Συνέχεια από Τρίτη 14. Ιουλίου 2026
Τα σύνορα μετρούν 4
Γιατί η ανθρωπότητα πρέπει να ανακαλύψει ξανά την τέχνη της χάραξης συνόρων
Frank Furedi
Πρόλογος του Andrea Zhok
1
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Η σημασία των συνόρων
Η διαίρεση του χώρου σε διακριτές επικράτειες και η οριοθέτησή τους μέσω συμβολικών σημείων υπήρξε αναπόσπαστο χαρακτηριστικό της ανθρώπινης εξελίξεως. Οι προσπάθειες αυτές ανάγονται πιθανότατα στην εποχή κατά την οποία οι πρώτες σουμεριακές πόλεις οχυρώθηκαν με τείχη.¹⁴ Πράγματι, ο Frye υποστηρίζει ότι υπάρχει μια «σχεδόν καθολική συσχέτιση μεταξύ πολιτισμού και τειχών»¹⁵ και ότι οι «δημιουργοί των πρώτων πολιτισμών κατάγονταν από γενεές οικοδόμων τειχών».¹⁶ Τα τείχη και τα όρια κατασκευάζονταν επειδή πιστευόταν ότι παρείχαν στους κατοίκους των αστικών πολιτισμών ασφάλεια και ειρήνη. Οριοθετούσαν έναν χώρο μέσα στον οποίο μπορούσαν να αναπτυχθούν η εμπορική και η πνευματική ζωή. Η ύπαρξη περιτειχισμένων και περιφραγμένων χώρων ταφής σε πολυάριθμες νομαδικές κοινότητες δείχνει ότι η ανθρώπινη παρόρμηση να χαράσσει γραμμές δεν περιορίζεται στους μόνιμους οικισμούς ή στα αστικά περιβάλλοντα.¹⁷
Ακριβώς επειδή η οριοθέτηση των φυσικών χώρων αποτελούσε ανθρώπινο επίτευγμα, είχε σημαντικό νόημα για τους ανθρώπους. Τα ορόσημα των συνόρων και τα χωρικά όρια περιβάλλονταν συχνά με μοναδική πνευματική σημασία. Σχεδόν κάθε κοινωνία διαθέτει όρια τα οποία οριοθετούν και προστατεύουν ιερούς τόπους. Αυτός ο διαχωρισμός των πνευματικών και θρησκευτικών συμβόλων, όπως ενός ιερού τόπου, διέκρινε το κοσμικό από το ιερό και προσέδιδε επίσης ηθική σημασία στις χωρικές διαιρέσεις.
Η οριοθέτηση του χώρου και η τάση χαράξεως γραμμών εκφράζουν την ανθρώπινη ανάγκη για σημεία αναφοράς και προσανατολισμό. Οι υποστηρικτές της «ανοικτότητας» ή της «απουσίας συνόρων», οι οποίοι διάκεινται αρνητικά προς τα όρια, υποστηρίζουν μερικές φορές ότι η χάραξη γραμμών αποτελεί απλώς δυτική εμμονή και ότι η γραμμική συνείδηση είναι ξένη προς πολλές μη δυτικές κοινωνίες. Όπως επισημαίνει ο Tim Gold στη μελέτη του για την ιστορία των γραμμών:
«Οι ανθρωπολόγοι συνηθίζουν να επιμένουν ότι υπάρχει κάτι κατ’ ουσίαν γραμμικό στον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι στις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες αντιλαμβάνονται τη διέλευση της ιστορίας, των γενεών και του χρόνου. Είναι τόσο πεπεισμένοι γι’ αυτό, ώστε κάθε προσπάθεια να εντοπιστεί γραμμικότητα στη ζωή μη δυτικών λαών είναι πιθανό να απορριφθεί, στην καλύτερη περίπτωση, ως ελαφρώς εθνοκεντρική και, στη χειρότερη, ως συνενοχή στο εγχείρημα της αποικιακής κατοχής, μέσω του οποίου η Δύση επέβαλε τις γραμμές της στον υπόλοιπο κόσμο».¹⁸
Ωστόσο, η χάραξη γραμμών μπορεί να προσλάβει ποικίλες μορφές στους διαφορετικούς πολιτισμούς, και η αποικιοκρατία δεν υπήρξε «η επιβολή της γραμμικότητας σε έναν μη γραμμικό κόσμο, αλλά η επιβολή ενός είδους γραμμής επάνω σε ένα άλλο».¹⁹ Όπως παρατηρεί ο Gold, «ασφαλώς ισχύει ότι, από τότε που οι άνθρωποι άρχισαν να μιλούν και να χειρονομούν, άρχισαν επίσης να δημιουργούν και να ακολουθούν γραμμές».²⁰
Το γεγονός ότι τα σύνορα και η χάραξη γραμμών θεωρούνται από πολλούς αφύσικο και δυνητικά ολέθριο επίτευγμα αποκαλύπτει πολύ περισσότερα για τις δικές τους πολιτισμικές στάσεις παρά για την ανθρώπινη κατάσταση. Το 1909, ο Γερμανός κοινωνιολόγος Georg Simmel μάς υπενθύμισε με εύγλωττο τρόπο την ανθρώπινη επιθυμία να χαράσσει σύνορα:
«Μόνο στην ανθρωπότητα, σε αντίθεση με τη φύση, έχει δοθεί το δικαίωμα να συνδέει και να διαχωρίζει, και μάλιστα με τον ιδιαίτερο τρόπο κατά τον οποίο η μία από αυτές τις δραστηριότητες αποτελεί πάντοτε την προϋπόθεση της άλλης».²¹
Ο Simmel κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι άνθρωποι τοποθετούσαν και διηύθυναν τη ζωή τους σύμφωνα με το νόημα που διαμορφωνόταν μέσα σε διακριτά όρια. «Η θέση του ανθρώπου μέσα στον κόσμο καθορίζεται από το γεγονός ότι, σε κάθε διάσταση του είναι και της συμπεριφοράς του, στέκεται κάθε στιγμή ανάμεσα σε δύο όρια», υποστήριζε, ισχυριζόμενος ότι «η κατάσταση αυτή συγκροτεί την τυπική δομή της υπάρξεως», καθώς οι άνθρωποι προσανατολίζονται, για να βρουν κατεύθυνση «στον άπειρο χώρο των κόσμων μας».²²
Όπως εξηγεί ο κοινωνιολόγος Keith Tester, ο Simmel «δεν αμφιβάλλει καθόλου ότι χωρίς όρια η ζωή μέσα στον κόσμο —δηλαδή η ύπαρξη— θα ήταν άγονη» και «σε μεγάλο βαθμό ακατανόητη».²³
