Συνέχεια από: Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2026
ή, Περί απουσίας και αγνωσίας του Θεού
Β' - Ο ΑΠΟΦΑΤΙΣΜΟΣ ΩΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΑΓΝΩΣΙΑΣ
4. Ἡ ἀποφατική γνώση ὡς ἐρωτική κοινωνία (2η συνέχεια)
«᾿Αμυδρὸν ἀπήχημα» τῆς θείας τριαδικῆς «ἀλληλοπεριχώρησης» συνιστᾶ καὶ κάθε ἀνιδιοτελὴς ἀνθρώπινος ἔρωτας «οὐκ ἐῶν ἑαυτῶν εἶναι τοὺς ἐραστάς, ἀλλὰ τῶν ἐρωμένων»132. Ὁ ἄνθρωπος ἀνταποκρίνεται στὴν «κατ' εἰκόνα Θεοῦ» δημιουργία του, στὸ ποσοστὸ ποὺ πραγματοποιεῖ τὴν ὕπαρξή του ὡς ἐρωτικὴ αὐθυπέρβαση καὶ αὐτοπροσφορά, δηλαδὴ στὸ ποσοστὸ ποὺ ἀνταποκρίνεται στὸν προσωπικό τρόπο τῆς ὑπάρξεως. Γιατὶ τὸ πρόσωπο εἶναι μιὰ κατηγορία καταρχὴν ἐρωτικὴ καὶ ὁ ἔρωτας μιὰ καταρχὴν προσωπική κατηγορία. Καὶ ἐπειδὴ ἡ ἀνθρώπινη φύση ὑπάρχει μόνο ὡς πραγματικότητα προσωπικῶν ὑποστάσεων, ὅταν τὰ πρόσωπα ἀληθεύουν στὴν ἀμοιβαία ἐρωτική τους αὐτοπροσφορά, τότε ἡ ὑπαρκτική τους «ἀλληλοπεριχώρηση» πραγματοποιεῖ καὶ φανερώνει τὴν καθολικὴ «ἑνοείδεια» τῆς φύσης, τὴν ἑνοειδὴ καθολικότητα τῆς φύσης.[ΑΝΑΛΟΓΙΕΣ ΤΟ ΜΥΑΛΟ ΜΟΥ ΒΑΣΑΝΙΖΟΥΝΕ ΠΟΛΛΕΣ ΚΑΙ ΤΡΕΛΛΕΣ.ΤΟΤΕ ΓΙΑΤΙ Η ΕΝΣΑΡΚΩΣΗ; Η ΑΝΑΚΑΙΝΙΣΗ ΤΟΥ ΚΑΤ'ΕΙΚΟΝΑ; ΓΙΑΤΙ Η ΠΤΩΣΗ;]
᾿Αντίθετα, αὐτὸ ποὺ «τὰ πλήθη» καταλαβαίνουν ὡς ἔρωτα, εἶναι ἡ ἀλλοτρίωση τοῦ ἔρωτα (ἀλλοτρίωση τῆς ζωῆς, τοῦ τρόπου τῆς ὑπάρξεως) μετὰ τὴν πτώση. Εἶναι ἡ «ἔκπτωσις» τοῦ «ὄντως ἔρωτος» ποὺ «μερίζει», «διαιρεῖ», «τεμαχίζει» τὴ φύση, γιατὶ ὑπηρετεῖ τὴν ὑπαρκτικὴ αὐτοτέλεια τῶν ἀτομικοτήτων, τὴν ἐπιθυμία ἡδονῆς κάθε ἀτόμου. Ἡδονὴ εἶναι ἡ ἀπρόσωπη αὐτοϊκανοποίηση τῆς φύσης, ἡ ἐφήμερη ἱκανοποίηση τῆς ὑπαρκτικῆς της αὐτοτέλειας, ποὺ ἐπιβάλλεται στὸ ἄτομο ὡς ἀναγκαιότητα, ὡς ἐνστικτώδης φορὰ αὐτοπολλαπλασιασμοῦ τῆς φύσης. Αὐτοπολλαπλασιαζόμενη ἡ φύση ὑπάρχει καθεαυτήν, ὡς ἄθροισμα θνητῶν ἀτομικοτήτων, ἀντλεῖ τὴν ὕπαρξη ἀπὸ τὴ δυναμικὴ τῶν δικῶν της λειτουργιῶν καὶ ὄχι ἀπὸ τὴν προσωπικὴ ἔκ-σταση πέρα ἀπὸ τὶς ὑπαρκτικὲς δυνατότητες τοῦ κτιστοῦ.[Ο ΙΕΡΟΣ ΓΑΜΟΣ ΜΑΣ ΜΑΡΑΝΕ! ΕΚΛΕΚΤΙΚΕΣ ΣΥΓΓΕΝΕΙΕΣ ΤΟΥ ΓΚΑΙΤΕ ΕΙΣΑΓΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΚΛΕΚΤΟΥΣ]
Μὲ αὐτὴ τὴν ἔννοια εἶναι «σωματοπρεπής» ὁ ἔρωτας μετὰ τὴν πτώση: Δὲν συγκεφαλαιώνει τὴ φύση στὴν προσωπική ἔκ-σταση ἀπὸ τὴ φύση, ἀλλὰ ὑποτάσσεται στὴν αἰσθητὰ ἀτομική (σωματική) αὐτοτέλεια καὶ ὑπαρκτικὴ αὐτάρκεια τῆς φύσης, σὲ ὅ,τι ὀνομάζουμε «βιολογικὴ ἀνάγκη», δηλαδὴ στὴν ὁρμὴ αὐτοσυντήρησης καὶ πλασματικῆς «διαιώνισης» τῆς φύσης.[ΔΗΛ. ΟΙ ΔΕΡΜΑΤΙΝΟΙ ΧΙΤΩΝΕΣ. ΜΑΣ ΜΕΙΩΣΕ ΤΗΝ ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ Ο ΘΕΟΣ, ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΤΙΜΗΣΕ Ο ΕΩΣΦΟΡΟΣ. ΑΝΑΚΟΥΦΙΣΤΙΚΟ!]
Ὅμως, ἀκόμα καὶ αὐτὸς ὁ «σωματοπρεπής» ἔρωτας φαίνεται νὰ διασώζει μετὰ τὴν πτώση μιὰ σαφὴ ἀντανάκλαση τοῦ προσωπικοῦ τρόπου τῆς ὑπάρξεως. Γιατὶ δὲν παύει νὰ εἶναι ὁρμὴ καὶ φορὰ ἕνωσης μὲ τὸν ἄλλον. Ἔστω καὶ ὡς ὠμὴ ἐγωκεντρικὴ ἐπιθυμία ἡδονῆς, εἶναι ταυτόχρονα καὶ ἐνεργητική φορὰ σχέσης ποὺ παραμένει ἀτελέσφορη, χωρὶς ὅμως νὰ χάνει καὶ τὴ δυναμικὴ τῆς ἀναφορᾶς. Στόχος τῆς ἐπιθυμίας εἶναι ὁ σωματικός συντονισμὸς μὲ τὸν ἄλλον στὴ λειτουργία που δημιουργεῖ ζωὴ (ἑτερότητες προσωπικῶν ὑποστάσεων) καὶ ποὺ δὲν μπορεῖ ποτὲ νὰ εἶναι ἀτομικὴ αὐτὴ ἡ λειτουργία, ἀλλὰ μόνο φυσική συνουσία ποὺ διασώζει κάτι ἀπὸ τὴν ἑνοειδὴ καθολικότητα τῆς ἄπτωτης φύσης καὶ τῆς ὄντως ζωῆς.
Ταυτόχρονα ἀποκαλύπτει ὁ ἔρωτας, ἀκόμα καὶ ὁ «σωματοπρεπής», μιὰν ἀντανάκλαση καὶ τοῦ καθολικοῦ τρόπου τῆς θείας Ενέργειας μέσα στὸν κόσμο: τῆς δημιουργικῆς – ἀγαπητικῆς Ἐνέργειας ποὺ συνιστᾶ τὴν ὕλη, τὴ ζωὴ καὶ τὴν προσωπικὴ ἑτερότητα, ἀλλὰ καὶ τῆς προνοητικῆς Ἐνέργειας ποὺ συνέχει καὶ συντονίζει τὰ ὑπαρκτὰ σὲ μιὰ ἑνοποιό φορά δυναμικῆς ἀλληλουχίας. Διότι «τὸν ἔρωτα, εἴτε θεῖον, εἴτε ἀγγελικόν, εἴτε νοερόν, εἶτε ψυχικόν, εἴτε φυσικὸν εἶποιμεν, ἑνωτικήν τινα καὶ συγκρατικὴν ἐννοήσωμεν δύναμιν, τὰ μὲν ὑπέρτερα κινοῦσαν ἐπὶ πρόνοιαν τῶν καταδεεστέρων, τὰ δὲ ὁμόστιχα πάλιν εἰς κοινωνικὴν ἀλληλουχίαν, καὶ ἐπ᾿ ἐσχάτων τὰ ὑφειμένα πρὸς τὴν τῶν κρειττόνων καὶ ὑπερκειμένων ἐπιστροφήν»133.[ΣΩΣΤΗ Η ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΕΝΣΑΡΚΩΣΕΩΣ. Ο ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΤΑ ΑΠΟΛΩΛΟΤΑ. ΟΙ ΕΚΛΕΚΤΟΙ ΔΕΝ ΤΗΝ ΧΡΕΙΑΖΟΝΤΑΙ]
Αὐτὴ ἡ ἐνοποιητικὴ δύναμη τοῦ ἔρωτα, σὲ ἀντίθεση πρὸς τὴ φορὰ ὑπαρκτικῆς αὐτοτέλειας τῶν ἀτομικοτήτων μετὰ τὴν πτώση, εἶναι ἡ δυναμικὴ τῆς ζωῆς ποὺ δὲν ἐκλείπει μεταπτωτικά, ἀλλὰ ἐξακολουθεῖ νὰ διασώζει τὴν εἰκόνα τοῦ τριαδικοῦ πρωτοτύπου τῆς ζωῆς μέσα στὰ ὅρια τοῦ κτιστοῦ.[ΑΓΑΠΑ ΚΑΙ ΚΑΝΕ Ο,ΤΙ ΘΕΣ] Εἶναι ἡ ἴδια φορὰ ποὺ συντηρεῖ τόσο τὴ βιολογικὴ ζωή, ὅσο καὶ τὴ δυνατότητα τῆς ἀναφορᾶς τοῦ ἀνθρώπου στὸν Θεό. Ο συγγραφέας τῶν ᾿Αρεοπαγιτικῶν παραθέτει τὸ χωρίο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης: «ἐπέπεσεν ἡ ἀγάπησίς σου ἐπ᾿ ἐμὲ ὡς ἡ ἀγάπησις τῶν γυναικῶν»134, γιὰ νὰ ὑποδηλώσει ἀκριβῶς τὴν ταυτότητα τῆς ἐρωτικῆς ἐπιθυμίας: Εἶναι ἴδια ἡ ἀγαπητική δύναμη καὶ ἑνοποιὸς φορὰ ποὺ ἐμπνέει τόσο τὸν ἀνθρώπινο ἔρωτα ὅσο καὶ τὸν ἔρωτα γιὰ τὸν Θεό135. Ὁ πόθος γιὰ τὸ ἀνθρώπινο ἑτερόφυλο πρόσωπο, ὅταν δὲν εἶναι κτητικὴ μανία, εἶναι πόθος γιὰ τὸ πλήρωμα τῆς ζωῆς – γιατὶ αὐτὸ τὸ πλήρωμα ὑπόσχεται καὶ σὲ αὐτὸ στοχεύει κάθε ἀμοιβαιότητα ἐρωτικῆς ἐπιθυμίας. [ΤΟΝ ΝΥΜΦΩΝΑ ΣΟΥ ΒΛΕΠΩ...ΚΑΙ ΕΝΔΥΜΑ ΟΥΚ ΕΧΩ...ΚΑΙ ΘΑ ΜΕ ΠΕΤΑΞΟΥΝ ΕΞΩ]
῾Ἡ δίψα τῆς ζωῆς εἶναι σπαρμένη μέσα στὴν ἴδια τὴ φύση μας, σὲ κάθε ἐλάχιστη πτυχὴ τῆς ὕπαρξής μας, καὶ εἶναι δίψα ἀδυσώπητη γιὰ σχέση, δηλαδὴ γιὰ ἀμοιβαιότητα αὐτοπαραίτησης καὶ αὐτοπροσφορᾶς. Κι ἂν ἡ ἐμπειρία μας βεβαιώνει ὅτι κάθε ἀνθρώπινος ἔρωτας ὁδηγεῖται τελικὰ στὴν ἀποτυχία προσπέλασης τοῦ πληρώματος τῆς ζωῆς, εἶναι ἀκριβῶς γιατὶ ἡ μεταπτωτική μας φύση ἀδυνατεῖ νὰ μοιράζεται τὴ ζωή, ἀδυνατεῖ νὰ ὑπάρχει μὲ τὸν τρόπο τῆς σχέσης. Ὅμως γι' αὐτὸ καὶ κάθε ἀνθρώπινος ἔρωτας, μέσα ἀπὸ τὴν ἀποτυχία του, παραπέμπει τελικὰ στὸν μόνο πληρωματικό του στόχο, ποὺ εἶναι ὁ ἔρωτας γιὰ τὸ Πρόσωπο τοῦ Θεοῦ, ἡ μετοχὴ στὸ πλήρωμα τῆς δικῆς Του ζωῆς – τῆς ὄντως ζωῆς.[ΩΡΑΙΟ ΘΕΤΙΚΟ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ]
Καὶ αὐτὴ ἡ παραπομπὴ στὸν θεῖο ἔρωτα δὲν παύει νὰ εἶναι περισσότερο ή λιγότερο ἔκδηλη σὲ κάθε μορφὴ ἐρωτικοῦ πόθου, σὲ κάθε ἀποτυχία τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἐρωτευθεῖ ὅπως ὁλόκληρη ἡ ὕπαρξή του ποθεῖ[ΝΑ ΤΟΝ ΕΡΩΤΕΥΘΟΥΝ. ΚΑΙ ΣΥΜΠΛΕΚΟΝΤΑΙ ΟΙ ΠΟΘΟΙ] – ἀκόμα καὶ στὴν ἔσχατη ἔκπτωση καὶ ἀποτυχία τοῦ ἔρωτα. Στὶς ᾿Αρεοπαγιτικές Συγγραφές συναντᾶμε ἕνα ἐκπληκτικὸ ἀπόσπασμα που τολμάει νὰ διαβλέπει «ἀμυδρὸν ἀπήχημα τοῦ ἀγαθοῦ» ἀκόμα καὶ στὸν ἀκόλαστο βίο, στὴν τραγικὴ περιπέτεια τῆς ἄλογης ἐρωτικῆς ἀπληστίας. «Ὁ ἀκόλαστος, λέει τὸ ἀπόσπασμα, εἰ καὶ ἐστέρηται τἀγαθοῦ κατὰ τὴν ἄλογον ἐπιθυμίαν, ἐν τούτῳ μὲν οὔτε ἐστίν, οὔτε ὄντως ἐπιθυμεῖ, μετέχει δ᾽ ὅμως τἀγαθοῦ κατ᾿ αὐτὸ τὸ τῆς ἑνώσεως καὶ φιλίας ἀμυδρὸν ἀπήχημα... Καὶ αὐτὸς ὁ τῆς χειρίστης ζωῆς ἐφιέμενος, ὡς ὅλως ζωῆς ἐφιέμενος, καὶ τῆς ἀρίστης αὐτῷ δοκούσης, κατ᾿ αὐτὸ τὸ ἐφίεσθαι, καὶ ζωῆς ἐφίεσθαι, καὶ πρὸς ἀρίστην ζωὴν ἀποσκοπεῖν, μετέχει τἀγαθοῦ»136.[ΜΕ ΤΗΝ ΕΚΣΤΑΣΗ]
᾿Ακολασία εἶναι ἡ ἄλογη ἐπιθυμία, ἡ ἐπιθυμία ποὺ ἀρνεῖται ἢ παρακάμπτει τὸν λόγο, δηλαδὴ τὴ σχέση – ἡ ἐπιθυμία ὡς ἐγωκεντρικὴ μόνο ἀπαίτηση. ᾿Αλλὰ καμιὰ ἔκφραση τῆς ζωῆς δὲν ἐξαντλεῖται σὲ κάποιο ὁριστικὸ σχῆμα, γι' αὐτὸ καὶ ἡ ἄλογη ἐπιθυμία, ἔστω καὶ παρακάμπτοντας τὴ σχέση, δὲν χάνει τὸν χαρακτήρα τῆς ἐπιθυμίας, δὲν παύει δηλαδὴ νὰ ἔχει μιὰν ἀναφορικότητα, νὰ διασώζει κάποιο ἀμυδρὸ ἀπήχημα τῆς φορᾶς πρὸς τὴν ἕνωση μὲ τὸν ἄλλον, πρὸς τὴν φιλία (τὴν ἔφεση καὶ τὸν πόθο τῆς ἕνωσης)[ΕΓΩ ΚΙ'ΕΣΥ ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΝΑ ΚΑΘ'ΟΜΟΙΩΣΙΝ].
Κριτήριο μετοχῆς στὸ ἀγαθό, δηλαδὴ στὴ ζωή, εἶναι ἡ φορὰ πρὸς τὴν ἕνωση καὶ τὴ φιλία. Καὶ αὐτὴ ἡ φορὰ διασώζεται σὲ κάθε ἐπιθυμία ζωῆς, ἔστω καὶ τῆς χείριστης ζωῆς, ἀκριβῶς ἐπειδὴ ἡ ἐπιθυμία εἶναι πάντοτε ἀναφορική, καὶ γι' αὐτὸ διασώζει, περισσότερο ή λιγότερο, τὴ δυναμικὴ τῆς προσωπικῆς ἔκ-στασης ἀπὸ τὴν ὑπαρκτικὴ αὐτάρκεια τῆς φύσης. Ἡ ἐπιθυμία εἶναι πόθος καὶ δίψα, πληρότητας, ἑπομένως ἐπίγνωση ἀνεπάρκειας ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ ἱκανοποιηθεῖ παρὰ μόνο ἀπὸ κάποιον ἢ ἀπὸ κάτι «ἄλλο», ἔξω ἀπὸ τὴν ἀτομικότητα – καὶ πρὸς αὐτὴ τὴν πλήρωση, ἔστω καὶ ἀνέφικτη, μᾶς «φέρει» καὶ μᾶς ὠθεῖ ἡ ἐπιθυμία.
Αν δεχθοῦμε αὐτὲς τὶς διαπιστώσεις, θὰ πρέπει νὰ συμπεράνουμε ὅτι ἀντίπαλος πόλος τῆς ζωῆς –πόλος θανάτου– εἶναι μόνο ἡ ὑπαρκτικὴ αὐτάρκεια τῆς φυσικῆς ἀτομικότητας, μόνη αὐτὴ ἀποκλείει ἀπὸ τὴ ζωή. Καὶ ἡ ἐμπειρία μᾶς διδάσκει ὅτι μιὰ τέτοια αὐτάρκεια εἶναι πολὺ δύσκολο, ἂν ὄχι ἀδύνατο, νὰ χαρακτηρίζει τὶς βιολογικές λειτουργίες τῆς ἀτομικότητας, ἐνῶ ἡ ψευδαίσθηση τῆς αὐτάρκειας συνοδεύει συχνότατα τὴν ἠθικὴ καὶ θρησκευτικὴ συνείδηση τοῦ ἀτομικοῦ ἀνθρώπου. Αν λοιπὸν ἡ ἐπιθυμία εἶναι ἔρωτας ζωῆς καὶ ὁδὸς πρὸς τὴ ζωή, ἡ ψευδαίσθηση τῆς ἀτομικῆς αὐτάρκειας, δηλαδὴ ὁ ἀνέραστος βίος, εἶναι ὁδὸς θανάτου – ἔστω κι ἂν ὁ βίος εἶναι ἀνέραστος ἐξ αἰτίας μιᾶς ἠθικῆς ἢ καὶ θρησκευτικῆς ἀτομικῆς «πληρότητας».[ΣΤΑ ΜΑΡΜΑΡΕΝΙΑ ΑΛΩΝΙΑ ΠΟΙΟΣ ΠΑΛΕΥΕΙ; ]
Σημειώσεις
132. Περὶ θείων ὀνομάτων 4 ΧΙΙΙ, Ρ.G. 3, 712 Α. Νεοελ. μτφρ. I. Σ.: «Δὲν ἀφήνει τοὺς ἐραστὲς ν' ἀνήκουν στὸν ἑαυτό τους, ἀλλὰ τοὺς κάνει νὰ ἀνήκουν στοὺς ἀγαπημένους τους» (σελ. 69).
133. Περὶ θείων ὀνομάτων 4. ΧV, Ρ.G. 3, 713 ΑΒ. Νεοελ. μτφρ. Ι.Σ.: «Τὸν ἔρωτα εἴτε τὸν ποῦμε θεϊκό, εἴτε ἀγγελικό, εἴτε νοερό, εἴτε ψυχικό, εἴτε φυσικό, ἂς τὸν ἐννοήσουμε ὡς μιὰ ἑνοποιὸ καὶ συγκρατητική δύναμη, ποὺ ὠθεῖ τὰ ἀνώτερα στὴν πρόνοια τῶν κατωτέρων, τὰ ὁμότιμα σὲ μιὰ ἀλληλουχία κοινωνίας μεταξύ τους, καὶ τέλος τὰ ὑποδεέστερα πρὸς τὴν ἐπιστροφή τους στὰ ἰσχυρότερα καὶ ἀνώτερα» (σελ. 71).
134. Β΄ Βασιλ. 1, 26.
135. Πρβλ. καὶ ΙΩΑΝΝΟΥ ΣΙΝΑΙΤΟΥ, Κλίμαξ, κεφ. Α' στ. 6: «Ο ὄντως ἐρῶν, ἀεὶ τοῦ φιλουμένου φαντάζεται τὸ πρόσωπον καὶ τοῦτο ἔνδον ἐνηδόνως περιπτύσσεται. Ο τοιοῦτος οὐκέτι οὐδὲ καθ' ὕπνους ἠρεμεῖν τοῦ πόθου δύναται, ἀλλὰ κἀκεῖ τῷ ποθουμένῳ προσαδολεσχεῖ. Οὕτως ἐπὶ σωμάτων, οὕτως ἐπεὶ ἀσωμάτων πέφυκε γίνεσθαι» (ἡ ὑπογράμ. δική μου).
136. Περὶ θείων ὀνομάτων 4, ΧΧ, P.G. 3, 720 BC. Νεοελ. μτφρ. Ι. Σ.: «Ὁ ἀκόλαστος, ἂν καὶ στερεῖται τὸ ἀγαθὸ κατὰ συνέπεια τῆς ἄλογης ἐπιθυμίας του, οὔτε ὑπάρχει οὔτε καὶ ἐπιθυμεῖ μὲ τὸν τρόπο τοῦ ἀγαθοῦ, μετέχει ὅμως στὸ ἀγαθὸ μὲ αὐτὴ τὴν ἀμυδρὴ ἀπήχηση ποὺ ἐξασφαλίζει ἡ ἕνωση καὶ ἡ φιλία... ᾿Ακόμη κι αὐτὸς ποὺ ἐπιθυμεῖ τὴ χειρότερη ζωή, ἐπειδὴ ἔχει κάποια γενικὴ ἐπιθυμία γιὰ ζωὴ καὶ μάλιστα γι' αὐτὴν ποὺ τὴ νομίζει ὁ ἴδιος ἄριστη, ἀκριβῶς γιὰ τὴν ἐπιθυμία του καθεαυτὴν καὶ γιὰ τὸ ὅτι ἐπιθυμεῖ τὴ ζωὴ καὶ γιὰ τὸ ὅτι ἀποσκοπεί στὴν ἄριστη ζωή, μετέχει στὸ ἀγαθὸ» (σελ. 77, 79).
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου