Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Paul Tillich. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Paul Tillich. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2026

Η ΤΡΙΑΔΑ ΣΑΝ ΑΥΤΟΦΑΝΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΖΩΗΣ: PAUL TILLICH - 28

 Συνέχεια από Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2020

Στις πηγές τής νεωτερικής θεολογίας (ΧXΧVΙΙ)

Σέβεται περισσότερο το δόγμα, είναι πιο συντηρητικός, με μια πρώτη ματιά ο Τίλλιχ, ένας ακόμη υποστηρικτής της «κοπερνικής επανάστασης» του Μπαρτ, στην προτεσταντική θεολογία.
Το τριαδικό πρόβλημα δεν έχει καμμία σχέση με την παραποιητική θέση του πως ένα μπορεί να είναι τρία και τρία να είναι ένα, αντιθέτως αφορά το πρόβλημα της ενότητος ανάμεσα στο υπέρτατο και στο συγκεκριμένο, στον ζωντανό θεό. Σίγουρα, συνεχίζει ο Τίλλιχ, πρέπει να μιλήσουμε για τον θεό σαν ένα «προσωπικό θεό»: αυτό το σύμβολο είναι βασικό για να μπορέσουμε να μιλήσουμε για την σχέση με τον θεό σαν μια υπαρξιακή σχέση. Μια υπαρξιακή σχέση είναι πάντοτε μια σχέση πρόσωπο με πρόσωπο. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να έχει ένα «υπέρτατο ενδιαφέρον» για κάτι το οποίο είναι λιγότερο από προσωπικό. Με άλλα λόγια, συνδυάζοντας την μέθοδό του της «αμοιβαίας σχέσης» και την ιδέα του τού θεού σαν «υπέρτατο ενδιαφέρον» ή «ανεπηρέαστο», ο Τίλλιχ επαναφέρει με τον τρόπο του την παραδοσιακή προβληματική του προσώπου στον θεό. Παρ’ όλα αυτά παρατηρεί πως η έκφραση «προσωπικός θεός» δεν σημαίνει καθόλου πως ο θεός είναι ένα πρόσωπο, αλλά σημαίνει περισσότερο πως ο θεός είναι το θεμέλιο όλων αυτών που είναι προσωπικά, και διαθέτει μέσα του την οντολογική δύναμη της προσωπικότητος. Ο θεός δεν είναι ένα πρόσωπο, ούτε δεν είναι προσωπικός. Δεν πρέπει να ξεχνούμε, παρατηρεί ο Τίλλιχ, πως η κλασσική θεολογία χρησιμοποίησε τον όρο πρόσωπο για τις τριαδικές υποστάσεις;;;, όχι για τον ίδιο τον θεό. Ο θεός γίνεται πρόσωπο μόνον στον 19ο αιώνα, σε αναφορά με τον Καντιανό χωρισμό ανάμεσα στην φύση η οποία κυριαρχείται από τον φυσικό νόμο και την προσωπικότητα η οποία οδηγείται από τον ηθικό νόμο. Έτσι ο θεϊσμός κατανόησε τον θεό, σαν ένα ουράνιο πρόσωπο, τελειότατο, το οποίο κατοικεί πάνω από τον κόσμο και από την ανθρωπότητα. Η διαμαρτυρία του αθεϊσμού ενάντια σε ένα τόσο υψηλότατο πρόσωπο είναι συνεπής. Δεν είναι τόσο φανερή η ύπαρξίς του και δεν εμπλέκει ούτε το υπέρτατο ενδιαφέρον του ανθρώπου. Ο θεός δεν είναι θεός, ισχυρίζεται ο Tillich, χωρίς καθολική συμμετοχή: «Ο προσωπικός θεός» είναι ένα σύμβολο γεμάτο σύγχυση.

Κάθε διάλογος γύρω από το Χριστιανικό δόγμα της Τριάδος, κατά τον Τίλλιχ, πρέπει να ξεκινήσει από την Χριστολογική διαβεβαίωση πως ο Ιησούς είναι ο Χριστός.

Το Τριαδικό δόγμα δυναμώνει το Χριστολογικό δόγμα τελικώς. Εάν αντί του προβλήματος των χριστιανικών δογμάτων θέσουμε εκείνο των προϋποθέσεών του σε μια ιδέα του θεού, τότε ο λόγος αλλάζει και πρέπει να ξεκινήσουμε από το πνεύμα αντί από τον Λόγο. Ο θεός, φαίνεται να επαναλαμβάνει ο Τίλλιχ με τον Χέγκελ, είναι πνεύμα: κάθε τριαδολογική διαβεβαίωση πρέπει να παράγεται από αυτή την βασική διαβεβαίωση.

Το Τριαδικό δόγμα δεν είναι ούτε παράλογο ούτε παράδοξο, αλλά διαλεκτικό: αυτή είναι η βασική θέση του Τίλλιχ. Τίποτε θεϊκό δεν είναι παράλογο, καθώς η νόηση είναι η ίδια η πεπερασμένη φανέρωση του θείου Λόγου. Ούτε παράδοξη είναι, διότι υπάρχει ένα παράδοξο στην σχέση θεού και ανθρώπου, και είναι στην γλώσσα τού κατά Ιωάννην, το γεγονός πως ο Λόγος σάρξ εγένετο, εισήλθε δηλαδή στην ιστορική ύπαρξη του χώρου και του χρόνου. Όλες οι υπόλοιπες παράδοξες διαβεβαιώσεις του Χριστιανισμού είναι παραλλαγές και εφαρμογές αυτού του ιδίου παραδόξου, όπως για παράδειγμα το δόγμα της δικαιώσεως δια της μόνης Χάριτος, ή η συμμετοχή του θεού στα πάθη του Σύμπαντος. Αντιθέτως τα τριαδολογικά σύμβολα είναι διαλεκτικά. Αντανακλούν την διαλεκτική της ζωής, δηλαδή την κίνηση του χωρισμού και της επανένωσης. Απηχώντας ξανά στον Χέγκελ, ισχυρίζεται δηλαδή πως η ζωή πρέπει να περιγραφεί σαν την πρόοδο της εξόδου από τον εαυτό και της επιστροφής στον εαυτό.

Η ουσία του Τριαδικού στοχασμού προσφέρεται οπωσδήποτε, από την εμπειρία της αποκαλύψεως και η μορφή του έχει την ίδια λογική την οποία πρέπει να διαθέτει κάθε θεολογία σαν έργο του Λόγου. Αλλ’ όμως η προσευχή σε ένα από τα τρία πρόσωπα, στα οποία υπάρχει η θεία ουσία, αναρωτιέται ο Τίλλιχ, κατευθύνεται προς κάποιον ο οποίος δεν είναι άλλο πράγμα από εκείνον στον οποίο κατευθύνεται μια άλλη προσευχή; Εάν δεν υπάρχει διαφορά γιατί να μην κατευθύνεται η προσευχή απλά προς τον θεό; Ε λοιπόν, κατά τον Τίλλιχ, οι έννοιες της ουσίας και της υποστάσεως , όπως και εκείνες της substantia και persona, δεν μπορούν να απαντήσουν σ’ αυτές τις ερωτήσεις, τις τόσο βασικές. Τις συγχέουν απλώς και ανοίγουν τον δρόμο σε ένα απεριόριστο αριθμό όρων απευθύνσεων της προσευχής, όπως ακριβώς κατέληξε με την λατρεία της Μαρίας και των Αγίων, παρόλες τις θεολογικές διακρίσεις ανάμεσα σε μια προσευχή που κατευθύνεται στον θεό και την επίκληση των αγίων! 

Ο Τίλλιχ αναγνωρίζει πώς στίς αρχές του το Τριαδικό δόγμα χρησίμευσε να εκφράση με τρία «σύμβολα» κεντρικά, την αυτοφανέρωση τού Θεού στον άνθρωπο, αποκαλύπτοντας το βάθος τής θείας αβύσσου και απαντώντας στην ερώτηση πάνω στο νόημα τής υπάρξεως. Αργότερα κατέληξε σέ άλυτο Μυστήριο, τόσο πού λατρεύτηκε στον βωμό. Θα είναι άραγε εκ νέου δυνατόν, αναρωτιέται ο Τίλλιχ, να απαγγείλουμε χωρίς καμμιά θεολογική αμηχανία ή απλή προσαρμογή στην παράδοση, τίς μεγάλες λέξεις: «στό όνομα τού Πατρός, τού Υιού και τού Αγίου Πνεύματος;» Θα είναι άραγε εκ νέου δυνατόν να προσευχόμαστε ευχόμενοι μέσα από «τήν αγάπη τού Πατρός, τήν Χάρη τού Ιησού Χριστού και την κοινωνία τού Αγίου Πνεύματος», χωρίς να ξυπνάμε δεισιδαιμονικές εικόνες σε εκείνους πού ακούνε την προσευχή; 

Ο Τίλλιχ πιστεύει πώς είναι δυνατόν, με τον όρο όμως μιας ριζικής αναθεώρησης τού Τριαδικού δόγματος και με μια καινούρια κατανόηση της θείας ζωής και της πνευματικής παρουσίας. Το τριαδικό δόγμα δεν είναι ολοκληρωμένο.Δεν είναι δυνατόν να εγκαταλειφθεί ούτε να γίνει αποδεκτό στην παραδοσιακή του μορφή. Πρέπει να παραμείνη ανοιχτό για να μπορέσει να εκπληρώσει την πρωταρχική του λειτουργία: να εκφράσει με κατανοητά σύμβολα την αυτοφανέρωση της θεϊκής ζωής στον άνθρωπο. 

Και εμείς όμως από την μεριά μας δεν μπορούμε να μην αναρωτηθούμε: ανάμεσα στον Βιβλικό φονταμενταλισμό τού Brunner και την ριζική απομυθοποίηση τού Μπούλτμαν, σε ποιά αποτελέσματα φτάνει η μέθοδος της αμοιβαίας σχέσης τού Τίλλιχ; Εάν τα πρόσωπα τού Πατρός τού Υιού και τού Αγίου Πνεύματος είναι συνώνυμα τού Είναι, τής υπάρξεως και τής ζωής και κατά συνέπεια απλές στιγμές στην πρόοδο τής θείας ζωής, όλο αυτό δέν είναι ένα είδος Γνώσης πού μάς πισωγυρίζει για άλλη μια φορά, στό παληό αλλά ακόμη αρκετά ουδετεροποιημένο λάθος τού Σαβέλλιου; 
Αμέθυστος 
ΣχόλιοΌπως βλέπουμε οι Γερμανοί θεολόγοι, οι δάσκαλοι των δικών μας, όσο πλησιάζουμε στην εποχή μας γίνονται όλο και πιο υβριστικοί. Ο εκσυγχρονισμός τής Εκκλησίας, ο σκοπός τής ζωής τού Ζηζιούλα, τού Γιανναρά καί τού Ράμφου καί όλου τού συρφετού πού τρώει από το τραπέζι τους, τής Ακαδημίας Βόλου π.χ.,εκφράζεται τέλεια από τον Τίλλιχ . Για τούς εκσυγχρονιστές η παραδοσιακή Τριαδολογία προσφέρει δεισιδαιμονικές εικόνες. 
Ως πότε θα τούς ανεχόμαστε; 

ΠΙΣΤΕΥΟΥΝ ΣΕ ΑΛΛΟ ΘΕΟ! 

Η ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΙΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ, είναι η αυτοφανέρωση τής θεϊκής ζωής στόν άνθρωπο, έτσι ώστε ο άνθρωπος να ζήσει αναλόγως τής θεϊκής ζωής. Μέ τόν τρόπο υπάρξεως τού Θεού. Γι’ αυτό αρνούνται τήν πτώση, φοβούνται τή φύση, προβάλλουν τήν προσωπικότητά τους, μιμούμενοι τούς Γερμανούς άθεους. Ως πότε; Θα τούς θεωρούμε μορφωμένους και την πίστη μας πρωτόγονη;

ΕΝΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΔΑΣΚΑΛΟΥΣ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ.

Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 2025

Η ΤΡΙΑΔΑ ΣΑΝ ΑΥΤΟΦΑΝΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΖΩΗΣ: PAUL TILLICH - 28

 Συνέχεια από Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2020

Στις πηγές τής νεωτερικής θεολογίας (ΧXΧVΙΙ)

Σέβεται περισσότερο το δόγμα, είναι πιο συντηρητικός, με μια πρώτη ματιά ο Τίλλιχ, ένας ακόμη υποστηρικτής της «κοπερνικής επανάστασης» του Μπαρτ, στην προτεσταντική θεολογία.
Το τριαδικό πρόβλημα δεν έχει καμμία σχέση με την παραποιητική θέση του πως ένα μπορεί να είναι τρία και τρία να είναι ένα, αντιθέτως αφορά το πρόβλημα της ενότητος ανάμεσα στο υπέρτατο και στο συγκεκριμένο, στον ζωντανό θεό. Σίγουρα, συνεχίζει ο Τίλλιχ, πρέπει να μιλήσουμε για τον θεό σαν ένα «προσωπικό θεό»: αυτό το σύμβολο είναι βασικό για να μπορέσουμε να μιλήσουμε για την σχέση με τον θεό σαν μια υπαρξιακή σχέση. Μια υπαρξιακή σχέση είναι πάντοτε μια σχέση πρόσωπο με πρόσωπο. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να έχει ένα «υπέρτατο ενδιαφέρον» για κάτι το οποίο είναι λιγότερο από προσωπικό. Με άλλα λόγια, συνδυάζοντας την μέθοδό του της «αμοιβαίας σχέσης» και την ιδέα του τού θεού σαν «υπέρτατο ενδιαφέρον» ή «ανεπηρέαστο», ο Τίλλιχ επαναφέρει με τον τρόπο του την παραδοσιακή προβληματική του προσώπου στον θεό. Παρ’ όλα αυτά παρατηρεί πως η έκφραση «προσωπικός θεός» δεν σημαίνει καθόλου πως ο θεός είναι ένα πρόσωπο, αλλά σημαίνει περισσότερο πως ο θεός είναι το θεμέλιο όλων αυτών που είναι προσωπικά, και διαθέτει μέσα του την οντολογική δύναμη της προσωπικότητος. Ο θεός δεν είναι ένα πρόσωπο, ούτε δεν είναι προσωπικός. Δεν πρέπει να ξεχνούμε, παρατηρεί ο Τίλλιχ, πως η κλασσική θεολογία χρησιμοποίησε τον όρο πρόσωπο για τις τριαδικές υποστάσεις;;;, όχι για τον ίδιο τον θεό. Ο θεός γίνεται πρόσωπο μόνον στον 19ο αιώνα, σε αναφορά με τον Καντιανό χωρισμό ανάμεσα στην φύση η οποία κυριαρχείται από τον φυσικό νόμο και την προσωπικότητα η οποία οδηγείται από τον ηθικό νόμο. Έτσι ο θεϊσμός κατανόησε τον θεό, σαν ένα ουράνιο πρόσωπο, τελειότατο, το οποίο κατοικεί πάνω από τον κόσμο και από την ανθρωπότητα. Η διαμαρτυρία του αθεϊσμού ενάντια σε ένα τόσο υψηλότατο πρόσωπο είναι συνεπής. Δεν είναι τόσο φανερή η ύπαρξίς του και δεν εμπλέκει ούτε το υπέρτατο ενδιαφέρον του ανθρώπου. Ο θεός δεν είναι θεός, ισχυρίζεται ο Tillich, χωρίς καθολική συμμετοχή: «Ο προσωπικός θεός» είναι ένα σύμβολο γεμάτο σύγχυση.

Κάθε διάλογος γύρω από το Χριστιανικό δόγμα της Τριάδος, κατά τον Τίλλιχ, πρέπει να ξεκινήσει από την Χριστολογική διαβεβαίωση πως ο Ιησούς είναι ο Χριστός.

Το Τριαδικό δόγμα δυναμώνει το Χριστολογικό δόγμα τελικώς. Εάν αντί του προβλήματος των χριστιανικών δογμάτων θέσουμε εκείνο των προϋποθέσεών του σε μια ιδέα του θεού, τότε ο λόγος αλλάζει και πρέπει να ξεκινήσουμε από το πνεύμα αντί από τον Λόγο. Ο θεός, φαίνεται να επαναλαμβάνει ο Τίλλιχ με τον Χέγκελ, είναι πνεύμα: κάθε τριαδολογική διαβεβαίωση πρέπει να παράγεται από αυτή την βασική διαβεβαίωση.

Το Τριαδικό δόγμα δεν είναι ούτε παράλογο ούτε παράδοξο, αλλά διαλεκτικό: αυτή είναι η βασική θέση του Τίλλιχ. Τίποτε θεϊκό δεν είναι παράλογο, καθώς η νόηση είναι η ίδια η πεπερασμένη φανέρωση του θείου Λόγου. Ούτε παράδοξη είναι, διότι υπάρχει ένα παράδοξο στην σχέση θεού και ανθρώπου, και είναι στην γλώσσα τού κατά Ιωάννην, το γεγονός πως ο Λόγος σάρξ εγένετο, εισήλθε δηλαδή στην ιστορική ύπαρξη του χώρου και του χρόνου. Όλες οι υπόλοιπες παράδοξες διαβεβαιώσεις του Χριστιανισμού είναι παραλλαγές και εφαρμογές αυτού του ιδίου παραδόξου, όπως για παράδειγμα το δόγμα της δικαιώσεως δια της μόνης Χάριτος, ή η συμμετοχή του θεού στα πάθη του Σύμπαντος. Αντιθέτως τα τριαδολογικά σύμβολα είναι διαλεκτικά. Αντανακλούν την διαλεκτική της ζωής, δηλαδή την κίνηση του χωρισμού και της επανένωσης. Απηχώντας ξανά στον Χέγκελ, ισχυρίζεται δηλαδή πως η ζωή πρέπει να περιγραφεί σαν την πρόοδο της εξόδου από τον εαυτό και της επιστροφής στον εαυτό.

Η ουσία του Τριαδικού στοχασμού προσφέρεται οπωσδήποτε, από την εμπειρία της αποκαλύψεως και η μορφή του έχει την ίδια λογική την οποία πρέπει να διαθέτει κάθε θεολογία σαν έργο του Λόγου. Αλλ’ όμως η προσευχή σε ένα από τα τρία πρόσωπα, στα οποία υπάρχει η θεία ουσία, αναρωτιέται ο Τίλλιχ, κατευθύνεται προς κάποιον ο οποίος δεν είναι άλλο πράγμα από εκείνον στον οποίο κατευθύνεται μια άλλη προσευχή; Εάν δεν υπάρχει διαφορά γιατί να μην κατευθύνεται η προσευχή απλά προς τον θεό; Ε λοιπόν, κατά τον Τίλλιχ, οι έννοιες της ουσίας και της υποστάσεως , όπως και εκείνες της substantia και persona, δεν μπορούν να απαντήσουν σ’ αυτές τις ερωτήσεις, τις τόσο βασικές. Τις συγχέουν απλώς και ανοίγουν τον δρόμο σε ένα απεριόριστο αριθμό όρων απευθύνσεων της προσευχής, όπως ακριβώς κατέληξε με την λατρεία της Μαρίας και των Αγίων, παρόλες τις θεολογικές διακρίσεις ανάμεσα σε μια προσευχή που κατευθύνεται στον θεό και την επίκληση των αγίων! 

Ο Τίλλιχ αναγνωρίζει πώς στίς αρχές του το Τριαδικό δόγμα χρησίμευσε να εκφράση με τρία «σύμβολα» κεντρικά, την αυτοφανέρωση τού Θεού στον άνθρωπο, αποκαλύπτοντας το βάθος τής θείας αβύσσου και απαντώντας στην ερώτηση πάνω στο νόημα τής υπάρξεως. Αργότερα κατέληξε σέ άλυτο Μυστήριο, τόσο πού λατρεύτηκε στον βωμό. Θα είναι άραγε εκ νέου δυνατόν, αναρωτιέται ο Τίλλιχ, να απαγγείλουμε χωρίς καμμιά θεολογική αμηχανία ή απλή προσαρμογή στην παράδοση, τίς μεγάλες λέξεις: «στό όνομα τού Πατρός, τού Υιού και τού Αγίου Πνεύματος;» Θα είναι άραγε εκ νέου δυνατόν να προσευχόμαστε ευχόμενοι μέσα από «τήν αγάπη τού Πατρός, τήν Χάρη τού Ιησού Χριστού και την κοινωνία τού Αγίου Πνεύματος», χωρίς να ξυπνάμε δεισιδαιμονικές εικόνες σε εκείνους πού ακούνε την προσευχή; 

Ο Τίλλιχ πιστεύει πώς είναι δυνατόν, με τον όρο όμως μιας ριζικής αναθεώρησης τού Τριαδικού δόγματος και με μια καινούρια κατανόηση της θείας ζωής και της πνευματικής παρουσίας. Το τριαδικό δόγμα δεν είναι ολοκληρωμένο.Δεν είναι δυνατόν να εγκαταλειφθεί ούτε να γίνει αποδεκτό στην παραδοσιακή του μορφή. Πρέπει να παραμείνη ανοιχτό για να μπορέσει να εκπληρώσει την πρωταρχική του λειτουργία: να εκφράσει με κατανοητά σύμβολα την αυτοφανέρωση της θεϊκής ζωής στον άνθρωπο. 

Και εμείς όμως από την μεριά μας δεν μπορούμε να μην αναρωτηθούμε: ανάμεσα στον Βιβλικό φονταμενταλισμό τού Brunner και την ριζική απομυθοποίηση τού Μπούλτμαν, σε ποιά αποτελέσματα φτάνει η μέθοδος της αμοιβαίας σχέσης τού Τίλλιχ; Εάν τα πρόσωπα τού Πατρός τού Υιού και τού Αγίου Πνεύματος είναι συνώνυμα τού Είναι, τής υπάρξεως και τής ζωής και κατά συνέπεια απλές στιγμές στην πρόοδο τής θείας ζωής, όλο αυτό δέν είναι ένα είδος Γνώσης πού μάς πισωγυρίζει για άλλη μια φορά, στό παληό αλλά ακόμη αρκετά ουδετεροποιημένο λάθος τού Σαβέλλιου; 
Αμέθυστος 
ΣχόλιοΌπως βλέπουμε οι Γερμανοί θεολόγοι, οι δάσκαλοι των δικών μας, όσο πλησιάζουμε στην εποχή μας γίνονται όλο και πιο υβριστικοί. Ο εκσυγχρονισμός τής Εκκλησίας, ο σκοπός τής ζωής τού Ζηζιούλα, τού Γιανναρά καί τού Ράμφου καί όλου τού συρφετού πού τρώει από το τραπέζι τους, τής Ακαδημίας Βόλου π.χ.,εκφράζεται τέλεια από τον Τίλλιχ. Για τούς εκσυγχρονιστές η παραδοσιακή Τριαδολογία προσφέρει δεισιδαιμονικές εικόνες. 
Ως πότε θα τούς ανεχόμαστε; 

ΠΙΣΤΕΥΟΥΝ ΣΕ ΑΛΛΟ ΘΕΟ! 

Η ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΙΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ, είναι η αυτοφανέρωση τής θεϊκής ζωής στόν άνθρωπο, έτσι ώστε ο άνθρωπος να ζήσει αναλόγως τής θεϊκής ζωής. Μέ τόν τρόπο υπάρξεως τού Θεού. Γι’ αυτό αρνούνται τήν πτώση, φοβούνται τή φύση, προβάλλουν τήν προσωπικότητά τους, μιμούμενοι τούς Γερμανούς άθεους. Ως πότε; Θα τούς θεωρούμε μορφωμένους και την πίστη μας πρωτόγονη;

Σάββατο 6 Απριλίου 2024

Νικόλαος Ασπρούλης: ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΦΛΩΡΟΦΣΚΥ ΚΑΙ ΙΩΑΝΝΗΣ ΖΗΖΙΟΥΛΑΣ ΣΕ ΔΙΑΛΟΓΟ ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΗ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ

Παρουσίαση βιβλίου

Νικόλαος Ασπρούλης: ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΦΛΩΡΟΦΣΚΥ ΚΑΙ ΙΩΑΝΝΗΣ ΖΗΖΙΟΥΛΑΣ ΣΕ ΔΙΑΛΟΓΟ ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΗ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ

Η Εκδοτική Δημητριάδος σας προσκαλεί στην παρουσίαση του βιβλίου του Νικολάου Ασπρούλη «Το Μυστήριο του Χριστού και το Μυστήριο της Εκκλησίας. Γεώργιος Φλωρόφσκυ και Ιωάννης Ζηζιούλας σε διάλογο γύρω από τη θεολογική μεθοδολογία» (Εκδοτική Δημητριάδος & Sebastian Press, 2023), η οποία θα πραγματοποιηθεί τη Δευτέρα, 8 Απριλίου 2024 και ώρα 7 μ.μ. στο Βιβλιοπωλείο Αρμός (Μαυροκορδάτου 11, Αθήνα).

Για το βιβλίο θα συνομιλήσουν ο Θανάσης Ν. Παπαθανασίου (Αναπληρωτής Καθηγητής, Ανωτάτη Εκκλησιαστική Ακαδημία Αθηνών, Αρχισυντάκτης του περιοδικού Σύναξη), ο Διονύσιος Σκλήρης (Δρ. Ελληνικών Σπουδών) και ο Γιώργος Κρανιδιώτης (Δρ. Φιλοσοφίας). Την εκδήλωση θα συντονίσει η Ευδοξία Δελλή (Κύρια Ερευνήτρια, Ακαδημία Αθηνών).

Το βιβλίο αυτό έρχεται να καλύψει ένα κενό, αφού, σε αντίθεση με τον γόνιμο διάλογο περί του μεθοδολογικού ερωτήματος που εδώ και δεκαετίες λαμβάνει χώρα σε χριστιανικές παραδόσεις της Δύσης, η σύγχρονη Ορθόδοξη θεολογία δεν έχει εμπλακεί στη σχετική συζήτηση, αλλά πολύ περισσότερο δεν φαίνεται να έχει συνειδητοποιήσει τη σπουδαιότητα του ερωτήματος αυτού. Η παρούσα μελέτη επιχειρεί να θέσει επί τάπητος, για πρώτη ίσως φορά στην ελληνική θεολογική πραγματικότητα, το κρίσιμο ερώτημα για την αφετηρία, τις παραμέτρους και τον τρόπο της θεολογίας (σχέση θεμελίου και θεμελιουμένου), προτείνοντας έτσι στη σύγχρονη Ορθόδοξη θεολογία τρόπους για να αναστοχαστεί σοβαρά πάνω στην ανάγκη μερικού ή ολικού επαναπροσδιορισμού ή ακόμη και ριζικής μεταβολής του ακολουθούμενου «ερμηνευτικού μοντέλου», με στόχο την σωτηριολογική ενεργοποίηση του Ευαγγελίου για σύνολη τη δημιουργία. Αυτή η προσέγγιση υποδηλώνει την προοπτική ολόκληρου του σχεδίου της θείας Οικονομίας, στον ορίζοντα του οποίου επιχειρείται να ανιχνευτεί ο δόκιμος θεολογικός τρόπος της Ορθόδοξης θεολογίας, να ερευνηθεί δηλαδή το μεθοδολογικό ερώτημα περί της ερμηνευτικής μεθόδου προσέγγισης του είδους της σχέσης ανάμεσα στο θεμέλιο (Χριστός και αποστολικό κήρυγμα) και το θεμελιούμενο (Εκκλησία και Παράδοση), μέσα από την εξέταση δυο εκ των πλέον σημαντικών «επιστημολογικών παραδειγμάτων» στη σύγχρονη ορθόδοξη θεολογία, αυτό του Γεωργίου Φλωρόφσκυ και αυτό του Ιωάννη Ζηζιούλα.

Ο Δρ. Νικόλαος Ασπρούλης είναι αναπληρωτής διευθυντής της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών Βόλου και Διδάσκων στο Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Σπουδών «Ορθόδοξη Χριστιανική Θεολογία και Θρησκευτικός Πλουραλισμός» του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου. Είναι συγγραφέας άρθρων, μελετών ή επιμελητής βιβλίων και εκδόσεων που αφορούν σε θέματα ιστορίας και θεολογίας της σύγχρονης Ορθόδοξης θεολογίας, οικοθεολογίας, θεολογικής ερμηνευτικής και μεθοδολογίας, πολιτικής θεολογίας και άλλων συναφών πεδίων. Από την Εκδοτική Δημητριάδος κυκλοφορεί επίσης το βιβλίο του Fides quaerens intellectum. Η διαλεκτική πίστης και λόγου στην Ορθόδοξη θεολογία (Βόλος, 2021).


Παρουσίαση
Στον αντίποδα της πλούσιας θεολογικής συζήτησης που εδώ και δεκαετίες λαμβάνει χώρα στις χριστιανικές παραδόσεις της Δύσης, συχνά μάλιστα με ιδιαίτερα γόνιμο τρόπο, η σύγχρονη ορθόδοξη θεολογία σε όλες σχεδόν τις εκφράσεις της (ελληνική, ρωσική κλπ.) δεν φαίνεται ότι έχει εμπλακεί στη σχετική συζήτηση, αλλά πολύ περισσότερο δεν έχει συνειδητοποιήσει τη σπουδαιότητα του μεθοδολογικού ερωτήματος. Εμμένοντας στατικά προσηλωμένη σε ένα ένδοξο παρελθόν, στην πλούσια πατερική και λειτουργική παράδοσή της, συχνά μοιάζει να εγκλωβίζεται σε μια παρωχημένη «θεολογία της επανάληψης», έναν «πατερικό φονταμενταλισμό», μια μυστικιστική ή εξωκοσμική στάση, η οποία στο βαθμό που αρνείται την ερμηνευτική προσπέλαση και επικαιροποίηση της παράδοσης αυτής, καταλήγει να φαντάζει ασύμβατη προς το συγκαιρινό κοσμοείδωλο. Η αδυναμία αυτή της ορθόδοξης Εκκλησίας και θεολογίας να έρθει σε δημιουργικό διάλογο με το σύγχρονο κόσμο και τα προβλήματά του, περιορίζει τελικά την αποτελεσματικότητα του σωτηριώδους έργου της, οδηγώντας την μοιραία στην περιθωριοποίησή της ή τη ριζοσπαστικοποίησή της. Η αποστροφή απέναντι στη συστηματική επεξεργασία του θεολογικού τρόπου-μεθόδου, αλλά και στην ερμηνευτική συνάντηση του Μυστηρίου της Εκκλησίας με το Μυστήριο του Χριστού και τον σύνολο κόσμο οδηγεί τη θεολογία σε βραχυκύκλωμα ερμηνευτικό και μεθοδολογικό, ακυρώνοντας τελικά την ίδια την αποστολή της που δεν είναι άλλη από την μαρτυρία του ευαγγελίου στο κόσμο εν όψει της ερχόμενης Βασιλείας. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)
Περιεχόμενα
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ
ΣΥΝΤΜΗΣΕΙΣ
Γενική Εισαγωγή
1. Η αναγκαιότητα της ερμηνευτικής στη θεολογία. "Alles Verstandniss ist Interpretation.." (F.A. Trendelenburg)
2. Η ερμηνευτική στην προοπτική της Συστηματικής θεολογίας
3. Το αντικείμενο της Συστηματικής θεολογίας - τα ερωτήματα της θεολογικής ερμηνευτικής
4. Η σημερινή κατάσταση της σχετικής έρευνας: α. για την ερμηνευτική μεθοδολογία στο πλαίσιο της Ορθόδοξης θεολογίας και β. για το έργο του Γεωργίου Φλωρόφσκυ και Ιωάννη Ζηζιούλα
5. α. Σύντομες βιογραφικές αναφορές, β. θέμα, αφετηρία, σκοπός, μεθοδολογία και στάδια της μελέτης
ΜΕΡΟΣ Α' ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΦΛΩΡΟΦΣΚΥ
ΚΕΦ.1: Φλωρόφσκυ: Θεμελιώδης εκκλησιακή θεολογία
1. Θεμελιώδης εκκλησιακή θεολογία: εισαγωγική θεώρηση (το ερώτημα)
2. Περί Αποκαλύψεως
2.1 Η έννοια της Αποκαλύψεως. Η θεολογική σημαντική της Αποκαλύψεως και η Ιστορία ως τόπος-πλαίσιό της
2.2 Η διαμεσολάβηση της Αποκαλύψεως: Αγία Γραφή και Εκκλησία - καθολική εμπειρία και Παράδοση
2.3 Αποκάλυψη και θεο-λογία. Η σχέση θείου και ανθρώπινου λόγου. Μπορεί η Αποκάλυψη ως Ιστορία να περικλειστεί σε ένα σύστημα;
3. Το επιστημολογικό status της θεολογίας και το ερμηνευτικό παράδειγμα της νεο-πατερικής σύνθεσης
3.1 Το επιστημολογικό status της θεολογίας. Θεολογία και φιλοσοφία, λόγος - πίστη και αλήθεια. Ο χριστιανικός Ελληνισμός
3.2 Νεοπατερική σύνθεση: Οι άξονες, το πλαίσιο και οι παράμετροι του φλωροφσκικού μεθοδολογικού παραδείγματος
4. Κριτικές Παρατηρήσεις
4.1 Η περί Αποκαλύψεως θεολογική θεώρηση του Φλωρόφσκυ
4.2 Η έννοια του χριστιανικού Ελληνισμού και η σχέση θεολογίας και γλώσσας
4.3 Το ερμηνευτικό παράδειγμα της νεο-πατερικής σύνθεσης
5. Σύνοψη κεφαλαίου
ΚΕΦ.2: Φλωρόφσκυ: Θεός και Δημιουργία
1. Θεός και Κόσμος
2. Θεμελιώδεις παράμετροι της θεολογίας της Δημιουργίας
2.1 Η έννοια της «δημιουργίας» του Κόσμου και οι όροι ερμηνευτικής προσέγγισής της
2.2 Η περί Δημιουργίας ορολογία. Η θεολογική προσέγγιση και κατανόηση της Δημιουργίας, η διάσταση της ελευθερίας και η έννοια του «μηδενός»
2.3. Η σχέση κτιστού και Ακτίστου
2.4 Το θεολογικό πλαίσιο προσέγγισης της περί δημιουργίας του Κόσμου θεώρησης
«Εκ της ουσίας του Θεού ή εκ της βουλήσεως;»
Η σχέση Θεολογίας και Οικονομίας και η δημιουργία του Κόσμου
Ο Λόγος-Χριστός, η Δημιουργία και η Καινή Κτίση ως Απολύτρωση (Χριστολογία Ι)
Ο Χρόνος και η Δημιουργία, Χρόνος και Ιστορία, Φύση και Ιστορία
3. Κριτικές παρατηρήσεις
3.1 Θεός και κόσμος
3.2 Η έννοια της «Δημιουργίας» του κόσμου. Η περί Δημιουργίας ορολογία. Η θεολογική προσέγγιση και κατανόηση της Δημιουργίας, η διάσταση της ελευθερίας και η έννοια του «μηδενός»
3.3 Η σχέση κτιστού και Ακτίστου
3.4 Το θεολογικό πλαίσιο προσέγγισης της περί δημιουργίας του Κόσμου θεώρησης - «Εκ της ουσίας του Θεού ή εκ της βουλήσεως;»
Η σχέση Θεολογίας και Οικονομίας και η δημιουργία του Κόσμου
Ο Λόγος-Χριστός, η Δημιουργία και η Καινή Κτίση ως Απολύτρωση
Ο Χρόνος και η Δημιουργία, Χρόνος και Ιστορία, Φύση και Ιστορία
4. Σύνοψη κεφαλαίου
ΚΕΦ.3: Φλωρόφσκυ: Ιστορία και 'Εσχατα
1. Η θεολογική σημαντική της Ιστορίας
1.1 Η νέα βιβλική θεώρηση της Ιστορίας και του χρόνου με βάση τη διάκριση μεταξύ χριστιανικού και ελληνικού πνεύματος
1.2 Η ελευθερία του ανθρώπου και η Ιστορία
1.3 Ο Ιησούς Χριστός και η Ιστορία (Χριστολογία II)
Το πρόσωπο του Ιησού Χριστού στο επίκεντρο της θεολογικής μεθοδολογίας του Φλωρόφσκυ. Το είδος της Χριστολογίας
1.3.2 Ο Ιησούς Χριστός και η Ιστορία, ως «ιερή Ιστορία»
1.4 Η ανοικτότητα της Ιστορίας και οι αντινομίες της
2. Η έννοια του εσχάτου, η «εγκαινιασμένη εσχατολογία» και η ιστορική διάστασή της
2.1 Η έννοια του Έσχατου
2.2 Το είδος της εσχατολογίας: η «εγκαινιασμένη εσχατολογία». Το πρόσωπο του Ιησού Χριστού. (Χριστολογία III)
2.3 Η συνεργητική διάσταση της εσχατολογίας [...]
ΜΕΡΟΣ Β΄ ΙΩΑΝΝΗΣ ΖΗΖΙΟΥΛΑΣ
ΚΕΦ.4: Ζηζιούλας: Θεμελιώδης εκκλησιαστική θεολογία
ΚΕΦ.5: Ζηζιούλας: Θεός και Δημιουργία
ΚΕΦ.6: Ζηζιούλας: Ιστορία και Έσχατα
ΜΕΡΟΣ Γ΄ ΦΛΩΦΟΦΣΚΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑΣ ΣΕ ΔΙΑΛΟΓΟ
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΥΣΤΗΜΑ ΚΑΙ ΜΕΘΟΔΟΣ. ΑΚΡΙΒΩΣ ΟΠΩΣ ΚΤΙΖΕΤΑΙ ΕΝΑ ΣΠΙΤΙ ΤΩΡΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΘΕΟΛΟΓΙΑ. 
ΑΝ ΟΜΩΣ ΣΤΗ ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΒΑΖΑΜΕ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ; ΒΓΑΙΝΕΙ ΝΟΗΜΑ; ΠΩΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΕΤΑΙ ΕΝΑΣ ΠΟΙΗΤΗΣ; ΠΟΙΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΟΥ; 
ΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ ΤΟΝ ΟΡΙΣΕ Ο ΣΕΦΕΡΗΣ ΜΙΑ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ. ΚΑΤΑ ΒΑΘΟΣ ΕΙΜΑΙ ΖΗΤΗΜΑ ΦΩΤΟΣ! ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΟΤΙ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΝΤΥΝΕΙ ΜΕ ΛΕΞΕΙΣ ΤΟ ΦΩΣ ΠΟΥ ΦΕΡΕΙ!! ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ ΛΟΙΠΟΝ ΝΑ ΧΕΙΡΙΣΤΟΥΜΕ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ ΧΩΡΙΣ ΤΟ ΘΕΜΕΛΙΟ ΤΟΥΣ; ΕΙΝΑΙ!!! ΜΕ ΣΥΣΤΗΜΑ ΚΑΙ ΜΕΘΟΔΟ. ΜΑΓΕΙΡΕΥΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΛΑΓΝΕΙΑ ΣΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΥΠΟΔΟΥΛΩΝΕΤΑΙ Ο ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΟΥΣΙΑ ΤΟΥ.
Ο ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΖΗΖΙΟΥΛΑ ΚΑΙ ΦΛΩΡΟΦΣΚΥ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΤΟΝ ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΜΕΝΟ ΔΙΑΛΟΓΟ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΣΕΛΛΙΝΓΚ ΚΑΙ ΤΟΝ ΤΙΛΛΙΧ ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΚΑΘΟΔΗΓΗΣΑΝ ΑΥΤΟΥΣ ΤΟΥΣ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟΥΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥΣ ΘΕΟΛΟΓΟΥΣ ΤΟΥ ΑΙΩΝΟΣ ΜΑΣ. ΛΙΓΟ ΚΟΥΤΟΧΟΡΤΟ ΠΑΡΑΠΑΝΩ ΔΕΝ ΘΑ ΜΑΣ ΒΛΑΨΕΙ.

Η εργασία στα παρακάτω link:


Τρίτη 6 Φεβρουαρίου 2024

Η ΤΡΙΑΔΑ ΣΑΝ ΑΥΤΟΦΑΝΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΖΩΗΣ: PAUL TILLICH

Αγ. Γρηγόριος Νύσσης - Λόγος Κατηχητικός Ο Μέγας


Κεφάλαιο 10

1. Αλλά, λέγει, η ανθρώπινη φύσις είναι κάτι μικρόν και πεπερασμένο (περιγραπτόν), ενώ η θεότης είναι άπειρος. Πώς είναι δυνατόν νά περιληφθεί το άπειρον εντός του ατόμου; 

Και ποιος λέγει τούτο, ότι το άπειρον της θεότητος περιελήφθη μέσα στην πεπερασμένην σάρκα σαν σε αγγείο; Διότι ούτε στην δική μας ζωή περιλαμβάνεται εντός των ορίων της σαρκός η νοερά φυσις. Αλλ’ ο μεν όγκος του σώματος περιγράφεται δια των μερών τα οποία τον αποτελούν, η δε ψυχή δια των νοητικών λειτουργιών εξαπλούται ανέτως σε όλην την κτίσιν, ακόμη και μέχρι των ουρανών ανερχομένη και των αβύσσων επιβατεύουσα και στα πλάτη της οικουμένης επεκτεινομένη και προς τα καταχθόνια δια της περιεργείας (πολυπραγμοσύνης) εισδύουσα, πολλάκις δε συλλαμβάνει και το νόημα των ουρανίων θαυμάτων χωρίς ουδόλως να την εμποδίζει το βάρος του σώματος. Εάν δε η ψυχή του ανθρώπου, εξ ανάγκης φυσικής συνηνωμένη μετά του σώματος, έχει την δυνατότητα να μεταβαίνει κατ’ εξουσίαν πανταχού, ποια η ανάγκη να νομίζουμε ότι η θεότης εμποδίζεται από την φύσιν της σαρκός και να μην λαμβάνωμεν εκ των καταληπτών σε εμάς παραδειγμάτων τή πρέπουσα έννοια περί του μυστηρίου της θείας οικονομίας;

2. Διότι όπως το πυρ τής λαμπάδος φαίνεται ότι περικρατεί την κάτωθεν αυτού ύλην (την υποκείμενη ύλην), και ο μεν λόγος διακρίνει τόσο το επί της ύλης πυρ όσον και την ανάπτουσαν το πυρ ύλην, στην πράξη όμως δεν είναι δυνατόν, χωρίζοντες το ένα από το άλλο, να δείξουμε την φλόγα μόνη της, χωρισμένη από την ύλην, διότι και τα δυο αποτελούν εν (πάντως δεν πρέπει κάνεις να συμπαραλάβει μαζί με το παράδειγμα την φθαρτότητα του πυρός, αλλ’ ας δεχθεί μόνον ό,τι είναι πρέπον εις την εικόνα του μυστηρίου, ας απορρίψει δε τα άσχετα και απρεπή στοιχεία)· κατά τον ίδιον λοιπόν τρόπον, καθώς βλέπομεν την φλόγα και αναμμένη από την ύλην και μη εγκλειόμενη εις την ύλην, τί εμποδίζει, παρατηρούντες ένωσιν και προσεγγισμόν της θείας φύσεως προς την ανθρώπινην, να κρατήσουμε την πρέπουσα περί Θεού ιδέαν κατά τον προσεγγισμόν, πιστεύοντες ότι το θείον είναι εκτός πάσης περιγραφής, έστω και αν ήταν μέσα εις άνθρωπον;