Η σημασία που απέδιδε ο Simmel στον ρόλο των ορίων βασιζόταν στην αναγνώριση ότι αυτά τα σημεία οριοθετήσεως συμβάλλουν στο να προσδίδεται νόημα στην ανθρώπινη εμπειρία. Ο Tester επαναλαμβάνει αυτή την άποψη όταν γράφει ότι «η ανάδυση και η παγίωση οριοθετημένων μορφών αναγνωρίστηκαν ως ο μόνος τρόπος με τον οποίο η ζωή μπορούσε να αποκτήσει κατεύθυνση, νόημα και θέση».²⁴ Τα φυσικά σύνορα και οι διαφορετικές μορφές εδαφικής οριοθετήσεως δημιουργούν έναν χώρο μέσα στον οποίο τα άτομα αναπτύσσουν την αίσθηση του ανήκειν και της κοινότητας, καθώς και καλλιεργούν την ταυτότητά τους. Ο Νορβηγός ανθρωπολόγος Fredrik Barth ανέπτυξε την έννοια του «εθνοτικού ορίου», για να αναφερθεί στα γνωστικά ή νοητικά όρια που καθοδηγούν τους ανθρώπους να τοποθετούν την κοινότητά τους σε σχέση με τις άλλες. Από αυτή την άποψη, τα όρια διαδραματίζουν κρίσιμο ρόλο στη συγκρότηση του εαυτού, διότι παρέχουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορεί να καλλιεργηθεί η ταυτότητα.²⁵
Τα σύνορα δεν αποτελούν μόνο φυσικές και γεωγραφικές πραγματικότητες· διαθέτουν επίσης ισχυρή συμβολική σημασία, μέσω της οποίας οι κοινότητες αποκτούν επίγνωση του εαυτού τους και του νοήματος της υπάρξεώς τους. Όπως παρατήρησε ο κοινωνιολόγος του πολιτισμού Robert Wuthnow, «η τάξη σχετίζεται κατά κάποιον τρόπο με τα όρια». Γιατί; Επειδή «η τάξη συνίσταται κυρίως στην ικανότητα να κάνουμε διακρίσεις —να διαθέτουμε συμβολικές οριοθετήσεις—, ώστε να γνωρίζουμε τη θέση των πραγμάτων και τον τρόπο με τον οποίο σχετίζονται μεταξύ τους».²⁶ Η ίδια η αίσθηση της κοινωνικής πραγματικότητας των ανθρώπων συχνά διαμορφώνεται και εσωτερικεύεται μέσω της σχέσεώς τους με τα συμβολικά όρια. Αυτά τα όρια —μεταξύ του «εαυτού» και του «άλλου»— επηρεάζουν την αίσθησή τους για το «εμείς» και το «αυτοί».
Σήμερα, όπως και στο παρελθόν, οι στάσεις μας απέναντι στα φυσικά και χωρικά σύνορα επηρεάζονται από τις στάσεις μας απέναντι στα συμβολικά όρια. Όταν τα συμβολικά όρια χάνουν το νόημά τους, επέρχεται πολιτισμική κρίση. Χωρίς την καθοδήγηση που παρέχουν τα συμβολικά όρια, οι νέοι δυσκολεύονται να πραγματοποιήσουν τη μετάβαση στην ενηλικίωση. Η πιο χαρακτηριστική έκφραση αυτής της εξελίξεως είναι εκείνο που ο ψυχολόγος Erik Erikson χαρακτήρισε ως «κρίση ταυτότητας».
Τα συμβολικά όρια έχουν αποδειχθεί ουσιώδη για την ανάπτυξη της ανθρώπινης σκέψεως και έχουν καταστήσει τα άτομα ικανά να αντιλαμβάνονται πού βρίσκονται σε σχέση με τους άλλους.²⁷ Τα συμβολικά όρια παρέχουν στους ανθρώπους καθοδήγηση σχετικά με τη σχέση τους προς τους άλλους και επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο γίνεται αντιληπτή η πραγματικότητα. Προσφέρουν στις κοινότητες κατευθυντήριες γραμμές για το πώς να διαφοροποιούν και να προβαίνουν σε χωρικές, χρονικές και γνωστικές διακρίσεις. Συμβάλλουν στη δημιουργία ενός νοητικού χάρτη, ο οποίος χαράσσει τα όρια μέσα στις ομάδες και μεταξύ αυτών.
Ιστορικά, τα συμβολικά όρια διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο, παρέχοντας στις κοινότητες τους πολιτισμικούς πόρους που ήταν αναγκαίοι για τη διαμόρφωση ηθικών διακρίσεων μεταξύ του ορθού και του εσφαλμένου, του καλού και του κακού ή μεταξύ των πεδίων του ιερού και του βέβηλου. Καθορίζουν επίσης ένα όριο. Τα ηθικά όρια υπενθυμίζουν στα μέλη της κοινότητας τη διάκριση μεταξύ αποδεκτών και μη αποδεκτών μορφών συμπεριφοράς. Μολονότι τα όρια αυτά βιώνονται μερικές φορές ως περιορισμός των δραστηριοτήτων των ατόμων, οι κοινότητες στηρίζονται σε αυτά για να διατηρήσουν την ηθική τάξη.
Τα ηθικά όρια είναι πανταχού παρόντα, σε τέτοιον βαθμό ώστε οι περισσότεροι άνθρωποι να μην έχουν συνείδηση της επιδράσεώς τους στη συμπεριφορά τους. Το να διδάσκονται τα παιδιά να «γνωρίζουν τα όριά τους» διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην κοινωνικοποίησή τους. Όταν τα όρια παραβιάζονται, λέγεται στους ανθρώπους ότι «ξεπέρασαν τη γραμμή». Η φράση «ξεπερνώ τη γραμμή» αποτελεί έναν καθημερινό τρόπο για να δηλωθεί ότι κάποιος παραβίασε τον ισχύοντα ηθικό κώδικα. Όποιος ξεπέρασε τη γραμμή έχει μετακινηθεί από την περιοχή της αποδεκτής συμπεριφοράς σε εκείνη της μη αποδεκτής.
Οι μεταφορές που σχετίζονται με γραμμές χρησιμοποιούνται συχνά για να εκφράσουν ηθικές αντιλήψεις σχετικά με τα όρια. Η «θόλωση των διαχωριστικών γραμμών» εφιστά την προσοχή στην απουσία ηθικής σαφήνειας. Η φράση «λεπτή διαχωριστική γραμμή» υπογραμμίζει τη δυσκολία να γίνει, σε ορισμένες περιπτώσεις, σαφής διάκριση μεταξύ του ορθού και του εσφαλμένου. Τα δημόσια πρόσωπα χρησιμοποιούν τον όρο «κόκκινη γραμμή» για να δηλώσουν το σημείο χωρίς επιστροφή· το σημείο πέρα από το οποίο δεν είναι διατεθειμένα να διαπραγματευθούν. Μερικές φορές χρησιμοποιούν τη φράση «γραμμή στην άμμο», για να υποδείξουν το όριο πέρα από το οποίο δεν πρόκειται να προχωρήσουν.
