Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2026

Ο Kant και το Πρόβλημα της Μεταφυσικής 7 Του Martin Heidegger

Συνέχεια από Δευτέρα 9. Φεβρουαρίου 2026

Ο Kant και το Πρόβλημα της Μεταφυσικής 7

Του Martin Heidegger

Η αποσυναρμολόγηση της ιδέας μιας Θεμελιακής Οντολογίας μέσω της ερμηνευτικής ανάλυσης της Κριτικής του Καθαρού Λόγου ως θεμελίωσης της Μεταφυσικής

ΔΕΥΤΕΡΟ ΤΜΗΜΑ

Η θεμελίωση της μεταφυσικής στην πραγμάτωσή της

Β. Τα στάδια της εκτέλεσης του σχεδίου της εσωτερικής δυνατότητας της Οντολογίας

Σε αυτό το σημείο η ερμηνεία της Kritik πρέπει εκ νέου να διασφαλίσει τον εαυτό της, και μάλιστα με αυξανόμενη οξύτητα, ως προς το καθοδηγητικό πρόβλημα. Το ζητούμενο είναι η ουσιώδης δυνατότητα της οντολογικής σύνθεσης. Αναλυμένη, η ερώτηση διατυπώνεται ως εξής: πώς μπορεί το πεπερασμένο ανθρώπινο Dasein εκ των προτέρων να υπερβαίνει (να δια-βαίνει, να transzendieren) το ον, ένα ον το οποίο όχι μόνο δεν έχει το ίδιο δημιουργήσει, αλλά από το οποίο μάλιστα εξαρτάται, προκειμένου το ίδιο να μπορεί να υπάρχει ως Dasein;

Το πρόβλημα της δυνατότητας της Οντολογίας είναι συνεπώς το ερώτημα περί της ουσίας και του ουσιώδους θεμελίου της υπερβατικότητας της προγενέστερης κατανόησης του Είναι. Το πρόβλημα της υπερβατολογικής, δηλαδή της σύνθεσης που συγκροτεί την υπέρβαση, μπορεί γι’ αυτό να τεθεί και ως εξής: πώς πρέπει, κατά το εσώτατο Είναι του, να είναι το πεπερασμένο ον που ονομάζουμε άνθρωπο, ώστε να μπορεί εν γένει να είναι ανοικτό προς ον που δεν είναι το ίδιο, ον που επομένως πρέπει να μπορεί να δείχνεται από τον εαυτό του;

Τα στάδια μιας απάντησης σε αυτό το ερώτημα έχουν ήδη ανωτέρω 58 προδιαγραφεί. Πρόκειται τώρα να τα διατρέξουμε ένα προς ένα, μολονότι με παραίτηση από μια ερμηνεία που θα εξαντλούσε τα πάντα με τον ίδιο τρόπο. Ακολουθούμε εν προκειμένω την εσωτερική κίνηση της Kantιανής θεμελίωσης, χωρίς να δεσμευόμαστε από τη δική του διάταξη και τη διατύπωσή της. Πρόκειται να υποχωρήσουμε πίσω από αυτήν, ώστε, από μια πρωταρχικότερη κατανόηση της εσωτερικής φοράς της θεμελίωσης, να μπορέσουμε να εκτιμήσουμε την προσήκουσα ισχύ, το δικαίωμα και τα όρια της εξωτερικής αρχιτεκτονικής της Kritik der reinen Vernunft.

Το πρώτο στάδιο της θεμελίωσης

Τα ουσιώδη στοιχεία της καθαρής γνώσης

Εάν πρόκειται να τεθεί προ οφθαλμών η ουσία μιας a priori συνθετικής γνώσης, τότε απαιτείται προηγουμένως η διασάφηση του συνόλου των αναγκαίων στοιχείων της. Ως γνώση, η υπερβατολογική σύνθεση πρέπει να είναι μια εποπτεία (Anschauung) και, ως apriorική γνώση, μια καθαρή εποπτεία. Ως καθαρή γνώση που ανήκει στην περατότητα του ανθρώπου, η καθαρή εποπτεία πρέπει κατ’ ανάγκην να προσδιορίζεται μέσω μιας καθαρής νόησης.