 PAUL TILLICH
Σέβεται περισσότερο το δόγμα, είναι πιο συντηρητικός, με μια πρώτη ματιά, ένας ακόμη υποστηρικτής της «κοπερνικής επανάστασης» του Μπαρτ, στην προτεσταντική θεολογία.Το τριαδικό πρόβλημα δεν έχει καμμία σχέση με την παραποιητική θέση του πως ένα μπορεί να είναι τρία και τρία να είναι ένα, αντιθέτως αφορά το πρόβλημα της ενότητος ανάμεσα στο υπέρτατο και στο συγκεκριμένο στον ζωντανό θεό. Σίγουρα, συνεχίζει ο Τίλλιχ, πρέπει να μιλήσουμε για τον θεό σαν ένα «προσωπικό θεό»: αυτό το σύμβολο είναι βασικό για να μπορέσουμε να μιλήσουμε για την σχέση με τον θεό σαν μια υπαρξιακή σχέση. Μια υπαρξιακή σχέση είναι πάντοτε μια σχέση πρόσωπο με πρόσωπο. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να έχει ένα «υπέρτατο ενδιαφέρον» για κάτι το οποίο είναι λιγότερο από προσωπικό. Με άλλα λόγια, συνδυάζοντας την μέθοδό του της «αμοιβαίας σχέσης» και την ιδέα του τού θεού σαν «υπέρτατο ενδιαφέρον» ή «ανεπηρέαστο», ο Τίλλιχ επαναφέρει με τον τρόπο του την παραδοσιακή προβληματική του προσώπου στον θεό. Παρ’ όλα αυτά παρατηρεί πως η έκφραση «προσωπικός θεός» δεν σημαίνει καθόλου πως ο θεός είναι ένα πρόσωπο, αλλά σημαίνει περισσότερο πως ο θεός είναι το θεμέλιο όλων αυτών που είναι προσωπικά, και διαθέτει μέσα του την οντολογική δύναμη της προσωπικότητος. Ο θεός δεν είναι ένα πρόσωπο, ούτε δεν είναι προσωπικός. Δεν πρέπει να ξεχνούμε, παρατηρεί ο Τίλλιχ, πως η κλασσική θεολογία χρησιμοποίησε τον όρο πρόσωπο για τις τριαδικές υποστάσεις, όχι για τον ίδιο τον θεό. Ο θεός γίνεται πρόσωπο μόνον στον 19ο αιώνα, σε αναφορά με τον Καντιανό χωρισμό ανάμεσα στην φύση η οποία κυριαρχείται από τον φυσικό νόμο και την προσωπικότητα η οποία οδηγείται από τον ηθικό νόμο. Έτσι ο θεϊσμός κατανόησε τον θεό, σαν ένα ουράνιο πρόσωπο, τελειότατο, το οποίο κατοικεί πάνω από τον κόσμο και από την ανθρωπότητα. Η διαμαρτυρία του αθεϊσμού ενάντια σε ένα τόσο υψηλότατο πρόσωπο είναι συνεπής. Δεν είναι τόσο φανερή η ύπαρξίς του και δεν εμπλέκει ούτε το υπέρτατο ενδιαφέρον του ανθρώπου. Ο θεός δεν είναι θεός, ισχυρίζεται ο Tillich, χωρίς καθολική συμμετοχή: «Ο προσωπικός θεός» είναι ένα σύμβολο γεμάτο σύγχυση.

Κάθε διάλογος γύρω από το Χριστιανικό δόγμα της Τριάδος, κατά τον Τίλλιχ, πρέπει να ξεκινήσει από την Χριστολογική διαβεβαίωση πως ο Ιησούς είναι ο Χριστός.

Το Τριαδικό δόγμα δυναμώνει το Χριστολογικό δόγμα τελικώς. Εάν αντί του προβλήματος των χριστιανικών δογμάτων θέσουμε εκείνο των προϋποθέσεών του σε μια ιδέα του θεού, τότε ο λόγος αλλάζει και πρέπει να ξεκινήσουμε από το πνεύμα αντί από τον Λόγο. Ο θεός, φαίνεται να επαναλαμβάνει ο Τίλλιχ με τον Χέγκελ, είναι πνεύμα: κάθε τριαδολογική διαβεβαίωση πρέπει να παράγεται από αυτή την βασική διαβεβαίωση.

Το Τριαδικό δόγμα δεν είναι ούτε παράλογο ούτε παράδοξο, αλλά διαλεκτικό: αυτή είναι η βασική θέση του Τίλλιχ. Τίποτε θεϊκό δεν είναι παράλογο, καθώς η νόηση είναι η ίδια η πεπερασμένη φανέρωση του θείου Λόγου. Ούτε παράδοξη είναι, διότι υπάρχει ένα παράδοξο στην σχέση θεού και ανθρώπου, και είναι στην γλώσσα τού κατά Ιωάννην, το γεγονός πως ο Λόγος σάρξ εγένετο, εισήλθε δηλαδή στην ιστορική ύπαρξη του χώρου και του χρόνου. Όλες οι υπόλοιπες παράδοξες διαβεβαιώσεις του Χριστιανισμού είναι παραλλαγές και εφαρμογές αυτού του ιδίου παραδόξου, όπως για παράδειγμα το δόγμα της δικαιώσεως δια της μόνης Χάριτος, ή η συμμετοχή του θεού στα πάθη του Σύμπαντος. Αντιθέτως τα τριαδολογικά σύμβολα είναι διαλεκτικά. Αντανακλούν την διαλεκτική της ζωής, δηλαδή την κίνηση του χωρισμού και της επανένωσης. Απηχώντας ξανά στον Χέγκελ, ισχυρίζεται δηλαδή πως η ζωή πρέπει να περιγραφεί σαν την πρόοδο της εξόδου από τον εαυτό και της επιστροφής στον εαυτό.

Η ουσία του Τριαδικού στοχασμού προσφέρεται οπωσδήποτε, από την εμπειρία της αποκαλύψεως και η μορφή του έχει την ίδια λογική την οποία πρέπει να διαθέτει κάθε θεολογία σαν έργο του Λόγου. Αλλ’ όμως η προσευχή σε ένα από τα τρία πρόσωπα, στα οποία υπάρχει η θεία ουσία, αναρωτιέται ο Τίλλιχ, κατευθύνεται προς κάποιον ο οποίος δεν είναι άλλο πράγμα από εκείνον στον οποίο κατευθύνεται μια άλλη προσευχή; Εάν δεν υπάρχει διαφορά γιατί να μην κατευθύνεται η προσευχή απλά προς τον θεό; Ε λοιπόν, κατά τον Τίλλιχ, οι έννοιες της ουσίας και της υποστάσεως , όπως και εκείνες της substantia και persona, δεν μπορούν να απαντήσουν σ’ αυτές τις ερωτήσεις, τις τόσο βασικές. Τις συγχέουν απλώς και ανοίγουν τον δρόμο σε ένα απεριόριστο αριθμό όρων απευθύνσεων της προσευχής, όπως ακριβώς κατέληξε με την λατρεία της Μαρίας και των Αγίων, παρόλες τις θεολογικές διακρίσεις ανάμεσα σε μια προσευχή που κατευθύνεται στον θεό και την επίκληση των αγίων!

Ο Τίλλιχ αναγνωρίζει πώς στίς αρχές του το Τριαδικό δόγμα χρησίμευσε να εκφράση με τρία «σύμβολα» κεντρικά την αυτοφανέρωση τού Θεού στον άνθρωπο, αποκαλύπτοντας το βάθος τής θείας αβύσσου και απαντώντας στην ερώτηση πάνω στο νόημα τής υπάρξεως. Αργότερα κατέληξε σέ άλυτο Μυστήριο, τόσο πού λατρεύτηκε στον βωμό. Θα είναι άραγε εκ νέου δυνατόν, αναρωτιέται ο Τίλλιχ, να απαγγείλουμε χωρίς καμμιά θεολογική αμηχανία ή απλή προσαρμογή στην παράδοση, τίς μεγάλες λέξεις: «στό όνομα τού Πατρός, τού Υιού και τού Αγίου Πνεύματος;» Θα είναι άραγε εκ νέου δυνατόν να προσευχόμαστε ευχόμενοι μέσα από «τήν αγάπη τού Πατρός, τήν Χάρη τού Ιησού Χριστού και την κοινωνία τού Αγίου Πνεύματος», χωρίς να ξυπνάμε δεισιδαιμονικές εικόνες σε εκείνους πού ακούνε την προσευχή;

Ο Τίλλιχ πιστεύει πώς είναι δυνατόν, με τον όρο όμως μιας ριζικής αναθεώρησης τού Τριαδικού δόγματος και με μια καινούρια κατανόηση της θείας ζωής και της πνευματικής παρουσίας. Το τριαδικό δόγμα δεν είναι ολοκληρωμένο. Δεν είναι δυνατόν να εγκαταλειφθεί ούτε να γίνει αποδεκτό στην παραδοσιακή του μορφή. Πρέπει να παραμείνη ανοιχτό για να μπορέσει να εκπληρώσει την πρωταρχική του λειτουργία: να εκφράσει με κατανοητά σύμβολα την αυτοφανέρωση της θεϊκής ζωής στον άνθρωπο.

Και εμείς όμως από την μεριά μας δεν μπορούμε να μην αναρωτηθούμε: ανάμεσα στον Βιβλικό φονταμενταλισμό τού Brunner και την ριζική απομυθοποίηση τού Μπούλτμαν, σε ποιά αποτελέσματα φτάνει η μέθοδος της αμοιβαίας σχέσης τού Τίλλιχ; Εάν τα πρόσωπα τού Πατρός τού Υιού και τού Αγίου Πνεύματος είναι συνώνυμα τού Είναι, τής υπάρξεως και τής ζωής και κατά συνέπεια απλές στιγμές στην πρόοδο τής θείας ζωής, όλο αυτό δέν είναι ένα είδος Γνώσης πού μάς πισωγυρίζει για άλλη μια φορά, στό παληό αλλά ακόμη αρκετά ουδετεροποιημένο λάθος τού Σαβέλλιου;

Αμέθυστος

Σχόλιο:
Όπως βλέπουμε οι Γερμανοί θεολόγοι, οι δάσκαλοι των δικών μας, όσο πλησιάζουμε στην εποχή μας γίνονται όλο και πιο υβριστικοί. Ο εκσυγχρονισμός τής Εκκλησίας, ο σκοπός τής ζωής τού Ζηζιούλα, τού Γιανναρά καί τού Ράμφου καί όλου τού συρφετού πού τρώει από το τραπέζι τους, εκφράζεται τέλεια από τον Τίλλιχ. Για τούς εκσυγχρονιστές η παραδοσιακή Τριαδολογία προσφέρει δεισιδαιμονικές εικόνες.
Ως πότε θα τούς ανεχόμαστε;

ΠΙΣΤΕΥΟΥΝ ΣΕ ΑΛΛΟ ΘΕΟ!


Η ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΙΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ, είναι η αυτοφανέρωση τής θεϊκής ζωής στόν άνθρωπο, έτσι ώστε ο άνθρωπος να ζήσει αναλόγως τής θεϊκής ζωής. Μέ τόν τρόπο υπάρξεως τού Θεού. Γι’ αυτό αρνούνται τήν πτώση, φοβούνται τή φύση, προβάλλουν τήν προσωπικότητά τους, μιμούμενοι τούς Γερμανούς άθεους. Ως πότε; Θα τούς θεωρούμε μορφωμένους και την πίστη μας πρωτόγονη;

Πέμπτη 20 Ιουλίου 2023

Η ΤΡΙΑΔΑ ΣΑΝ ΑΥΤΟΦΑΝΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΖΩΗΣ: PAUL TILLICH

Συνέχεια από Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2020

Στις πηγές τής νεωτερικής θεολογίας (ΧXΧVΙΙ)

Σέβεται περισσότερο το δόγμα, είναι πιο συντηρητικός, με μια πρώτη ματιά ο Τίλλιχ, ένας ακόμη υποστηρικτής της «κοπερνικής επανάστασης» του Μπαρτ, στην προτεσταντική θεολογία.
Το τριαδικό πρόβλημα δεν έχει καμμία σχέση με την παραποιητική θέση του πως ένα μπορεί να είναι τρία και τρία να είναι ένα, αντιθέτως αφορά το πρόβλημα της ενότητος ανάμεσα στο υπέρτατο και στο συγκεκριμένο, στον ζωντανό θεό. Σίγουρα, συνεχίζει ο Τίλλιχ, πρέπει να μιλήσουμε για τον θεό σαν ένα «προσωπικό θεό»: αυτό το σύμβολο είναι βασικό για να μπορέσουμε να μιλήσουμε για την σχέση με τον θεό σαν μια υπαρξιακή σχέση. Μια υπαρξιακή σχέση είναι πάντοτε μια σχέση πρόσωπο με πρόσωπο. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να έχει ένα «υπέρτατο ενδιαφέρον» για κάτι το οποίο είναι λιγότερο από προσωπικό. Με άλλα λόγια, συνδυάζοντας την μέθοδό του της «αμοιβαίας σχέσης» και την ιδέα του τού θεού σαν «υπέρτατο ενδιαφέρον» ή «ανεπηρέαστο», ο Τίλλιχ επαναφέρει με τον τρόπο του την παραδοσιακή προβληματική του προσώπου στον θεό. Παρ’ όλα αυτά παρατηρεί πως η έκφραση «προσωπικός θεός» δεν σημαίνει καθόλου πως ο θεός είναι ένα πρόσωπο, αλλά σημαίνει περισσότερο πως ο θεός είναι το θεμέλιο όλων αυτών που είναι προσωπικά, και διαθέτει μέσα του την οντολογική δύναμη της προσωπικότητος. Ο θεός δεν είναι ένα πρόσωπο, ούτε δεν είναι προσωπικός. Δεν πρέπει να ξεχνούμε, παρατηρεί ο Τίλλιχ, πως η κλασσική θεολογία χρησιμοποίησε τον όρο πρόσωπο για τις τριαδικές υποστάσεις;;;, όχι για τον ίδιο τον θεό. Ο θεός γίνεται πρόσωπο μόνον στον 19ο αιώνα, σε αναφορά με τον Καντιανό χωρισμό ανάμεσα στην φύση η οποία κυριαρχείται από τον φυσικό νόμο και την προσωπικότητα η οποία οδηγείται από τον ηθικό νόμο. Έτσι ο θεϊσμός κατανόησε τον θεό, σαν ένα ουράνιο πρόσωπο, τελειότατο, το οποίο κατοικεί πάνω από τον κόσμο και από την ανθρωπότητα. Η διαμαρτυρία του αθεϊσμού ενάντια σε ένα τόσο υψηλότατο πρόσωπο είναι συνεπής. Δεν είναι τόσο φανερή η ύπαρξίς του και δεν εμπλέκει ούτε το υπέρτατο ενδιαφέρον του ανθρώπου. Ο θεός δεν είναι θεός, ισχυρίζεται ο Tillich, χωρίς καθολική συμμετοχή: «Ο προσωπικός θεός» είναι ένα σύμβολο γεμάτο σύγχυση.

Κάθε διάλογος γύρω από το Χριστιανικό δόγμα της Τριάδος, κατά τον Τίλλιχ, πρέπει να ξεκινήσει από την Χριστολογική διαβεβαίωση πως ο Ιησούς είναι ο Χριστός.

Το Τριαδικό δόγμα δυναμώνει το Χριστολογικό δόγμα τελικώς. Εάν αντί του προβλήματος των χριστιανικών δογμάτων θέσουμε εκείνο των προϋποθέσεών του σε μια ιδέα του θεού, τότε ο λόγος αλλάζει και πρέπει να ξεκινήσουμε από το πνεύμα αντί από τον Λόγο. Ο θεός, φαίνεται να επαναλαμβάνει ο Τίλλιχ με τον Χέγκελ, είναι πνεύμα: κάθε τριαδολογική διαβεβαίωση πρέπει να παράγεται από αυτή την βασική διαβεβαίωση.

Το Τριαδικό δόγμα δεν είναι ούτε παράλογο ούτε παράδοξο, αλλά διαλεκτικό: αυτή είναι η βασική θέση του Τίλλιχ. Τίποτε θεϊκό δεν είναι παράλογο, καθώς η νόηση είναι η ίδια η πεπερασμένη φανέρωση του θείου Λόγου. Ούτε παράδοξη είναι, διότι υπάρχει ένα παράδοξο στην σχέση θεού και ανθρώπου, και είναι στην γλώσσα τού κατά Ιωάννην, το γεγονός πως ο Λόγος σάρξ εγένετο, εισήλθε δηλαδή στην ιστορική ύπαρξη του χώρου και του χρόνου. Όλες οι υπόλοιπες παράδοξες διαβεβαιώσεις του Χριστιανισμού είναι παραλλαγές και εφαρμογές αυτού του ιδίου παραδόξου, όπως για παράδειγμα το δόγμα της δικαιώσεως δια της μόνης Χάριτος, ή η συμμετοχή του θεού στα πάθη του Σύμπαντος. Αντιθέτως τα τριαδολογικά σύμβολα είναι διαλεκτικά. Αντανακλούν την διαλεκτική της ζωής, δηλαδή την κίνηση του χωρισμού και της επανένωσης. Απηχώντας ξανά στον Χέγκελ, ισχυρίζεται δηλαδή πως η ζωή πρέπει να περιγραφεί σαν την πρόοδο της εξόδου από τον εαυτό και της επιστροφής στον εαυτό.

Η ουσία του Τριαδικού στοχασμού προσφέρεται οπωσδήποτε, από την εμπειρία της αποκαλύψεως και η μορφή του έχει την ίδια λογική την οποία πρέπει να διαθέτει κάθε θεολογία σαν έργο του Λόγου. Αλλ’ όμως η προσευχή σε ένα από τα τρία πρόσωπα, στα οποία υπάρχει η θεία ουσία, αναρωτιέται ο Τίλλιχ, κατευθύνεται προς κάποιον ο οποίος δεν είναι άλλο πράγμα από εκείνον στον οποίο κατευθύνεται μια άλλη προσευχή; Εάν δεν υπάρχει διαφορά γιατί να μην κατευθύνεται η προσευχή απλά προς τον θεό; Ε λοιπόν, κατά τον Τίλλιχ, οι έννοιες της ουσίας και της υποστάσεως , όπως και εκείνες της substantia και persona, δεν μπορούν να απαντήσουν σ’ αυτές τις ερωτήσεις, τις τόσο βασικές. Τις συγχέουν απλώς και ανοίγουν τον δρόμο σε ένα απεριόριστο αριθμό όρων απευθύνσεων της προσευχής, όπως ακριβώς κατέληξε με την λατρεία της Μαρίας και των Αγίων, παρόλες τις θεολογικές διακρίσεις ανάμεσα σε μια προσευχή που κατευθύνεται στον θεό και την επίκληση των αγίων! 

Ο Τίλλιχ αναγνωρίζει πώς στίς αρχές του το Τριαδικό δόγμα χρησίμευσε να εκφράση με τρία «σύμβολα» κεντρικά, την αυτοφανέρωση τού Θεού στον άνθρωπο, αποκαλύπτοντας το βάθος τής θείας αβύσσου και απαντώντας στην ερώτηση πάνω στο νόημα τής υπάρξεως. Αργότερα κατέληξε σέ άλυτο Μυστήριο, τόσο πού λατρεύτηκε στον βωμό. Θα είναι άραγε εκ νέου δυνατόν, αναρωτιέται ο Τίλλιχ, να απαγγείλουμε χωρίς καμμιά θεολογική αμηχανία ή απλή προσαρμογή στην παράδοση, τίς μεγάλες λέξεις: «στό όνομα τού Πατρός, τού Υιού και τού Αγίου Πνεύματος;» Θα είναι άραγε εκ νέου δυνατόν να προσευχόμαστε ευχόμενοι μέσα από «τήν αγάπη τού Πατρός, τήν Χάρη τού Ιησού Χριστού και την κοινωνία τού Αγίου Πνεύματος», χωρίς να ξυπνάμε δεισιδαιμονικές εικόνες σε εκείνους πού ακούνε την προσευχή; 

Ο Τίλλιχ πιστεύει πώς είναι δυνατόν, με τον όρο όμως μιας ριζικής αναθεώρησης τού Τριαδικού δόγματος και με μια καινούρια κατανόηση της θείας ζωής και της πνευματικής παρουσίας. Το τριαδικό δόγμα δεν είναι ολοκληρωμένο.Δεν είναι δυνατόν να εγκαταλειφθεί ούτε να γίνει αποδεκτό στην παραδοσιακή του μορφή. Πρέπει να παραμείνη ανοιχτό για να μπορέσει να εκπληρώσει την πρωταρχική του λειτουργία: να εκφράσει με κατανοητά σύμβολα την αυτοφανέρωση της θεϊκής ζωής στον άνθρωπο. 

Και εμείς όμως από την μεριά μας δεν μπορούμε να μην αναρωτηθούμε: ανάμεσα στον Βιβλικό φονταμενταλισμό τού Brunner και την ριζική απομυθοποίηση τού Μπούλτμαν, σε ποιά αποτελέσματα φτάνει η μέθοδος της αμοιβαίας σχέσης τού Τίλλιχ; Εάν τα πρόσωπα τού Πατρός τού Υιού και τού Αγίου Πνεύματος είναι συνώνυμα τού Είναι, τής υπάρξεως και τής ζωής και κατά συνέπεια απλές στιγμές στην πρόοδο τής θείας ζωής, όλο αυτό δέν είναι ένα είδος Γνώσης πού μάς πισωγυρίζει για άλλη μια φορά, στό παληό αλλά ακόμη αρκετά ουδετεροποιημένο λάθος τού Σαβέλλιου; 
Αμέθυστος 

ΣχόλιοΌπως βλέπουμε οι Γερμανοί θεολόγοι, οι δάσκαλοι των δικών μας, όσο πλησιάζουμε στην εποχή μας γίνονται όλο και πιο υβριστικοί. Ο εκσυγχρονισμός τής Εκκλησίας, ο σκοπός τής ζωής τού Ζηζιούλα, τού Γιανναρά καί τού Ράμφου καί όλου τού συρφετού πού τρώει από το τραπέζι τους, τής Ακαδημίας Βόλου π.χ., εκφράζεται τέλεια από τον Τίλλιχ. Για τούς εκσυγχρονιστές η παραδοσιακή Τριαδολογία προσφέρει δεισιδαιμονικές εικόνες. 
Ως πότε θα τούς ανεχόμαστε; 

ΠΙΣΤΕΥΟΥΝ ΣΕ ΑΛΛΟ ΘΕΟ! 

Η ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΙΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ, είναι η αυτοφανέρωση τής θεϊκής ζωής στόν άνθρωπο, έτσι ώστε ο άνθρωπος να ζήσει αναλόγως τής θεϊκής ζωής. Μέ τόν τρόπο υπάρξεως τού Θεού. Γι’ αυτό αρνούνται τήν πτώση, φοβούνται τή φύση, προβάλλουν τήν προσωπικότητά τους, μιμούμενοι τούς Γερμανούς άθεους. Ως πότε; Θα τούς θεωρούμε μορφωμένους και την πίστη μας πρωτόγονη; 

Τετάρτη 7 Δεκεμβρίου 2022

Η ΤΡΙΑΔΑ ΣΑΝ ΑΥΤΟΦΑΝΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΖΩΗΣ: PAUL TILLICH - 28

 Συνέχεια από Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2020

Στις πηγές τής νεωτερικής θεολογίας (ΧXΧVΙΙ)

Σέβεται περισσότερο το δόγμα, είναι πιο συντηρητικός, με μια πρώτη ματιά ο Τίλλιχ, ένας ακόμη υποστηρικτής της «κοπερνικής επανάστασης» του Μπαρτ, στην προτεσταντική θεολογία.
Το τριαδικό πρόβλημα δεν έχει καμμία σχέση με την παραποιητική θέση του πως ένα μπορεί να είναι τρία και τρία να είναι ένα, αντιθέτως αφορά το πρόβλημα της ενότητος ανάμεσα στο υπέρτατο και στο συγκεκριμένο, στον ζωντανό θεό. Σίγουρα, συνεχίζει ο Τίλλιχ, πρέπει να μιλήσουμε για τον θεό σαν ένα «προσωπικό θεό»: αυτό το σύμβολο είναι βασικό για να μπορέσουμε να μιλήσουμε για την σχέση με τον θεό σαν μια υπαρξιακή σχέση. Μια υπαρξιακή σχέση είναι πάντοτε μια σχέση πρόσωπο με πρόσωπο. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να έχει ένα «υπέρτατο ενδιαφέρον» για κάτι το οποίο είναι λιγότερο από προσωπικό. Με άλλα λόγια, συνδυάζοντας την μέθοδό του της «αμοιβαίας σχέσης» και την ιδέα του τού θεού σαν «υπέρτατο ενδιαφέρον» ή «ανεπηρέαστο», ο Τίλλιχ επαναφέρει με τον τρόπο του την παραδοσιακή προβληματική του προσώπου στον θεό. Παρ’ όλα αυτά παρατηρεί πως η έκφραση «προσωπικός θεός» δεν σημαίνει καθόλου πως ο θεός είναι ένα πρόσωπο, αλλά σημαίνει περισσότερο πως ο θεός είναι το θεμέλιο όλων αυτών που είναι προσωπικά, και διαθέτει μέσα του την οντολογική δύναμη της προσωπικότητος. Ο θεός δεν είναι ένα πρόσωπο, ούτε δεν είναι προσωπικός. Δεν πρέπει να ξεχνούμε, παρατηρεί ο Τίλλιχ, πως η κλασσική θεολογία χρησιμοποίησε τον όρο πρόσωπο για τις τριαδικές υποστάσεις;;;, όχι για τον ίδιο τον θεό. Ο θεός γίνεται πρόσωπο μόνον στον 19ο αιώνα, σε αναφορά με τον Καντιανό χωρισμό ανάμεσα στην φύση η οποία κυριαρχείται από τον φυσικό νόμο και την προσωπικότητα η οποία οδηγείται από τον ηθικό νόμο. Έτσι ο θεϊσμός κατανόησε τον θεό, σαν ένα ουράνιο πρόσωπο, τελειότατο, το οποίο κατοικεί πάνω από τον κόσμο και από την ανθρωπότητα. Η διαμαρτυρία του αθεϊσμού ενάντια σε ένα τόσο υψηλότατο πρόσωπο είναι συνεπής. Δεν είναι τόσο φανερή η ύπαρξίς του και δεν εμπλέκει ούτε το υπέρτατο ενδιαφέρον του ανθρώπου. Ο θεός δεν είναι θεός, ισχυρίζεται ο Tillich, χωρίς καθολική συμμετοχή: «Ο προσωπικός θεός» είναι ένα σύμβολο γεμάτο σύγχυση.

Κάθε διάλογος γύρω από το Χριστιανικό δόγμα της Τριάδος, κατά τον Τίλλιχ, πρέπει να ξεκινήσει από την Χριστολογική διαβεβαίωση πως ο Ιησούς είναι ο Χριστός.

Το Τριαδικό δόγμα δυναμώνει το Χριστολογικό δόγμα τελικώς. Εάν αντί του προβλήματος των χριστιανικών δογμάτων θέσουμε εκείνο των προϋποθέσεών του σε μια ιδέα του θεού, τότε ο λόγος αλλάζει και πρέπει να ξεκινήσουμε από το πνεύμα αντί από τον Λόγο. Ο θεός, φαίνεται να επαναλαμβάνει ο Τίλλιχ με τον Χέγκελ, είναι πνεύμα: κάθε τριαδολογική διαβεβαίωση πρέπει να παράγεται από αυτή την βασική διαβεβαίωση.

Το Τριαδικό δόγμα δεν είναι ούτε παράλογο ούτε παράδοξο, αλλά διαλεκτικό: αυτή είναι η βασική θέση του Τίλλιχ. Τίποτε θεϊκό δεν είναι παράλογο, καθώς η νόηση είναι η ίδια η πεπερασμένη φανέρωση του θείου Λόγου. Ούτε παράδοξη είναι, διότι υπάρχει ένα παράδοξο στην σχέση θεού και ανθρώπου, και είναι στην γλώσσα τού κατά Ιωάννην, το γεγονός πως ο Λόγος σάρξ εγένετο, εισήλθε δηλαδή στην ιστορική ύπαρξη του χώρου και του χρόνου. Όλες οι υπόλοιπες παράδοξες διαβεβαιώσεις του Χριστιανισμού είναι παραλλαγές και εφαρμογές αυτού του ιδίου παραδόξου, όπως για παράδειγμα το δόγμα της δικαιώσεως δια της μόνης Χάριτος, ή η συμμετοχή του θεού στα πάθη του Σύμπαντος. Αντιθέτως τα τριαδολογικά σύμβολα είναι διαλεκτικά. Αντανακλούν την διαλεκτική της ζωής, δηλαδή την κίνηση του χωρισμού και της επανένωσης. Απηχώντας ξανά στον Χέγκελ, ισχυρίζεται δηλαδή πως η ζωή πρέπει να περιγραφεί σαν την πρόοδο της εξόδου από τον εαυτό και της επιστροφής στον εαυτό.

Η ουσία του Τριαδικού στοχασμού προσφέρεται οπωσδήποτε, από την εμπειρία της αποκαλύψεως και η μορφή του έχει την ίδια λογική την οποία πρέπει να διαθέτει κάθε θεολογία σαν έργο του Λόγου. Αλλ’ όμως η προσευχή σε ένα από τα τρία πρόσωπα, στα οποία υπάρχει η θεία ουσία, αναρωτιέται ο Τίλλιχ, κατευθύνεται προς κάποιον ο οποίος δεν είναι άλλο πράγμα από εκείνον στον οποίο κατευθύνεται μια άλλη προσευχή; Εάν δεν υπάρχει διαφορά γιατί να μην κατευθύνεται η προσευχή απλά προς τον θεό; Ε λοιπόν, κατά τον Τίλλιχ, οι έννοιες της ουσίας και της υποστάσεως , όπως και εκείνες της substantia και persona, δεν μπορούν να απαντήσουν σ’ αυτές τις ερωτήσεις, τις τόσο βασικές. Τις συγχέουν απλώς και ανοίγουν τον δρόμο σε ένα απεριόριστο αριθμό όρων απευθύνσεων της προσευχής, όπως ακριβώς κατέληξε με την λατρεία της Μαρίας και των Αγίων, παρόλες τις θεολογικές διακρίσεις ανάμεσα σε μια προσευχή που κατευθύνεται στον θεό και την επίκληση των αγίων! 

Ο Τίλλιχ αναγνωρίζει πώς στίς αρχές του το Τριαδικό δόγμα χρησίμευσε να εκφράση με τρία «σύμβολα» κεντρικά, την αυτοφανέρωση τού Θεού στον άνθρωπο, αποκαλύπτοντας το βάθος τής θείας αβύσσου και απαντώντας στην ερώτηση πάνω στο νόημα τής υπάρξεως. Αργότερα κατέληξε σέ άλυτο Μυστήριο, τόσο πού λατρεύτηκε στον βωμό. Θα είναι άραγε εκ νέου δυνατόν, αναρωτιέται ο Τίλλιχ, να απαγγείλουμε χωρίς καμμιά θεολογική αμηχανία ή απλή προσαρμογή στην παράδοση, τίς μεγάλες λέξεις: «στό όνομα τού Πατρός, τού Υιού και τού Αγίου Πνεύματος;» Θα είναι άραγε εκ νέου δυνατόν να προσευχόμαστε ευχόμενοι μέσα από «τήν αγάπη τού Πατρός, τήν Χάρη τού Ιησού Χριστού και την κοινωνία τού Αγίου Πνεύματος», χωρίς να ξυπνάμε δεισιδαιμονικές εικόνες σε εκείνους πού ακούνε την προσευχή; 

Ο Τίλλιχ πιστεύει πώς είναι δυνατόν, με τον όρο όμως μιας ριζικής αναθεώρησης τού Τριαδικού δόγματος και με μια καινούρια κατανόηση της θείας ζωής και της πνευματικής παρουσίας. Το τριαδικό δόγμα δεν είναι ολοκληρωμένο.Δεν είναι δυνατόν να εγκαταλειφθεί ούτε να γίνει αποδεκτό στην παραδοσιακή του μορφή. Πρέπει να παραμείνη ανοιχτό για να μπορέσει να εκπληρώσει την πρωταρχική του λειτουργία: να εκφράσει με κατανοητά σύμβολα την αυτοφανέρωση της θεϊκής ζωής στον άνθρωπο. 

Και εμείς όμως από την μεριά μας δεν μπορούμε να μην αναρωτηθούμε: ανάμεσα στον Βιβλικό φονταμενταλισμό τού Brunner και την ριζική απομυθοποίηση τού Μπούλτμαν, σε ποιά αποτελέσματα φτάνει η μέθοδος της αμοιβαίας σχέσης τού Τίλλιχ; Εάν τα πρόσωπα τού Πατρός τού Υιού και τού Αγίου Πνεύματος είναι συνώνυμα τού Είναι, τής υπάρξεως και τής ζωής και κατά συνέπεια απλές στιγμές στην πρόοδο τής θείας ζωής, όλο αυτό δέν είναι ένα είδος Γνώσης πού μάς πισωγυρίζει για άλλη μια φορά, στό παληό αλλά ακόμη αρκετά ουδετεροποιημένο λάθος τού Σαβέλλιου; 
Αμέθυστος 

ΣχόλιοΌπως βλέπουμε οι Γερμανοί θεολόγοι, οι δάσκαλοι των δικών μας, όσο πλησιάζουμε στην εποχή μας γίνονται όλο και πιο υβριστικοί. Ο εκσυγχρονισμός τής Εκκλησίας, ο σκοπός τής ζωής τού Ζηζιούλα, τού Γιανναρά καί τού Ράμφου καί όλου τού συρφετού πού τρώει από το τραπέζι τους, τής Ακαδημίας Βόλου π.χ.,εκφράζεται τέλεια από τον Τίλλιχ . Για τούς εκσυγχρονιστές η παραδοσιακή Τριαδολογία προσφέρει δεισιδαιμονικές εικόνες. 
Ως πότε θα τούς ανεχόμαστε; 

ΠΙΣΤΕΥΟΥΝ ΣΕ ΑΛΛΟ ΘΕΟ! 

Η ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΙΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ, είναι η αυτοφανέρωση τής θεϊκής ζωής στόν άνθρωπο, έτσι ώστε ο άνθρωπος να ζήσει αναλόγως τής θεϊκής ζωής. Μέ τόν τρόπο υπάρξεως τού Θεού. Γι’ αυτό αρνούνται τήν πτώση, φοβούνται τή φύση, προβάλλουν τήν προσωπικότητά τους, μιμούμενοι τούς Γερμανούς άθεους. Ως πότε; Θα τούς θεωρούμε μορφωμένους και την πίστη μας πρωτόγονη;

Σάββατο 26 Μαρτίου 2022

Η ΤΡΙΑΔΑ ΣΑΝ ΑΥΤΟΦΑΝΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΖΩΗΣ: PAUL TILLICH - 28

 Συνέχεια από Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2020

Στις πηγές τής νεωτερικής θεολογίας (ΧXΧVΙΙ)

Σέβεται περισσότερο το δόγμα, είναι πιο συντηρητικός, με μια πρώτη ματιά ο Τίλλιχ, ένας ακόμη υποστηρικτής της «κοπερνικής επανάστασης» του Μπαρτ, στην προτεσταντική θεολογία.
Το τριαδικό πρόβλημα δεν έχει καμμία σχέση με την παραποιητική θέση του πως ένα μπορεί να είναι τρία και τρία να είναι ένα, αντιθέτως αφορά το πρόβλημα της ενότητος ανάμεσα στο υπέρτατο και στο συγκεκριμένο, στον ζωντανό θεό. Σίγουρα, συνεχίζει ο Τίλλιχ, πρέπει να μιλήσουμε για τον θεό σαν ένα «προσωπικό θεό»: αυτό το σύμβολο είναι βασικό για να μπορέσουμε να μιλήσουμε για την σχέση με τον θεό σαν μια υπαρξιακή σχέση. Μια υπαρξιακή σχέση είναι πάντοτε μια σχέση πρόσωπο με πρόσωπο. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να έχει ένα «υπέρτατο ενδιαφέρον» για κάτι το οποίο είναι λιγότερο από προσωπικό. Με άλλα λόγια, συνδυάζοντας την μέθοδό του της «αμοιβαίας σχέσης» και την ιδέα του τού θεού σαν «υπέρτατο ενδιαφέρον» ή «ανεπηρέαστο», ο Τίλλιχ επαναφέρει με τον τρόπο του την παραδοσιακή προβληματική του προσώπου στον θεό. Παρ’ όλα αυτά παρατηρεί πως η έκφραση «προσωπικός θεός» δεν σημαίνει καθόλου πως ο θεός είναι ένα πρόσωπο, αλλά σημαίνει περισσότερο πως ο θεός είναι το θεμέλιο όλων αυτών που είναι προσωπικά, και διαθέτει μέσα του την οντολογική δύναμη της προσωπικότητος. Ο θεός δεν είναι ένα πρόσωπο, ούτε δεν είναι προσωπικός. Δεν πρέπει να ξεχνούμε, παρατηρεί ο Τίλλιχ, πως η κλασσική θεολογία χρησιμοποίησε τον όρο πρόσωπο για τις τριαδικές υποστάσεις;;;, όχι για τον ίδιο τον θεό. Ο θεός γίνεται πρόσωπο μόνον στον 19ο αιώνα, σε αναφορά με τον Καντιανό χωρισμό ανάμεσα στην φύση η οποία κυριαρχείται από τον φυσικό νόμο και την προσωπικότητα η οποία οδηγείται από τον ηθικό νόμο. Έτσι ο θεϊσμός κατανόησε τον θεό, σαν ένα ουράνιο πρόσωπο, τελειότατο, το οποίο κατοικεί πάνω από τον κόσμο και από την ανθρωπότητα. Η διαμαρτυρία του αθεϊσμού ενάντια σε ένα τόσο υψηλότατο πρόσωπο είναι συνεπής. Δεν είναι τόσο φανερή η ύπαρξίς του και δεν εμπλέκει ούτε το υπέρτατο ενδιαφέρον του ανθρώπου. Ο θεός δεν είναι θεός, ισχυρίζεται ο Tillich, χωρίς καθολική συμμετοχή: «Ο προσωπικός θεός» είναι ένα σύμβολο γεμάτο σύγχυση.

Κάθε διάλογος γύρω από το Χριστιανικό δόγμα της Τριάδος, κατά τον Τίλλιχ, πρέπει να ξεκινήσει από την Χριστολογική διαβεβαίωση πως ο Ιησούς είναι ο Χριστός.

Το Τριαδικό δόγμα δυναμώνει το Χριστολογικό δόγμα τελικώς. Εάν αντί του προβλήματος των χριστιανικών δογμάτων θέσουμε εκείνο των προϋποθέσεών του σε μια ιδέα του θεού, τότε ο λόγος αλλάζει και πρέπει να ξεκινήσουμε από το πνεύμα αντί από τον Λόγο. Ο θεός, φαίνεται να επαναλαμβάνει ο Τίλλιχ με τον Χέγκελ, είναι πνεύμα: κάθε τριαδολογική διαβεβαίωση πρέπει να παράγεται από αυτή την βασική διαβεβαίωση.

Το Τριαδικό δόγμα δεν είναι ούτε παράλογο ούτε παράδοξο, αλλά διαλεκτικό: αυτή είναι η βασική θέση του Τίλλιχ. Τίποτε θεϊκό δεν είναι παράλογο, καθώς η νόηση είναι η ίδια η πεπερασμένη φανέρωση του θείου Λόγου. Ούτε παράδοξη είναι, διότι υπάρχει ένα παράδοξο στην σχέση θεού και ανθρώπου, και είναι στην γλώσσα τού κατά Ιωάννην, το γεγονός πως ο Λόγος σάρξ εγένετο, εισήλθε δηλαδή στην ιστορική ύπαρξη του χώρου και του χρόνου. Όλες οι υπόλοιπες παράδοξες διαβεβαιώσεις του Χριστιανισμού είναι παραλλαγές και εφαρμογές αυτού του ιδίου παραδόξου, όπως για παράδειγμα το δόγμα της δικαιώσεως δια της μόνης Χάριτος, ή η συμμετοχή του θεού στα πάθη του Σύμπαντος. Αντιθέτως τα τριαδολογικά σύμβολα είναι διαλεκτικά. Αντανακλούν την διαλεκτική της ζωής, δηλαδή την κίνηση του χωρισμού και της επανένωσης. Απηχώντας ξανά στον Χέγκελ, ισχυρίζεται δηλαδή πως η ζωή πρέπει να περιγραφεί σαν την πρόοδο της εξόδου από τον εαυτό και της επιστροφής στον εαυτό.

Η ουσία του Τριαδικού στοχασμού προσφέρεται οπωσδήποτε, από την εμπειρία της αποκαλύψεως και η μορφή του έχει την ίδια λογική την οποία πρέπει να διαθέτει κάθε θεολογία σαν έργο του Λόγου. Αλλ’ όμως η προσευχή σε ένα από τα τρία πρόσωπα, στα οποία υπάρχει η θεία ουσία, αναρωτιέται ο Τίλλιχ, κατευθύνεται προς κάποιον ο οποίος δεν είναι άλλο πράγμα από εκείνον στον οποίο κατευθύνεται μια άλλη προσευχή; Εάν δεν υπάρχει διαφορά γιατί να μην κατευθύνεται η προσευχή απλά προς τον θεό; Ε λοιπόν, κατά τον Τίλλιχ, οι έννοιες της ουσίας και της υποστάσεως , όπως και εκείνες της substantia και persona, δεν μπορούν να απαντήσουν σ’ αυτές τις ερωτήσεις, τις τόσο βασικές. Τις συγχέουν απλώς και ανοίγουν τον δρόμο σε ένα απεριόριστο αριθμό όρων απευθύνσεων της προσευχής, όπως ακριβώς κατέληξε με την λατρεία της Μαρίας και των Αγίων, παρόλες τις θεολογικές διακρίσεις ανάμεσα σε μια προσευχή που κατευθύνεται στον θεό και την επίκληση των αγίων! 

Ο Τίλλιχ αναγνωρίζει πώς στίς αρχές του το Τριαδικό δόγμα χρησίμευσε να εκφράση με τρία «σύμβολα» κεντρικά, την αυτοφανέρωση τού Θεού στον άνθρωπο, αποκαλύπτοντας το βάθος τής θείας αβύσσου και απαντώντας στην ερώτηση πάνω στο νόημα τής υπάρξεως. Αργότερα κατέληξε σέ άλυτο Μυστήριο, τόσο πού λατρεύτηκε στον βωμό. Θα είναι άραγε εκ νέου δυνατόν, αναρωτιέται ο Τίλλιχ, να απαγγείλουμε χωρίς καμμιά θεολογική αμηχανία ή απλή προσαρμογή στην παράδοση, τίς μεγάλες λέξεις: «στό όνομα τού Πατρός, τού Υιού και τού Αγίου Πνεύματος;» Θα είναι άραγε εκ νέου δυνατόν να προσευχόμαστε ευχόμενοι μέσα από «τήν αγάπη τού Πατρός, τήν Χάρη τού Ιησού Χριστού και την κοινωνία τού Αγίου Πνεύματος», χωρίς να ξυπνάμε δεισιδαιμονικές εικόνες σε εκείνους πού ακούνε την προσευχή; 

Ο Τίλλιχ πιστεύει πώς είναι δυνατόν, με τον όρο όμως μιας ριζικής αναθεώρησης τού Τριαδικού δόγματος και με μια καινούρια κατανόηση της θείας ζωής και της πνευματικής παρουσίας. Το τριαδικό δόγμα δεν είναι ολοκληρωμένο.Δεν είναι δυνατόν να εγκαταλειφθεί ούτε να γίνει αποδεκτό στην παραδοσιακή του μορφή. Πρέπει να παραμείνη ανοιχτό για να μπορέσει να εκπληρώσει την πρωταρχική του λειτουργία: να εκφράσει με κατανοητά σύμβολα την αυτοφανέρωση της θεϊκής ζωής στον άνθρωπο. 

Και εμείς όμως από την μεριά μας δεν μπορούμε να μην αναρωτηθούμε: ανάμεσα στον Βιβλικό φονταμενταλισμό τού Brunner και την ριζική απομυθοποίηση τού Μπούλτμαν, σε ποιά αποτελέσματα φτάνει η μέθοδος της αμοιβαίας σχέσης τού Τίλλιχ; Εάν τα πρόσωπα τού Πατρός τού Υιού και τού Αγίου Πνεύματος είναι συνώνυμα τού Είναι, τής υπάρξεως και τής ζωής και κατά συνέπεια απλές στιγμές στην πρόοδο τής θείας ζωής, όλο αυτό δέν είναι ένα είδος Γνώσης πού μάς πισωγυρίζει για άλλη μια φορά, στό παληό αλλά ακόμη αρκετά ουδετεροποιημένο λάθος τού Σαβέλλιου; 
Αμέθυστος 

ΣχόλιοΌπως βλέπουμε οι Γερμανοί θεολόγοι, οι δάσκαλοι των δικών μας, όσο πλησιάζουμε στην εποχή μας γίνονται όλο και πιο υβριστικοί. Ο εκσυγχρονισμός τής Εκκλησίας, ο σκοπός τής ζωής τού Ζηζιούλα, τού Γιανναρά καί τού Ράμφου καί όλου τού συρφετού πού τρώει από το τραπέζι τους, τής Ακαδημίας Βόλου π.χ.,εκφράζεται τέλεια από τον Τίλλιχ. Για τούς εκσυγχρονιστές η παραδοσιακή Τριαδολογία προσφέρει δεισιδαιμονικές εικόνες. 
Ως πότε θα τούς ανεχόμαστε; 

ΠΙΣΤΕΥΟΥΝ ΣΕ ΑΛΛΟ ΘΕΟ! 

Η ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΙΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ, είναι η αυτοφανέρωση τής θεϊκής ζωής στόν άνθρωπο, έτσι ώστε ο άνθρωπος να ζήσει αναλόγως τής θεϊκής ζωής. Μέ τόν τρόπο υπάρξεως τού Θεού. Γι’ αυτό αρνούνται τήν πτώση, φοβούνται τή φύση, προβάλλουν τήν προσωπικότητά τους, μιμούμενοι τούς Γερμανούς άθεους. Ως πότε; Θα τούς θεωρούμε μορφωμένους και την πίστη μας πρωτόγονη;