Στα επόμενα κεφάλαια θα υποστηριχθεί ότι η έλλειψη σαφήνειας σχετικά με τα ηθικά όρια έχει αποξενώσει τόσο τα άτομα όσο και την ευρύτερη κοινωνία από την πράξη της χαράξεως γραμμών. Οι συγχύσεις που περιβάλλουν το ερώτημα «πού πρέπει να χαραχθεί η γραμμή» συμπλέκονται με τις διαμάχες γύρω από τα φυσικά σύνορα και το καθεστώς της εθνικής κυριαρχίας. Όχι μόνο αποτυγχάνουν να αντιμετωπίσουν σοβαρά τα σύνορα, αλλά αποδεσμεύουν επίσης τους πολιτισμικούς κανόνες από τα όριά τους.
Η απόρριψη των συνόρων με το επιχείρημα ότι είναι διακριτικά, τεχνητά ή αυθαίρετα παραβλέπει τον ρόλο τους στην παροχή νοήματος και αισθήματος του ανήκειν στις κοινότητες. Αγνοεί επίσης τη σημασία που έχουν τα σύνορα για τη δημιουργία ενός ασφαλούς χώρου, μέσα στον οποίο καλλιεργούνται όλα τα σημαντικά χαρακτηριστικά της δημόσιας ζωής και του πολιτισμού: οι νομικές και ηθικές υποχρεώσεις, οι κανόνες αλληλεγγύης και ιδιότητας του πολίτη, καθώς και οι κοινωνικές πρακτικές και τελετουργίες της καθημερινής ζωής. Η οριοθέτηση του χώρου και η διαφοροποίηση των τόπων αποτελούν ουσιώδη στοιχεία για την άσκηση της ανθρώπινης δραστηριότητας και τη συγκρότηση πολιτικών και κοινωνικών θεσμών.
Από τη σκοπιά της ιδεολογίας της ανοικτότητας, τα σύνορα αποτελούν διαιρετικά εμπόδια στην ανθρώπινη ανάπτυξη. Ωστόσο, όπως παρατηρεί ένας ιστορικός των συνόρων, «τα σύνορα είναι κάτι περισσότερο από απλά εμπόδια· για ορισμένους εγγυώνται την κοινότητα και το ανήκειν» και «οργανώνουν τη χωρική δομή της συλλογικής μας ζωής».²⁸ Δεν είναι μόνο οι πολιτικές και εθνοτικές ταυτίσεις που έχουν εδαφικό χαρακτήρα. Οι δεσμοί που ενώνουν τους ανθρώπους και χρησιμεύουν ως θεμέλιο της δημόσιας ζωής δημιουργούνται μέσα σε έναν χώρο κοινού ανήκειν. Οι δεσμοί αυτοί χρησιμεύουν επίσης για να διακρίνουν τους ανθρώπους από τους άλλους και μπορεί να οδηγήσουν σε πράξεις αποκλεισμού και διακρίσεως· χωρίς όμως την ύπαρξή τους, κάθε μορφή αλληλεγγύης θα είχε εύθραυστο και αφηρημένο χαρακτήρα.
Οι υποστηρικτές των ανοικτών συνόρων αποεδαφικοποιούν την ταυτότητα των ανθρώπων και επιδιώκουν να αποεθνικοποιήσουν το καθεστώς της ιδιότητας του πολίτη. Με αυτόν τον τρόπο, στερούν από την ιδιότητα του πολίτη το ηθικό της περιεχόμενο και υπονομεύουν την ικανότητα των ανθρώπων να σκέπτονται τον εαυτό τους και να ενεργούν ως λαός. Η πολιτική φιλόσοφος Hannah Arendt υποστήριξε με έμφαση ότι «ο πολίτης, εξ ορισμού», είναι μέλος μιας «συγκεκριμένης κοινότητας». Εξηγεί ότι τα «καθήκοντα» του πολίτη πρέπει να καθορίζονται και να περιορίζονται όχι μόνο από εκείνα των συμπολιτών του, αλλά και από τα όρια μιας επικράτειας, και καταλήγει:
«Η φιλοσοφία μπορεί να συλλάβει τη γη ως πατρίδα της ανθρωπότητας και έναν άγραφο νόμο, αιώνιο και ισχύοντα για όλους. Η πολιτική ασχολείται με ανθρώπους, υπηκόους πολλών χωρών και κληρονόμους πολλών παρελθόντων· οι νόμοι της είναι οι θετικά θεσπισμένοι φραγμοί που περιβάλλουν, προστατεύουν και περιορίζουν τον χώρο μέσα στον οποίο η ελευθερία δεν αποτελεί έννοια, αλλά ζωντανή πολιτική πραγματικότητα».²⁹
Οι πολιτικοί θεσμοί και τα έθιμα μπορούν να αποκτήσουν νόημα μόνο εφόσον είναι εδαφικά οριοθετημένα. «Ο λαός οφείλει να αγωνίζεται για τους νόμους της πόλεως σαν να επρόκειτο για τα τείχη της», δήλωνε ο αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος Ηράκλειτος. Πράγματι, για τους Έλληνες, οι νόμοι, όπως και τα τείχη, χρησίμευαν για την προστασία της πόλεως. Γι’ αυτό οι Έλληνες και αργότερα η Arendt χρησιμοποίησαν τη μεταφορά των τειχών της πόλεως για να περιγράψουν την οριοθέτηση του δημόσιου χώρου.
Η Arendt διατύπωσε μια ευρηματική θεωρία, σύμφωνα με την οποία η ανάδυση των ορίων εκφράστηκε μέσω του νόμου, δηλαδή των νόμων των ελληνικών πόλεων-κρατών. Υποστήριξε ότι ο νόμος εκφράζει την ιδέα της οριοθετήσεως και της οικειοποιήσεως. Μέσω της σταθεροποιήσεως των ορίων, ο νόμος παρείχε την προϋπόθεση για τη δημιουργία ενός διαρκούς δημόσιου και πολιτικού πεδίου. Η Arendt υποστήριξε ότι μια πολιτική κοινότητα μπορεί να ευημερήσει μόνο εφόσον είναι εδαφικά περιορισμένη: «η νομοθεσία δημιουργεί πρώτα απ’ όλα έναν χώρο μέσα στον οποίο ισχύει, και αυτός ο χώρος είναι ο κόσμος μέσα στον οποίο μπορούμε να κινούμαστε ελεύθερα».³⁰ Η πολιτική ελευθερία και η άσκησή της είναι αδιανόητες χωρίς τη χωρική θεσμοποίηση της δημόσιας ζωής.
Η Arendt δεν ήταν σε καμία περίπτωση η μόνη φιλόσοφος που τόνισε τη σημασία της εδαφικής οριοθετήσεως για την άνθηση της πολιτικής ζωής. Ο John Locke, ένας από τους θεμελιωτές της φιλελεύθερης φιλοσοφίας, μαζί με τον Jean-Jacques Rousseau και τον Immanuel Kant, εννοιολόγησε την οριοθέτηση του χώρου ως θεμέλιο της πολιτικής κυριαρχίας και ως προϋπόθεση για τη διατήρηση της πολιτικής τάξεως.
Δεδομένης της στενής συνδέσεως μεταξύ της σαφούς οριοθετήσεως των συνόρων και της εθνικής κυριαρχίας, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι και η τελευταία έχει καταστεί στόχος της κοσμοθεωρίας της απουσίας συνόρων. Η εθνική κυριαρχία συχνά υποτιμάται ως ξεπερασμένη προκατάληψη, η οποία έχει καταστεί άσχετη μέσα σε έναν παγκοσμιοποιημένο κόσμο. Επικρίνεται επίσης επειδή διαιρεί τους ανθρώπους και στρέφει το ένα έθνος εναντίον του άλλου. Η κριτική της εθνικής κυριαρχίας συμβαδίζει μερικές φορές με την υποτίμηση της ιδιότητας του πολίτη. Οι υποστηρικτές της καταργήσεως των ορίων καταδικάζουν την εθνική ιθαγένεια ως υπερβολικά αποκλειστική και την επικρίνουν επειδή δεν αποδίδει ισότιμη ηθική υπόσταση και μέριμνα στους ανθρώπους που κατοικούν σε διαφορετικό μέρος του κόσμου.
Τα επιχειρήματα εναντίον της εθνικής κυριαρχίας και της ιδιότητας του πολίτη βασίζονται στην υποτιθέμενη ανωτερότητα των οικουμενικών και ανθρωπιστικών αξιών. Ωστόσο, ο οικουμενισμός μετατρέπεται σε καρικατούρα του εαυτού του όταν καθίσταται μια μεταφυσική δύναμη που στέκεται υπεράνω των υφιστάμενων εθνικών θεσμών, μέσω των οποίων οι άνθρωποι νοηματοδοτούν τον κόσμο. Η προσπάθεια αποεδαφικοποιήσεως της κυριαρχίας και των δικαιωμάτων του πολίτη ανάγει τους ανθρώπους στις πλέον αφηρημένες ατομικές τους ιδιότητες. Ως συνέπεια, οι πολίτες στερούνται τις πολιτισμικές αξίες μέσω των οποίων προσδίδουν νόημα στη ζωή τους.
Η ανθρωπότητα δεν ζει πάνω ή πέρα από τα όρια και τους θεσμούς που δημιούργησε μέσω μεγάλων αγώνων και προσπαθειών. Γι’ αυτό η Arendt υποστήριζε:
«Η εγκαθίδρυση ενός ενιαίου κυρίαρχου παγκόσμιου κράτους, κάθε άλλο παρά θα αποτελούσε προϋπόθεση της παγκόσμιας ιδιότητας του πολίτη· θα σήμαινε το τέλος κάθε ιδιότητας του πολίτη. Δεν θα αποτελούσε την κορύφωση της παγκόσμιας πολιτικής, αλλά, κυριολεκτικά, το τέλος της».³¹
Όποια και αν είναι τα κίνητρα των υποστηρικτών του, το σχέδιο αποεδαφικοποιήσεως της ιδιότητας του πολίτη και αποδυναμώσεως της εθνικής κυριαρχίας συνιστά άμεση πρόκληση για τη δημοκρατία και τη δημόσια ζωή. Όποια άποψη και αν έχει κανείς για τα εθνικά κράτη, δεν μπορεί να υπάρξει δημοκρατική δημόσια ζωή έξω από τα όριά τους. Μόνο ως πολίτες που αλληλεπιδρούν μεταξύ τους μέσα σε μια γεωγραφικά οριοθετημένη οντότητα μπορεί η δημοκρατική λήψη αποφάσεων να λειτουργήσει και να επιτύχει αξιοσημείωτα αποτελέσματα.
Στο δοκίμιό του Προς την αιώνια ειρήνη (1795), ο Immanuel Kant, θεμελιωτής της σύγχρονης κοσμοπολιτικής φιλοσοφίας, ανέπτυξε την ιδέα του «κοσμοπολιτικού δικαίου», σύμφωνα με την οποία οι ξένοι που εισέρχονται στην επικράτεια ενός αλλοδαπού κράτους δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται εχθρικά. Αποκάλεσε αυτή την απαίτηση «φυσικό δικαίωμα φιλοξενίας».³² Ωστόσο, η καντιανή έννοια του δικαιώματος στη φιλοξενία δεν συνεπαγόταν δικαίωμα εγκαταστάσεως και ασφαλώς δεν έθετε υπό αμφισβήτηση τη νομιμότητα των εδαφικών συνόρων. Ο Kant αντιτασσόταν στην υποστήριξη ενός κόσμου χωρίς σύνορα και υποστήριζε ότι ένα παγκόσμιο κράτος θα οδηγούσε σε παγκόσμια τυραννία.
Αντιθέτως, ο Kant υποστήριζε μια ομοσπονδιακή ένωση ελεύθερων και ανεξάρτητων πολιτειών, την οποία θεωρούσε «προτιμότερη από τη συγχώνευση των χωριστών εθνών υπό μία και μόνη δύναμη, η οποία θα είχε επιβληθεί στις υπόλοιπες και θα είχε δημιουργήσει μια παγκόσμια μοναρχία». Είχε την άποψη ότι οι νόμοι που υπερβαίνουν το εθνικό κράτος στερούνται του ηθικού βάθους που είναι αναγκαίο για την άσκηση εξουσίας, προειδοποιώντας ότι «οι νόμοι χάνουν προοδευτικά την ισχύ τους όσο διευρύνεται η εμβέλεια της κυβερνήσεως, και ένας άψυχος δεσποτισμός, αφού συντρίψει τα σπέρματα του αγαθού, θα καταλήξει τελικά στην αναρχία».³³ Το όραμά του για τον κοσμοπολιτισμό διαφέρει ριζικά από την οπτική των σημερινών κοσμοπολιτών που αντιτίθενται στα σύνορα.
Η ταύτιση με ανθρώπους που έχουν γεννηθεί μέσα σε έναν κοινό κόσμο αποτελεί τον κύριο τρόπο με τον οποίο η αλληλεγγύη μεταξύ των ανθρώπων μπορεί να αποκτήσει δυναμικό πολιτικό χαρακτήρα. Οι άνθρωποι που ασκούν τα δικαιώματά τους ως πολίτες διαθέτουν συμφέροντα ιδιαίτερα για τις περιστάσεις τους, τα οποία παρέχουν το θεμέλιο της αλληλεγγύης τους. Αν στερούνταν αυτά τα συμφέροντα, θα μειωνόταν η ικανότητά τους να ενεργούν ως υπεύθυνοι πολίτες. Παραδόξως, η καλύτερη προστασία για τους πρόσφυγες και τους μετανάστες είναι εκείνη που παρέχεται από τα εθνικά κράτη, στα οποία οι πολίτες αισθάνονται βέβαιοι για τον ρόλο τους και, ως αποτέλεσμα, είναι σε θέση να επεκτείνουν την αλληλεγγύη τους και προς εκείνους που βρίσκονται πέρα από τα εθνικά τους σύνορα.
Όχι απλώς όρια
1
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Η σημασία των συνόρων
Η διαίρεση του χώρου σε διακριτές επικράτειες και η οριοθέτησή τους μέσω συμβολικών σημείων υπήρξε αναπόσπαστο χαρακτηριστικό της ανθρώπινης εξελίξεως. Οι προσπάθειες αυτές ανάγονται πιθανότατα στην εποχή κατά την οποία οι πρώτες σουμεριακές πόλεις οχυρώθηκαν με τείχη.¹⁴ Πράγματι, ο Frye υποστηρίζει ότι υπάρχει μια «σχεδόν καθολική συσχέτιση μεταξύ πολιτισμού και τειχών»¹⁵ και ότι οι «δημιουργοί των πρώτων πολιτισμών κατάγονταν από γενεές οικοδόμων τειχών».¹⁶ Τα τείχη και τα όρια κατασκευάζονταν επειδή πιστευόταν ότι παρείχαν στους κατοίκους των αστικών πολιτισμών ασφάλεια και ειρήνη. Οριοθετούσαν έναν χώρο μέσα στον οποίο μπορούσαν να αναπτυχθούν η εμπορική και η πνευματική ζωή. Η ύπαρξη περιτειχισμένων και περιφραγμένων χώρων ταφής σε πολυάριθμες νομαδικές κοινότητες δείχνει ότι η ανθρώπινη παρόρμηση να χαράσσει γραμμές δεν περιορίζεται στους μόνιμους οικισμούς ή στα αστικά περιβάλλοντα.¹⁷
Ακριβώς επειδή η οριοθέτηση των φυσικών χώρων αποτελούσε ανθρώπινο επίτευγμα, είχε σημαντικό νόημα για τους ανθρώπους. Τα ορόσημα των συνόρων και τα χωρικά όρια περιβάλλονταν συχνά με μοναδική πνευματική σημασία. Σχεδόν κάθε κοινωνία διαθέτει όρια τα οποία οριοθετούν και προστατεύουν ιερούς τόπους. Αυτός ο διαχωρισμός των πνευματικών και θρησκευτικών συμβόλων, όπως ενός ιερού τόπου, διέκρινε το κοσμικό από το ιερό και προσέδιδε επίσης ηθική σημασία στις χωρικές διαιρέσεις.
Η οριοθέτηση του χώρου και η τάση χαράξεως γραμμών εκφράζουν την ανθρώπινη ανάγκη για σημεία αναφοράς και προσανατολισμό. Οι υποστηρικτές της «ανοικτότητας» ή της «απουσίας συνόρων», οι οποίοι διάκεινται αρνητικά προς τα όρια, υποστηρίζουν μερικές φορές ότι η χάραξη γραμμών αποτελεί απλώς δυτική εμμονή και ότι η γραμμική συνείδηση είναι ξένη προς πολλές μη δυτικές κοινωνίες. Όπως επισημαίνει ο Tim Gold στη μελέτη του για την ιστορία των γραμμών:
«Οι ανθρωπολόγοι συνηθίζουν να επιμένουν ότι υπάρχει κάτι κατ’ ουσίαν γραμμικό στον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι στις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες αντιλαμβάνονται τη διέλευση της ιστορίας, των γενεών και του χρόνου. Είναι τόσο πεπεισμένοι γι’ αυτό, ώστε κάθε προσπάθεια να εντοπιστεί γραμμικότητα στη ζωή μη δυτικών λαών είναι πιθανό να απορριφθεί, στην καλύτερη περίπτωση, ως ελαφρώς εθνοκεντρική και, στη χειρότερη, ως συνενοχή στο εγχείρημα της αποικιακής κατοχής, μέσω του οποίου η Δύση επέβαλε τις γραμμές της στον υπόλοιπο κόσμο».¹⁸
Ωστόσο, η χάραξη γραμμών μπορεί να προσλάβει ποικίλες μορφές στους διαφορετικούς πολιτισμούς, και η αποικιοκρατία δεν υπήρξε «η επιβολή της γραμμικότητας σε έναν μη γραμμικό κόσμο, αλλά η επιβολή ενός είδους γραμμής επάνω σε ένα άλλο».¹⁹ Όπως παρατηρεί ο Gold, «ασφαλώς ισχύει ότι, από τότε που οι άνθρωποι άρχισαν να μιλούν και να χειρονομούν, άρχισαν επίσης να δημιουργούν και να ακολουθούν γραμμές».²⁰
Το γεγονός ότι τα σύνορα και η χάραξη γραμμών θεωρούνται από πολλούς αφύσικο και δυνητικά ολέθριο επίτευγμα αποκαλύπτει πολύ περισσότερα για τις δικές τους πολιτισμικές στάσεις παρά για την ανθρώπινη κατάσταση. Το 1909, ο Γερμανός κοινωνιολόγος Georg Simmel μάς υπενθύμισε με εύγλωττο τρόπο την ανθρώπινη επιθυμία να χαράσσει σύνορα:
«Μόνο στην ανθρωπότητα, σε αντίθεση με τη φύση, έχει δοθεί το δικαίωμα να συνδέει και να διαχωρίζει, και μάλιστα με τον ιδιαίτερο τρόπο κατά τον οποίο η μία από αυτές τις δραστηριότητες αποτελεί πάντοτε την προϋπόθεση της άλλης».²¹
Ο Simmel κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι άνθρωποι τοποθετούσαν και διηύθυναν τη ζωή τους σύμφωνα με το νόημα που διαμορφωνόταν μέσα σε διακριτά όρια. «Η θέση του ανθρώπου μέσα στον κόσμο καθορίζεται από το γεγονός ότι, σε κάθε διάσταση του είναι και της συμπεριφοράς του, στέκεται κάθε στιγμή ανάμεσα σε δύο όρια», υποστήριζε, ισχυριζόμενος ότι «η κατάσταση αυτή συγκροτεί την τυπική δομή της υπάρξεως», καθώς οι άνθρωποι προσανατολίζονται, για να βρουν κατεύθυνση «στον άπειρο χώρο των κόσμων μας».²²
Όπως εξηγεί ο κοινωνιολόγος Keith Tester, ο Simmel «δεν αμφιβάλλει καθόλου ότι χωρίς όρια η ζωή μέσα στον κόσμο —δηλαδή η ύπαρξη— θα ήταν άγονη» και «σε μεγάλο βαθμό ακατανόητη».²³
Η σημασία που απέδιδε ο Simmel στον ρόλο των ορίων βασιζόταν στην αναγνώριση ότι αυτά τα σημεία οριοθετήσεως συμβάλλουν στο να προσδίδεται νόημα στην ανθρώπινη εμπειρία. Ο Tester επαναλαμβάνει αυτή την άποψη όταν γράφει ότι «η ανάδυση και η παγίωση οριοθετημένων μορφών αναγνωρίστηκαν ως ο μόνος τρόπος με τον οποίο η ζωή μπορούσε να αποκτήσει κατεύθυνση, νόημα και θέση».²⁴ Τα φυσικά σύνορα και οι διαφορετικές μορφές εδαφικής οριοθετήσεως δημιουργούν έναν χώρο μέσα στον οποίο τα άτομα αναπτύσσουν την αίσθηση του ανήκειν και της κοινότητας, καθώς και καλλιεργούν την ταυτότητά τους. Ο Νορβηγός ανθρωπολόγος Fredrik Barth ανέπτυξε την έννοια του «εθνοτικού ορίου», για να αναφερθεί στα γνωστικά ή νοητικά όρια που καθοδηγούν τους ανθρώπους να τοποθετούν την κοινότητά τους σε σχέση με τις άλλες. Από αυτή την άποψη, τα όρια διαδραματίζουν κρίσιμο ρόλο στη συγκρότηση του εαυτού, διότι παρέχουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορεί να καλλιεργηθεί η ταυτότητα.²⁵
Τα σύνορα δεν αποτελούν μόνο φυσικές και γεωγραφικές πραγματικότητες· διαθέτουν επίσης ισχυρή συμβολική σημασία, μέσω της οποίας οι κοινότητες αποκτούν επίγνωση του εαυτού τους και του νοήματος της υπάρξεώς τους. Όπως παρατήρησε ο κοινωνιολόγος του πολιτισμού Robert Wuthnow, «η τάξη σχετίζεται κατά κάποιον τρόπο με τα όρια». Γιατί; Επειδή «η τάξη συνίσταται κυρίως στην ικανότητα να κάνουμε διακρίσεις —να διαθέτουμε συμβολικές οριοθετήσεις—, ώστε να γνωρίζουμε τη θέση των πραγμάτων και τον τρόπο με τον οποίο σχετίζονται μεταξύ τους».²⁶ Η ίδια η αίσθηση της κοινωνικής πραγματικότητας των ανθρώπων συχνά διαμορφώνεται και εσωτερικεύεται μέσω της σχέσεώς τους με τα συμβολικά όρια. Αυτά τα όρια —μεταξύ του «εαυτού» και του «άλλου»— επηρεάζουν την αίσθησή τους για το «εμείς» και το «αυτοί».
Σήμερα, όπως και στο παρελθόν, οι στάσεις μας απέναντι στα φυσικά και χωρικά σύνορα επηρεάζονται από τις στάσεις μας απέναντι στα συμβολικά όρια. Όταν τα συμβολικά όρια χάνουν το νόημά τους, επέρχεται πολιτισμική κρίση. Χωρίς την καθοδήγηση που παρέχουν τα συμβολικά όρια, οι νέοι δυσκολεύονται να πραγματοποιήσουν τη μετάβαση στην ενηλικίωση. Η πιο χαρακτηριστική έκφραση αυτής της εξελίξεως είναι εκείνο που ο ψυχολόγος Erik Erikson χαρακτήρισε ως «κρίση ταυτότητας».
Τα συμβολικά όρια έχουν αποδειχθεί ουσιώδη για την ανάπτυξη της ανθρώπινης σκέψεως και έχουν καταστήσει τα άτομα ικανά να αντιλαμβάνονται πού βρίσκονται σε σχέση με τους άλλους.²⁷ Τα συμβολικά όρια παρέχουν στους ανθρώπους καθοδήγηση σχετικά με τη σχέση τους προς τους άλλους και επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο γίνεται αντιληπτή η πραγματικότητα. Προσφέρουν στις κοινότητες κατευθυντήριες γραμμές για το πώς να διαφοροποιούν και να προβαίνουν σε χωρικές, χρονικές και γνωστικές διακρίσεις. Συμβάλλουν στη δημιουργία ενός νοητικού χάρτη, ο οποίος χαράσσει τα όρια μέσα στις ομάδες και μεταξύ αυτών.
Ιστορικά, τα συμβολικά όρια διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο, παρέχοντας στις κοινότητες τους πολιτισμικούς πόρους που ήταν αναγκαίοι για τη διαμόρφωση ηθικών διακρίσεων μεταξύ του ορθού και του εσφαλμένου, του καλού και του κακού ή μεταξύ των πεδίων του ιερού και του βέβηλου. Καθορίζουν επίσης ένα όριο. Τα ηθικά όρια υπενθυμίζουν στα μέλη της κοινότητας τη διάκριση μεταξύ αποδεκτών και μη αποδεκτών μορφών συμπεριφοράς. Μολονότι τα όρια αυτά βιώνονται μερικές φορές ως περιορισμός των δραστηριοτήτων των ατόμων, οι κοινότητες στηρίζονται σε αυτά για να διατηρήσουν την ηθική τάξη.
Τα ηθικά όρια είναι πανταχού παρόντα, σε τέτοιον βαθμό ώστε οι περισσότεροι άνθρωποι να μην έχουν συνείδηση της επιδράσεώς τους στη συμπεριφορά τους. Το να διδάσκονται τα παιδιά να «γνωρίζουν τα όριά τους» διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην κοινωνικοποίησή τους. Όταν τα όρια παραβιάζονται, λέγεται στους ανθρώπους ότι «ξεπέρασαν τη γραμμή». Η φράση «ξεπερνώ τη γραμμή» αποτελεί έναν καθημερινό τρόπο για να δηλωθεί ότι κάποιος παραβίασε τον ισχύοντα ηθικό κώδικα. Όποιος ξεπέρασε τη γραμμή έχει μετακινηθεί από την περιοχή της αποδεκτής συμπεριφοράς σε εκείνη της μη αποδεκτής.
Οι μεταφορές που σχετίζονται με γραμμές χρησιμοποιούνται συχνά για να εκφράσουν ηθικές αντιλήψεις σχετικά με τα όρια. Η «θόλωση των διαχωριστικών γραμμών» εφιστά την προσοχή στην απουσία ηθικής σαφήνειας. Η φράση «λεπτή διαχωριστική γραμμή» υπογραμμίζει τη δυσκολία να γίνει, σε ορισμένες περιπτώσεις, σαφής διάκριση μεταξύ του ορθού και του εσφαλμένου. Τα δημόσια πρόσωπα χρησιμοποιούν τον όρο «κόκκινη γραμμή» για να δηλώσουν το σημείο χωρίς επιστροφή· το σημείο πέρα από το οποίο δεν είναι διατεθειμένα να διαπραγματευθούν. Μερικές φορές χρησιμοποιούν τη φράση «γραμμή στην άμμο», για να υποδείξουν το όριο πέρα από το οποίο δεν πρόκειται να προχωρήσουν.
Στα επόμενα κεφάλαια θα υποστηριχθεί ότι η έλλειψη σαφήνειας σχετικά με τα ηθικά όρια έχει αποξενώσει τόσο τα άτομα όσο και την ευρύτερη κοινωνία από την πράξη της χαράξεως γραμμών. Οι συγχύσεις που περιβάλλουν το ερώτημα «πού πρέπει να χαραχθεί η γραμμή» συμπλέκονται με τις διαμάχες γύρω από τα φυσικά σύνορα και το καθεστώς της εθνικής κυριαρχίας. Όχι μόνο αποτυγχάνουν να αντιμετωπίσουν σοβαρά τα σύνορα, αλλά αποδεσμεύουν επίσης τους πολιτισμικούς κανόνες από τα όριά τους.
Η απόρριψη των συνόρων με το επιχείρημα ότι είναι διακριτικά, τεχνητά ή αυθαίρετα παραβλέπει τον ρόλο τους στην παροχή νοήματος και αισθήματος του ανήκειν στις κοινότητες. Αγνοεί επίσης τη σημασία που έχουν τα σύνορα για τη δημιουργία ενός ασφαλούς χώρου, μέσα στον οποίο καλλιεργούνται όλα τα σημαντικά χαρακτηριστικά της δημόσιας ζωής και του πολιτισμού: οι νομικές και ηθικές υποχρεώσεις, οι κανόνες αλληλεγγύης και ιδιότητας του πολίτη, καθώς και οι κοινωνικές πρακτικές και τελετουργίες της καθημερινής ζωής. Η οριοθέτηση του χώρου και η διαφοροποίηση των τόπων αποτελούν ουσιώδη στοιχεία για την άσκηση της ανθρώπινης δραστηριότητας και τη συγκρότηση πολιτικών και κοινωνικών θεσμών.
Από τη σκοπιά της ιδεολογίας της ανοικτότητας, τα σύνορα αποτελούν διαιρετικά εμπόδια στην ανθρώπινη ανάπτυξη. Ωστόσο, όπως παρατηρεί ένας ιστορικός των συνόρων, «τα σύνορα είναι κάτι περισσότερο από απλά εμπόδια· για ορισμένους εγγυώνται την κοινότητα και το ανήκειν» και «οργανώνουν τη χωρική δομή της συλλογικής μας ζωής».²⁸ Δεν είναι μόνο οι πολιτικές και εθνοτικές ταυτίσεις που έχουν εδαφικό χαρακτήρα. Οι δεσμοί που ενώνουν τους ανθρώπους και χρησιμεύουν ως θεμέλιο της δημόσιας ζωής δημιουργούνται μέσα σε έναν χώρο κοινού ανήκειν. Οι δεσμοί αυτοί χρησιμεύουν επίσης για να διακρίνουν τους ανθρώπους από τους άλλους και μπορεί να οδηγήσουν σε πράξεις αποκλεισμού και διακρίσεως· χωρίς όμως την ύπαρξή τους, κάθε μορφή αλληλεγγύης θα είχε εύθραυστο και αφηρημένο χαρακτήρα.
Οι υποστηρικτές των ανοικτών συνόρων αποεδαφικοποιούν την ταυτότητα των ανθρώπων και επιδιώκουν να αποεθνικοποιήσουν το καθεστώς της ιδιότητας του πολίτη. Με αυτόν τον τρόπο, στερούν από την ιδιότητα του πολίτη το ηθικό της περιεχόμενο και υπονομεύουν την ικανότητα των ανθρώπων να σκέπτονται τον εαυτό τους και να ενεργούν ως λαός. Η πολιτική φιλόσοφος Hannah Arendt υποστήριξε με έμφαση ότι «ο πολίτης, εξ ορισμού», είναι μέλος μιας «συγκεκριμένης κοινότητας». Εξηγεί ότι τα «καθήκοντα» του πολίτη πρέπει να καθορίζονται και να περιορίζονται όχι μόνο από εκείνα των συμπολιτών του, αλλά και από τα όρια μιας επικράτειας, και καταλήγει:
«Η φιλοσοφία μπορεί να συλλάβει τη γη ως πατρίδα της ανθρωπότητας και έναν άγραφο νόμο, αιώνιο και ισχύοντα για όλους. Η πολιτική ασχολείται με ανθρώπους, υπηκόους πολλών χωρών και κληρονόμους πολλών παρελθόντων· οι νόμοι της είναι οι θετικά θεσπισμένοι φραγμοί που περιβάλλουν, προστατεύουν και περιορίζουν τον χώρο μέσα στον οποίο η ελευθερία δεν αποτελεί έννοια, αλλά ζωντανή πολιτική πραγματικότητα».²⁹
Οι πολιτικοί θεσμοί και τα έθιμα μπορούν να αποκτήσουν νόημα μόνο εφόσον είναι εδαφικά οριοθετημένα. «Ο λαός οφείλει να αγωνίζεται για τους νόμους της πόλεως σαν να επρόκειτο για τα τείχη της», δήλωνε ο αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος Ηράκλειτος. Πράγματι, για τους Έλληνες, οι νόμοι, όπως και τα τείχη, χρησίμευαν για την προστασία της πόλεως. Γι’ αυτό οι Έλληνες και αργότερα η Arendt χρησιμοποίησαν τη μεταφορά των τειχών της πόλεως για να περιγράψουν την οριοθέτηση του δημόσιου χώρου.
Η Arendt διατύπωσε μια ευρηματική θεωρία, σύμφωνα με την οποία η ανάδυση των ορίων εκφράστηκε μέσω του νόμου, δηλαδή των νόμων των ελληνικών πόλεων-κρατών. Υποστήριξε ότι ο νόμος εκφράζει την ιδέα της οριοθετήσεως και της οικειοποιήσεως. Μέσω της σταθεροποιήσεως των ορίων, ο νόμος παρείχε την προϋπόθεση για τη δημιουργία ενός διαρκούς δημόσιου και πολιτικού πεδίου. Η Arendt υποστήριξε ότι μια πολιτική κοινότητα μπορεί να ευημερήσει μόνο εφόσον είναι εδαφικά περιορισμένη: «η νομοθεσία δημιουργεί πρώτα απ’ όλα έναν χώρο μέσα στον οποίο ισχύει, και αυτός ο χώρος είναι ο κόσμος μέσα στον οποίο μπορούμε να κινούμαστε ελεύθερα».³⁰ Η πολιτική ελευθερία και η άσκησή της είναι αδιανόητες χωρίς τη χωρική θεσμοποίηση της δημόσιας ζωής.
Η Arendt δεν ήταν σε καμία περίπτωση η μόνη φιλόσοφος που τόνισε τη σημασία της εδαφικής οριοθετήσεως για την άνθηση της πολιτικής ζωής. Ο John Locke, ένας από τους θεμελιωτές της φιλελεύθερης φιλοσοφίας, μαζί με τον Jean-Jacques Rousseau και τον Immanuel Kant, εννοιολόγησε την οριοθέτηση του χώρου ως θεμέλιο της πολιτικής κυριαρχίας και ως προϋπόθεση για τη διατήρηση της πολιτικής τάξεως.
Δεδομένης της στενής συνδέσεως μεταξύ της σαφούς οριοθετήσεως των συνόρων και της εθνικής κυριαρχίας, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι και η τελευταία έχει καταστεί στόχος της κοσμοθεωρίας της απουσίας συνόρων. Η εθνική κυριαρχία συχνά υποτιμάται ως ξεπερασμένη προκατάληψη, η οποία έχει καταστεί άσχετη μέσα σε έναν παγκοσμιοποιημένο κόσμο. Επικρίνεται επίσης επειδή διαιρεί τους ανθρώπους και στρέφει το ένα έθνος εναντίον του άλλου. Η κριτική της εθνικής κυριαρχίας συμβαδίζει μερικές φορές με την υποτίμηση της ιδιότητας του πολίτη. Οι υποστηρικτές της καταργήσεως των ορίων καταδικάζουν την εθνική ιθαγένεια ως υπερβολικά αποκλειστική και την επικρίνουν επειδή δεν αποδίδει ισότιμη ηθική υπόσταση και μέριμνα στους ανθρώπους που κατοικούν σε διαφορετικό μέρος του κόσμου.
Τα επιχειρήματα εναντίον της εθνικής κυριαρχίας και της ιδιότητας του πολίτη βασίζονται στην υποτιθέμενη ανωτερότητα των οικουμενικών και ανθρωπιστικών αξιών. Ωστόσο, ο οικουμενισμός μετατρέπεται σε καρικατούρα του εαυτού του όταν καθίσταται μια μεταφυσική δύναμη που στέκεται υπεράνω των υφιστάμενων εθνικών θεσμών, μέσω των οποίων οι άνθρωποι νοηματοδοτούν τον κόσμο. Η προσπάθεια αποεδαφικοποιήσεως της κυριαρχίας και των δικαιωμάτων του πολίτη ανάγει τους ανθρώπους στις πλέον αφηρημένες ατομικές τους ιδιότητες. Ως συνέπεια, οι πολίτες στερούνται τις πολιτισμικές αξίες μέσω των οποίων προσδίδουν νόημα στη ζωή τους.
Η ανθρωπότητα δεν ζει πάνω ή πέρα από τα όρια και τους θεσμούς που δημιούργησε μέσω μεγάλων αγώνων και προσπαθειών. Γι’ αυτό η Arendt υποστήριζε:
«Η εγκαθίδρυση ενός ενιαίου κυρίαρχου παγκόσμιου κράτους, κάθε άλλο παρά θα αποτελούσε προϋπόθεση της παγκόσμιας ιδιότητας του πολίτη· θα σήμαινε το τέλος κάθε ιδιότητας του πολίτη. Δεν θα αποτελούσε την κορύφωση της παγκόσμιας πολιτικής, αλλά, κυριολεκτικά, το τέλος της».³¹
Όποια και αν είναι τα κίνητρα των υποστηρικτών του, το σχέδιο αποεδαφικοποιήσεως της ιδιότητας του πολίτη και αποδυναμώσεως της εθνικής κυριαρχίας συνιστά άμεση πρόκληση για τη δημοκρατία και τη δημόσια ζωή. Όποια άποψη και αν έχει κανείς για τα εθνικά κράτη, δεν μπορεί να υπάρξει δημοκρατική δημόσια ζωή έξω από τα όριά τους. Μόνο ως πολίτες που αλληλεπιδρούν μεταξύ τους μέσα σε μια γεωγραφικά οριοθετημένη οντότητα μπορεί η δημοκρατική λήψη αποφάσεων να λειτουργήσει και να επιτύχει αξιοσημείωτα αποτελέσματα.
Στο δοκίμιό του Προς την αιώνια ειρήνη (1795), ο Immanuel Kant, θεμελιωτής της σύγχρονης κοσμοπολιτικής φιλοσοφίας, ανέπτυξε την ιδέα του «κοσμοπολιτικού δικαίου», σύμφωνα με την οποία οι ξένοι που εισέρχονται στην επικράτεια ενός αλλοδαπού κράτους δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται εχθρικά. Αποκάλεσε αυτή την απαίτηση «φυσικό δικαίωμα φιλοξενίας».³² Ωστόσο, η καντιανή έννοια του δικαιώματος στη φιλοξενία δεν συνεπαγόταν δικαίωμα εγκαταστάσεως και ασφαλώς δεν έθετε υπό αμφισβήτηση τη νομιμότητα των εδαφικών συνόρων. Ο Kant αντιτασσόταν στην υποστήριξη ενός κόσμου χωρίς σύνορα και υποστήριζε ότι ένα παγκόσμιο κράτος θα οδηγούσε σε παγκόσμια τυραννία.
Αντιθέτως, ο Kant υποστήριζε μια ομοσπονδιακή ένωση ελεύθερων και ανεξάρτητων πολιτειών, την οποία θεωρούσε «προτιμότερη από τη συγχώνευση των χωριστών εθνών υπό μία και μόνη δύναμη, η οποία θα είχε επιβληθεί στις υπόλοιπες και θα είχε δημιουργήσει μια παγκόσμια μοναρχία». Είχε την άποψη ότι οι νόμοι που υπερβαίνουν το εθνικό κράτος στερούνται του ηθικού βάθους που είναι αναγκαίο για την άσκηση εξουσίας, προειδοποιώντας ότι «οι νόμοι χάνουν προοδευτικά την ισχύ τους όσο διευρύνεται η εμβέλεια της κυβερνήσεως, και ένας άψυχος δεσποτισμός, αφού συντρίψει τα σπέρματα του αγαθού, θα καταλήξει τελικά στην αναρχία».³³ Το όραμά του για τον κοσμοπολιτισμό διαφέρει ριζικά από την οπτική των σημερινών κοσμοπολιτών που αντιτίθενται στα σύνορα.
Η ταύτιση με ανθρώπους που έχουν γεννηθεί μέσα σε έναν κοινό κόσμο αποτελεί τον κύριο τρόπο με τον οποίο η αλληλεγγύη μεταξύ των ανθρώπων μπορεί να αποκτήσει δυναμικό πολιτικό χαρακτήρα. Οι άνθρωποι που ασκούν τα δικαιώματά τους ως πολίτες διαθέτουν συμφέροντα ιδιαίτερα για τις περιστάσεις τους, τα οποία παρέχουν το θεμέλιο της αλληλεγγύης τους. Αν στερούνταν αυτά τα συμφέροντα, θα μειωνόταν η ικανότητά τους να ενεργούν ως υπεύθυνοι πολίτες. Παραδόξως, η καλύτερη προστασία για τους πρόσφυγες και τους μετανάστες είναι εκείνη που παρέχεται από τα εθνικά κράτη, στα οποία οι πολίτες αισθάνονται βέβαιοι για τον ρόλο τους και, ως αποτέλεσμα, είναι σε θέση να επεκτείνουν την αλληλεγγύη τους και προς εκείνους που βρίσκονται πέρα από τα εθνικά τους σύνορα.
Όχι απλώς όρια
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου