Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χάιντεγγερ και Αρεοπαγίτης - Χρήστος Γιανναράς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χάιντεγγερ και Αρεοπαγίτης - Χρήστος Γιανναράς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2026

Χάιντεγγερ και Αρεοπαγίτης - Χρήστος Γιανναράς (31)

Συνέχεια από: Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2026

Χάιντεγγερ καὶ ᾿Αρεοπαγίτης
ή, Περί απουσίας και αγνωσίας του Θεού

Β' - Ο ΑΠΟΦΑΤΙΣΜΟΣ ΩΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΑΓΝΩΣΙΑΣ

4.  Ἡ ἀποφατική γνώση ὡς ἐρωτική κοινωνία (4η συνέχεια)

Τὸ πλήρωμα τῆς ἐκ-στατικῆς ἐρωτικῆς κίνησης τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπο εἶναι ἡ ἐνανθρώπιση τοῦ Λόγου, μὲ τὴν ὁποία ἡ ὅλη τριαδικὴ Θεότητα «τοῖς καθ' ἡμᾶς πρὸς ἀλήθειαν ὁλικῶς ἐν μιᾷ τῶν αὐτῆς ὑποστάσεων ἐκοινώνησεν, ἀνακαλουμένη πρὸς ἑαυτὴν καὶ ἀνατιθεῖσα τὴν ἀνθρωπίνην ἐσχατιάν, ἐξ ἧς ἀρρήτως ὁ ἁπλοῦς Ἰησοῦς συνετέθη καὶ παράτασιν εἴληφε χρονικὴν ὁ ἀΐδιος, καὶ εἴσω τῆς καθ' ἡμᾶς ἐγεγόνει φύσεως, ὁ πάσης τῆς κατὰ πᾶσαν φύσιν τάξεως ὑπερουσίως ἐκβεβηκὼς μετὰ τῆς ἀμεταβόλου καὶ ἀσυγχύτου τῶν οἰκείων ἱδρύσεως»144. Καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς πληρωματικῆς αὐτῆς κίνησης τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπο, εἶναι ἡ δυνατότητα τῆς πληρωματικῆς ἀνταπόκρισης τοῦ ἀνθρώπου στὴ θεία ἐρωτικὴ ἔκ-σταση, ὁ ὑπαρκτικός συντονισμός του μὲ τὸν τρόπο τοῦ ἔνσαρκου στὴν κτιστὴ φύση μας θείου ἔρωτα – τὸν τρόπο τῆς θείας ζωῆς. Ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἐμπειρία μιλάει στὴν περίπτωση αὐτὴ γιὰ θέωση τοῦ ἀνθρώπου: Ὁ ἄνθρωπος ὑπάρχει μὲ τὸν τρόπο τοῦ Θεοῦ, ὑπάρχει ὡς Θεὸς «χωρὶς τῆς κατ᾿ οὐσίαν ταυτότητος»[ΣΑΝ ΘΕΟΣ ΚΑΤ' ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΕΩΣΦΟΡΟΥ.]

Οἱ ᾿Αρεοπαγιτικὲς Συγγραφὲς ὁρίζουν τὸ γεγονὸς τῆς θέωσης καὶ ὡς πλήρωμα τῆς ἀποφατικῆς Θεογνωσίας, πλήρωμα ἀλήθειας καὶ ἐπιστήμης: «Ἡ θέωσίς ἐστιν ἡ πρὸς Θεόν, ὡς ἐφικτόν, ἀφομοίωσίς τε καὶ ἕνωσις... ἡ τῆς ἱερᾶς ἀληθείας ὅρασίς τε καὶ ἐπιστήμη, ἡ τῆς ἑνοειδούς τελειώσεως ἔνθεος μέθεξις, αὐτοῦ τοῦ ἑνὸς ὡς ἐφικτόν»145. Στὰ κείμενα αὐτὰ τοῦ 5ου αἰώνα ἔχουμε ὁριστικὰ διατυπωμένη τὴν ἐμπειρική βεβαιότητα τῆς Ἐκκλησίας, ὅτι ἡ Θεογνωσία ταυτίζεται μὲ τὸ γεγονὸς τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου – μὲ τὸ κατόρθωμα νὰ γίνει ὁ ἄνθρωπος σῶος, ὁλόκληρος, δίχως ἐλλείμματα φθορᾶς, θανάτου ἢ ἀνεκπλήρωτου πόθου. Καὶ αὐτὴ ἡ Θεογνωσία εἶναι τόσο ἀποφατικὴ (ἀνυπότακτη σὲ ἀντικειμενικὲς διατυπώσεις) ὅσο καὶ κάθε ἀληθινὴ ἐρωτικὴ ἕνωση καὶ ἀφομοίωση, ὅσο καὶ κάθε ὁρατὴ ἀμεσότητα ποθούμενου κάλλους.[ΠΛΩΤΙΝΟΣ. Ο ΚΥΡΙΟΣ ΜΕΝΕΙ ΝΑ ΕΡΘΕΙ ΚΑΙ ΝΑ ΑΝΑΚΑΙΝΙΣΕΙ ΤΟΝ ΦΤΩΧΟ ΠΛΑΝΕΜΕΝΟ ΜΕΓΑΛΟΜΑΝΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΑ. ΚΑΘΟΤΙ Ο ΑΡΧΑΙΟΣ ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕ ΤΗΝ ΥΙΟΘΕΣΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΑΚΑΙΝΙΣΗ ΤΟΥ ΝΟΥ ΑΦΗΝΟΝΤΑΣ ΠΙΣΩ ΤΟΥ ΤΟΝ ΠΑΛΑΙΟ ΑΝΘΡΩΠΟ].

Ἡ ἀποφατικὴ γνώση τῶν θείων ἀληθειῶν δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ ἐκφραστεῖ μὲ νοητικές κατηγορίες ἀντικειμενικῶν προσδιορισμῶν, ἀλλὰ μόνο μὲ σημαίνοντα ἐρωτικοῦ πόθου. Ό,τι ἡ φιλοσοφία ὀνομάζει ἄκρο ἀγαθό, εἶναι γιὰ τὴν Ἐκκλησία μετεχόμενο κάλλος: «Καλὸν μὲν εἶναι λέγομεν τὸ κάλλους μετέχον, κάλλος δὲ τὴν μετοχὴν τῆς καλλοποιοῦ τῶν ὅλων καλῶν αἰτίας. Τὸ δὲ ὑπερούσιον καλὸν κάλλος μὲν λέγεται, διὰ τὴν ἀπ᾿ αὐτοῦ πᾶσι τοῖς οὖσι μεταδιδομένην οἰκείως ἑκάστῳ καλλονὴν καὶ ὡς τῆς πάντων εὐαρμοστίας καὶ ἀγλαΐας αἴτιον... καὶ ὡς πάντα πρὸς ἑαυτὸ καλοῦν (ὅθεν καὶ κάλλος λέγεται) καὶ ὡς ὅλα ἐν ὅλοις εἰς ταὐτὸ συνάγον»146. Αν ὁ ᾿Αρεοπαγίτης ὑποτάσσει τὴν κατηγορία τοῦ καλοῦ ἢ ἀγαθοῦ στὸ κάλλος, εἶναι γιατὶ δὲν ἀναγνωρίζει αὐτονομημένες ἀπὸ τὴν ἐμπειρία ἀξίες, νοητικὰ μόνο προσιτές. Τὸ κάλλος εἶναι ἐμπειρική κατηγορία γιὰ τὸν «κλητικό» του χαρακτήρα – ὡς κάλεσμα τῆς ἐρωτικῆς ἐπιθυμίας, τοῦ πόθου γιὰ προσωπική σχέση, κοινωνία καὶ ἕνωση. Οἱ νοητικὲς (μεταφυσικὲς καὶ ἡ θικὲς) ἀξιολογήσεις – «τὰ δοκοῦντα εἰκῆ καλὰ καὶ δίκαια» ἀντιδιαστέλλονται πρὸς τὰ «ὄντως ὄντα» τῶν ὁποίων «ἐρῶσιν» οἱ πιστοὶ147 – πρὸς τὶς ζωτικές πραγματικότητες ποὺ μᾶς καλοῦν σὲ ἕνωση μαζί τους καὶ ἀφομοίωση.

Ολόκληρος ὁ ἐκκλησιαστικὸς βίος τῆς ἑλληνικῆς ᾿Ανατολῆς ἀρθρώνεται γύρω ἀπὸ αὐτὸν τὸν ἄξονα καὶ στόχο τῆς ἀποφατικῆς - ἐρωτικῆς Θεογνωσίας. Ἡ εἰκονογραφία καὶ ὑμνολογία αἰσθητοποιοῦν τὴ θεολογία τοῦ κάλλους, μὲ τὴν τεχνικὴ τῆς παραπεμπτικῆς διάβασης «ἐπὶ τὸ πρωτότυπον» τῆς προσωπικῆς ἀμεσότητας τοῦ εἰκονιζομένου ἢ ὑμνουμένου. Ο μοναχισμός, ἐμφανίζεται ὡς τὸ μέγιστο ἄθλημα ἐρωτικῆς αὐταπάρνησης καὶ ἡ ἄσκηση ὡς ἡ κατεξοχὴν ὁδὸς θεολογικῆς γνώσης, δηλαδή μέθεξης στὸ «κάλλος τοῦ δεσποτικοῦ Προσώπου». Τὸ «τέλος» ἢ ὁ σκοπὸς τῆς ἄσκησης καὶ κάθε θεολογίας εἶναι «ἡ τοῦ νοητοῦ φωτὸς παρουσία», ὅπως γράφουν οἱ ᾿Αρεοπαγιτικές Συγγραφές, «εἰς μίαν ἀληθῆ καὶ καθαρὰν καὶ μονοειδή συνάγουσα γνῶσιν»148. Ἡ ἐμπειρικὴ μέθεξη στὸ ἄκτιστο φῶς τῆς γνώσης τοῦ Θεοῦ θὰ ἐξαρθεῖ ἀργότερα ἀπὸ τὴν παλαμικὴ γραμματεία ὡς ἡ εἰδοποιός διαφορὰ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀπὸ κάθε ἄλλη γνωστικὴ ἐμπειρία.[ΜΟΝΟ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΙΕΡΑΡΧΙΑ ΠΡΟΣΤΕΘΗΚΕ ΣΤΙΣ ΟΥΡΑΝΙΕΣ ΙΕΡΑΡΧΙΕΣ ΜΕ ΕΝΑΝ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟ . ΠΑΙΡΝΕΙ ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΙΝΕΙ ΣΤΟΥΣ ΟΥΡΑΝΟΣ. Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ, ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΑΡΧΙΣΕ ΝΑ ΣΥΓΚΡΟΥΕΤΑΙ ΜΕ ΑΓΟΝΗ ΙΕΡΑΡΧΙΑ Η ΟΠΟΙΑ ΥΠΟΚΡΙΝΕΤΑΙ ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ ΟΤΙ ΔΙΝΕΙ ΤΟΝ ΑΓΙΑΣΜΟ ΤΩΝ ΔΩΡΩΝ.]

Εἰκόνα καὶ τύπος τῆς προσωπικῆς - ἐρωτικῆς μετοχῆς στὴ γνώση εἶναι «ἡ ἱερὰ τῶν ὑπερκοσμίων νόων γνῶσις» ποὺ «ἀκατάληκτον ἔχει τὸν θεῖον ἔρωτα». Ἡ ἔκφραση καὶ μετάδοση αὐτῆς τῆς γνώσης -ὁπωσδήποτε ἐλεύθερης ἀπὸ κάθε ἀναλογικό συσχετισμό- εἶναι μόνο δοξολογικὴ καὶ ὑμνητική. «Τὸ τῆς ἀσιγήτου κραυγῆς ὑπαινίσσεται τὴν αἰώνιον αὐτῶν (τῶν ὑπερκοσμίων νόων) καὶ ἀμετάστατον ἐν συντομία πάσῃ καὶ εὐχαριστίᾳ τῶν θείων ἐπιστήμην καὶ νόησιν»149. Ἡ εὐχαριστιακὴ καὶ δοξολογικὴ αὐτὴ θεολογία θὰ παραμείνει γιὰ τὴν ἐκκλησιαστική συνείδηση τῆς ἑλληνικῆς ᾿Ανατολῆς μέτρο καὶ ὑπόδειγμα τῆς ἐμπειρικῆς γνώσης «τῶν παθόντων καὶ οὐ μόνον μαθόντων τὰ θεῖα».

ΤΕΛΟΣ

Σημειώσεις

144. Περὶ θείων ὀνομάτων 1 ΙV, 592 Α. Νεοελ. μτφρ. Ι. Σ.: «Μὲ τὴ μία ὑπόστασή της (ή Τριάδα) κοινώνησε ἀληθινὰ μὲ τὸ σύνολο τῆς φύσης μας, ἀνακαλώντας στὸν ἑαυτό της καὶ ἀνατάσσοντας τὸν ἀνθρώπινο ξεπεσμό. Κι ἀπὸ τοῦτο πῆρε τὴ σύνθεσή του ὁ ἀσύνθετος Ἰησοῦς κι ἔλαβε τὴ χρονική του διάρκεια ὁ ἄχρονος, κι αὐτὸς ποὺ ἔχει βγεῖ ἔξω ἀπὸ κάθε πειρὰ ὅποιας φύσης ἐγκαταστάθηκε μέσα στη φύση τὴ δική μας μὲ τὴν ἀνάλλαχτη κι ἀσύγχυτη σταθερότητα τοῦ ἑαυτοῦ του» (σελ. 27).
145. Περὶ ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας 1 ΙΙΙ. P.G. 3, 376.
146. Περὶ θείων ὀνομάτων 4 VII, P.G. 3, 701 CD.
147. Περὶ ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας ΙV. Ρ.G. 3, 476 Α.
148. Περὶ θείων ὀνομάτων 4 VI, P.G. 3, 701 B.
149. Περὶ ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας ΙV, P.G. 3, 480 C.

1. Το πρόβλημα της προέλευσης των Πολλών από το Ένα

Πώς το Ένα, νοούμενο ως το Ένα όπως λέμε ότι Είναι, δεν έμεινε στον εαυτό του αυτό που ήταν, αλλά αντίθετα έδωσε γένεση σε κάτι – την πολλαπλότητα, τη δυάδα ή τον αριθμό –, αντλώντας από τον εαυτό του εκείνη την πολλαπλότητα που είναι φανερή στα πράγματα, αλλά την οποία εμείς θεωρούμε ότι πρέπει να ανάγεται σε Αυτό.¹

Και η ίδια η προσπάθεια του Plotino να απαντήσει σε αυτό το πρόβλημα αποτελεί μία από τις κορυφές της μεταφυσικής της αρχαιότητας. Πρόκειται για μια απάντηση που, όπως θα δούμε, είναι απολύτως πρωτότυπη και συνιστά μάλιστα ένα πραγματικό unicum στην ιστορία των ιδεών της Δύσης.

Κατά την επεξεργασία του προβλήματος, ο Plotino καταφεύγει επανειλημμένως σε λαμπρές εικόνες, που δικαίως έγιναν εξαιρετικά διάσημες.

Η πιο διάσημη είναι εκείνη του φωτός. Η προέλευση των πραγμάτων από το Ένα παριστάνεται ως η ακτινοβόληση ενός φωτός από μια φωτεινή πηγή, υπό τη μορφή διαδοχικών κύκλων που βαθμιαία μειώνονται σε λαμπρότητα, ενώ η ίδια η πηγή του φωτός παραμένει αμετάβλητη και δεν φτωχαίνει, παρ’ όλο που απλώνεται ολόγυρα.

Ο πρώτος φωτεινός κύκλος μετά την πηγή του φωτός είναι ο Νους ή Νόηση, δηλαδή η δεύτερη υπόσταση· ο επόμενος κύκλος είναι η Ψυχή, δηλαδή η τρίτη υπόσταση. Ο κύκλος που ακολουθεί ακόμη πιο πέρα σηματοδοτεί τη στιγμή της εξασθένισης του φωτός και συμβολίζει την ύλη, η οποία έχει ανάγκη ακτινοβόλησης, αφού πλέον είναι σκοτάδι:[ UNGRUND]
Μπορούμε πράγματι να φανταστούμε ότι ένα κέντρο ανάβει γύρω του μια περιφέρεια, και πέρα από αυτήν μια άλλη, σαν να ρέει φως από φως. Ωστόσο, πέρα από αυτούς τους κύκλους δεν βρίσκεται πια άλλος που να διαθέτει φως, αλλά ένας που, επειδή δεν έχει δικό του φως, έχει ανάγκη από ξένο. Υπό αυτή την έννοια, είναι όμοιος με έναν τροχό, ή μάλλον με μια σφαίρα, η οποία δέχεται από την τρίτη πηγή, με την οποία συνορεύει, όλη της τη λαμπρότητα. Το μεγάλο φως φωτίζει παραμένοντας όπως είναι και διανέμοντας κανονικά τη λαμπρότητά του· τα άλλα, αντίθετα, ενώνονται μαζί του στην ακτινοβόληση, άλλα παραμένοντας σταθερά, άλλα ελκόμενα κατά το πλείστον από τη λάμψη εκείνων που φωτίζουν (Εννεάδες, IV, 3, 17.)

Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2026

Χάιντεγγερ και Αρεοπαγίτης - Χρήστος Γιανναράς (30)

Συνέχεια από: Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2026

Χάιντεγγερ καὶ ᾿Αρεοπαγίτης
ή, Περί απουσίας και αγνωσίας του Θεού

Β' - Ο ΑΠΟΦΑΤΙΣΜΟΣ ΩΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΑΓΝΩΣΙΑΣ

4.  Ἡ ἀποφατική γνώση ὡς ἐρωτική κοινωνία (3η συνέχεια)

Επιστρέφοντας τώρα στὴν ἀποφατική γνώση, μποροῦμε ἴσως νὰ κατανοήσουμε πληρέστερα τὴν ἐμμονὴ τῶν ᾿Αρεοπαγιτικῶν Συγγραφῶν στὸν ἐρωτικό χαρακτήρα της: Ἡ γνώση εἶναι ἐμπειρία σχέσης – ἡ διατύπωση τῆς γνωστικῆς ἐμπειρίας λειτουργεῖ ὡς «σημεῖο» καὶ «κλήση» γιὰ τὴ σχέση: σημαίνει τὴ γνωστικὴ σχέση καὶ καλεῖ στὴν πραγματοποίησή της. Η πραγματοποίηση τῆς σχέσης ἔχει τὴ δυναμικὴ τοῦ προσωπικού κατορθώματος, προϋποθέτει δηλαδὴ τὴν ἔκ-σταση καὶ ἐλευθερία ἀπὸ κάθε ἀντικειμενικό - φυσικό προκαθορισμό, προκαθορισμὸ ἀτομικότητας – εἶναι γεγονὸς αὐθυπέρβασης καὶ αὐτοπροσφορᾶς πάντοτε μοναδικό, ἀνόμοιο καὶ ἀνεπανάληπτο. Καὶ ἡ φορὰ πρὸς τὴν ἐκ-στατικὴ αὐθυπέρβαση καὶ αὐτοπροσφορά, τὴν κατεξοχὴν σχέση, εἶναι ὁ ἔρωτας.

Ἡ ἀποφατικὴ λοιπὸν Θεογνωσία, ὅπως ὁρίζεται στὶς ᾿Αρεοπαγιτικές Συγγραφὲς καὶ στὴ σύνολη ἑλληνικὴ ἐκκλησιαστική Παράδοση, εἶναι «ἐρωτικὴ θεωνυμία», ἀναφορὰ στὸν Θεὸ ὀνομάτων – συμβόλων καὶ προσδιορισμῶν ποὺ προκύπτουν ἀπὸ τὴν προσωπικὴ - ἐρωτική σχέση μαζί Του. Καὶ ἀκριβῶς ὡς προσωπικὴ ἐμπειρία διαφοροποιεῖται ριζικὰ ἡ ἐρωτικὴ γνώση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἀποφατισμοῦ ἀπὸ τὴν πλατωνικὴ ἀντίληψη τοῦ γνωστικοῦ ἔρωτα. Στὴν πλατωνική διδασκαλία ἡ γνωστικὴ ἐμπειρία ἔχει ὁπωσδήποτε τὴ δυναμικὴ τῆς ἐρωτικῆς μέθεξης στὸ γνωριζόμενο, ἀλλὰ ἡ δυναμική τῆς μέθεξης εἶναι πάντοτε ἀναγωγικὴ στὴν καθολικότητα τῆς «ἰδέας». Ἡ τελικὴ γνώση στὴν ὁποία ὁδηγεῖ ἡ ἐνεργητική κλιμάκωση τῶν «ἐρωτικῶν ἐπαναβασμῶν», εἶναι μέθεξη στὸ ἀπρόσωπο ἀγαθό137, δηλαδὴ εἶναι ἔρωτας χωρὶς προσωπικὴ ἀμοιβαιότητα.

᾿Αντίθετα, στὴν ἐκκλησιαστικὴ παράδοση ποὺ ἐκφράζεται μὲ τὶς ᾿Αρεοπαγιτικὲς Συγγραφές, ἡ προσωπικὴ ἀμοιβαιότητα ἀναδείχνει τὸν ἔρωτα τοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὸν Θεὸ σὲ ἄμεση ἐμπειρία γνωστικῆς σχέσης – διασώζει τὸν «ρεαλισμό» τῆς γνωστικῆς ἐμπειρίας ὡς γεγονότος σχέσης, ἀποτρέπει τὸν ἐγκλωβισμὸ τῆς προσωπικῆς ἐρωτικῆς ἔκ-στασης μέσα στὰ ὅρια τῶν ὅποιων (μυστικιστικῶν) δυνατοτήτων τῆς κτιστῆς φύσης. Γιατὶ ἡ πρώτη κίνηση στὴν ἐρωτικὴ αὐτὴ σχέση καὶ κοινωνία δὲν εἶναι ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ ἀπὸ τὸν Θεό. Ο πληρωματικὸς ἔρως τῆς τριαδικῆς ἀλληλοπεριχώρησης τῶν θείων Προσώπων «οὐκ εἴασεν αὐτὸν ἄγονον ἐν ἑαυτῷ μένειν, ἐκίνησε δὲ αὐτὸν εἰς τὸ πρακτικεύεσθαι κατὰ τὴν ἁπάντων γενητικὴν ὑπερβολήν»138. Αὐτὸς ὁ ἔρως λοιπὸν ὄχι ἁπλῶς καλεῖ τὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο σὲ σχέση ἐρωτικῆς ἀνταπόκρισης, ἀλλὰ εἶναι καὶ ἡ αἰτιώδης ἀρχὴ τοῦ ἀνθρώπινου προσώπου: Ιδρύει καὶ συνιστᾶ (ὑποστασιάζει) τὴν προσωπικὴ ἀναφορικότητα τοῦ ἀνθρώπου ὡς μοναδικὴ ὑπαρκτικὴ δυνατότητα έρωτικῆς ἐπιστρεπτικῆς ἀναφορᾶς τοῦ κτιστοῦ πρὸς τὸν Κτίστη του. «Ο γὰρ ἀγαθοεργὸς ἔρως ἐκίνησε τὸ θεῖον εἰς πρόνοιαν, εἰς σύστασιν ἡμῶν», γράφει ὁ Μάξιμος Ομολογητής σχολιάζοντας τὸν ᾿Αρεοπαγίτη139.

Ἡ εἰδοποιὸς ταυτότητα τῆς χριστιανικῆς ἀποκάλυψης – ὅπως καὶ τῆς ἀποφατικῆς Θεολογίας τῶν ᾿Αρεοπαγιτικῶν Συγγραφῶν – εἶναι αὐτὴ ἡ ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ ὡς «μανικοῦ ἐραστῆ» τῆς σύνολης κτίσης καὶ τοῦ κάθε ἀνθρώπινου προσώπου. Ὁ Θεός, ὄχι ὡς ἀφηρημένη ἰδέα ὑπέρτατου ἀγαθοῦ, ὄχι ὡς ἐννόημα «πρώτης αἰτίας» τῶν ὑπαρκτῶν, οὔτε ὡς τρομοκρατικὴ εἰκόνα ἀμείλικτου δικαιοκρίτη, ἀλλὰ ὁ Θεὸς ὡς Πρόσωπο σὲ «παραφορὰ ἐρωτικῆς ἀγαθότητος» εἶναι τὸ «εὐαγγέλιο» τῆς Ἐκκλησίας, τὸ μήνυμα τῆς ἐμπειρίας της. «Αὐτὸς ὁ πάντων αἴτιος... δι᾽ ὑπερβολὴν τῆς ἐρωτικῆς ἀγαθότητος ἔξω ἑαυτοῦ γίνεται... καὶ οἷον ἀγαθότητι καὶ ἀγαπήσει καὶ ἔρωτι θέλγεται. Καὶ ἐκ τοῦ ὑπὲρ πάντα καὶ πάντων ἐξῃρημένου πρὸς τὸ ἐν πᾶσι κατάγεται κατ᾿ ἐκστατικὴν ὑπερούσιον δύναμιν ἀνεκφοίτητον ἑαυτοῦ. Διὸ καὶ ζηλωτὴν αὐτὸν οἱ τὰ θεῖα δεινοὶ προσαγορεύουσιν, ὡς πολὺν τὸν εἰς τὰ ὄντα ἀγαθὸν ἔρωτα, καὶ ὡς πρὸς ζῆλον ἐγερτικὸν τῆς ἐφέσεως αὐτοῦ τῆς ἐρωτικῆς, καὶ ὡς ζηλωτὴν αὐτὸν ἀποδεικνύντα, ᾧ καὶ τὰ ἐφιέμενα, ζηλωτά, καὶ ὡς τῶν προνοουμένων ὄντων, αὐτῷ ζηλωτῶν»140.

Ἡ ἐμπειρία ποὺ βεβαιώνει τὴν ἐρωτικὴ ἔκ-σταση τοῦ Θεοῦ πρὸς τὴ φύση, θὰ παρέμενε ἕνας γοητευτικὸς λυρισμὸς καὶ μόνο, ἂν ἀπορρίπταμε τὴν ὀντολογικὴ διάκριση τῆς θείας Οὐσίας ἀπὸ τὶς θεῖες Ἐνέργειες – διάκριση ποὺ θεμελιώνει καὶ διευκρινίζει ὡς ὑπαρκτικὸ γεγονὸς τὴν ἐρωτική σχέση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό, καὶ συνιστᾶ ἔτσι τὴν ἐμπειρικὴ προϋπόθεση τῆς ἀποφατικῆς γνώσης.

῎Αγνωστος καὶ ἀπρόσιτος κατὰ τὴν Οὐσία του ὁ Θεὸς («ἐκ τοῦ ὑπὲρ πάντα καὶ πάντων ἐξῃρημένου»), ἀποκαλύπτεται ὡς προσωπικὴ ἐνέργεια ἐρωτικοῦ πόθου γιὰ τὸ κάθε πλάσμα Του («πρὸς τὸ ἐν πᾶσι κατάγεται»), ὡς ἐνεργούμενη «ὑπερβολὴ» ἐρωτικῆς ἀγαθότητας καὶ ζηλωτὴς ἀποκλειστικῆς προσωπικῆς σχέσης. Γίνεται «ἔξω ἑαυτοῦ» ὁ Θεός, ὄχι μόνο μὲ τὸ γεγονὸς τῆς ἐνανθρώπισής Του, ἀλλὰ καὶ μὲ τὸν ἴδιο τὸν τρόπο τῆς ἐκ-στατικῆς Του ὕπαρξης καὶ ἐνέργειας («κατ' έκστατικὴν ὑπερούσιον δύναμιν ἀνεκφοίτητον ἑαυτοῦ») – ὡς ἐνεργούμενη δυνατότητα προσωπικῆς σχέσης καὶ κοινωνίας.

Ἡ ἀποφατικὴ Θεογνωσία, ὡς ἐρωτικὴ θεωνυμία, ἀναφέρεται στὴν ἐκ-στατικὴ141 ἀκριβῶς ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ, στὴν ἐρωτικὴ θέληση τῆς ἀπρόσιτης καὶ ἀκοινώνητης κατὰ τὴν Οὐσία Θεότητας νὰ προσφέρεται ὡς ἐνεργούμενη κλήση σὲ προσωπικὴ σχέση, νὰ γίνεται προσιτὴ καὶ μεθεκτὴ κατὰ τὸν τρόπο τῆς ὕπαρξης καὶ τῆς ζωῆς Της. Καὶ ἡ ἀνθρώπινη ὕπαρξη εἶναι εἰκόνα καὶ φανέρωση τοῦ Θεοῦ, ἐπειδὴ εἶναι καὶ αὐτὴ ὕπαρξη ἐκ-στατική, προικισμένη μὲ τὴν ἐνεργητικὴ ἀναφορικότητα τῆς ἐρωτικῆς αὐθυπέρβασης καὶ αὐτοπροσφορᾶς.

Ὁ ἐκ-στατικὸς χαρακτήρας τοῦ ἀνθρώπινου προσώπου ἀποκαλύπτεται σὲ κάθε ἐρωτικὸ γεγονὸς ἀτομικῆς αὐθυπέρβασης καὶ αὐτοπροσφορᾶς, κατεξοχὴν ὅμως ἐκ-στατικὸς γιὰ τὸν ἄνθρωπο εἶναι ὁ θεῖος ἔρωτας, ὁ ἔρωτας γιὰ τὸ Πρόσωπο τοῦ Θεοῦ: «Ἔστι δὲ καὶ ἐκστατικὸς ὁ θεῖος ἔρως, οὐκ ἐῶν ἑαυτῶν εἶναι τοὺς ἐραστάς, ἀλλὰ τῶν ἐρωμένων», γι᾿ αὐτὸ «καὶ Παῦλος ὁ μέγας, ἐν κατοχῇ τοῦ θείου γεγονὼς ἔρωτος, καὶ τῆς ἐκστατικῆς αὐτοῦ δυνάμεως μετειληφώς, ἐνθέῳ στόματι· Ζῶ ἐγώ φησιν, οὐκ ἔτι, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός· ὡς ἀληθὴς ἐραστὴς καὶ ἐξεστηκώς, ὡς αὐτός φησι, τῷ Θεῷ, καὶ οὐ τὴν ἑαυτοῦ ζῶν, ἀλλὰ τὴν τοῦ ἐραστοῦ ζωήν, ὡς σφόδρα ἀγαπητήν»142.

Ὁ θεῖος ἔρωτας, ἡ θετικὴ ἀνταπόκριση τοῦ ἀνθρώπου στὴν ἐρωτικὴ αὐτοπροσφορὰ τοῦ Θεοῦ, εἶναι τὸ κατεξοχὴν ἐκ-στατικὸ γεγονός, γιατὶ μεταθέτει τὴ ζωὴ ἀπὸ τὴν ὑπαρκτικὴ αὐτάρκεια τῆς ἀτομικότητας στὴ δυναμικὴ τῆς σχέσης, καὶ μάλιστα ὄχι μέσα στὰ ὅρια τῆς κτιστῆς καὶ θνητῆς φύσης, ἀλλὰ ἐκτὸς τῆς φύσεως. Οδηγεῖ ὁ θεῖος ἔρωτας τὴν κτιστὴ φύση σὲ μιὰ προσωπικὴ ἔκ-σταση ἐκτὸς τῶν ὁρίων τῆς ὑπαρκτικῆς αὐτοτέλειας τῆς φύσης – ἀναφέρει τὴ δυνατότητα τῆς ὕπαρξης στὴν ἐλευθερία τῆς σχέσης της μὲ τὸν Θεὸ καὶ ὄχι στὶς ἀναγκαιότητες ποὺ ἐπιβάλλει ἡ αὐτονομία τῆς φύσης.

᾿Αλλὰ καὶ ἡ ἄρνηση τῆς ἐρωτικῆς σχέσης μὲ τὸν Θεὸ εἶναι ἐπίσης ἕνα προσωπικό ὑπαρκτικό γεγονός, μιὰ ἐνεργούμενη ἀναφορὰ τῆς ἐλευθερίας τοῦ προσώπου, ποὺ ὅμως ἀναφέρει τὴν ὕπαρξη ὄχι στὴ σχέση μὲ τὸ Πρόσωπο τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ στὴ μὴ-σχέση, στὴν πραγματικότητα τοῦ κενοῦ ἢ τῆς φυσικῆς ἀπόστασης ἀνάμεσα στὸν Θεὸ καὶ στὸν ἄνθρωπο ἐκτὸς τοῦ τρόπου τῆς ζωῆς. Θὰ μποροῦσε νὰ διαπιστώσει κανεὶς μαζὶ μὲ τὸν Χάϊντεγγερ, ὅτι ἡ ἀνθρώπινη ύπαρξη, παρὰ τὴν ὁποιαδήποτε ἀλλοτρίωσή της, παραμένει ὁπωσδήποτε ἐκ-στατική143. Μένοντας ὅμως ἡ προσωπικὴ ἔκ-σταση δίχως άναφορὰ σὲ κατέναντι Πρόσωπο (δίχως «σημαῖνον» ἀναδυόμενο στὸν «τόπο» τοῦ Ἄλλου, ὥστε ἡ ἔκ-σταση νὰ συνιστᾶ ἐπιθυμία καὶ ἡ ἐπιθυμία σχέση), καταλήγει νὰ εἶναι ἐμπειρία ὑπαρκτικοῦ κενοῦ, ἐμπειρία τοῦ ἀ-λόγου (absurde) τῆς ὕπαρξης.


Σημειώσεις

137. Πρβλ. Συμπόσιον 211b7-69: «τοῦτο γὰρ δὴ ἐστι τὸ ὀρθῶς ἐπὶ τὰ ἐρωτικὰ ἰέναι ἢ ὑπ᾿ ἄλλου ἄγεσθαι, ἀρχόμενον ἀπὸ τῶνδε τῶν καλῶν ἐκείνου ἕνεκα τοῦ καλοῦ ἀεὶ ἐπανιέναι, ὥσπερ ἐπαναβασμοῖς χρώμενον, ἀπὸ ἑνὸς ἐπὶ δύο καὶ ἀπὸ δυοῖν ἐπὶ πάντα τὰ καλὰ σώματα, καὶ ἀπὸ τῶν καλῶν σωμάτων ἐπὶ τὰ καλὰ ἐπιτηδεύματα, καὶ ἀπὸ τῶν ἐπιτηδευμάτων ἐπὶ τὰ καλὰ μαθήματα, καὶ ἀπὸ τῶν μαθημάτων ἐπ᾿ ἐκεῖνο τὸ μάθημα τελευτῆσαι, ὅ ἐστιν οὐκ ἄλλου ἢ αὐτοῦ ἐκείνου τοῦ καλοῦ μάθημα, καὶ γνῷ αὐτὸ τελευτῶν ὁ ἔστι καλόν». – Βλ. καὶ Α. J. FESTU-GIÈRE, Contemplation et vie contemplative Selon Platon, Paris (Vrin) 1967, σελ. 228 κ.ε. – I. WIPPERN, Eros und Unsterblichkeit in der Diotima - Rede des Symposions, στὸν τόμο: Synusia, Festgabe W. Schadewaldt, 1965, σελ. 123-159.

138. Περὶ θείων ὀνομάτων 4. Χ, Ρ.G. 3, 708 Β. Νεοελ. μτφρ. Ι. Σ.: «... δὲν τὸν ἄφησε (τὸν Θεὸς νὰ μένει ἄγονος μέσα στὸν ἑαυτό του· τὸν ἐκίνησε νὰ πραγματωθεῖ κατὰ τὴ δημιουργικὴ πλησμονὴ τῶν ὅλων» (σελ. 67).

139. Σχόλια εἰς τὸ Περὶ θείων ὀνομάτων, P.G. 4, 261 В.

140. Περὶ θείων ὀνομάτων 4 ΧΙΙΙ, Ρ.G. 3, 712 ΑΒ. Νεοελ. μτφρ. Ι. Σ.: «Κι ὁ ἴδιος ὁ αἴτιος τῶν πάντων... ἀπὸ τὴν ὑπερβολὴ τῆς ἐρωτικῆς ἀγαθότητάς του, γίνεται ἔξω ἀπὸ τὸν ἑαυτό του... καὶ εἶναι σὰ νὰ γοητεύεται ἀπὸ τὴν ἀγαθότητα καὶ τὴν ἀγάπη καὶ τὸν ἔρωτα. Καὶ ἀπὸ τὴν ἀφαίρεσή του ἀπὸ ὅλα καὶ πέρα ἀπὸ ὅλα κατεβαίνει στη συνάφεια μὲ ὅλα, σύμφωνα μὲ μιὰ ἐκ-στατικὴ ὑπερούσια δύναμη ποὺ δὲν τὸν ἐγκαταλείπει. Γι' αὐτὸ καὶ οἱ δεινοὶ στὰ θεῖα τὸν προσαγορεύουν ζηλωτή, γιατί τρέφει πολὺν ἀγαθὸ ἔρωτα πρὸς τὰ ὄντα κι ἔχει ζῆλο ποὺ διεγείρει τὴν ἐρωτικὴ ἐπιθυμία του καὶ παρουσιάζει τὸν ἑαυτό του ὡς ζηλωτή, γιὰ τὸν ὁποῖο εἶναι ἄξια τοῦ ζήλου του κι αὐτὰ ποὺ εἶναι ἀξιοζήλευτα κι αὐτὰ ποὺ περιβάλλει μὲ τὴν πρόνοιά του» (σελ. 69, 71).

141. Απὸ τὸ ἐξίσταμαι, έξω-ἵσταμαι – ek-sistieren, κατὰ τὴ μεταγραφὴ τοῦ ὄρου ἀπὸ τὸν Χάϊντεγγερ, που καταλήγει στη γραφή Ek-sistenz, ἀντὶ τοῦ καθιερωμένου Existenz, γιὰ τὸν προσδιορισμὸ τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης.

142. Περὶ θείων ὀνομάτων 4 ΧΙΙΙ, Ρ.G. 3, 712 Α. Νεοελ. μτφρ. Ι. Σ.: «Ὁ θεῖος ἔρωτας εἶναι καὶ ἐκ-στατικός, καὶ δὲν ἀφήνει τοὺς ἐραστὲς νὰ ἀνήκουν στὸν ἑαυτο τους, ἀλλὰ τοὺς κάνει νὰ ἀνήκουν στοὺς ἀγαπημένους τους... Γι' αὐτὸ κι ὁ μεγάλος Παῦλος, ὅταν κυριεύτηκε ἀπὸ τὸν θεϊκὸ ἔρωτα καὶ γέμισε ἀπὸ τὴν ἐκ-στατική του δύναμη, εἶπε μὲ ἔνθεη γλώσσα· Δὲν ζῶ πιὰ ἐγώ, μέσα μου ζεῖ ὁ Χριστός. Ἦταν ἀληθινὸς ἐραστὴς σὲ ἔκσταση γιὰ χάρη τοῦ Θεοῦ, ὅπως λέει ὁ ἴδιος, ποὺ δὲν ζοῦσε τὴ δική του ζωή, ἀλλὰ τὴ ζωὴ τοῦ ἀγαπητού του, ποὺ ἦταν ἀπέραντα ποθητή» (σελ. 69).

143. «Der Mensch ek-sistiert antwortet auf die Frage nach dem «Wesen» des Menschen: Über den Humanismus, σελ. 16.

Χάιντεγγερ και Αρεοπαγίτης - Χρήστος Γιανναράς (29)

 Συνέχεια από: Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2026

Χάιντεγγερ καὶ ᾿Αρεοπαγίτης
ή, Περί απουσίας και αγνωσίας του Θεού

Β' - Ο ΑΠΟΦΑΤΙΣΜΟΣ ΩΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΑΓΝΩΣΙΑΣ

4.  Ἡ ἀποφατική γνώση ὡς ἐρωτική κοινωνία (2η συνέχεια)

«᾿Αμυδρὸν ἀπήχημα» τῆς θείας τριαδικῆς «ἀλληλοπεριχώρησης» συνιστᾶ καὶ κάθε ἀνιδιοτελὴς ἀνθρώπινος ἔρωτας «οὐκ ἐῶν ἑαυτῶν εἶναι τοὺς ἐραστάς, ἀλλὰ τῶν ἐρωμένων»132. Ὁ ἄνθρωπος ἀνταποκρίνεται στὴν «κατ' εἰκόνα Θεοῦ» δημιουργία του, στὸ ποσοστὸ ποὺ πραγματοποιεῖ τὴν ὕπαρξή του ὡς ἐρωτικὴ αὐθυπέρβαση καὶ αὐτοπροσφορά, δηλαδὴ στὸ ποσοστὸ ποὺ ἀνταποκρίνεται στὸν προσωπικό τρόπο τῆς ὑπάρξεως. Γιατὶ τὸ πρόσωπο εἶναι μιὰ κατηγορία καταρχὴν ἐρωτικὴ καὶ ὁ ἔρωτας μιὰ καταρχὴν προσωπική κατηγορία. Καὶ ἐπειδὴ ἡ ἀνθρώπινη φύση ὑπάρχει μόνο ὡς πραγματικότητα προσωπικῶν ὑποστάσεων, ὅταν τὰ πρόσωπα ἀληθεύουν στὴν ἀμοιβαία ἐρωτική τους αὐτοπροσφορά, τότε ἡ ὑπαρκτική τους «ἀλληλοπεριχώρηση» πραγματοποιεῖ καὶ φανερώνει τὴν καθολικὴ «ἑνοείδεια» τῆς φύσης, τὴν ἑνοειδὴ καθολικότητα τῆς φύσης.[ΑΝΑΛΟΓΙΕΣ ΤΟ ΜΥΑΛΟ ΜΟΥ ΒΑΣΑΝΙΖΟΥΝΕ ΠΟΛΛΕΣ ΚΑΙ ΤΡΕΛΛΕΣ.ΤΟΤΕ ΓΙΑΤΙ Η ΕΝΣΑΡΚΩΣΗ;  Η ΑΝΑΚΑΙΝΙΣΗ ΤΟΥ ΚΑΤ'ΕΙΚΟΝΑ; ΓΙΑΤΙ Η ΠΤΩΣΗ;]

᾿Αντίθετα, αὐτὸ ποὺ «τὰ πλήθη» καταλαβαίνουν ὡς ἔρωτα, εἶναι ἡ ἀλλοτρίωση τοῦ ἔρωτα (ἀλλοτρίωση τῆς ζωῆς, τοῦ τρόπου τῆς ὑπάρξεως) μετὰ τὴν πτώση. Εἶναι ἡ «ἔκπτωσις» τοῦ «ὄντως ἔρωτος» ποὺ «μερίζει», «διαιρεῖ», «τεμαχίζει» τὴ φύση, γιατὶ ὑπηρετεῖ τὴν ὑπαρκτικὴ αὐτοτέλεια τῶν ἀτομικοτήτων, τὴν ἐπιθυμία ἡδονῆς κάθε ἀτόμου. Ἡδονὴ εἶναι ἡ ἀπρόσωπη αὐτοϊκανοποίηση τῆς φύσης, ἡ ἐφήμερη ἱκανοποίηση τῆς ὑπαρκτικῆς της αὐτοτέλειας, ποὺ ἐπιβάλλεται στὸ ἄτομο ὡς ἀναγκαιότητα, ὡς ἐνστικτώδης φορὰ αὐτοπολλαπλασιασμοῦ τῆς φύσης. Αὐτοπολλαπλασιαζόμενη ἡ φύση ὑπάρχει καθεαυτήν, ὡς ἄθροισμα θνητῶν ἀτομικοτήτων, ἀντλεῖ τὴν ὕπαρξη ἀπὸ τὴ δυναμικὴ τῶν δικῶν της λειτουργιῶν καὶ ὄχι ἀπὸ τὴν προσωπικὴ ἔκ-σταση πέρα ἀπὸ τὶς ὑπαρκτικὲς δυνατότητες τοῦ κτιστοῦ.[Ο ΙΕΡΟΣ ΓΑΜΟΣ ΜΑΣ ΜΑΡΑΝΕ! ΕΚΛΕΚΤΙΚΕΣ ΣΥΓΓΕΝΕΙΕΣ ΤΟΥ ΓΚΑΙΤΕ ΕΙΣΑΓΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΚΛΕΚΤΟΥΣ]

Μὲ αὐτὴ τὴν ἔννοια εἶναι «σωματοπρεπής» ὁ ἔρωτας μετὰ τὴν πτώση: Δὲν συγκεφαλαιώνει τὴ φύση στὴν προσωπική ἔκ-σταση ἀπὸ τὴ φύση, ἀλλὰ ὑποτάσσεται στὴν αἰσθητὰ ἀτομική (σωματική) αὐτοτέλεια καὶ ὑπαρκτικὴ αὐτάρκεια τῆς φύσης, σὲ ὅ,τι ὀνομάζουμε «βιολογικὴ ἀνάγκη», δηλαδὴ στὴν ὁρμὴ αὐτοσυντήρησης καὶ πλασματικῆς «διαιώνισης» τῆς φύσης.[ΔΗΛ. ΟΙ ΔΕΡΜΑΤΙΝΟΙ ΧΙΤΩΝΕΣ. ΜΑΣ ΜΕΙΩΣΕ ΤΗΝ ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ Ο ΘΕΟΣ, ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΤΙΜΗΣΕ Ο ΕΩΣΦΟΡΟΣ. ΑΝΑΚΟΥΦΙΣΤΙΚΟ!]

Ὅμως, ἀκόμα καὶ αὐτὸς ὁ «σωματοπρεπής» ἔρωτας φαίνεται νὰ διασώζει μετὰ τὴν πτώση μιὰ σαφὴ ἀντανάκλαση τοῦ προσωπικοῦ τρόπου τῆς ὑπάρξεως. Γιατὶ δὲν παύει νὰ εἶναι ὁρμὴ καὶ φορὰ ἕνωσης μὲ τὸν ἄλλον. Ἔστω καὶ ὡς ὠμὴ ἐγωκεντρικὴ ἐπιθυμία ἡδονῆς, εἶναι ταυτόχρονα καὶ ἐνεργητική φορὰ σχέσης ποὺ παραμένει ἀτελέσφορη, χωρὶς ὅμως νὰ χάνει καὶ τὴ δυναμικὴ τῆς ἀναφορᾶς. Στόχος τῆς ἐπιθυμίας εἶναι ὁ σωματικός συντονισμὸς μὲ τὸν ἄλλον στὴ λειτουργία που δημιουργεῖ ζωὴ (ἑτερότητες προσωπικῶν ὑποστάσεων) καὶ ποὺ δὲν μπορεῖ ποτὲ νὰ εἶναι ἀτομικὴ αὐτὴ ἡ λειτουργία, ἀλλὰ μόνο φυσική συνουσία ποὺ διασώζει κάτι ἀπὸ τὴν ἑνοειδὴ καθολικότητα τῆς ἄπτωτης φύσης καὶ τῆς ὄντως ζωῆς.

Ταυτόχρονα ἀποκαλύπτει ὁ ἔρωτας, ἀκόμα καὶ ὁ «σωματοπρεπής», μιὰν ἀντανάκλαση καὶ τοῦ καθολικοῦ τρόπου τῆς θείας Ενέργειας μέσα στὸν κόσμο: τῆς δημιουργικῆς – ἀγαπητικῆς Ἐνέργειας ποὺ συνιστᾶ τὴν ὕλη, τὴ ζωὴ καὶ τὴν προσωπικὴ ἑτερότητα, ἀλλὰ καὶ τῆς προνοητικῆς Ἐνέργειας ποὺ συνέχει καὶ συντονίζει τὰ ὑπαρκτὰ σὲ μιὰ ἑνοποιό φορά δυναμικῆς ἀλληλουχίας. Διότι «τὸν ἔρωτα, εἴτε θεῖον, εἴτε ἀγγελικόν, εἴτε νοερόν, εἶτε ψυχικόν, εἴτε φυσικὸν εἶποιμεν, ἑνωτικήν τινα καὶ συγκρατικὴν ἐννοήσωμεν δύναμιν, τὰ μὲν ὑπέρτερα κινοῦσαν ἐπὶ πρόνοιαν τῶν καταδεεστέρων, τὰ δὲ ὁμόστιχα πάλιν εἰς κοινωνικὴν ἀλληλουχίαν, καὶ ἐπ᾿ ἐσχάτων τὰ ὑφειμένα πρὸς τὴν τῶν κρειττόνων καὶ ὑπερκειμένων ἐπιστροφήν»133.[ΣΩΣΤΗ Η ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΕΝΣΑΡΚΩΣΕΩΣ. Ο ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΤΑ ΑΠΟΛΩΛΟΤΑ. ΟΙ ΕΚΛΕΚΤΟΙ ΔΕΝ ΤΗΝ ΧΡΕΙΑΖΟΝΤΑΙ]
Αὐτὴ ἡ ἐνοποιητικὴ δύναμη τοῦ ἔρωτα, σὲ ἀντίθεση πρὸς τὴ φορὰ ὑπαρκτικῆς αὐτοτέλειας τῶν ἀτομικοτήτων μετὰ τὴν πτώση, εἶναι ἡ δυναμικὴ τῆς ζωῆς ποὺ δὲν ἐκλείπει μεταπτωτικά, ἀλλὰ ἐξακολουθεῖ νὰ διασώζει τὴν εἰκόνα τοῦ τριαδικοῦ πρωτοτύπου τῆς ζωῆς μέσα στὰ ὅρια τοῦ κτιστοῦ.[ΑΓΑΠΑ ΚΑΙ ΚΑΝΕ Ο,ΤΙ ΘΕΣ] Εἶναι ἡ ἴδια φορὰ ποὺ συντηρεῖ τόσο τὴ βιολογικὴ ζωή, ὅσο καὶ τὴ δυνατότητα τῆς ἀναφορᾶς τοῦ ἀνθρώπου στὸν Θεό. Ο συγγραφέας τῶν ᾿Αρεοπαγιτικῶν παραθέτει τὸ χωρίο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης: «ἐπέπεσεν ἡ ἀγάπησίς σου ἐπ᾿ ἐμὲ ὡς ἡ ἀγάπησις τῶν γυναικῶν»134, γιὰ νὰ ὑποδηλώσει ἀκριβῶς τὴν ταυτότητα τῆς ἐρωτικῆς ἐπιθυμίας: Εἶναι ἴδια ἡ ἀγαπητική δύναμη καὶ ἑνοποιὸς φορὰ ποὺ ἐμπνέει τόσο τὸν ἀνθρώπινο ἔρωτα ὅσο καὶ τὸν ἔρωτα γιὰ τὸν Θεό135. Ὁ πόθος γιὰ τὸ ἀνθρώπινο ἑτερόφυλο πρόσωπο, ὅταν δὲν εἶναι κτητικὴ μανία, εἶναι πόθος γιὰ τὸ πλήρωμα τῆς ζωῆς – γιατὶ αὐτὸ τὸ πλήρωμα ὑπόσχεται καὶ σὲ αὐτὸ στοχεύει κάθε ἀμοιβαιότητα ἐρωτικῆς ἐπιθυμίας. [ΤΟΝ ΝΥΜΦΩΝΑ ΣΟΥ ΒΛΕΠΩ...ΚΑΙ ΕΝΔΥΜΑ ΟΥΚ ΕΧΩ...ΚΑΙ ΘΑ ΜΕ ΠΕΤΑΞΟΥΝ ΕΞΩ]

῾Ἡ δίψα τῆς ζωῆς εἶναι σπαρμένη μέσα στὴν ἴδια τὴ φύση μας, σὲ κάθε ἐλάχιστη πτυχὴ τῆς ὕπαρξής μας, καὶ εἶναι δίψα ἀδυσώπητη γιὰ σχέση, δηλαδὴ γιὰ ἀμοιβαιότητα αὐτοπαραίτησης καὶ αὐτοπροσφορᾶς. Κι ἂν ἡ ἐμπειρία μας βεβαιώνει ὅτι κάθε ἀνθρώπινος ἔρωτας ὁδηγεῖται τελικὰ στὴν ἀποτυχία προσπέλασης τοῦ πληρώματος τῆς ζωῆς, εἶναι ἀκριβῶς γιατὶ ἡ μεταπτωτική μας φύση ἀδυνατεῖ νὰ μοιράζεται τὴ ζωή, ἀδυνατεῖ νὰ ὑπάρχει μὲ τὸν τρόπο τῆς σχέσης. Ὅμως γι' αὐτὸ καὶ κάθε ἀνθρώπινος ἔρωτας, μέσα ἀπὸ τὴν ἀποτυχία του, παραπέμπει τελικὰ στὸν μόνο πληρωματικό του στόχο, ποὺ εἶναι ὁ ἔρωτας γιὰ τὸ Πρόσωπο τοῦ Θεοῦ, ἡ μετοχὴ στὸ πλήρωμα τῆς δικῆς Του ζωῆς – τῆς ὄντως ζωῆς.[ΩΡΑΙΟ ΘΕΤΙΚΟ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ]

Καὶ αὐτὴ ἡ παραπομπὴ στὸν θεῖο ἔρωτα δὲν παύει νὰ εἶναι περισσότερο ή λιγότερο ἔκδηλη σὲ κάθε μορφὴ ἐρωτικοῦ πόθου, σὲ κάθε ἀποτυχία τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἐρωτευθεῖ ὅπως ὁλόκληρη ἡ ὕπαρξή του ποθεῖ[ΝΑ ΤΟΝ ΕΡΩΤΕΥΘΟΥΝ. ΚΑΙ ΣΥΜΠΛΕΚΟΝΤΑΙ ΟΙ ΠΟΘΟΙ] – ἀκόμα καὶ στὴν ἔσχατη ἔκπτωση καὶ ἀποτυχία τοῦ ἔρωτα. Στὶς ᾿Αρεοπαγιτικές Συγγραφές συναντᾶμε ἕνα ἐκπληκτικὸ ἀπόσπασμα που τολμάει νὰ διαβλέπει «ἀμυδρὸν ἀπήχημα τοῦ ἀγαθοῦ» ἀκόμα καὶ στὸν ἀκόλαστο βίο, στὴν τραγικὴ περιπέτεια τῆς ἄλογης ἐρωτικῆς ἀπληστίας. «Ὁ ἀκόλαστος, λέει τὸ ἀπόσπασμα, εἰ καὶ ἐστέρηται τἀγαθοῦ κατὰ τὴν ἄλογον ἐπιθυμίαν, ἐν τούτῳ μὲν οὔτε ἐστίν, οὔτε ὄντως ἐπιθυμεῖ, μετέχει δ᾽ ὅμως τἀγαθοῦ κατ᾿ αὐτὸ τὸ τῆς ἑνώσεως καὶ φιλίας ἀμυδρὸν ἀπήχημα... Καὶ αὐτὸς ὁ τῆς χειρίστης ζωῆς ἐφιέμενος, ὡς ὅλως ζωῆς ἐφιέμενος, καὶ τῆς ἀρίστης αὐτῷ δοκούσης, κατ᾿ αὐτὸ τὸ ἐφίεσθαι, καὶ ζωῆς ἐφίεσθαι, καὶ πρὸς ἀρίστην ζωὴν ἀποσκοπεῖν, μετέχει τἀγαθοῦ»136.[ΜΕ ΤΗΝ ΕΚΣΤΑΣΗ]

᾿Ακολασία εἶναι ἡ ἄλογη ἐπιθυμία, ἡ ἐπιθυμία ποὺ ἀρνεῖται ἢ παρακάμπτει τὸν λόγο, δηλαδὴ τὴ σχέση – ἡ ἐπιθυμία ὡς ἐγωκεντρικὴ μόνο ἀπαίτηση. ᾿Αλλὰ καμιὰ ἔκφραση τῆς ζωῆς δὲν ἐξαντλεῖται σὲ κάποιο ὁριστικὸ σχῆμα, γι' αὐτὸ καὶ ἡ ἄλογη ἐπιθυμία, ἔστω καὶ παρακάμπτοντας τὴ σχέση, δὲν χάνει τὸν χαρακτήρα τῆς ἐπιθυμίας, δὲν παύει δηλαδὴ νὰ ἔχει μιὰν ἀναφορικότητα, νὰ διασώζει κάποιο ἀμυδρὸ ἀπήχημα τῆς φορᾶς πρὸς τὴν ἕνωση μὲ τὸν ἄλλον, πρὸς τὴν φιλία (τὴν ἔφεση καὶ τὸν πόθο τῆς ἕνωσης)[ΕΓΩ ΚΙ'ΕΣΥ ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΝΑ ΚΑΘ'ΟΜΟΙΩΣΙΝ].

Κριτήριο μετοχῆς στὸ ἀγαθό, δηλαδὴ στὴ ζωή, εἶναι ἡ φορὰ πρὸς τὴν ἕνωση καὶ τὴ φιλία. Καὶ αὐτὴ ἡ φορὰ διασώζεται σὲ κάθε ἐπιθυμία ζωῆς, ἔστω καὶ τῆς χείριστης ζωῆς, ἀκριβῶς ἐπειδὴ ἡ ἐπιθυμία εἶναι πάντοτε ἀναφορική, καὶ γι' αὐτὸ διασώζει, περισσότερο ή λιγότερο, τὴ δυναμικὴ τῆς προσωπικῆς ἔκ-στασης ἀπὸ τὴν ὑπαρκτικὴ αὐτάρκεια τῆς φύσης. Ἡ ἐπιθυμία εἶναι πόθος καὶ δίψα, πληρότητας, ἑπομένως ἐπίγνωση ἀνεπάρκειας ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ ἱκανοποιηθεῖ παρὰ μόνο ἀπὸ κάποιον ἢ ἀπὸ κάτι «ἄλλο», ἔξω ἀπὸ τὴν ἀτομικότητα – καὶ πρὸς αὐτὴ τὴν πλήρωση, ἔστω καὶ ἀνέφικτη, μᾶς «φέρει» καὶ μᾶς ὠθεῖ ἡ ἐπιθυμία.

Αν δεχθοῦμε αὐτὲς τὶς διαπιστώσεις, θὰ πρέπει νὰ συμπεράνουμε ὅτι ἀντίπαλος πόλος τῆς ζωῆς –πόλος θανάτου– εἶναι μόνο ἡ ὑπαρκτικὴ αὐτάρκεια τῆς φυσικῆς ἀτομικότητας, μόνη αὐτὴ ἀποκλείει ἀπὸ τὴ ζωή. Καὶ ἡ ἐμπειρία μᾶς διδάσκει ὅτι μιὰ τέτοια αὐτάρκεια εἶναι πολὺ δύσκολο, ἂν ὄχι ἀδύνατο, νὰ χαρακτηρίζει τὶς βιολογικές λειτουργίες τῆς ἀτομικότητας, ἐνῶ ἡ ψευδαίσθηση τῆς αὐτάρκειας συνοδεύει συχνότατα τὴν ἠθικὴ καὶ θρησκευτικὴ συνείδηση τοῦ ἀτομικοῦ ἀνθρώπου. Αν λοιπὸν ἡ ἐπιθυμία εἶναι ἔρωτας ζωῆς καὶ ὁδὸς πρὸς τὴ ζωή, ἡ ψευδαίσθηση τῆς ἀτομικῆς αὐτάρκειας, δηλαδὴ ὁ ἀνέραστος βίος, εἶναι ὁδὸς θανάτου – ἔστω κι ἂν ὁ βίος εἶναι ἀνέραστος ἐξ αἰτίας μιᾶς ἠθικῆς ἢ καὶ θρησκευτικῆς ἀτομικῆς «πληρότητας».[ΣΤΑ ΜΑΡΜΑΡΕΝΙΑ ΑΛΩΝΙΑ ΠΟΙΟΣ ΠΑΛΕΥΕΙ; ]

Σημειώσεις

132. Περὶ θείων ὀνομάτων 4 ΧΙΙΙ, Ρ.G. 3, 712 Α. Νεοελ. μτφρ. I. Σ.: «Δὲν ἀφήνει τοὺς ἐραστὲς ν' ἀνήκουν στὸν ἑαυτό τους, ἀλλὰ τοὺς κάνει νὰ ἀνήκουν στοὺς ἀγαπημένους τους» (σελ. 69).
133. Περὶ θείων ὀνομάτων 4. ΧV, Ρ.G. 3, 713 ΑΒ. Νεοελ. μτφρ. Ι.Σ.: «Τὸν ἔρωτα εἴτε τὸν ποῦμε θεϊκό, εἴτε ἀγγελικό, εἴτε νοερό, εἴτε ψυχικό, εἴτε φυσικό, ἂς τὸν ἐννοήσουμε ὡς μιὰ ἑνοποιὸ καὶ συγκρατητική δύναμη, ποὺ ὠθεῖ τὰ ἀνώτερα στὴν πρόνοια τῶν κατωτέρων, τὰ ὁμότιμα σὲ μιὰ ἀλληλουχία κοινωνίας μεταξύ τους, καὶ τέλος τὰ ὑποδεέστερα πρὸς τὴν ἐπιστροφή τους στὰ ἰσχυρότερα καὶ ἀνώτερα» (σελ. 71).
134. Β΄ Βασιλ. 1, 26.
135. Πρβλ. καὶ ΙΩΑΝΝΟΥ ΣΙΝΑΙΤΟΥ, Κλίμαξ, κεφ. Α' στ. 6: «Ο ὄντως ἐρῶν, ἀεὶ τοῦ φιλουμένου φαντάζεται τὸ πρόσωπον καὶ τοῦτο ἔνδον ἐνηδόνως περιπτύσσεται. Ο τοιοῦτος οὐκέτι οὐδὲ καθ' ὕπνους ἠρεμεῖν τοῦ πόθου δύναται, ἀλλὰ κἀκεῖ τῷ ποθουμένῳ προσαδολεσχεῖ. Οὕτως ἐπὶ σωμάτων, οὕτως ἐπεὶ ἀσωμάτων πέφυκε γίνεσθαι» (ἡ ὑπογράμ. δική μου).
136. Περὶ θείων ὀνομάτων 4, ΧΧ, P.G. 3, 720 BC. Νεοελ. μτφρ. Ι. Σ.: «Ὁ ἀκόλαστος, ἂν καὶ στερεῖται τὸ ἀγαθὸ κατὰ συνέπεια τῆς ἄλογης ἐπιθυμίας του, οὔτε ὑπάρχει οὔτε καὶ ἐπιθυμεῖ μὲ τὸν τρόπο τοῦ ἀγαθοῦ, μετέχει ὅμως στὸ ἀγαθὸ μὲ αὐτὴ τὴν ἀμυδρὴ ἀπήχηση ποὺ ἐξασφαλίζει ἡ ἕνωση καὶ ἡ φιλία... ᾿Ακόμη κι αὐτὸς ποὺ ἐπιθυμεῖ τὴ χειρότερη ζωή, ἐπειδὴ ἔχει κάποια γενικὴ ἐπιθυμία γιὰ ζωὴ καὶ μάλιστα γι' αὐτὴν ποὺ τὴ νομίζει ὁ ἴδιος ἄριστη, ἀκριβῶς γιὰ τὴν ἐπιθυμία του καθεαυτὴν καὶ γιὰ τὸ ὅτι ἐπιθυμεῖ τὴ ζωὴ καὶ γιὰ τὸ ὅτι ἀποσκοπεί στὴν ἄριστη ζωή, μετέχει στὸ ἀγαθὸ» (σελ. 77, 79).

Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2026

Χάιντεγγερ και Αρεοπαγίτης - Χρήστος Γιανναράς (28)

Συνέχεια από: Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2026

Χάιντεγγερ καὶ ᾿Αρεοπαγίτης
ή, Περί απουσίας και αγνωσίας του Θεού

Β' - Ο ΑΠΟΦΑΤΙΣΜΟΣ ΩΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΑΓΝΩΣΙΑΣ

4.  Ἡ ἀποφατική γνώση ὡς ἐρωτική κοινωνία

Ἡ ἀποφατικὴ γνώση, ὡς ἐμπειρία προσωπικῆς μετοχῆς στὸν ἐκκλησιαστικὸ τρόπο τῆς ὑπάρξεως, χαρακτηρίζεται στὶς ᾿Αρεοπαγιτικές Συγγραφὲς ὡς ἐρωτικὸ γεγονός, κατόρθωμα καὶ χάρισμα ἐρωτικῆς σχέσης.

Οἱ λέξεις ἔρωτας, ἐρωτικός, πρέπει νὰ προκαλοῦσαν τὴν ἐπιφύλαξη ἢ καὶ τὸν σκανδαλισμὸ τῶν χριστιανῶν τῆς ἐποχῆς ποὺ γράφονταν οἱ ᾿Αρεοπαγιτικές Συγγραφές – ὅπως συμβαίνει ἀκόμα σήμερα. Γι' αὐτὸ καὶ ὁ συγγραφέας τῶν ᾿Αρεοπαγιτικῶν ἀφιερώνει σειρὰ ὁλόκληρη παραγράφων, τοῦ τέταρτου κεφαλαίου τοῦ βιβλίου του Περὶ θείων ὀνομάτων, ὄχι ἁπλῶς γιὰ νὰ «νομιμοποιήσει», ἀλλὰ γιὰ νὰ καταδείξει τὴ θεμελιώδη λειτουργικότητα ποὺ ἔχει ἡ ἐρωτικὴ ὁρολογία μέσα στὴν ἐκκλησιαστική ζωή.[Η ΛΕΞΗ ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ ΣΤΗΝ ΓΕΝΙΚΗ ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ, ΣΤΗΝ ΣΟΦΙΑ, Η ΟΠΟΙΑ ΔΙΑΦΟΡΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΣΤΟΥΣ ΑΡΧΑΙΟΥΣ ΣΑΝ ΦΙΛΟ ΣΟΦΙΑ, ΑΠΟΡΙΑ. ΑΠΟΚΤΩΝΤΑΣ ΔΙΑΡΚΕΙΑ. ΣΗΜΕΡΑ ΒΙΩΝΕΤΑΙ ΣΑΝ ΕΡΩΤΗΣΗ, ΣΥΝΩΝΥΜΟ ΤΗΣ ΖΩΗΣ]

Πρὶν ἀπὸ ὅλα, ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι μάθηση, εἶναι πάθος: «Οὐ μόνον μαθών, ἀλλὰ καὶ παθὼν τὰ θεῖα»127. Καὶ τὸ ὄνομα τῆς ἀγάπης, τὸ «θεῖον» αὐτὸ ὄνομα, καταλήγει συχνὰ νὰ μὴν ἐπαρκεῖ γιὰ νὰ προσδιορίσει τὸ γεγονὸς τῆς αὐθυπέρβασης καὶ κοινωνίας τῶν προσώπων, τὸ «πάθος» τῆς προσωπικῆς σχέσης, ποὺ εἶναι ἡ ἀφετηρία τῆς ἀποκαλυπτικῆς γνώσης. Γιατὶ συχνὰ ἡ ἀγάπη φορτίζεται μὲ ἕνα «ἔλασσον» νοηματικό περιεχόμενο, ἐξαντλεῖται στὰ στενὰ περιθώρια μιᾶς κοινωνικῆς ἀρετῆς, ταυτίζεται μὲ τὴ φιλαλληλία, τὴν ἀγαθοεργία, τὴ φυσική φιλοστοργία – δηλαδὴ μὲ ἰδιότητες συμπεριφορᾶς ποὺ συντηροῦν καὶ ὑπηρετοῦν τὴν ἐγωκεντρικὴ αὐτάρκεια τοῦ ὑποκειμένου. Γι' αὐτὸ καὶ προκρίνεται στὶς ᾿Αρεοπαγιτικές Συγγραφές ὡς «θειότερον» τὸ ὄνομα τοῦ ἔρωτα: «῎Εδοξέ τισι τῶν καθ' ἡμᾶς ἱερολόγων καὶ θειότερον εἶναι τὸ τοῦ ἔρωτος ὄνομα τοῦ τῆς ἀγάπης. Γράφει δὲ καὶ ὁ θεῖος Ἰγνάτιος· Ὁ ἐμὸς ἔρως ἐσταύρωται. Καὶ ἐν ταῖς προεισαγωγαῖς τῶν λογίων εὑρήσεις τινὰ λέγοντα περὶ τῆς θείας Σοφίας· Ἐραστὴς ἐγενόμην τοῦ κάλλους αὐτῆς. Ὥστε τοῦτο δὴ τὸ τοῦ ἔρωτος ὄνομα μὴ φοβηθῶμεν, μηδέ τις ἡμᾶς θορυβείτω λόγος περὶ τούτου δεδιττόμενος»128.

Τὸ ἐνδεχόμενο τοῦ φόβου –τοῦ δισταγμοῦ ἢ τῶν ἐπιφυλάξεων – γιὰ τὴν ἀναφορὰ τῆς ἐρωτικῆς ἐμπειρίας στὸ γεγονὸς τῆς σχέσης μὲ τὸν Θεό, ἔχει ὡς ἀφετηρία τὴν «πρόληψη» τῶν ἀνθρώπων129, τὴν προκατάληψή τους γιὰ τὸν ἔρωτα, ποὺ τὸν ἐκδέχονται μόνο ὑποταγμένον στὴν ἐπαναστατημένη αὐτονομία τῆς φυσικῆς ἀπαίτησης, μόνο σὰν δίψα ἐγωκεντρικῆς ἡδονῆς. ᾿Αλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ ταυτίζουμε τὸ «εἴδωλο» ἢ τὴν «ἔκπτωση» τοῦ ἔρωτα μὲ τὸν «ὄντως ἔρωτα», ἔστω καὶ ἂν «τὰ πλήθη» ἐπιμένουν στὴ μονομέρεια τῆς κατανόησης τοῦ ἐρωτικοῦ γεγονότος. «Θεοπρεπῶς γὰρ τοῦ ὄντως ἔρωτος οὐχ ὑφ᾽ ἡμῶν μόνον, ἀλλὰ καὶ πρὸς τῶν λογίων αὐτῶν ὑμνουμένου, τὰ πλήθη μὴ χωρήσαντα τὸ ἑνοειδὲς τῆς ἐρωτικῆς θεωνυμίας, οἰκείως ἑαυτοῖς ἐπὶ τὸν μεριστὸν καὶ σωματοπρεπή καὶ διῃρημένον ἐξωλίσθησαν, ὃς οὐκ ἔστιν ἀληθῶς ἔρως, ἀλλ᾽ εἴδωλον, ἢ μᾶλλον ἔκπτωσις τοῦ ὄντως ἔρωτος»129. [ΑΥΤΗ Η ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ ΣΤΗΝ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΤΗΣ ΣΧΕΣΗΣ ΜΕ ΤΟΝ ΘΕΟ ΚΑΤΑΡΓΕΙ ΤΗΝ ΕΝΣΑΡΚΩΣΗ ΚΑΙ ΑΡΝΕΙΤΑΙ ΤΗΝ ΑΝΑΚΑΙΝΙΣΗ ΤΟΥ ΚΑΤ'ΕΙΚΟΝΑ ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΛΑΝΗ ΤΟΥ ΠΕΙΡΑΣΜΟΥ ΤΗΝ ΑΚΑΙΡΗ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΤΟΥ ΤΡΟΠΟΥ ΖΩΗΣ ΣΑΝ ΘΕΟΙ. ΠΡΟΣΩΠΟ, ΤΟΥΤΕΣΤΙΝ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΕΡΩΤΟΣ ΠΑΡΑΜΕΝΟΝΤΑΣ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ. O ANTIKEIMENOΣ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ]

Ἡ εἰδοποιὸς διαφορὰ τοῦ πραγματικοῦ ἔρωτα ἀπὸ τὴν παραφθορὰ ποὺ τὰ πλήθη θεωροῦν σὰν ἔρωτα, εἶναι ὁ ἑνοποιὸς χαρακτήρας του, «τὸ ἑνοειδές» τοῦ «ὄντως ἔρωτος». Αν συνιστᾶ θεωνυμία ὁ ἔρωτας, δηλαδὴ ὄνομα ποὺ ἀποδίδεται στὸν Θεό, εἶναι ἀκριβῶς γιατὶ δηλώνει τὸ «ἑνοειδές» τῆς θείας τριαδικῆς Ὕπαρξης, τὴν ἀγαπητικὴ ἀλληλοπεριχώρηση τῶν Προσώπων τῆς Τριάδος. Τὰ «λόγια» μᾶς βεβαιώνουν ὄχι ὅτι ὁ Θεὸς ἔχει ἀγάπη, ἀλλὰ ὅτι «ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστί»130: Ὄχι ὅτι ὑπάρχει καταρχὴν ὁ Θεὸς καὶ ἐπιπρόσθετα ἡ ὕπαρξή Του χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὴν ἀγάπη, ἀλλὰ ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ἀγάπη – ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο εἶναι ὁ Θεὸς εἶναι ἡ ἀγάπη. Μὲ τὴ σχετικὴ ἀνθρώπινη γλώσσα μας λέμε ὅτι κάθε θεία προσωπικὴ Ὕπαρξη δὲν ἔχει «ἴδιον εἶναι», ἀλλὰ πραγματοποιεῖ τὸ εἶναι ὡς ἀπόλυτη ἀγαπητική - ὑπαρκτικὴ αὐτοπροσφορὰ στὰ ἄλλα θεῖα Πρόσωπα. Ὑπάρχει ἀγαπώντας καὶ ἐπειδὴ ἀγαπᾶ· ὕπαρξη καὶ ἀγάπη, ἀγάπη καὶ ἐλευθερία ταυτίζονται στὴν περίπτωση τῶν θείων Προσώπων. Καὶ αὐτὴ ἡ ἐκ-στατικὴ ὑπαρκτικὴ αὐτοπροσφορὰ εἶναι ὁ «θεώνυμος» ἔρως, ἑνοποιὸς τῆς ὕπαρξης καὶ τῆς ζωῆς τοῦ τριαδικοῦ Θεοῦ131. [ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΠΟΥΜΕ ΟΤΙ Ο ΕΡΩΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ, Η ΕΝΟΠΟΙΟΣ ΔΥΝΑΜΙΣ ΤΟΥ ΚΑΤ'ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΧΑΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΠΤΩΣΗ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΕΞΟΔΟ ΧΑΝΟΝΤΑΣ ΑΚΡΙΒΩΣ ΤΗΝ ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΚΑΛΟΥ ΚΑΙ ΚΑΚΟΥ, ΚΤΙΣΤΟΥ ΚΑΙ ΑΚΤΙΣΤΟΥ, ΑΚΑΙΡΑ, ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ]

Σημειώσεις
127. Περὶ θείων ὀνομάτων 2 ΙΧ, Ρ.Ο. 3, 648 B.

128. Περὶ θείων ὀνομάτων 4 ΧΙΙ, Ρ.G. 3, 709 ΑΒ. Νεοελ. μτφρ. Ι. Σ.: «Μερικοὶ ἀπὸ τοὺς θεολόγους μας εἶχαν τὴ γνώμη ὅτι τὸ ὄνομα τοῦ ἔρωτα εἶναι θεϊκότερο ἀπὸ τὴ λέξη ἀγάπη. Ὁ δὲ θεῖος Ἰγνάτιος γράφει: Ο ἔρωτάς μου έχει σταυρωθεί. Καὶ στις προεισαγωγὲς τῆς Γραφῆς θὰ βρεῖς κάποιους λόγους νὰ λένε γιὰ τὴ θεία Σοφία: Έγινα τῆς ὀμορφιᾶς της ἐραστής. Ας μὴ φοβηθοῦμε λοιπὸν τὴ λέξη ἔρως καὶ μὴ μᾶς ταράζει καμιά σχετικὴ ἀπειλή» (σελ. 67, 69).

129. ... τὴν ἄτοπον τῶν τοιούτων ἀνδρῶν πρόληψιν... Περὶ θείων ὀνομάτων 4 ΧΙΙ, P.G. 3, 709 B.

129. Περὶ θείων ὀνομάτων 4 ΧΙΙ, P.G. 3, 709 BC. Νεοελ. μτφρ. Ι. Σ.: «Βέβαια ὁ ἀληθινὸς ἔρωτας ὑμνεῖται ὡς κάτι θεῖο ὄχι ἀπὸ ἐμᾶς μόνο, ἀλλὰ κι ἀπὸ αὐτὴ τὴ θεία Γραφή, ὅμως τὰ πλήθη ἐπειδὴ δὲν ἔνιωσαν τὴν ταυτότητα τοῦ θείου ὀνόματος ἔρως, γλίστρησαν σὲ αὐτὸ ποὺ τοὺς ἦταν οἰκειότερο, δηλαδὴ στὸν διαιρετικὸ καὶ σωματοπρεπὴ καὶ τεμαχισμένον έρωτα, ποὺ δὲν εἶναι ἔρωτας ἀληθινός, ἀλλὰ εἴδωλο ἢ μᾶλλον ἔκπτωση τοῦ ὄντως ἔρωτα» (σελ. 69).

130. 1 Ιωάν. 4, 16.

131. Ο ἅγιος ΜΑΞΙΜΟΣ ὁ Ὁμολογητής ἀναφέρει στὴν ἐρωτικὴ αὐθυπέρβαση τὴν ἴδια τὴν «αἰτιώδη ἀρχὴ» τῆς τριαδικότητας τοῦ Θεοῦ. Δὲν ὑπάρχει κάποιος δεδομένος λόγος τῆς οὐσίας τοῦ Θεοῦ, κάποια «ἔξωθεν» ἀναγκαιότητα, ποὺ ὑποχρεώνει τὸν Θεὸ νὰ εἶναι αὐτὸ ποὺ εἶναι, ἢ νὰ ὑπάρχει ὡς τριάδα Προσώπων. ᾿Αρχὴ τοῦ ὑπαρκτοῦ δὲν εἶναι μιὰ ἀπρόσωπη ἀναγκαιότητα, ἀλλὰ ἡ ἐλευθερία ἑνὸς Προσώπου, τοῦ Θεοῦ Πατρός, ποὺ ἐλεύθερα («ἀγαπητικῶς») δίνει ὑπόσταση στὸ Εἶναι Του γεννώντας αϊδίως τὸν Υἱὸ καὶ ἐκπορεύοντας τὸ Πνεῦμα τὸ Άγιο: «Ο Θεός καὶ Πατήρ, κινηθεὶς ἀχρόνως καὶ ἀγαπητικῶς, προήλθεν εἰς διάκρισιν ὑποστάσεων, ἀμερῶς τε καὶ ἀμειώτως μείνας ἐν τῇ οἰκείᾳ ὁλότητι ὑπερηνωμένος καὶ ὑπερηπλωμένος». (Σχόλια εἰς τὸ Περὶ θείων ὀνομάτων, P.G. 4, 221 Α).[ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ ΤΗΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ. ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΔΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ. ΤΗΝ ΕΥΔΟΚΙΑ, ΤΗΝ ΔΟΞΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΣΩΤΗΡΙΑΣ] 

Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2026

Χάιντεγγερ και Αρεοπαγίτης - Χρήστος Γιανναράς (27)

Συνέχεια από: Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2026

Χάιντεγγερ καὶ ᾿Αρεοπαγίτης
ή, Περί απουσίας και αγνωσίας του Θεού

Β' - Ο ΑΠΟΦΑΤΙΣΜΟΣ ΩΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΑΓΝΩΣΙΑΣ

3. Ἡ ἀποφατική γνώση ὡς προσωπική μετοχή (5η συνέχεια)

Οὔτε λοιπὸν μὲ τὴν ἀντικειμενικότητα τῆς σημαντικῆς τοῦ λόγου, οὔτε μὲ τὴ σχηματικότητα τῶν νοητικῶν κατηγοριῶν (λόγῳ οὐδενὶ οὔτε νῷ) εἶναι δυνατὸ νὰ ἑρμηνευθεῖ τὸ λογικὰ ἀντιφατικὸ γεγονὸς τῆς σάρκωσης τοῦ Θεοῦ, νὰ ὑποταχθεῖ σὲ θετικούς προσδιορισμοὺς ἡ ἐνανθρώπιση τοῦ Λόγου. Αν ἡ ἴδια ἡ ἑτερότητα τοῦ ἀνθρώπινου ὑποκειμένου, ἄμεσα προσιτή στὴν ἐμπειρία τῶν αἰσθήσεων, εἶναι ἀδύνατο νὰ προσδιορισθεῖ μὲ ἀντικειμενικὲς λογικές κατηγορίες, πολύ περισσότερο ἡ ὑπαρκτικὴ ἑτερότητα τοῦ θεανδρικοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ. Ἔστω κι ἂν ἔχει ἀντικειμενικὰ συντελεστεῖ μέσα στὸν ἱστορικὸ χρόνο, ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ προσφέρεται νὰ γίνει γνωστὴ μόνο ὡς γεγονὸς προσωπικῆς σχέσης. Τὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο καλεῖται νὰ κατακτήσει τὴν προσφερόμενη αὐτὴ γνώση μέσα ἀπὸ τὴν ἑτοιμότητα τῆς σχέσης, τὴν «ἐπιτηδειότητα τῆς φωτοληψίας» ὅπως χαρακτηριστικὰ ἐπισημαίνουν οἱ ᾿Αρεοπαγητικές Συγγραφές: «Ως γὰρ ἡ τῆς πάντων ἐπέκεινα θεότητος ἀγαθότης... φωτίζει τὰ δυνάμενα πάντα... οὕτω δὴ καὶ ἡ τῆς θείας ἀγαθότητος ἐμφανὴς εἰκών, ὁ μέγας οὗτος καὶ ὁλολαμπὴς καὶ ἀείφωτος ἥλιος, κατὰ πολλοστὸν ἀπήχημα τἀγαθοῦ, καὶ πάντα ὅσα μετέχειν αὐτοῦ δύναται, φωτίζει... καὶ εἴ τι αὐτῶν οὐ μετέχει, τοῦτο οὐ τῆς ἀδρανείας ἢ τῆς βραχύτητός ἐστι τῆς φωτιστικῆς αὐτοῦ διαδόσεως, ἀλλὰ τῶν διὰ φωτοληψίας ἀνεπιτηδειότητα μὴ ἀναπλουμένων εἰς τὴν φωτὸς μετουσίαν»123.

Γιὰ τὴν παράδοση ποὺ ἐκφράζουν οἱ ᾿Αρεοπαγιτικές Συγγραφές, ἡ ὁδὸς τῆς Θεογνωσίας ταυτίζεται μὲ τὸ ἔργο τῆς «σωτηρίας» τοῦ ἀνθρώπου «ἐν Χριστῷ»: Προσλαμβάνοντας τὴν ἀνθρώπινη φύση ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ τὴν «ἀνέπλασε», δηλαδὴ τὴν κατέστησε «ἐπιτηδείαν πρὸς φωτοληψίαν». Γι' αὐτὸ καὶ ἡ ἀποφατικὴ γνώση, ὡς γεγονὸς μετοχῆς στὸ «φῶς» τοῦ πληρώματος τῆς ζωῆς, ταυτίζεται μὲ τὴ μετοχὴ στὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας ποὺ εἶναι ἡ ἱστορικὴ πραγματοποίηση τοῦ τρόπου ὑπάρξεως τοῦ Χριστοῦ, τοῦ τρόπου τῆς καινῆς ἀνθρώπινης φύσης.[ ΧΡΙΣΤΟΝ ΕΝΕΔΥΣΑΣΘΕ.Η ΔΙΑΡΚΗΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΒΑΠΤΙΣΜΑ ΤΩΝ ΔΑΚΡΥΩΝ ΔΕΝ ΝΟΜΙΖΟΥΜΕ ΟΤΙ ΑΠΟΤΕΛΟΥΝ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΤΡΟΠΟΥ ΥΠΑΡΞΕΩΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ. ΜΙΜΗΣΙΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΔΕΝ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ]

Μέσα στὴν Ἐκκλησία ὁ ἀτομικὸς ἄνθρωπος γίνεται ὕπαρξη προσωπική, δηλαδὴ πραγματοποιεῖ τὴν ὕπαρξη καὶ τὴ ζωή ὡς ἀμεσότητα ἀγαπητικῆς κοινωνίας. Κατὰ τὸ μέτρο αὐτῆς τῆς πραγματοποίησης εἶναι ἡ Ἐκκλησία εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ἀποκάλυψη τοῦ τρόπου τῆς θείας ὕπαρξης καὶ ζωῆς, τῆς ἀγαπητικῆς ἀλληλοπεριχώρησης τῶν θείων Προσώπων στὴν κοινότητα τῆς μιᾶς Οὐσίας. Μὲ ἄλλα λόγια: ἡ Ἐκκλησία ἀποτελεῖ πηγὴ γνώσεως ὄχι ὡς διδασκαλία καὶ κήρυγμα περὶ τῆς σωτηρίας, ἀλλὰ καταρχὴν ὡς γεγονὸς σωτηρίας, γεγονός μετοχῆς στὴ ζωὴ ποὺ δὲν γνωρίζει θάνατο. Η Θεογνωσία εἶναι πραγματικότητα ἀποκατάστασης καὶ ἀναμόρφωσης τοῦ «ἀρχαίου κάλλους», τοῦ εἰκονισμοῦ τῆς Θεότητας στὴν ἀνθρωπότητα, καὶ πλέον τούτου: ἑνότητα ζωῆς Θεότητας καὶ ἀνθρωπότητας.[ΣΕ ΧΑΣΑΜΕ ΑΓΑΠΗΤΕ ΓΙΑΝΝΑΡΑ. ΜΑΣ ΠΛΑΣΣΑΡΕΙΣ ΤΗΝ ΑΝΑΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΟΜΟΟΥΣΙΟΥ. ΜΕΓΑΛΟ ΚΡΙΜΑ]

Ἔτσι, ἡ μετοχὴ στὴν Ἐκκλησία –μετοχή στη θεανθρώπινη ἑνότητα ζωῆς ποὺ ἱδρύει ἡ καινὴ φύση τοῦ σαρκωμένου Λόγου– συνιστᾶ καὶ μιὰ γνώση καθολικὴ καὶ ἑνοποιό, ὄχι ὑποκειμενικὴ καὶ διαιρετική. Τὰ ὅρια αὐτῆς τῆς ἑνοποιοῦ καθολικότητας ταυτίζονται μὲ τὰ ὅρια τοῦ γεγονότος τῆς Ἐκκλησίας, καὶ βρίσκουν τὴν ἔκφραση καὶ διατύπωσή τους στὰ «λόγια», δηλαδὴ στὶς Γραφές: στὰ ὅσα μίλησε καὶ ἔπραξε ὁ Θεός, στὰ ὅσα κατέγραψαν οἱ μάρτυρες τῶν λόγων καὶ τῶν ἔργων τοῦ Θεοῦ. «Ἐν τῇ φρουρᾷ τῶν λογίων»124 φυλάσσεται ἡ ἑνοποιὸς καθολικότητα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐμπειρίας καὶ διαστέλλεται ἀπὸ τὶς ὑποκειμενικὲς - διαιρετικές διατυπώσεις καὶ ἑρμηνεῖες.

Γιατί ὅμως τὰ «λόγια» ἐξασφαλίζουν τὴν ἑνοποιὸ καθολικότητα τῆς Θεολογικῆς γνώσης; ᾿Ακριβῶς, ἐπειδὴ εἶναι λόγος ἐκκλησιαστικός, λόγος κοινωνίας προσώπων ποὺ μετέχουν στὴν ἴδια ἐμπειρία ζωῆς, λόγος ποὺ ἱδρύει καὶ «μυεῖ» σὲ αὐτὴ τὴν ἐμπειρία. Οἱ Γραφὲς τῆς Ἐκκλησίας δὲν εἶναι κείμενα μὲ τὴν αὐτοτέλεια τῶν φιλοσοφικῶν, ἀποδεικτικῶν κειμένων. Προϋποθέτουν τὴν προσωπική «χειραγώγηση» στην κατανόησή τους, τὴν προσωπική σχέση μὲ κάποιους «γεννήτορες» ποὺ μᾶς μεταδίνουν τὴ γνώση ὡς μετοχή στην καινούργια ζωή, τὴν ἐλεύθερη ἀπὸ τὸν θάνατο. Γι' αὐτὸ καὶ ἡ πρόσβαση στὴν κατανόηση τῶν «λογίων» ταυτίζεται ἀπὸ τὸν ᾿Αρεοπαγίτη μὲ τὸ λειτουργικὸ γεγονὸς τῆς Εὐχαριστίας, τὸ γεγονὸς ποὺ συγκροτεῖ καὶ φανερώνει τὴν Ἐκκλησία. Καὶ ὅπως κάθε ἐπιμέρους εὐχαριστιακή σύναξη εἶναι ἡ πραγματοποίηση καὶ φανέρωση τῆς καθολικῆς ᾿Εκκλησίας –τοῦ καθολικοῦ γεγονότος τῆς σωτηρίας– ἔτσι καὶ ἡ γνώση που παρέχουν τὰ «λόγια» εἶναι ἀχώριστη ἀπὸ τὸ εὐχαριστιακό γεγονός, ἀχώριστη ἀπὸ τὴ μετοχὴ στὴ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ, ἀπὸ τὴν κοινωνία τοῦ σώματος καὶ αἵματός Του: «Η θειοτάτη τοῦ ἑνὸς καὶ ταὐτοῦ καὶ ἄρτου καὶ ποτηρίου κοινὴ καὶ εἰρηναία μετάδοσις ὁμοτροπίαν (ἡμῖν) ἔνθεον ὡς ὁμοτρόφοις νομοθετεῖ»125.

Ἡ ἐκκλησιαστικὴ Θεογνωσία εἶναι ὁμοτροπία ζωῆς – ἡ γνώση εἶναι πράξη καὶ γεγονὸς μετοχῆς σὲ ἕναν καινούργιο τρόπο ὑπάρξεως. Ὄχι ἰδεολογικός συντονισμός, οὔτε ἠθικὸς συσχηματισμός, ἀλλὰ ὑπαρκτικὴ «ἀλλοίωση» ποὺ ἐνεργεῖται χαρισματικὰ ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ στὰ ἀπεριόριστα όρια τῆς ἐλεύθερης, λειτουργικῆς συγκατάθεσης τοῦ ἀνθρώπου. «᾿Εν ταύταις (ταῖς ἱεραῖς συνάξεσι), λέει ὁ ᾿Αρεοπαγίτης, ὁ βλέπων ἱερῶς ὄφεται τὴν ἑνοειδῆ καὶ μίαν σύμπνοιαν, ὡς ὑφ᾽ ἑνὸς τοῦ θεαρχικοῦ Πνεύματος κεκινημένην»126. Η Εκκλησία εἶναι ἡ ἀντικειμενικὴ δυνατότητα τῆς ἀποφατικῆς Θεογνωσίας, καὶ ἡ ἀποφατικὴ Θεογνωσία εἶναι ἡ ἐμπειρία τῆς ζωῆς τοῦ εὐχαριστιακοῦ σώματος, τῆς ζωῆς ποὺ ἐνεργεῖται ἀπὸ τὸ ζωοποιὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, τὸ ἴδιο Πνεῦμα ποὺ «ἐπεφέρετο ἐπάνω τοῦ ὕδατος» τὴν πρώτη ἡμέρα τῆς δημιουργίας, πρόξενος τότε τῆς φυσικῆς ζωῆς καὶ χορηγὸς πάντοτε τῆς ὄντως ζωῆς.[Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ, Η ΘΕΣΜΙΚΗ ΙΕΡΑΡΧΙΑ, ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Ο ΘΕΟΣ. ΔΙΑΚΟΝΕΙ ΟΠΟΙΟΝ ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΚΕΡΔΙΣΕΙ ΤΗΝ ΒΑΣΙΛΕΙΑ. ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΓΗΣ]

Σημειώσεις

123. Περὶ θείων ὀνομάτων 4, IV, P.G. 3, 697 CD. Νεοελ. μτφρ. I. Σ.: «Ὅπως δηλαδὴ ἡ ἀγαθότητα τῆς πέρα ἀπὸ ὅλα θεότητας... φωτίζει ὅλα ὅσα μποροῦν νὰ φωτιστοῦν... ἔτσι καὶ ἡ φανερὴ εἰκόνα τῆς θείας ἀγαθότητας, αὐτὸς ὁ μέγας καὶ ὁλόλαμπρος καὶ ἀείφωτος ἥλιος, κλασματικὸ ἀπήχημα τοῦ ἀγαθοῦ καὶ φωτίζει ὅσα μποροῦν νὰ τὸν κοινωνοῦν... Καὶ ἂν κάποια ἀπὸ αὐτὰ δὲν κοινωνοῦν τὸ φῶς, τοῦτο δὲν εἶναι δείγμα τῆς ἀδράνειας ἤ τῆς περιορισμένης φωτιστικῆς του ἐμβέλειας· γίνεται ἐπειδὴ αὐτὰ δὲν ἀνοίγονται στην κοινωνία τοῦ φωτὸς ἀπὸ ἀνικανότητα νὰ τὸ μεταλάβουν» (σελ. 57).
124. Περὶ θείων ὀνομάτων 2 ΙΙ, Ρ.G. 3, 640 B.
125. Περὶ ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας ΙΙΙ, P.G. 3, 428 В.
126. Περὶ ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας ΙΙΙ, P.G. 3, 432 В.

Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2026

Χάιντεγγερ και Αρεοπαγίτης - Χρήστος Γιανναράς (26)

  Συνέχεια από: Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2026

Χάιντεγγερ καὶ ᾿Αρεοπαγίτης
ή, Περί απουσίας και αγνωσίας του Θεού

Β' - Ο ΑΠΟΦΑΤΙΣΜΟΣ ΩΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΑΓΝΩΣΙΑΣ

3. Ἡ ἀποφατική γνώση ὡς προσωπική μετοχή (4η συνέχεια)

Μὲ τὰ κριτήρια τῶν ᾿Αρεοπαγιτικῶν Συγγραφῶν, ἡ φυσική γνώση –ἡ νοητικὴ ἁπλῶς βεβαιότητα ποὺ κατοχυρώνεται στὴν ἀντικειμενικὴ διατύπωση– ἀνταποκρίνεται στὴν ἐπαναστατημένη αὐτάρκεια τοῦ ἀνθρώπου τῆς πτώσης. Προϋποθέτει τὴν ἀτομικὴ ἐπαλήθευση, ἑπομένως καὶ τὸ ἐνδεχόμενο τῆς ἀτομικῆς ἀμφισβήτησης, γι' αὐτὸ καὶ εἶναι διαιρετικὴ τῆς γνώσης καὶ τῆς φύσης – διαιρεῖ τὴ «μονοειδή» γνώση σὲ ποικιλία «δοξασμάτων» καὶ τὴ φύση σὲ ἐπιμέρους ἀτομικές κατοχυρώσεις.[ΟΙ ΓΝΩΜΕΣ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ]

᾿Αντίθετα, ἡ ἀποφατικὴ Θεογνωσία προϋποθέτει τὴν ἐμπειρία τῆς προσωπικῆς κοινωνίας, δηλαδὴ ἕνα ἐπίτευγμα ποὺ συγκεφαλαιώνει τὶς ὑπαρκτικές δυνατότητες τῆς καθολικῆς φύσης.[ΥΠΕΡΒΑΙΝΕΙ ΤΗΝ ΓΝΩΣΗ ΤΗΣ ΦΥΣΙΚΗΣ ΔΙΑΚΡΙΝΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΓΝΩΣΗ ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΤΗΝ ΔΙΑΙΡΕΙ.ΕΝΕΧΕΙ ΠΑΡ' ΟΛΑ ΑΥΤΑ ΤΗΝ ΑΥΤΑΡΚΕΙΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΤΗΣ ΠΤΩΣΗΣ] Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἡ ἀποφατικὴ Θεογνωσία, ὡς ἐμπειρία προσωπικῆς σχέσης, δὲν διαιρεῖ, ἀλλὰ συντονίζει τὴ φύση καὶ τὴ γνώση στὸ ὑποστατικὸ γεγονὸς τῆς θεανθρώπινης κοινωνίας, στὸ ὁποῖο μετέχουν ὅλοι ὅσοι κατορθώνουν τὴν προσωπική (ἀγαπητικὴ-ἐκστατική) αὐθυπέρβαση τῆς φύσης. Ἔτσι ἡ ἐμπειρία τῆς σχέσης κάθε ἀνθρώπινου προσώπου μὲ τὸ Πρόσωπο τοῦ Θεοῦ εἶναι «συναγωγὸς καὶ ἑνωτικὴ τῶν φωτιζομένων καὶ τελειωτικὴ καὶ ἔτι ἐπιστρεπτικὴ πρὸς τὸ ὄντως ὄν, ἀπὸ τῶν πολλῶν δοξασμάτων ἐπιστρέφουσα, καὶ τὰς ποικίλας ὄψεις, ἢ κυριώτερον εἰπεῖν, φαντασίας, εἰς μίαν ἀληθῆ καὶ καθαρὰν καὶ μονοειδή συνάγουσα γνῶσιν, καὶ ἑνὸς καὶ ἑνωτικοῦ φωτὸς ἐμπιπλῶσα»118.[ΔΕΝ ΝΙΚΑΤΑΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ. Η PERSONA DEI EINAI H ΙΔΕΑ ΧΡΙΣΤΟΥ. ΕΙΝΑΙ ΑΜΦΙΒΟΛΗ Η ΕΚΦΡΑΣΗ ΥΠΟΣΤΑΤΙΚΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ΤΗΣ ΘΕΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΚΑΘΟΤΙ ΤΟ ΕΝΥΠΟΣΤΑΤΟ, Η ΑΘΑΝΑΣΙΑ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ, ΔΕΝ ΔΙΑΚΡΙΝΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΧΑΡΙ ΤΟΥ ΕΝΣΑΡΚΩΘΕΝΤΟΣ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ]

Ἡ δυνατότητα τῆς «ἑνωτικῆς» καὶ «μονοειδοῦς» αὐτῆς γνώσεως (ποὺ ἑνοποιεῖ τὴν κτιστὴ φύση στὴν προσωπικὴ ἀναφορικὴ ἔκ-στασή της ἐκτὸς τῶν ὁρίων τοῦ κτιστοῦ) ἀποκαταστάθηκε μὲ τὸν Χριστό. Ὀνομάζουμε τὸν Χριστὸ «δεύτερο ᾿Αδάμ», ἀκριβῶς ἐπειδὴ στὸ πρόσωπό του «ἀνακεφαλαιώνεται» ἡ καθολικὴ ἀνθρώπινη φύση – τὸ ὀργανικὸ σῶμα τῆς καθολικῆς φύσης ἀποκτᾶ ὡς κεφαλὴ τὸν Χριστό: συντονίζεται καὶ συνοψίζεται ἡ ἀνθρωπότητα σὲ ἕνα καινούργιο τρόπο ὑπάρξεως ἔνσαρκον στὴν προσωπικὴ ὑπόσταση τοῦ Χριστοῦ. Καὶ μιλᾶμε γιὰ «δεύτερο ᾿Αδάμ», ἐπειδὴ καὶ ὁ πρῶτος ᾿Αδὰμ συγκεφαλαίωνε ἐπίσης στὸ πρόσωπό του τὴν καθολικὴ ἀνθρωπότητα, ὄντας αὐτὸς ἡ πρώτη καὶ μοναδικὴ ὑπαρκτικὴ ὑπόσταση τῆς ἀνθρώπινης φύσης. Γι' αὐτὸ καὶ ἡ ἄρνηση τοῦ πρώτου ᾿Αδὰμ νὰ πραγματοποιήσει τὴ ζωὴ ὡς κοινωνία μὲ τὸν Θεὸ συμπαρέσυρε τὴν ὅλη ἀνθρωπότητα στὴν ὑπαρκτικὴ ἀποτυχία καὶ στὸν θάνατο. Καθόρισε τὸν τρόπο ὑπάρξεως τῆς ἀνθρώπινης φύσης ὁ πρῶτος ᾿Αδάμ, γι' αὐτὸ καὶ οἱ ἀπόγονοί του εἶναι ὑπαρκτικὰ (ὄχι νομικὰ ἢ ἠθικὰ) δεσμευμένοι ἀπὸ τὴν ἐπιλογὴ τοῦ προπάτορα: Γεννιοῦνται καὶ ὑπάρχουν μὲ τὸν τρόπο αὐτονομίας τῆς φύσεως, ποὺ εἶναι ἀδύνατο νὰ τὸν ὑπερβεῖ μόνη ἡ ἐλευθερία τῆς βούλησης τῶν προσώπων.[ΑΝΑΚΑΙΝΙΖΕΤΑΙ ΤΟ ΚΑΤ'ΕΙΚΟΝΑ  ΔΕΝ ΑΠΟΚΑΘΙΣΤΑΤΑΙ ΚΑΙ ΝΙΚΑΤΑΙ Η ΑΜΑΡΤΙΑ ΚΑΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ, ΤΟ ΚΑΛΟ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΚΟ ΕΝΩΜΕΝΑ ΣΤΗΝ ΠΤΩΣΗ ΔΙΑΚΡΙΝΟΝΤΑΙ ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΜΕ ΤΗΝ ΧΑΡΙ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ ΤΗΡΗΣΗ ΤΩΝ ΕΝΤΟΛΩΝ]

Μὲ τὴ σάρκωση τοῦ Θεοῦ στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ γίνεται ἀκριβῶς τὸ ἀντίστροφο ἀπὸ αὐτὸ ποὺ συνέβη μὲ τὸν πρῶτο ᾿Αδάμ: Ἕνα ἀνθρώπινο πρόσωπο ὑποστασιάζει (κάνει ὑπαρκτική πραγματικότητα) ἕνα καινούργιο τρόπο ὑπάρξεως τῆς ἀνθρώπινης φύσης: παίρνει ὑπόσταση ἡ ἀνθρώπινη ζωή ὄχι ὡς ὑπαρκτικὴ αὐτονομία, ἀλλὰ ὡς ὑπαρκτικὴ ἑνότητα Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου, ἕνωση καὶ κοινωνία ζωῆς τῆς θείας καὶ τῆς ἀνθρώπινης φύσης. Τώρα ἐναπόκειται πιὰ στὴν ἐλευθερία τῶν προσώπων νὰ συντονιστοῦν ὑπαρκτικὰ (ὄχι νομικά ἢ ἠθικὰ) μὲ τὸν τρόπο τῆς ὑπάρξεως τῆς «καινῆς» θεανθρώπινης φύσης τοῦ Χριστοῦ.[ΝΑ ΤΗΡΗΣΟΥΝ ΤΙΣ ΕΝΤΟΛΕΣ ΜΕ ΤΗΝ ΧΑΡΙ ΤΟΥ ΒΑΠΤΙΣΜΑΤΟΣ ΚΑΘΟΤΙ Η ΤΗΡΗΣΗ ΤΟΥΣ ΕΙΝΑΙ ΑΝΕΦΙΚΤΟΣ. Ο ΠΑΛΑΙΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΔΕΝ ΥΠΑΚΟΥΕΙ ΠΑΡΑ ΜΟΝΟ ΔΙΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ]

Ἡ φύση τοῦ Χριστοῦ εἶναι «καινή», χωρὶς νὰ παύει νὰ εἶναι ἡ ἀνθρώπινη φύση
. Τὸ «καινὸν» ἔγκειται στὸν τρόπο τῆς ὑπάρξεως, στὴν «ὁλικὴ κοινωνία»119 τῆς θείας μὲ τὴν ἀνθρώπινη φύση – στὸ γεγονὸς ὅτι ὁ [Ο ΚΑΙΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ] ἄνθρωπος ὑπάρχει ἐπειδὴ κοινωνεῖ μὲ τὴ Θεότητα[ΑΝΑΓΕΝΝΑΤΑΙ]. Η προσωπική κλήση τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπο (κλήση ποὺ εἶναι «χάρις» - χάρισμα ἢ δυνατότητα ὄντως ζωῆς), ἀλλὰ καὶ ἡ πληρότητα τῆς ἀνθρώπινης κατάφασης σὲ αὐτὴ τὴν κλήση εἶναι μιὰ συγκεκριμένη «σαρκική» ἱστορικὴ παρουσία, εἶναι «ὁδὸς» καὶ τρόπος ὑπάρξεως προσιτὸς σὲ κάθε ἄνθρωπο, εἶναι τὸ θεανδρικό πρόσωπο τοῦ ἔνσαρκου Λόγου, τοῦ Χριστοῦ.[ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΚ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΤΟΥΤΟΥ] Καὶ μὲ τὰ λόγια τῶν ᾿Αρεοπαγιτικῶν Συγγραφῶν: «Ἡ τῆς θεαρχικῆς ἀγαθότητος ἀπειροτάτη φιλανθρωπία ἐν ἀληθῇ μεθέξει τῶν καθ᾿ ἡμᾶς γενομένη πάντων ἀναμαρτήτως, καὶ πρὸς τὸ ταπεινὸν ἡμῶν ἑνοποιηθεῖσα, μετὰ τῆς τῶν οἰκείων ἀσυγχύτου καὶ ἀλωβήτου παντελῶς ἔξεως, τὴν πρὸς αὐτὴν ἡμῖν κοινωνίαν ὡς ὁμογενέσι λοιπὸν ἐδωρήσατο»120.

Ἡ σάρκωση τοῦ δευτέρου Προσώπου τῆς τριαδικῆς Θεότητας ἀποκαθιστᾶ τὴ δυνατότητα μετοχῆς τοῦ ἀνθρώπου στη ζωὴ τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι καὶ ἡ δυνατότητα τῆς ἀποφατικῆς γνώσης. Ο δυναμικός χαρακτήρας τῆς γνώσης τοῦ Θεοῦ (ποὺ προϋποθέτει τὴν ἐμπειρικὴ μετοχή, δίχως νὰ ἐξαντλεῖται στὴν ὅποια διατύπωση) ἐξασφαλίζεται, ἀλλὰ καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ προϋποτίθεται καὶ μετὰ τὴ Σάρκωση – ἡ παρεμβολὴ τοῦ Λόγου στὴν Ἱστορία δὲν ἀναιρεῖ τὴν κρυφιότητα καὶ δὲν ἀποκαλύπτει τὴν ὑπερουσιότητα τοῦ θείου Εἶναι.[ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΝΕΤΑΙ]

Ἡ ὑπόσταση τοῦ Θεοῦ Λόγου ἀποκαλύπτεται στὸ ἱστορικὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, ὅπως ἀποκαλύπτεται καὶ ὡς Λόγος δημιουργικὸς καὶ προνοητικὸς τῶν κτιστῶν ὄντων. ᾿Αλλὰ καὶ στὶς δυὸ περιπτώσεις ἡ Οὐσία τῆς Θεότητας παραμένει ἄγνωστη καὶ «κεκρυμμένη». Ὁ κτιστὸς κόσμος εἰκονίζει καὶ τὸ θεανδρικό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ἀποκαλύπτει ὄχι τὴ θεία Οὐσία, ἀλλὰ τὸ προσωπικὸν τοῦ Θεοῦ, τὸν τρόπο τῆς ἀγαπητικῆς «ἀλληλοπεριχώρησης» τῶν θείων Προσώπων.[ΑΣΥΓΧΥΤΩΣ ΚΑΙ ΑΔΙΑΙΡΕΤΩΣ ΔΕΝ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΑΛΛΗΛΟΠΕΡΙΧΩΡΗΣΗ] Στὸ γεγονὸς τῆς σάρκωσης τοῦ Λόγου δὲν πραγματοποιεῖται «ἔκχυση» ἢ «ἀπορροὴ» τῆς θείας Οὐσίας, ἀλλὰ μιὰ κοινὴ Ἐνέργεια τῶν Προσώπων τῆς Τριάδος. Ὄχι ὅτι σαρκώνεται μαζὶ μὲ τὸν Λόγο κατὰ ὁποιοδήποτε τρόπο καὶ ὁ Πατήρ ἢ τὸ Πνεῦμα. ᾿Αλλὰ ἐνῶ ἡ διάκριση τῶν θείων Ὑποστάσεων δὲν ἀναιρεῖται καὶ μόνη ἡ Ὑπόσταση τοῦ Λόγου προσλαμβάνει τὴν ἀνθρώπινη σάρκα, ὅμως ἡ βούληση καὶ ἐνέργεια τῆς Τριάδος παραμένει κοινὴ καὶ κατὰ τὴ σάρκωση – διατηρεῖται τὸ ἑνιαῖον τοῦ Θεοῦ, ἡ ἑνότητα τῆς θείας ζωῆς καὶ Ἐνέργειας, ὅπως καὶ ἡ «κρυφιότητα» τῆς θείας Οὐσίας.

Οἱ ᾿Αρεοπαγιτικές Συγγραφές διατυπώνουν μὲ σαφήνεια τὴν ἀποφατικότητα τῆς ἀποκάλυψης ἐν Χριστῷ: «Ἐπὶ τῆς κατὰ Χριστὸν φιλανθρωπίας, καὶ τοῦτο οἶμαι τὴν θεολογίαν αἰνίττεσθαι, τὸ ἐκ τοῦ κρυφίου τὸν ὑπερούσιον εἰς τὴν καθ' ἡμᾶς ἐμφάνειαν ἀνθρωπικῶς οὐσιωθέντα προεληλυθέναι. Κρύφιος δὲ ἐστι καὶ μετὰ τὴν ἔκφανσιν, ἤ, ἵνα τὸ θειότερον εἴπω, καὶ ἐν τῇ ἐκφάνσει· καὶ τοῦτο γὰρ Ἰησοῦ κέκρυπται, καὶ οὐδενὶ λόγῳ οὔτε νῷ τὸ κατ᾿ αὐτὸν ἐξῆκται μυστήριον, ἀλλὰ καὶ λεγόμενον ἄρρητον μένει, καὶ νοούμενον ἄγνωστον»121.[ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Ο ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΕΝΣΑΡΚΩΣΕΩΣ Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ. ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΟΝΟΜΑΖΕΤΑΙ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΕΙΝΑΙ Η ΔΟΞΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ΄]

Καὶ ἀλλοῦ: «Τὸ πάσης θεολογίας ἐκφανέστατον, ἡ καθ' ἡμᾶς Ἰησοῦ θεοπλαστία, καὶ ἄρρητός ἐστι λόγῳ παντί, καὶ ἄγνωστος νῷ παντί, καὶ αὐτῷ τῷ πρωτίστῳ τῶν πρεσβυτάτων ἀγγέλων. Καὶ τὸ μὲν ἀνδρικῶς αὐτὸν οὐσιωθῆναι, μυστικῶς παρειλήφαμεν· ἀγνοοῦμεν δὲ ὅπως ἐκ παρθενικῶν αἱμάτων ἑτέρῳ παρὰ τὴν φύσιν θεσμῷ διεπλάττετο, καὶ ὅπως ἀβρόχοις ποσί, σωματικὸν ὄγκον ἔχουσι καὶ ὕλης βάρος, ἐπεπορεύετο τὴν ὑγρὰν καὶ ἄστατον οὐσίαν· καὶ τὰ ἄλλα ὅσα τῆς ὑπερφυοῦς ἐστιν Ἰησοῦ φυσιολογίας»122.

Αὐτὲς οἱ θέσεις μιᾶς ἀποφατικῆς Χριστολογίας προφυλάσσουν τὸ κήρυγμα τῆς χριστιανικῆς ἀποκάλυψης ἀπὸ τὸν κίνδυνο νὰ προσλάβει ἀποδεικτικὸ - ἰδεολογικό χαρακτήρα, νὰ ἀπωλέσει τὴ δυναμικὴ τῆς ἐμπειρικῆς μετοχῆς στὸ κηρυσσόμενο γεγονός.[ΕΙΝΑΙ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ ΚΑΙ ΟΧΙ ΤΟΥ ΑΠΟΦΑΤΙΣΜΟΥ] Καὶ μετὰ τὴ σάρκωση τοῦ Λόγου ἡ Θεογνωσία παραμένει ἀποφατική, διατηρεῖ τὸν χαρακτήρα τοῦ προσωπικοῦ γεγονότος τῆς σχέσης. Ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ, ὄχι ἐπειδὴ μᾶς κάνει γνωστὴ τὴν Οὐσία τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ ἐπειδὴ ὡς ἐπώνυμο ἱστορικὸ πρόσωπο κάνει δυνατὴ τὴν ἀμεσότητα τῆς προσωπικῆς μας σχέσης μαζί Του. Αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι ἀρνούμαστε νὰ δηλώσουμε καὶ νὰ καταδείξουμε μὲ τὴν ἀντικειμενικότητα τῆς σημαντικῆς τοῦ λόγου τὴν ἐμπειρία τῆς ἐκκλησιαστικῆς μετοχῆς στὴ θεία ἀποκάλυψη γι' αὐτὸ καὶ ἡ ἱστορικότητα τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ μπορεῖ νὰ βεβαιωθεῖ ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστική ᾿Απολογητική. ᾿Αλλὰ ὁ Ἰησοῦς, ὡς σαρκωμένος Λόγος τοῦ Θεοῦ, μόνο μὲ τὴν ἐμπειρία τῆς μετοχῆς στὴν κοινωνία ζωῆς ποὺ κατορθώνει ἡ ᾿Εκκλησία μαζί Του εἶναι δυνατὸ νὰ γνωσθεῖ.[ΟΠΟΥ ΘΕΛΕΙ ΠΝΕΙ]


Σημειώσεις

118. Περὶ θείων ὀνομάτων 4, VI, P.G. 3, 701 Β. Νεοελ. μτφρ. Ι. Σ.: «.. συνάγει καὶ ἐνώνει ὅσους φωτίζονται καὶ τελειοποιεῖ κι ἀκόμα ξαναφέρνει τὰ ὄντα στὸ ὄντως ὂν, γυρίζοντάς τα ἀπὸ τὶς πολλές δοξασίες καὶ τις λογῆς ὄψεις ἤ, γιὰ νὰ πῶ κυριολεκτικότερα, συγκεντρώνοντας τὶς λογῆς φαντασίες σε μία ἀληθινὴ καὶ καθαρὴ καὶ μονοειδή γνώση καὶ γεμίζοντάς τες ἀπὸ ἕνα καὶ ἐνοποιητικὸ φῶς» (σελ. 61).
119. Περὶ θείων ὀνομάτων 1, IV, P.G. 3, 592: «...τοῖς καθ' ἡμᾶς πρὸς ἀλήθειαν ὁλικῶς ἐν μιᾷ τῶν αὐτῆς ὑποστάσεων ἐκοινώνησεν...».
120. Περὶ ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας ΙΙΙ, Р.G. 3. 441 АВ.
121. ᾿Επιστολή Γ΄, P.G. 3, 1069 B. [Μετάφραση: «Με αφορμή τη φιλανθρωπία που φανερώθηκε εν Χριστῷ — και αυτό, νομίζω, υπαινίσσεται η θεολογία — ότι δηλαδή ο Υπερούσιος προήλθε από την απόκρυφη θεότητά του και φανερώθηκε στη δική μας κατάσταση, λαμβάνοντας ανθρώπινη ύπαρξη. Παραμένει όμως κρυφός και μετά τη φανέρωση· ή, για να το πω με ακόμη πιο θεϊκό τρόπο, παραμένει κρυφός ακόμη και μέσα στη φανέρωση. Διότι και αυτό το μυστήριο του Ιησού είναι κρυμμένο, και δεν έχει αποκαλυφθεί σε κανέναν λόγο ούτε σε κανέναν νου το μυστήριο που αφορά Αυτόν· αλλά ακόμη κι όταν λέγεται, παραμένει άρρητο, και όταν νοείται, παραμένει άγνωστο.»]
122. Περὶ θείων ὀνομάτων 2, ΙΧ, P.G. 3, 648 Α. Νεοελ. μτφρ. Ι. Σ.: «Τὸ λαμπρότερο σημεῖο ὅλης τῆς θεολογίας, τὸ κατὰ τὴν ἀνθρώπινη φύση πλάσιμο τοῦ Ἰησοῦ, καὶ ἀνέκφραστο εἶναι μὲ ὅποιο λόγο, καὶ ἀσύλληπτο ἀπὸ κάθε νοῦ· ἀκόμα κι ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν πρῶτο ἀπὸ τοὺς πρεσβύτερους ἀγγέλους. Τὸ ὅτι ἔγινε ἄνδρας τὸ παραλάβαμε ἀπὸ τὸν δρόμο τοῦ μυστηρίου. ᾿Αγνοοῦμε ὅμως μὲ ποιὸν ἀντίθετα στη φύση θεσμό διαπλάστηκε ἀπὸ τὰ παρθενικά αἵματα, καὶ πῶς μὲ στεγνὰ πόδια, ποὺ εἶχαν σωματικὸ ἄγκο καὶ ὑλικὸ βάρος, περπάτησε τὴν ὑγρὴ καὶ ρευστὴ θάλασσα· ἀγνοοῦμε καὶ ὅ,τι σχετίζεται μὲ τὴν ὑπερφυσικὴ φύση τοῦ Ἰησοῦ» (σελ. 43 καὶ 45).

Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2026

Χάιντεγγερ και Αρεοπαγίτης - Χρήστος Γιανναράς (25)

 Συνέχεια από: Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2026

Χάιντεγγερ καὶ ᾿Αρεοπαγίτης
ή, Περί απουσίας και αγνωσίας του Θεού

Β' - Ο ΑΠΟΦΑΤΙΣΜΟΣ ΩΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΑΓΝΩΣΙΑΣ

3. Ἡ ἀποφατική γνώση ὡς προσωπική μετοχή (3η συνέχεια)

Θὰ μπορούσαμε λοιπὸν νὰ ποῦμε ὅτι ὑπάρχει μιὰ καταρχὴν θεολογικὴ προϋπόθεση τῆς ἀποφατικῆς γνώσης: Εἶναι ἡ διάκριση τῆς θείας Οὐσίας ἀπὸ τὶς θεῖες Ἐνέργειες, ποὺ κάνει δυνατὴ γιὰ τὸν ἄνθρωπο τὴ μετοχὴ στὴν ἀμέθεκτη Θεότητα. ᾿Αλλὰ ὑπάρχει καὶ μιὰ ἀνθρωπολογικὴ προϋπόθεση τῆς ἀποφατικῆς γνώσης: Εἶναι ἡ ὅποια δυνατὴ ἀκεραιότητα τοῦ ἀνθρώπινου προσώπου, ἡ δυνατότητα τῆς ἀναφορικότητας, τῆς συνείδησης καὶ τῆς ἐλευθερίας, χάρη στὴν ὁποία δέχεται ἢ ἀπορρίπτει ὁ ἄνθρωπος τὴν κλήση τοῦ Θεοῦ γιὰ προσωπική σχέση καὶ κοινωνία.

Αὐτὴ ἡ δεύτερη –ἡ ἀνθρωπολογικὴ προϋπόθεση τῆς ἀποφατικῆς γνώσης– διαστέλλει ριζικὰ καὶ καθοριστικὰ τὸν ἀποφατισμὸ ἀπὸ κάθε μυστικισμὸ ποὺ ζητάει νὰ ὑπερβεῖ τὴν προσωπικὴ αὐτοσυνειδησία γιὰ χάρη τῆς ἔκστασης τοῦ ἐγὼ στὴν ἀοριστία τοῦ ἀπρόσωπου «ἀπολύτου». Οἱ λεγόμενες ἐκστατικές καταστάσεις ἀπώλειας ἢ διάλυσης τῆς συνειδητῆς αὐτεπίγνωσης (μὲ στόχο τὴν εὐφραντικὴ παθητικότητα συναισθηματικῶν καταβυθίσεων στὸ «ἀπόλυτο») δὲν ἔχουν σχέση μὲ τὸν ἀποφατισμό, γιατὶ δὲν συνιστοῦν θεολογικὴ γνώση. Καὶ δὲν συνιστοῦν θεολογική γνώση, γιατὶ συνεπάγονται τὴν ἄρνηση τοῦ Θεοῦ ὡς καλοῦντος καὶ διαλεγομένου Προσώπου, ἑπομένως καὶ τὴν ἀναίρεση τῆς μόνης γνωστικῆς δυνατότητας ποὺ εἶναι ἡ σχέση114.[ΠΡΟΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ, ΑΝΤΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΠΑΠΙΚΗΣ ΑΙΡΕΣΕΩΣ.  ΠΡΩΤΟΦΑΝΗΣ ΕΚΦΡΑΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ: 
(δίχως τὴν παραμικρὴ ἀναφορὰ στὸν τρόπο τῆς ὑπάρξεως ποὺ εἶναι κοινὸς στὸν Θεὸ καὶ στὸν ἄνθρωπο)

Ὅμως μιλᾶμε γιὰ «ἀκεραιότητα» τοῦ ἀνθρώπινου προσώπου, ἐνῶ εἶναι ἐμπειρικά δεδομένη ἡ πραγματικότητα τῆς ἀλλοτρίωσης τοῦ ἀνθρώπου: τῆς ἔκπτωσής του ἀπὸ τὴν πληρότητα τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας καὶ ἑτερότητας στὴν ἐξομοίωση καὶ οὐδετεροποίηση ποὺ ἐπιβάλλουν οἱ ἀπρόσωπες ἀπαιτήσεις τοῦ φυσικοῦ εἴδους. Στὴν ἐκκλησιαστική γλώσσα αὐτὴ ἡ ἀλλοτρίωση εἶναι ἡ ἀρχέγονη πτώση τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ εἰκονογραφεῖται στὴ Βίβλο ὡς ἄρνηση τῶν πρωτοπλάστων νὰ πραγματοποιήσουν τὴ ζωὴ (τὴ λήψη τῆς τροφῆς) ὡς σχέση καὶ κοινωνία μὲ τὸν Θεό115.

Στὰ πρόσωπα τοῦ πρωτόπλαστου ζεύγους ὑποστασιάζε ται ἡ καθολικὴ ἀνθρώπινη φύση. Γι' αὐτὸ καὶ ἡ ἄρνηση τῶν πρωτοπλάστων νὰ ἀνταποκριθοῦν θετικὰ στὴν κλήση τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν πραγματοποίηση τῆς ζωῆς ὡς ἀγαπητικῆς κοινωνίας μαζί Του, ἀλλάζει τὸν τρόπο ὑπάρξεως τῆς καθολικῆς ἀνθρώπινης φύσης. Ἡ φύση αὐτονομεῖται, οἱ φυσικὲς λειτουργίες τῆς ζωῆς γίνονται ὑπαρκτικὸς αὐτοσκοπός, ὡς ὕπαρξη λογαριάζεται ἡ ἐπιβίωση, ὄχι ἡ σχέση.[OI ΔΕΡΜΑΤΙΝΟΙ ΧΙΤΩΝΕΣ ΔΕΝ ΑΠΟΤΕΛΟΥΝ ΕΠΙΒΙΩΣΗ ΑΛΛΑ ΕΝΤΟΛΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ.] ᾿Αλλὰ τὸ κτιστὸ εἶναι ἀδύνατο νὰ φτάσει ἀπὸ μόνο του στὴν ὑπαρκτικὴ αὐτοτέλεια τοῦ ἀκτίστου, γι' αὐτὸ καὶ ἡ αὐτονόμηση τοῦ κτιστοῦ καταλήγει ἀναπόφευκτα στὸν θάνατο.

Ὅμως ἡ ἀνταρσία τῆς ἀνθρώπινης φύσης δὲν ἀναστέλλει, οὔτε περιορίζει τὴν «πρόοδο» τῶν θείων ᾿Ενεργειῶν, τὴν οὐσιοποιὸ καὶ «ζωογόνο» κλήση τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸ κάθε ἀνθρώπινο πρόσωπο [ΟΙ ΑΚΤΙΣΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΚΑΙ Η ΜΕΤΟΧΗ ΤΟΥΣ ΔΕΝ ΑΠΟΤΕΛΟΥΝ ΤΟΝ ΣΚΟΠΟ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ. Η ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΔΑ ΔΕΝ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ. ΠΡΟΣΩΠΟ ΕΙΝΑΙ Ο ΚΥΡΙΟΣ -ΠΑΝΤΑ ΔΙ'ΑΥΤΟΥ ΕΓΕΝΕΤΟ- ΜΕ ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΣΥΝΟΜΙΛΟΥΣΑΝ ΟΙ ΠΡΩΤΟΠΛΑΣΤΟΙ ΚΑΙ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΤΟΥΣ ΕΔΙΩΞΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ. ΔΕΝ ΑΡΝΗΘΗΚΑΝ ΤΗΝ ΤΡΟΦΗ ΑΛΛΑ ΔΕΧΘΗΚΑΝ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ ΔΥΟ ΠΕΙΡΑΣΜΟΥΣ, ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΨΕΥΔΟΠΡΟΦΗΤΕΙΑΣ ΠΡΟΚΕΙΜΕΝΟΥ ΝΑ ΓΙΝΟΥΝ ΣΑΝ ΘΕΟΙ.].. Αὐτοαποκλείεται ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὴ μετοχὴ στὴ Θεότητα, ἀπὸ τὴ μετοχὴ στὴν ὄντως ζωή. Καὶ ἀποκαλύπτει ἡ ἀνταρσία τοῦ ἀνθρώπου τὴν ἄβυσσο τῆς «φυσικῆς» ἀπόστασης ποὺ τὸν χωρίζει ἀπὸ τὸν Θεό. Τὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο ἀλλοτριώνεται, ἀλλὰ δὲν καταλύεται, ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι ἡ «οὐσίωση» τῆς θείας θέλησης γιὰ προσωπική σχέση μὲ τὸν ἄνθρωπο, ἔστω κι ἂν αὐτὴ ἡ σχέση πραγματοποιεῖται ὡς ρήξη καὶ ἄρνηση τοῦ ἀνθρώπου νὰ τὴν δεχθεῖ. Καὶ ἡ ἄρνηση δὲν εἶναι μιὰ διανοητικὴ ἢ «ἠθικὴ» ἀπειθαρχία, ἀλλὰ μιὰ ὀργανικὴ ἀποκοπὴ ἀπὸ τὸν τρόπο τῆς ζωῆς. Αὐτὴ ἡ ἀποκοπὴ δημιουργεῖ τὴ συνείδηση τοῦ ἐκτός, τῆς ὑπαρκτικῆς «ἀποξένωσης» ἀπὸ κάθε αἰτιώδη ἢ ζωηφόρο ἀρχή, τὴ συνείδηση τοῦ κενοῦ ἢ τοῦ τίποτα ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἀναδύεται ἡ ὕπαρξη.

Ὁ Χάϊντεγγερ ἀναλύει μὲ τρόπο ἰδιοφυὴ αὐτὴ τὴν «ἀποξένωση» (Entfremdung) – αὐτὴ τὴ συνείδηση τοῦ «τίποτα» (Nichts)116 ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἀναδύεται ἡ ἀνθρώπινη ὕπαρξη. Καὶ ἡ σημασία ποὺ ἔχει γιὰ τὴν ἀποφατικὴ Θεολογία τόσο ὁ Χάϊντεγγερ ὅσο καὶ γενικότερα ἡ σύγχρονη μηδενιστική φιλοσοφία τοῦ ὑπαρξισμοῦ, ἔγκειται ἀκριβῶς στὴν ἀνάλυση τῶν προϋποθέσεων τῆς ἀποφατικῆς Θεογνωσίας, δηλαδὴ στὴ διασάφηση τῆς ἀδυναμίας τοῦ ἀνθρώπου τῆς πτώσης νὰ γνωρίσει τὸν Θεὸ [ΔΕΝ ΑΥΤΟΑΠΟΚΛΕΙΕΤΑΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ;] – στὴ θαρραλέα ἄρνηση κάθε λογικὰ ὑποχρεωτικῆς παρηγοριᾶς, κάθε σχετικισμοῦ στὴ Θεολογία, κάθε «μεταφυσικῆς» ποὺ προσπαθεῖ νὰ ἀμβλύνει τὴ συνείδηση τοῦ ὑπαρκτικοῦ κενοῦ τῆς μὴ σχέσης.

Ἔτσι ἡ στάση τοῦ Χάϊντεγγερ ἀποδείχνεται περισσότερο «ἀποκαλυπτικὴ» ἀπὸ τὴν ὁποιαδήποτε νοησιαρχική θεολογία117, ἀφοῦ ὁδηγεῖ στὴν αὐτεπίγνωση τῆς φύσης ποὺ εἶναι σὲ πτώση, καὶ μιὰ τέτοια αὐτεπίγνωση εἶναι προϋπόθεση γιὰ τὴν πρόσβαση στὸ γεγονὸς τῆς «ἀνάπλασης» τοῦ ἀνθρώπου «ἐν Χριστῷ».[ΔΥΣΚΟΛΗ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΗ ΤΗΣ ΑΝΑΠΛΑΣΗΣ. ΟΛΗ Η ΠΑΠΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΛΥΤΡΩΣΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΜΑΡΤΙΑ ΕΝΕΚΕΝ ΤΟΥ ΠΡΟΠΑΤΟΡΙΚΟΥ. ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΗ Ο ΑΒΡΑΑΜ ΚΑΙ Η ΠΑΝΑΓΙΑ. Ο ΧΑΙΝΤΕΓΚΕΡ ΚΑΙ Η ΥΨΙΠΕΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ ΚΑΙ ΤΩΝ ΣΥΝ ΑΥΤΩ ΔΕΝ ΑΝΗΚΟΥΝ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ. ΕΙΝΑΙ ΜΑΛΛΟΝ ΕΝΑΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΣΤΟΧΑΣΤΗΣ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΘΗΚΕ ΤΗΝ ΑΠΙΣΤΙΑ ΤΩΝ ΔΗΘΕΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ, ΤΗΝ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΤΟΥ ΤΙΠΟΤΑ] 

Σημειώσεις

114. Στη σύγχρονη δυτική θεολογική γραμματεία ἐμφανίζεται συχνά δυσπιστία καὶ ἐπιφύλαξη γιὰ τὸν ἑλληνικὸ - ἀνατολικὸ ἀποφατισμό, μὲ τὴν αἰτιολογία ὅτι ἀντιπροσωπεύει καὶ αὐτὸς μιὰ μορφὴ καταφυγῆς σὲ ἐκστατικές καταστάσεις μυστικισμοῦ, δηλαδὴ ἀπώλειας τῆς προσωπικῆς αὐτοσυνειδησίας (βλ. ἐνδεικτικά: Karl BARTH, Kirchliche Dogmatik II, 1, σελ. 217. – R. BULTMANN, Glauben und Verstehen, 1, σελ. 140-141, 11, σελ. 135 καὶ 188). Εἶναι ὅμως ἀπορίας άξιο πῶς βιβλικοὶ ἐπιστήμονες συγχέουν τὴ γνώση, ὡς ἐμπειρία προσωπικής κοινωνίας, μὲ μυστικιστικὲς ἐκστατικές καταστάσεις ἀλογίας καὶ ἀκοινωνησίας. Γιατί κατεξοχήν στη Βίβλο ἡ γνώση ταυτίζεται μὲ τὴν ἐμπειρία τῆς σχέσης, καὶ ἡ πληρότητα τῆς γνώσης μὲ τὴν πληρότητα τῆς σχέσης, τὴν ἐρωτική συν-ουσία (πρβλ. Γεν. 4, 1-4,17-4, 25 κλπ., Κρ. 21, 12, Ματθ. 1, 25. Λουκ. 1, 34 – Βλ. καὶ τὸ λήμμα γινώσκω στο KITTEL, Wörterbuch zum Ν. Τ., τόμος Ι, 696-27-31, λήμμα γραμμένο ἀπὸ τὸν R. BULTMANN), "Ο ερωτικός χαρακτήρας τῆς προσωπικῆς γνώσης -πάντα κατὰ τὶς ᾿Αρεοπαγιτικές Συγγραφές- εἶναι τὸ θέμα τοῦ ἑπόμένου κεφαλαίου. Ἐδῶ ὑπογραμμίζουμε μόνο τὴν ἀνθρωπολογική προϋπόθεση τοῦ ἀποφατισμοῦ, τὴν ἀκεραιότητα τῆς προσωπικῆς αὐτεπίγνωσης.

115. Βλ. τὸ ᾿Αλφαβητάρι τῆς πίστης, σελ. 115 κ.ε.

116. Entfremdung: Im beruhigten, alles verstehenden Sichvergleichen mit. allem treibt das Dasein einer Entfremdung zu, in der sich ihm das eigenste Seinkönnen verbirgt.
[Αποξένωση (Entfremdung): Στην καθησυχασμένη, τα πάντα κατανοούσα αυτοσύγκριση με τα πάντα, το Dasein ωθείται προς μια αποξένωση, μέσα στην οποία του αποκρύπτεται το κατεξοχήν ίδιον δυνατὸ τοῦ εἶναι του].
Nichts: Das Nichts, davor die Angst bringt, enthüllt die Nichtigkeit, die das Dasein in seinem Grunde bestimmt, der selbst ist als Geworfenheit in den Tod. Sein und Zeit §§ 38 καὶ 40.
[Το Μηδέν (Nichts): Το Μηδέν, ενώπιον του οποίου ανακύπτει η αγωνία, αποκαλύπτει τη μηδαμινότητα (Nichtigkeit) που καθορίζει το Dasein στο θεμέλιό του, το οποίο είναι το ίδιο ως ριγμένη-ύπαρξη (Geworfenheit) μέσα στον θάνατο].

117. ῾Ο Χάϊντεγγερ θεωρεῖ ὡς μοναδική «χριστιανική» ἀντίληψη γιὰ τὸν ἄνθρωπο αὐτὴν που διαμόρφωσε ἡ δυτική μεταφυσική – μιὰν ἀντίληψη ἀντιπαράθεσης τῆς κτιστῆς καὶ πεπερασμένης ἀνθρώπινης οὐσίας στὴν ἄκτιστη καὶ ἀπόλυτη οὐσία τοῦ Θεοῦ (δίχως τὴν παραμικρὴ ἀναφορὰ στὸν τρόπο τῆς ὑπάρξεως ποὺ εἶναι κοινὸς στὸν Θεὸ καὶ στὸν ἄνθρωπο): «Ο χριστιανός βλέπει τὴν ἀνθρωπότητα τοῦ ἀνθρώπου (die Humanitas des homo) σὲ ἀντιδιαστολὴ πρὸς τὴ Θεότητα. Εἶναι ἄνθρωπος κατὰ τὴν ἔννοια τῆς Ἱερῆς Ἱστορίας, τέκνο τοῦ Θεοῦ ποὺ γνωρίζει καὶ κερδίζει τὸ δικαίωμα νὰ ἔχει τὸν Θεὸ πατέρα ἐν Χριστῷ. Ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι ἐκ τοῦ κόσμου τούτου, ἀφοῦ ὁ κόσμος, θεωρητικά - πλατωνικά καθοριζόμένος, εἶναι μόνο μιὰ προσωρινή διάβαση πρὸς τὸ ἐπέκεινa (Über den Humanismus, σελ. 10). Ὅμως μιὰ τέτοια ἀντίληψη γιὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν κόσμο εἶναι πολὺ ἐλλιπὴς σὲ σχέση μὲ τὴν ἐκφρασμένη καθολικὴ ἐμπειρία τῆς ἀδιαίρετης Εκκλησίας. Καταρχήν, γιατί περιορίζεται στις νοητικές σχηματοποιήσεις τῆς ἀναλογικῆς ἐκδοχῆς τῶν οὐσιῶν (Θεοῦ - κόσμου - ἀνθρώπου). Καὶ δεύτερον, γιατί καταφεύγει στὸ ἐπίσης νοητικὸ σχῆμα τῆς νομικῆς ἀντίληψης γιὰ τὴν υἱοθεσία τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν Θεὸ «ἐν Χριστῷ», προκειμένου νὰ ἐξασφαλίσει κάποια γεφύρωση τῆς οὐσιαστικῆς τους ἀπόστασης. Όχι μόνο ἡ ὕλη τοῦ κόσμου μένει ὀντολογικὰ ἀνερμήνευτη, ἀλλὰ καὶ ἡ πτώση τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως καὶ ἡ σωτηρία του ἐν Χριστῷ ἀντιπροσωπεύουν νομικές (δικανικές) κατηγορίες καὶ ὄχι πραγματικότητες τῆς ὑπαρκτικῆς ἐμπειρίας. Αὐτὰ τὰ πελώρια κενὰ τῆς μεταφυσικῆς ὀντολογίας τοῦ δυτικοῦ χριστιανισμοῦ ὁδηγοῦν τὸν Χάιντεγγερ στη ριζοσπαστικότητα μιᾶς ρεαλιστικῆς ὀντολογίας, ποὺ εἶναι μηδενιστική γιατί θεμελιώνεται μόνο στὴν ἐμπειρία τῆς ἐκ-στατικῆς (ἀλλὰ μὴ-ἀναφορικῆς στὸ Πρόσωπο τοῦ Θεοῦ) ὕπαρξης τοῦ ἀνθρώπινου ὑποκειμένου (ἀνάγοντας στὸ ἀποφατικό μηδὲν τὴν «οὐσιαστική» πραγματικότητα τοῦ Θεοῦ). Γι' αὐτὸ καὶ μένει ἀκατανόητος ὁ Χάϊντεγγερ γιὰ τὴ δυτική θεολογία. Εἶναι ἐνδεικτικὸς ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο κρίνει τὴ φιλοσοφία τοῦ Χάϊντεγγερ ὁ ρωμαιοκαθολικός ἱστορικὸς τῆς φιλοσοφίας J. HIRSCHBERGER: Εἰρωνεύεται τὴ χαϊντεγγεριανή σκέψη, δὲν τὴν ἀναγνωρίζει κὰν ὡς φιλοσοφία, τὴ βλέπει περισσότερο σὰν κάποιο εἶδος «νεο-μυστικισμοῦ» καὶ «νεο-ρομαντισμοῦ», ποὺ ἀφορᾶ περισσότερο στὴν ποίηση καὶ στὴν τέχνη παρὰ στὴ φιλοσοφία (βλ. Geschichte der Philosophie, τόμος ΙΙ, σελ. 648-650).

Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2026

Χάιντεγγερ και Αρεοπαγίτης - Χρήστος Γιανναράς (24)

Συνέχεια από: Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2026

Χάιντεγγερ καὶ ᾿Αρεοπαγίτης
ή, Περί απουσίας και αγνωσίας του Θεού

Β' - Ο ΑΠΟΦΑΤΙΣΜΟΣ ΩΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΑΓΝΩΣΙΑΣ

3. Ἡ ἀποφατική γνώση ὡς προσωπική μετοχή (2η συνέχεια)

Ἡ Δύση ἀπέρριψε τὴ διάκριση οὐσίας καὶ ἐνεργειῶν ἔχοντας ἀποκλείσει τὸν ἐμπειρισμὸ τῆς σχέσης τόσο ἀπὸ τὴν γνωσιολογία ὅσο καὶ ἀπὸ τὴν ὀντολογία της. Γι' αὐτὸ καὶ ταύτισε τὸν ἀποφατισμὸ μὲ τὴ «θεολογία τῶν ἀρνήσεων» ἢ μὲ τὸν μυστικισμὸ τῆς συναισθηματικῆς «ἐνατένισης» (contemplatio) τοῦ «ἀπολύτου». ᾿Απέρριψε ἡ Δύση τὴν ἑλληνικὴ (ἀρχαία καὶ ἐκκλησιαστική) γνωσιολογία, τὴν ταύτιση τοῦ ἀληθεύειν μὲ τὸ κοινωνεῖν, ὅπως ἀπέρριψε καὶ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ὀντολογία, τὴ διάκριση οὐσίας καὶ ἐνεργειῶν, τὴν προτεραιότητα τοῦ προσώπου ἔναντι τῆς οὐσίας, τὴν προτεραιότητα τῆς ἐλευθερίας καὶ ἑτερότητας ἔναντι τοῦ οὐσιαστικοῦ προκαθορισμοῦ τῆς ἀρχῆς τοῦ ὑπαρκτοῦ.[ΚΑΙ Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΑΠΕΡΡΙΨΕ ΜΕ ΤΗΝ ΣΕΙΡΑ ΤΗΣ ΤΗΝ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΗΝ ΕΝΣΑΡΚΩΣΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΣΚΟΠΟ ΤΗΣ ΑΓΙΟΤΗΤΟΣ. ΓΙΑ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ, Ο ΠΑΛΑΜΑΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ ΤΩΝ ΑΚΤΙΣΤΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΩΝ ΟΠΩΣ ΤΟΝ ΤΑΥΤΙΣΑΝ ΟΙ ΡΩΣΟΙ ΤΗΣ ΔΙΑΣΠΟΡΑΣ ΑΛΛΑ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΗΣΥΧΑΣΜΟΥ, ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ]

Καὶ στὶς δυὸ ἀπορρίψεις -τόσο τῆς γνωσιοθεωρίας ὅσο καὶ τῆς ὀντολογίας- διαφαίνεται ὄχι ἕνα συλλογιστικό λάθος ἢ μιὰ ἐλλιπὴς κατανόηση, ἀλλὰ ἡ «φυσική» ἀνθρώπινη ἀντίσταση στὴν ἐλευθερία ἢ διακινδύνευση τῆς σχέσης, ἡ ἀνάγκη τοῦ φυσικοῦ (ἀτομικοῦ καὶ ὄχι προσωπικοῦ) ἀνθρώπου γιὰ ἐξασφαλιστικές βεβαιότητες ποὺ τὶς κατέχει ἀτομικὰ ὡς ὁριστικὰ νοήματα. Κι ἂν ἡ ἐμμονὴ στὴν ἀτομοκεντρική ἐξασφάλιση εἶναι «φορὰ πρὸς τὸν θάνατο» (ἀλλοτρίωση τῆς ὑπαρκτικῆς ἀναφορικότητας ποὺ συνιστᾶ καὶ συγκροτεῖ τὸ ὑποκείμενο109), τότε μποροῦμε νὰ χαρακτηρίσουμε τὴ θεολογία ποὺ προκύπτει ἀπὸ μιὰ τέτοια ἐμμονὴ ὡς θεολογία θανάτου, θεολογία νεκρῶν ὑποκατάστατων τῆς ζωῆς, θεολογία ἑνὸς νεκροῦ Θεοῦ ἢ τοῦ θανάτου τοῦ Θεοῦ.

Ὁ ἐμπειρισμὸς τῆς σχέσης ἐκφράζεται στὶς ᾿Αρεοπαγιτικὲς Συγγραφές μὲ τὸν προσδιορισμὸ τῆς μετοχῆς στὶς θεῖες Ἐνέργειες ὡς ἀποκλειστικῆς ὁδοῦ γιὰ τὴ γνώση τοῦ Θεοῦ. [ΚΑΙ ΜΕΤΑ Ο ΘΕΟΣ ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΕ ΚΑΙ ΟΙ ΑΚΤΙΣΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΠΡΟΣΦΕΡΟΥΝ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΑΓΑΠΗΣ ΚΑΤ΄ΑΝΑΛΟΓΙΑΝ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΑΤ΄ ΕΙΚΟΝΑ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΔΕΝ ΥΦΙΣΤΑΤΑΙ ΠΛΕΟΝ ΚΑΘΟΤΙ ΜΕ ΤΗΝ ΠΤΩΣΗ ΧΑΘΗΚΕ, ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ. ΑΓΝΟΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΝΑΚΑΙΝΙΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΚΑΘΙΣΤΑΤΑΙ ΕΦΙΚΤΟΣ ΚΑΙ Ο ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΨΕΥΔΟΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ]

Μιλᾶμε γιὰ «γνώση τοῦ Θεοῦ» συνολική, ἐπειδὴ οἱ θεῖες ᾿Ενέργειες, στὸ μέτρο ποὺ μᾶς ἀποκαλύπτουν τὴν ἑτερότητα τῶν Ὑποστάσεων, [Ο ΑΚΙΝΔΥΝΟΣ ΕΙΝΑΙ Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΙΡΕΣΗ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΕ ΜΕ ΕΠΙΤΥΧΙΑ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΣΤΗΝ ΒΑΠΤΙΣΗ ΜΑΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕ ΤΗΝ ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΔΑ ΣΑΝ ΜΟΝΑΔΑ ΕΝ ΤΡΙΑΔΙ ΟΧΙ ΣΑΝ ΣΧΕΣΕΙΣ ΠΡΟΣΩΠΩΝ] προσφέρουν τὴ δυνατότητα γνωστικῆς μετοχῆς σὲ αὐτὸ ποὺ καθολικὰ εἶναι ὁ Θεός. Καὶ τοῦτο, γιατί κάθε προσωπικὴ ὑπόσταση (τοῦ Θεοῦ ἢ καὶ τοῦ ἀνθρώπου) δὲν εἶναι μέρισμα ἢ τμῆμα τοῦ θείου ἢ τοῦ ἀνθρώπινου εἶναι, ἀντίθετα: κάθε πρόσωπο συγκεφαλαιώνει καὶ ἐκφράζει τὸν σύνολο τρόπο τοῦ εἶναι, τὴν καθολική Θεότητα ἢ ἀνθρωπότητα. Δὲν ὑπάρχει Θεότητα ἢ ἀνθρωπότητα ἔξω ἀπὸ τὶς ὑπαρκτικές της ὑποστάσεις, δηλαδὴ ἔξω ἀπὸ τὰ πρόσωπα. Τὸ πρόσωπο ὑποστασιάζει τὸ εἶναι, συνιστᾶ τὸ εἶναι ὡς ὑπαρκτική πραγματικότητα.[ΑΥΤΑ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΚΑΚΟΧΩΝΕΜΕΝΑ ΤΟΥ ΡΑΝΕΡ. Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΣΑΝ ΑΔΙΑΚΡΙΣΙΑ ΚΑΙ ΣΑΝ ΜΟΝΑΔΙΚΟΣ ΝΟΜΟΣ ΤΗΣ ΛΟΓΙΚΗΣ. ΑΠΟΡΡΙΠΤΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΚΑΤΑ ΦΥΣΙΝ ΛΟΓΙΚΗ ΠΡΟΚΕΙΜΕΝΟΥ Η ΟΜΙΛΙΑ ΚΑΙ Η ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ ΝΑ ΕΧΕΙ ΝΟΗΜΑ]

Οἱ θεῖες λοιπὸν Ἐνέργειες καλοῦν σὲ μιὰν ἐμπειρία μετοχῆς στὴν ἀμέθεκτη Θεότητα110, κι αὐτὴ ἡ νοηματικὴ ἀντίφαση (τῆς μετοχῆς στὸ ἀμέθεκτο) συνιστᾶ μιὰ πραγματική (τὴ μοναδική) γνωστικὴ δυνατότητα προκειμένου γιὰ τὴν πρόσβαση στὴν πραγματικότητα τοῦ Θεοῦ. «Πάντα τὰ θεῖα καὶ ὅσα ἡμῖν ἐκπέφανται ταῖς μετοχαῖς μόναις γινώσκεται»111. Ἡ διατύπωση αὐτὴ τῶν ᾿Αρεοπαγιτικῶν Συγγραφῶν δὲν ἀφήνει περιθώρια γιὰ ὁποιαδήποτε ἄλλη προσπάθεια γνωστικῆς προσέγγισης τοῦ Θεοῦ. Ἡ γνώση εἶναι ἐμπειρία μετοχῆς καὶ ἡ μετοχὴ γίνεται δυνατὴ χάρη στὶς θεῖες Ἐνέργειες. Δὲν ἐξαντλεῖται ἡ διὰ τῆς μετοχῆς γνώση στὴν ἁπλὴ κατανόηση τῆς ἀλήθειας τοῦ Θεοῦ, ἡ μετοχὴ εἶναι ὑπαρκτικὸ γεγονός, εἶναι ἕνωση μὲ τὸ γινωσκόμενο. «Τοῖς ἀφθέγκτοις καὶ ἀγνώστοις ἀφθέγκτως καὶ ἀγνώστως συναπτόμεθα, κατὰ τὴν κρείττονα τῆς καθ᾽ ἡμᾶς λογικῆς καὶ νοερᾶς δυνάμεως καὶ ἐνεργείας ἕνωσιν»112. [ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΠΡΟΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΟΥΤΟΠΙΑ ΣΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΚΥΡΙΑΡΧΗΣΕ ΓΡΗΓΟΡΑ Ο ΡΕΑΛΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΑΚΙΝΑΤΗ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΦΑΝΕΡΩΝΕΙ ΟΤΙ ΟΙ ΑΚΤΙΣΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΟΥΣΙΩΝΟΥΝ ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΔΙΝΟΥΝ ΤΟ ΠΟΘΟΥΜΕΝΟ ΕΝΥΠΟΣΤΑΤΟ, ΤΗΝ ΑΘΑΝΑΣΙΑ ΠΟΥ ΠΡΟΣΦΕΡΕΙ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΣΕ ΟΠΟΙΟΝ ΘΕΛΕΙ]

Ὁ ἀποφατισμὸς παραπέμπει σὲ αὐτὴ τὴν ἕνωση μὲ τὸν Θεό, ποὺ εἶναι «κρείττων τῆς καθ᾽ ἡμᾶς λογικῆς καὶ νοερᾶς δυνάμεως». Τὸ «κρεῖττον» δὲν ἀποκλείει τὸ «ἔλαττον», γι' αὐτὸ καὶ ὁ ἀποφατισμὸς δὲν παύει νὰ χρησιμοποιεῖ τὴν καθ' ἡμᾶς λογικὴ καὶ νοερὰ δύναμη (νὰ χρησιμοποιεῖ κάθε γνωσιοθεωρητικὴ ὁδὸ καὶ μέθοδο – καταφάσεις, ἀρνήσεις, αἰτιολογικὲς ἀναγωγές, ἀναλογικές συγκρίσεις). ᾿Αρνεῖται ὅμως νὰ ἐξαντλήσει τὴν κρείττονα γνώση που παρέχει ἡ ἕνωση μὲ τὸν Θεό, στὸ ἔλαττον ἐπίπεδο τῶν νοητικῶν συλλήψεων καὶ τῶν λογικῶν διατυπώσεων. Ἡ ἀξία καὶ χρησιμότητα τοῦ ἐλάσσονος αὐτοῦ ἐπιπέδου εἶναι, ἀκριβῶς, ὅτι παραπέμπει στὴν κρείττονα ἕνωση.[ΣΤΗΝ ΠΟΤΑΠΗ ΑΥΤΟΣΥΝΕΙΔΗΣΙΑ]

᾿Αλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ παραπομπὴ δὲν ἐμπεριέχεται στὴ λογική διατύπωση ὡς αὐτονόητη καὶ ὑποχρεωτική γνωστική λειτουργία. Πολύ συχνὰ οἱ ἄνθρωποι ἀρκούμαστε στὸ ἔλασσον ἐπίπεδο τῶν λογικῶν διατυπώσεων, ἐκδεχόμαστε τὴ νοητική σύλληψη ὡς πραγματικὴ καὶ ἱκανοποιητική γνώση. Γιὰ νὰ λειτουργήσει ἡ ἀποφατικὴ παραπομπή, πρέπει νὰ δεχθοῦμε «τὴν καθ᾿ ἡμᾶς λογικὴν καὶ νοερὰν δύναμιν» ὄχι ἁπλῶς ὡς ἀφετηρία, ἀλλὰ καὶ ὡς ἐνεργὸ ἀνταπόκριση στὴν κλήση ποὺ μᾶς ἀπευθύνει ὁ Θεὸς προσφερόμενος νὰ γίνει γνωστὸς σὲ μιὰ σχέση προσωπικῆς κοινωνίας. [Η ΚΛΗΣΗ ΠΡΟΣΦΕΡΘΗΚΕ ΣΤΟΝ ΕΒΡΑΙΚΟ ΛΑΟ ΚΑΙ ΣΤΟΥ ΝΟΜΟΥΣ ΠΟΥ ΔΟΘΗΚΑΝ ΣΤΟΝ ΜΩΥΣΗ. ΞΑΝΑΔΗΜΙΟΥΡΓΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΧΑΜΕΝΗ ΗΘΙΚΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΤΗΝ ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΚΑΛΟΥ ΚΑΙ ΚΑΚΟΥ]

Ἡ κλήση τοῦ Θεοῦ προηγεῖται – αὐτὴ ὑποστασιάζει τὴν προσωπικὴ ἑτερότητα τοῦ καθενός μας, τὴ λογική μας ἱκανότητα νὰ σχετισθοῦμε μαζί Του καὶ νὰ Τὸν γνωρίσουμε. Ὁ ἄνθρωπος φθάνει στὴ δυνατότητα τῆς γνώσης τοῦ Θεοῦ ὡς ἀποδέκτης τῆς κλήσης ποὺ τοῦ ἀπευθύνει ὁ Θεός, δηλαδὴ ὡς πρόσωπο «γνωσθέν» ὑπὸ τοῦ Θεοῦ, ὡς δεύτερος ὅρος τῆς σχέσης στὴν ὁποία τὸν καλεῖ ὁ Θεός: «Γνόντες Θεόν, μᾶλλον δὲ γνωσθέντες ὑπὸ Θεοῦ»113.[ΧΩΡΙΣ ΤΟ ΒΑΠΤΙΣΜΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ ΜΑΤΑΙΟΠΟΝΟΥΜΕ ΚΟΡΟΙΔΕΥΟΝΤΑΣ ΕΑΥΤΟΝ ΚΑΙ ΑΛΛΗΛΟΥΣ]

Σημειώσεις


109. Βλ. ᾿Ορθός λόγος καὶ κοινωνικὴ πρακτική ΙV, 2.
110. Η Θεότητα μετέχεται (γίνεται μεθεκτή) κατὰ τὸν τρόπο τῆς ὑπάρξεως – ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ ὑπάρξει μὲ τὸν τρόπο τοῦ Θεοῦ (τὸν τρόπο τῆς ἀγαπητικῆς ἀλληλοπεριχώρησης τῶν προσώπων) καὶ αὐτὸ τὸ γεγονὸς τὸ ὀνομάζει ἡ Ἐκκλησία θέωση τοῦ ἀνθρώπου. Η Θεότητα παραμένει ἀμέθεκτη μόνο ὡς πρὸς τὴν «κατ' οὐσίαν ταυτότητα». Πρβλ. ΜΑΞΙΜΟΥ Ὁμολογητού, Πρὸς Θαλάσσιον 22, P.G. 90, 320 A: Πάντα ὅσα ὁ Θεὸς καὶ ὁ διὰ τῆς χάριτος τεθεωμένος ἔσται, χωρίς τῆς κατ᾿ οὐσίαν ταυτότητος.
111. Περὶ θείων ὀνομάτων 2, VII, P.G. 3, 645 Α. Νεοελλην. μτφρ. Ι. Σ.: «Γιατί κάθε τι θεϊκό, ἀκόμα καὶ ὅσα ἔχουν φανερωθεῖ σ' ἐμᾶς, γίνονται γνωστὰ μόνο μὲ τὴ μετοχὴ σ' αὐτά».
112. Περὶ θείων ὀνομάτων 1, Ι, Ρ.G. 3, 585 Β - 588 Α. Νεοελλην. μτφρ. Ι. Σ.: «Μὲ ὅσα δὲν μπορεῖ νὰ εἰπωθοῦν οὔτε νὰ γνωσθοῦν συνδεόμαστε μὲ τρόπο ἄσχετο πρός τὸν λόγο καὶ τὴ γνώση, στὸ πλαίσιο τῆς ἕνωσης ποὺ ξεπερνᾶ τὴ λογικὴ καὶ νοερή δύναμη καὶ ἱκανότητά μας».
113. Γαλ. 4, 9. – Πρβλ. καὶ Νικ. ΝΗΣΙΩΤΗ, Προλεγόμενα εἰς τὴν θεολογικὴν γνωσιολογίαν, σελ. 146 κ.ε.

Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2026

Χάιντεγγερ και Αρεοπαγίτης - Χρήστος Γιανναράς (23)

 Συνέχεια από: Τετάρτη 17 Δεκεμβρίου 2025

Χάιντεγγερ καὶ ᾿Αρεοπαγίτης
ή, Περί απουσίας και αγνωσίας του Θεού

Β' - Ο ΑΠΟΦΑΤΙΣΜΟΣ ΩΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΑΓΝΩΣΙΑΣ

3. Ἡ ἀποφατική γνώση ὡς προσωπική μετοχή

Ἡ διάκριση οὐσίας καὶ ἐνεργειῶν εἶναι ἡ ἀφετηρία καὶ προϋπόθεση τῆς ἀποφατικῆς γνώσης τοῦ Θεοῦ. ᾿Αγνοοῦμε ὁλοκληρωτικὰ τὸ τί εἶναι ὁ Θεὸς – τὴν Οὐσία Του. Μᾶς εἶναι ὅμως προσιτὸς στὴν ἐμπειρία ὁ τρόπος ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ. Καὶ μιλᾶμε γιὰ τὸν τρόπο ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ, ἐπειδὴ γνωρίζουμε τὶς θεῖες Ενέργειες.[Η ΑΠΟΦΑΤΙΚΗ ΟΔΟΣ ΠΟΥ ΠΗΓΕ; ΤΟΤΕ ΠΡΟΣ ΤΙ Η ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΗ;]

Στὶς ᾿Αρεοπαγιτικές Συγγραφὲς ἡ διάκριση οὐσίας καὶ ἐνεργειῶν ἐκφράζεται μὲ τὴ διαστολὴ ἑνώσεων καὶ διακρίσεων στὴ Θεότητα. 

Μὲ τὴ λέξη ἑνώσεις ὀνομάζουμε «τὰ εἰς ἓν συνάγοντα» στοιχεῖα τοῦ λόγου, ποὺ μᾶς ἐπιτρέπουν νὰ σημαίνουμε αὐτὸ ποὺ ἀγνοοῦμε, τὴν «Οὐσία» τῆς Θεότητας. Ἔτσι, στὶς ἑνώσεις ἀναφέρεται «ῇ ἁπάντων ἐπέκεινα τῆς ἐπέκεινα πάντων ὅλης ἰδιότητος ταυτότης· ἡ ὑπὲρ ἑναρχίαν ἐνότης, τὸ ἄφθεγκτον, τὸ πολύφωνον, ἡ ἀγνωσία, τὸ παννόητον, ἡ πάντων θέσις, ἡ πάντων ἀφαίρεσις, τὸ ὑπὲρ πᾶσαν θέσιν καὶ ἀφαίρεσιν, ἡ ἐν ἀλλήλαις, εἰ οὕτω χρὴ φάναι, τῶν ἑναρχικῶν ὑποστάσεων μονὴ καὶ ἵδρυσις, ὁλικῶς ὑπερηνωμένη καὶ οὐδενὶ μέρει συγκεχυμένη». {Περὶ θείων ὀνομάτων 2, IV, Migne P.G. 3, 641 Α. Νεοελλην. μτφρ. Ἰγν. ΣΑΚΑΛΗ: «Η ταυτότητα πέρα ἀπὸ τὴν πέρα ἀπὸ ὅλα ὁλικὴ ἰδιαιτερότητα· ἡ ἑνότητα ἡ πέρα ἀπὸ τὴν ἐναρχία, τὸ ἄναρθρo, τὸ πολύφωνο, ἡ ἀγνωσία, τὸ ὁλονόητο, ἡ γενική θέση τῶν ὅλων, ἡ γενικὴ ἀφαίρεση, τὸ πέρ' ἀπὸ κάθε θέση καὶ ἀφαίρεση, ἡ διαμονὴ καὶ σταθερότητα τῆς μιᾶς μέσα στὴν ἄλλη –ἂν πρέπει νὰ ἐκφραστῶ ἔτσι– τῶν ἐναρχικῶν ὑποστάσεων, ποὺ εἶναι ὁλικὰ ὑπερ-ενωμένη ἀλλὰ χωρὶς νὰ συγχέεται ἐδῶ κι ἐκεῖ» (σελ. 39)}.

᾿Αντίστοιχα, μὲ τὴ λέξη διακρίσεις ἐπισημαίνουμε τὰ στοιχεῖα τοῦ λόγου ποὺ μᾶς ἐπιτρέπουν τὴ γνωστικὴ πρόσβαση στὶς «μεταδόσεις» καὶ γνωστοποιήσεις τοῦ τρόπου τῆς θείας Ὑπάρξεως. Ἔτσι, στὶς διακρίσεις ἀναφέρονται «αἱ οὐσιώσεις, αἱ ζωώσεις, αἱ σοφοποιήσεις, αἱ ἄλλαι δωρεαὶ τῆς πάντων αἰτίας ἀγαθότητος, καθ' ἃς ἐκ τῶν μετοχῶν καὶ τῶν μετεχόντων ὑμνεῖται τὰ ἀμεθέκτως μετεχόμενα. Καὶ τοῦτο κοινὸν καὶ ἡνωμένον καὶ ἔν ἐστι τῇ ὅλῃ θεότητι, τὸ πᾶσαν αὐτὴν ὅλην ὑφ᾽ ἑκάστου τῶν μετεχόντων μετέχεσθαι, καὶ ὑπ᾿ οὐδενὸς οὐδενὶ μέρει... ὥσπερ σφραγίδος ἐκτυπώματα πολλά μετέχει τῆς ἀρχετύπου σφραγίδος, καὶ ἐν ἑκάστῳ τῶν ἐκτυπωμάτων, ὅλης καὶ ταὐτῆς οὐδενὶ κατ' οὐδὲν μέρος». {Περὶ θείων ὀνομάτων 2, V. Migne P.G. 3, 644 Λ. Νεοελλην. μτφρ. Ι. Σ.: «Οι μεταδόσεις τῆς οὐσίας, τῆς ζωῆς, τῆς σοφίας, οἱ ἄλλες δωρεὲς τῆς παναίτιας ἀγαθότητας, γιὰ τὶς ὁποῖες λόγω τῶν μετοχῶν ὑμνοῦνται ἀπὸ τοὺς μετόχους οἱ δωρεὲς ποὺ μετέχονται ἀμέθεκτα. Καὶ τὸ ἐξῆς εἶναι κοινὸ καὶ ἑνωμένο καὶ ἕνα γιὰ τὴν ὅλη θεότητα, τὸ ὅτι αὐτὴ μετέχεται στὸ σύνολό της ἀπὸ καθένα ποὺ μετέχει σ' αὐτὴν κι ἀπὸ κανέναν δὲν μετέχεται μερικά... Ὅπως ἀκριβῶς πολλὰ ἀποτυπώματα μιᾶς σφραγίδας μετέχουν στη σφραγίδα τὴν ἀρχετυπική, καὶ σὲ κάθε ἀποτύπωμα ὑπάρχει ὁλόκληρη καὶ ἡ ἴδια, καὶ σὲ κανένα μὲ κάποιο μέρος της μόνο (σελ. 41). – Βλ. στὸ Περὶ θείων ὀνομάτων καὶ τὸ ἀπόσπασμα 645 Α, όπου οἱ θεῖες Ενέργειες ταυτίζονται μὲ τὰ ὀνόματα τοῦ Θεοῦ, δηλαδὴ μὲ τοὺς τρόπους μὲ τοὺς ὑποίους γίνεται γνωστὸς σὲ μᾶς ὁ Θεὸς καὶ ἐπομένως προσιτός στοὺς προσδιορισμοὺς τῆς κοινῆς μας γλώσσας: «Οίον, εἰ τὴν ὑπερούσιον κρυφιότητα Θεόν, ἢ ζωήν, ἢ οὐσίαν, ἢ φῶς, ἢ λόγον ὀνομάσαιμεν, οὐδὲν ἔτερον νοοῦμεν, ἢ τὰς εἰς ἡμᾶς ἐξ αὐτῆς (τῆς Θεότητος) προαγομένας δυνάμεις, ἐκθεωτικάς, ἢ οὐσιοποιούς, ἢ ζωογόνους, ἡ σοφοδώρους»}.

Τὸν τρόπο τῆς ὑπάρξεως ποὺ τὸν γνωρίζουμε μόνο «κατὰ μετοχήν» -μόνο στὸ ποσοστὸ ποὺ μετέχουμε σὲ αὐτὸν- τὸν ὀνομάζουμε προσωπικό. Ὁ Θεὸς ἐνεργεῖ μὲ τρόπο προσωπικό, ἐνεργεῖ ὡς Πρόσωπο, καὶ μάλιστα ὡς κοινωνία Προσώπων, τριάδα Προσώπων. Ἡ μετοχὴ καὶ μέθεξή μας στὶς Ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ μᾶς γνωστοποιεῖ τὴν ἑτερότητα τριῶν προσωπικῶν Ὑποστάσεων. Οἱ Ἐνέργειες εἶναι κοινές, Ενέργειες τῆς ἄγνωστης καὶ ἀμέθεκτης θείας «Οὐσίας», ἀλλὰ μετεχόμενες ἀποκαλύπτουν στὸν κάθε μετέχοντα, ἀμέριστα καὶ καθολικά, τὴν ἑτερότητα τῆς κάθε θείας Ὑπόστασης καὶ ταυτόχρονα τὴν ὅλη Θεότητα τῆς ὁποίας οἱ Ἐνέργειες μᾶς γνωστοποιοῦν τὶς Ὑποστάσεις.[ΔΕΝ ΕΝΗΜΕΡΩΘΗΚΕ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΑΛΑΜΑ ΔΥΣΤΥΧΩΣ]

Χαρακτηρίζουμε ὡς προσωπικὸ τὸν τρόπο αὐτὸν τῆς ὑπάρξεως ποὺ μᾶς γίνεται γνωστὸς «κατὰ μετοχήν», καταρχὴν ἐπειδὴ ἀνταποκρίνεται στὴν ἐμπειρία ποὺ ἔχουμε ἀπὸ τὴν προσωπικὴ ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου. Γνωρίζουμε κάθε ἀνθρώπινη προσωπικὴ ὑπόσταση μόνο μετέχοντας στὶς ἐνέργειες τὶς ἀποκαλυπτικὲς τῆς ὑπαρκτικῆς της ἑτερότητας – στὸν λόγο, στη σκέψη, στη φαντασία, στὴν κρίση, στη βούληση, στὴν ποιητικὴ ἱκανότητα, τὴν ἀγαπητική, τὴν ἀρχική, κλπ. Όλες αὐτὲς οἱ ἐνέργειες εἶναι κοινὲς σὲ κάθε ἄνθρωπο, γι' αὐτὸ καὶ μᾶς γνωστοποιοῦν αὐτὸ ποὺ εἶναι συνολικὰ ὁ ἄνθρωπος, δηλαδὴ τὴν οὐσία ἢ φύση τοῦ ἀνθρώπου. Ὅμως ὁ κάθε ξεχωριστὸς ἄνθρωπος ἐκφράζεται, σκέπτεται, φαντάζεται, κρίνει, θέλει, δημιουργεῖ, ἀγαπάει, μὲ τρόπο μοναδικό, ἀνόμοιο καὶ ἀνεπανάληπτο. ᾿Ακούγοντας λ.χ. μουσική, γνωρίζουμε μιὰ ποιητική - δημιουργικὴ ἱκανότητα ἢ ἐνέργεια τοῦ ἀνθρώπου, τῆς ἀνθρώπινης οὐσίας ἢ φύσης. Όμως μόνο ἀκούγοντας τὴ μουσικὴ τοῦ Μότσαρτ (μόνο μετέχοντας στὴ μουσική του δημιουργία) μποροῦμε νὰ ξεχωρίσουμε τὴν προσωπική του έκφραση (τὴν ἐνεργητική του ἑτερότητα) ἀπὸ τὴ μουσικὴ τοῦ Μπὰχ ἢ τοῦ Μπετόβεν. Γνωρίζουμε τὴν ἑτερότητα τῆς συγκεκριμένης ἀνθρώπινης ὑπόστασης τοῦ Μότσαρτ μόνο μετέχοντας στὴν ποιητική-δημιουργική της ἐνέργεια – κανένας ἀντικειμενικός-γλωσσικός προσδιορισμὸς δὲν ἀρκεῖ γιὰ νὰ μᾶς κάνει γνωστὴ τὴ μοναδικότητα τῆς μουσικῆς τοῦ Μότσαρτ σὲ σχέση μὲ ὁποιαδήποτε ἄλλη μουσική. Καὶ γνωρίζουμε ἐξ ὁλοκλήρου (ἀμέριστα) αὐτὴ τὴν ἑτερότητα ὅλοι ὅσοι μετέχουμε στὸ ἄκουσμα τῆς μουσικῆς του[Η ΓΝΩΣΤΗ ΑΓΝΩΣΤΗ ΕΞΑΤΟΜΙΚΕΥΣΗ. ΕΤΣΙ ΣΤΟ ΓΡΑΨΙΜΟ Ο ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΣΩΠΟ ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΤΑΙ! ΑΥΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΣΚΟΠΟΣ ΕΞΑΛΛΟΥ... Είναι άραγε η δόξα απλά και μόνο η νοστιμότερη τροφή του εγωισμού μας; Κι όμως! Ο πόθος της δόξας ήταν αναπό­σπαστο κομμάτι των πιο σπάνιων ανθρώπων, κα­θώς και των πιο σπάνιων στιγμών τους. Ειν’ οι στιγμές των ξαφνικών εκλάμψεων, όταν ο άνθρωπος απλώνει το χέρι του με μία αγέρωχη κί­νηση, σαν να πρόσταζε τη δημιουργία ενός κό­σμου, αντλώντας κ’ εκπέμποντας φως από μέ­σα του. ΝΙΤΣΕ]

Χαρακτηρίζουμε λοιπὸν ὡς προσωπικὸ τὸν τρόπο ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ, καταρχὴν ἐπειδὴ ἀνταποκρίνεται στὴν ἐμπειρία ποὺ ἔχουμε ἀπὸ τὴν προσωπικὴ ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου: ὕπαρξη μὲ αὐτοσυνειδησία, μὲ λογικὴ ἀναφορικότητα, μὲ ἐκστατικὴ (ἐνεργούμενη) ἑτερότητα καὶ ἐλευθερία ἀπὸ κάθε προκαθορισμό. Όμως σπουδάζοντας τὸν τρόπο ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ μέσω τῆς ἐκδήλωσης τῶν Ἐνεργειῶν Του, κατανοοῦμε τὴν πραγματικότητα τῶν θείων προσωπικῶν Ὑποστάσεων ὡς ἀφετηρία μᾶλλον γιὰ τὴν ὀρθὴ (πληρέστερη) γνώση καὶ τῆς δικῆς μας ἀνθρώπινης προσωπικῆς ὕπαρξης: Κατανοοῦμε τὸ πρόσωπο ὡς ἐλευθερία καὶ ἀπὸ αὐτὴ τὴν προϋποθετικὴ γιὰ τὶς γνωστικές μας παραστάσεις ὀντικὴ ἀτομικότητα.[ΣΑΝ ΘΕΟΙ ΤΑΥΤΙΖΕΤΑΙ Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΖΩΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΟΠΩΣ ΜΕ ΤΟΝ ΡΑΝΕΡ ΤΑΥΤΙΖΕΤΑΙ Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΔΙΟ ΤΡΙΑΔΑ ΚΑΘΙΣΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΜΜΕΝΕΙΑ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΕΩΣ. ΤΙ ΤΟΝ ΘΕΛΟΥΜΕ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟ; ΤΗΝ Θ. ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ; ΓΙΑ ΤΑ ΕΙΣ ΕΝ ΣΥΝΑΓΟΝΤΑ ΣΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ. ΔΕΝ ΠΕΙΡΑΖΕΙ. ΔΕΝ ΘΑ ΠΑΡΟΥΜΕ]

Οἱ θεῖες Ἐνέργειες μᾶς ἀποκαλύπτουν τὴν προσωπική Ὕπαρξη καὶ ἑτερότητα τοῦ ἐνεργοῦντος Θεοῦ – κάνουν προσιτὸ στὴν ἀνθρώπινη ἐμπειρία τὸ Πρόσωπο τοῦ Θεοῦ, χωρὶς νὰ ἀναιροῦν τὴν ἀπερινόητη ἄβυσσο τῆς οὐσιαστικῆς ἀπόστασης ποὺ μᾶς χωρίζει ἀπὸ τὸν Θεό. ᾿Αποκαλύπτεται ὁ Θεὸς μέσα ἀπὸ τὴν ἐνεργητική Του θέληση γιὰ προσωπική σχέση καὶ ἀγαπητικὴ κοινωνία ἐκτὸς τῆς Ὑπάρξεώς Του, θέληση ποὺ «οὐσιοῦται» στὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο – καλεῖ στὸ εἶναι τὴν ἀνθρώπινη προσωπικὴ ἀναφορικότητα. «Οὐσιοῦται» ἡ ἐνέργεια τῆς θείας θέλησης στὸν σύνολο ἐκτὸς τοῦ Θεοῦ κόσμο τῆς φυσικῆς πραγματικότητας, ὡς κλήση σὲ ἀγαπητική σχέση καὶ ἐρωτικὴ κοινωνία. ᾿Αλλὰ μόνο ἡ προσωπική ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου συνιστᾶ συνείδηση, δηλαδή, ὑπαρκτική-λογική συγκεφαλαίωση καὶ ἐνεργητικὴ ἀναφορικότητα τοῦ κτιστοῦ, δυνατότητα ὑπαρκτικῆς ἀπάντησης (θετικῆς ἢ ἀρνητικῆς) στὴν κλήση τοῦ Θεοῦ. Δὲν ὑπάρχει ἄλλη δυνατότητα σχέσης (ὑπαρκτικῆς κοινωνίας) τῶν κτισμάτων μὲ τὸν Κτίστη τους ἔξω ἀπὸ τὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο. Αὐτὸ μόνο συνιστᾶ τὴν ἐνεργητικὴ συνέπεια τῆς ἐκτὸς τοῦ Θεοῦ ἐνεργούμενης προσωπικῆς ἀποκάλυψης τοῦ Θεοῦ, τὴν εἰκόνα τῶν θείων Προσώπων.[ΠΩΣ ΑΝΤΕΞΕ ΤΕΤΟΙΑ ΕΜΠΝΕΥΣΗ;]

Στὴν ὀντολογικὴ αὐτὴ προοπτικὴ καὶ θεμελίωση, ὁ ἀποφατισμὸς τῆς ἐκκλησιαστικῆς Θεολογίας ἀπέχει πολὺ ἀπὸ τὸ νὰ εἶναι μιὰ ἐπιδέξια ὑπεκφυγὴ τοῦ ἀγνωστικισμοῦ, μιὰ καταφυγὴ σὲ ἀφηρημένα ἰδεολογήματα καὶ συναισθηματικά νεφελώματα. Ὁ ἀποφατισμὸς εἶναι γιὰ τὴν ἐκκλησιαστική συνείδηση ἕνας συνεπέστατος ἐμπειρισμός, μιὰ ἀσυμβίβαστη ἐμμονὴ στὴν ἀπόλυτη προτεραιότητα ποὺ ἔχει ἡ ἐμπειρία ὡς γνωστικὴ ὁδὸς καὶ δυνατότητα. Καὶ στὴν περίπτωση τοῦ Θεοῦ δὲν πρόκειται γιὰ ἐμπειρία πιστοποίησης ἀντικειμένου, ἀλλὰ γιὰ ἐμπειρία προσωπικῆς σχέσης, σχέσης ποὺ συγκροτεῖται ὡς γεγονὸς συνάντησης τῆς προσωπικῆς γνωστικῆς ἐνέργειας τοῦ ἀνθρώπου (τῆς ἀναφορικῆς του λογικότητας) μὲ τὸν λόγο τῆς προσωπικῆς ἑτερότητας τῶν Ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ.[Η ΚΑΤΑΦΑΤΙΚΗ ΟΔΟΣ ΤΟΥ ΤΡΕΜΠΕΛΑ ΛΟΙΠΟΝ ΔΕΝ ΤΟΝ ΙΚΑΝΟΠΟΙΟΥΣΕ. ΔΕΝ ΤΟΥ ΚΑΛΥΠΤΕ ΤΟ ΣΤΥΛ ΤΟΥ, ΤΗΝ ΕΤΕΡΟΤΗΤΑ!!!]

Ἡ ἐμπειρία τῆς προσωπικῆς σχέσης, ἐμπειρία μετοχῆς στὴν ἐνεργητικὴ φανέρωση τῆς ἑτερότητας τοῦ ἄλλου, σημαίνεται ἀλλὰ δὲν ἐξαντλεῖται ποτὲ στὴ γλωσσική διατύπωση. Καὶ αὐτὴ ἡ δυναμικὴ τῶν σχετικῶν πάντοτε διατυπώσεων ποὺ παραπέμπουν στὴν πρωτογενή δυνατότητα τῆς ἐμπειρίας, αὐτὴ ἡ γνωστική δυναμικὴ τοῦ ἐμπειρισμοῦ τῆς σχέσης, εἶναι ὁ ἀποφατισμὸς τῆς ἀδιαίρετης Ἐκκλησίας, ὁ ἀποφατισμός τῆς ἑλληνικῆς ᾿Ανατολῆς.

ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΑΝΑΔΥΕΤΑΙ Η ΑΓΑΠΗ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΤΕΡΟΤΗΤΑ