Συνέχεια από Τετάρτη 20. Μαΐου 2026
Οι Πατέρες και οι αιρετικοί 19
Του George Prestige
Τίτλος πρωτοτύπου:
Fathers and heretics: Six studies in dogmatic faith, with prologue and epilogue, being the Bampton Lectures for 1940
Εκδόσεις S. P. C. K London, 1977
Διάλεξη 5, Απολλινάριος, ή η θεία επέμβαση/εισχώρηση γ
Και στην πρώτη επιστολή προς Διονύσιο αναπτύσσει ολόκληρο το ζήτημα εκτενώς, απορρίπτοντας απολύτως ό,τι του είχαν αποδώσει οι επικριτές του και επαναβεβαιώνοντας σθεναρά τη δική του θέση. «Οι άγιες Γραφές μάς διδάσκουν να νοούμε ως ανήκουσες σε έναν Κύριο τόσο την κάθοδο από τον ουρανό όσο και τη γέννηση στη γη» —Ad Dionys. 1.5. «Εφόσον η συνήθεια της Γραφής είναι και να θεωρεί το όλον ως Θεό και να θεωρεί το όλον ως άνθρωπο, ας ακολουθήσουμε κι εμείς τις θείες φράσεις και ας μη διαιρούμε το αδιαίρετο» —ό.π. 10.
Η αίρεσή του δεν βρισκόταν σε αυτή την πλευρά, αλλά στη μοναδική διαβεβαίωση ότι το θείο πνεύμα του Θεού Υιού υποκαταστάθηκε στον Λυτρωτή στη θέση ενός ανθρώπινου νου. Όταν ο Απολλινάριος έλεγε ότι ο Θεός έλαβε σάρκα ή, όπως πολύ συχνά το εξέφραζε, ότι ο Θεός έλαβε σώμα, εννοούσε ακριβώς αυτό που έλεγε και τίποτε περισσότερο. Ο άγιος Ιωάννης, επισημαίνει, δήλωσε ότι ο Λόγος έγινε σάρκα, αλλά δεν πρόσθεσε «και ψυχή», επειδή η θεία ενέργεια κατέχει στον Σωτήρα τη θέση της ψυχής και του ανθρώπινου νου —απ. 2. «Ο Χριστός, μαζί με ψυχή και σώμα, έχει ως πνεύμα τον Θεό, δηλαδή νου» —απ. 25. «Ο Χριστός δεν είναι άνθρωπος, αλλά όμοιος με άνθρωπο, επειδή δεν είναι ομοούσιος με την ανθρωπότητα ως προς την ύψιστη διευθυντική αρχή της ύπαρξής Του» —απ. 45· «η διευθυντική αρχή στη σύσταση του Θεανθρώπου είναι θείο πνεύμα» —απ. 32.
Δύο γενικοί λόγοι φαίνεται ότι οδήγησαν τον Απολλινάριο σε αυτό το παράδοξο συμπέρασμα. Ο πρώτος ήταν η αντίθεσή του στην ιδέα μιας συνεργασίας ανάμεσα σε δύο Υιούς, έναν Θεό και έναν άνθρωπο, μέσα στη μία προσωπικότητα του Σωτήρα. Ήταν πεπεισμένος ότι ο Χριστός ήταν ένας και όχι δύο, και δεν μπορούσε να δει πώς δύο χωριστοί νόες και θελήσεις θα μπορούσαν να συνυπάρχουν· ούτε διέκρινε κάποια αναγκαιότητα να συνυπάρχουν.
Η ιδέα του για την ανθρώπινη φύση ήταν εκείνη ενός υλικού και αισθανόμενου σώματος, που διευθύνεται και ελέγχεται από μια άυλη και λογική συνείδηση. Εφόσον ο Χριστός ανέλαβε το αισθανόμενο σώμα και παρείχε μια ελέγχουσα συνείδηση, παρόλο που αυτή η συνείδηση ήταν ολοκληρωτικά θεία, θεωρούσε ότι είχαν εκπληρωθεί όλες οι ουσιώδεις προϋποθέσεις μιας ανθρώπινης ύπαρξης.
Έτσι γράφει —απ. 107—: «Η σάρκα δεν είναι αυτοκαθοριζόμενη. Υπόκειται ολοκληρωτικά σε μια εξωτερική αρχή που την καθορίζει και τη κυβερνά, οποιουδήποτε είδους κι αν είναι αυτή. Ούτε είναι από μόνη της ένας πλήρης οργανισμός [δηλαδή ένα πραγματικό και συγκεκριμένο ζωντανό ον], αλλά πρέπει να συντεθεί έτσι ώστε να γίνει πλήρης οργανισμός. Συνήλθε σε ένωση με την κυριαρχική αρχή και συντέθηκε με την ουράνια κυριαρχική αρχή. Προσαρμόστηκε σε αυτήν ως προς τη δική της παθητή ικανότητα, και έλαβε τη θεία αρχή, η οποία προσαρμόστηκε στη σάρκα ως προς την ενεργητική ικανότητα. Έτσι σχηματίζεται ένας ενιαίος οργανισμός από εκείνο που καθορίζεται και από εκείνο που το καθορίζει».
Με άλλα λόγια, σώμα χωρίς ψυχή είναι μια αφαίρεση που δεν μπορεί να υπάρξει· όταν μια ψυχή ενώνεται μαζί του, τα δύο συνθέτουν μαζί ένα ενιαίο ζωντανό ον, στο οποίο η ψυχή διευθύνει και το σώμα διευθύνεται. Στον Λυτρωτή, τον ρόλο που στους άλλους ανθρώπους παίζει η ψυχή τον έπαιξε το θείο πνεύμα, και δεν χρειαζόταν καμία άλλη διευθυντική αρχή. Πράγματι, δεν υπήρχε χώρος για καμία άλλη. «Δύο αρχές νου και βούλησης δεν μπορούν να κατοικούν συμπτωματικά μαζί, αλλιώς η μία θα συγκρουστεί με την άλλη» —απ. 2. Η ιδέα δύο νόων στον Χριστό, ενός θείου και ενός ανθρώπινου, είναι παράλογη· «δεν μπορούν να συνυπάρχουν δύο νόες με αντίθετες θελήσεις μέσα στο ένα και το ίδιο υποκείμενο» —απ. 150.
Αν υποθέσουμε ότι ο άνθρωπος αποτελείται από τρία στοιχεία, και ότι και ο Κύριος είναι άνθρωπος, τότε και Εκείνος θα αποτελείται από τα ίδια τρία στοιχεία· αλλά θυμηθείτε ότι είναι ο ουράνιος Άνθρωπος και ζωοποιό πνεύμα —απ. 89. Επομένως τα στοιχεία που Τον συνθέτουν δεν είναι όλα ακριβώς ισοδύναμα με εκείνα που συνθέτουν εμάς τους γήινους ανθρώπους· το πνεύμα που Αυτός κατέχει δεν είναι ακριβώς όπως τα γήινα πνεύματά μας —απ. 90. Αν κατείχε πνεύμα ισοδύναμο με το δικό μας, επιπλέον του δικού Του θείου πνεύματος, αυτό θα Του έδινε ένα τέταρτο συστατικό, και θα ήταν «όχι άνθρωπος, αλλά άνθρωπος-θεός» —απ. 91—, ένα είδος τέρατος. Ο Απολλινάριος αρνήθηκε σαφώς τον ανθρώπινο νου του Χριστού πρωτίστως επειδή δεν μπορούσε να βρει μέσα στο ψυχολογικό του σχήμα θέση στην οποία να τον χωρέσει. Η ψυχολογία, τουλάχιστον στην αρχαιότητα, υπήρξε πάντοτε μητέρα της αιρέσεως.
Ο δεύτερος κύριος λόγος της αίρεσής του ήταν ηθικός. Ο Απολλινάριος θεωρούσε τον ανθρώπινο νου θανάσιμα διεφθαρμένο εξαιτίας της υποταγής του στη σάρκα, και επομένως ανίκανο να ενεργήσει ως όργανο της ανθρώπινης λύτρωσης. Ένας νέος τύπος νου, ανίκανος για μια τέτοια υποταγή, πρέπει λοιπόν να εμβολιαστεί στον κορμό της ανθρώπινης σάρκας, προκειμένου να λυτρωθεί η ανθρωπότητα. Η ανάπτυξη της ψυχής, λέει (frag. 134), από τη στιγμή της προέλευσής της, συνδέεται με την πρόοδο του σώματος στο οποίο είναι προσαρτημένη·¹ προφανώς εννοεί ότι η ηθική ανάπτυξη της ψυχής όντως καθορίζεται από την υποταγή στο φυσικό της περίβλημα. Αλλά στον Χριστό «ο Θεός δεν καθορίζεται στην ανάπτυξή Του από το σώμα» (ib.), διότι, φυσικά, έφερε σε ένωση μαζί του μια συνείδηση ήδη πλήρως ανεπτυγμένη και «μη υποκείμενη σε μεταβολή».
Η ενσαρκωμένη συνείδηση του Θεού Υιού συλλαμβάνεται έτσι σαφώς ως εντελώς ανεξάρτητη από τους όρους της Ενανθρώπησής Του: λαμβάνει το φυσικό Του περίβλημα και διευθύνει την πρόοδό του υπό τον πλήρη έλεγχο της ενοικούσας θεότητας, εξασφαλίζοντας με αυτόν τον τρόπο την πλήρη συμμόρφωσή του προς τον Θεό και παράγοντας ένα ανθρώπινο ον —αν μπορούσαμε να συμφωνήσουμε με τον Απολλινάριο ότι το αποτέλεσμα ήταν με οποιαδήποτε αληθινή έννοια ανθρώπινο ον— απαλλαγμένο από την αμαρτία και ικανό να ενεργήσει ως φορέας της λυτρωτικής χάρης προς την ανθρωπότητα.
Η ένωση με έναν ανθρώπινο νου δεν θα μπορούσε να επιφέρει αυτό το μακάριο αποτέλεσμα. «Ο Λόγος έγινε σάρκα χωρίς να προσλάβει ανθρώπινο νου· ο ανθρώπινος νους υπόκειται σε μεταβολή και είναι αιχμάλωτος βρόμικων φαντασιώσεων· Εκείνος όμως ήταν θείος νους, αμετάβλητος και ουράνιος» (ep. ad Diocaes. 2, γραμμένη γύρω στο 375, όταν ο Απολλινάριος βρισκόταν στο σημείο ρήξης με την Εκκλησία). «Κάθε άνθρωπος είναι μέρος του κόσμου, και κανένα μέρος του κόσμου δεν αφαιρεί την αμαρτία του κόσμου, κάτω από την οποία βρίσκεται ο ίδιος ο κόσμος· αλλά ο Χριστός πράγματι την αφαιρεί· επομένως ο Χριστός δεν είναι άνθρωπος» (anaceph. 2). «Ο Θεός, ενσαρκωμένος σε ανθρώπινη σάρκα, διατηρεί καθαρή τη δική Του ενέργεια· είναι νους αήττητος από τα αισθητά και σωματικά πάθη, και κυβερνά τη σάρκα και τις σωματικές της ορμές θεοπρεπώς και χωρίς αμαρτία» (fid. sec. part. 30).
Θα μπορούσε να λεχθεί ότι ο Απολλινάριος είναι τόσο πρόθυμος να εξασφαλίσει τη λυτρωτική ενέργεια του Θεού, ώστε δεν δίνει στη σάρκα καμία ευκαιρία να βρει λύτρωση υπό μια δική της ψυχή· η θεότητα έχει θέσει τη σάρκα υπό δικαστική επιτροπεία και σκοπεύει να τη διατηρήσει εκεί. Και επειδή δεν δίνεται καμία ευκαιρία στη σάρκα, και η ψυχή αφήνεται εντελώς έξω από την υπόθεση, αυτή η θεωρία αρνείται το Ευαγγέλιο και η Εκκλησία ορθά την καταδίκασε.
Ας σκεφθούμε τι σημαίνει πλέον η λύτρωση, αν οι θεωρίες του Απολλιναρίου διατυπωθούν γυμνά. Από τα δύο μέρη της ανθρώπινης φύσης, την αισθανόμενη σάρκα και την κατευθύνουσα ψυχή, το πρώτο αντιμετωπίζεται σαν αυτόματο. Στο πρόσωπο του Λυτρωτή, η σάρκα είναι ανίκανη είτε να δώσει οποιαδήποτε απάντηση στη θεία καθοδήγηση είτε να προβάλει οποιαδήποτε αντίσταση στον πειρασμό· σώζεται εξαναγκαστικά κάτω από τη σιδερένια χείρα του θείου πνεύματος, όπως ένας καθυστερημένος και απολίτιστος λαός θα μπορούσε να εκπολιτισθεί βίαια από μια ξένη δικτατορία ολοκληρωτικής αμειλικτότητας και καθολικής εμβέλειας.
Στα πρόσωπα εκείνων τους οποίους ο Χριστός ήρθε να σώσει, εκείνων που γνωρίζουν την πραγματικότητα του ηθικού αγώνα και τη δύναμη του πειρασμού, πώς μπορεί η σωτήρια δύναμη που χρειαζόμαστε να μας μεταδοθεί από έναν Σωτήρα ο οποίος όχι μόνο είναι αναμάρτητος —αυτό ούτως ή άλλως πρέπει να είναι—, αλλά δεν πειράστηκε ποτέ πραγματικά, και επομένως δεν νίκησε ποτέ πραγματικά την αμαρτία στο πληγωμένο πεδίο μάχης της ανθρώπινης καρδιάς; Δεν είμαστε υπερ-άψυχα Trilbies, και δεν μπορούμε να σωθούμε μέσω των υπνωτικών προσπαθειών ακόμη και του πιο ισχυρού και ευεργετικού θείου Svengali —διότι σε αυτό καταλήγει ο απολλιναρισμός. Δεν είχε κανένα Ευαγγέλιο μέσω του οποίου ο άνθρωπος να μπορεί να ελπίσει ότι θα ανέβει στα ύψη εκείνων των δυνατοτήτων τις οποίες ο Θεός σχεδίασε να βαστάζει η ανθρώπινη φύση.
Ας στραφούμε στο άλλο στοιχείο αυτής της σύμπραξης, την ανθρώπινη ψυχή. Ο Απολλινάριος παραδεχόταν ότι οι ψυχές μας είναι επιρρεπείς στην αμαρτία· αυτός είναι ένας λόγος για τον οποίο, κατά την άποψή του, ο Σωτήρας δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει μια ανθρώπινη ψυχή ως όργανο λύτρωσης. Πώς λοιπόν θα σωθούν αυτές οι ψυχές; Ο Χριστός, λέει (frag. 155), είναι και ουράνιος Νους και άγια Σάρκα· ότι μπορούμε να μετάσχουμε στον πρώτο υπονοείται στην αποστολική αξίωση ότι «έχουμε τον νου του Χριστού» (Α΄ Κορ. 2,16).
Με ποιο μέσο λοιπόν μπορεί να αποκτηθεί αυτή η κατοχή; Προφανώς μέσω «της άγιας σάρκας, η οποία καθορίστηκε στην ανάπτυξή της από τη θεότητα και προκαλεί την εμφύτευση της θεότητας σε όσους μετέχουν σε αυτήν». Και πάλι: «Η σάρκα Του μας ζωοποιεί μέσω της θεότητας που είναι ενσωματωμένη σε αυτήν· μας σώζει, και σωζόμαστε μετέχοντας σε αυτήν ως τροφή» (frag. 116). Εδώ έχουμε σαφείς διατυπώσεις του σχήματος σωτηρίας που στην πραγματικότητα απαιτείται από ολόκληρη τη διδασκαλία του Απολλιναρίου περί του Σωτήρα: θα μπορούσε να συναχθεί λογικά από τη θεωρία του περί του προσώπου του Χριστού, αλλά μπορούμε να αισθανθούμε πολύ μεγαλύτερη βεβαιότητα και ικανοποίηση έχοντάς το δηλωμένο ρητά με τα δικά του λόγια.
Οι ψυχές μας, λοιπόν, καθορίζονται από τη σάρκα μέσα στην οποία είναι εγκιβωτισμένες. Στην κατάσταση της φύσης αναπτύσσονται αμαρτωλά, επειδή η σάρκα είναι διεφθαρμένη. Στην κατάσταση της χάρης μπορούν να αποκατασταθούν, και πάλι μέσω της σάρκας στην οποία υπόκεινται, επειδή η σάρκα του ανθρώπου αποκαθίσταται όταν η δύναμη της σάρκας του Χριστού εμφυτεύεται σε αυτήν. Ο Απολλινάριος δεν άφησε κανένα περιθώριο για άμεση ενέργεια του Σωτήρα πάνω στις ψυχές των ανθρώπων· ο μόνος δεσμός ανάμεσα στο θείο πνεύμα του Σωτήρα και στα πνεύματα της ανθρωπότητας είναι μια λυτρωμένη σάρκα.
Τι παράξενη θεωρία είναι αυτή! Και τι εκπληκτική αντιστροφή απαιτεί των ορθών σχέσεων ανάμεσα στην ψυχή και στο σώμα. Η ψυχή δεν ενεργεί πλέον ως η κατευθυντήρια αρχή, ο αυτοκαθοριζόμενος παράγοντας, ο κυβερνήτης της σύνθετης ανθρώπινης προσωπικότητας. Αντιθέτως, καταδικάζεται να είναι δεμένη σαν τον Οδυσσέα στο κατάρτι, ενώ οι ισχυρές ορμές των ανανεωμένων και αναπροσανατολισμένων σωματικών αισθήσεων, κλεισμένων στο τραγούδι των Σειρήνων με την εφαρμογή θεϊκού κεριού, τη μεταφέρουν πάνω από τα κύματα αυτού του ταραχώδους κόσμου στο λιμάνι της αιώνιας ζωής. Η σωτηρία κερδίζεται μόνο όταν η ανθρώπινη ψυχή βυθιστεί σε ήρεμη παθητικότητα. Τι τέλεια παρωδία συνιστά αυτό τόσο της ανθρώπινης ζωής όσο και της θείας σωτηρίας!
Δεν μπορεί να υπάρξει αληθινή σωτηρία των ανθρώπινων όντων εκ των έσω, μέσω της αναγέννησης της ίδιας τους της φύσης, όταν ο ίδιος ο Σωτήρας δεν έχει γνήσια ανθρώπινη εμπειρία. Αν η δύναμη της ζωής του Χριστού πρόκειται να είναι το μέσο αναδημιουργίας των ζωών μας, εμφυτεύοντας στην τραυματισμένη και συντριμμένη ανθρώπινη φύση μας τη δύναμη μιας τέλειας και ενοποιημένης ανθρωπότητας, τότε αυτή η ζωή Του πρέπει να είναι πλήρως ανθρώπινη. Εμείς οι ηθικά ανάπηροι δεν μπορούμε να γίνουμε ακέραιοι μέσω ενός αναπήρου πιο απόλυτου από εμάς τους ίδιους.
Οι δύο Γρηγόριοι είχαν απολύτως δίκιο σε αυτό το σημείο. Ο πρεσβύτερος, ο Ναζιανζηνός, με καθαρή διορατικότητα και λαμπρή ρητορική, διατύπωσε το ζήτημα σε τρεις ελληνικές λέξεις: «τὸ γὰρ ἀπρόσληπτον ἀθεράπευτον»· ό,τι δεν προσλήφθηκε δεν θεραπεύθηκε. Ένας μισο-ανθρώπινος Σωτήρας είναι χρήσιμος μόνο για έναν μισο-πεσμένο Αδάμ (ep. 101.7). Πράγματι, ο νους του ανθρώπου είχε ανάγκη λύτρωσης ακόμη περισσότερο από το σώμα του, διότι ο νους ήταν εκείνος που πρώτος συγκατατέθηκε στον πειρασμό και έπεσε: ο νους του Αδάμ δέχθηκε την εντολή του Θεού και την παρέβη· επομένως ο νους ήταν εκείνος που παρέβη, και συνεπώς βρισκόταν στη μεγαλύτερη ανάγκη λύτρωσης (ib. 11).
Ο Γρηγόριος Νύσσης, αντιμετωπίζοντας μια θεωρία παρόμοια με εκείνη του Απολλιναρίου, επικαλείται μια εικόνα όχι από τη Γένεση, αλλά από τον Λουκά. Ο Καλός Ποιμένας ήρθε να ζητήσει και να σώσει το απολωλός, και έφερε πίσω στο σπίτι πάνω στους ώμους Του όχι μόνο το μαλλί, αλλά ολόκληρο το πρόβατο! (c. Eunom. 2 [vulgo]. 175, Migne 45-5450).
Πρέπει να σημειώσουμε ότι αυτός ο καυστικός σαρκασμός δεν στρεφόταν εναντίον του Απολλιναρίου, αλλά εναντίον του Ευνομίου, του τελευταίου εκπροσώπου ενός πλήρως ανεπτυγμένου αρειανικού συστήματος. Είναι παράξενο γεγονός ότι ο Απολλινάριος διακήρυξε μια θεωρία που είχε ήδη υποστηριχθεί από τους Αρειανούς και προφανώς είχε προβληθεί αρχικά από τον ίδιο τον Άρειο. Δεν είχε δοθεί πολλή προσοχή σε αυτήν. Η μάχη με τον αρειανισμό είχε διεξαχθεί πάνω στο ερώτημα αν ο Σωτήρας ήταν αληθινά Θεός· αν δεν ήταν αυτό, δεν είχε μεγάλη σημασία ότι μια συντομευμένη θεότητα θα ενωνόταν με μια ακρωτηριασμένη ανθρωπότητα.
Φαίνεται απολύτως απίστευτο ότι ο Απολλινάριος, ο οποίος υπήρξε λαμπρός υπερασπιστής της νικαιακής διδασκαλίας περί Θεού, δανείστηκε τη χριστολογία του από τον Άρειο. Η συντριπτική πιθανότητα είναι ότι την ανέπτυξε ανεξάρτητα. Ιδωμένες μέσα στα συμφραζόμενά τους, η αρειανική και η απολλιναριανή χριστολογία παρουσιάζουν εντελώς διαφορετικούς σκοπούς.
Ο Άρειος, συλλαμβάνοντας τον Θεό Υιό ως κτιστό πνεύμα, ως ένα είδος κοσμικού ημιθέου, μπορούσε κάλλιστα να Τον θεωρεί λίγο μόνο απομακρυσμένο ως προς τον χαρακτήρα από μια πεπερασμένη ανθρώπινη ψυχή. Το να ενωθεί ένα τέτοιο πνεύμα με ένα ανθρώπινο σώμα δεν συνεπαγόταν μεγάλη διανοητική δυσκολία. Ο σκοπός του, όταν το έκανε αυτό, λέγεται ότι ήταν, αποδίδοντας όλες τις ανθρώπινες εκφράσεις του Χριστού στο ημιθεϊκό πνεύμα, να τονίσει τη δική του πίστη στον πεπερασμένο χαρακτήρα του Θεού Υιού.
Ο σκοπός του Απολλιναρίου ήταν εντελώς διαφορετικός…
Συνεχίζεται
Του George Prestige
Τίτλος πρωτοτύπου:
Fathers and heretics: Six studies in dogmatic faith, with prologue and epilogue, being the Bampton Lectures for 1940
Εκδόσεις S. P. C. K London, 1977
Διάλεξη 5, Απολλινάριος, ή η θεία επέμβαση/εισχώρηση γ
Και στην πρώτη επιστολή προς Διονύσιο αναπτύσσει ολόκληρο το ζήτημα εκτενώς, απορρίπτοντας απολύτως ό,τι του είχαν αποδώσει οι επικριτές του και επαναβεβαιώνοντας σθεναρά τη δική του θέση. «Οι άγιες Γραφές μάς διδάσκουν να νοούμε ως ανήκουσες σε έναν Κύριο τόσο την κάθοδο από τον ουρανό όσο και τη γέννηση στη γη» —Ad Dionys. 1.5. «Εφόσον η συνήθεια της Γραφής είναι και να θεωρεί το όλον ως Θεό και να θεωρεί το όλον ως άνθρωπο, ας ακολουθήσουμε κι εμείς τις θείες φράσεις και ας μη διαιρούμε το αδιαίρετο» —ό.π. 10.
Η αίρεσή του δεν βρισκόταν σε αυτή την πλευρά, αλλά στη μοναδική διαβεβαίωση ότι το θείο πνεύμα του Θεού Υιού υποκαταστάθηκε στον Λυτρωτή στη θέση ενός ανθρώπινου νου. Όταν ο Απολλινάριος έλεγε ότι ο Θεός έλαβε σάρκα ή, όπως πολύ συχνά το εξέφραζε, ότι ο Θεός έλαβε σώμα, εννοούσε ακριβώς αυτό που έλεγε και τίποτε περισσότερο. Ο άγιος Ιωάννης, επισημαίνει, δήλωσε ότι ο Λόγος έγινε σάρκα, αλλά δεν πρόσθεσε «και ψυχή», επειδή η θεία ενέργεια κατέχει στον Σωτήρα τη θέση της ψυχής και του ανθρώπινου νου —απ. 2. «Ο Χριστός, μαζί με ψυχή και σώμα, έχει ως πνεύμα τον Θεό, δηλαδή νου» —απ. 25. «Ο Χριστός δεν είναι άνθρωπος, αλλά όμοιος με άνθρωπο, επειδή δεν είναι ομοούσιος με την ανθρωπότητα ως προς την ύψιστη διευθυντική αρχή της ύπαρξής Του» —απ. 45· «η διευθυντική αρχή στη σύσταση του Θεανθρώπου είναι θείο πνεύμα» —απ. 32.
Δύο γενικοί λόγοι φαίνεται ότι οδήγησαν τον Απολλινάριο σε αυτό το παράδοξο συμπέρασμα. Ο πρώτος ήταν η αντίθεσή του στην ιδέα μιας συνεργασίας ανάμεσα σε δύο Υιούς, έναν Θεό και έναν άνθρωπο, μέσα στη μία προσωπικότητα του Σωτήρα. Ήταν πεπεισμένος ότι ο Χριστός ήταν ένας και όχι δύο, και δεν μπορούσε να δει πώς δύο χωριστοί νόες και θελήσεις θα μπορούσαν να συνυπάρχουν· ούτε διέκρινε κάποια αναγκαιότητα να συνυπάρχουν.
Η ιδέα του για την ανθρώπινη φύση ήταν εκείνη ενός υλικού και αισθανόμενου σώματος, που διευθύνεται και ελέγχεται από μια άυλη και λογική συνείδηση. Εφόσον ο Χριστός ανέλαβε το αισθανόμενο σώμα και παρείχε μια ελέγχουσα συνείδηση, παρόλο που αυτή η συνείδηση ήταν ολοκληρωτικά θεία, θεωρούσε ότι είχαν εκπληρωθεί όλες οι ουσιώδεις προϋποθέσεις μιας ανθρώπινης ύπαρξης.
Έτσι γράφει —απ. 107—: «Η σάρκα δεν είναι αυτοκαθοριζόμενη. Υπόκειται ολοκληρωτικά σε μια εξωτερική αρχή που την καθορίζει και τη κυβερνά, οποιουδήποτε είδους κι αν είναι αυτή. Ούτε είναι από μόνη της ένας πλήρης οργανισμός [δηλαδή ένα πραγματικό και συγκεκριμένο ζωντανό ον], αλλά πρέπει να συντεθεί έτσι ώστε να γίνει πλήρης οργανισμός. Συνήλθε σε ένωση με την κυριαρχική αρχή και συντέθηκε με την ουράνια κυριαρχική αρχή. Προσαρμόστηκε σε αυτήν ως προς τη δική της παθητή ικανότητα, και έλαβε τη θεία αρχή, η οποία προσαρμόστηκε στη σάρκα ως προς την ενεργητική ικανότητα. Έτσι σχηματίζεται ένας ενιαίος οργανισμός από εκείνο που καθορίζεται και από εκείνο που το καθορίζει».
Με άλλα λόγια, σώμα χωρίς ψυχή είναι μια αφαίρεση που δεν μπορεί να υπάρξει· όταν μια ψυχή ενώνεται μαζί του, τα δύο συνθέτουν μαζί ένα ενιαίο ζωντανό ον, στο οποίο η ψυχή διευθύνει και το σώμα διευθύνεται. Στον Λυτρωτή, τον ρόλο που στους άλλους ανθρώπους παίζει η ψυχή τον έπαιξε το θείο πνεύμα, και δεν χρειαζόταν καμία άλλη διευθυντική αρχή. Πράγματι, δεν υπήρχε χώρος για καμία άλλη. «Δύο αρχές νου και βούλησης δεν μπορούν να κατοικούν συμπτωματικά μαζί, αλλιώς η μία θα συγκρουστεί με την άλλη» —απ. 2. Η ιδέα δύο νόων στον Χριστό, ενός θείου και ενός ανθρώπινου, είναι παράλογη· «δεν μπορούν να συνυπάρχουν δύο νόες με αντίθετες θελήσεις μέσα στο ένα και το ίδιο υποκείμενο» —απ. 150.
Αν υποθέσουμε ότι ο άνθρωπος αποτελείται από τρία στοιχεία, και ότι και ο Κύριος είναι άνθρωπος, τότε και Εκείνος θα αποτελείται από τα ίδια τρία στοιχεία· αλλά θυμηθείτε ότι είναι ο ουράνιος Άνθρωπος και ζωοποιό πνεύμα —απ. 89. Επομένως τα στοιχεία που Τον συνθέτουν δεν είναι όλα ακριβώς ισοδύναμα με εκείνα που συνθέτουν εμάς τους γήινους ανθρώπους· το πνεύμα που Αυτός κατέχει δεν είναι ακριβώς όπως τα γήινα πνεύματά μας —απ. 90. Αν κατείχε πνεύμα ισοδύναμο με το δικό μας, επιπλέον του δικού Του θείου πνεύματος, αυτό θα Του έδινε ένα τέταρτο συστατικό, και θα ήταν «όχι άνθρωπος, αλλά άνθρωπος-θεός» —απ. 91—, ένα είδος τέρατος. Ο Απολλινάριος αρνήθηκε σαφώς τον ανθρώπινο νου του Χριστού πρωτίστως επειδή δεν μπορούσε να βρει μέσα στο ψυχολογικό του σχήμα θέση στην οποία να τον χωρέσει. Η ψυχολογία, τουλάχιστον στην αρχαιότητα, υπήρξε πάντοτε μητέρα της αιρέσεως.
Ο δεύτερος κύριος λόγος της αίρεσής του ήταν ηθικός. Ο Απολλινάριος θεωρούσε τον ανθρώπινο νου θανάσιμα διεφθαρμένο εξαιτίας της υποταγής του στη σάρκα, και επομένως ανίκανο να ενεργήσει ως όργανο της ανθρώπινης λύτρωσης. Ένας νέος τύπος νου, ανίκανος για μια τέτοια υποταγή, πρέπει λοιπόν να εμβολιαστεί στον κορμό της ανθρώπινης σάρκας, προκειμένου να λυτρωθεί η ανθρωπότητα. Η ανάπτυξη της ψυχής, λέει (frag. 134), από τη στιγμή της προέλευσής της, συνδέεται με την πρόοδο του σώματος στο οποίο είναι προσαρτημένη·¹ προφανώς εννοεί ότι η ηθική ανάπτυξη της ψυχής όντως καθορίζεται από την υποταγή στο φυσικό της περίβλημα. Αλλά στον Χριστό «ο Θεός δεν καθορίζεται στην ανάπτυξή Του από το σώμα» (ib.), διότι, φυσικά, έφερε σε ένωση μαζί του μια συνείδηση ήδη πλήρως ανεπτυγμένη και «μη υποκείμενη σε μεταβολή».
Η ενσαρκωμένη συνείδηση του Θεού Υιού συλλαμβάνεται έτσι σαφώς ως εντελώς ανεξάρτητη από τους όρους της Ενανθρώπησής Του: λαμβάνει το φυσικό Του περίβλημα και διευθύνει την πρόοδό του υπό τον πλήρη έλεγχο της ενοικούσας θεότητας, εξασφαλίζοντας με αυτόν τον τρόπο την πλήρη συμμόρφωσή του προς τον Θεό και παράγοντας ένα ανθρώπινο ον —αν μπορούσαμε να συμφωνήσουμε με τον Απολλινάριο ότι το αποτέλεσμα ήταν με οποιαδήποτε αληθινή έννοια ανθρώπινο ον— απαλλαγμένο από την αμαρτία και ικανό να ενεργήσει ως φορέας της λυτρωτικής χάρης προς την ανθρωπότητα.
Η ένωση με έναν ανθρώπινο νου δεν θα μπορούσε να επιφέρει αυτό το μακάριο αποτέλεσμα. «Ο Λόγος έγινε σάρκα χωρίς να προσλάβει ανθρώπινο νου· ο ανθρώπινος νους υπόκειται σε μεταβολή και είναι αιχμάλωτος βρόμικων φαντασιώσεων· Εκείνος όμως ήταν θείος νους, αμετάβλητος και ουράνιος» (ep. ad Diocaes. 2, γραμμένη γύρω στο 375, όταν ο Απολλινάριος βρισκόταν στο σημείο ρήξης με την Εκκλησία). «Κάθε άνθρωπος είναι μέρος του κόσμου, και κανένα μέρος του κόσμου δεν αφαιρεί την αμαρτία του κόσμου, κάτω από την οποία βρίσκεται ο ίδιος ο κόσμος· αλλά ο Χριστός πράγματι την αφαιρεί· επομένως ο Χριστός δεν είναι άνθρωπος» (anaceph. 2). «Ο Θεός, ενσαρκωμένος σε ανθρώπινη σάρκα, διατηρεί καθαρή τη δική Του ενέργεια· είναι νους αήττητος από τα αισθητά και σωματικά πάθη, και κυβερνά τη σάρκα και τις σωματικές της ορμές θεοπρεπώς και χωρίς αμαρτία» (fid. sec. part. 30).
Θα μπορούσε να λεχθεί ότι ο Απολλινάριος είναι τόσο πρόθυμος να εξασφαλίσει τη λυτρωτική ενέργεια του Θεού, ώστε δεν δίνει στη σάρκα καμία ευκαιρία να βρει λύτρωση υπό μια δική της ψυχή· η θεότητα έχει θέσει τη σάρκα υπό δικαστική επιτροπεία και σκοπεύει να τη διατηρήσει εκεί. Και επειδή δεν δίνεται καμία ευκαιρία στη σάρκα, και η ψυχή αφήνεται εντελώς έξω από την υπόθεση, αυτή η θεωρία αρνείται το Ευαγγέλιο και η Εκκλησία ορθά την καταδίκασε.
Ας σκεφθούμε τι σημαίνει πλέον η λύτρωση, αν οι θεωρίες του Απολλιναρίου διατυπωθούν γυμνά. Από τα δύο μέρη της ανθρώπινης φύσης, την αισθανόμενη σάρκα και την κατευθύνουσα ψυχή, το πρώτο αντιμετωπίζεται σαν αυτόματο. Στο πρόσωπο του Λυτρωτή, η σάρκα είναι ανίκανη είτε να δώσει οποιαδήποτε απάντηση στη θεία καθοδήγηση είτε να προβάλει οποιαδήποτε αντίσταση στον πειρασμό· σώζεται εξαναγκαστικά κάτω από τη σιδερένια χείρα του θείου πνεύματος, όπως ένας καθυστερημένος και απολίτιστος λαός θα μπορούσε να εκπολιτισθεί βίαια από μια ξένη δικτατορία ολοκληρωτικής αμειλικτότητας και καθολικής εμβέλειας.
Στα πρόσωπα εκείνων τους οποίους ο Χριστός ήρθε να σώσει, εκείνων που γνωρίζουν την πραγματικότητα του ηθικού αγώνα και τη δύναμη του πειρασμού, πώς μπορεί η σωτήρια δύναμη που χρειαζόμαστε να μας μεταδοθεί από έναν Σωτήρα ο οποίος όχι μόνο είναι αναμάρτητος —αυτό ούτως ή άλλως πρέπει να είναι—, αλλά δεν πειράστηκε ποτέ πραγματικά, και επομένως δεν νίκησε ποτέ πραγματικά την αμαρτία στο πληγωμένο πεδίο μάχης της ανθρώπινης καρδιάς; Δεν είμαστε υπερ-άψυχα Trilbies, και δεν μπορούμε να σωθούμε μέσω των υπνωτικών προσπαθειών ακόμη και του πιο ισχυρού και ευεργετικού θείου Svengali —διότι σε αυτό καταλήγει ο απολλιναρισμός. Δεν είχε κανένα Ευαγγέλιο μέσω του οποίου ο άνθρωπος να μπορεί να ελπίσει ότι θα ανέβει στα ύψη εκείνων των δυνατοτήτων τις οποίες ο Θεός σχεδίασε να βαστάζει η ανθρώπινη φύση.
Ας στραφούμε στο άλλο στοιχείο αυτής της σύμπραξης, την ανθρώπινη ψυχή. Ο Απολλινάριος παραδεχόταν ότι οι ψυχές μας είναι επιρρεπείς στην αμαρτία· αυτός είναι ένας λόγος για τον οποίο, κατά την άποψή του, ο Σωτήρας δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει μια ανθρώπινη ψυχή ως όργανο λύτρωσης. Πώς λοιπόν θα σωθούν αυτές οι ψυχές; Ο Χριστός, λέει (frag. 155), είναι και ουράνιος Νους και άγια Σάρκα· ότι μπορούμε να μετάσχουμε στον πρώτο υπονοείται στην αποστολική αξίωση ότι «έχουμε τον νου του Χριστού» (Α΄ Κορ. 2,16).
Με ποιο μέσο λοιπόν μπορεί να αποκτηθεί αυτή η κατοχή; Προφανώς μέσω «της άγιας σάρκας, η οποία καθορίστηκε στην ανάπτυξή της από τη θεότητα και προκαλεί την εμφύτευση της θεότητας σε όσους μετέχουν σε αυτήν». Και πάλι: «Η σάρκα Του μας ζωοποιεί μέσω της θεότητας που είναι ενσωματωμένη σε αυτήν· μας σώζει, και σωζόμαστε μετέχοντας σε αυτήν ως τροφή» (frag. 116). Εδώ έχουμε σαφείς διατυπώσεις του σχήματος σωτηρίας που στην πραγματικότητα απαιτείται από ολόκληρη τη διδασκαλία του Απολλιναρίου περί του Σωτήρα: θα μπορούσε να συναχθεί λογικά από τη θεωρία του περί του προσώπου του Χριστού, αλλά μπορούμε να αισθανθούμε πολύ μεγαλύτερη βεβαιότητα και ικανοποίηση έχοντάς το δηλωμένο ρητά με τα δικά του λόγια.
Οι ψυχές μας, λοιπόν, καθορίζονται από τη σάρκα μέσα στην οποία είναι εγκιβωτισμένες. Στην κατάσταση της φύσης αναπτύσσονται αμαρτωλά, επειδή η σάρκα είναι διεφθαρμένη. Στην κατάσταση της χάρης μπορούν να αποκατασταθούν, και πάλι μέσω της σάρκας στην οποία υπόκεινται, επειδή η σάρκα του ανθρώπου αποκαθίσταται όταν η δύναμη της σάρκας του Χριστού εμφυτεύεται σε αυτήν. Ο Απολλινάριος δεν άφησε κανένα περιθώριο για άμεση ενέργεια του Σωτήρα πάνω στις ψυχές των ανθρώπων· ο μόνος δεσμός ανάμεσα στο θείο πνεύμα του Σωτήρα και στα πνεύματα της ανθρωπότητας είναι μια λυτρωμένη σάρκα.
Τι παράξενη θεωρία είναι αυτή! Και τι εκπληκτική αντιστροφή απαιτεί των ορθών σχέσεων ανάμεσα στην ψυχή και στο σώμα. Η ψυχή δεν ενεργεί πλέον ως η κατευθυντήρια αρχή, ο αυτοκαθοριζόμενος παράγοντας, ο κυβερνήτης της σύνθετης ανθρώπινης προσωπικότητας. Αντιθέτως, καταδικάζεται να είναι δεμένη σαν τον Οδυσσέα στο κατάρτι, ενώ οι ισχυρές ορμές των ανανεωμένων και αναπροσανατολισμένων σωματικών αισθήσεων, κλεισμένων στο τραγούδι των Σειρήνων με την εφαρμογή θεϊκού κεριού, τη μεταφέρουν πάνω από τα κύματα αυτού του ταραχώδους κόσμου στο λιμάνι της αιώνιας ζωής. Η σωτηρία κερδίζεται μόνο όταν η ανθρώπινη ψυχή βυθιστεί σε ήρεμη παθητικότητα. Τι τέλεια παρωδία συνιστά αυτό τόσο της ανθρώπινης ζωής όσο και της θείας σωτηρίας!
Δεν μπορεί να υπάρξει αληθινή σωτηρία των ανθρώπινων όντων εκ των έσω, μέσω της αναγέννησης της ίδιας τους της φύσης, όταν ο ίδιος ο Σωτήρας δεν έχει γνήσια ανθρώπινη εμπειρία. Αν η δύναμη της ζωής του Χριστού πρόκειται να είναι το μέσο αναδημιουργίας των ζωών μας, εμφυτεύοντας στην τραυματισμένη και συντριμμένη ανθρώπινη φύση μας τη δύναμη μιας τέλειας και ενοποιημένης ανθρωπότητας, τότε αυτή η ζωή Του πρέπει να είναι πλήρως ανθρώπινη. Εμείς οι ηθικά ανάπηροι δεν μπορούμε να γίνουμε ακέραιοι μέσω ενός αναπήρου πιο απόλυτου από εμάς τους ίδιους.
Οι δύο Γρηγόριοι είχαν απολύτως δίκιο σε αυτό το σημείο. Ο πρεσβύτερος, ο Ναζιανζηνός, με καθαρή διορατικότητα και λαμπρή ρητορική, διατύπωσε το ζήτημα σε τρεις ελληνικές λέξεις: «τὸ γὰρ ἀπρόσληπτον ἀθεράπευτον»· ό,τι δεν προσλήφθηκε δεν θεραπεύθηκε. Ένας μισο-ανθρώπινος Σωτήρας είναι χρήσιμος μόνο για έναν μισο-πεσμένο Αδάμ (ep. 101.7). Πράγματι, ο νους του ανθρώπου είχε ανάγκη λύτρωσης ακόμη περισσότερο από το σώμα του, διότι ο νους ήταν εκείνος που πρώτος συγκατατέθηκε στον πειρασμό και έπεσε: ο νους του Αδάμ δέχθηκε την εντολή του Θεού και την παρέβη· επομένως ο νους ήταν εκείνος που παρέβη, και συνεπώς βρισκόταν στη μεγαλύτερη ανάγκη λύτρωσης (ib. 11).
Ο Γρηγόριος Νύσσης, αντιμετωπίζοντας μια θεωρία παρόμοια με εκείνη του Απολλιναρίου, επικαλείται μια εικόνα όχι από τη Γένεση, αλλά από τον Λουκά. Ο Καλός Ποιμένας ήρθε να ζητήσει και να σώσει το απολωλός, και έφερε πίσω στο σπίτι πάνω στους ώμους Του όχι μόνο το μαλλί, αλλά ολόκληρο το πρόβατο! (c. Eunom. 2 [vulgo]. 175, Migne 45-5450).
Πρέπει να σημειώσουμε ότι αυτός ο καυστικός σαρκασμός δεν στρεφόταν εναντίον του Απολλιναρίου, αλλά εναντίον του Ευνομίου, του τελευταίου εκπροσώπου ενός πλήρως ανεπτυγμένου αρειανικού συστήματος. Είναι παράξενο γεγονός ότι ο Απολλινάριος διακήρυξε μια θεωρία που είχε ήδη υποστηριχθεί από τους Αρειανούς και προφανώς είχε προβληθεί αρχικά από τον ίδιο τον Άρειο. Δεν είχε δοθεί πολλή προσοχή σε αυτήν. Η μάχη με τον αρειανισμό είχε διεξαχθεί πάνω στο ερώτημα αν ο Σωτήρας ήταν αληθινά Θεός· αν δεν ήταν αυτό, δεν είχε μεγάλη σημασία ότι μια συντομευμένη θεότητα θα ενωνόταν με μια ακρωτηριασμένη ανθρωπότητα.
Φαίνεται απολύτως απίστευτο ότι ο Απολλινάριος, ο οποίος υπήρξε λαμπρός υπερασπιστής της νικαιακής διδασκαλίας περί Θεού, δανείστηκε τη χριστολογία του από τον Άρειο. Η συντριπτική πιθανότητα είναι ότι την ανέπτυξε ανεξάρτητα. Ιδωμένες μέσα στα συμφραζόμενά τους, η αρειανική και η απολλιναριανή χριστολογία παρουσιάζουν εντελώς διαφορετικούς σκοπούς.
Ο Άρειος, συλλαμβάνοντας τον Θεό Υιό ως κτιστό πνεύμα, ως ένα είδος κοσμικού ημιθέου, μπορούσε κάλλιστα να Τον θεωρεί λίγο μόνο απομακρυσμένο ως προς τον χαρακτήρα από μια πεπερασμένη ανθρώπινη ψυχή. Το να ενωθεί ένα τέτοιο πνεύμα με ένα ανθρώπινο σώμα δεν συνεπαγόταν μεγάλη διανοητική δυσκολία. Ο σκοπός του, όταν το έκανε αυτό, λέγεται ότι ήταν, αποδίδοντας όλες τις ανθρώπινες εκφράσεις του Χριστού στο ημιθεϊκό πνεύμα, να τονίσει τη δική του πίστη στον πεπερασμένο χαρακτήρα του Θεού Υιού.
Ο σκοπός του Απολλιναρίου ήταν εντελώς διαφορετικός…
Συνεχίζεται
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου