Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2026

Οἱ ἑπτὰ φράσεις τοῦ Χριστοῦ στὸν σταυρό. Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς Ἐπίσκοπος Ἀχρίδος

 

Θέλετε νὰ µάθετε τὴ σηµασία ἐκείνων τῶν ἑπτὰ φράσεων τὶς ὁποῖες εἶπε ὁ Κύριος πάνω στὸν σταυρό. Δὲν εἶναι σαφεῖς;

Πρώτη φράση: «Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς˙ οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι» (Λούκ. 23,34). Μὲ αὐτὰ τὰ λόγια ὁ Χριστὸς ἔδειξε τὸ ἔλεός του ἀπέναντι στοὺς ἐκτελεστές Του,τῶν ὁποίων ἡ µοχθηρία δὲν ὑποχώρησε οὔτε ὅταν ὑπέφερε στὸν σταυρό. Τὸ δεύτερο εἶναι ὅτι βροντοφώναξε ἀπὸ τὴν κορυφὴ τοῦ βράχου τοῦ Γολγοθᾶ µία ἀποδεδειγµένη ἀλλά ποτὲ καλὰ συνειδητοποιηµένη ἀλήθεια, δηλαδὴ ὅτι αὐτοὶ ποὺ πράττουν τὸ κακὸ ποτὲ δὲν ξέρουν τί κάνουν. Σκοτώνοντας τὸν Δίκαιο στὴν πραγµατικότητα σκοτώνουν τὸν ἑαυτό τους καὶ ταυτόχρονα δοξάζουν τὸν Δίκαιο. Καταπατώντας τὸν νόµο τοῦ Θεοῦ δὲν βλέπουν τὴ µυλόπετρα, ἡ ὁποία ἀόρατα κατεβαίνει πρὸς αὐτοὺς γιὰ νὰ τοὺς συνθλίψει. Ἐµπαίζοντας τὸν Θεὸ δὲν βλέπουν τὰ πρόσωπά τους νὰ µεταµορφώνονται σὲ θηριώδη ρύγχη. Διαποτισµένοι ἀπὸ τὸ κακὸ ποτὲ δὲν ξέρουν τί κάνουν.

Δεύτερη φράση: «Ἀµὴν λέγω σοι, σήµερον µετ’ ἐµοῦ ἔση ἐν τῷ παραδείσῳ» (Λουκ. 23,43). Αὐτὸς ὁ λόγος ἀπευθύνεται στὸν µετανιωµένο ληστὴ στὸν σταυρό. Πολὺ παρήγορος λόγος γιὰ τοὺς ἁµαρτωλούς, οἱ ὁποῖοι τουλάχιστον τὴν τελευταία στιγµὴ µετανοοῦν. Τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀπερίγραπτα µεγάλο. Ὁ Κύριος ἐκπληρώνει τὴν ἀποστολὴ Του ἀκόµα καὶ στὸν σταυρό. Ἕως τὴν τελευταία του πνοὴ ὁ Κύριος σώζει ἐκείνους ποὺ δείχνουν καὶ τὴν παραµικρὴ ἐπιθυµία νὰ σωθοῦν.

Τρίτη φράση: «Γύναι, ἴδε ὁ υἱός σου» (Ἰωαν. 19,26). Ἔτσι εἶπε ὁ Κύριος στὴν Ἁγία Μητέρα Του ποὺ στεκόταν κάτω ἀπὸ τὸν σταυρὸ µὲ τὴν ψυχὴ σταυρωµένη. Καὶ στὸν ἀπόστολο Ἰωάννη λέγει: «Ἰδοὺ ἡ µήτηρ σου» (Ἰωαν. 19,27). Αὐτὸς ὁ λόγος δείχνει τὴ φροντίδα, ποὺ ὁ καθένας χρωστᾶ στοὺς γονεῖς του. Γιὰ δές, Ἐκεῖνος ποὺ ἔδωσε ἐντολὴ στοὺς ἀνθρώπους: «Τίµα τὸν πατέρα σου καὶ τὴν µητέρα σου» (Ἐξ. 20,12) ἐκπληρώνει τὴν ἐντολὴ Του τὴν ὕστατη στιγµή.

Τέταρτη φράση: «Θεέ µου, Θεέ µου, ἱνατί µὲ ἐγκατέλιπες;» (Ματθ. 27,46). Αὐτὲς οἱ λέξεις δείχνουν, τόσο τὴν ἀδύναµη ἀνθρώπινη φύση, ὅσο καὶ τὴν προορατικότητα τοῦ Κυρίου. Ὁ ἄνθρωπος πάσχει, ἀλλά κάτω ἀπὸ τὸν ἀνθρώπινο πόνο ὑπάρχει ἕνα µυστήριο. Δές, µόνον αὐτὲς οἱ λέξεις µποροῦσαν νὰ διαλύσουν τὴν αἵρεση, ἡ ὁποία ἀργότερα τράνταζε τὴν ἐκκλησία καὶ ἡ ὁποία λανθασµένα κήρυττε ὅτι ἡ Θεία φύση ὑπέφερε στὸν σταυρό. Ὅµως, ἐν τῷ µεταξύ, ὁ αἰώνιος Υἱος τοῦ Θεοῦ γι’ αὐτὸ καὶ ἐνσαρκώθηκε ὡς ἄνθρωπος, γιὰ νὰ εἶναι ὡς ἄνθρωπος στὸ σῶµα καὶ τὴν ψυχή, γιὰ νὰ µπορέσει ὅταν ἔλθει ἡ στιγµὴ νὰ πάσχει γιὰ τοὺς ἀνθρώπους καὶ νὰ πεθάνει γιὰ τοὺς ἀνθρώπους. Γιατί ἂν ἡ Θεία φύση τοῦ Χριστοῦ ἔπασχε στὸν σταυρό, θὰ σήµαινε ὅτι ἡ Θεία φύση τοῦ Χριστοῦ θὰ πέθαινε. Καὶ αὐτὸ οὔτε κἄν ἐπιτρέπεται νὰ διανοηθοῦµε. Ἐντρυφῆστε ὅσο πιὸ πολὺ µπορεῖτε σ’ αὐτὲς τὶς µεγάλες καὶ φοβερὲς λέξεις: «Θεέ µου, Θεέ µου, ἱνατί µὲ ἐγκατέλιπες;».

Ἡ πέµπτη φράση: «Διψῶ» (Ἰωαν 19,28). Τὸ αἷµα Του ἔρρεε. Γι’ αὐτὸ καὶ διψοῦσε. Ὁ ἥλιος ἦταν κατὰ τὴ δύση του, ἤδη Τοῦ χτυποῦσε τὸ πρόσωπο καὶ µαζὶ µὲ τὰ ἄλλα βασανιστήρια καιγόταν πολύ. Φυσικὸ ἦταν νὰ διψᾶ. Ἀλλά, Κύριε, διψοῦσες ὄντως γιὰ νερὸ ἤ γιὰ ἀγάπη; Μήπως διψοῦσες ὡς ἄνθρωπος ἤ ὡς Θεός, ἤ καὶ τὸ ἕνα καὶ τὸ ἄλλο; Ἰδοὺ ὁ Ρωµαῖος λεγεωνάριος Σοῦ πρόσφερε ἕνα σπόγγο βρεγµένο στὸ ξύδι. Μιά σταγόνα ἐλέους, τὴν ὁποία δὲν αἰσθάνθηκες ἀπό τούς ἀνθρώπους γιὰ τρεῖς ὁλόκληρες ὧρες κρεµασµένος στὸν σταυρό! Αὐτὸς ὁ Ρωµαῖος στρατιώτης ἁπαλύνει κάπως τὴν ἁµαρτία τοῦ Πιλάτου -τὴν ἁµαρτία τῆς Ρωµαϊκῆς αὐτοκρατορίας- ἀπέναντί Σου, ἔστω καὶ µὲ ξύδι. Γι’ αὐτὸ θὰ ἀφανίσεις τὴ Ρωµαϊκὴ αὐτοκρατορία, ἀλλά στὴ θέση της θὰ οἰκοδοµήσεις νέα.

Ἡ ἕκτη φράση: «Πάτερ, εἰς χεῖρας σου παρατίθεµαι τὸ πνεῦµά µου» (Λουκ. 23,46). Πού σηµαίνει ὅτι ὁ Υἱός παραδίδει τὸ πνεῦµα Του στὰ χέρια τοῦ Πατρός Του. Γιὰ νὰ γίνει γνωστό, ὅτι ἀπὸ τὸν Πατέρα ἦρθε καὶ ὄχι αὐτεξουσίως, ὅπως Τὸν κατηγοροῦσαν οἱ Ἑβραῖοι. Ἀλλά ἀκόµα οἱ λέξεις αὐτὲς ἐλέχθησαν γιὰ νὰ τὶς ἀκούσουν οἱ βουδιστές, οἱ πυθαγόρειοι, οἱ ἀποκρυφιστές, καὶ ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ φιλόσοφοι, οἱ ὁποῖοι φλυαροῦσαν περὶ µετοίκισης τῆς ψυχῆς τῶν νεκρῶν ἀνθρώπων σὲ ἄλλους ἀνθρώπους, ἤ ζῶα, ἤ φυτά, ἤ ἀστέρια, ἤ µεταλλικὰ στοιχεῖα. Πετάξετε ὅλες αὐτὲς τὶς φαντασίες καὶ δεῖτε ποῦ κατευθύνεται τὸ πνεῦµα τοῦ νεκροῦ Δικαίου: «Πάτερ, εἰς χεῖράς σου παρατίθεµαι τὸ πνεῦµά µου»!

Ἡ ἕβδοµη φράση: «Τετέλεσται» (Ἰωαν.19,30). Αὐτὸ δὲν σηµαίνει ὅτι τελειώνει ἡ ζωή. Ὄχι! Ἀλλά ὅτι τελειώνει ἡ ἀποστολὴ ἡ ἐπικεντρωµένη στὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Τελείωσε, καὶ ἐπισφραγίσθηκε µὲ τὸ αἷµα καὶ τὸν ἐπίγειο θάνατο, τὸ θεῖο ἔργο τοῦ µοναδικοῦ ἀληθινοῦ Μεσσία τῶν ἀνθρώπων. Τελείωσαν τὰ βασανιστήρια, ἀλλά ἡ ζωὴ µόλις ἀρχίζει. Τελείωσε ἡ τραγωδία ἀλλά ὄχι καὶ τὸ δράµα. Στὴ σειρὰ ἕπεται, τὸ µεγαλειῶδες ἀξίωµα: νίκη πάνω στὸν θάνατο, ἀνάσταση, δόξα.


Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2026

Πρόλογος της Αχρίδας (Γενέσιον της Θεοτόκου, 21. 9 [8.9])

Πρόλογος της Αχρίδας (Γενέσιον της Θεοτόκου, 21. 9 [8.9])


Το Γενέσιο της Υπεραγίας Θεοτόκου. Η Αγία Παρθένος Μαρία γεννήθηκε από τους ηλικιωμένους γονείς της, τον Ιωακείμ και την Άννα. Ο πατέρας της καταγόταν από τη φυλή του Δαβίδ και η μητέρα της από το γένος του Ααρών. Έτσι, από την πλευρά του πατέρα της καταγόταν από βασιλικό γένος, ενώ από την πλευρά της μητέρας της από αρχιερατικό γένος· και με αυτόν τον τρόπο προεικόνιζε ήδη Εκείνον που επρόκειτο να γεννηθεί από αυτήν ως Βασιλιάς και Αρχιερέας.

Οι γονείς της είχαν πλέον γεράσει, αλλά δεν είχαν παιδιά. Γι’ αυτό αισθάνονταν ντροπή μπροστά στους ανθρώπους και συντριβή μπροστά στον Θεό. Μέσα στη συντριβή τους προσεύχονταν με δάκρυα στον Θεό να χαροποιήσει τα γηρατειά τους, χαρίζοντάς τους ένα παιδί, όπως άλλοτε είχε χαροποιήσει τον γέροντα Αβραάμ και τη γερόντισσα Σάρρα, χαρίζοντάς τους τον γιο τους Ισαάκ. Και ο παντοδύναμος και παντεπόπτης Θεός τούς χαροποίησε με μια χαρά που ξεπερνούσε κατά πολύ όλες τις προσδοκίες και τα ωραιότερα όνειρά τους. Διότι δεν τους χάρισε απλώς μια κόρη, αλλά τη Μητέρα του Θεού· δεν τους φώτισε μόνο με πρόσκαιρη, αλλά και με αιώνια χαρά. Ο Θεός τούς έδωσε μία μόνο κόρη, η οποία αργότερα τους χάρισε έναν μόνο εγγονό — αλλά τι κόρη και τι εγγονό!

Η Κεχαριτωμένη Μαρία, η ευλογημένη μεταξύ των γυναικών, ο ναός του Αγίου Πνεύματος, το θυσιαστήριο του ζώντος Θεού, η τράπεζα του ουράνιου άρτου, η κιβωτός των αγιασμάτων του Θεού, το δέντρο του γλυκύτατου καρπού, η δόξα του ανθρωπίνου γένους, το καύχημα του γυναικείου φύλου, η πηγή της παρθενίας και της αγνότητας — αυτή ήταν η θεόσδοτη κόρη του Ιωακείμ και της Άννας. Γεννήθηκε στη Ναζαρέτ και, όταν έγινε τριών ετών, οδηγήθηκε στον Ναό των Ιεροσολύμων. Από εκεί επέστρεψε πάλι στη Ναζαρέτ, για να ακούσει λίγο αργότερα το χαρμόσυνο μήνυμα του αγίου αρχαγγέλου Γαβριήλ σχετικά με τη γέννηση του Υιού του Θεού, του Σωτήρα του κόσμου, από το πανάχραντο και παρθενικό σώμα της.

Ω πολυπόθητη και πολυαναμενόμενη,
Παρθένε, που με δάκρυα ζητήθηκες από τον Κύριο!
Σωματικός ναός θα γίνεις του Παναγίου Πνεύματος,
Μητέρα θα ονομαστείς του Προαιώνιου Λόγου.

Φλεγόμενη Βάτο σε ονόμασαν,
γιατί μέσα σου θα δεχθείς τη θεϊκή φωτιά·
θα φλέγεσαι από τη φωτιά, μα δεν θα κατακαείς,
χρυσό καρπό θα κυοφορήσεις και στον κόσμο θα τον φέρεις.

Θα βαστάσεις Εκείνον που βαστάζει τον ουρανό,
Εκείνον που ολόκληρος ο ουρανός δοξολογεί·
σ’ εσένα θα συντελεστεί το θαύμα των θαυμάτων,
γιατί θα βαστάσεις τον ουρανό, εσύ που είσαι πλατύτερη από τους ουρανούς!

Πολυτιμότερη είσαι για εμάς, Παρθένε, από τους πολύτιμους λίθους,
γιατί είσαι για το ανθρώπινο γένος πηγή σωτηρίας·
γι’ αυτό ας σε δοξάζει ολόκληρη η οικουμένη,
ω Υπεραγία Παρθένε, ω λευκή περιστερά!

Ο ουράνιος Βασιλιάς επιθυμεί να έρθει σ’ αυτόν τον κόσμο·
ω Πύλη πανέμορφη, μέσα από εσένα θα περάσει.
Όταν μεγαλώσεις, Παρθένε, θα μας γεννήσεις τον Χριστό·
από το σώμα σου θα λάμψει ο Ήλιος.

ΣΤΟΧΑΣΜΟΣ

Ο άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης περιγράφει την απέραντη χαρά, τη λάμψη την εξωτερική και την εσωτερική, καθώς και κάποια ανέκφραστη ευωδία που αισθάνθηκε στην παρουσία της Υπεραγίας Θεοτόκου, όταν την επισκέφθηκε στα Ιεροσόλυμα. Μέσα στον ενθουσιασμό του λέει ότι, αν δεν γνώριζε τον ένα αληθινό Θεό, θα είχε αναγνωρίσει ως Θεό Εκείνη, την Αγία Παρθένο Μαρία. Τόσο ισχυρή και ασυνήθιστη εντύπωση προκαλούσε στους ανθρώπους η Αγία Παρθένος ήδη κατά τη διάρκεια της επίγειας ζωής της. Ασύγκριτα μεγαλύτερη δύναμη και δόξα απέκτησε όμως μετά τον σωματικό της θάνατο, όταν, με το θέλημα του Θεού, υψώθηκε πάνω από τις αγγελικές δυνάμεις.

Η δύναμή της προέρχεται από την αδιάλειπτη προσευχή της προς τον Θεό για τους πιστούς, για όλους όσοι καταφεύγουν σ’ εκείνη ζητώντας βοήθεια. Ο άγιος Ιωάννης του Novgorod, όταν προσευχόταν μαζί με τον λαό σ’ εκείνη ζητώντας βοήθεια εναντίον του εχθρικού στρατού, αντιλήφθηκε ότι και η ίδια προσευχόταν εκείνη την ώρα με δάκρυα στον Κύριο γι’ αυτούς. Και το Novgorod σώθηκε θαυματουργικά. Όπως πονούσε για τον σταυρωμένο Υιό της, έτσι και η Αγία Πανάχραντος συμπονά όλους τους δυστυχισμένους που καταφεύγουν σ’ εκείνη ζητώντας βοήθεια. Μπορεί να ειπωθεί ότι ολόκληρη η γη είναι σκεπασμένη από τα θαύματα του ελέους της.


Στο Βελιγράδι ζει ακόμη και σήμερα ένας καφετζής, ο C. J., καταγόμενος από το χωριό Labuništa, πέρα από τη Struga. Η μητέρα του τον οδήγησε τυφλό στη μονή της Παναγίας στην Kališta και εκεί, μετά την προσευχή του ιερέα επάνω του μπροστά στην εικόνα της Υπεραγίας Θεοτόκου, ξαναβρήκε το φως του. Ο πρώτος μοναχός στο Pochaev είδε μια πύρινη στήλη να εκτείνεται από τη γη έως τον ουρανό και μέσα σ’ αυτή την πύρινη στήλη είδε την Υπεραγία Θεοτόκο. Εκείνη στεκόταν επάνω σε έναν βράχο· και στο σημείο όπου στεκόταν τότε ανέβλυσε ιαματικό νερό, το οποίο μέχρι και σήμερα βοηθά πολλούς ασθενείς.

ΘΕΩΡΙΑ

Να θεωρώ το θαυμαστό δώρο του Θεού προς τον Σολομώντα (Γ΄ Βασιλειών 3· Α΄ Βασιλέων 3), και συγκεκριμένα:
Πώς εμφανίστηκε ο Κύριος στον Σολομώντα στη Γαβαών και τον ρώτησε τι ήθελε να του δώσει·
πώς ο Σολομών ζήτησε καρδιά συνετή, για να μπορεί να κρίνει τον λαό και να διακρίνει το καλό από το κακό·
πώς ο Θεός τού χάρισε και όσα ζήτησε και όσα δεν ζήτησε.


ΟΜΙΛΙΑ

για την ομοψυχία του Υιού και του Πατέρα

«Οὐ δύναται ὁ Υἱὸς ποιεῖν ἀφ’ ἑαυτοῦ οὐδέν,
ἐὰν μή τι βλέπῃ τὸν Πατέρα ποιοῦντα».
(Ιω. 5,19)

Πώς πρέπει να κατανοήσουμε αυτά τα λόγια, αδελφοί; Μήπως όπως τα κατανοούσαν ορισμένοι αιρετικοί, ότι δηλαδή ο Υιός είναι κατώτερος και ασθενέστερος από τον Πατέρα; Όχι, σε καμία περίπτωση. Τα στόματα που ερμήνευσαν έτσι τα λόγια του Κυρίου μίλησαν με ασέβεια.

Αντίθετα, τα λόγια αυτά πρέπει να τα κατανοήσουμε όπως τα κατανόησαν και οι άγιοι Πατέρες μας: ότι ο Υιός είναι ίσος προς τον Πατέρα κατά πάντα και ότι, εξαιτίας της ταυτότητας του θελήματος, της αγάπης και της σοφίας Τους, ο Υιός δεν μπορεί να πράξει τίποτε αντίθετο προς το θέλημα, την αγάπη ή τη σοφία του Πατέρα. Κατά τον ίδιο τρόπο ούτε ο Πατέρας μπορεί να πράξει κάτι αντίθετο προς τον Υιό ούτε το Άγιο Πνεύμα κάτι αντίθετο προς τον Πατέρα και τον Υιό. Ό,τι θέλει, αγαπά και φρονεί ο Πατέρας, το ίδιο θέλουν, αγαπούν και φρονούν ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα. Ασύγκριτη αρμονία, αδιαίρετη ενότητα, ύπαρξη ανέκφραστη!

Είναι λοιπόν φανερό ότι ο Υιός ούτε μπορεί ούτε θέλει να πράξει τίποτε από μόνος Του, αυθαίρετα, χωρίς αρμονία και ενότητα με τη δύναμη και το θέλημα του Πατέρα. Ότι αυτή η ερμηνεία είναι ορθή το μαρτυρεί ο ίδιος ο Κύριος με τα λόγια που ακολουθούν: «Όπως ο Πατέρας ανασταίνει τους νεκρούς και τους ζωοποιεί, έτσι και ο Υιός ζωοποιεί όσους θέλει». Βλέπετε την ισότητα του θελήματος και της δύναμης; Ό,τι θέλει ο Πατέρας, το θέλει και ο Υιός· ό,τι μπορεί ο Πατέρας, το μπορεί και ο Υιός.

Κανείς λοιπόν ας μη διαιρεί τη Θεότητα και ας μην επισύρει κατάρα επάνω του. Ο Θεός δεν μπορεί να διαιρεθεί· και όποιος επιχειρεί να διαιρέσει τη Θεότητα, υποβιβάζοντας το ένα Πρόσωπο και εξυψώνοντας το άλλο, δεν μπορεί να σωθεί.

Παναγία Τριάδα, Θεέ μας, τρεις κατά τις Υποστάσεις και ένας κατά την ουσία, ζωή, φως και αγάπη, επίβλεψε σε εμάς και ελέησέ μας. Σ’ Εσένα ανήκουν η δόξα και η ευχαριστία στους αιώνες. Αμήν.

Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2026

ΔΕΚΑΤΗ ΤΕΤΑΡΤΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ-Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς


ΔΕΚΑΤΗ ΤΕΤΑΡΤΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ
-Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς
(Ἡ παραβολὴ τῶν γάμων)
Ομιλίες Ε, Κυριακοδρόμιο Β

Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον κβ΄ 2 - 14


Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολὴν ταύτην· Ωμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ βασιλεῖ, ὅστις ἐποίησε γάμους τῷ υἱῷ αὐτοῦ. 3 καὶ ἀπέστειλε τοὺς δούλους αὐτοῦ καλέσαι τοὺς κεκλημένους εἰς τοὺς γάμους, καὶ οὐκ ἤθελον ἐλθεῖν. Απάλιν ἀπέστειλεν ἄλλους δούλους λέγων· εἴπατε τοῖς κεκλημένοις· ἰδοὺ τὸ ἄριστόν μου ήτοίμασα, οἱ ταῦροί μου καὶ τὰ σιτιστὰ τεθυμένα, καὶ πάντα ἕτοιμα· δεῦτε εἰς τοὺς γάμους. 5οἱ δὲ ἀμελήσαντες ἀπῆλθον, ὃς μὲν εἰς τὸν ἴδιον ἀγρόν, ὃς δὲ εἰς τὴν ἐμπορίαν αὐτοῦ· οἱ δὲ λοιποὶ κρατήσαντες τοὺς δούλους αὐτοῦ ὕβρισαν καὶ ἀπέκτειναν. 7 ἀκούσας δὲ ὁ βασιλεὺς ἐκεῖνος ὠργίσθη, καὶ πέμψας τὰ στρατεύματα αὐτοῦ ἀπώλεσε τοὺς φονεῖς ἐκείνους καὶ τὴν πόλιν αὐτῶν ἐνέπρησε. τότε λέγει τοῖς δούλοις αὐτοῦ· ὁ μὲν γάμος ἕτοιμός ἐστιν, οἱ δὲ κεκλημένοι οὐκ ἦσαν ἄξιοι· 9πορεύεσθε οὖν ἐπὶ τὰς διεξόδους τῶν ὁδῶν, καὶ ὅσους ἐὰν εὕρητε καλέσατε εἰς τοὺς γάμους. 10 καὶ ἐξελθόντες οἱ δοῦλοι ἐκεῖνοι εἰς τὰς ὁδοὺς συνήγαγον πάντας ὅσους εὗρον, πονηρούς τε καὶ ἀγαθούς· καὶ ἐπλήσθη ὁ γάμος ἀνακειμένων. 11 εἰσελθὼν δὲ ὁ βασιλεὺς θεάσασθαι τοὺς ἀνακειμένους εἶδεν ἐκεῖ ἄνθρωπον οὐκ ἐνδεδυμένον ἔνδυμα γάμου· 12 καὶ λέγει αὐτῷ· ἑταῖρε, πῶς εἰσῆλθες ὧδε μὴ ἔχων ἔνδυμα γάμου; ὁ δὲ ἐφιμώθη. τότε εἶπεν ὁ βασιλεὺς τοῖς διακόνοις· δήσαντες αὐτοῦ πόδας καὶ χεῖρας ἄρατε αὐτὸν καὶ ἐκβάλετε εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμός καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων. 14 πολλοὶ γὰρ εἰσι κλητοί, ὀλίγοι δὲ ἐκλεκτοί. 13

Ὁ Θεὸς θέλει τὸν ἄνθρωπο νὰ πιστεύει σ' Ἐκεῖνον, περισσότερο ἀπ' όποιονδήποτε ἢ ὁτιδήποτε ἄλλο στὸν κόσμο.
Ὁ Θεὸς θέλει τὸν ἄνθρωπο νὰ ἐλπίζει σ' Ἐκεῖνον, περισσότερο ἀπ' όποιονδήποτε ἢ ὁτιδήποτε ἄλλο στὸν κόσμο.
Ὁ Θεὸς ζητάει ὅμως καὶ κάτι παραπάνω: θέλει ὁ ἄνθρωπος νὰ προσκολληθεῖ μὲ ἀγάπη μόνο σ' Ἐκεῖνον. Καὶ τότε, μὲ τὴν ἀγάπη ποὺ θ' ἀκτινοβολεῖ ἀπὸ μέσα του, θὰ γίνει ἕνα καὶ μὲ τὴν κτίση τοῦ Θεοῦ.


Αὐτὴ εἶναι ἡ ἕνωση τοῦ ἀνθρώπου μέ το Θεό. Αὐτὴ εἶναι ἡ μνηστεία τῆς ψυχῆς μὲ τὸ Χριστό. Κάθε ἄλλη ἕνωση εἶναι μοιχεία καὶ πορνεία. Μόνο τέτοια στενή ἕνωση τῆς ψυχῆς μὲ τὸ Χριστό, ποῦ σ' ἐμᾶς ἀπεικονίζεται πιο καθαρὰ μὲ τὸν ἐπίγειο γάμο, μπορεῖ νὰ κάνει τὴν ψυχή πλούσια καὶ καρποφόρα. Ὅλες οἱ ἄλλες σχέσεις ποὺ μπορεῖ νὰ συνάψει ἡ ψυχὴ εἶναι ἀγκάθια καὶ ζιζάνια, ποὺ εἶναι γυμνὰ καὶ ἄγονα ἀπὸ κάθε ἀγαθό. Ἂν αὐτὸ δὲν τὸ γνωρίζουν καὶ δὲν μποροῦν νὰ τὸ γνωρίζουν οἱ ἄνθρωποι ποὺ ζοῦν μακριὰ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, οἱ χριστιανοὶ ὅμως πρέπει νὰ τὸ γνωρίζουν, ἰδιαίτερα οἱ ὀρθόδοξοι χριστιανοί. Εἶναι στὸ πνεῦμα καὶ τὴν παράδοσή μας νὰ κατανοήσουμε τὸ βάθος καὶ τὸ πλάτος τῆς ἀποκάλυψης τοῦ Θεοῦ ποὺ ἔγινε μὲ τὸν Κύριο Ἰησοῦ. Νὰ κατανοήσουμε τὴν αἰωνιότητα πιὸ σωστὰ ἀπὸ τοὺς λαοὺς τῆς Ἀνατολῆς, νὰ κατανοήσουμε το χρόνο πιὸ σωστὰ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους τῆς Δύσης.

Μὲ ὅ,τι εἶναι πιὸ στενά δεμένη ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου, μ' αὐτὸ κι ἔχει δεσμευτεῖ, εἴτε αὐτὸ εἶναι ζωντανό εἴτε νεκρὸ πρᾶγμα, εἴτε πρόκειται γιὰ σῶμα εἴτε γιὰ κάποιο ροῦχο, γιὰ χρυσό ἢ ἄργυρο ἢ γιὰ ὁποιοδήποτε ἐπίγειο ἀγαθό, ἐγκόσμια δόξα ἢ τιμή, πάθος ἢ ὅ,τι ἄλλο στὴν κτίση, ὅπως γιὰ παράδειγμα κόσμημα, τρόφιμο, ποτό, χορό, φύση ἢ ὁτιδήποτε ἄλλο. Κάθε τέτοια δέσμευση τῆς ψυχῆς εἶναι ἄνομη κι ἐπισύρει ἀτέλειωτη δυστυχία γιὰ τὴν ψυχή, τόσο σ' αὐτὸν τὸν κόσμο ὅσο καὶ στὸν ἄλλον. Τὸ ἴδιο συμβαίνει μὲ τὴν ἄνομη σχέση ἀνάμεσα στὸν ἄντρα καί τη γυναῖκα, ποὺ ἐπιφέρει στενοχώριες ὄχι μόνο σ' αὐτοὺς τοὺς δύο, ἀλλὰ καὶ στὰ τυχὸν παιδιὰ ποὺ θ' ἀποκτήσουν. Δὲν πρέπει νὰ κρύβουμε ἐκεῖνο ποῦ ἡ Ἁγία Γραφή λέει πεντακάθαρα: πῶς ὁ Θεὸς εἶναι ζηλωτής (Ἔξ. κ' 5, Δευτ. δ' 24). Ὁ ζῆλος τοῦ Θεοῦ δὲ στρέφεται ἐναντίον ἄλλου στὴ γῆ, παρὰ μόνον στὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Θεὸς θέλει ἀποκλειστικότητα στὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου, τὴν θέλει πιστὴ μὲ καθαρότητα καὶ εἰλικρίνεια. Κι αὐτὸ ὁ Θεὸς τὸ θέλει γιὰ τὸ καλὸ τῆς ψυχῆς. Ἡ ἄπειρη σοφία τοῦ Θεοῦ γνωρίζει - ὅπως πρέπει καὶ μεῖς νὰ γνωρίζουμε μετὰ τὴν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ - πῶς ἂν ἡ πίστη τῆς ψυχῆς στὸ Θεό, το Δημιουργό, εἶναι ἐλλιπής, πῶς ἂν ἑνωθεῖ μὲ ἀπόλυτη ἀγάπη μὲ κάποιον ἄλλον ἢ κάτι ἄλλο στὸν κόσμο, τότε σιγά σιγὰ θὰ ὑποδουλωθεῖ, θὰ γίνει σκλάβα, θὰ εἶναι σὰν μιὰ σκοτεινή κι ἀπελπισμένη σκιὰ καὶ τελικά θὰ καταλήξει σὲ μιὰ ἐλεεινὴ εἰκόνα ἐκεῖ, ὅπου εἶναι ὁ τρυγμός κι ὁ βρυγμός των ὀδόντων.

Ἡ θερμὴ ἀγάπη τῆς ψυχῆς πρὸς τὸ Θεὸ εἶναι ὁ μόνος νόμιμος δεσμός. Κάθε ἄλλη ἀγάπη, ποὺ εἶναι μακριὰ ἀπό το Θεὸ ἢ ἐναντίον τοῦ Θεοῦ, εἶναι εἰδωλολατρεία. Μὲ τὴν ἀγάπη γιὰ τὸ σῶμα, ὁ ἄνθρωπος μετατρέπει τὸ σῶμα σ' ἕναν ψεύτικο θεό, ἕνα εἴδωλο. Μὲ τὴν ἀγάπη γιὰ κάθε ἐπίγειο ἀγαθὸ ἢ κόσμημα, ὁ ἄνθρωπος εἰδωλοποιεί τὰ ἀντικείμενα αὐτά. Μὲ τὴν ἀγάπη γιὰ ὁποιονδήποτε ἢ γιὰ ὁτιδήποτε, ὁ ἄνθρωπος είδωλοποιεί τὸν ἑαυτό του. Αὐτὸ σημαίνει πῶς ὁ ἄνθρωπος καθοδηγεῖ τὴν ἀγάπη, ποὺ ἀνήκει ἀποκλειστικά στο Θεό, σὲ κάτι μικρότερο καὶ ὑποδεέστερο ἀπὸ τὸ Θεό, σὲ κάτι λιγότερο ἄξιο ν' ἀγαπηθεῖ. Σὲ ὁτιδήποτε πιστεύει ὁ ἄνθρωπος, ἐλπίζει ἢ ἀγαπᾶ περισσότερο ἀπὸ τὸ Θεό, παίρνει τὴ θέση τοῦ Θεοῦ, καθίσταται εἴδωλο, ἕνας ψεύτικος θεὸς τῆς ψεύτικης ψυχῆς. Κάθε τέτοια ειδωλολατρεία οἱ προφῆτες τὴν ὀνόμασαν μοιχεία καὶ πορνεία (Ιερ. γ 1, Ιεζεκ. κγ' 7).

Τὸ χειρότερο ἀπ' ὅλα εἶναι ὅτι οἱ εἰδωλολάτρες ταυτίζονται μὲ τὰ εἴδωλά τους. Σὲ κάθε ἀγάπη, ὁ ἄνθρωπος χάνεται σταδιακά στὸ ἀντικείμενο τῆς ἀγάπης του. Ἐκεῖνο ποὺ ὁ ἄνθρωπος σκέφτεται συχνότερα, ἐκεῖνο ποὺ ἀγαπᾶ κι ἐπιθυμεῖ περισσότερο, σιγὰ σιγὰ θὰ γίνει ἡ ἴδια ἡ οὐσία τῆς ὕπαρξής του, εἴτε τρόφιμο εἶναι αὐτὸ εἴτε ποτό, χρυσὸς ἢ ἀσήμι, κόσμημα ἢ ροῦχο, σπίτια ἢ κτήματα, τιμὴ ἢ δύναμη. Αὐτὸ τὸ διαβάζουμε καὶ στὴν Ἁγία Γραφή: «Επορεύθησαν ὀπίσω τῶν ματαίων καὶ ἐματαιώθησαν» (Δβασ. ἴζ' 15).

Ἡ ἐπιθυμία ἀνάμεσα σ' ἕναν ἄντρα καὶ μιὰ γυναῖκα εἶναι κάτι φυσικό, δὲν εἶναι ἐξαίρεση. Ὁ ἄνθρωπος ταυτίζεται μὲ ὅ,τι ἀγαπᾶ. Ἂν αὐτὸ ποὺ ἀγαπᾶ εἶναι ὁ Θεός, γίνεται Θεός. Ἄν εἶναι ὁ πηλός, γίνεται πηλός. Ὁ ἄνθρωπος σώζεται ἢ κολάζεται ἀπὸ τὴν ἀγάπη ποὺ ἔχει σ' αὐτὴ τὴ ζωή. Μιὰ μόνο σωστικὴ ἀγάπη ὑπάρχει, ἡ ἀγάπη γιά το Θεό. Κάθε ἄλλη ἀγάπη εἶναι ἀπώλεια. Ἕνας μόνο νόμιμος καὶ σωστικὸς γάμος ὑπάρχει γιά την ψυχή: ὁ γάμος της μέ το Θεό. Κάθε ἄλλος γάμος ποὺ δὲν προέρχεται ἀπὸ τὸ γάμο αὐτό, ὅπως οἱ ἀκτῖνες ἀπὸ τὸν ἥλιο, είναι κολάσιμος.

Τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο μᾶς δίνει τὴν πιὸ καθαρὴ εἰκόνα τοῦ θαυμαστοῦ αὐτοῦ μυστηρίου. Μᾶς λέει δηλαδὴ πῶς ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου στεφανώνεται μέ το Θεό, ὡς πιστή νύμφη: πῶς σὰν τυφλὸς προδότης καὶ ἄπιστος σύζυγος ἀπὸ τὴν ἄλλη, παρασύρεται στὸν ὄλεθρο καὶ στὸ σκοτάδι, στὰ ζιζάνια καὶ τὴν κακία τῆς εἰδωλολατρείας.

«Ωμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ βασιλεῖ, ὅστις ἐποίησε γάμους τὼ υἱῷ αὐτοῦ» (Ματθ. κβ' 2). Ὅπως καὶ στὶς ἄλλες παραβολές τοῦ Χριστοῦ, ἔτσι κι ἐδῶ ἀναφέρεται σ' ὁλόκληρη τὴν ἀνθρώπινη ἱστορία, ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ὡς τὸ τέλος. Ἄνθρωποι σοφοί δουλεύουν σκληρὰ γιὰ νὰ γράψουν μεγάλα καὶ πολλές φορές ἀκατανόητα βιβλία γιὰ νὰ ἐξηγήσουν τὴν ἱστορία τοῦ ἀνθρώπου. Μπορεῖ νὰ πετύχουν σ' αὐτὸ ποὺ προσπαθοῦν νὰ κάνουν, συχνὰ ὅμως μπλέκουν τὴ διάρθρωση τους καὶ συγχέουν τὰ νοήματα. Ὁ Χριστὸς ὅμως, μὲ μιὰ σύντομη καὶ ἁπλῆ παραβολή, τὰ λέει ὅλα καθαρὰ καὶ κατανοητά. Πράγματι, «οὐδέποτε οὕτως ἐλάλησεν ἄνθρωπος, ὡς οὗτος ὁ ἄνθρωπος» (Ιωάν. ζ' 46).

Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ δὲν μπορεῖ νὰ ἐξηγηθεῖ μὲ λόγια. Μόνο μὲ κάτι ποὺ εἶναι οἰκεῖο σε μᾶς σ' αὐτὸν τὸν κόσμο μπορεῖ νὰ παρομοιαστεῖ. Ἀνάμεσα στ' ἄλλα, μπορεῖ νὰ παρομοιαστεῖ καὶ μ' ἕνα γάμο. Ὁ γάμος εἶναι μιὰ εὐκαιρία χαρᾶς στοὺς ἀνθρώπους. Ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν εἶναι ἀπὸ μόνη της χαρά, μπορεῖ ἑπομένως νὰ περιγραφεῖ μ' ἕνα γάμο. Ὁ βασιλιᾶς τῆς παραβολῆς εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Υἱός Του εἶναι ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός. Ὁ Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής ἀποκάλυψε πῶς Ἐκεῖνος εἶναι ὁ Νυμφίος (Ιωάν. γ' 29). Κι αὐτὸ τὸ ἐπιβεβαίωσε ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς (Ματθ. θ' 15). Ὁλόκληρη ἡ ἱστορία τοῦ ἀνθρώπου, ξεκινῶντας μὲ τὴν ἔξωση τοῦ Ἀδὰμ ἀπὸ τὸν παράδεισο, εἶναι ἡ πορεία προετοιμασίας τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου γιά το γάμο της μὲ τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἔλευση τοῦ Χριστοῦ στὸν κόσμο εἶναι ἡ πραγματική ἀρχὴ τῆς γιορτῆς τοῦ γάμου. Ὁλόκληρη ἡ περίοδος ἀπὸ τὴν ἔλευσή Τοῦ ὡς το θάνατο καὶ τὴν Ἀνάστασή Τοῦ, εἶναι ἡ συνέχιση τῆς γαμήλιας γιορτῆς στὸν κόσμο. Ἡ χαρὰ ὅμως θὰ φτάσει στὸ ἀπογειό της μόνο στη μέλλουσα ζωή. Ἡ ἔλευση τοῦ Χριστοῦ στὸν κόσμο εἶναι τὸ πιὸ εὐφρόσυνο γεγονὸς γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος γενικὰ καὶ γιὰ κάθε ψυχή ξεχωριστά, ὅπως ἡ ἔλευση τοῦ νυμφίου στη νύμφη.

Ἀπ' ὅλα τὰ ἔθνη τῆς γῆς, ὁ πιὸ χαρούμενος λαὸς θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι οἱ Ἰουδαῖοι, ποῦ δέχτηκαν τὸ Χριστὸ ὡς Νυμφίο, ἀφοῦ τὸ ἔθνος αὐτὸ εἶχε προπαρασκευαστεί καλύτερα ἀπὸ τὸ Θεὸ νὰ Τὸν δεχτεῖ. Τὸ ἔθνος αὐτὸ εἶχε την ἐπιπλέον χαρά νὰ εἶναι τὸ πρῶτο ποὺ συνάντησε τὸ Χριστό, τὸ πρῶτο ποὺ τὸν γνώρισε καὶ τὸν ὑποδέχτηκε, γιὰ ν' ἀναγγείλει τὴ χαρὰ τῆς σωτηρίας ὅλων τῶν ἐθνῶν καὶ τῶν λαῶν τῆς γῆς. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποῦ, στὸ ἀρχικό κείμενο τοῦ εὐαγγελίου, χρησιμοποεῖται πληθυντικός: ὅστις ἐποίησε γάμους τῷ υἱῷ αὐτοῦ. Ὁ ἀναμενόμενος Μεσσίας ἦρθε στὸ λαὸ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης τῶν Ἰουδαίων. Ὁ νυμφίος κάθε ψυχῆς ποὺ ἀναζητοῦσε σωτηρία, ζωὴ καὶ χαρά, εἶχε ἔρθει. Ὁ νυμφίος ὅλων τῶν ἀνθρώπων εἶχε ἔρθει γιὰ ὅλους τοὺς λαούς, ὅλα τὰ ἔθνη. Ὅσο μεγάλη κι ἂν ἦταν ὅμως ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, ἄλλῃ τόσῃ ἦταν ἡ τυφλότητα κι ἡ κακία τῶν ἁμαρτωλῶν στὴ γῆ. «Εἰς τὰ ἴδια ἦλθε καὶ οἱ ἴδιοι αὐτὸν οὐ παρέλαβον» (Ιωάν. ἅ' 11), γράφει ὁ εὐαγγελιστής. Ἦρθε λοιπὸν πρῶτα σ' ἐκείνους ποὺ ἀπὸ πολὺ καιρὸ καὶ πολύ προσεχτικά εἶχε προετοιμάσει ὡς νύμφη Τοῦ: στὸν Ἰουδαϊκό λαό. Ὁ λαὸς αὐτὸς ὅμως δὲν τὸν ἀναγνώρισε. Ἀντίθετα, τὸν περιφρόνησε καὶ τὸν ἀπόρριψε.

Συνεχίζει ἡ παραβολή: «Καὶ ἀπέστειλε τοὺς δούλους αὐτοῦ καλέσαι τοὺς κεκλημένους εἰς τοὺς γάμους, καὶ οὐκ ἤθελον ἐλθεῖν» (Ματθ. κβ' 3). Θέλοντας νὰ προετοιμάσει τη γιορτή γιὰ τοὺς γάμους τοῦ Υἱοῦ Του, ὁ Θεὸς ἔστελνε πρῶτα γιὰ πολλοὺς αἰῶνες τοὺς προφῆτες, γιὰ ν' ἀναγγείλουν τὴ γιορτή ποὺ πλησίαζε καὶ νὰ καλέσουν τὸν ἑβραϊκὸ λαὸ νὰ προετοιμαστεῖ κι ἐκεῖνος, ὥστε νά ὑποδεχτεῖ τὸ Νυμφίο Χριστό. Οἱ προφῆτες ἦταν οἱ πρῶτοι ὑπηρέτες ποὺ ἔστειλε γιὰ νὰ καλέσει τοὺς κεκλημένους εἰς τοὺς γάμους. Ὅταν ὁ Χριστὸς εἶχε ἤδη ἐμφανιστεῖ στὸν κόσμο, στάλθηκε ὡς ἀγγελιαφόρος ὁ Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος, γιὰ ν' ἀναγγείλει κι αὐτός, νὰ κραυγάσει δυνατὰ καὶ νὰ καλέσει. Ὅπως ὅμως ἕνας πολὺ μικρὸς ἀριθμὸς ἀνθρώπων ἄκουσε τοὺς ἀρχαίους προφῆτες, ἔτσι καὶ τώρα πολλοὶ λίγοι πρόσεξαν τὸν κήρυκα τῆς ἐρήμου, τὸν Ἰωάννη τὸν Πρόδρομο. Καὶ οὐκ ἤθελον ἐλθεῖν.

«Πάλιν ἀπέστειλεν ἄλλους δούλους λέγων: εἴπατε τοῖς κεκλημένοις: ἰδοὺ τὸ ἄριστόν μου ἡτοίμασα, οἱ ταῦροι μου καὶ τὰ σιτιστὰ τεθυμένα, καὶ πάντα ἕτοιμα δεῦτε εἰς τοὺς γάμους» (Ματθ. κβ' 4). Οἱ ἄλλοι ὑπηρέτες ἦταν οἱ ἀπόστολοι κι οἱ συνεργάτες τους. Προσκεκλημένοι ἦταν πάλι οἱ ἴδιοι: οἱ Ἑβραῖοι. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος εἶχε πεῖ παλιότερα: «Οὐκ ἀπεστάλην εἰ μὴ εἰς τὰ πρόβατα τὰ ἀπολωλότα τοῦ οἴκου Ἰσραήλ» (Ματθ. ἰε' 24). Στὴν ἀρχὴ ἔδωσε τὴν ἑξῆς ἐντολὴ στοὺς ἀποστόλους: «Πορεύεσθε δὲ μᾶλλον πρὸς τὰ πρόβατα τὰ ἀπολωλότα οἴκου Ισραήλ» (Ματθ. ἐ' 6). Αὐτὸ πρὶν ἀπὸ τὸ πάθος καὶ τὴν Ἀνάστασή Του. Ὅταν ὅμως οἱ Ἑβραῖοι τὸν ἀπόρριψαν, ὅταν οἱ κακοί γεωργοί τὸν ἔβγαλαν ἔξω ἀπὸ τὰ τείχη καὶ τὸν θανάτωσαν, τότε, μετὰ τὴν Ἀνάσταση, ἔδωσε καινούργια ἐντολή: «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη» (Ματθ. κή' 19).

Ὁ Θεὸς ἔμεινε πιστὸς στὴν ἐπαγγελία Του, οἱ Ἑβραῖοι ὅμως τὴν καταπάτησαν. Ὁ Θεὸς ἔμεινε πιστὸς στὴ νύμφη Του, στὴν ἐκλεκτή Του, στὸ λαὸ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, πιστὸς ὡς τὸ τέλος. Ἡ νύμφη ὅμως δὲ στάθηκε πιστή στο Νυμφίο της, συνῆψε ἀμέτρητους ἄνομους δεσμοὺς μὲ εἴδωλα καὶ θεοὺς ψεύτικους, ποῦ δὲν τοὺς ἄφηνε γιὰ νὰ γυρίσει στὸν προδομένο Νυμφίο της.

Ἰδοὺ τὸ ἄριστόν μου ήτοίμασα. Ἔχουν ἑτοιμαστεῖ ὅλα ὅσα εἶναι ἀπαραίτητα γιὰ τὴν ἀνατροφή καὶ τὴν ἀνανέωση τῆς ψυχῆς. Ἡ ψυχὴ τρέφεται ἀπὸ τὴν ἀλήθεια. Τὴν ἀλήθεια ἀποκάλυψε στην πληρότητά της μὲ τὸ πλούσιο συμπόσιο τοῦ βασιλιᾶ. Ἡ νίκη ἐναντίον τῶν πονηρῶν πνευμάτων, ἐναντίον τῆς ἀρρώστιας καὶ τῆς μέριμνας, ἡ νίκη ενάντια στη φύση - ὅλες αὐτὲς οἱ νῖκες ποὺ τρέφουν κι ἀνανεώνουν τὴν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι ἐδῶ, μπροστά μας. Γι' αὐτὸ προσέλθετε.

Ὁ οὐρανὸς ὡς τότε ἔμοιαζε κλεισμένος μὲ σιδερένιες μπάρες γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Οἱ ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων ἔμοιαζαν μὲ ἐλεεινές νύμφες, κλεισμένες μέσα σὲ ὑγρή φυλακή. Τώρα ὅμως ὁ οὐρανὸς εἶναι ὀρθάνοιχτος. Στὴ γῆ ἐμφανίστηκε ὁ ἴδιος ὁ Θεός, ἐμφανίστηκαν οἱ ἄγγελοι, οἱ νεκροί ἐμφανίστηκαν ζωντανοί κι ἡ ἀξία τοῦ ἀνθρώπου ἔφτασε στὸν οὐρανό. Πόσο γλυκιά εἶναι ἡ τροφή ποὺ προσφέρει ὁ Θεός! Πόσο πλούσιο εἶναι τὸ τραπέζι Του! Προσέλθετε!

Οἱ τυφλές ψυχές ποὺ ζοῦσαν μέσα στη σκοτεινή καὶ νοτερή φυλακή, ἀντὶ νὰ δεχτοῦν τὴν πρόσκληση στοὺς γάμους, ἔκαναν ἕνα πολύ φοβερὸ ἔγκλημα: θανάτωσαν τὸ Σωτῆρα, το Νυμφίο τους. Κι αὐτὸ ἀκόμα ὅμως δὲν ἐξάντλησε τὴν ὑπομονὴ τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεὸς μετέτρεψε τὸ ἔγκλημά τους σὲ πηγὴ χαρᾶς καὶ ἡδονῆς. Τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα τοῦ σταυρωμένου Κυρίου, ποὺ ἦταν ἀσύγκριτα γλυκύτερα ἀπὸ τὰ στέατα, προσφέρονται στο τραπέζι τοῦ Βασιλιᾶ. Προσέλθετε! Κοινωνῆστε τη γλυκύτητα ποὺ ζηλεύουν ἀκόμα κι οἱ ἄγγελοι. Οἱ ποταμοί χαρίτων τοῦ παντοδύναμου καὶ Ζωοποιοῦ Ἁγίου Πνεύματος, εἶναι ἐλεύθεροι. Πάντα ἕτοιμα. Ὅλα εἶναι ἕτοιμα, τὰ πάντα. Ὅλα ὅσα χρειάζεται ἡ μολυσμένη νύμφη γιὰ νὰ καθαριστεῖ, οἱ πεινασμένοι νὰ τραφοῦν, οἱ πληγωμένοι νὰ γιατρευτοῦν, οἱ γυμνοὶ νὰ ντυθοῦν, οἱ παράφρονες νά 'ρθούν στὰ λογικά τους, οἱ μέθυσοι νὰ γίνουν νηφάλιοι, οἱ νεκροὶ ν' ἀναστηθοῦν. Ἐδῶ ὑπάρχει τὸ βάπτισμα μὲ νερό, μὲ φωτιά, μὲ πνεῦμα. Ἐδῶ θὰ βρεῖτε τὴν ἀνάπαυση μετὰ τὴ νηστεία, τὰ φτερὰ τῆς προσευχῆς. Ἐδῶ εἶναι τὸ λάδι, ὁ ἄρτος κι ὁ οἶνος. Ἐδῶ ὑπάρχει ἡ βασιλικὴ ἱερωσύνη γιὰ νὰ σᾶς καθοδηγήσει, ἐδῶ ἡ Ἐκκλησία τῆς ἁγιότητας καὶ τῆς ἀγάπης. Ὅλες αὐτὲς τίς δωρεές φέρνει ὁ Νυμφίος στη νύμφη Του καὶ τίς τοποθετεῖ στὸ τραπέζι τοῦ Βασιλιᾶ. Προσέλθετε, λοιπόν, στοὺς γάμους.

«Οἱ δὲ ἀμελήσαντες ἀπῆλθον, ὁ μὲν εἰς τὸν ἴδιον ἀγρόν, ὁ δὲ εἰς την ἐμπορίας αὐτοῦ οἱ δὲ λοιποί κρατήσαντες τοὺς δούλους αὐτοῦ ὕβρισαν καὶ ἀπέκτειναν» (Ματθ. κβ' 5,6). Δὲν ὠφελεῖ νὰ προσφέρεις νόμιμο γάμο σὲ μιὰ ἐπαγγελματία πόρνη. Δὲ θὰ δώσει καμιά σημασία στὸ νόμιμο σύζυγό της. Ἔχει τόσο πολύ συνηθίσει στὰ εἴδωλά της, ὥστε δὲν μπορεῖ νὰ κόψει τοὺς δεσμοὺς τῆς μαζί τους. Τὸ εἴδωλο μιᾶς ἄσωτης ψυχῆς εἶναι ὁ ἀγρός, μιᾶς ἄλλης εἶναι τὸ ἐμπόριο, μιᾶς τρίτης κάτι ἄλλο. Ὁ ἀγρὸς ὑποδηλώνει τὸ σῶμα μὲ τὰ σαρκικὰ πάθη του, τὸ ἐμπόριο τὴν ἀπληστία, δηλαδὴ τὴν ἀπόκτηση ἢ τὸν ἐμπλουτισμὸ τῶν φθαρτῶν ἀγαθῶν αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Ὁ καθένας κατευθύνθηκε πρὸς τὸ εἴδωλό του, δὲν ἤθελε ν' ἀκούσει τίποτα γιὰ τὸ Νυμφίο. Ἄλλοι ἔνιωσαν προσβολὴ μὲ τὴν πρόσκληση καὶ πῆραν τοὺς ὑπηρέτες τοῦ Βασιλιᾶ, τοὺς ἔβρισαν ἢ τοὺς σκότωσαν. Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, σύντομα μετά το Γολγοθά, μυκτήρισαν καὶ κακοποίησαν τοὺς ἀποστόλους Πέτρο καὶ Ἰωάννη (Πράξ. δ' 3) κι ἀργότερα θανάτωσαν τὸν ἀρχιδιάκονο Στέφανο, τὸν ἀπόστολο Ἰάκωβο καὶ πολλοὺς ἄλλους.

«Ἀκούσας δὲ ὁ βασιλεὺς ἐκεῖνος ὀργίσθη, καὶ πέμψας τὰ στρατεύματα αὐτοῦ ἀπώλεσε τοὺς φονεῖς ἐκείνους καὶ τὴν πόλιν αὐτῶν ἐνέπρησε» (Ματθ. κβ' 7). Βασιλιᾶς εἶναι ὁ Θεός. Ἡ ὀργή Του εἶναι ἡ ἔσχατη ἐξάντληση τῆς ὑπομονῆς Του, ἡ ὥρα ποὺ ἡ εὐσπλαχνία Του μετατρέπεται σὲ δικαιοσύνη. Στρατεύματα εἶναι ὁ ρωμαϊκός στρατός, φονεῖς εἶναι οἱ Ἰουδαῖοι καὶ πόλις αὐτῶν εἶναι ἡ Ἱερουσαλήμ. Ἡ ὑπομονὴ τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀμέτρητη, ἀνεξάντλητη. Δὲν τιμώρησε ἀμέσως τοὺς Ἰουδαίους μετά το θάνατο τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, περίμενε ἄλλα σαράντα χρόνια. Ὅπως ὁ Κύριος εἶχε ἀναλάβει νὰ κάνει νηστεία γιὰ σαράντα μέρες, ἔτσι ὁ Δημιουργὸς τῆς ἀνθρωπότητας μετά το Γολγοθᾶ ἔκανε νηστεία ὑπομονῆς γιὰ σαράντα χρόνια. Δὲ βιαζόταν νὰ τιμωρήσει τὰ ἐγκλήματα ποὺ διέπραξαν οἱ ἄνθρωποι ἐναντίον Του, γιὰ νὰ μὴν ποῦν ἔπειτα: ≪Δές, ὁ Θεὸς εἶναι ἐκδικητικός.

Ἄς ἐκδικηθοῦμε κι λοιπόν≫. Ὄχι. Ὁ Θεὸς μόνο μετὰ ἀπὸ σαράντα χρόνια ἐπέτρεψε νὰ τιμωρηθεῖ τὸ ἔθνος τῶν Ἰουδαίων γιὰ τὰ ἐγκλήματα ποὺ ἔκαναν οἱ ἄρχοντες τοῦ ἐναντίον τῶν δούλων Του.

Ἀπ' αὐτὸ πρέπει νὰ διδαχτοῦμε πῶς δὲν πρέπει νὰ ζητᾶμε ἐκδίκηση γιὰ ἀδικίες ποὺ ἔγιναν προσωπικὰ σ' ἐμᾶς. Πρέπει νὰ προσπαθοῦμε ὅσο γίνεται περισσότερο νὰ διορθώνουμε τοὺς ἄδικους. Γιατί ὁ Θεὸς ὀνομάζει στρατεύματά Του το ρωμαϊκὸ στρατό; Ἐπειδὴ χρησιμοποίησε τὸ στρατὸ αὐτὸν γιὰ νὰ τιμωρήσει τὸν ἀχάριστο περιούσιο λαό Του. Ὅπως παλιότερα εἶχε χρησιμοποιήσει τὰ εἰδωλολατρικὰ στρατεύματα τῆς Ἀσσυρίας, τῆς Αἰγύπτου καὶ τῆς Βαβυλώνας γιὰ νὰ τιμωρήσει καὶ νὰ προειδοποιήσει τοὺς Ἰσραηλῖτες, ἔτσι καὶ τώρα χρησιμοποίησε τὰ στρατεύματα τῆς Ρώμης γιὰ νὰ τιμωρήσει τὸ ἀχάριστο αὐτὸ ἔθνος. Οἱ Ρωμαῖοι αὐτοκράτορες Βεσπασιανὸς καὶ Τίτος, ὁ ἕνας μετὰ τὸν ἄλλον, κυριάρχησαν στὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ τὴν κατέκαψαν, σκότωσαν πολλοὺς Ἰουδαίους καὶ σκόρπισαν τοὺς ὑπόλοιπους στὰ τέσσερα σημεῖα τοῦ γνωστοῦ τότε κόσμου. Αὐτὸ ποῦ προφήτεψε ὁ Κύριος μὲ τὴν παραβολὴ τοῦ Γάμου τοῦ Υἱοῦ τοῦ Βασιλιᾶ, ἐκπληρώθηκε στὸ ἀκέραιο. Ἄς δοῦμε τώρα τί κάνει ὁ βασιλιᾶς μετὰ τὴν τιμωρία καὶ τὸν διωγμὸ τῶν Ἰουδαίων: ≪Τότε λέγει τοὺς δούλους αὐτοῦ・ ὁ μὲν γάμος ἕτοιμὸς ἐστιν, οἱ δὲ κεκλημένοι οὐκ ἦσαν ἄξιοι: πορεύεσθε οὔν ἐπὶ τὰς διεξόδους τῶν ὁδῶν, καὶ ὅσους ἐὰν εὕρητε καλέσατε εἰς τοὺς γάμους≫ (Ματθ. κβ' 8,9). Ὁ γάμος έτοιμὸς ἐστιν, εἶπε ὁ Θεὸς στοὺς καινούργιους δούλους Του. Ἀπὸ τὴν πλευρά μου, λέει ὁ Θεός, εἶναι ὅλα ἕτοιμα. Οἱ πρῶτοι καλεσμένοι ὅμως δὲν ἦταν ἄξιοι καὶ γι' αὐτὸ δὲν μποροῦσαν νὰ ἔρθουν. Κοίταξαν μὰ δὲν εἶδαν, γι' αὐτὸ καὶ δὲ χάρηκαν. Ἀφουγκράστηκαν μὰ δὲν ἄκουσαν, γι' αὐτὸ καὶ δὲν ἀνταποκρίθηκαν. Ἀγάπησαν περισσότερο τὰ εἴδωλα τὰ σωματικά, τὸ μαμμωνᾶ, τὰ πλούτη, γι' αὐτὸ καὶ ἀρνήθηκαν τὴν πρόσκληση.
Ἠταν δεμένοι μὲ τίς ἁλυσίδες τῆς δουλείας στὰ κατώτερα, στὰ ὑποδεέστερα, γι' αὐτὸ καὶ σήκωσαν τὰ χέρια τους ἐναντίον τοῦ Ὕψιστου. Τώρα, λοιπόν, πορεύεσθε ἐπὶ τὰς διεξόδους τῶν ὁδῶν καὶ καλέστε ὅποιον βρεῖτε μπροστά σας.

Ὁ Ἰσραὴλ εἶναι σὰν ἕνα περιφραγμένο ἀμπέλι. Ἀποδείχτηκε ἄκαρπο ὅμως. Γι' αὐτὸ βγεῖτε ἀπό τὸν ἀμπελῶνα αὐτόν, πηγαίνετε στὰ ἀπερίφραχτα ἀμπέλια τῶν εἰδωλολατρῶν καὶ καλέστε τοὺς ὅλους. Ὁ Ἰσραὴλ μοιάζει μὲ ἕνα κλειστὸ ἐνυδρεῖο, φίδια ὅμως ἔχουν ἀφήσει ἐκεῖ τ' αὐγά τους. Πηγαίνετε λοιπὸν στὰ ἀνοιχτὰ καὶ ρίξτε τὰ δίχτυα στη θάλασσα ὅλης τῆς ἀνθρωπότητας. Ὁ Ἰσραὴλ δείχνει νὰ εἶναι ἕνα φυτώριο, βαλμένο μέσα στὸν ἀγρό του Θεοῦ, ἀπ' ὅπου θὰ μεταφυτεύονταν εύγενῆ φροῦτα στὸν ἀγρὸ ὅλης τῆς ἀνθρωπότητας. Τὸ φυτώριο ὅμως ἔμεινε ἄγονο. Πηγαίνετε λοιπὸν στὸν ἀνοιχτό ἀγρὸ τῆς γῆς καὶ φυτέψτε εὐγενεῖς καρπούς.

Αὐτὸ εἶναι τὸ νόημα τῶν λόγων ποὺ εἶπε μετὰ ὁ Χριστός: «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη» (Ματθ. κή' 19). Ἐπὶ τὰς διεξόδους τῶν οδών, ἐννοοῦσε τὸν εἰδωλολατρικό κόσμο, ἐκεῖ ποῦ οἱ δρόμοι τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ εἶναι ἀνηφορικοὶ καὶ δύσβατου. Τὰ δρομάκια ἔχουν ἀγκάθια κι οἱ μεγάλοι δρόμοι ἔχουν κροκάλες γλιστερές. Οἱ σπόροι τοῦ Θεοῦ ἐκεῖ εἶναι ἐκτεθειμένοι σὲ κάθε κίνδυνο. Ὁ Θεὸς κοίταζε αὐτὸν τὸν μεγάλο καὶ πυκνοκατοικημένο κόσμο μὲ τὴν ἴδια πατρική ἀγάπη καὶ μέριμνα ὅπως καί τον Ἰσραήλ. Τὸν φρόντιζε κι αὐτόν, ἀλλὰ μὲ διαφορετικό τρόπο. Τὸν Ἰσραὴλ τὸν καθοδηγοῦσε μὲ ἀποκαλύψεις, μὲ προφῆτες καὶ σημεῖα. Τὰ ἄλλα ἔθνη τὰ καθοδηγοῦσε μὲ τὸ νὰ τοὺς χαρίζει ἐσωτερική δύναμη συνείδησης καὶ ἀντίληψης. Ἦταν πολλοὶ ἐκεῖνοι ποὺ σώθηκαν ἀπὸ τοὺς Ἰσραηλῖτες, ὅσοι ἦταν πιστοὶ καὶ ὑπάκουοι.

Ἦταν πολλοί ὅμως καὶ ἀνάμεσα στοὺς εἰδωλολατρικούς λαούς - ὅσοι ζοῦσαν σύμφωνα μὲ τὴ συνείδηση καὶ τὴν ἀντίληψή τους. Τώρα, ποὺ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἦρθε στὴ γῆ καὶ τὸν ἀπέρριψε τὸ προηγούμενο ἔθνος, ὁ Θεὸς ἄνοιξε διάπλατα σὲ ὅλους τὸν ἕνα καὶ μοναδικό δρόμο.

«Καὶ ἐξελθόντες οἱ δοῦλοι ἐκεῖνοι εἰς τὰς ὁδοὺς συνήγαγον πάντας ὅσους εὗρον, πονηρούς τε καὶ ἀγαθοὺς καὶ ἐπλήσθη ὁ γάμος ἀνακειμένων» (Ματθ. κβ' 10). Αὐτὴ εἶναι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ στὴ γῆ. Αὐτὴ εἶναι ἡ νέα Διαθήκη ποὺ κάνει ὁ Θεὸς μὲ τὸν ἄνθρωπο στὸ ὄνομα τοῦ Υἱοῦ Του, τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Μαζεύει (ἡ Ἐκκλησία) ὅλα τὰ παιδιὰ τοῦ Θεοῦ κάτω ἀπὸ τίς φτερούγες της, ἀπὸ Ἀνατολὴ καὶ Δύση, ἀπὸ Βορρᾶ καὶ Νότο, ἀπ' ὅλους τοὺς λαοὺς καὶ τὰ ἔθνη τῆς γῆς, ἀπ' ὅλες τίς γλῶσσες καὶ τίς τάξεις ἀνθρώπων. Αὐτὸς εἶναι ὁ νέος περιούσιος λαὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ νέος Ἰσραήλ, ἡ καινούργια γενιά του δίκαιου Ἀβραάμ. Ὁ παλαιός Ἰσραὴλ ἀπίστησε, ἀφοῦ ἔπαιξε το ρόλο του ὡς περιούσιος λαὸς στὴν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας. Τώρα ὁ Θεὸς δημιούργησε ἕνα καινούργιο κανάλι γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων: τὸ νέο Ἰσραήλ. Γιὰ νὰ ἐξηγήσουν τη στροφή τοὺς ἀπὸ τὸν Ἰουδαϊκό λαὸ στοὺς εἰδωλολάτρες, οἱ ἀπόστολοι Παῦλος καὶ Βαρνάβας εἶπαν στοὺς πρώτους: «Ὑμῖν ἦν ἀναγκαῖον πρῶτον λαληθῆναι τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ ἐπειδὴ δὲ ἀπωθεῖσθε αὐτὸν καὶ οὐκ ἀξίους κρίνετε ἑαυτούς της αἰωνίου ζωῆς, ἰδοὺ στρεφόμεθα εἰς τὰ ἔθνη» (Πράξ. ἴγ' 46). Ἔτσι ἔγινε ἡ καινούργια ἐπιλογή μιᾶς νέας ἀνθρωπότητας, μια νέα ἱστορία, νέα σωτηρία μὲ τοὺς ἀποστόλους καὶ τοὺς διαδόχους τους, καθώς ἡ παλιὰ ἐπιλογή ξεκίνησε καὶ πραγματοποιήθηκε μὲ τοὺς πατριάρχες, τὸ Μωυσῆ καὶ τοὺς προφῆτες.

Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ γέμισε μὲ καλοὺς καὶ κακούς, ἀφοῦ ὅλοι κλήθηκαν. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης εἶχε χωρίσει τὸν κόσμο σὲ Ἰουδαίους καὶ μὴ Ἰουδαίους. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Καινῆς Διαθήκης χωρίζει σὲ καλοὺς καὶ κακούς. Ὅλοι κλήθηκαν, καλοὶ καὶ κακοί. Δὲ σώζονται ὅλοι ὅμως ἐκεῖνοι ποὺ ἁπλᾶ γίνονται μέλη τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὸ βάπτισμα. Ὁ Πολυεύσπλαχνος Κύριος φανερώνει τὴν ὑπομονή Του στὴν Ἐκκλησία τῆς Καινῆς Διαθήκης, ὅπως ἔκανε καὶ στὴν παλιὰ Ἐκκλησία. Ὁ σοφὸς οἰκοδεσπότης λέει στοὺς ὑπηρέτες τοῦ νὰ μὴν ξεριζώσουν τὰ ζιζάνια τοῦ σίτου ἀμέσως, ἀλλὰ νὰ τὸ ἀφήσουν νὰ ὡριμάσουν καὶ τὰ δύο καὶ νὰ εἶναι ἕτοιμα γιά το θερισμό. Μέσα στὰ μεγάλα δίχτυα τοῦ Χριστοῦ μπαίνουν καλὰ καὶ κακὰ ψάρια κι ὅλα τ' ἀδειάζουν στὴν παραλία. Τότε μόνο ξεχωρίζουν τὰ καλὰ ψάρια ἀπὸ τὰ κακά. Ὁ εὐαγγελιστής Λουκᾶς προσθέτει τὰ ἑξῆς στὴν ἐντολὴ τοῦ βασιλιᾶ: «Ἔξελθε ταχέως εἰς τὰς πλατείας καὶ ρύμας τῆς πόλεως, καὶ τοὺς πτωχοὺς καὶ ἀναπήρους καὶ τυφλοὺς καὶ χωλοὺς εἰσάγαγε ὧδε» (Λουκ. ιδ' 21).

Οἱ Ἰουδαῖοι θὰ σκέφτηκαν ὅτι ἔτσι ὁ Χριστός ἔκανε μιὰ σωστή περιγραφή ὅλων τῶν ἐθνῶν τῆς γῆς, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἑαυτό τους. Στὴν πραγματικότητα ἔτσι ἦταν ὅλοι οἱ λαοὶ καὶ τὰ ἔθνη στὴ γῆ, ὡσότου γνώρισαν τὸ Χριστὸ καὶ κάθησαν στὴν πλούσια τράπεζα ποὺ τοὺς παράθεσε μὲ ὅλα τ' ἀγαθὰ ποὺ χορηγοῦσε κι ἐξακολουθεῖ νὰ χορηγεῖ στὸν κόσμο. Χωρίς τὸ Χριστὸ εἴμαστε ὅλοι φτωχοί, ἀνάπηροι, χωλοί καὶ τυφλοί. Μόνο ὁ Χριστὸς μπορεῖ νὰ μᾶς κάνει πλούσιους μὲ τ' ἀληθινά πλούτη Του. Μόνο Ἐκεῖνος μπορεῖ νὰ μᾶς θεραπεύσει ἀπ' ὅλες τίς ἀρρώστιες μᾶς, νὰ μᾶς στρέψει πρὸς τὰ ἀγαθὰ ἔργα καὶ νὰ ὁδηγήσει τὰ πόδια μας στὸ δρόμο τῆς ἀλήθειας καὶ τῆς δικαιοσύνης. Μόνο Ἐκεῖνος μπορεῖ ν' ἀνοίξει τὰ μάτια τῆς ψυχῆς μας καὶ νὰ μᾶς δώσει τὸ φῶς γιὰ νὰ δοῦμε τὸν αἰώνιο προορισμό μας, ποὺ εἶναι γεμᾶτος ἀπὸ γαμήλια δῶρα, ἀπὸ κάθε χαρὰ κι εὐφροσύνη.

«Εἰσελθὼν δὲ ὁ βασιλεὺς θεάσασθαι τοὺς ἀνακειμένους εἶδεν ἐκεῖ ἄνθρωπον οὐκ ἐνδεδυμένον ἔνδυμα γάμου. καὶ λέγει αὐτῷ' ἑταῖρε, πῶς εἰσῆλθες ὧδε μὴ ἔχων ἔνδυμα γάμου; ὁ δὲ ἔφιμώθη» (Ματθ. κβ'11,12). Ποιό εἶναι αὐτὸ τὸ ἔνδυμα γάμου; Τὸ ἔνδυμα τοῦ γάμου τῆς ψυχῆς εἶναι πρώτ' ἀπ' ὅλα ἡ ἁγνότητα. Γράφει στοὺς πιστοὺς καὶ ἀπόστολος Παῦλος: «Ἡρμοσάμην ὑμᾶς ἑνὶ ἀνδρί, παρθένον ἁγνὴν παραστῆσαι το Χριστῷ» (Βκορ. ία' 2). Ἡ παρθενική ἁγνότητα καὶ καθαρότητα εἶναι τὸ πρῶτο καὶ βασικὸ ἔνδυμα τῆς ψυχῆς. Στὴ συνέχεια ὁ ἴδιος ἀπόστολος λέει καὶ σὲ ἄλλους πιστοὺς ποιό ἔνδυμα πρέπει νὰ φορᾶνε: «Ἐνδύσασθε οὖν, ὡς ἐκλεκτοί τοῦ Θεοῦ ἅγιοι καὶ ἠγαπημένοι, σπλάγχνα οἰκτιρμοῦ, χρηστότητα, ταπεινοφροσύνην, πραότητα, μακροθυμίαν...επί πᾶσι δὲ τούτοις τὴν ἀγάπην, ἥτις ἐστὶ σύνδεσμος τῆς τελειότητος» (Κολ. γ' 12,14). Αὐτὸ εἶναι τὸ ἔνδυμα τῆς ψυχῆς, ὅταν συνάπτει γάμο μὲ τὸν ἀθάνατο Χριστό.

Τὴ μεγαλύτερη δυνατή τελειότητα ἁγνείας τῆς ψυχῆς, ἀπ' ὅλες τίς ἐπίγειες ὑπάρξεις, τὴν ἔδειξε ἢ πάναγνη καὶ παναγία Παρθένος Μητέρα τοῦ Θεοῦ, Ἐκείνη ποὺ ἔδωσε σάρκα ἀπὸ τὴ σάρκα της στὸν Κύριο καὶ Σωτῆρα μας. Κανένας ἀπὸ μᾶς δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει τὸ Χριστὸ στὴν καρδιά του, ἂν ἡ καρδιὰ αὐτὴ δὲν εἶναι ἐντελῶς καθαρῆ, ἂν δὲν εἶναι ἀμέριστα καὶ ὁλοκληρωτικά δοσμένη στὸ Χριστό. Σὰν ἁγνὴ παρθένος ἔχει μιὰ μόνο ἀγάπη: τὴν ἀγάπη της γιὰ τὸν Κύριο. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἔνδυμα τοῦ γάμου της, φτιαγμένο ἀπὸ ὕφασμα καὶ χρυσό. Ἡ ἁγνότητα καὶ ἡ ἀγάπη κυοφοροῦν καὶ πολλὲς ἄλλες ἀρετές, εἴτε τίς ἀναφέρει ὁ ἀπόστολος εἴτε ὄχι, ποῦ καρποφοροῦν πλούσια καλὰ ἔργα. Τὰ καλὰ ἔργα εἶναι τὰ στολίδια καὶ τὰ διαμάντια ποὺ στολίζουν τὸ ἱμάτιο τῆς ἁγνότητας καὶ τὸ χρυσοποίκιλτο ἔνδυμα τῆς ἀγάπης.

Ὁ ὅσιος Μακάριος γράφει στην 15η Ὁμιλία τοῦ: «Μὲ τὸ ἔνδυμα γάμου κατανοοῦμε τη χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἐκεῖνος ποὺ δὲν εἶναι ἄξιος νὰ φορέσει τὸ ἔνδυμα αὐτό, δὲν μπορεῖ νὰ σύμμετάσχει στη γαμήλια τελετή καὶ στὸ συμπόσιο».


Ὅταν ὁ βασιλιᾶς πῆγε καὶ εἶδε τοὺς καλεσμένους, εἶδε κι ἕναν ποῦ δὲ φοροῦσε αὐτὸ τὸ ἔνδυμα γάμου. Ἑταῖρε, τοῦ εἶπε. Γιατί τὸν ὀνόμασε «ἑταῖρο», φίλο Του; Πρῶτο, γιὰ νὰ δείξει πόσο ἐκτιμᾶ τὴν ἀξία τοῦ ἀνθρώπου. Δεύτερο, ἐπειδὴ Ἐκεῖνος, ὁ Θεός, εἶναι πραγματικά φίλος κάθε ἀνθρώπου, χωρίς διάκριση, ἐκτὸς ἂν ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶναι ἀνάξιος κι ἀπορρίπτει τὴ φιλία Του. «Ὑμεῖς φίλοι μου ἔστε, ἐὰν ποιῆτε ὅσα ἐγὼ ἐντέλλομαι ὑμῖν» (Ιωάν. ἰε' 14), εἶχε πεῖ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος στοὺς ἀποστόλους. Ἀλήθεια, πόση συγκατάβαση καὶ πόση μεγαλοκαρδία δείχνει ὁ Θεὸς στοὺς ἀνθρώπους! Ὁ παντοδύναμος Δημιουργὸς καὶ Κύριος τῶν πάντων, ὀνομάζει φίλους Τοῦ τοὺς ἀδύναμους ἀνθρώπους! Μὲ τὴν προϋπόθεση βέβαια πῶς ἐκτελοῦν τίς ἐντολές Του.

Ὁ φιλοξενούμενος αὐτὸς ὅμως δὲ φοροῦσε ἔνδυμα γάμου. Δὲν ἔκανε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, διαφορετικὰ θὰ εἶχε βρεῖ τέτοιο ἔνδυμα γιὰ νὰ φορέσει. Γιατί λοιπὸν ὁ Θεὸς τὸν ὀνομάζει φίλο Του; Ἐπειδὴ εἶναι βαφτισμένος κι ἔτσι συγκαταλέγεται μὲ τοὺς πιστούς, λογαριάζεται ἕνας ἀπὸ τοὺς φίλους τοῦ Θεοῦ. Καλῶντας τὸν φίλο, ὁ Θεὸς τὸν ἐπιτιμᾶ ἐπειδὴ δὲν ἔμεινε πιστὸς στὴ φιλία του. Αὐτὸς δὲν ἔμεινε πιστὸς στὴ φιλία του μέ το Θεό, ὄχι ὁ Θεὸς ἀπέναντί του. Ὁ δὲ ἔφιμώθη.

Τί θὰ μποροῦσε ν' ἀπαντήσει; Πῶς δὲν μποροῦσε ν' ἀγοράσει τέτοιο ἔνδυμα; Ἢ πῶς δέν μποροῦσε ν' ἀγοράσει ὕφασμα γιὰ νὰ τὸ κόψει καὶ νὰ τὸ ράψει στὰ μέτρα του; Ὅλα θὰ ἦταν μάταια. Ὁ Θεὸς εἶχε προμηθεύσει ὅλους τοὺς καλεσμένους μ' ἕνα ἕτοιμο ἔνδυμα. Μόνο ή καλή θέληση τοῦ ἔλειπε, γιὰ νὰ βγάλει τὰ παλιὰ καὶ βρώμικα ρούχα του τῆς ἁμαρτίας καὶ νὰ φορέσει τὸ καινούργιο ἔνδυμα τῆς σωτηρίας, τὸ χρυσοποίκιλτο γαμήλιο ἔνδυμα. Δὲν τὸ ἔκανε αὐτὸ ὅμως καὶ τώρα ἔμεινε σιωπηλός, δὲν είχε τίποτα νὰ πεῖ.

«Τότε εἶπεν ὁ βασιλεὺς τοῖς διακόνοις· δήσαντες αὐτοῦ πόδας καὶ χεῖρας ἄρατε αὐτὸν καὶ ἐκβάλετε εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμός των ὀδόντων» (Ματθ. κβ' 13). Τὰ χέρια του τὰ εἶχε κιόλας δέσει μὲ τίς ἁμαρτίες του, ὅπως καὶ τὰ πόδια του, μὲ τὸ νὰ βαδίζει το δρόμο τῆς ἀνομίας καὶ τῆς ἀδικίας. Ἀπό την παροῦσα ζωὴ εἶχε κιόλας διαλέξει τὸ σκοτάδι ἀπὸ τὸ φώς, τὸν βρυγμό καὶ τὸν τρυγμό των ὀδόντων, ἀντὶ τῆς αἰώνιας ζωῆς. Εἶχε καταδικάσει τὸν ἑαυτό του στὴν ἀπώλεια. Στὸ Θεὸ δὲν ἀπέμενε παρὰ ν' ἀπαγγείλει τὴ δίκαιη κρίση Του. Ὁ ἄθεος «σειραις τῶν ἑαυτοῦ ἁμαρτιῶν σφίγγεται» (Παρ. ἔ' 22), μας λέει ἡ Ἁγία Γραφή. Ὅπως ἦταν δεμένος καὶ συρόταν ἀπὸ τίς ἁμαρτίες του ὁ ἁμαρτωλὸς αὐτός, ἔτσι θὰ εἶναι δεμένος καὶ στὸν ἄλλο κόσμο. Στὴν ἄλλη ζωὴ δὲν ὑπάρχει μετάνοια. Τὸ δέσιμο τῶν χεριῶν καὶ τῶν ποδιῶν αὐτὸ δείχνει. Πῶς δὲν ὑπάρχει μετάνοια, πῶς δὲν ὑπάρχει καμιὰ δυνατότητα νὰ κάνει κάτι ὁ ἄνθρωπος γιὰ νὰ κερδίσει τὴ σωτηρία του καὶ τὴν εἴσοδό του στὴν οὐράνια βασιλεία.

Ὁ Κύριος τέλειωσε τὴν ὑπέροχη καὶ προφητική παραβολή του μέ το ἀκόλουθα λόγια: «Πολλοί γὰρ εἰσι κλητοί, ὀλίγοι δὲ ἐκλεκτοί» (Ματθ. κβ' 14). Τὰ λόγια αὐτὰ ἰσχύουν τόσο γιὰ τοὺς Ἰουδαίους, ὅσο καὶ γιὰ τοὺς χριστιανούς. Ἀνάμεσα στοὺς Ἰουδαίους ἦταν λίγοι οἱ ἐκλεκτοί, ὅπως λίγοι ὑπάρχουν κι ἀνάμεσα στοὺς χριστιανούς. Ὅλοι ἐμεῖς οἱ βαφτισμένοι εἴμαστε καλεσμένοι στο τραπέζι τοῦ Βασιλιᾶ, μόνο ὁ Θεὸς γνωρίζει ὅμως ποιοί εἶναι οἱ ἐκλεκτοί. Αλίμονο σ' ἐκείνους ἀπὸ μᾶς ποὺ θ' ἀκούσουν τὸν Ὕψιστο Βασιλιᾶ νὰ τοῦ λέει ἐνώπιον τῶν ἀγγέλων καὶ τῶν ἁγίων: ἑταῖρε, πῶς εἰσῆλθες ὧδε μὴ ἔχων ἔνδυμα γάμου; Τί ντροπή, τί ἀνώφελη ντροπή! Τί ἀπώλεια, τί ἀναπότρεπτη ἀπώλεια! Εἶναι ἀλήθεια πῶς ὁ Θεὸς μᾶς ἀπευθύνει τὰ λόγια αὐτὰ καὶ τώρα, κάθε φορὰ ποὺ πλησιάζουμε στὸ ἱερὸ γιὰ νὰ κοινωνήσουμε, νὰ ἑνωθοῦμε πνευματικὰ μὲ τὸ Νυμφίο Χριστό. Ἑταῖρε, πῶς εἰσῆλθες ὧδε μὴ ἔχων ἔνδυμα γάμου; Ἂς τεντώσουμε τ' αὐτιὰ καὶ τὴ συνείδησή μας ὅταν πλησιάζουμε τὸ ἅγιο ποτήριο καὶ θ' ἀκούσουμε σίγουρα τὰ λόγια αὐτά, αὐτὴν τὴν ἐπίπληξη. Εὔχομαι τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Θεοῦ νὰ μὴν ἐπιφέρουν τὸν κλαυθμὸ καὶ τὸ βρυγμό των ὀδόντων, στὸ σκότος ποὺ θ' ἀκολουθήσει τὰ τελευταῖα λόγια Του.

Ποιός μπορεῖ νὰ μᾶς ἐγγυηθεῖ πῶς ὁ Θεὸς δὲ θὰ μᾶς πεῖ τὰ λόγια αὐτὰ σήμερα, γιὰ τελευταία φορὰ στὴν ἐπίγεια ζωή μας; Ποιός μπορεῖ νὰ ἐγγυηθεῖ πῶς ἡ ψυχή του δὲ θὰ βρεθεῖ τὴν ἴδια αὐτη νύχτα στὴν πανένδοξη οὐράνια σύναξη, γύρω ἀπὸ τὸ βασιλικό τραπέζι, φορῶντας τὸ λερωμένο ἔνδυμα τῆς ἁμαρτίας; Ποιός θνητός ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ γνωρίζει πῶς ἡ σημερινή μέρα δὲν εἶναι καθοριστική γι' αὐτόν, γιὰ ὁλόκληρη τὴν αἰωνιότητα; Λίγα δευτερόλεπτα ἦταν ἀποφασιστικὰ γιὰ τὴν τύχη τῶν δύο ληστῶν στο σταυρό. Ὁ ἕνας τοὺς στάθηκε ἀνίκανος νὰ ἐκμεταλλευτεῖ τὰ λίγα αὐτὰ δευτερόλεπτα καὶ ὁδηγήθηκε στὸ ἀπόλυτο σκοτάδι. Ὁ ἄλλος χρησιμοποίησε μὲ σοφία καὶ σύνεση τὰ λίγα αὐτὰ δευτερόλεπτα: μετάνιωσε, ὁμολόγησε τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ καὶ ζήτησε τη σωτηρία του: «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθης ἐν τῇ βασιλείᾳ σοῦ» (Λουκ. κγ' 420. Τὴν ἴδια ἐκείνη στιγμὴ ἡ ψυχή του ἀπεκδύθηκε τὸ παλιὸ ἔνδυμα τῆς ἁμαρτίας καὶ φόρεσε τὸ ὑπέροχο ἔνδυμα τοῦ γάμου. Ὁ μετανιωμένος ληστής παρουσιάστηκε στο βασιλικό τραπέζι στὸν παράδεισο, μαζὶ μὲ τοὺς ἐκλεκτούς.

Ἂς μὴν καθυστερήσουμε λοιπὸν οὔτε γιὰ μιὰ μόνο στιγμὴ τὴ μετάνοιά μας. Κάθε στιγμὴ ποὺ περνάει ἴσως νὰ εἶναι ἡ τελευταία ποὺ μᾶς συγκαταριθμεί μὲ τοὺς κατοίκους αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Ἄς καθαρίσουμε κι άς πλύνουμε γρήγορα την ψυχή μας, τουλάχιστο με τον ίδιο ζήλο που καθαρίζουμε το σώμα μας, που αύριο θ' αποτελέσει τροφή για τα σκουλήκια. Ἄς την καθαρίσουμε με μετάνοια και δάκρυα, ἄς την πλύνουμε με νηστεία και προσευχή. Ἂς την ντύσουμε με ένδυμα υφασμένο με αγνότητα κι αγάπη, στολισμένο με καλά έργα, με συγχωρητικότητα και συμπάθεια. Ας κάνουμε αυτό το λόγο που ζητάει από μάς ο Θεός. Εκείνος θά κάνει τα υπόλοιπα.

Όταν ένα παιδί φωνάζει στη μαμά του πώς λερώθηκε, εκείνη το καθαρίζει, το πλένει και το αλλάζει. Πόσο ποιό εύσπλαχνος όμως είναι ο ουράνιος Πατέρας μας απ' όσο είναι οποιαδήποτε μητέρα στα παιδιά της! Η αλήθεια είναι πώς η ψυχή όλων των ανθρώπων είναι τόσο λεκιασμένη, που από μόνη της δε θα μπορούσε ποτέ να καθαριστεί και να γίνει άξια γιά νά παρουσιαστεί μπροστά στο Θεό.

Άς συνειδητοποιήσει λοιπόν κάθε άνθρωπος τόν πνευματικό του ρύπο. Ἄς νιώσει απέχθεια γι' αυτόν μ' όλη του την καρδιά κι ας κάνει αυτό το λίγο πού μάς ζητά ο Θεός. Τό σπουδαιότερο που έχει να κάνει, είναι να κραυγάσει στο Θεό, να ζητήσει να τον καθαρίσει Εκείνος
εν πυρί και πνεύματι. Ο Θεός περιμένει τέτοιες κραυγές από τα μετανιωμένα παιδιά Του, κρατώντας το καλλίτερο αγγελικό ένδυμα στα χέρια Του. Περιμένει πάντα για να καθαρίσει, να πλύνει, να φωτίσει, νὰ χρίσει μὲ μύρο καὶ νὰ ντύσει ὅλους ἐκείνους ποὺ μετανοοῦν καὶ κραυγάζουν.


Ἂς ἔχει δόξα ο πανεύσπλαχνός Θεός μας! Δόξα καὶ αἶνος στὸν οὐράνιο Νυμφίο τῶν ψυχῶν μας, τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὴν ὁμοούσια καὶ ἀδιαίρετη Τριάδα, τώρα καὶ πάντα καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Κυριακή 30 Αυγούστου 2026

ΔΕΚΑΤΗ ΤΡΙΤΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ-Οἱ ἐργάτες τοῦ Ἀμπελῶνος

ΔΕΚΑΤΗ ΤΡΙΤΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ

Οἱ ἐργάτες τοῦ Ἀμπελῶνος

Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς


Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον κα΄ 33 - 42

Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολὴν ταύτην· ἄνθρωπος τις ἦν οἰκοδεσπότης, ὅστις ἐφύτευσεν ἀμπελῶνα καὶ φραγμὸν αὐτῷ περιέθηκε καὶ ὤρυξεν ἐν αὐτῷ ληνὸν καὶ ᾠκοδόμησεν πύργον, καὶ ἐξέδοτο αὐτὸν γεωργοῖς, καὶ ἀπεδήμησεν. 34ὅτε δὲ ἤγγισεν ὁ καιρὸς τῶν καρπῶν, ἀπέστειλε τοὺς δούλους αὐτοῦ πρὸς τοὺς γεωργοὺς λαβεῖν τοὺς καρποὺς αὐτοῦ. 35καὶ λαβόντες οἱ γεωργοὶ τοὺς δούλους αὐτοῦ ὃν μὲν ἔδειραν, ὃν δὲ ἀπέκτειναν, ὃν δὲ ἐλιθοβόλησαν. 36πάλιν ἀπέστειλεν ἄλλους δούλους πλείονας τῶν πρώτων, καὶ ἐποίησαν αὐτοῖς ὡσαύτως. 37ὕστερον δὲ ἀπέστειλε πρὸς αὐτοὺς τὸν υἱὸν αὐτοῦ λέγων· ἐντραπήσονται τὸν υἱόν μου. 38οἱ δὲ γεωργοὶ ἰδόντες τὸν υἱὸν εἶπον ἐν ἑαυτοῖς· οὗτός ἐστιν ὁ κληρονόμος· δεῦτε ἀποκτείνωμεν αὐτὸν καὶ κατάσχωμεν τὴν κληρονομίαν αὐτοῦ. 39καὶ λαβόντες αὐτὸν ἐξέβαλον ἔξω τοῦ ἀμπελῶνος καὶ ἀπέκτειναν. 40ὅταν οὖν ἔλθῃ ὁ κύριος τοῦ ἀμπελῶνος, τί ποιήσει τοῖς γεωργοῖς ἐκείνοις; 41λέγουσιν αὐτῷ· Κακοὺς κακῶς ἀπολέσει αὐτούς, καὶ τὸν ἀμπελῶνα ἐκδώσεται ἄλλοις γεωργοῖς, οἵτινες ἀποδώσουσιν αὐτῷ τοὺς καρποὺς ἐν τοῖς καιροῖς αὐτῶν. 42λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Οὐδέποτε ἀνέγνωτε ἐν ταῖς γραφαῖς, λίθον ὃν ἀπεδοκίμασαν οἱ οἰκοδομοῦντες, οὗτος ἐγενήθη εἰς κεφαλὴν γωνίας· παρὰ Κυρίου ἐγένετο αὕτη, καὶ ἔστι θαυμαστὴ ἐν ὀφθαλμοῖς ἡμῶν;

Στὸν κόσμο αὐτὸν δὲν ὑπάρχει τίποτα χειρότερο ἀπὸ τὴν ἀγνωμοσύνη. Τίποτ' ἄλλο δὲν εἶναι πιὸ προσβλητικὸ καὶ πιὸ ὀλέθριο. Τί χειρότερο μπορεῖ νὰ ὑπάρχει ἀπὸ τὸ νὰ ἀποσιωπᾶ καὶ νὰ κρύβει ὁ ἄνθρωπος ἕνα καλὸ ἔργο ποὺ δέχτηκε; Τί χειρότερο μπορεῖ νὰ ὑπάρχει ἀπὸ τὸ ν' ἀνταμείβει ὁ ἄνθρωπος τὸ ἔλεος μὲ τὴν ἀσπλαγχνία, τὴν πίστη μὲ τὴν ἀπιστία, τὴν τιμὴ μέ την ἀτιμία καὶ τὸ ἀγαθὸ ἔργο μὲ τὸν ἐμπαιγμό; Τέτοια ἀγνωμοσύνη δημιουργεῖ ἕνα μαῦρο κι ἀδιαπέραστο σύννεφο ἀνάμεσα στὸν ἀγνώμονα ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ καὶ καὶ τὸ ἁγνὸ μάτι τοῦ οὐρανοῦ - δηλαδὴ τὸ καθαρὸ φῶς χωρὶς πρόσμιξη μὲ τό σκοτάδι, τὴν καλοσύνη χωρὶς τὴν πρόσμιξη μὲ τὸ κακό - ἀπὸ τὴν ἄλλη. Οἱ ἄνθρωποι ἐκνευρίζονται μὲ τὰ ἀγνώμονα ζῶα, ἂν κι αὐτὰ μερικὲς φορὲς ντροπιάζουν μὲ τὴν εὐγνωμοσύνη καὶ τὴν ἐμπιστοσύνη τοὺς τοὺς ἀνθρώπους. Αὐτὰ ποὺ κάνουν οἱ ἄνθρωποι στὰ ζῶα, τὰ κάνουν γιὰ νὰ δεχτοῦν τὴν εὐγνωμοσύνη τους; Ὄχι βέβαια. Τὰ κάνουν ὅλα μὲ τὸν ὑπολογισμὸ πῶς θὰ δώσουν λίγα γιὰ νὰ λάβουν πολλά. Καὶ παρὰ τὴ δεκαπλάσια ἀπόδοση ποὺ ἔχουν τὰ ζῶα γιὰ τὸν ἄνθρωπο, οἱ ἄνθρωποι περιμένουν εὐγνωμοσύνη ἀπ' αὐτὰ γιὰ τὴν περιποίηση ποὺ τοὺς προσφέρουν. Οἱ ἄνθρωποι ἐκνευρίζονται πολὺ περισσότερο μὲ τὸν ἀγνώμονα ἄνθρωπο. Ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ προσφέρει πολὺ μεγαλύτερη ἐξυπηρέτηση σ' ἕναν ἄλλον ἄνθρωπο ἀπ' ὅ,τι προσφέρει ἕνα ζῶο. Μπορεῖ ὅμως νὰ δεχτεῖ καὶ ἀσύγκριτα μεγαλύτερη αγνωμοσύνη ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους παρὰ ἀπὸ τὰ ζῶα. Στὸν κόσμο αὐτὸν ἡ εὐγνωμοσύνη ἔχει μιᾷ ἀληθινῇ καὶ θεϊκῇ ἀκτινοβολίᾳ, ἐνῶ ἡ ἀγνωμοσύνη στιγματίζεται, ἀποπνέει μιὰ ὀλέθρια κακία. Κι αὐτὰ συμβαίνουν μόνο στὸν ἄνθρωπο, στὴν ἀνθρώπινη φύση. Κανένα ἄλλο πλάσμα στὸν κόσμο δὲν μπορεῖ νὰ ἐπιδείξει τέτοια εὐγνωμοσύνη ἢ αγνωμοσύνη, παρὰ μόνο ὁ ἄνθρωπος. Ὅσο μεγαλύτερη εὐγνωμοσύνη νιώθει ὁ ἄνθρωπος, τόσο πιὸ κοντὰ βρίσκεται στὴν τελειότητα. Ἡ εὐγνωμοσύνη τοῦ πρὸς ὅλα τὰ πλάσματα τοῦ Θεοῦ γύρω του, τὸν κάνει νὰ φαίνεται ὁ πιὸ ἄριστος κι ἐξευγενισμένος πολίτης στὸ σύμπαν. Ἡ εὐγνωμοσύνη τοῦ πρὸς τοὺς ἀνθρώπους τὸν ἀναβιβάζει στὴ θέση τοῦ πρώτου πολίτη τῆς ἀνθρώπινης κοινωνίας. Ἡ εὐγνωμοσύνη του πρός το Δημιουργὸ τοῦ σύμπαντος καὶ τοὺς ἀνθρώπους, τὸν κάνει ἄξιο πολίτη τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

Ποιὲς ὅμως εἶναι ὅλες οἱ δωρεὲς τοῦ σύμπαντος κι ὅλων τῶν ἀνθρώπων στὴ γῆ ποὺ μπορεῖ νὰ δεχτεῖ ἕνας θνητὸς ἄνθρωπος, σὲ σχέση μὲ τίς ἀσύγκριτες κι ἀπειράριθμες δωρεὲς ποὺ λαβαίνει μέρα καὶ νύχτα ἀπό το Θεό; Τί εἶναι ὁλόκληρη ἡ εὐγνωμοσύνη ποὺ ὀφείλουμε σὲ ἀνθρώπους καὶ ζῶα, ἂν τὴ συγκρίνουμε μὲ τὴν ἄπειρη εὐγνωμοσύνη ποὺ ὀφείλουμε στὸ Θεό; Προσέξτε! Ὅλα τὰ καλὰ δῶρα ποῦ λαβαίνουμε ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους καὶ τὸν κόσμο, στὴν πραγματικότητα τὰ παίρνουμε ἀπό το Θεό, μὲ ὄργανα τοὺς ἀνθρώπους καὶ τὸν κόσμο. Ἐκτὸς ἀπ' αὐτὰ ὅμως, πόσα ἄλλα δῶρα μας δίνει ἄμεσα ὁ Θεός, τὰ μεταδίδει στὸ πνεῦμα μᾶς χωρὶς ἐνδιάμεσο, κι αὐτὰ ἀπὸ τὴ γέννησή μας ἢ καὶ πρὶν ἀπ' αὐτὴν ὡς το θάνατό μας; Πόσες δωρεὲς χορηγεῖ ὁ Θεὸς στὶς ψυχὲς ποὺ βαπτίζονται, πόσες πνευματικὲς εὐλογίες, πόση εὐλογημένη δύναμη;

Ἄν εἴμαστε ἀγνώμονες σ' όλ' αὐτά, σημαίνει πῶς ὄχι μόνο ἔχουμε χάσει τὴν ἀνθρώπινη ἀξία μας, ἀλλὰ πῶς ξεπέσαμε πιὸ χαμηλὰ κι ἀπὸ τὰ ἄλογα ζῶα κι ἀπὸ κάθε ἄλλο πλάσμα στὸ ἀχανὲς σύμπαν.

Γιὰ νὰ γλιτώσει ὁ Κύριος Ἰησοῦς τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τέτοια ταπείνωση, πολὺ συχνὰ ἔδινε δημόσια εὐχαριστία καὶ ὕμνο στὸ Θεὸ (βλ. Ματθ. ἰα' 25), ἴδ' 19, κστ' 26-27). Τὸ ἴδιο ἔκαναν κι οἱ ἀπόστολοι, ποὺ ὑμνοῦσαν καὶ δοξολογοῦσαν συνέχεια το Θεὸ (Πράξ. β' 47), ὄχι μόνο γιὰ τίς εὐεργεσίες Τοῦ πρὸς τοὺς ἴδιους, ἀλλὰ καὶ πρὸς τοὺς ἄλλους. «Οὐ παύομαι εὐχαριστῶν ὑπὲρ ὑμῶν», ἔγραφε ὁ ἀπόστολος Παῦλος στοὺς πιστοὺς τῆς Ἐφέσου (α΄ 16). Τοὺς δίδασκε ἔτσι ταυτόχρονα νὰ παραμένουν «εὐχαριστοῦντες πάντοτε ὑπὲρ πάντων ἐν ὀνόματι τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ» (Εφ. ε' 20). Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ ἀκολουθεῖ τὸ παράδειγμα τῶν ἀποστόλων καὶ προβαίνει συνέχεια σὲ εὐχαριστίες καὶ δοξολογίες στὸ Θεό.

Ἔτσι θυμίζει καὶστοὺς πιστοὺς πῶς δὲν πρέπει νὰ ξεχνοῦν, ἀλλὰ νὰ δοξολογοῦν διαρκῶς το Θεὸ γιὰ ὅλα τ' ἀγαθὰ ποὺ τοὺς στέλνει. Δὲν ὑπάρχει ἐκκλησιαστικὴ ἀκολουθία ποὺ νὰ μὴν ἀρχίζει μὲ τὰ λόγια:
«Εὐλογητὸς ὁ Θεός...» ἢ «Εὐλογημένη ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ...».... Δὲν ὑπάρχει ἐπίσης ἀκολουθία ποῦ νὰ μὴν τελειώνει μὲ τὰ λόγια: «Δόξα σοί, Χριστὲ ὁ Θεός, ἡ ἐλπὶς ἡμῶν δόξα σοί!».


Ἡ Ἐκκλησία τὸ κάνει αὐτὸ ὥστε νὰ χαραχτοῦν βαθιὰ στὶς ψυχὲς τῶν πιστῶν σκέψεις, ὕμνοι κι εὐχὲς εὐχαριστίας στὸ Θεό. Ἔτσι θὰ μπορέσει ὁ καθένας μας νὰ πεῖ μαζὶ μὲ τὸν Ψαλμωδό:  «Διαπαντὸς ἢ αἴνεσις αὐτοῦ ἐν τῷ στόματί μου» (Ψαλμ. Λγ ́ 1).

Ἀπ' ὅλα τὰ παραδείγματα ἀγνωμοσύνης τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸ Θεό, τὸ πιὸ χαρακτηριστικὸ καὶ πιὸ φοβερὸ εἶναι ἐκεῖνο τοῦ Ἰουδαϊκοῦ λαοῦ πρὸς τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό. Τὸ παράδειγμα αὐτὸ τὸ ἐπικαλεῖται ὁ ἴδιος ὁ Κύριος στὴ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπή, μὲ τὴ μορφὴ μιᾶς προφητικῆς παραβολῆς: τῆς παραβολῆς τοῦ οἰκοδεσπότου καὶ τῶν ἀγνωμόνων γεωργῶν.

«Ἄνθρωπός τις ἦν οἰκοδεσπότης, ὅστις ἐφύτευσεν ἀμπελῶνα καὶ φραγμὸν αὐτὸ περιέθηκε καὶ ὤρυξε ἐν αὐτῷ ληνὸν καὶ ᾠκοδόμησε πύργον, καὶ ἐξέδοτο αὐτὸν γεωργοὺς καὶ ἀπεδήμησεν» (Ματθ. κά' 33). Σὲ ἄλλη περίπτωση ὁ Χριστὸς μίλησε γιὰ ἕναν ἄνθρωπο ποὺ ἦταν βασιλιᾶς. Ἐδῶ μιλάει γιὰ ἕναν ἄνθρωπο ποῦ ἢν οἰκοδεσπότης. Σίγουρα ἐννοεῖ κάποιον καλὸ οἰκοδεσπότη ἤ το Θεό. Ὅσο ἀβοήθητος καὶ ταπεινωμένος κι ἂν εἶναι ὁ ἄνθρωπος σ' αὐτὸν τὸν κόσμο, ὁ Θεὸς δὲν ντρέπεται νὰ παρομοιάσει τὸν Ἑαυτὸ Τοῦ μαζί του. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι τὸ τελειότερο καὶ πολυτιμότερο πλάσμα τῆς δημιουργίας. Ὁ Θεὸς ἑπομένως καλεῖ τὸν Ἑαυτό Του ἄνθρωπο, γιὰ νὰ δείξει τὴν ὑπεροχὴ τοῦ ἀνθρώπου πάνω σ' ὅλα τὰ πλάσματα στὸν κόσμο, καθὼς καὶ τὴ μεγαλοσύνητῆς ἀγάπης Του γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος. Μόνο τὰ σκοτισμένα μυαλὰ τῶν εἰδωλολατρῶν ἔδωσανστὸ Θεὸ ὀνόματα ποὺ προέρχονται ἀπὸ φυσικὰ φαινόμενα καὶ ἀντικείμενα, ὅπως φωτιά, ἥλιος, ἄνεμος, νερό, πέτρες, ξύλα καὶ ζῶα. Ποτὲ ὅμως καὶ κανένας δὲν τὸν ὀνόμασε ἄνθρωπο. Μόνο ἡ χριστιανικὴ πίστη ἀνύψωσε τὸν ἄνθρωπο ψηλά, πάνω ἀπὸ τὴ δημιουργημένη φύση, σὲ τέτοιο σημεῖο, ὥστε ὁ Ὕψιστος νὰ χρησιμοποιήσει τὸ ὄνομά του.

Ὁ ἀμπελῶνας ὑποδηλώνει τὸν Ἰσραηλιτικὸ λαό, ποὺ ὁ Θεὸς τὸν διάλεξε γιὰ νὰ γίνει φορέας τῆς σωτηρίας γιὰ ὁλόκληρο τὸ ἀνθρώπινο γένος. Ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς ἀποκαλεῖ τοὺς Ἰσραηλῖτες ἀμπελῶνα Τοῦ (Ἠσ. ε' 1-7). Ὁ φραγμὸς γύρω ἀπὸ τὸν ἀμπελῶνα, ὁ φράχτης, σημαίνει τοὺς νόμους ποὺ ἔδωσε ὁ Θεὸς στὸν ἐκλεκτὸ λαό Του καὶ τοὺς ξεχώρισε ἔτσι ἀπὸ τ' ἄλλα ἔθνη. ≪Καὶ νόμον ἔθετο ἕν Ἰσραήλ, ὅσα ἐνετείλατο τοῖς πατράσιν ἡμῶν τοῦ γνωρίσαι αὐτὰ τοῖς υἱοὺς αὐτῶν≫ (Ψαλμ. όζ' 5). Ὁ ληνός, τὸ πατητήρι, ὑποδηλώνει τὸν ἀναμενόμενο Μεσσία, τὸν ἀληθινὸ Σωτῆρα τοῦ ἀνθρώπινου γένους. Μὲ τὴν ἐπαγγελία αὐτὴ τοῦ ἀναμενόμενου Μεσσία καὶ περιούσιος λαὸς ἔσβηνε ἀνὰ τοὺς αἰῶνες τὴ δίψα του μὲ ὕδωρ ζῶν. Ὁ Κύριος Ἰησοῦς ἔβλεπε τὸν Ἑαυτὸ Τοῦ σὰν τὸ ζωοποιὸ αὐτὸ νερό, γι' αὐτὸ κι ἔλεγε: ≪Ἐάν τίς διψᾶ, ἐρχέσθω πρὸς μὲ καὶ πινέτω≫ (Ἰωάν. ζ' 37). Κι ἀλλοῦ πάλι: ≪Ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ οὐ,οὗ μὴ διψήση πώποτε≫ (Ἰωάν. στ' 35). Μὲ τὸν πύργο ὑποδηλώνεται ὁ παλαιὸς ναός, ὁ πρόδρομος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἱδρύθηκε μετὰ τὴν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ.

Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος (Ματθ. ἴστ' 18, κά' 42), καθὼς κι οἱ ἀπόστολοι (Ἔφ. β' 20), παρομοίαζαν τὴν Ἐκκλησία μὲ οἶκο. Γεωργοὺς ὀνόμασε τοὺς πρεσβυτέρους τοῦ λαοῦ, τοὺς ἱερεῖς καὶ τοὺς διδασκάλους.

Τί σημαίνουν τὰ λόγια καὶ ἀπεδήμησεν; Μπορεῖ ὁ Θεὸς ν' ἀπομακρυνθεῖ ἀπό το λαό Του; Τὸ ἀπεδήμησεν σημαίνει ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ πῶς ὁ Θεός, ἀφοῦ προνόησε νὰ κάνει ὅλα ὅσα ἦταν ἀπαραίτητα γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, τὸν ἄφησε νὰ διαλέξει μὲ τὴν ἐλεύθερη βούλησή του ὅλα ὅσα τοῦ χρειάζονταν γιὰ νὰ σωθεῖ. Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ σημαίνει τὴν ὑπομονὴ ποὺ δείχνει ὁ Θεὸς στὶς ἁμαρτίες τῶν ἀνθρώπων καὶ στὴν ἀφροσύνη τους νὰ ἐργάζονται ἐνάντια στὴ σωτηρία τους. Ἡ ὑπομονὴ τοῦ Θεοῦ εἶναι καρτερική, ξεπερνάει τὴν ἀνθρώπινη λογικὴ καὶ ἀντίληψη.

«Ὅτε δὲ ἤγγικεν ὁ καιρὸς τῶν καρπῶν, ἀπέστειλε τοὺς δούλους αὐτοῦ πρὸς τοὺς γεωργοὺς λαβεῖν τοὺς καρποὺς αὐτοῦ» (Ματθ. κά' 34). Ὅπως κάθε συνηθισμένος οἰκοδεσπότης στέλνει τοὺς ὑπηρέτες του ὅταν ἔρθει ὁ καιρὸς γιὰ νὰ λάβουν τοὺς καρποὺς ἀπὸ τοὺς γεωργούς, ἔτσι ἔκανε κι ὁ Θεός. Ἔστειλε τοὺς ὑπηρέτες Του, τοὺς ἐκλεκτούς Του, στοὺς Ἰσραηλῖτες, νὰ ζητήσουν τοὺς πνευματικοὺς καρποὺς γιὰ ὅλα ὅσα εἶχε δώσει ὁ Θεὸς στὸ λαὸ αὐτό. Ὑπηρέτες τοῦ Θεοῦ ἦταν οἱ προφῆτες. Καρποὶ τοῦ ἀμπελῶνα ἦταν ὅλα τὰ καλὰ ἔργα ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὴν ὑπακοὴ στὸ Νόμο τοῦ Θεοῦ. Ἀπέστειλε τοὺς δούλους αὐτοῦ πρὸς τοὺς γεωργούς. Τοὺς ἔστειλε πρῶτα στοὺς πρεσβυτέρους τοῦ λαοῦ, στοὺς ἱερεῖς, στοὺς γραμματεῖς καὶ τοὺς διδασκάλους, σὲ ὅλους ἐκείνους ποὺ εἶχαν κληθεῖ νὰ διδάξουν το λαὸ μὲ λόγια καὶ ἔργα τὸ Νόμο τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἦταν ὑπεύθυνοι στὸ Θεὸ τόσο γιὰ τὸν ἑαυτό τους ὅσο καὶ γιὰ τὸ λαό. Σὲ κείνους εἶχε δοθεῖ μεγαλύτερη αὐθεντία καὶ περισσότερη σοφία. Καὶ σὲ ὅποιον δίνονται πολλά, ζητοῦνται ἐπίσης πολλά. Οἱ πρεσβύτεροι καὶ οἱ ἄρχοντες τοῦ λαοῦ ἔπρεπε λοιπόν, ἂν ὄχι γιὰ κάποιον ἄλλο λόγο, τουλάχιστο ἀπὸ εὐγνωμοσύνη στὸ Θεό, νὰ ὑποδεχτοῦν τοὺς ἀπεσταλμένους μὲ σεβασμὸ καὶ ἀγάπη, σὰ νὰ ὑποδέχονται τὸν ἴδιο τὸ Θεό. Τί ἔκαμαν ἐκεῖνοι ὅμως;


«Καὶ λαβόντες οἱ γεωργοὶ τοὺς δούλους αὐτοῦ ὄν μὲν ἔδειραν, ὄν δὲ ἀπέκτειναν, ὄν δὲ ἐλιθοβόλησαν» (Ματθ. καὶ 35). Προσέξτε με ποιόν τρόπο ἔμπειροι ἄνθρωποι ἀνταποδίδουν κακὸ στὸ καλό! Σημειῶστε τὴν ἀγνωμοσύνη τῶν ἀνθρώπων! Οἱ προφῆτες ὑπενθύμισαν στοὺς πρεσβύτερους το Νόμο τοῦ Θεοῦ, τὸ θέλημά Του, τις εὐεργεσίες Του. Τόνισαν τὴν εὐεργετικὴ καὶ σωστικὴ φύση, τὸ κάλλος καὶ τὴ γλυκύτητα τοῦ Νόμου, ἀπαιτοῦσαν τὴν τήρησή του στὴ ζωὴ κάθε ἔθνους, κάθε ἀνθρώπου ξεχωριστά. Ζήτησαν στὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ τοὺς καρποὺς τοῦ Νόμου Του, δηλαδὴ τὰ καλά τους ἔργα. Καλὰ ἔργα δὲ βρῆκαν ὅμως. Ἔμειναν σὰν τοὺς ἐργάτες ἐκείνους ποὺ πῆγαν στὸ ἀμπέλι νὰ μαζέψουν σταφύλια, μὰ δὲ βρῆκαν οὔτε τσαμπί. Οἱ πρεσβύτεροι τοῦ λαοῦ δὲν περιορίστηκαν νὰ τοὺς διώξουν, γιὰ νὰ φύγουν μὲ ἄδεια χέρια, ἀλλὰ τοὺς ἔπιασαν, τοὺς μυκτήρισαν, ἕναν ἔδειραν, ἄλλον σκότωσαν κι ἕναν τρίτο τὸν λιθοβόλησαν. Τὸ ἴδιο εἶχαν κάνει καὶ στοὺς προφῆτες: τὸν προφήτη Μιχαία τὸν ἔδειραν, τὸν Ζαχαρία τὸν σκότωσαν μπροστὰ στὸ θυσιαστήριο, τὸν Ἰερεμία τὸν λιθοβόλησαν, τὸν Ἠσαΐα τὸν πριόνισαν καὶ τὸν Τίμιο Πρόδρομο τὸν ἀποκεφάλισαν μὲ ξίφος.

«Πάλιν ἀπέστειλεν ἄλλους δούλους, πλείονας τῶν πρώτων, καὶ ἐποίησαν αὐτοῖς ὡσαύτως» (Ματθ. καὶ 36). Οἱ ἄλλοι δοῦλοι ἦταν κι αὐτοὶ προφῆτες. Ὅσο περισσότερο διαφθείρονταν ὁ ἐκλεκτὸς λαὸς κι ὅσο ἀπομακρύνονταν ἀπὸ τό Θεό, τόσο περισσότερους προφῆτες ἔστελνε ὁ πανάγαθος Θεὸς γιὰ νὰ προειδοποιήσει το λαὸ καὶ νὰ ἐπιτιμήσει τοὺς πρεσβυτέρους τοῦ λαοῦ, ὥστε νὰ μὴ χαθοῦν ὅλοι ὅπως τὰ ἄκαρπα κλήματα ποὺ τὰ κόβουν καὶ τὰ ρίχνουν στὴ φωτιά. Κι ἡ δεύτερη αὐτὴ ὁμάδα τῶν ἀπεσταλμένων τοῦ Θεοῦ ὅμως, εἶχε τὴν ἴδια τύχη μὲ τὴν πρώτη. Κι αὐτοὺς οἱ πρεσβύτεροι τοῦ λαοῦ, οἱ ἱερεῖς, οἱ γραμματεῖς κι οἱ διδάσκαλοι, τοὺς ἔδειραν, τοὺς σκότωσαν, τοὺς λιθοβόλησαν. Ὅσο περισσότερο παρέτεινε ὁ Θεὸς τὴν ὑπομονή Του, τόσο μεγαλύτερη ἦταν ἡ αγνωμοσύνη τοῦ λαοῦ πρὸς τὸ Θεό.

«Ὕστερον δὲ ἀπέστειλε πρὸς αὐτοὺς τὸν υἱὸν αὐτοῦ λέγων· ἐντραπήσονται τὸν υἱὸν μοῦ» (Ματθ. κά' 37). Τοὺς ὑπηρέτες τοῦ Θεοῦ τοὺς μεταχειρίστηκαν πολὺ ἄσχημα. Ὅλες οἱ προειδοποιήσεις τοῦ Θεοῦ ἀπορρίφτηκαν. Οἱ εὐεργεσίες Του περιφρονήθηκαν. Σὲ τέτοιες περιπτώσεις ἡ ὑπομονὴ τοῦ ἀνθρώπου σίγουρα θὰ εἶχε ἐξαντληθεῖ. Ἡ ὑπομονὴ τοῦ Θεοῦ ὅμως εἶναι μεγαλύτερη κι ἀπὸ ἐκείνης ποὺ ἔχει ὁ πιὸ υπὁμονητικὸς γιατρός, ποῦ προσπαθεῖ νὰ θεραπεύσει ἕναν παράφρονα. Καὶ στὸ ἕνα δέκατο τέτοιας ἀγνωμοσύνης, οἱ ἄνθρωποι θὰ εἶχαν ἀπαντήσει μὲ σιδερένια γροθιά. Προσέξτε ὅμως τί ἔκανε ὁ πανάγαθος Θεός: ἀντὶ νὰ τοὺς τιμωρήσει μὲ σιδερένια γροθιά, τοὺς στέλνει τον Μονογενῆ Του Υἱό.

Πόσο ἀνεξάντλητη εἶναι ἀλήθεια ἡ καλοσύνη τοῦ Θεοῦ! Οὔτε ἡ πιὸ στοργικὴ μητέρα δὲ θὰ ’δειχνε τόση εὐσπλαχνία καὶ ὑπομονὴ πρὸς τὸ παιδί της, ὅση ἔδειξε ὁ Θεὸς πρὸς τοὺς ἀνθρώπους, τὰ πλάσματά Του. «Ὅτε δὲ ἦλθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου ἐξαπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ», μᾶς λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος (Γαλ. δ' 4). Ὅταν ἔφτασε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, δηλαδὴ ὅταν συμπληρώθηκε ὁ χρόνος ποὺ περίμενε ὁ Θεὸς τοὺς Ἰσραηλῖτες γιὰ ν' ἀποδώσουν καρπό: στὸ τέλος τοῦ χρόνου τῆς κακίας καὶ τῆς ἀνομίας τῶν πρεσβυτέρων τοῦ λαοῦ, ὅταν τέλειωσε ἡ περίοδος ὑπομονῆς τοῦ Θεοῦ. Ὅταν ὁ ἀμπελῶνας εἶχε φθαρεῖ ἀπὸ τὰ σκουλήκια κι ὁ φράχτης εἶχε πέσει, ὅταν ὁ κατακλυσμὸς τῆς εἰδωλολατρείας εἶχε εἰσχωρήσει στὸν ἀμπελῶνα καὶ τὸ πατητήρι εἶχε στεγνώσει, ὅταν ὁ πύργος εἶχε γίνει σπήλαιο λῃστῶν, τότε ὁ Υἱὸς τοῦ οἰκοδεσπότη, ὁ Μονογενὴς Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ἦρθε ἀπροειδοποίητα στὸν ἀμπελῶνα.

Ὁ Θεὸς γνώριζε προκαταβολικὰ πῶς οἱ γεωργοὶ δὲ θὰ δίσταζαν καθόλου νὰ κάνουν καὶ στὸ γιο Του αὐτὰ ποὺ ἔκαναν στοὺς ὑπηρέτες. Τότε γιατί εἶπε, ἐντραπήσονται τὸν υἱόν μου; Γιὰ νὰ ντροπιαστοῦμε ἐμεῖς, ποὺ μέχρι σήμερα δὲ δεχόμαστε τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ μέ το σεβασμὸ καὶ τὴν ἀγάπη ποὺ πρέπει. Ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ δείξει το βαθμὸ τῆς ἀγνωμοσύνης τοῦ περιούσιου λαοῦ, ποὺ τόσο πλούσια εἶχε δεχτεῖ τίς εὐλογίες τοῦ Θεοῦ. Δέστε λοιπὸν σὲ ποιό βαθμὸ κατάπτωσης ἔφτασαν μὲ τὴν ἐπονείδιστη ἀχαριστία τους καὶ τὸ μῖσος ποὺ ἔτρεφαν γιὰ ἐκεῖνον.

«Οἱ δὲ γεωργοὶ ἰδόντες τὸν υἱὸν εἶπον ἐν ἑαυτοῖς οὗτος ἔστιν ὁ κληρονόμος δεῦτε ἀποκτείνωμεν αὐτὸν καὶ κατάσχωμεν τὴν κληρονομίαν αὐτοῦ. καὶ λαβόντες αὐτὸν ἐξέβαλον ἔξω τοῦ ἀμπελῶνος καὶ ἀπέκτειναν» (Ματθ. καὶ 38,39). Αὐτὴ εἶναι μιὰ τέλεια εἰκόνα ὅσων ἔμελλε πολὺ σύντομα νὰ ὑποστεῖ ὁ Κύριος Ἰησοῦς. Ὅπως οἱ κακοὶ γεωργοὶ σκότωσαν το γιὸ τοῦ οἰκοδεσπότη γιὰ νὰ κατάσχουν τὸν ἀμπελῶνα καὶ νὰ τὸν κάνουν δικό τους, ἔτσι ἔκαναν κι οἱ Ἰουδαῖοι ἄρχιερείς, οἱ Φαρισαῖοι κι οἱ γραμματεῖς. Σκότωσαν τὸν Κύριο Ἰησοῦ γιὰ νὰ ἐπιβάλουν τὴν ἐξουσία καὶ τίς ὀρέξεις τους στὸ λαό. «Ἐὰν ἀφῶμεν αὐτὸν οὕτῳ, πάντες πιστεύσουσιν εἰς αὐτόν» (Ἰωάν. ἰα' 48), ἔλεγαν οἱ Ἰουδαῖοι μεταξύ τους. Κι ἔτσι μὲ πρόταση τοῦ Καϊάφα, ἀποφάσισαν νὰ τὸν σκοτώσουν. Ἀγνόησαν τὴ χιλιόχρονη ἐμπειρία τους, πῶς ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ δὲν πρέπει νὰ σκοτώνεται, γιατί τότε ζεῖ πιὸ ὁλοκληρωμένα, προειδοποιεῖ πιὸ ἔντονα καὶ ἀσκεῖ μεγαλύτερη πίεση στὴ συνείδηση. Οἱ προπάτορές τους εἶχαν σκοτώσει πολλοὺς προφῆτες τοῦ Θεοῦ. Ἀργότερα ὅμως ἀναγκάστηκαν νὰ στήσουν μνημεῖα γι' αὐτούς, ἐπειδὴ οἱ προφῆτες ἦταν μεγαλύτερη ἀπειλὴ τώρα ποὺ ἦταν νεκροί, ἀπ' ὅσο ὅταν ἦταν ζωντανοί. Εἶχαν μάτια, μὰ δὲν μποροῦσαν νὰ δοῦν. Εἶχαν νοῦ, μὰ δὲν μποροῦσαν νὰ κατανοήσουν αὐτὰ ποὺ γίνονταν ἐδῶ καὶ χίλια χρόνια τόσο στοὺς νεκροὺς ὅσο καὶ στοὺς δολοφόνους τους. Οὔτε νὰ καταλάβουν μποροῦσαν οὔτε καὶ νὰ θυμηθοῦν. Δεῦτε ἀποκτείνωμεν αὐτόν. Αὐτὴ εἶναι ἡ πιὸ πρόχειρη ἀνθρώπινη λύση ἀλλὰ κι ἡ λιγότερο ἐπιτυχής, ἀναποτελεσματική. Κι αὐτὸ ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Κάϊν ὡς τὸν Καϊάφα κι ἀπὸ τὸν Καϊάφα ὡς τὸν τελευταῖο δολοφόνο στὴ γῆ. Τὸ νὰ σκοτώσεις ἕναν ὅσιο ἄνθρωπο, σημαίνει νὰ τὸν στείλεις πίσω στὸ Θεὸ ἀπὸ τὸν ὁποῖο προέρχεται. Σημαίνει ἐπίσης νὰ τὸν τοποθετήσεις σὲ μιὰ ἀπόρθητη θέση στὴ μάχη, νὰ τὸν ὁπλίσεις μὲ ἀκαταμάχητα ὅπλα καὶ νὰ τὸν κάνεις χίλιες φορὲς πιὸ δυνατὸ ἀπ' ὅσο ἦταν ὅταν βάδιζε σωματικὰ στὴ γῆ. Τὸ νὰ σκοτώσεις ἕναν ὅσιο καὶ δίκαιο ἄνθρωπο σημαίνει αὐτὸν μὲν νὰ τὸν βοηθήσεις νὰ νικήσει, τὸν ἑαυτό σου δὲ νὰ τὸν καταδικάσεις στὴν τελικὴ κρίση. Τί γνώριζε ὁ Καϊάφας, ὁ ἀρχιερέας τῶν Ἰουδαίων, ἂν δὲν τὸ ἤξερε αὐτό; Γνώριζε λιγότερα κι ἀπὸ τὸ τίποτα. Ἄν αὐτὸ ποὺ γνώριζε ἦταν ἁπλᾶ τὸ τίποτα, δὲ θά 'χὲ ἀποφασίσει νὰ θανατώσει τὸ Χριστὸ κι ἔτσι νὰ καταδικάσει τὸν ἑαυτό του σὲ αἰώνιο θάνατο.


Δεῦτε ἀποκτείνωμεν αὐτόν, γιατί ὁ περισσότερος κόσμος τὸν ἀκολουθεῖ. «Μείναμε μόνοι μας, ἔλεγαν. Χωρὶς εξουσία, χωρὶς τιμή, χωρὶς χρήματα. Ποιός θὰ μᾶς ὑπηρετεῖ; Ποιός θὰ μᾶς ἐγκωμιάζει; Ποιόν θὰ ἀπατοῦμε; Ποιόν θὰ γδάρουμε; Ἄς τὸν σκοτώσουμε λοιπόν, γιὰ νὰ κληρονομήσουμε ἐκεῖνα ποὺ βλέπουμε ὅτι θὰ κληρονομήσει ἐκεῖνος. Ὁ λαός, ὁ ἀμπελῶνας μας, ποὺ ὡς τώρα βρίσκεται στὰ χέρια μας καὶ ποὺ οἱ καρποί του μᾶς ἀνήκουν, εἶναι ἡ ἀπόλαυσή μας».

Οἱ κακοὶ γεωργοὶ ἐκτέλεσαν γρήγορα το στόχο τους. Τὸν συνέλαβαν, ἐξέβαλον ἔξω τοῦ ἀμπελῶνος καὶ ἀπέκτειναν. Προσέξτε με πόσες λεπτομέρειες περιγράφει ὁ Χριστὸς ὅσα τοῦ ἔμελλαν νὰ πάθει. Ὅλοι οἱ εὐαγγελιστὲς λένε πῶς οἱ Ἰουδαῖοι ὁδήγησαν τὸ Χριστὸ ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη, στὸ Γολγοθᾶ, στὸν Κρανίου Τόπον, ποὺ βρισκόταν ἔξω ἀπὸ τὰ τείχη τῆς Ἱερουσαλήμ. Αὐτὸ εἶναι τὸ νόημα τῶν λόγων ἐξέβαλον ἔξω τοῦ ἀμπελῶνος. Τὰ λόγια αὐτὰ ὅμως σημαίνουν πῶς οἱ ἄρχοντες τῶν Ἰουδαίων θὰ ἀπέρριπταν τὸ Χριστό, θὰ τὸν ἀπόκοβαν ἀπὸ τὸν Ἰσραηλιτικὸ λαό, θὰ τὸν ἀρνοῦνταν ὡς Ἰσραηλίτη, θὰ τὸν ἔβγαζαν ἀπὸ τὰ ὅρια τοῦ ἔθνους τους καὶ θὰ τὸν μεταχειρίζονταν ὡς ξένο. Τελικὰ θὰ τὸν παρέδιδαν στὰ χέρια τῶν Ρωμαίων, γιὰ νὰ τὸν δικάσουν ἐκεῖνοι. «Ὅταν οὖν ἔλθη ὁ κύριος τοῦ ἀμπελῶνος, τί ποιήσει τοὺς γεωργοὺς ἐκείνους;» (Ματθ. καὶ 40). Αὐτὴ τὴν ἐρώτηση ἔκανε ὁ Κύριος Ἰησοῦς στοὺς πρεσβυτέρους τοῦ Ἰουδαϊκοῦ λαοῦ. Ὅταν οὖν ἔλθη ὁ κύριος τοῦ ἀμπελῶνος εἶπε, ἐπειδὴ στὴν ἀρχὴ τῆς διήγησης τῆς παραβολῆς εἶχε ἀναφέρει πῶς ἀπεδήμησεν.

Ὅταν οὖν ἔλθη ὁ κύριος τοῦ ἀμπελῶνος, σημαίνει ὅταν θὰ ἐξαντληθεῖ ἡ ὑπομονὴ τοῦ Κυρίου καὶ θ' ἀρχίσει νὰ ἐμφανίζεται ἡ ὀργή Του. Ποιόν βλέπει ὅμως ἐδῶ ὁ Κύριος Ἰησοῦς ὡς οἰκοδεσπότη, τὸν ἴδιον ἢ τὸν Πατέρα Του; Δὲν ἔχει καμιὰ σημασία. «Ἐγὼ καὶ ὁ πατὴρ ἕν ἐσμεν», εἶχε πεῖ ὁ ἴδιος. Αὐτὸ ποὺ ἔχει σημασία εἶναι πῶς τόσο ἡ ὑπομονὴ τοῦ Θεοῦ ὅσο καὶ ἢ ἀπείθεια τῶν γεωργῶν θὰ τελειώσουν σύντομα μετὰ τὴ θανάτωση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ.

Τί θὰ κάνει ὁ οἰκοδεσπότης στοὺς κακοὺς γεωργούς; Ποιός καὶ σὲ ποιούς κάνει τὴν ἐρώτηση αὐτή; Ρωτάει ὁ ἴδιος ὁ Κύριος τοὺς κακοὺς γεωργούς. Αὐτὸς ποὺ καταδικάστηκε σὲ θάνατο ρωτάει τοὺς δικαστὲς καὶ δολοφόνους Του. Τί τρομερὴ συνομιλία ἀνάμεσα σ' Ἐκεῖνον ποὺ εἶναι ἀντιμέτωπος μέ το θάνατο καὶ τοὺς ἄλλους ποὺ ἀντιμετωπίζουν τὴν κακία τους! Ἐκεῖνοι ποὺ ἀντιμετωπίζουν το θάνατο συνήθως βρίσκονται σὲ σύγχυση, δὲν ξέρουν τί λένε, ἐνῶ οἱ δικαστές τους - ἂν εἶναι δίκαιοι - εἶναι ἤρεμοι. Ἐδῶ τὰ πράγματα ἐξελίσσονται διαμετρικὰ ἀντίθετα. Ὁ Χριστός, ποῦ γνώριζε τὴ μυστικὴ ἀπόφαση τῶν πρεσβυτέρων νὰ τὸν δολοφονήσουν, εἶναι ἤρεμος. Γνωρίζει τί λέει. Οἱ ἄδικοι δικαστές του ὅμως βρίσκονται σὲ σύγχυση, δὲν ξέρουν τί λένε. Κάθε ἄδικη πράξη ἀφαιρεῖ δυὸ πράγματα ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο: τὸ θάρρος καὶ τὴ λογική. Προσέξτε πῶς ἀπαντοῦν στὸ Χριστό:

«Λέγουσιν αὐτῷ κακοὺς κακῶς ἀπολέσει αὐτούς, καὶ τὸν ἀμπελῶνα ἐκδώσεται ἄλλους γεωργοῖς, οἵτινες ἀποδώσουσιν αὐτῷ τοὺς καρποὺς ἕν τοῖς καιροὺς αὐτῶν» (Ματθ. κά' 41).

Βλέπετε πῶς δὲν ξέρουν τί λένε; Αὐτὸ ποὺ κάνουν, εἶναι ὅτι ἀναγγέλλουν τὴν καταδίκη τους. Σύμφωνα μὲ τὸ Μάρκο καί το Λουκᾶ, φαίνεται πῶς τὰ λόγια αὐτὰ τὰ εἶπε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος. Ὁ Ματθαῖος ξεκαθαρίζει ὅμως πῶς ὁ Κύριος τοὺς ρώτησε νὰ τοῦ ἀπαντήσουν ἐκεῖνοι τί θὰ γινόταν. Καθὼς δὲν ὑπάρχει καμιὰ ἀντίφαση ἀνάμεσα στοὺς εὐαγγελιστές, τὸ πιθανότερο εἶναι νὰ εἶπε ἀρχικὰ ὁ Κύριος τί θὰ ἔκανε ὁ οἰκοδεσπότης στοὺς κακοὺς γεωργοὺς κι ἔπειτα τοὺς ρώτησε τί σκέφτονταν ἐκεῖνοι. Αὐτοὶ στὴν ἀρχὴ ἐπανέλαβαν ὅσα εἶπε ὁ Κύριος καὶ μὲ τὰ ὁποῖα συμφωνοῦσαν. Ἔπειτα συνειδητοποίησαν πῶς ἡ διήγηση ἀφοροῦσε σ' αὐτοὺς κι ἀναφώνησαν, σύμφωνα μὲ τὸν εὐαγγελιστὴ:


«Μὴ γένοιτο» (Λουκ. κ' 16). Ἀπ' αὐτὸ μπορεῖτε νὰ συμπεράνετε τὴ σύγχυση καὶ τὴν ἀνακολουθία τους. Ποιοὶ εἶναι ὅμως οἱ ἄλλοι γεωργοί, ἐκεῖνοι ποὺ ὁ Κύριος θὰ τοὺς δώσει τὸν ἀμπελῶνα; Θὰ πρέπει νὰ ξεκαθαρίσουμε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ πῶς ὁ ἀμπελῶνας αὐτὸς θὰ εἶναι καινούργιος, ὅπως κι οἱ γεωργοὶ θὰ εἶναι καινούργιοι. Ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῆς ἔλευσης τοῦ Χριστου, ὁ ἀμπελῶνας τοῦ Θεοῦ θὰ μεγαλώσει, γιὰ νὰ συμπεριλάβει ὁλόκληρο τὸ ἀνθρώπινο γένος. Δὲ θ' ἀνήκει μόνο στοὺς Ἰσραηλῖτες, μὰ σὲ ὅλα τὰ ἔθνη τῆς γῆς. Ὁ νέος ἀμπελῶνας θὰ κληθεῖ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ. Ἐργάτες καὶ γεωργοὶ θὰ εἶναι οἱ ἀπόστολοι, οἱ ἅγιοι, οἱ πατέρες καὶ διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας, μάρτυρες κι ὁμολογητές, ἐπίσκοποι καὶ ἱερεῖς, ἀφοσιωμένοι καὶ θεοφιλεῖς βασιλιᾶδες καὶ βασίλισσες κι ὅλοι ἐκεῖνοι ποὺ διακονοῦν στὸν ἀμπελῶνα τοῦ Κυρίου. Ἐκεῖνοι ἀποδώσουσιν αὐτῷ τοὺς καρποὺς ἐν τοῖς καιροὺς αὐτῶν. Μετὰ τὴν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ θὰ γίνουν γένος ἐκλεκτό, ἔθνος ἅγιο, βασίλειο ἰεράτευμα (βλ. Α Πέτρ. β' 9).

Μὲ τὴν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ ἡ θέση τῶν Ἰσραηλιτῶν ὡς ἐκλεκτοῦ λαοῦ παύει καὶ μεταφέρεται τώρα σ' ὅλους ἐκείνους ποὺ πιστεύουν στὸ Χριστό, σ' ὁποιοδήποτε ἔθνος τῆς γῆς κι ἂν ἀνήκουν. Μὴ γένοιτο! Αὐτὸ εἶπαν στὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ οἱ κακοὶ γεωργοὶ ὅταν συνειδητοποίησαν πῶς ἡ φοβερὴ παραβολὴ ἀπευθυνόταν σ' ἐκείνους. Ἄν δὲν ὑπῆρχαν τὰ λόγια αὐτά, ποὺ μᾶς δίνει ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς, θὰ ὑπῆρχε κάποιο κενὸ στὴ διήγηση τοῦ Ματθαίου. Δὲ θά 'ταν ἀπόλυτα κατανοητὰ ἐκεῖνα ποὺ εἶπε ὁ Κύριος στὴ συνέχεια. Μετὰ τὰ λόγια αὐτὰ τῶν πρεσβυτέρων των Ἰουδαίων, τὰ ἑπόμενα λόγια τοῦ Χριστοῦ ἦταν ἀπόλυτα κατανοητά: «Λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς: οὐδέποτε ἀνέγνωτε ἐν ταῖς γραφαῖς, λίθον ὄν ἀπεδοκίμασαν οἱ οἰκοδομοῦντες, οὗτος ἐγενήθη εἰς κεφαλὴν γωνίας παρὰ Κυρίου ἐγένετο αὕτη, καὶ ἔστι θαυμαστή ἐν ὀφθαλμοῖς ἡμῶν;» (Ματθ. κά' 42).

Ὁ λίθος εἶναι ὁπωσδήποτε ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Οἰκοδομοῦντες εἶναι οἱ πρεσβύτεροι τῶν Ἰουδαίων, ἱερεῖς κι οἱ γραμματεῖς. Γωνία εἶναι ὁ σύνδεσμος ἀνάμεσα στὸν Ἰσραὴλ καί την εἰδωλολατρεία, ἀνάμεσα στὸν πρώην ἐκλεκτὸ λαὸ καὶ τὸν τωρινό, ἀνάμεσα στὸν παλαιὸ ναὸ καὶ τὴ νέα Ἐκκλησία. Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ ἀκρογωνιαῖος λίθος, στὸ τέλος τοῦ παλιοῦ καὶ στὴν ἀρχὴ τοῦ καινούργιου. Στὴ βασιλεία Τοῦ τοὺς καλεῖ ὅλους μὲ τὴν ἴδια ἀγάπη, τόσο τοὺς Ἰσραηλῖτες ὅσο καὶ τοὺς εἰδωλολάτρες, ἀφοῦ καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ κατὰ τὴν ἔλευσὴ Τοῦ ἦταν ἄκαρπα δέντρα. Αὐτὸ ἰσχύει ἰδιαίτερα γιὰ τοὺς Ἰσραηλῖτες, γιατί τὸν εἶχαν ἀπορρίψει, ὅπως ἀπορρίπτουν οἱ οἰκοδόμοι τίς ἄχρηστες πέτρες. Πόσο ἀπατήθηκαν οἱ οἰκοδόμοι αὐτοί! Ἀπέρριψαν τὸ θεμέλιο λίθο τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου, τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας, τῆς ἱστορίας ὁλόκληρου τοῦ δημιουργημένου κόσμου. Στὴν πραγματικότητα δὲν τὸν ἀπέρριψαν, ἀλλὰ στὴν προσπάθειά τους νὰ τὸν ἀπορρίψουν ἀπορρίφθηκαν οἱ ἴδιοι, ἐνῶ ἐκεῖνος ἔγινε ὁ ἀκρογωνιαῖος λίθος τῆς νέας οἰκοδομῆς, τῆς Νέας Κτίσης. «Παρὰ Κυρίου ἐγένετο αὕτη καὶ ἔστι θαυμαστὴ ἐν ὀφθαλμοῖς ἡμῶν» (Ψαλμ. ριζ' 23).

Τίποτα δὲ θὰ μποροῦσε νὰ γίνει πιὸ σοφὸ καὶ πιὸ δίκαιο. Αὐτὸ σημαίνει: "Ὅταν διαβάζετε τὴν Ἁγία Γραφὴ ἐσεῖς οἱ Ἰουδαῖοι νομίζετε πῶς αὐτὸ ποὺ εἶναι θαυμαστὸ παρὰ Κυρίου, εἶναι θαυμαστὸ γιά σας. Κι αὐτὸ ἐπειδὴ δὲ γνωρίζετε σὲ ποιόν ἀναφέρονται τὰ λόγια αὐτά. Δὲν ξέρετε πῶς ὁ λίθος αὐτὸς εἶναι φοβερὸς καὶ «ὁ πεσὼν ἐπὶ τὸν λίθον τοῦτον συνθλασθήσεται ἐφ' ὄν δ' ἂν πέση, λικμήσει αὐτόν» (Ματθ. καὶ 44). Ὅποιος πέσει πάνω στήν πέτρα αὐτὴ θὰ συντριβεῖ καὶ σ' ἐκεῖνον ποὺ θὰ πέσει πάνω του, θὰ γίνει σκόνη. Οἱ ἐπίμονοι κι ἐνοχλητικοὶ Ἰουδαῖοι ἔπεσαν πραγματικὰ πάνω στὴν πέτρα αὐτὴν καὶ συντρίφτηκαν, ἔγιναν σκόνη. Σκόνταψαν πάνω της ὅπως πάνω σὲ «λίθο προσκόμματος», ἐνόσῳ ὁ Κύριος Ἰησοῦς ζοῦσε ἀκόμα στὴ γῆ σωματικά. Ἀργότερα, μετὰ τὴ Σταύρωση καὶ τὴν Ἀνάσταση, ὁ λίθος αὐτὸς ἔπεσε πάνω τους καὶ τοὺς συντριψε, τοὺς ἔκανε κομμάτια. Λίγο χρόνο ἀργότερα, ἀφότου οἱ κακοὶ γεωργοὶ θανάτωσαν τὸν Υἱὸ τοῦ Οἰκοδεσπότη, ὁ Ρωμαϊκὸς στρατός, ὁδηγούμενος ἀπὸ τὸν Τίτο, ἐπιτέθηκε στὴν Ἱερουσαλήμ, τὴν ἰσοπέδωσε κι ἔδιωξε ἀπὸ τὴν πόλη τοὺς Ἰουδαίους, ποὺ σκορπίστηκαν σ' ὅλον τὸν κόσμο. Οἱ Ἰουδαῖοι βασανίστηκαν περισσότερο κι ἔπαθαν χειρότερα ἀπ' ὅσα ἔπαθαν ἄλλοι λαοὶ ποὺ ἁμάρτησαν καὶ πέθαναν στὴν ἁμαρτία τους, ὅπως οἱ Ἀσσύριοι, οἱ Βαβυλώνιοι, οἱ Φοίνικες, οἱ Αἰγύπτιοι κ. α. Οἱ Ἰουδαῖοι ἔπαθαν κάτι παρόμοιο μ' αὐτὸ ποὺ εἶχε πάθει ὁ Κάϊν. Ὁ Θεὸς δὲν ἐπέτρεψε σὲ κανέναν ἄνθρωπο νὰ σκοτώσει τὸν Κάϊν, ἀλλὰ τὸν σφράγισε μὲ τὸ σημάδι τοῦ δολοφόνου καὶ τὸν ἄφησε νὰ περιπλανιέται στὴ γῆ. Ὁ Κάϊν τιμωρήθηκε ἀμέσως μετὰ τὸ ἔγκλημά του, ἡ τιμωρία τῶν Ἰουδαίων ὅμως ἄργησε. Λιθοβόλησαν καὶ θανάτωσαν τὸν ἕνα μετὰ τὸν ἄλλον τοὺς προφῆτες τοῦ Θεοῦ.

Ἐκεῖνος ὅμως ἦταν υπὁμονητικός, καθυστεροῦσε τὴν τιμωρία περιμένοντας τὴ μετάνοιά τους. Γι' αὐτὸ τοὺς ἔστελνε ὅλο καὶ περισσότερους προφῆτες. Μόνο ὅταν θανάτωσαν τὸν Σωτῆρα τοὺς παράλαβε ἡ δίκαιη τιμωρία. Μερικὲς φορὲς ὁ Θεὸς στέλνει μιὰ ἄμεση τιμωρία γιὰ τὴν ἀνομία. Ἄλλες φορὲς ἀλλάζει τὴν τιμωρία, ὁπότε οἱ ἄνθρωποι νομίζουν πῶς θὰ γλιτώσουν, πῶς ἡ τιμωρία δὲ θά 'ρθεὶ ποτέ. Ὅταν ἡ Μαριάμ, ἡ ἀδερφὴ τοῦ Μωυσῆ, μίλησε ἐνάντια στὸν ἀδερφὸ τῆς, «ἰδοὺ Μαριὰμ λεπρῶσα ὡσεὶ χιῶν» (Ἀριθ. ιβ' 10). Ὅταν ὁ Δαβὰν κι ὁ Αβειρὼν κατέκριναν τοὺς πρεσβυτέρους, «ηνοίχθη ἡ γῆ καὶ κατέπιεν αὐτούς» (Ἀριθ. ἴστ' 32). Ὁ Ἀνανίας κι ἡ Σαπφείρα πούλησαν τὸ κτῆμα τους καὶ κράτησαν κάτι γιὰ τὸν ἑαυτό τους, ἀμέσως μετὰ ὅμως ἦρθε ὁ θάνατος (βλ. Πράξ. ἔ' 5). Ὁ Θεὸς δὲν τιμωρεῖ ἀμέσως κάθε ἁμαρτωλό. Τὸ ἀντίθετο μάλιστα. Ὁ μεγαλύτερος ἀριθμὸς τῶν κριμάτων καὶ τῶν ἁμαρτημάτων δὲν τιμωροῦνται τὴ στιγμὴ ποὺ διαπράττονται ἀλλ' ἀργότερα. Μερικὲς φορὲς πολὺ ἀργότερα, ἴσως ἀκόμα καὶ μετά το θάνατο τοῦ ἁμαρτωλοῦ. Ἡ τιμωρία τῆς ἁμαρτίας ἔρχεται σ' αὐτὸν τὸν κόσμο σύμφωνα μὲ τὴν πάνσοφη πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Ἄν ὁ Θεὸς δὲν τιμωροῦσε ποτὲ ἄμεσα μετὰ τὴ διάπραξη τῆς ἁμαρτίας, θὰ μᾶς ἔπιανε ἀπόγνωση στὴν ἀναμονὴ τῆς δικαιοσύνης τοῦ Θεοῦ. Ἄν ὁ Θεὸς δὲ διαφοροποιοῦσε υπὁμονητικά την τιμωρία ἄλλων ἁμαρτωλῶν, πῶς θὰ μαθαίναμε νὰ ὑπομένουμε ἐκείνους ποὺ μᾶς πρόσβαλαν; Καὶ τελικά, τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Θεὸς μερικὲς φορὲς δὲν τιμωρεῖ κάποιους ἁμαρτωλοὺς ποὺ ἐμμένουν στὴν ἁμαρτία, ἐνισχύει τὴν πίστη μας στὴν τελικὴ κρίση τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ τὴν ὁποία δὲ θὰ γλιτώσουν οἱ ἁμαρτωλοὶ ποῦ δὲν τοὺς πρόλαβε ἡ τιμωρία στὴ διάρκεια τῆς ἐπίγειας ζωῆς τους. Ἀλίμονο σ' ἐκείνους ποὺ οἱ ἁμαρτίες τους ἔμειναν ἀτιμώρητες ὡς το θάνατό τους! Μὴν τοὺς ζηλεύεις. Ἐκεῖνοι ἔλαβαν ὅ,τι θέλησαν σ' αὐτὴ τὴ ζωή. Ἔτσι στὴ μέλλουσα ζωὴ δὲν ἔχουν τίποτ' ἄλλο νὰ λάβουν, παρὰ νὰ δεχτοῦν τὴν καταδίκη τους. –

Ὅταν ὁ ἀναμάρτητος Κύριός μας ὑπόφερε καὶ βασανίστηκε τόσο πολύ, πῶς ἐμεῖς οἱ ἁμαρτωλοί, ποὺ μᾶς ἀγαπᾶ ὁ Θεός, δὲ δεχόμαστε νὰ ὑποφέρουμε; Ὅποιος ἁμαρτάνει πολὺ καὶ δὲν ὑποφέρει μὲ κανένα τρόπο, δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει κάτι κοινὸ μὲ τὸ Χριστό, οὔτε καὶ θὰ ἔχει θέση μαζί Του στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἄς προσέξουμε, μήπως ἡ ζωή μας ὁλόκληρη περάσει χωρὶς βάσανα καὶ δοκιμασίες, κι ἐμεῖς παραμένουμε ἀμετανόητοι στὶς πολλὲς ἁμαρτίες μας. Ὅταν ὑπομένουμε δοκιμασίες καὶ βάσανα ἂς χαιρόμαστε, πολὺ περισσότερο μάλιστα ὅταν μετανοήσαμε γιὰ τίς ἁμαρτίες μας καὶ βάλαμε τὰ πόδια μας νὰ βαδίσουν στὸ σωστὸ δρόμο.

Ἄς μὴ σκεφτεῖ κι ἂς μὴν πεῖ κανείς: «Ὁ Θεὸς ὑπομένει, ἂς ἀναβάλω τὴ μετάνοιά μου. Ὅταν ὑπόμενε τοὺς Ἰσραηλῖτες τόσο πολύ, θὰ ὑπομείνει καὶ μένα γιὰ λίγα χρόνια».

Ἄς μὴν αὐταπατώμεθα. Ὁ Θεὸς μὲ τὴν πρόνοια Τοῦ μπορεῖ νὰ ὑπομένει καὶ νὰ μᾶς ἀνέχεται γιὰ μερικὰ χρόνια ἀκόμα ἀμετανόητους. Μπορεῖ ὅμως σὲ κάθε στιγμὴ νὰ νιώσεις πάνω σου τὸ βαρὺ χέρι Του. Ἡ ἀναβολὴ τῆς μετάνοιας δυσκολεύει πολὺ τὰ πράγματα, γιατί τότε ἡ συνήθεια τῆς ἁμαρτίας ριζώνει ὅλο καὶ βαθύτερα μέσα μας, σκοτίζει περισσότερο το νοῦ μας καὶ νεκρώνει τὴν καρδιά μας. Καὶ τότε προχωροῦμε ἀπὸ τίς βαριὲς στὶς πιὸ βαριὲς ἁμαρτίες ὅπως οἱ κακοὶ γεωργοί, ποῦ πρῶτα σκότωσαν τοὺς προφῆτες καὶ τελικὰ ἔφτασαν στὸ σημεῖο νὰ θανατώσουν τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ. Τί ἄλλο περισσότερο μποροῦμε νὰ περιμένουμε γιὰ τὸν ἑαυτό μας τότε, ἐκτὸς ἀπὸ ἐκεῖνο ποὺ περίμενε τοὺς κακοὺς γεωργούς; Ὁ ἀκρογωνιαῖος λίθος ποὺ ἑτοίμαζε ὁ Θεὸς γιὰ τὴν οἰκοδομὴ τῆς σωτηρίας μας, θὰ πέσει στὸ κεφάλι μας καὶ θὰ μᾶς συντρίψει. Ὁ Θεὸς εἶναι «πλούσιος ἐν ἐλέει», μὰ εἶναι καὶ δυνατὸς στὴ δικαιοσύνη Του. Ἄς βιαστοῦμε λοιπόν, ας χρησιμοποιήσουμε τὸ ἔλεὸς Τοῦ, ὅσο αὐτὸ μᾶς προσφέρεται.


Ἄς μὴν ἀναβάλουμε τὴ μετάνοιά μας, γιὰ νὰ μὴν ἀποσυρθεῖ τὸ χέρι τοῦ ἐλέους καὶ ἀντικατασταθεῖ ἀπὸ τὸ χέρι τῆς δικαιοσύνης. Ἄς μὴν ἀναβάλουμε τὴν προετοιμασία τῶν καρπῶν στὸν ἀμπελῶνα τῆς ψυχῆς μας. Ἄς εἴμαστε ἕτοιμοι, ὥστε ὅταν ἔρθουν οἱ ὑπηρέτες του οἰκοδεσπότη, νὰ τοὺς παραδώσουμε τοὺς καρποὺς ποὺ προετοιμάσαμε καὶ συνάξαμε. Κάθε μέρα ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ θερίζουν ψυχὲς ἀνθρώπων καὶ τίς μεταφέρουν ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτὸν σὰν σταφύλια ποὺ μαζεύτηκαν ἀπὸ τὸν ἀμπελῶνα. Ἡ σειρά μας εἶναι κοντά, θὰ ἔρθει ὁπωσδήποτε. Ἄς εὐχόμαστε ὥστε ὁ καρπὸς μᾶς νὰ μὴν ἔχει σαπίσει. Εἴθε οἱ ψυχές μας νὰ μὴ βρεθοῦν ἀπροετοίμαστες, ἐλλειπείς.

Φύλακα ἄγγελέ μας! Ξύπνησε τὴ συνείδησή μας, κράτησέ μας καὶ βοήθησέ μας προτοῦ ἔρθει ἡ ἔσχατη ὥρα! Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησέ μας! Σὲ Σένα πρέπει ὕμνος καὶ δόξα, μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Aγιο Πνεῦμα, τώρα καὶ πάντα καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Κυριακή 23 Αυγούστου 2026

Το Ευαγγέλιο για το βάρος του πλούτου Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς, Επίσκοπος Αχρίδος και Ζίτσης

Το Ευαγγέλιο για το βάρος του πλούτου

Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς, Επίσκοπος Αχρίδος και Ζίτσης

Ματθαίος 19, 16–26. Περικοπή 79.

Φανταστείτε ότι ένα μεγάλο και περήφανο πλοίο συντρίβεται στα βαθιά της θάλασσας και αρχίζει να βυθίζεται. Τι συμβαίνει με τους επιβάτες;

Ο ένας αρπάζεται από μια σανίδα και κρατιέται από τη σανίδα. Ο άλλος πιάνεται από ένα βαρέλι και κρατιέται από το βαρέλι. Ένας τρίτος καταφέρνει να δέσει ασκούς γύρω από τον λαιμό του και κολυμπά μαζί με τους ασκούς. Ένας τέταρτος πέφτει στο νερό χωρίς τίποτε και κολυμπά. Ένας πέμπτος κατεβάζει μια βάρκα από το πλοίο, κάθεται μέσα στη βάρκα και, αντί να βιαστεί να κωπηλατήσει, βιάζεται να αρπάξει όσο το δυνατόν περισσότερα αγαθά από το πλοίο που βυθίζεται και να τα μεταφέρει στη βάρκα.

Ποιος από αυτούς βρίσκεται στον μεγαλύτερο κίνδυνο; Δηλαδή: ποιος από αυτούς θα χαθεί με τον πιο επαίσχυντο τρόπο — αφού όλοι είναι αναγκασμένοι να χαθούν; Με τον πιο επαίσχυντο τρόπο θα χαθεί εκείνος που φαίνεται να βρίσκεται στην ασφαλέστερη θέση — εκείνος που είναι μέσα στη βάρκα, μένει δίπλα στο πλοίο που βυθίζεται και μεταφέρει αγαθά από το πλοίο στη βάρκα. Αληθινά, αυτός βρίσκεται στον μεγαλύτερο κίνδυνο.

Πρώτα θα φορτώσει στη βάρκα του μερικά σακιά αλεύρι. Έπειτα, βλέποντας κιβώτια με φιάλες κρασί και ρακί, θα αρχίσει να τα μεταφέρει κι αυτά στη βάρκα. Κατόπιν θα αρχίσει να αρπάζει και να σέρνει ρούχα, χαλιά, λινά, υφάσματα — «θα μου χρειαστούν για ρούχα και για στρώμα!» Έπειτα, κοιτάζοντας γύρω και βλέποντας ασημένια σκεύη και επιχρυσωμένα κηροπήγια, θα πάρει κι αυτά.

Αλλά να, υπάρχουν και βαρέλια με λάδι, παστό κρέας και ψάρια, ρύζι και διάφορα άλλα τρόφιμα — «και αυτά θα μου χρειαστούν· πώς θα τα καταφέρω χωρίς αυτά;» Κατόπιν θα δει κουτιά και σάκους με χρήματα και πολύτιμα αντικείμενα. Αυτά ασφαλώς πρέπει να τα μεταφέρει στη βάρκα. Αλλά γιατί να αφήσει τις καλές καρέκλες, τα στιλβωμένα τραπέζια, τους βελούδινους καναπέδες, αφού μπορεί να μεταφέρει κι αυτά; Και τα μεταφέρει.

Η βάρκα όμως γεμίζει ολοένα περισσότερο και βυθίζεται ολοένα βαθύτερα στο νερό. Έπειτα θυμάται: θα του χρειαστούν για καύσιμα πετρέλαιο και κάρβουνο. Μεταφέρει κι αυτά. Και να, υπάρχουν ντουλάπες με πολλά θαυμάσια βιβλία! Θα του χρειαστούν στη βάρκα για να διαβάζει και να περνά την ώρα του ώσπου να φθάσει στην ακτή. Τα μεταφέρει κι αυτά. Υπάρχουν επίσης πιάνα, βιολιά, δοξάρια και φλογέρες. Και με αυτά περνάει κανείς την ώρα του. Τα μεταφέρει κι αυτά. Και η βάρκα γεμίζει όλο και περισσότερο και βυθίζεται όλο και βαθύτερα στο νερό.

«Αρκετά», λέει, και κάθεται στη βάρκα. Ύστερα όμως σκέφτεται ότι υπάρχουν ακόμη πολλά πράγματα που θα μπορούσε και θα έπρεπε να έχει μεταφέρει. Ξανανεβαίνει λοιπόν στο πλοίο και μεταφέρει κι άλλα. Πάλι λέει στον εαυτό του: «Αρκετά», και κάθεται στη βάρκα. Αλλά η άσβεστη επιθυμία για πράγματα τον παρακινεί ξανά να μεταφέρει ακόμη περισσότερα από το πλοίο στη βάρκα.

Τελικά το πλοίο βυθίζεται κάτω από το νερό και εκείνος απομακρύνεται λυπημένος επειδή δεν πρόλαβε να φορτώσει ακόμη περισσότερα. Αρχίζει τώρα να κωπηλατεί αργά προς την ακτή. Το νερό όμως έχει ήδη φθάσει μέχρι την άκρη της βάρκας. Αν κάποιος από εκείνους που βρίσκονται στη μεγαλύτερη δυστυχία επιχειρήσει να ανέβει στη βάρκα, ο άνθρωπος της βάρκας θα προτιμήσει να τον σκοτώσει παρά να τον δεχθεί κοντά του. Κι έτσι, έχοντας υπερφορτώσει τη βάρκα του με πράγματα, υπερφορτώνει και την ψυχή του με έγκλημα.

Ξαφνικά φυσά ο άνεμος και υψώνονται κύματα. Αρχίζει να παλεύει με το νερό· αρχίζει να βγάζει το νερό από τη βάρκα. Όταν όμως βλέπει ότι αυτό δεν βοηθά, αρχίζει με λύπη να ρίχνει στη θάλασσα πρώτα τα φθηνότερα αντικείμενα και ύστερα ολοένα ακριβότερα. Αλλά έχει ήδη εξαντληθεί φορτώνοντας τόσα πράγματα και δεν έχει πλέον δύναμη να τα σηκώνει ξανά και να τα πετά στη θάλασσα. Τελικά το νερό νικά· η υπερφορτωμένη βάρκα βυθίζεται — και μαζί της κι εκείνος.

Τέτοια είναι η ζωή και το τέλος των άπληστων πλουσίων πάνω στη θάλασσα αυτής της επίγειας ζωής. Πριν απ’ όλα, ζουν με την ψευδή πεποίθηση ότι αυτός ο κόσμος είναι ένα συντριμμένο πλοίο, χωρίς κυβερνήτη, χωρίς πηδάλιο και χωρίς πηδαλιούχο — ένα εγκαταλελειμμένο σκάφος που βυθίζεται και χάνεται, και από το οποίο ωφελούνται μόνο εκείνοι που κατορθώνουν να αρπάξουν όσο το δυνατόν περισσότερα και να τα μεταφέρουν στη δική τους βάρκα.

Αλλά μέσα σε αυτή την άπληστη αρπαγή και λεηλασία του πλοίου της ζωής εμφανίστηκε ο Κυβερνήτης του Πλοίου, ο οποίος έβαλε το χέρι Του πάνω στο πλοίο ως πάνω στη δική Του ιδιοκτησία και είπε ότι το πλοίο δεν βυθίζεται, αλλά μόνον έτσι φαίνεται στους άπειρους και κοντόφθαλμους ανθρώπους, οι οποίοι βρίσκονται πάνω στο πλοίο για λίγο μόνο χρόνο. Εκείνος ταξιδεύει μαζί με το πλοίο από την ίδια του την αρχή, μεταφέροντας τους επιβάτες· οι επιβάτες αλλάζουν, Εκείνος όμως παραμένει κρυμμένος και κυβερνά το πλοίο. Εκείνος γνωρίζει από πού ξεκίνησε το πλοίο και πού πηγαίνει· γνωρίζει τον δρόμο και δεν φοβάται τη θάλασσα.

Αυτός ο Κυβερνήτης είναι ο Κύριος Ιησούς Χριστός.


Ήρεμα αλλά αποφασιστικά κατεβαίνει πάνω στα κύματα και απλώνει το χέρι Του προς εκείνους που πνίγονται. Και όσοι δεν έχουν τίποτε στα χέρια τους, αλλά κολυμπούν με γυμνά χέρια, αυτοί πρώτοι ανταποκρίνονται και αρπάζονται από το σωτήριο χέρι Του. Εκείνοι όμως που έχουν φορτώσει τη βάρκα τους μέχρι πάνω και την έχουν παραγεμίσει, δυσκολεύονται περισσότερο από όλους να ανταποκριθούν, επειδή φοβούνται ότι, αν εγκαταλείψουν τη βάρκα τους και βαδίσουν προς Αυτόν πάνω στα κύματα με άδεια χέρια, θα βυθιστούν και αυτοί και Εκείνος. Δεν πιστεύουν σε Αυτόν· εμπιστεύονται περισσότερο τη βάρκα τους.

Βλέποντας αυτούς και διαβάζοντας τη θλιβερή ψυχή τους και την ακόμη θλιβερότερη πίστη τους στα νεκρά πράγματα, ο Κύριος Ιησούς στράφηκε προς εκείνους που σώθηκαν και είπε:

«Αληθινά σας λέγω ότι δύσκολα θα εισέλθει πλούσιος στη βασιλεία των ουρανών».


Τέτοιες περιπτώσεις ο Κύριος τις είχε παρατηρήσει πολλές φορές, είχε δείξει πολλές από αυτές και είχε αντλήσει από αυτές διδάγματα για τους δικούς Του. Και το σημερινό Ευαγγέλιο περιγράφει μία τέτοια περίπτωση.

«Καὶ ἰδού, ένας άνθρωπος πλησίασε [τον Ιησού] και Του είπε: Διδάσκαλε αγαθέ, ποιο καλό πρέπει να κάνω για να έχω αιώνια ζωή;»

Οι ευαγγελιστές Ματθαίος και Μάρκος μιλούν για αυτόν τον άνθρωπο ως για έναν πλούσιο νέο, ο οποίος ήταν πολύ πλούσιος, ενώ ο ευαγγελιστής Λουκάς τον αποκαλεί επιπλέον και άρχοντα: «κάποιος άρχοντας».

Αυτό συνέβη σε έναν δρόμο της Ιουδαίας, ύστερα από το ένδοξο περιστατικό με τα παιδιά, όταν ο Κύριος είχε προστάξει τους μαθητές: «Αφήστε τα παιδιά να έρθουν προς Εμένα· διότι σε τέτοιους ανήκει η βασιλεία του Θεού»· όταν είχε ακόμη πει ότι όποιος δεν δεχθεί τη Βασιλεία με παιδική πίστη και χαρά, δεν θα εισέλθει στη Βασιλεία· και όταν είχε αγκαλιάσει τα παιδιά και τα είχε ευλογήσει.

Αφού έτσι ανέδειξε τα αθώα παιδιά ως πολίτες της Βασιλείας του Θεού, ο Κύριος βγήκε στον δρόμο· και εκεί έτρεξε προς Αυτόν εκείνος ο νέος και πλούσιος άρχοντας και, πέφτοντας στα γόνατα, Τον ρώτησε όσα ήδη αναφέραμε.

Ο τρόπος με τον οποίο πλησίασε τον Χριστό είναι άξιος κάθε επαίνου, όπως ακριβώς είναι αξιολύπητος ο τρόπος με τον οποίο απομακρύνθηκε από τον Χριστό. Τρέχει προς τον Χριστό· πέφτει στα γόνατα μπροστά Του· ζητά από Αυτόν συμβουλή για το μεγαλύτερο ζήτημα στον κόσμο — για την αιώνια ζωή και για την προϋπόθεση της αποκτήσεώς της. Ήρθε με ειλικρινή πρόθεση και όχι όπως οι γραμματείς, οι οποίοι έρχονταν μόνο για να πειράξουν τον Κύριο. Ένιωθε μια πείνα και μια φτώχεια της ψυχής, παρ’ όλο τον εξωτερικό του πλούτο.

«Διδάσκαλε αγαθέ!» Έτσι προσφωνεί ο νέος τον Κύριο. Από αυτόν, ακόμη και αυτό είναι πολύ. Εκείνος που πέρασε ολόκληρη τη ζωή του σε μια φυλακή με το φως των κεριών, πόσο πολύ σφάλλει άραγε όταν, βλέποντας για πρώτη φορά τον ήλιο, ονομάζει τον ήλιο κερί;

«Ποιο καλό να κάνω;» Με αυτό το ερώτημα ασφαλώς σκέφτεται την περιουσία του, όπως συμβαίνει συνήθως με τους πλουσίους, οι οποίοι δεν μπορούν να διαχωρίσουν το πρόσωπό τους από την περιουσία τους ούτε να σκεφτούν τον εαυτό τους χωρίς συγχρόνως να σκέφτονται την περιουσία τους. Τι θα μπορούσα εγώ να κάνω — ποιο καλό έργο — με τον πλούτο μου, ώστε να έχω αιώνια ζωή; Χωρίς να γνωρίζει πλήρως με ποιον συνομιλεί, γνωρίζει ελάχιστα και τι ακριβώς λέει. Θα χαιρόταν να ακούσει από τον Διδάσκαλο μια συμβουλή για το πώς θα μπορούσε, μέσω της περιουσίας του, να αποκτήσει εκείνο που ολόκληρος ο κόσμος δεν μπορεί να εξαγοράσει, δηλαδή την αιώνια ζωή.

«Και ο Ιησούς του είπε: Γιατί Με ονομάζεις αγαθό; Κανείς δεν είναι αγαθός παρά μόνο ένας, ο Θεός».


Ο Ιησούς, ο γνώστης των καρδιών, εισχωρεί στις σκέψεις του νέου και τις διαβάζει σαν από βιβλίο. Ο Κύριος βλέπει ότι ο νέος δεν Τον γνωρίζει και ότι Τον θεωρεί απλώς έναν καλό άνθρωπο και καλό διδάσκαλο· γι’ αυτό, με αυτά τα λόγια, θέλει να τον αφυπνίσει σε βαθύτερο στοχασμό.

Αν Εγώ είμαι ένας συνηθισμένος άνθρωπος, γιατί Με αποκαλείς αγαθό; Αν όμως γνωρίζεις ποιος είμαι, γιατί δεν το λες καθαρά, αλλά Με αποκαλείς απλώς Διδάσκαλο;

Μόνον ένας είναι αγαθός με την πλήρη και τέλεια σημασία: ο Θεός. Οι αγαθοί άνθρωποι μπορούν να ονομαστούν αγαθοί μόνο σε σύγκριση με τους ανθρώπους που δεν είναι αγαθοί. Κανείς όμως δεν μπορεί να ονομαστεί αγαθός σε σύγκριση με τον Θεό. Μόνον ο Θεός, λοιπόν, είναι ο μόνος αληθινά αγαθός.

Ο Κύριος Ιησούς δεν θέλει επομένως να επιπλήξει τον νέο επειδή Τον αποκαλεί αγαθό, αλλά επειδή Τον θεωρεί έναν συνηθισμένο θνητό άνθρωπο και παρ’ όλα αυτά Τον ονομάζει αγαθό. Δεν θέλει ο Κύριος με αυτά να πει: «Εγώ δεν είμαι αγαθός», αλλά: «Εγώ δεν είμαι ένας συνηθισμένος θνητός άνθρωπος. Εγώ είμαι Εκείνος για τον οποίο μόνο μπορεί να ειπωθεί ότι είναι αγαθός».

Ύστερα από αυτή την εισαγωγική διευκρίνιση, ο Κύριος αρχίζει να απαντά στην ερώτηση του νέου πλουσίου:
«Αν θέλεις να εισέλθεις στη ζωή, τήρησε τις εντολές».
Του λέει ο νέος: «Ποιες;»
Και ο Ιησούς είπε:
«Μη φονεύσεις· μη μοιχεύσεις· μην κλέψεις· μη ψευδομαρτυρήσεις· τίμα τον πατέρα και τη μητέρα σου· και αγάπα τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου».
Αυτές είναι οι προϋποθέσεις για την είσοδο στη ζωή.

Ο πλούσιος όμως δεν είχε ρωτήσει απλώς πώς να εισέλθει στη ζωή, αλλά πώς να έχει τη ζωή, να αποκτήσει τη ζωή ή να κληρονομήσει τη ζωή. Όπως έδειξε άγνοια ως προς την αναγνώριση του προσώπου του Κυρίου Ιησού, έτσι έδειξε την ίδια άγνοια και ως προς την αιώνια ζωή. Και όπως ο Κύριος τον διόρθωσε εκεί, έτσι τον διορθώνει και εδώ.

Η αιώνια ζωή έχει τις βαθμίδες της: σε μία βαθμίδα βρίσκονται εκείνοι που απλώς σώθηκαν, ενώ σε άλλη βρίσκονται εκείνοι που είναι τέλειοι. Οι Απόστολοι θα καθίσουν σε δώδεκα θρόνους και θα κρίνουν τις φυλές του Ισραήλ, ενώ οι υπόλοιποι σωσμένοι ούτε θα καθίσουν σε θρόνους ούτε θα κρίνουν κανέναν, μολονότι τόσο οι πρώτοι όσο και οι δεύτεροι θα βρίσκονται στην αιώνια ζωή.

«Δεν γνωρίζετε ότι οι άγιοι θα κρίνουν τον κόσμο;» ρωτά ο Απόστολος Παύλος τους Κορινθίους (Α΄ Κορ. 6, 2–3). Και μάλιστα θα κρίνουν όχι μόνο τα πράγματα αυτού του κόσμου αλλά και αγγέλους. Όμως δεν θα κρίνουν όλοι οι σωσμένοι, αλλά μόνο οι άγιοι του Θεού, οι τέλειοι.

Η Πανάχραντη και Παναγία Θεοτόκος είναι τιμιωτέρα των Χερουβείμ και ενδοξοτέρα ασυγκρίτως των Σεραφείμ· οι Απόστολοι προηγούνται όλων των αγίων, οι άγιοι προηγούνται των άλλων ευαρεστησάντων στον Θεό, και οι λοιποί ευαρεστήσαντες προηγούνται των απλών σωσμένων.

Τέλειοι είναι εκείνοι οι οποίοι, εκτός από τον εαυτό τους, έσωσαν και πολλούς άλλους με τη δύναμη του ονόματος του Κυρίου Ιησού· ενώ σωσμένοι είναι και εκείνοι που μόλις και μετά βίας κατόρθωσαν να σώσουν τον εαυτό τους.

«
Πολλές μονές υπάρχουν στην οικία του Πατέρα Μου», είπε ο ίδιος ο Κύριος (Ιω. 14, 2). Αν δεν ήταν έτσι, θα το είχε άραγε πει;
Αυτό λέει και τώρα, μόνο με διαφορετικό τρόπο. Στη Βασιλεία δεν είναι όλοι ίσοι: άλλη είναι η δόξα εκείνων που απλώς εισήλθαν στη Βασιλεία και άλλη η δόξα εκείνων που είναι τέλειοι μέσα στη Βασιλεία.
Αλλά ας επιστρέψουμε πρώτα στις προϋποθέσεις για την είσοδο στη Βασιλεία, και αργότερα θα ακούσουμε, πάλι από το στόμα της Αλήθειας, ποιες είναι οι προϋποθέσεις της τελειότητας.
Ποιες είναι λοιπόν οι προϋποθέσεις για την είσοδο στη Βασιλεία ή στην αιώνια ζωή;
Να τηρούνται οι εντολές.
Ποιες εντολές;


Όλες· πρώτα εκείνες που απαγορεύουν την τέλεση του κακού και ύστερα εκείνες που προστάζουν την τέλεση του αγαθού, σύμφωνα με τον προφητικό λόγο:

«Ἔκκλινον ἀπὸ κακοῦ καὶ ποίησον ἀγαθόν» (Ψαλμ. 33, 15).

Πρέπει λοιπόν πρώτα να απομακρύνει κανείς τον εαυτό του από το κακό και το κακό από τον εαυτό του, και μόνο τότε να καταστεί ικανός για την τέλεση του αγαθού. Γι’ αυτό και ο Κύριος προβάλλει πρώτα τις αρνητικές εντολές και ύστερα τις θετικές, και όχι με τη σειρά με την οποία είχαν δοθεί μέσω του Μωυσή.

«Μη φονεύσεις, μη μοιχεύσεις, μην κλέψεις, μη ψευδομαρτυρήσεις» — αυτές είναι οι αρνητικές εντολές, που σημαίνουν απομάκρυνση από το κακό· ενώ «τίμα τον πατέρα και τη μητέρα» και «αγάπα τον πλησίον σου» — αυτές είναι οι θετικές εντολές, που σημαίνουν την τέλεση του αγαθού. Αν δεν εκπληρωθούν οι πρώτες, δεν μπορούν να εκπληρωθούν οι δεύτερες. Εκείνος που είναι ικανός να σκοτώσει τον πλησίον του δεν είναι ικανός να αγαπήσει τον πλησίον του. Και εκείνος που μοιχεύει δεν γνωρίζει τι είναι αγάπη.

Αναφέροντας αυτές τις έξι εντολές, ο Κύριος δεν είχε σκοπό να απαριθμήσει όλες ανεξαιρέτως τις εντολές, αλλά μόνο ορισμένες από τις σημαντικότερες. Και ότι έτσι είναι, φαίνεται πρώτα απ’ όλα από το ότι ο Κύριος παραλείπει ακριβώς τη σπουδαιότερη από όλες τις εντολές — την αγάπη προς τον Θεό. Αργότερα θα εξηγήσουμε γιατί παραλείπει αυτή την εντολή σκόπιμα. Δεύτερον, αυτό φαίνεται και από τις διηγήσεις των άλλων δύο Ευαγγελιστών, του Μάρκου και του Λουκά, οι οποίοι δεν παραθέτουν ούτε καν και τις έξι εντολές που αναφέρονται στον Ματθαίο. Ούτε ο Μάρκος ούτε ο Λουκάς αναφέρουν, για παράδειγμα, την εντολή της αγάπης προς τον πλησίον. Ο Μάρκος, μάλιστα, προσθέτει στις αρνητικές εντολές μία ακόμη γενική: «Μην αδικήσεις κανέναν».

Οι Ευαγγελιστές λοιπόν συμπληρώνουν ο ένας τον άλλον σε όλα αυτά, χωρίς καθόλου να αντιφάσκουν μεταξύ τους. Ένα πράγμα, πάντως, είναι σαφές από όλα όσα διηγούνται οι Ευαγγελιστές: ο Κύριος δεν είχε πρόθεση να τονίσει αποκλειστικά τις πέντε ή έξι εντολές που αναφέρθηκαν, αλλά μέσω αυτών να υπενθυμίσει στον νέο ολόκληρο τον παλαιό Νόμο.

Το γεγονός, πάλι, ότι συνιστά την τήρηση των εντολών του παλαιού Νόμου επιβεβαιώνει τα προηγούμενα λόγια Του, ότι δεν ήλθε να καταλύσει τον Νόμο και τους Προφήτες αλλά να τους εκπληρώσει: «Οὐκ ἦλθον καταλῦσαι, ἀλλὰ πληρῶσαι» (Ματθ. 5, 17). Και αφού ο τέλειος Κύριος, χωρίς να έχει καμία προσωπική ανάγκη, εκπλήρωσε ολόκληρο τον Νόμο, πόσο περισσότερο οφείλουν να τον εκπληρώνουν όλοι εκείνοι που ανεβαίνουν σιγά-σιγά τα υψηλά σκαλοπάτια προς την τελειότητα.

Όλες οι εντολές που απαριθμήθηκαν έχουν για τους πλουσίους και ένα ιδιαίτερο εσωτερικό νόημα.

Έτσι, «μη φονεύσεις» σημαίνει: περιποιούμενος υπερβολικά το σώμα σου με πλούτη και πολυτέλειες, θανατώνεις την ψυχή σου.

«Μη μοιχεύσεις» σημαίνει: η ψυχή είναι προορισμένη για τον Θεό όπως η νύφη για τον νυμφίο της· αν η ψυχή δεθεί με αγάπη προς τον κοσμικό πλούτο και τη λάμψη, προς την πολυτέλεια και τις παροδικές απολαύσεις, τότε μοιχεύει απέναντι στον αθάνατο Νυμφίο της, τον Θεό.
«Μην κλέψεις» σημαίνει: μην κλέβεις από την ψυχή προς όφελος του σώματος· μην κλέβεις τον χρόνο, τη φροντίδα και τον κόπο που πρέπει να αφιερώσεις στην ψυχή σου, για να τα δώσεις στο σώμα.
Ο εξωτερικά πλούσιος άνθρωπος γίνεται συνήθως απελπιστικά φτωχός εσωτερικά. Και συνήθως —όχι πάντοτε— κάθε πλούτος του εξωτερικού ανθρώπου σημαίνει λεηλασία του εσωτερικού ανθρώπου: παχύ σώμα — ισχνή ψυχή· πολυτελής ενδυμασία του σώματος — γυμνότητα της ψυχής· λάμψη εξωτερικά — σκοτάδι εσωτερικά· δύναμη εξωτερικά — αδυναμία εσωτερικά.
«Μη ψευδομαρτυρήσεις» σημαίνει: μην προσπαθείς με τίποτε να δικαιολογήσεις την αγάπη σου προς τον πλούτο και την παραμέληση της ψυχής σου, διότι αυτό αποτελεί διαστροφή της αλήθειας του Θεού και ψευδομαρτυρία ενώπιον του Θεού και της συνειδήσεώς σου.
«Τίμα τον πατέρα και τη μητέρα» σημαίνει: μην αποδίδεις τιμή και δόξα μόνο στον εαυτό σου, διότι αυτό θα σε καταστρέψει· τίμα τον πατέρα και τη μητέρα, μέσω των οποίων ήλθες σε αυτόν τον κόσμο, ώστε μέσα από αυτό να μάθεις να τιμάς και τον Θεό, από τον οποίο προέρχεσαι τόσο εσύ όσο και οι γονείς σου.
«Αγάπα τον πλησίον σου» σημαίνει: σε αυτή την κατώτερη σχολή ασκήσεως στο αγαθό, μάθε να αγαπάς τους πλησίον σου, ώστε να ανέλθεις στη βαθμίδα όπου αγαπάται ο Θεός. Αγάπα τους πλησίον σου, διότι αυτή η αγάπη θα σε σώσει από τη φιλαυτία, η οποία μπορεί να σε καταστρέψει. Αγάπα τους άλλους ανθρώπους όπως τον εαυτό σου, ώστε να δαμάσεις και να ταπεινώσεις τον εαυτό σου και να τον εξισώσεις, στα δικά σου μάτια, με τους άλλους ανθρώπους. Διαφορετικά, η υπερηφάνεια που γεννά ο πλούτος θα σε κυριεύσει και θα σε κατακρημνίσει στην κόλαση.
Σε αυτή τη συμβουλή του Κυρίου Ιησού ο πλούσιος νέος απάντησε:

«Όλα αυτά τα φύλαξα από τη νεότητά μου· τι μου λείπει ακόμη;»


Αυτό σημαίνει ότι όλες αυτές οι εντολές τού ήταν γνωστές από την παιδική του ηλικία και ότι τις είχε τηρήσει κατά την εξωτερική, μωσαϊκή τους έννοια.
Για άλλη μια φορά ο πλούσιος νέος πλανήθηκε. Νόμιζε ότι ο Χριστός δεν του είχε πει τίποτε καινούργιο, αλλά απλώς του είχε επαναλάβει τα παλαιά. Στην πραγματικότητα, κάθε παλαιά εντολή αποκτά νέο περιεχόμενο, νέο πνεύμα και νέα ζωή στα χείλη του Χριστού. Σε κάθε εξωτερική εντολή που ο Κύριος Χριστός είχε δώσει στον Ισραήλ μέσω του Μωυσή, ο ίδιος Κύριος Χριστός, κατά τη Νέα Δημιουργία, κατά τη Νέα Αποκάλυψη, δίνει τώρα βαθύτερο εσωτερικό νόημα.
Και αν ο νέος είχε πράγματι εκπληρώσει τις εντολές που αναφέρθηκαν σύμφωνα με το εσωτερικό, χριστιανικό τους νόημα, και όχι μόνο σύμφωνα με το εξωτερικό —όπως τις τηρούσαν τελετουργικά και οι Φαρισαίοι—, η ψυχή του θα ήταν ελεύθερη από τον πλούτο του και δεν θα του ήταν δύσκολο να εκπληρώσει εκείνο που θα του πρότεινε αμέσως μετά ο Κύριος.
Εκείνος όμως είχε εκπληρώσει όλες αυτές τις εντολές όπως και εκείνος ο Φαρισαίος που καυχιόταν ενώπιον του Θεού στην προσευχή του: «Νηστεύω δύο φορές την εβδομάδα, δίνω το δέκατο από όλα όσα έχω». Γι’ αυτό και ήταν, και παρέμεινε, δεμένος με τον πλούτο του σαν μέσα σε έναν παράνομο γάμο, και με κανέναν τρόπο δεν μπορούσε να χωριστεί από αυτόν και να ακολουθήσει τον Χριστό.
«Τι μου λείπει ακόμη;» ρωτά τον Κύριο, αισθανόμενος ήδη ότι βρίσκεται στο κατώφλι της σωτηρίας. Θα πρέπει να περίμενε ότι ο Κύριος θα του έδινε ακόμη μία παρόμοια εντολή, την οποία θα μπορούσε εύκολα να εκπληρώσει.
Ο Κύριος όμως διέβλεπε τη naive, νομικιστική επιφανειακότητά του και τον αγάπησε. Αυτό μας το αναφέρει ο Ευαγγελιστής Μάρκος: «Ὁ δὲ Ἰησοῦς ἐμβλέψας αὐτῷ ἠγάπησεν αὐτόν».
Γιατί ο Κύριος αγάπησε αυτόν τον ατελή νέο; Επειδή η νομικιστική του επιφανειακότητα δεν ήταν κακόβουλη όπως εκείνη των Φαρισαίων και των γραμματέων, αλλά αφελής και καλοπροαίρετη. Παρ’ όλα αυτά, ο Κύριος έπρεπε να του πει την πικρή αλήθεια και να συντρίψει όλες τις αυταπάτες του περί γρήγορης και εύκολης σωτηρίας.

Ο Ιησούς τού είπε:

«Αν θέλεις να είσαι τέλειος, πήγαινε, πούλησε όλα όσα έχεις και δώσε τα στους φτωχούς, και θα έχεις θησαυρό στον ουρανό· και έλα, ακολούθησέ Με».
«Όταν όμως ο νέος άκουσε αυτόν τον λόγο, έφυγε λυπημένος, διότι ήταν πολύ πλούσιος».
Τελικά ο Κύριος τού είπε έναν νέο λόγο, απροσδόκητο και δύσκολο. Κοιτάζοντας αδιάκοπα στο βάθος της καρδιάς του νέου, ο Κύριος τού είπε αυτόν τον νέο λόγο. Και μολονότι γνώριζε εκ των προτέρων ότι ο λόγος Του δεν θα κατόρθωνε να λύσει τον γάμο της ψυχής του νέου με τον επίγειο πλούτο του και να τη νυμφεύσει με τον Θεό, εντούτοις του το είπε τόσο για χάρη εκείνου που Τον ρωτούσε όσο —και ακόμη περισσότερο— για χάρη των μαθητών που άκουγαν.
«Αν θέλεις να είσαι τέλειος».
Αυτό δεν σημαίνει απλώς είσοδο στη Βασιλεία, αλλά και εξουσία μέσα στη Βασιλεία.
«Πήγαινε, πούλησε όλα όσα έχεις».

Δηλαδή: πήγαινε και δείξε ότι είσαι κύριος της περιουσίας σου, η οποία έχει εσένα στην κατοχή της, και όχι εσύ εκείνη. Αληθινά, η περιουσία σου έχει εσένα· δεν έχεις εσύ την περιουσία σου.

Η περιουσία σου μέχρι τώρα αγόραζε λίγο-λίγο την ψυχή σου και την παρέδιδε στον διάβολο· πήγαινε τώρα εσύ και πούλησέ την, και μοίρασέ την σε εκείνους που την χρειάζονται — και τη χρειάζονται όχι ως κύριο, αλλά ως υπηρέτη της ζωής.

Πήγαινε και διάλυσε τον επικίνδυνο και παράνομο δεσμό της ψυχής σου με την περιουσία σου. Πήγαινε και πάρε διαζύγιο από αυτήν. Πήγαινε και ελευθερώσου. Πήγαινε και τράβηξε την ψυχή σου έξω από το βάρος της γης, έξω από τη σκόνη των πραγμάτων, έξω από τον βούρκο των απολαύσεων των πλουσίων, και στρέψε την προς Εμένα.

Χωρίς τίποτε, απολύτως χωρίς τίποτε, στρέψε την προς Εμένα.
Η ψυχή είναι πλουσιότερη όταν δεν έχει τίποτε. Η ψυχή βρίσκεται στη μεγαλύτερη συντροφιά όταν δεν έχει άλλη συντροφιά παρά μόνο τη δική Μου.
«Πούλησε τα πάντα και δώσε τα στους φτωχούς».
Φτωχοί είναι εκείνοι που χρειάζονται τον πλούτο σου, όχι ως στολίδι, όχι ως βάρος, όχι ως κύριο, αλλά ως τον επιούσιο άρτο, ως ανακούφιση της ζωής, ως υπηρέτη και βοηθό.
Και ό,τι δώσεις από υλικό πλούτο θα σου επιστραφεί ως πνευματικός πλούτος.
Ιδού, η ψυχή σου είναι γεμάτη φτωχούς· το ίδιο και η καρδιά σου· το ίδιο και ο νους σου. Σε όλους αυτούς θα έρθει ο πλούτος που χρειάζονται, όταν εσύ αποτινάξεις από πάνω σου τον πλούτο που δεν χρειάζεσαι.
Αλλά γιατί ο Κύριος προστάζει τον πλούσιο να πουλήσει την περιουσία του και να τη μοιράσει στους φτωχούς, και δεν του λέει απλώς: άφησέ τα όλα, μην επιστρέψεις στο σπίτι σου, αλλά έλα και ακολούθησέ Με; Δεν είπε έτσι σε εκείνον που ήθελε να επιστρέψει και να θάψει τον πατέρα του; «Ἄφες τοὺς νεκροὺς θάψαι τοὺς ἑαυτῶν νεκρούς· σὺ δὲ ἀπελθὼν διάγγελλε τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» (Λουκ. 9, 59–60);
Ο Κύριος δεν είπε το ίδιο σε αυτόν τον πλούσιο για δύο λόγους. Πρώτον, επειδή, αν δεν πουλούσε την περιουσία του και δεν τη μοίραζε στους φτωχούς, θα συνέβαινε είτε να πέσουν οι γείτονες πάνω στην εγκαταλελειμμένη περιουσία και να την κλέψουν είτε κάποιος συγγενής του να την κληρονομήσει και να βρεθεί στην ίδια κατάσταση, στην ίδια δουλεία του πλούτου, στην οποία βρισκόταν τώρα ο νέος αυτός. Έτσι λοιπόν είτε οι κλέφτες είτε οι συγγενείς θα έχαναν τις ψυχές τους εξαιτίας της ίδιας εκείνης περιουσίας.
Δεύτερον, στέλνοντάς τον να πουλήσει και να μοιράσει την περιουσία του στους φτωχούς, ο Κύριος θέλει να ξυπνήσει μέσα στον νέο τη φιλανθρωπία, να γεννήσει μέσα του συμπόνια για τους πλησίον και να τον φέρει σε τέτοια θέση ώστε να αισθανθεί την πνευματική χαρά και γλυκύτητα της προσφοράς, της τελέσεως ενός αγαθού έργου. Και για να τον παρακινήσει να το κάνει αυτό, ο Κύριος του παρουσιάζει αμέσως την αιώνια ανταμοιβή, τον αιώνιο θησαυρό στον ουρανό, όπου ούτε σκόρος κατατρώγει ούτε σκουριά φθείρει ούτε κλέφτες κλέβουν.
Ασύγκριτα καλύτερος είναι ο θησαυρός που θα λάβεις από εκείνον που θα εγκαταλείψεις. Διότι τι θα σε ωφελήσει όλος ο επίγειος θησαυρός σου όταν σήμερα ή αύριο πεθάνεις; Αυτός θα χαθεί για σένα σε αυτόν τον κόσμο και θα καταστρέψει εσένα στον άλλο. Ο θησαυρός όμως που θα έχεις στον ουρανό θα σε περιμένει έως ότου χωριστείς από αυτόν τον κόσμο — και αυτό θα γίνει πολύ σύντομα — και δεν θα αφαιρεθεί ποτέ από εσένα ούτε θα χωριστεί από σένα στους αιώνες των αιώνων.
Αφού τον παρηγορεί για τη φαινομενική ζημία σε αυτόν τον κόσμο, παρουσιάζοντάς του τον θησαυρό στον ουρανό, ο Κύριος τελικά καλεί τον νέο:

«Καὶ δεῦρο ἀκολούθει μοι».


Όταν χωριστείς από όλα, τότε ακολούθησέ Με και με τα δύο σου πόδια και με τα δύο σου μάτια. Έτσι όπως είσαι τώρα, δεν μπορείς να Με ακολουθείς με το ένα πόδι και με το άλλο τον πλούτο σου· ούτε μπορείς να κοιτάζεις με το ένα μάτι Εμένα και με το άλλο την περιουσία σου. Όχι· δεν μπορείς να υπηρετείς δύο κυρίους.
Αλλά όλα ήταν μάταια. Ο νέος άκουσε τα πάντα προσεκτικά· κατάλαβε τι του ζητούσαν· τον κυρίευσε βαριά λύπη, διότι ήταν πολύ πλούσιος, και έφυγε — έφυγε και με τα δύο του πόδια και με τα δύο του μάτια προς τον μοιραίο πλούτο του.

Ήταν πολύ πλούσιος!

Δηλαδή ήταν πολύ δεμένος με τον πλούτο του, πολύ αλυσοδεμένος, πολύ αιχμαλωτισμένος και πολύ αδύναμος για να αντισταθεί στα αγκάθια μέσα στα οποία είχε μπλεχτεί. Πράγματι, ήταν σαν τον σπόρο που έπεσε μέσα στα αγκάθια, άρχισε να φυτρώνει δυνατά, αλλά τα αγκάθια τον έπνιξαν και δεν έφερε κανέναν καρπό. Ο μεγάλος πλούτος ήταν σαν ένας τεράστιος θάμνος από αγκάθια γύρω από τον σπόρο της ψυχής του.
Ο Οικοδεσπότης θέλησε να ξεριζώσει τα αγκάθια γύρω από την ψυχή του και να βγάλει την ψυχή του στο φως, ώστε να αναπτυχθεί ελεύθερα· εκείνος όμως δεν το επέτρεψε, δεν μπορούσε, εξαιτίας της κακής συνήθειας, να το επιτρέψει. Ήταν σαν εκείνον τον ναυαγό μέσα στην παραφορτωμένη βάρκα. Ο Κύριος του άπλωσε το πανίσχυρο χέρι Του για να τον σώσει και να τον βάλει στο πλοίο, αλλά εκείνος λυπόταν τα πράγματα που είχε φορτώσει στη βάρκα του.
Και έτσι ο πλούσιος νέος αποχωρίστηκε από τον Χριστό, τον Κυβερνήτη του Πλοίου της Ζωής, και χάθηκε στο πέλαγος, για να βυθιστεί σύντομα και να καταστραφεί — και η βάρκα και ο ίδιος.
Και ο Ιησούς είπε στους μαθητές Του:
«Ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι πλούσιος δυσκόλως εἰσελεύσεται εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν. Πάλιν δὲ λέγω ὑμῖν· εὐκοπώτερόν ἐστι κάμηλον διὰ τρυπήματος ῥαφίδος διελθεῖν ἢ πλούσιον εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ εἰσελθεῖν».
Κανένας λόγος του Κυρίου Ιησού δεν μπορούσε να πέσει μάταια στο χωράφι αυτού του κόσμου. Αν δεν ωφελούνταν από αυτόν εκείνοι προς τους οποίους απευθυνόταν άμεσα, ωφελούνταν εκείνοι προς τους οποίους απευθυνόταν έμμεσα.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο λόγος του Χριστού απευθυνόταν άμεσα στον πλούσιο νέο και έμμεσα στους μαθητές. Ο νέος δεν μπόρεσε να ωφεληθεί από τον λόγο του Κυρίου, αλλά οι μαθητές ωφελήθηκαν. Γι’ αυτό, αφού έφυγε ο νέος, ο Κύριος στρέφεται τώρα προς αυτούς και τους λέει πόσο δύσκολο είναι για έναν πλούσιο να εισέλθει στη βασιλεία των ουρανών.
Ο Κύριος δεν λέει ότι είναι αδύνατο για τον πλούσιο να εισέλθει στη βασιλεία των ουρανών, αλλά ότι είναι δύσκολο, πολύ δύσκολο.
Και ότι δεν είναι αδύνατο για έναν πλούσιο να εισέλθει στη βασιλεία των ουρανών φαίνεται από τα παραδείγματα που αναφέρονται στην Αγία Γραφή. Ο Αβραάμ ήταν πλούσιος, πολύ πλούσιος άνθρωπος· με την πίστη του όμως ήταν περισσότερο δεμένος με τον Θεό παρά με όλο τον πλούτο του, ακόμη περισσότερο και από τον ίδιο τον μονογενή υιό του. «Ἐγώ εἰμι γῆ καὶ σποδός», έλεγε ο Αβραάμ για τον εαυτό του, παρ’ όλο τον πλούτο του.
Πάμπλουτος ήταν και ο δίκαιος Ιώβ, αλλά ο πλούτος του δεν τον εμπόδισε να είναι ταπεινός ενώπιον του Θεού και υπάκουος στον Θεό, τόσο μέσα στη δόξα όσο και μέσα στον πόνο και στην ταπείνωση.
Πλούσιος ήταν και ο Βοόζ, ο προπάππος του Δαβίδ, αλλά με την ελεημοσύνη του ευαρέστησε στον Θεό.
Πλούσιος ήταν και ο Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας, αλλά ο πλούτος του δεν τον εμπόδισε να παραδοθεί ολόκληρος στον Κύριο Ιησού και να προσφέρει κάθε δυνατή υπηρεσία στο νεκρό σώμα του Κυρίου, παραχωρώντας Του ακόμη και τον καινούργιο λαξευτό τάφο που είχε ετοιμάσει για τον εαυτό του.
Και, τέλος, πλούσιοι υπήρξαν αναρίθμητοι άλλοι ευάρεστοι στον Θεό μέσα στην ιστορία της Εκκλησίας· σώθηκαν όμως και κληρονόμησαν τη βασιλεία του Θεού, διότι η καρδιά τους δεν ήταν δεμένη με τον επίγειο πλούτο αλλά με τον Χριστό, θεωρώντας όλον τον επίγειο πλούτο σκόνη και στάχτη.
Ο πλούτος δεν είναι κακός καθ’ εαυτόν, όπως κακό δεν είναι κανένα δημιούργημα του Θεού· κακή είναι η ανθρώπινη προσκόλληση στον πλούτο, στην περιουσία, στα πράγματα· κακά και ολέθρια είναι επίσης τα πάθη και τα ελαττώματα που ο πλούτος καθιστά δυνατά και προκαλεί, όπως: η πορνεία, η λαιμαργία, η μέθη, η φιλαργυρία, η επίδειξη, η καύχηση, η ματαιοδοξία, η υπερηφάνεια, η περιφρόνηση και η ταπείνωση των φτωχών ανθρώπων, η λήθη του Θεού και άλλα, και άλλα.
Λίγοι είναι εκείνοι που έχουν τη δύναμη να αντισταθούν στους πειρασμούς του πλούτου και που μπορούν να εξουσιάζουν τον πλούτο τους χωρίς να γίνουν υπηρέτες και δούλοι του πλούτου.
Πριν απ’ όλα, ο πλούσιος δύσκολα μπορεί να νηστέψει· και χωρίς νηστεία δεν υπάρχει ούτε χαλιναγώγηση του σώματος ούτε ταπείνωση ούτε αληθινή προσευχή. Γι’ αυτό ο Κύριος λέει ότι δύσκολα ο πλούσιος εισέρχεται στη βασιλεία του Θεού.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο φτωχός εισέρχεται εύκολα στη βασιλεία του Θεού. Και η φτώχεια έχει τους δικούς της πειρασμούς, σχεδόν όπως και ο πλούτος.
Ο πλούσιος πρέπει να σώζεται με μεγάλη ελεημοσύνη και ταπείνωση ενώπιον του Θεού· ο φτωχός με μεγάλη υπομονή, αντοχή και αδιάκοπη εμπιστοσύνη στον Θεό.
Δεν σώζεται ούτε ο πλούσιος που είναι ανελεήμων και υπερήφανος ούτε ο φτωχός που γογγύζει για τη μοίρα του και απελπίζεται ως προς τη βοήθεια του Θεού.
Δεν υπάρχουν στον κόσμο πλούσιοι και φτωχοί άνθρωποι τυχαία ή εξαιτίας κάποιας παραλογίας του κόσμου, αλλά σύμφωνα με την πάνσοφη Πρόνοια του Θεού. Μέσα σε μια στιγμή ο Θεός μπορεί να εξισώσει όλους τους ανθρώπους ως προς τον πλούτο· αυτό όμως θα ήταν πραγματική παραφροσύνη. Σε αυτή την περίπτωση οι άνθρωποι θα γίνονταν εντελώς ανεξάρτητοι ο ένας από τον άλλον.
Ποιος τότε θα σωζόταν; Και πώς θα μπορούσε κανείς να σωθεί;
Διότι οι άνθρωποι σώζονται μέσω της αλληλεξαρτήσεώς τους.
Ο πλούσιος εξαρτάται από τον φτωχό και ο φτωχός από τον πλούσιο· ο μορφωμένος εξαρτάται από τον αμόρφωτο και ο αμόρφωτος από τον μορφωμένο· ο υγιής εξαρτάται από τον ασθενή και ο ασθενής από τον υγιή.

Η υλική θυσία ανταμείβεται με πνευματική ανταμοιβή. Η πνευματική θυσία του μορφωμένου ανταμείβεται με την υλική ανταμοιβή του αμόρφωτου. Η σωματική υπηρεσία του υγιούς ανταμείβεται με την πνευματική ανταμοιβή του ασθενούς· και αντιστρόφως: η πνευματική υπηρεσία του ασθενούς —ο οποίος υπενθυμίζει τον Θεό και την Κρίση— ανταμείβεται με τη σωματική υπηρεσία του υγιούς.
Όλα είναι υφασμένα σαν ένα πολύχρωμο χαλί. Ένας μονόχρωμος κόσμος θα τύφλωνε όλα τα μάτια.
Πώς θα έσωζε ο πλούσιος την ψυχή του με την ελεημοσύνη και την ταπείνωση ή πώς θα έχανε την ψυχή του με τη φιλαργυρία και την υπερηφάνεια, αν δεν υπήρχαν φτωχοί;
Πώς θα έσωζε ο φτωχός την ψυχή του με την υπομονή και την αντοχή ή πώς θα την έχανε με τον γογγυσμό, την κλοπή και την αρπαγή, αν δεν υπήρχαν πλούσιοι;
Πώς θα έσωζε ο μορφωμένος την ψυχή του με τη συμπόνια προς τον αμόρφωτο και με τον κόπο του για χάρη του ή πώς θα έχανε την ψυχή του με την υπερήφανη περιφρόνηση του αμόρφωτου, αν δεν υπήρχε στον κόσμο αμόρφωτος;
Πώς θα έσωζε ο αμόρφωτος την ψυχή του με την υπακοή και την πραότητα απέναντι στον μορφωμένο ή πώς θα την έχανε με την ανυπακοή, τον φθόνο και την αγριότητα απέναντι στον μορφωμένο, αν δεν υπήρχε μορφωμένος;
Πώς θα έσωζε ο υγιής την ψυχή του με την πρόθυμη φροντίδα του ασθενούς, με τη συμπόνια και την προσευχή για τον ασθενή, ή πώς θα έχανε την ψυχή του με την αποστροφή προς τον ασθενή, με την αδιαφορία για αυτόν και με την υπερηφάνεια για την υγεία του, αν δεν υπήρχε ασθενής;
Και πώς θα έσωζε ο ασθενής την ψυχή του με την υπομονή και την ευγνωμοσύνη προς τον υγιή ή πώς θα έχανε την ψυχή του με το μίσος και τον φθόνο προς τον υγιή, αν δεν υπήρχε υγιής;
Ο Θεός έδωσε στον άνθρωπο ελευθερία επιλογής, σε κάθε άνθρωπο. Δεν υπάρχει ούτε ένας άνθρωπος στον κόσμο μπροστά στον οποίο να μην είναι ανοιχτοί δύο δρόμοι: ο δρόμος της σωτηρίας και ο δρόμος της απωλείας.

Σε αυτό ακριβώς συνίσταται η ελευθερία του ανθρώπου.

Ο πλούτος μπορεί να σώσει τον πλούσιο και μπορεί να τον καταστρέψει· η φτώχεια μπορεί να σώσει τον φτωχό και μπορεί να τον καταστρέψει· η μόρφωση μπορεί να σώσει τον μορφωμένο και μπορεί να τον καταστρέψει· η αμορφωσιά μπορεί να σώσει τον αμόρφωτο και μπορεί να τον καταστρέψει· η υγεία μπορεί να σώσει τον υγιή και μπορεί να τον καταστρέψει· η ασθένεια μπορεί να σώσει τον ασθενή και μπορεί να τον καταστρέψει.
Όλα εξαρτώνται από την επιλογή του ανθρώπου.
Ο Χριστός ήρθε για να συνετίσει τους ανθρώπους και όχι για να τους εξαναγκάσει. Γι’ αυτό ο Χριστός δεν προστάζει στον νέο: «Μπες στη ζωή!» αλλά λέει: «Εἰ δὲ θέλεις εἰσελθεῖν εἰς τὴν ζωήν»· ούτε του προστάζει: «Γίνε τέλειος!» αλλά: «Εἰ θέλεις τέλειος εἶναι».
Αν θέλεις, εάν επιθυμείς — έτσι μιλά ο Θεός προς ελεύθερα και λογικά όντα.
Ο Θεός θέλει όλοι οι άνθρωποι να βαδίσουν στον ορθό δρόμο και όλοι οι άνθρωποι να σωθούν· όμως, παρά ταύτα, ο δρόμος της απωλείας παραμένει ανοιχτός για τους ανθρώπους.
«Πάλιν δὲ λέγω ὑμῖν», λέει ο Κύριος Ιησούς στους μαθητές, για να τονίσει για δεύτερη φορά ότι είναι δύσκολο για τον πλούσιο να εισέλθει στη βασιλεία του Θεού.
«Εὐκοπώτερόν ἐστι κάμηλον διὰ τρυπήματος ῥαφίδος διελθεῖν ἢ πλούσιον εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ εἰσελθεῖν».
Κάμηλος ονομαζόταν όχι μόνο το ζώο, αλλά και τα χοντρά σχοινιά με τα οποία τα πλοία δένονταν στην ακτή του λιμανιού, ώστε να μην τα παρασύρει ο άνεμος. Αυτά τα χοντρά σχοινιά είχε, κατά τον συγγραφέα, κατά νου ο Κύριος στην περίπτωση αυτή. Ευκολότερο λοιπόν είναι ακόμη και το πιο χοντρό σχοινί να περάσει από την οπή μιας βελόνας παρά να εισέλθει ένας πλούσιος στη βασιλεία του Θεού.
Σχεδόν λοιπόν αδύνατο· και όμως όχι αδύνατο, αλλά εξαιρετικά δύσκολο.
Αυτό το λέει Εκείνος που γνωρίζει καλά την αδυναμία της ανθρώπινης φύσεως και γνωρίζει πόσο εύκολα μπορεί η ανθρώπινη ψυχή να αλυσοδεθεί από τον πλούτο και να προσκολληθεί αξεκόλλητα στη γη.
Όταν το άκουσαν οι μαθητές, έμειναν κατάπληκτοι και έλεγαν:

«Τίς ἄρα δύναται σωθῆναι;»

Γιατί απορούν οι μαθητές, αφού οι ίδιοι είχαν ήδη κάνει εκείνο που δεν μπόρεσε να κάνει ο πλούσιος νέος; Ιδού, αυτοί είχαν εγκαταλείψει τα πάντα και είχαν ακολουθήσει τον Χριστό.
Ο πάνσοφος Χρυσόστομος το εξηγεί θαυμάσια: οι μαθητές δεν φοβούνται για τον εαυτό τους αλλά για τους άλλους ανθρώπους, ανάμεσα στους οποίους υπάρχει μεγάλος αριθμός πλουσίων. Από καθαρή φιλανθρωπία λοιπόν απορούν μπροστά στα φοβερά λόγια του Χριστού.
Εκείνος τους στέλνει στον κόσμο για να σώσουν ανθρώπους. Πώς θα μπορέσουν να σώσουν τόσο μεγάλο αριθμό πλουσίων ανθρώπων στον κόσμο, αφού για τον πλούσιο είναι σχεδόν εντελώς αδύνατο να εισέλθει στη Βασιλεία;
Αυτό το αίσθημα λύπης για τους ανθρώπους βάραινε τότε την ψυχή τους και, κάτω από αυτό το αίσθημα, έθεσαν το παραπάνω ερώτημα:
«Ποιος λοιπόν μπορεί να σωθεί;»
Σαν να ήταν αυτοί πιο ελεήμονες από τον Χριστό! Σαν να ήταν αυτοί περισσότερο φιλάνθρωποι από τον Κύριο, τον ίδιο τον Φιλάνθρωπο!
Και ο Ιησούς, κοιτάζοντάς τους, τους είπε:

«Παρὰ ἀνθρώποις τοῦτο ἀδύνατόν ἐστι, παρὰ δὲ Θεῷ πάντα δυνατά».

Ο Κύριος Ιησούς δεν τους κοίταξε απλώς στο πρόσωπο και στα μάτια, αλλά μέχρι το ίδιο το βάθος της καρδιάς τους. Και εκεί διάβασε την άγνοια και τον φόβο τους. Ιδού, ακόμη δεν γνωρίζουν τη δύναμη του Θεού· γι’ αυτό και φοβούνται τόσο πολύ για την υπόθεση του Θεού.
Εκείνο που είναι αδύνατο για τους ανθρώπους είναι δυνατό για τον Θεό.
Και τι δεν είναι αδύνατο για τους ανθρώπους; Ή, με άλλα λόγια: ποιο αγαθό μπορούν να κάνουν οι άνθρωποι χωρίς τη βοήθεια του Θεού; Κανένα, ποτέ.
Χωρίς τη βοήθεια του Θεού δεν μπορεί να σωθεί ούτε ο φτωχός ούτε ο πλούσιος.

«Χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν», είπε ο Κύριος (Ιω. 15, 5).

Και ο Απόστολος Παύλος, ο οποίος ήταν νεκρός ως προς τον εαυτό του και ζωντανός εν Χριστώ, επιβεβαίωσε αυτά τα λόγια του Κυρίου κατά θετικό τρόπο, λέγοντας:
«Πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντί με Χριστῷ» (Φιλ. 4, 13).
Η χάρη του Αγίου Πνεύματος μπορεί να θερμάνει ακόμη και την καρδιά του μεγαλύτερου πλουσίου, να τον λύσει από τα δεσμά του πλούτου, να τον αποκολλήσει από τη γη και να τον ανυψώσει στην οδό της σωτηρίας.

Για τον Θεό όλα είναι δυνατά.

Ο Θεός μας είναι Θεός παντοδύναμος. Ο πανίσχυρος λόγος Του δημιούργησε τον κόσμο και η πανίσχυρη δεξιά Του συγκρατεί το στερέωμα του ουρανού. Εκείνος, ο Παντοδύναμος, μπορεί αληθινά να σώσει και εμάς που επιθυμούμε τη σωτηρία.
Όποια κι αν είναι η θέση μας πάνω στη γη, όποια κι αν είναι η κατάστασή μας και όποιες κι αν είναι οι περιστάσεις, Εκείνος, ο Παντοδύναμος, μπορεί να μας σώσει.
Και όχι μόνο μπορεί — θέλει κιόλας να μας σώσει.
Παντοδύναμος και Πανάγαθος είναι ο Θεός μας· ας σπεύσουμε να Τον συναντήσουμε. Εκείνος μας καλεί και μας περιμένει. Και χαίρεται μαζί με όλους τους αγίους αγγέλους Του, μόλις μας δει να στρέφουμε το πρόσωπό μας προς Αυτόν.
Ω, ας στρέψουμε λοιπόν το πρόσωπό μας προς Αυτόν και ας σπεύσουμε προς την αληθινή μας πατρίδα, για να συναντήσουμε τον Θεό μας, τον Θεό τον Παντοδύναμο και Πανάγαθο.

Μόνο ας σπεύσουμε, πριν ο θάνατος χτυπήσει την πόρτα και μας πει:

«Είναι αργά!»
Στον Θεό μας, τον Θεό τον Παντοδύναμο και Πανάγαθο, στην ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, στον Πατέρα, στον Υιό και στο Άγιο Πνεύμα, ας είναι η δόξα και ο αίνος τώρα και πάντοτε, σε όλον τον χρόνο και σε όλη την αιωνιότητα.


Αμήν.