α) Η καθαρή εποπτεία στο πεπερασμένο γνωρίζειν*

§ 9. Η διασάφηση του χώρου και του χρόνου ως καθαρών εποπτειών

Μπορεί άραγε μέσα στο πεπερασμένο γνωρίζειν του όντος να βρεθεί κάτι σαν καθαρό εποπτεύειν; Με αυτό αναζητείται ένα άμεσο, έστω και ελεύθερο από εμπειρία, το να αφήνει-να-συναντήσει κανείς ένα επιμέρους. Το καθαρό εποπτεύειν είναι βεβαίως, ως πεπερασμένο, ένα δεκτικό παρασταίνειν. Εκείνο όμως που τώρα πρέπει να γίνει δεκτό — όπου πρόκειται για γνώση του Είναι και όχι του όντος — δεν μπορεί να είναι ένα παρόν ον που δίδεται. Αντιθέτως, το καθαρό δεκτικό παρασταίνειν πρέπει να δώσει στον εαυτό του κάτι παρασταθέν. Η καθαρή εποπτεία πρέπει επομένως κατά κάποιον τρόπο να είναι «δημιουργική».

Εκείνο που παρασταίνεται στην καθαρή εποπτεία δεν είναι ον (δεν είναι αντικείμενο, δηλαδή δεν είναι εμφανιζόμενο ον), αλλά παρ’ όλα αυτά δεν είναι απολύτως τίποτε. Τόσο πιο επιτακτικό είναι λοιπόν να αναδειχθεί τι είναι εκείνο που παρασταίνεται μέσα στην καθαρή εποπτεία και μόνο με τον δικό της τρόπο, και πώς — σύμφωνα με το παρασταθέν — πρέπει να οριοθετηθεί ο τρόπος του παρασταίνειν.

Ως καθαρές εποπτείες ο Kant αναδεικνύει τον χώρο και τον χρόνο. Πρόκειται καταρχάς, σε σχέση με τον χώρο, να δειχθεί πώς αυτός φανερώνεται μέσα στην πεπερασμένη γνώση του όντος και σε τι, σύμφωνα με αυτό, μπορεί μόνο να παρασταθεί η ουσία του.
Ο Kant έχει διαρθρώσει την αποκάλυψη της ουσίας του χώρου και του χρόνου έτσι, ώστε σε κάθε αρνητικό χαρακτηρισμό του φαινομένου να ακολουθεί ο θετικός που προδιαγράφεται μέσα του.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο χαρακτηρισμός της ουσίας αρχίζει αρνητικά. Ξεκινά με την αποτρεπτική δήλωση ότι ο χώρος και ο χρόνος δεν είναι αυτό ή εκείνο, επειδή εκείνο που πρέπει να συλληφθεί θετικά είναι εκ των προτέρων και ουσιωδώς ήδη γνωστό — αν και όχι ακόμη αναγνωρισμένο, αλλά κατά κάποιον τρόπο παρερμηνευμένο.


Ο χώρος, δηλαδή οι σχέσεις του πλάι-πλάι, του πάνω-από και του πίσω-από, δεν απαντώνται κάπου «εδώ» και «εκεί». Ο χώρος δεν είναι ένα παρόν πράγμα ανάμεσα σε άλλα όντα, δεν είναι μια «εμπειρική παράσταση», δηλαδή κάτι παρασταθέν μέσα σε μια τέτοια παράσταση. Για να μπορεί το παρόν να δείχνεται ως εκτεταμένο μέσα σε καθορισμένες χωρικές σχέσεις, πρέπει πριν από κάθε δεκτική σύλληψη του παρόντος ο χώρος να είναι ήδη φανερός. Πρέπει να έχει παρασταθεί ως εκείνο «εντός του οποίου» το παρόν μπορεί καταρχάς να συναντηθεί: ο χώρος είναι κάτι που, μέσα στο πεπερασμένο ανθρώπινο γνωρίζειν, παρασταίνεται αναγκαία και εκ των προτέρων, δηλαδή καθαρά.

Εφόσον όμως αυτό το παρασταθέν «ισχύει» για κάθε επιμέρους χωρική σχέση, φαίνεται να είναι μια παράσταση που «ισχύει για πολλά», δηλαδή μια έννοια. Και πάλι, η ανάλυση της ουσίας εκείνου που παρασταίνεται ως χώρος παρέχει διαφώτιση για το αντίστοιχο παρασταίνειν αυτού του παραστατού.

Ο χώρος, λέγει εκ νέου ο Kant αρνητικά, δεν είναι μια «διακριτική» (diskursive) παράσταση. Η ενότητα του ενός χώρου δεν συναθροίζεται σε σχέση με πολλές και επιμέρους χωρικές σχέσεις ούτε οικοδομείται από μια συγκριτική θεώρηση αυτών. Η ενότητα του χώρου δεν είναι η ενότητα μιας έννοιας, αλλά η ενότητα κάποιου που είναι καθεαυτό ένα και μοναδικό. Οι πολλοί χώροι είναι απλώς περιορισμοί του ενός και μοναδικού χώρου.

Αυτός όμως δεν είναι μόνο εκείνο που κάθε φορά μπορεί να περιορίζεται, αλλά ακόμη και τα περιορίζοντα όρια είναι της ουσίας του, δηλαδή χωρικά. Ο ένας και μοναδικός χώρος είναι, σε κάθε ένα από τα μέρη του, ολόκληρος ο εαυτός του. Η παράσταση του χώρου είναι συνεπώς άμεση παράσταση ενός  και μοναδικού επιμέρους, δηλαδή εποπτεία, εφόσον η ουσία της εποπτείας πρέπει να ορισθεί ως repraesentatio singularis. Και μάλιστα ο χώρος είναι, σύμφωνα με όσα ειπώθηκαν προηγουμένως, εκείνο που εποπτεύεται μέσα σε μια καθαρή εποπτεία.

Η καθαρή εποπτεία όμως, ως εποπτεία, πρέπει να δίδει το εποπτευόμενο όχι μόνο¹ άμεσα, αλλά άμεσα ως όλον. Και μάλιστα αυτό το καθαρό εποπτεύειν δεν είναι απλώς ένα δέχεσθαι ενός αποσπάσματος· εποπτεύει ακόμη και μέσα στους περιορισμούς το όλον συγχρόνως. «Ο χώρος παρίσταται ως δοσμένο μέγεθος άπειρο.» 59 Ο χώρος είναι μέγεθος δεν σημαίνει: είναι ένα τόσο ή τόσο μεγάλο· άπειρο μέγεθος δεν σημαίνει λοιπόν ούτε ένα «ατελείωτα» μεγάλο, αλλά «μέγεθος» σημαίνει εδώ μεγαλειότητα, η οποία καθιστά καταρχάς δυνατό ένα τόσο ή τόσο μεγάλο («ποσότητες»). «Το quantum, μέσα στο οποίο μόνο μπορεί να καθορισθεί κάθε quantitas, είναι ως προς το πλήθος των μερών απροσδιόριστο και συνεχές: χώρος και χρόνος.» 60

Αυτή η μεγαλειότητα είναι «άπειρη» — πράγμα που σημαίνει τότε: ο χώρος δεν διαφέρει από τα καθορισμένα επιμέρους μέρη ως προς τον βαθμό ή τον πλούτο της σύνθεσης, αλλά διαφέρει άπειρα, δηλαδή ουσιωδώς. Προηγείται όλων των μερών ως το περιορίσιμο ένα όλον. Αυτό δεν έχει, όπως η καθολικότητα της έννοιας, το πολλαπλό επιμέρους «υπό» εαυτό, αλλά — ως ήδη συνεποπτευόμενο — «εντός» εαυτού, και μάλιστα κατά τέτοιον τρόπο ώστε αυτή η καθαρή εποπτεία του όλου να μπορεί κάθε φορά να παρέχει τα «μέρη». Η παράσταση μιας τέτοιας «άπειρης» μεγαλειότητας ως δοσμένης είναι συνεπώς ένα δίδον εποπτεύειν. Εφόσον το ένα όλον δίδεται συγχρόνως, αυτή η παράσταση αφήνει το παρασταθέν της να αναβλύσει και ονομάζεται με αυτή την έννοια «πρωταρχική» παράσταση 61.[ΦΥΣΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗΣ]

Η καθαρή εποπτεία έχει λοιπόν πράγματι το εποπτευόμενό της, και μάλιστα κατά τέτοιον τρόπο ώστε να το δίδει μόνο μέσα και δια του ίδιου του εποπτεύειν. Το εποπτευόμενο βέβαια δεν είναι ούτε ένα παρόν ον ούτε συλλαμβάνεται θεματικά μέσα στο ίδιο το καθαρό εποπτεύειν. Στο χειρίζεσθαι τα πράγματα και στο να τα αντιλαμβανόμαστε, οι χωρικές τους σχέσεις εποπτεύονται μεν, αλλά τις περισσότερες φορές δεν εννοούνται ως τέτοιες. Εκείνο που εποπτεύεται μέσα στην καθαρή εποπτεία βρίσκεται μη-αντικειμενικά και, επιπλέον, αθεματικά μέσα σε μια προ-θέαση. Αυτό που προ-θεάται κανείς είναι το ένα όλον, το οποίο καθιστά δυνατή την τακτοποίηση στο πλάι-πλάι, στο από-κάτω και στο από-πίσω. Εκείνο που εποπτεύεται μέσα σε αυτόν τον «τρόπο εποπτεύειν» δεν είναι απολύτως τίποτε.

Ήδη από όσα προηγήθηκαν μπορεί να συναχθεί ότι η περαιτέρω διασάφηση εκείνου που στην καθαρή εποπτεία «παρασταίνεται πρωταρχικά» καθίσταται δυνατή μόνο εάν κατορθωθεί να φανερωθεί εντονότερα υπό ποια έννοια η καθαρή εποπτεία είναι «πρωταρχική», δηλαδή πώς αφήνει να αναβλύσει το εποπτευόμενό της.

§ 10. Ο χρόνος ως η καθολική καθαρή εποπτεία

Καθαρή εποπτεία αναζητείται ως το ένα ουσιώδες στοιχείο της οντολογικής γνώσης, μέσα στην οποία θεμελιώνεται η εμπειρία του όντος. Ο χώρος όμως, ως καθαρή εποπτεία, προδίδει απλώς το όλον εκείνων των σχέσεων μέσα στις οποίες διατάσσονται τα συναντήματα της εξωτερικής αίσθησης. Ταυτόχρονα όμως βρίσκουμε δεδομένα της «εσωτερικής αίσθησης», τα οποία δεν παρουσιάζουν καμία χωρική μορφή και καμία χωρική αναφορά, αλλά φανερώνονται ως διαδοχή καταστάσεων του θυμικού μας (παραστάσεις, ορμές, διαθέσεις).

Εκείνο προς το οποίο, στην εμπειρία αυτών των φαινομένων, αποβλέπουμε εκ των προτέρων — έστω και μη αντικειμενικά και αθεματικά — είναι το καθαρό διαδοχικό. Γι’ αυτό ο χρόνος είναι «η μορφή της εσωτερικής αίσθησης, δηλαδή της εποπτείας του εαυτού μας και της εσωτερικής μας κατάστασης» 62. Ο χρόνος καθορίζει «τη σχέση των παραστάσεων στην εσωτερική μας κατάσταση» 63. Ο χρόνος δεν μπορεί να είναι προσδιορισμός εξωτερικών φαινομένων· δεν ανήκει ούτε σε μορφή ούτε σε θέση κτλ. 64.

Έτσι, οι δύο καθαρές εποπτείες, χώρος και χρόνος, κατανέμονται σε δύο πεδία εμπειρίας, και αρχικά φαίνεται αδύνατο να βρεθεί μια καθαρή εποπτεία που να συγκροτεί κάθε γνώση του Είναι του εμπειρικά προσβάσιμου όντος και να επιτρέπει έτσι να τεθεί καθολικά το πρόβλημα της οντολογικής γνώσης. Πράγματι όμως, στον Kant, πολύ κοντά στην αντιστοίχιση των δύο καθαρών εποπτειών προς τα δύο πεδία των φαινομένων, βρίσκεται η θέση: «Ο χρόνος είναι η τυπική συνθήκη a priori όλων των φαινομένων εν γένει.» 65
Σύμφωνα με αυτό, ο χρόνος έχει ένα προβάδισμα έναντι του χώρου. Ως καθολική καθαρή εποπτεία πρέπει συνεπώς να καταστεί το καθοδηγητικό και φέρον ουσιώδες στοιχείο της καθαρής γνώσης που συγκροτεί την υπέρβαση.
Η ακόλουθη ερμηνεία δείχνει πώς ο χρόνος, διαμέσου των επιμέρους σταδίων της θεμελίωσης της Μεταφυσικής, μετατοπίζεται όλο και περισσότερο στο κέντρο και μόνο έτσι αποκαλύπτει την ίδια του την ουσία πρωταρχικότερα απ’ ό,τι επιτρέπει ο προκαταρκτικός χαρακτηρισμός της υπερβατολογικής Αισθητικής.


Πώς θεμελιώνει λοιπόν ο Kant αυτό το προβάδισμα του χρόνου ως καθολικής καθαρής εποπτείας;

Καταρχάς μπορεί να προκαλεί εντύπωση ότι ο Kant αρνείται στα εξωτερικά φαινόμενα τον χρονικό προσδιορισμό, ενώ η καθημερινή εμπειρία βρίσκει ακριβώς σε αυτά — στην κίνηση των άστρων και στη φυσική γένεση εν γένει (αύξηση και φθορά) — τον χρόνο, και μάλιστα τόσο άμεσα ώστε ο χρόνος να εξομοιώνεται με τον «ουρανό». Ωστόσο, ο Kant δεν αρνείται απολύτως στα εξωτερικά φαινόμενα τη χρονικότητα, εφόσον ο χρόνος οφείλει να είναι η τυπική a priori συνθήκη όλων των φαινομένων.

Η μία θέση αφαιρεί από το φυσικώς παρόν την εσωτερική χρονικότητα, η άλλη του την αποδίδει. Πώς μπορούν να συμφιλιωθούν αυτές οι αντίθετες διατυπώσεις;

Όταν ο Kant περιορίζει τον χρόνο, ως καθαρή εποπτεία, στα δεδομένα της εσωτερικής αίσθησης — δηλαδή στις παραστάσεις με την ευρύτερη έννοια — τότε μέσα σε αυτόν τον περιορισμό έγκειται ακριβώς μια διεύρυνση του δυνατού του πεδίου, εντός του οποίου μπορεί να λειτουργεί ως προγενέστερος τρόπος εποπτεύειν. Μεταξύ των παραστάσεων βρίσκονται τέτοιες που, ως παραστάσεις, αφήνουν να συναντηθεί ον το οποίο το ίδιο το παραστασιακό ον δεν είναι.


Η σκέψη του Kant ακολουθεί επομένως αυτή την οδό:

Επειδή όλες οι παραστάσεις, ως καταστάσεις του παρασταίνειν, εμπίπτουν άμεσα στον χρόνο, ανήκει και το παρασταθέν μέσα στο παρασταίνειν, ως τέτοιο, στον χρόνο. Μέσω της έμμεσης οδού της άμεσης εσωτερικής χρονικότητας του παρασταίνειν προκύπτει μια διαμεσολαβημένη εσωτερική χρονικότητα του παρασταθέντος, δηλαδή εκείνων των «παραστάσεων» που καθορίζονται από την εξωτερική αίσθηση. Επειδή λοιπόν τα εξωτερικά φαινόμενα είναι μόνο έμμεσα εσωτερικώς χρονικά, τους ανήκει ο χρονικός προσδιορισμός κατά έναν τρόπο — και κατά έναν άλλον όχι.

Η επιχειρηματολογία, που περνά από την εσωτερική χρονικότητα της εξωτερικής εποπτείας ως ψυχικού συμβάντος προς την εσωτερική χρονικότητα εκείνου που εποπτεύεται μέσα σε αυτήν, διευκολύνεται ουσιωδώς για τον Kant από τη δισημία των όρων «εποπτεία» και «παράσταση»· διότι οι όροι αυτοί σημαίνουν αφενός καταστάσεις του θυμικού, αφετέρου όμως εκείνο που αυτές, ως τέτοιες καταστάσεις, έχουν ως αντικείμενό τους.

Το αν αυτή η θεμελίωση της καθολικότητας του χρόνου ως καθαρής εποπτείας — και συνακόλουθα της κεντρικής του οντολογικής λειτουργίας — ευσταθεί δικαίως και μπορεί να είναι η αποφασιστική, αν δηλαδή με αυτήν ο χώρος, ως καθαρή εποπτεία, εκτοπίζεται από μια ενδεχόμενη κεντρική οντολογική λειτουργία, πρέπει εδώ προς το παρόν να μείνει ανοιχτό 66.

Εάν εν γένει είναι δυνατή, τότε η θεμελίωση της καθολικότητας του χρόνου ως καθαρής εποπτείας είναι δυνατή μόνο επειδή, παρότι χώρος και χρόνος, ως καθαρές εποπτείες, ανήκουν και οι δύο «στο υποκείμενο», ο χρόνος ενοικεί στο υποκείμενο πρωταρχικότερα απ’ ό,τι ο χώρος. Ο χρόνος, άμεσα περιορισμένος στα δεδομένα της εσωτερικής αίσθησης, είναι ταυτόχρονα οντολογικά καθολικότερος μόνο εάν η υποκειμενικότητα του υποκειμένου συνίσταται στην ανοιχτότητα προς το ον. Όσο υποκειμενικότερος είναι ο χρόνος, τόσο πρωταρχικότερη και ευρύτερη είναι η άρση των περιορισμών του υποκειμένου.

Η καθολική οντολογική λειτουργία που ο Kant αποδίδει στον χρόνο στην αρχή της θεμελίωσης μπορεί συνεπώς να δικαιωθεί επαρκώς μόνο εφόσον ακριβώς ο ίδιος ο χρόνος — και μάλιστα στην οντολογική του λειτουργία, δηλαδή ως συστατικό στοιχείο της καθαρής οντολογικής γνώσης — εξαναγκάζει να προσδιοριστεί πρωταρχικότερα η ουσία της υποκειμενικότητας 67.

Η «υπερβατολογική Αισθητική» έχει ως αποστολή να αναδείξει την οντολογική αἴσθησις που καθιστά δυνατό να «ανακαλυφθεί a priori» το Είναι του όντος. Εφόσον σε κάθε γνώση η εποπτεία διατηρεί την καθοδήγηση, έχει βεβαίως τώρα κερδηθεί «ένα από τα απαιτούμενα μέρη για τη λύση του γενικού καθήκοντος της Υπερβατολογικής Φιλοσοφίας» 68 (της Οντολογίας).
Όσο λίγο όμως επιτρέπεται να εξαϋλωθεί, έστω και στο ελάχιστο, η καθαρή εποπτεία ως ουσιώδες στοιχείο της οντολογικής γνώσης, τόσο λίγο μπορεί και η απομονωτική ερμηνεία ενός στοιχείου να καταστήσει ήδη ορατή την στοιχειακή του λειτουργία. Όχι η εξάλειψη της υπερβατολογικής Αισθητικής ως ενός προσωρινού αποθέματος προβλημάτων, αλλά η διατήρηση και όξυνση της προβληματικής της πρέπει να καταστεί ο ιδιότατος στόχος της θεμελίωσης που εκτελεί ο Kant — εφόσον αυτή είναι βέβαιη για το ίδιο της το έργο.

Καταρχάς όμως πρέπει, μέσα στην ίδια απομονωτική θεώρηση, να αναδειχθεί το δεύτερο ουσιώδες στοιχείο μιας καθαρής πεπερασμένης γνώσης: το καθαρό νοείν.


Σημειώσεις:



50 A XX.

57 B XV.

c Zer-gliedern, να διαρθρώνω σε μέλη, να φέρνω στο φως την ενότητα της διάρθρωσης.

58 Πρβλ. ανωτέρω § 7, σ. 39 κ.ε.

2 Πρβλ. σ. 145, γενικά § 28.

b Πρβλ. Fortschritte σ. 91 κ.ε., το σχέδιο της ιδέας μιας εποπτείας a priori.

c το είναι του.

d εδώ σαφώς η διαφορά των τόπων — «εξωτερικό» = έξω από εμένα και έξω από άλλα.

f ο χώρος όχι απλώς το αφαιρέσιμο abstractum από πολλά διαφορετικά.

& διότι έτσι.

h καθιστώντας δυνατό το εμφανίζεσθαι.

i το δεύτερο επιχείρημα δεν προκύπτει· αναγκαιότητα· όχι προσδιορισμός εξαρτώμενος από το εμφανίζεσθαι, αλλά αντιστρόφως.

i προς σημ. 1; όχι! εκεί αρνείται το εμπειρικό της παράστασης.

k επιμέρους.

59 A 25 (B 39).

«Kants handschriftlicher Nachlaß», ό.π., τ. V, αρ. 5846. Πρβλ. Erdmann, Reflexionen II, 1038.

όχι ως επιμέρους, αλλά τούτο άμεσα, δηλαδή ως όλον παρασταίνειν, δηλαδή δίδειν· αυτό το επιμέρους έχει την επιμερότητα της μοναδικότητας, άρα το ουσιωδώς επιμέρους — «αυτό εδώ».

m υπερβατολογική έννοια του απείρου· σημείωση στη θέση της 1ης Αντινομίας· πρβλ. A σημ. 5.

61 A 32, B 48· πρβλ. επίσης B 40.

n Πρβλ. κατωτέρω σ. 141.

rein = καθαρό.

P Fortschritte σ. 92 στ. 14, σ. 103 στ. 10.

¹ § 28, σ. 142 κ.ε.

62 A 33, B 49.

63 A 33, B 49.

64 A 33, B 49 κ.ε.

a Για τον χρόνο και τον χρονικό τρόπο πρβλ. S.S. 1930 [Vom Wesen der menschlichen Freiheit. Einleitung in die Philosophie. GA τ. 31] σ. 152 κ.ε., ιδίως σ. 158 κ.ε.· W.S. 1935/36 [Die Frage nach dem Ding. Zu Kants Lehre von den transzendentalen Grundsätzen. GA τ. 41] σ. 231 κ.ε.· πρβλ. κατωτέρω σ. 102 κ.ε., 106 κ.ε.

65 A 34, B 50.

66 Πρβλ. κατωτέρω § 35, σ. 195 κ.ε.

67 Πρβλ. κατωτέρω § 34, σ. 188 κ.ε.

68 B 73.


Συνεχίζεται με:

β) Το καθαρό νοείν στο πεπερασμένο γνωρίζειν
§ 11. Η καθαρή έννοια της κατανόησης (Notion)

Δεν υπάρχουν σχόλια: