην Αγία Τριάδα Μοναρχία και Πατρότης;!» Και απαντά, “Λόγος ΚΘ, 2, 8”: «Ημείς όμως τιμώμεν την μοναρχίαν, και μάλιστα την μοναρχίαν η οποία δεν περιορίζεται εις ένα πρόσωπον, αλλά μοναρχίαν την οποίαν πραγματοποιεί η ισοτιμία της φύσεως, η σύμπνοια της γνώμης, η ταυτότης της κινήσεως και η συμφωνία με το ένα πρόσωπον, πράγμα που δεν επιτυγχάνεται εις την κτιστήν φύσιν, δια τούτο μονάς απ’ αρχής, εις δυάδα κινηθείσα, μέχρι Τριάδος έστη».
“Λόγος ΚΘ, 16, 9”: «Η ονομασία Πατήρ δεν είναι χαρακτηρισμός ούτε της ουσίας, ούτε της ενεργείας, αλλά σημαίνει την σχέσιν του Πατρός προς τον Υιόν ή του Υιού προς τον Πατέρα. Όπως δηλ. εις ημάς τους ανθρώπους αι ονομασίαι αύται φανερώνουν την γνησιότητα και την ομοιότητα φύσεως μεταξύ γεννήτορος και γεννηθέντος».
Βλέπουμε ξεκάθαρα και εδώ πως είναι αδύνατο να βρεθούν όροι και καταστάσεις στη ζωή μας που να μπορούν να περιγράψουν την Αγία Τριάδα. Ακόμη και η Σχέση, το πώς έχει, σημαίνει ομοφυίαν, ισοτιμίαν.Το πρόσωπον δεν σημαίνει πώς είναι, αλλά πώς έχει το ένα προς το άλλο!]


Στο σημείο αυτό είναι ανάγκη να επισημανθούν ορισμένες επιπλέον αιρετικές αποκλίσεις από την Τριαδολογία των Ελλήνων Πατέρων της Εκκλησίας, οι οποίες έχουν άμεση σχέση με τη θεώρηση της θείας ουσίας, καθώς αυτές διαταράσσουν και διαρρηγνύουν την έννοια του ομοουσίου της Αγίας Τριάδος. Πρόκειται για τις προϋποθέσεις των αιρέσεων που αποξενώνουν τις αιτιατές υποστάσεις, αυτές δηλαδή του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, από τη θεία ουσία, αιρέσεις όπως του Αρείου, του Ευνομίου και του Μακεδόνιου. Αρμόζει να σημειωθεί το γεγονός ότι οι αιρετικοί, συνήθως αρειανικής καταγωγής και φιλοσοφικών ή ιουδαϊκών προϋποθέσεων, υποστηρίζουν την ύπαρξη ενός αγενήτου, δηλαδή ενός άκτιστου, το οποίο ταυτίζεται εννοιολογικά με το αγέννητο. Επίσης, οι υποστηρικτές της αρειανικής κακοδοξίας ταυτίζουν το γενητό με το γεννητό, πράγμα που σημαίνει ότι ο Υιός, λόγω του γεννητού και άρα γενητού τρόπου της υπάρξεως του, καθίσταται ένα απλό κτιστό όν, το οποίο προηγείται των λοιπών κτισμάτων μόνο κατά το χρόνο και όχι κατά την ουσία.[ΖΗΖΙΟΥΛΑΣ] Οι Αρειανοί, σε αντίθεση με το Σαβέλλιο, ο οποίος ταύτιζε τις τρεις υποστάσεις μεταξύ τους θεωρώντας τις ως προσωπεία ή «μάσκες» του ενός Θεού και ως σχέσεις της μίας θείας πραγματικότητας με τον κτιστό κόσμο, διακρίνουν σαφώς τις τρείς υποστάσεις μεταξύ τους, δίχως, όμως, να δέχονται την ομοουσιότητα των αιτιατών υποστάσεων με την αναίτια αιτιώδη υπόσταση, πράγμα που σημαίνει ότι δεν δέχονται την ομοουσιότητα των υποστάσεων του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος22. Σύμφωνα με τους υποστηρικτές της αρειανικής κακοδοξίας, ο γεννητός και συνάμα γενητός Υιός είναι το πρωτότοκο δημιούργημα πάσης της κτίσεως, είναι δηλαδή ένας εκ των πολλών γενητών, πράγμα που σημαίνει ότι είναι ενέργημα της βουλήσεως του Θεού Πατρός, όπως όλα τα λοιπά, έλλογα και άλογα, κτίσματα23. Το μόνο αγένητο, δηλαδή άκτιστο, είναι το αγέννητο, το οποίο συσχετίζεται με τα γενητά-γεννητά, δηλαδή με τα κτιστά, διά μέσου κτιστών ενεργειών και κτιστών σχέσεων24. Ο γεννητός και συνάμα γενητός Υιός, σύμφωνα με τον Άρειο, είναι κτίσμα, το οποίο προέρχεται από τη βούληση του Θεού Πατρός και όχι κατά φύσιν γέννημα, το οποίο προέρχεται εκ της ουσίας ή φύσεως του Πατρός. Για τους υποστηρικτές του Αρειανισμού το αγένητο δεν είναι ουσιώδες ιδίωμα της Αγίας Τριάδος, παρά μόνον υποστατικό ιδίωμα του Πατρός. Συνεπώς, μόνον ο Πατήρ είναι αγέννητος, αγένητος και άκτιστος, καθώς αυτές οι προαναφερθείσες προσηγορίες ταυτίζονται απόλυτα μεταξύ τους. Για τους Έλληνες Πατέρες, όμως, το αγέννητο δεν σημαίνει και ούτε ταυτίζεται με το αγένητο – άκτιστο, αλλά σημαίνει τον αγέννητο, δηλαδή μη γεννητό, τρόπο υπάρξεως της υπόστασης του Πατρός, δηλαδή τον αναίτιο τρόπο ύπαρξής του. Επίσης, το γεννητό δεν ταυτίζεται εννοιολογικά και σημασιολογικά με το γενητό, δηλαδή με το κτίσμα, διότι δηλώνει τον αιτιατό τρόπο ύπαρξης της υποστάσεως του Υιού, ενώ παράλληλα δηλώνει και την ομοουσιότητα αυτού που έχει γεννηθεί με τον γεννήτορά του. Η ταυτουσιότητα των υποστάσεων του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος δεικνύει το γεγονός ότι οι δύο αιτιατές υποστάσεις είναι υπεράνω της βουλήσεως, καθώς αυτές, σύμφωνα με τον άγ. Ιωάννη Δαμασκηνό, είναι «έργα» της φύσεως του Πατρός και όχι έργα της θελήσεως25. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί το γεγονός ότι η συμβατική φράση «έργο της φύσεως», την οποία χρησιμοποιεί ο άγ. Ιωάννης για να δηλώσει τη θεοπρεπή και άκτιστη προέλευση των υποστάσεων του Υιού και του Αγίου Πνεύματος από την ουσία του Πατρός, δεν ταυτίζεται εννοιολογικά με το κτιστό αποτέλεσμα της κινήσεως της βουλήσεως, δηλαδή με το ενέργημα, ούτε βεβαίως σημαίνει την άκτιστη ουσιώδη ενέργεια του Θεού, ή οποία υφίσταται αποκαλυπτικά προς την έλλογη, αισθητή και νοερή, κτιστή πραγματικότητα. Ο όρος «έργο της φύσεως» δηλώνει τη θεοπρεπή προέλευση των αιτιατών υποστάσεων, δηλαδή αυτών του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, από την ουσία του Πατρός και όχι από τη θεία βούληση.

Σημειώσεις
20. ΑΓ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΥΣΣΗΣ, Ἀντιρρητικός πρὀς τήν Εὐνομίου ἔκθεσιν, PG 45, 489Β.
21. ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ, Πώς τρία πρόσωπα λέγοντες ἐν τῇ θεότητι οὐ φαμέν τρεῖς θεούς πρός τούς Ἕλληνας ἀπὸ τῶν κοινών εννοιών, PG 45, 176C – 177A. Βλ. επίσης Ν. Ξιώνης, Οὐσία καὶ Ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ κατὰ τὸν Ἅγιο Γρηγόριο Νύσσης, εκδόσεις Γρηγόρη, Αθήνα 1999, σελ. 26.
22. Κ. Σκουτέρης, Ἱστορία Δογμάτων, Ἡ Ὀρθόδοξη δογματική διδασκαλία καί οἱ νοθεύσεις της ἀπο τίς ἀρχές τοῦ τέταρτου αἰῶνα μέχρι καί τήν Τρίτη Οἰκουμενική Σύνοδο, τόμος Β’, Αθήνα 2004, σελ. 114 – 120.
23. Μ.ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ, Κατά Αρειανών Λόγος Γ’, PG26, 356A. Bλ.επίσης Δ.Λιάλιου,
Ἑρμηνεία τῶν Δογματικῶν καὶ Συμβολικῶν Κειμένων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τόμος Α.' Ἑρμηνεία τῶν Οἱκουμενικῶν Συμβόλων καὶ τῶν συναφῶν Ἱερῶν Κανόνων (Θεολογική ἀνάλυση μὲ ἀναφορὲς στὶς πηγές), {Θεολογία και Οικουμένη – 9}, εκδόσεις Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 2016, 79 – 86.
24. Ν. Ματσούκας, Θεολογία, Κτισιολογία, Ἐκκλησιολογία κατὰ τὸν Μέγαν Ἀθανάσιον.
Σημεῖα πατερικῆς καὶ οἰκουμενικῆς θεολογίας, {φιλοσοφική και θεολογική βιβλιοθήκη – 46}, εκδόσεις Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2007, σελ. 49.
25 ΑΓ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ, Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, PG 94, 813AB «ἀλλ' ἡ μὲν γέννησις ἀίδιος φύσεως ἔργον οὖσα καὶ ἐκ τῆς οὐσίας αὐτοῦ προάγουσα, ἵνα τροπὴν ὁ γεννῶν μὴ ὑπομείνῃ καὶ ἵνα μὴ Θεὸς πρῶτος καὶ Θεὸς ὕστερος εἴη καὶ προσθήκην δέξηται. ῾Η δὲ κτίσις ἐπὶ Θεοῦ θελήσεως ἔργον οὖσα οὐ συναΐδιός ἐστι τῷ Θεῷ, ἐπειδὴ οὐ πέφυκε τὸ ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι παραγόμενον συναΐδιον εἶναι τῷ ἀνάρχῳ καὶ ἀεὶ ὄντι». (Η έντονη υπογράμμιση του συγγραφέως). Βλ. επίσης Μ. Φαράντος, Ἡ θεολογία τοῦ Γενναδίου Σχολαρίου, συμβολή εἰς τὴν δογματικὴν ἔρευναν τῆς Πατερικῆς Παραδόσεως, Αθήνα 1969, σελ. 121 – 122.

π. Ιωάννης Ρωμανίδης: 9. Ποια είναι η ουσία της Ορθοδόξου Παραδόσεώς μας

Το θέμα τώρα είναι ποια είναι η ουσία της Ορθοδόξου Παραδόσεως. Η Ορθόδοξη παράδοσι προσφέρει μέθοδο θεραπείας του νοός του ανθρώπου, δηλαδή της ψυχής του. Η θεραπεία αυτή έχει δύο φάσεις, όπως είπαμε, τον φωτισμό κα την θέωσι. Η θέωσις, δηλαδή η θεοπτία, είναι η εγγύησις της θεραπείας, της πλήρους θεραπείας.
Αυτή η θεραπευτική μέθοδος, η θεραπευτική αγωγή, που προσφέρει η Ορθόδοξος παράδοσις, παραδίδεται (εξ ου και παράδοσις) από γενεά σε γενεά με φορείς ανθρώπους, οι οποίοι έφτασαν στον φωτισμό και στην θέωσι και έγιναν θεραπευτές για τους άλλους. Δεν είναι δηλαδή απλή μεταβίβασις γνώσεων από τα βιβλία, αλλά μεταβίβασις και διαδοχή εμπειρίας, της εμπειρίας του φωτισμού και της εμπειρίας της θεώσεως.

Παρατηρείται όμως στην Παλαιά Διαθήκη ότι κατάστασι φωτισμού και θεώσεως είχαν μόνο οι Πατριάρχες και οι Προφήτες των Ισραηλιτών. Αυτό είναι ιστορικό φαινόμενο. Πριν από τους Προφήτες έχομε τους Πατριάρχες. Προ του Μωϋσέως έχομε τον Αβραάμ. Διαβάζομε όμως στην Παλαιά Διαθήκη ότι μέχρι τον Αβραάμ υπάρχει συνείδησις της καταστάσεως του φωτισμού και της θεώσεως. Ο ίδιος ο Αβραάμ ήταν θεόπτης, δηλαδή έφθασε σε θέωσι. Αυτό φαίνεται σαφώς. Για την εποχή προ του Αβραάμ πάλι έχομε στοιχεία από την Εβραϊκή Παράδοσι ότι φωτισμός και θέωσις υπήρχαν και στους προπάτορες του Αβραάμ, παραδείγματος χάριν στον Νώε. Η παράδοσις αυτή, του φωτισμού δηλαδή και της θεώσεως, μεταβιβάζεται. Δεν εμφανίζεται έτσι εκ του μηδενός. Δεν εμφανίζεται ξαφνικά τον 11ο ή 12ο π.Χ. αιώνα.
Υπάρχει Καινή Διαθήκη, υπάρχει και Παλαιά Διαθήκη. Στην Καινή Διαθήκη είναι πιο εύκολος ο έλεγχος, διότι είναι περιωρισμένος ο χρόνος διαρκείας της. Η Παλαιά Διαθήκη όμως περιλαμβάνει 1500 χρόνια ιστορίας. Μέσα τώρα σ’ αυτήν την περίοδο έχομε μία σπονδυλική στήλη. Αυτή η σπονδυλική στήλη, που είναι η παράδοσις του φωτισμού και της θεώσεως που μεταβιβάσθηκε από Προφήτη σε Προφήτη, είναι και η ουσία της Ορθοδόξου παραδόσεως: Η μεταβίβασις της εμπειρίας του φωτισμού και της θεώσεως από γενεά σε γενεά. Αυτή εκτείνεται στην Παλαιά Διαθήκη χρονικά από τον Αβραάμ μέχρι τον Ιωάννη τον Πρόδρομο. Αυτή είναι η Προφητική παράδοσις, η παράδοσις των Πατριαρχών και των Προφητών.
Αλλά και πριν από αυτήν την περίοδο έχομε την πρώτη περίοδο, που εκτείνεται από τον Αδάμ, μέσω του Νώε, μέχρι τον Αβραάμ. Σήμερα έχει διαπιστωθή αρχαιολογικά η αλήθεια των αναφερομένων ιστορικών γεγονότων στην Παλαιά Διαθήκη τουλάχιστον μέχρι την εποχή του Μωϋσέως. Και σήμερα δεν υπάρχει κανείς, που να αμφισβητή την Παλαιά Διαθήκη ως κείμενο μεγάλης ιστορικής αξίας. Αλλά και πριν από τον Μωϋσέα μέχρι την εποχή του Αβραάμ έχουν βρη οι αρχαιολόγοι στοιχεία, που επαληθεύουν τα αναφερόμενα στην Παλαιά Διαθήκη γύρω από το πρόσωπο του Αβραάμ.
Βλέπομε λοιπόν ότι η ουσία της Ορθοδόξου παραδόσεως δεν είναι το βιβλίο της Αγίας Γραφής, αλλά είναι η μεταβίβασις αυτής της εμπειρίας, του φωτισμού και της θεώσεως διαδοχικά από τον Αδάμ μέχρι των ημερών μας.

ΑΝ ΔΕΝ ΕΧΟΥΜΕ ΕΔΩ ΜΟΝΟΦΥΣΙΤΙΣΜΟ ΤΙ ΕΧΟΥΜΕ; ΑΝ ΔΕΝ ΕΧΟΥΜΕ ΤΟΝ ΘΕΑΝΘΡΩΠΟ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟ ΤΙ ΕΧΟΥΜΕ;  Η ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΜΩΥΣΗ ΚΑΙ ΤΟΥ ΗΛΙΑ ΣΤΗΝ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΘΑΒΩΡ ΤΙ ΕΙΝΑΙ; ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Η ΑΠΟΛΥΤΗ ΑΝΑΙΡΕΣΗ ΤΟΥ ΜΟΝΟΦΥΣΙΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ Η ΠΛΗΡΩΣΗ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΤΗΣ Π.Δ.; Ο ΜΩΥΣΗΣ ΕΙΔΕ ΤΑ ΟΠΙΣΘΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ Ο ΗΛΙΑΣ ΔΙΔΑΧΘΗΚΕ ΤΗΝ ΤΑΠΕΙΝΟΦΡΟΣΥΝΗ!!! Ο ΘΕΟΣ ΕΓΙΝΕ ΑΝΘΡΩΠΟΣ. ΔΕΝ ΕΓΙΝΕ ΑΓΓΕΛΟΣ. Ο ΑΒΡΑΑΜ ΔΙΔΑΧΘΗΚΕ ΤΟ ΜΕΓΑ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΠΑΤΡΟΣ, ΤΗΝ ΣΩΤΗΡΙΑ ΜΑΣ ΔΙΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΕΞ ΟΛΗΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΔΙΑΝΟΙΑΣ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ.

Παρασκευή 20 Ιουνίου 2025

Ο μεγάλης Βουλής Άγγελος και η ελευθερία του Τριαδικού Θεού στον αΐδιο τρόπο ύπαρξής Του - Παντελεήμων Τομάζος (2)

Συνέχεια από: Παρασκευή 13 Ιουνίου 2025

ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΣΧΟΛΗ 
ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ-ΤΟΜΕΑΣ ΣΥΣΤΗΜΑΤΙΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ
ΓΝΩΣΤΙΚΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΕΙΔΙΚΕΥΣΗΣ: ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ

ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΣ Α. ΤΟΜΑΖΟΥ 
(ΑΡ. ΜΗΤΡΩΟΥ: 643)
Ο μεγάλης Βουλής Άγγελος και η ελευθερία του Τριαδικού Θεού στον αΐδιο τρόπο ύπαρξής Του

Επιβλέπων Καθηγητής: κ. Νικόλαος Ρ. Ξιώνης
Τριμελής Εξεταστική Επιτροπή: 1) καθ. Νικόλαος Ρ. Ξιώνης, 2) καθ. Μαρίνα Κολοβοπούλου, 3) καθ. Σταύρος Γιαγκάζογλου
ΑΘΗΝΑ 2020
ΕΙΣΑΓΩΓΗ

1) Το ομοούσιο της Αγίας Τριάδας
Οι Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας, προκειμένου να κάνουν λόγο περί της ακτίστου θείας πραγματικότητας, η οποία δεν βρίσκεται περιορισμένη σε κάποιο αισθητό τόπο, και η οποία δεν κινείται μέσα στο μεταπτωτικό καμπυλομένο χωροχρονικό συνεχές, δηλαδή εντός του ροώδους χρόνου, του αιώνα και του περιγραπτού τοπικού διαστήματος, όπως συμβαίνει με όλα τα αισθητά και νοερά κτίσματα, δανείστηκαν και υιοθέτησαν από τη φιλοσοφική ορολογία της περιρρέουσας πολιτισμικής ατμόσφαιρας της εποχής τους τον όρο «ουσία», προσδίδοντάς του συνάμα το κατάλληλο θεολογικό περιεχόμενο, έτσι ώστε αυτός να εκφράζει την εκκλησιαστική διδασκαλία. Η ουσία, σύμφωνα με τους Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας, είναι το «τί ἦν εἶναι» τόσο του Θεού όσο και των κτιστών, ελλόγων και αλόγων, όντων6 και «τό τί ἐστι τοῦ ὄντος», δηλαδή το ίδιο το «εἶναι»7. Επίσης, ο όρος «ουσία» δηλώνει το περιεκτικό είδος των ομοειδών υποστάσεων, ή αλλιώς ,δηλώνει το κοινό που έχουν όλες οι ομογενείς ή ομοούσιες υποστάσεις ενός συγκεκριμένουείδους8. Η ουσία είναι αυτή που κάνει ένα όν να είναι αυτό που είναι, δίχως να διαθέτει κάποιο στοιχείο αναγκαιότητας, προκαθορισμού και φυσικής αμαρτωλότητας, λόγω του γεγονότος ότι αυτή εκδηλώνεται αυθόρμητα, δηλαδή φυσικώς, με αυτόν τον συγκεκριμένο τρόπο, τον τρόπο, δηλαδή, με τον οποίο και δημιουργείται από την άκτιστη ουσιώδη ενέργεια της θείας πραγματικότητας.[ΕΙΣΧΩΡΗΣΕ ΗΔΗ Η ΑΝΑΛΟΓΙΑ. ΟΙ ΑΚΤΙΣΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΚ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Η ΟΥΣΙΑ] Οι θύραθεν φιλόσοφοι της εποχής του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού υποστήριζαν ότι η φύση παράγεται ετυμολογικά από το «πεφυκέναι» και η ουσία από το «εἷναι», δείχνοντας με αυτόν τον τρόπο κάποια σημασιολογική διαφοροποίηση των εννοιών της ουσίας και της φύσεως. Για τους φιλοσόφους η ουσία δηλώνει το απλώς είναι, ενώ η φύση δηλώνει την ουσία που έχει μορφοποιηθεί σε είδος με τις ουσιώδεις – φυσικές διαφορές.[ΕΙΝΑΙ -ΓΙΓΝΕΣΘΑΙ] Ο άγ. Ιωάννης Δαμασκηνός επισημαίνει με σαφήνεια πως για τους Έλληνες Πατέρες δεν έχουν ιδιαίτερη σημασία αυτού του είδους οι λεπτές φιλοσοφικές και φιλολογικές διακρίσεις. Οι Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας, μη δίνοντας σημασία στις πολλές ενασχολήσεις με τους γραμματικούς και τους εννοιολογικούς τύπους, ονόμασαν ουσία, φύση και μορφή το κοινό και αυτό που αποδίδεται σε πολλά πράγματα,δηλαδή το ειδικότατο είδος9. Εκ των ανωτέρω καθίσταται σαφές το γεγονός ότι το «εἷναι» και το
«πεφυκέναι» έχουν την ίδια απολύτως σημασία και δεν δηλώνουν δύο διαφορετικά πράγματα,[ΑΣ ΠΟΥΜΕ ΟΤΙ Η ΦΥΣΙΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ Η ΟΥΣΙΑ ΔΕΝ ΤΑΥΤΙΖΟΝΤΑΙ ΚΑΘΟΤΙ ΣΤΗ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΟΥΣΙΑ ΑΝΗΚΟΥΝ ΚΑΙ ΤΑ ΣΥΜΒΕΒΗΚΟΤΑ. ΕΤΣΙ ΚΑΜΜΙΑ ΑΝΑΛΟΓΙΑ ΔΕΝ ΥΦΙΣΤΑΤΑΙ ΜΕΤΑΞΥ ΚΤΙΣΤΗΣ ΚΑΙ ΑΚΤΙΣΤΟΥ ΦΥΣΗΣ ΚΑΙ ΟΥΣΙΑΣ ΚΑΙ ΥΠΟΣΤΑΣΕΩΣ-ΑΤΟΜΟΥ] πράγμα που σημαίνει ότι οι όροι «φύση», «ουσία» και «μορφή» είναι ταυτόσημοι και δηλώνουν τον κοινό τρόπο ύπαρξης των ατόμων, δηλαδή των μη περαιτέρω τεμνόμενων όντων, ενός συγκεκριμένου είδους – γένους.[ΤΟ ΕΙΝΑΙ ΔΕΝ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟ ΓΕΝΟΣ. ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΟΣΗΜΑΝΤΟ. ΔΕΝ ΤΑΥΤΙΖΟΝΤΑΙ ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ]

Η ουσία–φύση παραμένει απροσπέλαστη και απλησίαστη από τις αντιληπτικές και καταληπτικές ικανότητες της ανθρώπινης διάνοιας[ΔΥΣΤΥΧΩΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΜΑΘΕΙΑ ΜΑΣ Η ΦΥΣΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΕΝΩΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΥΠΟΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ. ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟΝΟΗΤΟ ΟΤΙ ΔΕΝ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΤΗΝ ΟΥΣΙΑ ΚΑΘΟΤΙ Η ΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΗΝ ΥΠΟΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ. ΔΕΝ ΕΝΩΘΗΚΑΝ ΤΡΕΙΣ ΟΥΣΙΕΣ]10. Ο Μ. Βασίλειος, θέλοντας να καταδείξει την ακαταληψία της ουσίας του Τριαδικού Θεού, υποστηρίζει πως όσοι επιδιώκουν να γνωρίσουν τη θεία ουσία υπερβαίνουν ακόμη και τα ίδια τα δαιμόνια στην αλαζονεία11. Όλα τα έλλογα, αισθητά και νοερά, κτιστά όντα αδυνατούν να προσπελάσουν και να κατανοήσουν την ίδια τη θεία ουσία12. Διαφορετική άποψη διατυπώνει ο σχολαστικός θεολόγος Θωμάς Ακινάτης, ο οποίος, διαφοροποιούμενος σαφώς από τη θεολογία των Ελλήνων Πατέρων της Εκκλησίας και έχοντας εντελώς διαφορετικές προϋποθέσεις από αυτές της πατερικής θεολογίας, υποστηρίζει ακράδαντα ότι ο δοξασμένος ανθρώπινος οφθαλμός δύναται να συλλάβει, να γνωρίσει και να κατανοήσει την ίδια την ουσία του Θεού13.[ΕΙΝΑΙ Ο ΔΑΣΚΑΛΟΣ ΤΗΣ ΑΝΑΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑΣ] Σύμφωνα λοιπόν με τη σχολαστική θεολογία, ο άνθρωπος έχει τη δυνατότητα, δίχως να μετέχει των ακτίστων φυσικών ενεργειών της θεότητας, διά της χρήσεως του νοός, δηλαδή διά της χρήσεως του λογιστικού μέρους της ψυχής, να κατανοήσει τα αρχέτυπα της δημιουργίας, τα οποία βρίσκονται εντός της ουσίας του Θεού και τα οποία ταυτίζονται με αυτήν14.[ΕΝΤΟΣ ΤΟΥ ΝΟΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΛΕΓΕΤΑΙ. Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΕΙΝΑΙ ΕΙΚΟΝΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΛΩΝΙΣΜΟΣ] Με αυτόν τον τρόπο ο άνθρωπος, μέσω της κατανοήσεως των αρχετύπων των όντων, τα οποία βρίσκονται εντός της θείας φύσεως, αποκτά μία στοιχειώδη γνώση της θείας ουσίας και εξασφαλίζει τη θεία μακαριότητα. Η μακαριότητα αυτή δεν ερμηνεύεται με την έννοια της συνεχούς και αενάου προόδου που υφίσταται ως προς τη θεογνωσία, δηλαδή της καλής αλλοίωσης, η οποία υφίσταται διά της μετοχής των ελλόγων, αισθητών και νοερών, κτιστών όντων στα άκτιστα ιδιώματα της θείας φύσεως, ή αλλιώς στις άκτιστες φυσικές ενέργειες της θεότητας, αλλά ερμηνεύεται, σύμφωνα με τον π. Ιωάννη Ρωμανίδη, με την έννοια της εγκόσμιας ευδαιμονίας και ευτυχίας15.[Ο ΚΥΡΙΟΣ ΑΝΑΚΑΙΝΙΣΕ ΤΟ ΚΑΤ'ΕΙΚΟΝΑ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΠΕΣΕ ΜΕ ΤΗΝ ΠΤΩΣΗ, ΤΗΝ ΑΥΤΟΚΥΡΙΑΡΧΙΑ. Η ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΕΚΤΟΣ ΤΗΣ ΕΞΟΡΙΑΣ ΤΗΣ ΕΝΣΑΡΚΩΣΕΩΣ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΕΩΣΦΟΡΟΥ ΤΗΣ ΤΑΥΤΙΣΕΩΣ ΤΟΥ ΚΑΛΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ] [Ο ΚΡΙΟΣ ΚΑΙ ΣΩΤΗΡ ΔΕΝ ΔΙΔΑΞΕ ΤΗΝ ΜΕΤΟΧΗ ΣΤΙΣ ΑΚΤΙΣΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ Η ΟΠΟΙΑ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΤΗΝ ΝΕΟΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΛΑΝΗ ΤΗΣ ΣΟΦΙΟΛΟΓΙΑΣ ΑΛΛΑ ΤΗΝ ΜΕΤΟΧΗ ΣΤΗΝ ΔΟΞΑ ΤΟΥ.ΤΕΛΟΥΜΕ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΙΧΜΑΛΩΣΙΑ ΤΩΝ ΡΩΣΩΝ ΤΗΣ ΔΙΑΣΠΟΡΑΣ. Η ΧΕΙΡΟΤΕΡΗ ΠΛΑΝΗ ΟΛΩΝ ΚΑΘΟΤΙ ΤΑΥΤΙΣΜΕΝΗ ΜΕ ΤΗΝ ΨΕΥΔΟΠΡΟΦΗΤΕΙΑ. ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΓΡΑΦΤΗΚΕ. ΑΝΗΚΟΥΣΤΗ Η ΣΩΤΗΡΙΑ] Η ανωτέρω θεώρηση μας παριστά με σαφή τρόπο τις διαφορές που υπάρχουν μεταξύ του ανατολικού και του δυτικού χριστιανισμού, δηλαδή μεταξύ της θεολογίας και της μεταφυσικής, ή αλλιώς της οντολογίας16. Ενώ για τους Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας κάθε προσπάθεια προσπέλασης της ουσίας, τόσο της κτιστής όσο και της άκτιστης, είναι μία προσπάθεια υπέρβασης των φυσικών ορίων του ανθρώπου, δηλαδή μία ύβρις, για τους θεολόγους της δυτικής παραδόσεως η γνώση της θείας ουσίας είναι εφικτή, διότι με αυτόν τον τρόπο εξασφαλίζεται η διανοητική γνώση τόσο των κτιστών όντων όσο και της άκτιστης θεότητας.[Η ΔΑΦΟΡΑ ΕΙΝΑΙ Ο ΚΥΡΙΟΣ. ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΧΡΙΣΤΟ. ΑΝΕΛΗΦΘΗ ΣΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥΣ ΣΤΑ ΔΕΞΙΑ ΤΟΥ ΠΑΤΡΟΣ Ο,ΤΙ ΗΤΑΝ ΝΑ ΚΑΝΕΙ ΤΟΚΑΝΕ. ΜΕΝΕΙ Η ΑΝΑΛΟΓΙΑ ΣΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ Ή Η ΕΣΧΑΤΟΓΙΑ Ή Η ΘΕΩΣΗ ΤΗΣ ΘΕΑΡΧΙΑΣ] Την απόλυτη διαφοροποίηση της δυτικής θεολογικής παράδοσης από την ορθόδοξη δεικνύει το γεγονός πως όχι μόνον η θεία ουσία παραμένει ακατάληπτη για τον ανθρώπινο νου, αλλά ακόμη και αυτή ολάκερου του κτιστού σύμπαντος. Η κτιστή ουσία δεν δύναται να γνωσθεί και να προσπελαστεί από τα ίδια τα έλλογα κτίσματα, διότι μόνον ο δημιουργός της κτίσεως γνωρίζει σε τέλειο βαθμό τα προερχόμενα από την άκτιστη ουσιώδη ενέργειά του κτίσματα17, λόγω του γεγονότος ότι αυτά αποτελούν τα αντικείμενα, δηλαδή τα αγαθά θελήματα, της θείας βουλήσεως του άκτιστου Δημιουργού.[Η ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ ΤΟΥΣ ΚΑΙ Η ΟΥΣΙΩΣΗ ΤΟΥΣ. ΕΝ ΑΡΧΗ ΗΝ Ο ΛΟΓΟΣ , ΔΙ ΟΥ ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΕΓΕΝΟΝΤΟ] Εφόσον τα κτίσματα είναι αντικείμενα της θελήσεως του ενός Τριαδικού Θεού, πράγμα που σημαίνει ότι η ύπαρξή τους έγκειται στη θεία βούληση18, δεν έχουν τη δυνατότητα να είναι αίτια του εαυτού τους ή να υπάρχουν αϊδίως, αενάως και αιωνίως από μόνα τους19. Αυτό, ακολούθως, σημαίνει ότι ο άνθρωπος, εξαιτίας του μη αναιτίου και συνάμα αιτιατού τρόπου της υπάρξεώς του, αδυνατεί να γνωρίσει και να προσπελάσει ολάκερη την κτιστή ουσία, τόσο τη δική του όσο και αυτή του πιο ευτελούς κτιστού πράγματος.[ΜΕΤΕΧΕΙ]

Σημειώσεις

6. Ν.Ξιώνης, Προλεγόμενα Θεολογικῆς ἀνθρωπολογίας, Προχριστιανική, ἑτερόδοξη καὶ ὀρθόδοξη θεώρηση τοῦ ἀνθρώπου ὡς προσώπου, εκδόσεις Γρηγόρη, Αθήνα 2007, σελ. 121.
7. ΑΓ.ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΥΣΣΗΣ,Περί κατασκευῆς τού ἀνθρώπου,PG44,185Β και Ν. Ξιώνης, Οὐσία καὶ Ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ κατὰ τὸν Ἅγιο Γρηγόριο Νύσσης, εκδόσεις Γρηγόρη, Αθήνα 1999, σελ. 24.
8. Π.Χρήστου,Ἐκκλησιαστική Γραμματολογία,Πατέρες καὶ Θεολόγοι τοῦ ΧριστιανισμοῦΑ’,
εκδοτικός οίκος Κυρομάνος, Θεσσαλονίκη 2005,σελ.185.
9. ΑΓ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ, Διαλεκτικά PG 94, 592B-593A : «Οἱ δὲ ἅγιοι πατέρες παρεάσαντες τὰς πολλὰς ἐρεσχελίας τὸ μὲν κοινὸν καὶ κατὰ πολλῶν λεγόμενον ἤγουν τὸ εἰδικώτατον εἶδος οὐσίαν καὶ φύσιν καὶ μορφὴν ἐκάλεσαν, οἷον ἄγγελον, ἄνθρωπον, ἵππον, κύνα καὶ τὰ τοιαῦτα· καὶ γὰρ καὶ ἡ οὐσία παρὰ τὸ εἶναι λέγεται, καὶ ἡ φύσις παρὰ τὸ πεφυκέναι, τὸ δὲ εἶναι καὶ πεφυκέναι ταὐτόν ἐστι· καὶ ἡ μορφὴ δὲ καὶ τὸ εἶδος τὸ αὐτὸ σημαίνει τῇ φύσει.
10. Ν. Ματσούκας, Οἰκουμενική Θεολογία.Ἐκθεση τῆς χριστιανικῆς πίστης.Προϋποθέσεις ἑνός οἰκουμενικοῦ διαλόγου, {φιλοσοφική και θεολογική βιβλιοθήκη – 55}, εκδόσεις Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2009, σελ. 69.
11. Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ, Ἀνατρεπτικός τοῦ Ἀπολογητικού τοῦ δυσσεβοῦς Εὐνομίου Α’, PG 29,540Α: «Ὅλως δὲ, τὸ οἴεσθαι τοῦ ἐπὶ πάντων Θεοῦ αὐτὴν τὴν οὐσίαν ἐξευρηκέναι, πόσης ὑπερηφανίας ἐστὶ καὶ φυσιώσεως! Σχεδὸν γὰρ καὶ αὐτὸν ἀποκρύπτουσι τῇ μεγαληγορίᾳ τὸν εἰπόντα».
12. Όπ.π., PG 29, 544ΑB: «Οἶμαι δὲ οὐκ ἀνθρώπους μόνον, ἀλλὰ καὶ πᾶσαν λογικὴν φύσιν ὑπερβαίνειν αὐτῆς τὴν κατάληψιν. Λογικὴν δὲ νῦν τὴν ἐν τῇ κτίσει λέγω. Υιω γὰρ μόνῳ γνωστὸς ὁ Πατὴρ, καὶ τω ἁγίῳ Πνεύματι• ὅτι Οὐδεὶς οἶδε τὸν Πατέρα εἰ μὴ ὁ Υἱός• καὶ, Τὸ Πνεῦμα πάντα ἐρευνᾷ, καὶ τὰ βάθη τοῦ Θεοῦ».(H έντονη υπογράμμιση του συγγραφέως).
13. Θωμάς Ακινάτης, Σούμα Θεολογική, ἐξελληνισθείσα ὑπὸ Ἰωάννου Καρμίρη,Τόμος Α’,
τυπογραφείον Παρασκευά Λεωνη, Αθήνα1935, σελ.173.
14. Γ. Παναγόπουλος, Εισαγωγή στην Ιστορία της Δυτικής Θεολογίας, Πρόσωπα, διδασκαλία, κριτική θεώρηση από την άποψη της Ορθόδοξης Παράδοσης, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 2012, σελ. 118.
15. π. Ιωάν. Ρωμανίδης, Ρωμῃοσύνη, εκδόσεις Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2002, σελ.207–211.
16. Ο Χριστιανισμός, σύμφωνα με τον καθ. Μέγα Φαράντο, δεν δύναται να ταυτιστεί με οποιαδήποτε είδους οντολογία – μεταφυσική, διότι η οντολογία είναι μία φιλοσοφική προσπάθεια αναζήτησης του όντος, πράγμα που σημαίνει ότι αυτή προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιας φυσικής συγγένειας, η οποία υφίσταται μεταξύ του πρώτου αναιτίου αιτιώδους Όντος και των αιτιατών νοητών όντων (ψυχές και άγγελοι).Βλ. Μ. Φαράντος, Δογματική καί Ἠθική. Εἰσαγωγικά, Αθήνα 1973, σελ. 10 – 18. Η θεολογία, όμως, δεν δέχεται την ύπαρξη οποιασδήποτε είδους φυσικής συγγένειας, η οποία υφίσταται μεταξύ του ανθρωπίνου νοός και της άκτιστης θείας πραγματικότητας, αλλά δέχεται την ύπαρξη της πρώτης ως μίμιση, δηλαδή ως κατ’εικόνα και καθ’ομοίωσιν, της δεύτερης. Ο μιμητικός τρόπος ύπαρξης του ανθρώπου δεν του αφήνει περιθώρια να κινηθεί νοησιαρχικά και διανοητικά προς την επανεύρεση του απωλεσθέντος αναιτίου υπερκείμενου Όντος. Γι’ αυτον ακριβώς το λόγο ο Θεός εξίσταται ενεργειακά – αποκαλυπτικά της υπερουσίου κρυφιότητός του, αποκαλύπτεται με σκοπό να γίνει μεθεκτός κατ’ ενέργειαν από τα κτίσματά Σου. Για περισσότερα περί της μη υπάρξεως της μεταφυσικής στο χριστιανισμό βλ. π. Ιωάν. Ρωμανίδης, Πατερική Θεολογία, εκδόσεις Παρακαταθήκη, Θεσσαλονίκη2004, σελ. 129 –134 και Γ. Παναγόπουλος, Ορθόδοξο δόγμα και Θεολογικός εκσυγχρονισμός, Σύγχρονα θεολογικά ρεύματα στην Ελλάδα, εκδόσεις Γρηγόρη, Αθήνα 2017, σελ. 109 – 117.
17. ΑΓ.ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΥΣΣΗΣ, Κατά Εὐνομίου Β’, PG45, 945D. Ο άγ. Γρηγόριος υπόστηρίζει πως οι άνθρωποι αγνοoύν πρωτίστως τον εαυτό τους και έπειτα όλα τα άλλα όντα, όπως τη λοιπή, νοερή και αισθητή, κτιστή πραγματικότητα και το Θεό. Στη συνέχεια, κάνει λόγο για τον άνθρωπο, ο οποίος είναι διφυής, πράγμα που σημαίνει ότι αυτός συναποτελείται από δύο ειδών υλικές πραγματικότητες, το σώμα και τη ψυχή. Έπειτα, ο ιερός πατήρ της Εκκλησίας μας αναφέρει το γεγονός ότι ενώ χρησιμοποιούνται οι όροι
«σώμα» και «ψυχή» με σκοπό την περιγραφή του κτιστού τρόπου υπάρξεως του ανθρώπου, δεν δύνανται παραταύτα να προσδιορίσουν επακριβώς την ίδια την ανθρώπινη φύση. Με άλλα λόγια, η κατανόηση της ίδιας της ανθρώπινης φύσης ξεφεύγει από την αντιληπτική και καταληπτική ικανότητα της ανθρώπινης διάνοιας. Αυτή η παρατήρηση του αγ. Γρηγορίου πλησιάζει και ομοιάζει κατά πολύ με τις σύγχρονες κοσμολογικές και ανθρωπολογικές αντιλήψεις της επιστήμης, η οποία κάνει λόγο περί του γεγονότος ότι η γνώση κατορθώνεται διά της ενδελεχούς και επισταμένης μελέτης του τρόπου υπάρξεως της κτίσης και της καταγραφής αυτού του τρόπου υπάρξεως σε αφηρημένα σύμβολα και παραστάσεις, δίχως να χρειάζεται η προσπέλαση και η κατανόηση της ουσίας ή κάποιος ορισμός του όντος.
18. Ν. Ματσούκας, Κόσμος, ἄνθρωπος, κοινωνία κατά τόν Μάξιμο Ὁμολογητή, εκδόσεις Γρηγόρη, Αθήνα 2014, σελ. 48.
19. Μ.ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ, Πρός Σεραπίωνα Ἐπιστολή Β’,PG26, 613Α.
 
ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΙ ΔΗΘΕΝ ΜΕ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΨΗΛΑ.

Παρασκευή 13 Ιουνίου 2025

Ο μεγάλης Βουλής Άγγελος και η ελευθερία του Τριαδικού Θεού στον αΐδιο τρόπο ύπαρξής Του - Παντελεήμων Τομάζος

ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΣΧΟΛΗ
ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ-ΤΟΜΕΑΣ ΣΥΣΤΗΜΑΤΙΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ
ΓΝΩΣΤΙΚΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΕΙΔΙΚΕΥΣΗΣ: ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ

ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΣ Α. ΤΟΜΑΖΟΥ 
(ΑΡ. ΜΗΤΡΩΟΥ: 643)
Ο μεγάλης Βουλής Άγγελος και η ελευθερία του Τριαδικού Θεού στον αΐδιο τρόπο ύπαρξής Του

Επιβλέπων Καθηγητής: κ. Νικόλαος Ρ. Ξιώνης
Τριμελής Εξεταστική Επιτροπή: 1) καθ. Νικόλαος Ρ. Ξιώνης, 2) καθ. Μαρίνα Κολοβοπούλου, 3) καθ. Σταύρος Γιαγκάζογλου
ΑΘΗΝΑ 2020
ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Μία από τις μεγαλύτερες συγχύσεις που, σύμφωνα με το Μέγα Αθανάσιο, συμβαίνουν στο θεολογικό χώρο, είναι η ταύτιση του τρόπου υπάρξεως του Υιού και Λόγου του Θεού, του Μεγάλης Βουλής Αγγέλου, της ενυπόστατης Σοφίας και της ζώσας βουλής του Πατρός, με τον τρόπο υπάρξεως των ελλόγων, αισθητών και νοερών, κτιστών όντων. Ο Μέγας Αθανάσιος, θέλοντας να καταστήσει σαφή την οντολογική διάκριση, δηλαδή την ουσιαστική διαφοροποίηση, η οποία υφίσταται μεταξύ της θεότητας και της ανθρωπότητας, επισημαίνει χαρακτηριστικά: «Ἀκούοντες (οι Αρειανοί) γοῦν υἱοὺς χρηματίζοντας τοὺς ἀνθρώπους, ἐνόμισαν καὶ ἑαυτοὺς ἴσους εἶναι τοῦ ἀληθινοῦ καὶ φύσει Υἱοῦ· καὶ νῦν πάλιν ἀκούοντες τοῦ Σωτῆρος, Ἵνα ὦσιν ἓν, καθὼς καὶ ἡμεῖς, πλανῶσιν ἑαυτοὺς, καὶ θρασυνόμενοι νομίζουσιν οὕτως ἔσεσθαι ἑαυτοὺς, ὡς ἔστιν ὁ Υἱὸς ἐν τω Πατρὶ, καὶ ὁ Πατὴρ ἐν τω Υιω· οὐχ ὁρῶντες τὸ ἐκ τῆς τοιαύτης οἰήσεως γενόμενον τοῦ πατρὸς αὐτῶν τοῦ διαβόλου πτῶμα1». Τούτο, ακολούθως, σημαίνει ότι οι υποστηρικτές της αρειανικής κακοδοξίας, λόγω του ότι συνέχεαν τον όρο «υιός», ο οποίος αποδίδεται στα κατά χάριν θεοποιημένα (κτιστά) έλλογα όντα,με τον όρο «Υιός», ο οποίος αποδίδεται αποκλειστικά και μόνο στον άκτιστο Μονογενή Λόγο του Θεού, υποστήριζαν ότι ο άνθρωπος δύναται να υπάρξει όπως υπάρχει ο Υιός εις τον Πατέρα και όπως υπάρχει ο Πατήρ εις τον Υιό.Έτσι, σύμφωνα με τους εκπροσώπους της αρειανικής κακοδοξίας, ο άνθρωπος αποκτά την ίδια σχέση που έχει ο Πατήρ με τον Υιό, λόγω της κατά χάριν υιοποίησης ή υιοθέτησής του. Η υιοποίηση, όμως, του ανθρώπου, σύμφωνα με την πατερική διδασκαλία της Εκκλησίας, δηλώνει τη μετοχή αυτού στην εκ του Πατρός διά του Υιού εν τω Αγίω Πνεύματι άκτιστη φυσική ενέργεια του Τριαδικού Θεού, ή αλλιώς, δηλώνει τη μετοχή αυτού στα άκτιστα ιδιώματα της θεότητας και όχι τη μέθεξη του ανθρώπου στον τρόπο ύπαρξης της ακτίστου θείας πραγματικότητας. Με άλλα λόγια,υιός του Θεού γίνεται ο άνθρωπος που κοινωνεί κατά χάριν της ακτίστου θείας δόξης, δηλαδή ο μέτοχος της μίας άκτιστης ουσιώδους θείας ενέργειας. Ο άνθρωπος δεν δύναται να διεισδύσει στην άρρητη σχέση που υφίσταται μεταξύ του Πατρός και του Υιού, διότι είναι ετερούσιος της θεότητας, λόγω του γεγονότος ότι αυτός είναι κτιστό ενέργημα και αποτέλεσμα της μίας άκτιστης φυσικής θείας ενέργειας, πράγμα που σημαίνει ότι αυτός είναι απότοκο και προϊόν της θείας βουλήσεως. Ενδεχόμενη μέθεξη του ανθρώπου στην άρρητη σχέση που υφίσταται μεταξύ του Πατρός και του Υιού θα τον καθιστούσε μονογενή Υιό του Πατρός, πράγμα το οποίο, ασφαλώς, δεν υφίσταται, διότι ο όρος «μονογενής», ο οποίος αποδίδεται αποκλειστικά και μόνο στην υπόσταση του Υιού και Λόγου του Θεού, αποκλείει την ύπαρξη άλλου φυσικού υιού εντός της ακτίστου θείας πραγματικότητας.Επιπλέον, ενδεχόμενη υποστήριξη της ανωτέρας εσφαλμένης θεολογικά απόψεως θα μετέτρεπε την Αγία Τριάδα σε μυριάδα και τοιουτοτρόπως θα κατελύετο το δόγμα της Αγίας Τριάδος, εξαιτίας της αποδοχής της υπάρξεως πολλών φυσικών υιών εντός της θεότητας.

Εκ των ανωτέρω συνάγεται αβιάστως το συμπέρασμα ότι ο φυσικός Υιός και Λόγος του Πατρός διαφέρει οντολογικά, δηλαδή κατά την ουσία, από τα λοιπά έλλογα, αισθητά και νοερά, κτιστά όντα, διότι διαφέρει κατά το άκτιστον. Η διαφοροποίηση που υφίσταται μεταξύ της ακτίστου και της κτιστής πραγματικότητας έγκειται στη θεία βούληση, πράγμα που σημαίνει ότι ολάκερη η κτιστή πραγματικότητα είναι αποτέλεσμα της θείας βουλήσεως, θέλημα – θεληθέν ή απότοκο της κινήσεως της ορεκτικής φυσικής βουλήσεως του ενός άκτιστου Τριαδικού Θεού, προϊόν δηλαδή της ακτίστου θείας ενεργείας2.Έτσι, ό,τι είναι αποτέλεσμα της θείας βούλησης αδυνατεί να είναι άκτιστο κατά τη φύση, και τούτο διότι το θεληθέν κτίσμα «ἦν ποτε ὅτε οὐκ ἦν», πράγμα που σημαίνει ότι αυτό δεν υπήρχε πάντοτε, αλλά άρχισε να υπάρχει σε κάποια συγκεκριμένη φάση της δημιουργίας διά του θείου δημιουργικού προστάγματος. Η μη αιώνια ύπαρξη του κτιστού, δηλαδή του θεληθέντος ενεργήματος, δηλώνει τον εγκλωβισμό αυτού στην αιτιατική σχέση που υφίσταται μεταξύ του αιτίου και του αποτελέσματος, πράγμα που σημαίνει ότι το αιτιατό ενέργημα ή βούλημα, δηλαδή το κτίσμα, είναι πάντοτε περιορισμένο εντός του ροώδους χρόνου ή του αιώνα και εντός κάποιου περιγραπτού τοπικού διαστήματος. Αυτού του είδους οι κτιστοί περιορισμοί φανερώνουν το γεγονός ότι το θεληθέν της βουλήσεως είναι αιτιατό, πράγμα που σημαίνει ότι αυτό δεν έχει ως αίτιο της ύπαρξής του τον ίδιο του τον εαυτό και ούτε βεβαίως υπάρχει αενάως, αιωνίως και αϊδίως από μόνο του, διότι η ύπαρξή του εξαρτάται απόλυτα από τη θέληση ή βούληση του ενός ακτίστου Τριαδικού Θεού. Εν ολίγοις, η φυσική θέληση του Θεού κάνει τα όντα να είναι αυτό που είναι, λόγω του γεγονότος ότι αυτά προέρχονται – θέλονται από αυτήν.

Εκ των ανωτέρω καθίσταται σαφές το γεγονός ότι ο Υιός δεν προέρχεται από τη βούληση του Πατρός,διότι τούτο θα Τον περιόριζε και εγκλώβιζε εντός του αιώνα, του ροώδους χρόνου, του τόπου και του περιγραπτού διαστήματος, πράγμα που σημαίνει ότι θα Τον μετέτρεπε σε ένα απλό κτίσμα, το οποίο προέρχεται δημιουργικώς από την άκτιστη θεία ενέργεια, καθώς αυτή αποτελεί τη μία ουσιώδη κίνηση της βουλήσεως ή της θελήσεως3.Οι Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας προκειμένου να διασφαλίσουν την ομοουσιότητα του Πατρός και του Υιού επισημαίνουν με ενάργεια το γεγονός ότι ο Υιός προέρχεται από την ουσία του Πατρός και όχι από τη θεία βούληση. Ακόμη, επισημαίνουν πως ο Υιός και Λόγος του Πατρός είναι η ίδια η δύναμη, η σοφία και η βούληση του Πατρός4, καθώς διά του Υιού και Λόγου του Θεού δημιουργούνται και προάγονται από την ανυπαρξία στην ύπαρξη όλα τα κτιστά, έλλογα και άλογα, αισθητά και νοερά, έμψυχα και άψυχα, όντα.

Στηνπαρούσα εργασία επιχειρείται συστηματική μελέτη της εκ της ουσίας γέννησης του Υιού από την υπόσταση;;; του Πατρός, καθώς και η ανάδειξη του γεγονότος ότι ο Υιός δεν προέρχεται από τη θεία βούληση5, λόγω του ότι Αυτός είναι ομόβουλος, ομοδύναμος και ομοούσιος με τον Πατέρα.Αυτή η ταυτότητα της θείας βουλήσεως, την οποίαν έχουν όλες οι θεαρχικές υποστάσεις της Αγίας Τριάδος, σχετίζεται άμεσα και με την ελευθερία του Θεού, η οποία θεωρείται ως η αυτεξούσια, δηλαδή φυσική θελητική, κίνηση του Θεού. Στην προοπτική αυτή της εξετάσεως της εκ της ουσίας του Πατρός γέννησης του Υιού, όπως και του απόλυτα ελεύθερου τρόπου της υπάρξεως της θείας ουσίας, χρησιμοποιείται η παραγωγική μέθοδος, πράγμα που σημαίνει ότι από τα γενικά, συνάγονται τα ειδικά.

Στην Εισαγωγή αναφέρονται οι δομικές προϋποθέσεις, οι οποίες είναι αναγκαίες για την προσέγγιση και κατανόηση του γεγονότος της εκ της ουσίας γεννήσεως του Υιού και Λόγου του Πατρός κατά την πατρική υπόσταση. Στο πρώτο μέρος της Εισαγωγής γίνεται λόγος περί της θείας ουσίας και περί της ομοουσιότητας των υποστάσεων – προσώπων της Αγίας Τριάδος, ενώ στο δεύτερο μέρος γίνεται λόγος για τον αιτιατό και για τον αιτιώδη τρόπο ύπαρξης των τριών θείων υποστάσεων, δηλαδή για την υποστατική διάκριση των προσώπων της Αγίας Τριάδος. Τα ανωτέρω πραγματευόμενα είναι απολύτως απαραίτητα για την κατανόηση του ενιαίου της θείας βουλήσεως, καθώς αυτή προέρχεται από τη μία θεία ουσία και όχι από τις τρείς υποστάσεις, οι οποίες είναι ο ιδιαίτερος τρόπος ύπαρξης και φανέρωσης της μίας θείας ουσίας, ή αλλιώς η ουσία μετά των υποστατικών ιδιωμάτων ή συμβεβηκότων;;;.

Στο πρώτο κεφάλαιο παρουσιάζεται ο αποκαλυπτικός χαρακτήρας της θείας βουλήσεως, η άμεση, δηλαδή, σχέση που υφίσταται μεταξύ της θελήσεως και της ενέργειας, καθώς η άκτιστη ενέργεια είναι αυτή που αποκαλύπτει την άκτιστη φυσική θέληση του ενός Τριαδικού Θεού στην έλλογη, αισθητή και νοερή, κτιστή πραγματικότητα. Επίσης, παρουσιάζεται η σχέση της βουλήσεως και κατ’ επέκταση της ενέργειας με την υπόσταση ή το πρόσωπο. Αυτό σημαίνει ότι η υπόσταση είναι θέλουσα και ενεργούσα, δίχως, όμως, να προέρχονται από αυτήν η θέληση και η ενέργεια, διότι τούτο θα οδηγούσε στην αποδοχή της υπάρξεως τριών υποστατικών ενεργειών και άρα τριών προσωπικών θελήσεων, πράγμα που σημαίνει την ύπαρξη τριών διαφορετικών ουσιών, δηλαδή τριών θεών. Εκ των ανωτέρω συνάγεται αβιάστως το συμπέρασμα ότι η θέληση και η ενέργεια προέρχονται από τη μία θεία ουσία και όχι από τις τρεις θείες υποστάσεις, πράγμα που σημαίνει ότι αυτές αποδίδονται αποκλειστικά και μόνο στη μία άκτιστη θεότητα, δηλαδή στην ουσία.[ΕΙΝΑΙ ΚΟΙΝΕΣ ΚΑΘΟΤΙ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΔΑ ΔΕΝ ΥΦΙΣΤΑΤΑΙ ΟΥΣΙΑ ΑΝΥΠΟΣΤΑΤΗ Ή ΥΠΟΣΤΑΣΗ ΑΝΟΥΣΙΑ]

Στο δεύτερο κεφάλαιο γίνεται λόγος περί της ελευθερίας του Τριαδικού Θεού, η οποία είναι μία και ενιαία, διότι είναι φυσική, πράγμα που σημαίνει ότι αυτή αποδίδεται στη μία θεία ουσία, όπως συμβαίνει και με όλα τα λοιπά άκτιστα φυσικά ιδιώματα της θεότητας. Στη συνέχεια, παρατίθενται κάποιες απόψεις ενός φιλοσοφικού τρόπου σκέψεως, αυτού της οντολογίας του προσώπου, τρόπος σκέψης ο οποίος κάνει λόγο περί της αναγκαιότητας της ουσίας ή φύσεως. Στο εν λόγω υποκεφάλαιο αναπτύσσονται διεξοδικά κάποιες απόψεις της σύγχρονης θεολογικής, θρησκειολογικής και φιλοσοφικής διανόησης, οι οποίες στη συνέχεια συγκρίνονται με την πατερική–βιβλική θεολογία της Εκκλησίας.

Στη συνέχεια, αποδεικνύεται διά της χρήσεως των πατερικών πηγών το άτοπο της κατ’ ανάγκην υπάρξεως της άκτιστης και κατ’ επέκταση της κτιστής, έλλογης και νοερής, πραγματικότητας. Έπειτα, εφόσον αποσαφηνιστεί το γεγονός ότι το κατά φύσιν δεν σημαίνει την κατ’ ανάγκην ύπαρξη, περιγράφεται η εκ της ουσίας γέννηση του Υιού απότον Πατέρα. Επιπλέον, αναφέρεται ο μη αθέλητος τρόπος προελεύσεως;;;; του Υιού από την ουσία του Πατρός, πράγμα που σημαίνει ότι ο Υιός θέλεται και αγαπάται από τον Πατέρα, δίχως, όμως, να είναι αντικείμενο της θελήσεως, δηλαδή θέλημα ή ενέργημα που προέρχεται από την αγάπη και τη βούληση του Θεού Πατρός. Ακόμη, γίνεται αναφορά στον εξαγγελτικό χαρακτήρα του Υιού και Λόγου του Θεού, ο οποίος όχι μόνον είναι η ίδια η βούληση του Πατρός, αλλά είναι Αυτός που αποκαλύπτει τη θεία βούληση, δηλαδή τον Εαυτό Σου, σε ολάκερη την κτιστή, νοερή και αισθητή, πραγματικότητα μέσω της εκφαντορικής δυνάμεως του Αγίου Πνεύματος.

Στο τρίτο και τελευταίο κεφάλαιο γίνεται λόγος για την ένσαρκη παρουσία του Μεγάλης Βουλής Αγγέλου, δηλαδή του Υιού και Λόγου του Θεού, στη θεία οικονομία,δηλαδή στην κτιστή πραγματικότητα. Η εν σαρκί παρουσία του Υιού στην κτιστή πραγματικότητα δεν σημαίνει την αφαίρεση της ταυτότητας της θείας βουλήσεως, την οποίαν έχει ο Υιός με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα. Στο πλαίσιο της ανάδειξης της ταυτότητας του βουλήσεως, την οποίαν έχουν τα τρία θεία πρόσωπα ή υποστάσεις, αναφέρεται και η υποταγή της ανθρώπινης θέλησης του Χριστού στη θεία, η οποία δεν σημαίνει την υποταγή του θείου θελήματος του Υιού στον Πατέρα, καθώς η βούληση δεν είναι υποστατική, αλλά φυσική,δηλαδή ανήκει σε όλες τις υποστάσεις της Αγίας Τριάδος. Έπειτα, παρατίθενται οι απόψεις της θεοεγκατάλειψης και της υποταγής του Υιού στον Πατέρα, οι οποίες συγκρίνονται και αντιπαραβάλλονται με τη θεολογία των Ελλήνων Πατέρων της Εκκλησίας, η οποία υποστηρίζει εμμόνως την ομοουσιότητα και την ταυτότητα της βουλήσεως των υποστάσεων της Αγίας Τριάδος. Τέλος, υφίσταται σύγκριση μεταξύ της υποταγής του ανθρώπινου θελήματος του Χριστού στο θείο και της υποταγής του ανθρώπινου θελήματος των ανθρώπων στο θείο. Εν ολίγοις, ο Χριστός δεν βούλεται ως άνθρωπος με ιδιαίτερο τρόπο, πράγμα που σημαίνει ότι δεν διαθέτει γνωμικό, προσωπικό και εξατομικευμένο θέλημα, παρά μόνον ακολουθεί το θείο θέλημα του Θεού Πατρός, το οποίο είναι και δικό του, λόγω της ταυτότητας της βουλήσεως που έχουν όλες οι υποστάσεις της Αγίας Τριάδος.[ΣΑΝ ΝΑ ΞΕΧΩΡΙΖΕΙ Η ΜΟΝΑΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΝ ΤΡΙΑΔΙ ΟΡΟ ΤΗΣ ΚΑΙ ΝΑ ΦΩΤΙΖΕΤΑΙ ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ. ΘΑ ΔΟΥΜΕ ΚΑΘΟΤΙ ΥΠΑΡΧΕΙ Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΗΣ ΑΜΕΣΑ ΚΑΘΩΝ ΔΥΝΑΤΑΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΤΟ ΑΓΙΟ ΣΥΜΕΩΝ.]

Θερμές ευχαριστίες για την ολοκλήρωση της παρούσης ανά χείρας εργασίας οφείλω στον καθηγητή και σύμβουλό μου Νικόλαο Ξιώνη για την πολύ σημαντική συμβολή του στη διεκπεραίωση αυτής της εγγράφου προσπάθειας. Η συμβολή του αυτή υπήρξε άκρως απαραίτητη, καθώς με τις πολύτιμες υποδείξεις του, τις ακραιφνώς θεολογικές παρατηρήσεις του και με τη συνεχή καθοδήγησή του εξοπλίστηκε ο θεολογικός τρόπος σκέψης και εκφράσεως, γραπτής και προφορικής, του συγγραφέως της ανά χείρας διπλωματικής εργασίας. Επίσης, οφείλω θερμές ευχαριστίες προς την πολυμελή οικογένεια μου, καθώς αυτή υπήρξε ένας καθοριστικός συναισθηματικός αρωγός, ο οποίος συνέβαλλε αρκετά στην ολοκλήρωση του παρόντος πονήματος.Ακόμη, οφείλω ένα ευχαριστώ στον φιλόλογο Δημήτριο Κεχαγιάογλου γιά τη γλωσσική κα ιορθογραφική επιμέλεια της διπλωματικής μου εργασίας.

(συνεχιζεται)

Σημειώσεις

1. Μ.ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ,Κατά Ἀρειανῶν Γ΄,PG26, 360Α.
2. π.Ιωάν.Ρωμανίδης,Το Προπατορικόν Ἀμάρτημα,εκδόσεις Δόμος, Αθήνα 1989,σελ.39.
3. Μ.ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ, ΠρόςΣεραπίωνα Ἐπιστολή Γ’ ,PG26, 629D– 632A.
4. ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ,ἜκδοσιςἈκριβήςτῆςὈρθοδόξουΠίστεως,PG94, 856Α: «Βούλησις καὶ σοφία καὶ δύναμις ὁ υἱός ἐστι τοῦ πατρός». (Η έντονη υπογράμμιση του συγγραφέως).
5. Μ.ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Κατά Ἀρειανῶν Γ΄,PG26,149CD:«Ὑπεραναβέβηκεδὲτῆς βουλήσεως το πεφυκέναι καὶ εἶναι αὐτὸν πατέρα τοῦ ἰδίου Λόγου».

Γιατί ο Θεός έγινε Άνθρωπος; (Άγιος Μάξιμος Ομολογητής)

  

"Τοῦτό ἐστι τὸ μακάριον, δι᾿ ὃ τὰ πάντα συνέστησαν τέλος"
«᾿Αλλὰ μὲ τὸ πολύτιμο αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ θυσιάστηκε σὰν ἀμνὸς ἄμωμος καὶ ἄσπιλος, κι ἦταν βέβαια προορισμένος πρὶν ἀπὸ τὴ δημιουργία τοῦ κόσμου, ἀλλὰ φανερώθηκε γιὰ χάρη μας αὐτὰ τὰ τελευταῖα χρόνια»1. 

Προορισμένος ἀπὸ ποιόν;
ΑΠΟΚΡΙΣΗ
Τὸ μυστήριο τοῦ Χριστοῦ ὁ λόγος τῆς Γραφῆς τὸ ὀνόμασε Χριστὸ καὶ τὸ βεβαιώνει μὲ σαφήνεια ὁ μέγας ᾿Απόστολος λέγοντας, «τὸ μυστικὸ σχέδιο, ποὺ ἦταν κρυμμένο ἀπὸ ὅλες τὶς γενεές, φανερώθηκε τώρα»2, ἐννοώντας δηλαδὴ ὡς τὸν Χριστό, τὸ μυστικὸ σχέδιο μὲ τὸν Χριστό. Αὐτὸ εἶναι ὁλοφάνερα ἡ ἄρρητη καὶ ἀκατάληπτη ὑποστασιακὴ ἕνωση τῆς θεότητας καὶ τῆς ἀνθρωπότητας, ποὺ ὁδηγεῖ σὲ ταυτότητα πλήρη τὴν ἀνθρωπότητα μὲ τὴ θεότητα ἐξαιτίας τῆς ὑπόστασης καί, κάνοντας μία τὴν ὑπόσταση τὴ σύνθετη ἀπὸ τὰ δύο, χωρὶς ἡ φυσικὴ διαφορὰ τῆς οὐσίας τους νὰ προκαλέσει σ᾿ αὐτὴν καμμιὰ μείωση σὲ ὁτιδήποτε. 
Τὸ μυστήριο τοῦτο [τοῦ Χριστοῦ] προγνώριζε ὁ Πατέρας καὶ ὁ Υἱὸς καὶ τὸ ἅγιο Πνεῦμα.
῾Ο Πατέρας γιατὶ ἔτσι εὐδόκησε, ὁ Υἱὸς γιατὶ ἦταν ὁ αὐτουργός, καὶ τὸ Πνεῦμα γιατὶ συνεργαζόταν σ᾿ αὐτό. Γιατὶ εἶναι μία ἡ γνώση τοῦ Πατέρα καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ἐπειδὴ εἶναι μία καὶ ἡ οὐσία καὶ ἡ δύναμη. Δὲν ἀγνοοῦσε δηλαδὴ ὁ Πατέρας ἢ τὸ ἅγιο Πνεῦμα τὴ σάρκωση τοῦ Υἱοῦ, γιατὶ ὑπῆρχε σὲ ὁλόκληρο τὸν Υἱό, ποὺ αὐτουργοῦσε τὸ μυστήριο τῆς σωτηρίας μας μὲ τὴ σάρκωσή Του, ὅλος κατὰ τὴν οὐσία Του ὁ Πατέρας, ὄχι βέβαια μὲ σάρκωσή Του, ἀλλὰ εὐδοκώντας γιὰ τὴ σάρκωση τοῦ Υἱοῦ, καὶ ὁλόκληρο τὸ ἅγιο Πνεῦμα κατὰ τὴν οὐσία Του ὑπῆρχε στὸν Υἱό, ὄχι λαμβάνοντας σάρκα, ἀλλὰ συνεργώντας μὲ τὸν Υἱὸ στὴν ἀπόρρητη γιὰ μᾶς σάρκωσή Του.
Εἴτε λοιπὸν πεῖ κάποιος Χριστό, εἴτε μυστήριο τοῦ Χριστοῦ, τὴν πρόγνωση γι᾿ αὐτὸ κατὰ τὴν οὐσία τὴν ἔχει μόνη ἡ ἁγία Τριάδα, ὁ Πατέρας, ὁ Υἱὸς καὶ τὸ ἅγιο Πνεῦμα. Κι ἄς μὴν ἀναρωτηθεῖ κανένας πῶς ὁ Χριστός, ἐνῶ εἶναι ἕνας ἀπὸ τὴν ἁγία Τριάδα, γίνεται ἀντικείμενο πρόγνωσής της, ἔχοντας ὑπόψη ὅτι δὲν ἔγινε πρόγνωση τοῦ Χριστοῦ ὡς Θεοῦ, ἀλλὰ ὡς ἀνθρώπου, ἔγινε δηλαδὴ πρόγνωση τῆς κατ᾿ οἰκονομίαν σάρκωσής του γιὰ χάρη τοῦ ἀνθρώπου. Γιατὶ ὅ,τι ὑπάρχει αἰώνια ποτὲ δὲν προγνωρίζεται ἀπὸ ἕνα ἄλλο αἰώνιο. Γιατὶ ἡ πρόγνωση γίνεται γιὰ ὅσα ἔχουν ἀρχὴ στὸ εἶναι καὶ γιὰ κάποια αἰτία. 
Προγνωρίσθηκε λοιπὸν ὁ Χριστὸς ἀπὸ πρὶν ὄχι γι᾿ αὐτὸ ποὺ ἦταν κατὰ φύση γιὰ τὸν ἑαυτό του, ἀλλὰ γι᾿ αὐτὸ ποὺ φάνηκε ὅτι ἔγινε ἀργότερα γιὰ μᾶς κατ᾿ οἰκονομία. ῎Επρεπε δηλαδὴ ἀληθινὰ ὁ φυσικὸς δημιουργὸς τῆς οὐσίας τῶν ὄντων νὰ γίνει αὐτουργὸς καὶ τῆς κατὰ χάρη θέωσης τῶν δημιουργημάτων, ὥστε ὁ δωρητὴς τοῦ εἶναι νὰ φανεῖ δωρεοδότης καὶ τῆς μακαριότητας. ᾿Επειδὴ λοιπὸν κανένα ἀπὸ τὰ ὄντα δὲν γνωρίζει καθόλου τὸν ἑαυτό του ἢ κάποιο ἄλλο τί εἶναι ὡς πρὸς τὴν οὐσία, εἶναι εὔλογο ὅτι κανένα ἀπὸ τὰ ὄντα δὲν ἔχει κατὰ τὴ φύση τὴν ἱκανότητα πρόγνωσης κανενὸς ἀπὸ ὅσα θὰ γίνουν, πλὴν μόνο ὁ Θεὸς ὁ πάνω ἀπὸ τὰ ὄντα, ποὺ καὶ τὸν ἑαυτό Του γνωρίζει τί εἶναι κατὰ τὴν οὐσία καὶ γιὰ ὅλα ὅσα δημιούργησε καὶ πρὶν ἀκόμα γίνουν εἶχε ἀπὸ πρὶν τὴ γνώση τῆς ὕπαρξής τους κι ἔμελλε κατὰ χάρη νὰ φιλοδωρήσει τὰ ὄντα μὲ τὴ γνώση τοῦ ἑαυτοῦ τους καὶ τῶν ἄλλων, τί εἶναι στὴν οὐσία τους, καὶ νὰ φανερώσει τοὺς λόγους ποὺ ὑπάρχουν ἑνιαῖα σ᾿ αὐτὸν ἀπὸ πρίν.
Τὸ νὰ λένε μερικοὶ ὅμως πὼς ὁ Χριστὸς εἶχε προγνωσθεῖ πρὶν ἀπὸ τὴν καταβολὴ τοῦ κόσμου ἀπὸ ἐκείνους, στοὺς ὁποίους φανερώθηκε ὕστερα τοὺς τελευταίους καιρούς, ἐπειδὴ ἐκεῖνοι οἱ ἴδιοι ὑπῆρχαν πρὶν ἀπὸ τὴν καταβολὴ τοῦ κόσμου μαζὶ μὲ τὸν προεγνωσμένο Χριστό, αὐτὸν τὸ λόγο σὰν ἐντελῶς ἄσχετο μὲ τὴν ἀλήθεια, ἐπειδὴ κάνει συναΐδια μὲ τὸν Θεὸ τὴν οὐσία τῶν λογικῶν ὄντων, τὸν ἀπορρίπτουμεΓιατὶ εἶναι τελείως ἀδύνατο νὰ βρίσκονται μὲ τὸ Χριστό, ἔτσι ὅπως αὐτὸς εἶναι, καὶ πάλι νὰ λείψουν τελείως κάποτε ἀπὸ αὐτόν, ἂν βέβαια εἶναι φυσικὸ νὰ γίνει σ᾿ αὐτὸν ἡ ἀποπεράτωση τῶν αἰώνων καὶ ἡ στάση ὅσων κινοῦνται, μέσα στὴν ὁποία κανένα ἀπολύτως ἀπὸ τὰ ὄντα δὲ θὰ ὑπόκειται σὲ μεταβολή. ῾Ο λόγος τῆς Γραφῆς κάλεσε τὸν Χριστὸ ἄμωμο καὶ ἄσπιλο, ἐπειδὴ εἶναι κατὰ τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα ἀπὸ τὴ φύση του τελείως ξένος ἀπὸ τὴ φθορὰ τῆς ἁμαρτίας. Γιατὶ ἡ ψυχή του δὲν εἶχε μῶμο κακίας οὔτε τὸ σῶμα του σπίλο τῆς ἁμαρτίας.
῾Αγίου Μαξίμου ῾Ομολογητοῦ, Πρὸς Θαλάσσιον Περὶ Διαφόρων ᾿Απόρων τῆς ῾Αγίας Γραφῆς, ᾿Ερώτησις Ξʹ.Ε.Π.Ε. τ. 14Γ, σελ. 186-195, Θεσσαλονίκη 1992)