Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2026

Άνθρωπος και κόσμος στη θεολογία του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού

 


Άνθρωπος και κόσμος στη θεολογία του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού
Η σχέση τού ανθρώπου με την υπόλοιπη κτίση, έχει σωτηριολογικές και οντολογικές συνέπειες
Τού σεβ. μητρ. Περγάμου Ιωάννη Ζηζιούλα

Ε.Ι.Ε Τρίτη 16 Μαρτίου 2010
Aπομαγνητοφώνηση από την ομιλία: https://helios-eie.ekt.gr/EIE/handle/10442/8293, όπου και μπορείτε να την ακούσετε με καλύτερο ήχο. (https://helios-eie.ekt.gr/EIE/handle/10442/8292)

1. Εισαγωγή: Η ζωή τού αγίου Μαξίμου
2. Η κοσμολογία τού αγίου Μαξίμου
3. Η σχέση μεταξύ ανθρώπου και κτίσεως
4. Η Χριστολογική κοσμολογία τού αγίου Μαξίμου
5. Η σημασία τής ενσάρκωσης τού Λόγου
6. Η Εκκλησιολογική κοσμολογία τού Μαξίμου
7. Συμπεράσματα

1. Εισαγωγή: Η ζωή τού αγίου Μαξίμου

Με πολλή χαρά συμμετέχω στη σειρά τών ομιλιών που διοργανώνει το Ινστιτούτο Βυζαντινών Ερευνώντού Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών. Σ' αυτή τη σειρά η οποία παρουσιάζει πραγματικά ιδιαίτερο ενδιαφέρον, όχι μόνο για τη σπουδή τής Βυζαντινής Ιστορίας και τού Πολιτισμού, αλλά και για τη σημασία τού πολιτισμού αυτού για τον σύγχρονο κόσμο.


Σε μια εποχή έξαρσης τής οικολογικής κρίσεως, όπως είναι η σημερινή, είναι εύλογο να διερωτηθούμε, ιδιαίτερα εμείς οι Ορθόδοξοι, τι έχει να μας διδάξει η παράδοσή μας, όπως αυτή διαμορφώθηκε μάλιστα από τους πατέρες τής Εκκλησίας μας, για τη σχέση τού ανθρώπου με το φυσικό του περιβάλλον. Έτσι, η μελέτη και τής Βυζαντινής περιόδου τής ιστορίας μας, παύει να είναι θέμα περιέργειας ή συσσώρευσης γνώσεων και αποκτά ιδιαίτερη υπαρξιακή σημασία.

Το Βυζάντιο δεν είναι για εμάς τους Ορθοδόξους Έλληνες, άσχετο με τη σημερινή ζωή μας. Το κουβαλάμε διαχρονικά μέσα μας, δια μέσου τής Εκκλησίας, τών αγίων και τών εικόνων της, τής λατρείας της, και μάλιστα τής Θείας Λειτουργίας, τού Μοναχισμού και τού ασκητικού του ήθους. Με όλα αυτά το Βυζάντιο είναι για εμάς μέρος τής ταυτότητάς μας, όσο και αν τα Δυτικά ρεύματα εισέβαλαν ορμητικά τα παλαιότερα χρόνια, δημιουργώντας στους Νεοέλληνες βαθύ συνειδησιακό και πολιτισμικό διχασμό, από τον οποίο υποφέρουμε και θα υποφέρουμε ακόμη για πολύ.

Μεταξύ εκείνων που επέδρασαν βαθύτατα στη διαμόρφωση τής Θεολογικής αλλά και τής φιλοσοφικής σκέψεως στη Βυζαντινή περίοδο, διακρίνεται ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής. Γεννημένος περί το 580 μ.Χ. στην Κωνσταντινούπολη, σε μια οικογένεια μεγάλης επιρροής στην αυτοκρατορική αυλή, είχε την ευκαιρία να επιδοθεί σε ευρύτατες σπουδές, ιδιαίτερα στή φιλοσοφία και τη ρητορική, μέχρις ότου ο αυτοκράτορας Ηράκλειος τον προσέλαβε στην αυλή του ως ένα είδος προσωπικού Γραμματέως τού κράτους. Χωρίς να διαρρήξει τους δεσμούς του με την αυτοκρατορική αυλή, εγκατέλειψε την επίζηλη αυτή θέση του, και έγινε μοναχός. Το 614 κείρεται μοναχός στη μονή Φιλιππικού στη Χρυσούπολη, (ένα προάστειο τής Κωνσταντινούπολης), και το επόμενο έτος τον βρίσκουμε στη μονή τού Αγίου Γεωργίου στην Κύζικο.

Μετά την Περσική εισβολή στη Μικρά Ασία περί το 630, τον βρίσκουμε στη μονή τού Ευκρατά στην Καρθαγένη, όπου συνδέεται με τον ηγούμενό της άγιο Σοφρώνιο, πριν ο τελευταίος γίνει Πατριάρχης Ιεροσολύμων το 634. Η επίδραση που άσκησε ο Σοφρώνιος στη Θεολογική σκέψη τού Μαξίμου, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τη Χριστολογία, υπήρξε καταλυτική.

Την εποχή εκείνη, η Εκκλησία κινδύνευε να διαιρεθεί από μια έντονη θεολογική διαμάχη, γύρω από το ερώτημα εάν στο πρόσωπο τού Χριστού, στο οποίο κατά το δόγμα τής 4ης Οικουμενικής Συνόδου το 751 μ.Χ. είχαν ενωθεί ασυγχύτως και αδιαιρέτως δύο φύσεις, η Θεία και η ανθρώπινη, υπήρχαν δύο ενέργειες και δύο θελήσεις, ή μία ενέργεια και μία θέληση.

Ο Σοφρώνιος ήταν υπέρμαχος τών δύο ενεργειών και δύο θελήσεων, και ο Μάξιμος ακολούθησε και ανέπτυξε σε βάθος, και υποστήριξε με πάθος την ίδια θέση. Αυτό τον έφερε σε οξεία σύγκρουση με την αυτοκρατορική πολιτική, η οποία στην προσπάθειά της να βρει κάποιον συμβιβασμό, ώστε να αποφευχθεί το κοινωνικό ρήγμα στην αυτοκρατορία, με διάφορα διατάγματα που εξέδιδε, έκλινε μάλλον προς την πλευρά τών Μονοφυσιτών. Έτσι, μετά από περιπέτειες τών οποίων η εξιστόρηση παραλείπεται στην ομιλία αυτή, ο Μάξιμος καταδικάζεται το 662 από Μονοθελητική σύνοδο τής Κωνσταντινουπόλεως, και μετά από ποινή που προέβλεπε το κόψιμο τής γλώσσας και τού δεξιού χεριού, εστάλη εξόριστος στη Λαζική, όπου και απέθανε στις 13 Αυγούστου τού ιδίου έτους. Η θεολογία του όμως, δεν άργησε να δικαιωθεί, όταν το 680 - 681, η ΣΤ΄ Οικουμενική σύνοδος στην Κωνσταντινούπολη, επικύρωσε δογματικά πλήρως τη θεολογία του.

Η σύντομη αυτή ιστορική εισαγωγή, κρίθηκε απαραίτητη για όσους ίσως δεν είναι εξοικειωμένοι με τη βιογραφία τής μεγάλης αυτής Θεολογικής και φιλοσοφικής μορφής που μας απασχολεί σ' αυτή την ομιλία μας. Σκοπός μας είναι σήμερα να δείξουμε πώς οι θέσεις τού μεγάλου αυτού θεολόγου τής Εκκλησίας μας, και μάλιστα αυτές που αφορούν στη Χριστολογία, (και στις οποίες επέμεινε μέχρι μαρτυρίου), συνδέονται με τη σχέση τού ανθρώπου προς το φυσικό περιβάλλον. Γιατί όσο κι αν μας φαίνεται εκ πρώτης όψεως παράδοξο, η αποδοχή ή όχι τής Χριστολογίας για την οποία αγωνίσθηκε ο Μάξιμος, επηρεάζει άμεσα και αποφασιστικά, (όπως θα δούμε), την αντίληψή μας για τη θέση τού ανθρώπου μέσα στη φύση. Ναι, η θεολογία έχει πράγματι βαθύτατη σχέση με την Οικολογία.

2. Η κοσμολογία τού αγίου Μαξίμου


Ας δούμε πρώτα την κοσμολογία τού αγίου Μαξίμου. Για τον άγιο Μάξιμο (όπως και για όλους τους πατέρες τής Εκκλησίας), ο κόσμος είναι δημιουργία τού Θεού. Δεν είναι ούτε αυθύπαρκτος, ούτε αυτονόητος, ούτε από τη φύση του αιώνιος, όπως τον αντιλαμβάνονταν οι αρχαίοι Έλληνες;;;;. Ο κόσμος προέκυψε ως αποτέλεσμα τής αγάπης τού Θεού, ο Οποίος θέλησε να υπάρχει κάτι και έξω από τον εαυτό Του. Μεταξύ τού Θεού και τού κόσμου, υπάρχει χάσμα οντολογικό. Η φύση τού Θεού και η φύση τού κόσμου, είναι ριζικά διάφορες. Η θεοποίηση τού κόσμου, είναι συνεπώς εντελώς αδιανόητη.

Το οντολογικό αυτό χάσμα, μεταξύ Θεού και κόσμου, θα καταδίκαζε τον κόσμο στον αφανισμό, εάν αυτός στηριζόταν αποκλειστικά στις δυνάμεις του. Αλλά ο Θεός ήθελε να μην αφανισθεί ο κόσμος. Δεν ήθελε να αφανισθεί ο κόσμος. Ήθελε να ζει και αυτός αιώνια. Ήθελε να έχει (κατά την έκφραση τού αγίου Μαξίμου), "όχι απλώς το είναι, αλλά και το αεί είναι". Αλλά αφού η ιδιότητα τού "αεί είναι", δηλαδή τής αθανασίας ανήκει μόνο στον Θεό, ο οποίος δεν έχει όπως ο κόσμος αρχή, και δεν υπόκειται στο χρόνο, δεν υπήρχε άλλος τρόπος να αποκτήσει αθανασία το κτιστό, παρά μόνο αν ενωνόταν με τον Άκτιστο Θεό. Αυτή η ένωση κτιστού και Ακτίστου, (Θεού και κόσμου), ήταν για τον άγιο Μάξιμο τόσο σπουδαία, ώστε να αποτελεί το κέντρο όλης τής θεολογίας του.

Ο Θεός κατά τον άγιο Μάξιμο, δημιούργησε τον κόσμο, βάζοντας μέσα σε όλα τα όντα, έναν λόγο. Το ότι ο κόσμος εμπεριείχε τους λόγους τών όντων, ήταν ιδέα ήδη γνωστή στον αρχαίο κόσμο, κυρίως με τη διδασκαλία τών Στωικών. Την είχε αναπτύξει ιδιαίτερα ο Φίλων και στη συνέχεια ο Ωριγένης. Αλλά ενώ σε όλους αυτούς η ιδέα αυτή εμπεριείχε τον κίνδυνο να ταυτισθεί ο κόσμος με τον Θεό, στο Μάξιμο ο κίνδυνος αυτός αποφεύχθηκε, με το να συνδεθούν οι λόγοι τών όντων, όχι με τη σκέψη τού Θεού, αλλά με τη βούλησή Του;;;. Τοποθετούσε τους λόγους, σε ένα μελλοντικό προορισμό. Ο κόσμος θα σωθεί και θα ζήσει αιώνια, γιατί ο Λόγος τού Θεού, (το δεύτερο πρόσωπο τής Αγίας Τριάδος), ο οποίος περιέχει στον εαυτό του όλους τους λόγους τών όντων;;;, θα σαρκωθεί και θα γίνει άνθρωπος. Έτσι θα ενωθεί το κτιστό με το Άκτιστο, και θα υπερβεί η κτίση τον θάνατο, που ως θνητή από τη φύση της, δεν μπορεί μόνη της να αποφύγει.

3. Η σχέση μεταξύ ανθρώπου και κτίσεως


Αλλά γιατί ο Λόγος τού Θεού να γίνει άνθρωπος, και όχι κάτι άλλο, π.χ. άγγελος; Εδώ βρίσκεται το κλειδί, για τη σχέση τού ανθρώπου με την υπόλοιπη κτίση.

Ο άνθρωπος κατά τον άγιο Μάξιμο, έχει ένα μοναδικό προνόμιο: Μετέχει εξ' ίσου τού υλικού και τού νοερού κόσμου. Αν ο Θεός ήθελε να σωθούν και να ζήσουν αιώνια μόνο τα νοερά και πνευματικά όντα, (μόνο οι ψυχές π.χ.), τότε δεν θα χρειαζόταν η σάρκωση τού Λόγου. Το ότι ο Λόγος προσέλαβε σώμα υλικό, αποδεικνύει ότι ο Θεός ήθελε να φέρει σε κοινωνία και ένωση μαζί Του όλη την υλική κτίση. Να λοιπόν η πρώτη και μεγάλη οικολογική συνέπεια τής Χριστολογίας τού αγίου Μαξίμου: Το φυσικό περιβάλλον, είναι προορισμένο από τον Θεό, να ανυψωθεί κι αυτό μαζί με τον άνθρωπο, σε κοινωνία με τον Ίδιο τον Θεό. Ο Θεός δεν θέλει τη σωτηρία μόνο τού ανθρώπου, αλλά και όλης τής κτίσεως. Αυτός ο ύψιστος και θείος προορισμός τού υλικού κόσμου, θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί μόνο αν ο άνθρωπος έδινε ελεύθερα τη συγκατάθεσή του. Το αυτεξούσιο, δηλαδή η ελευθερία, δόθηκε από τον Θεό στον άνθρωπο, ως πλασμένον κατ' εικόνα Θεού, και αυτό αποτελεί το διακριτικό του γνώρισμα από τα ζώα και τη λοιπή υλική κτίση.

Χωρίς την ελεύθερη συγκατάθεση τού ανθρώπου, η σωτηρία τής κτίσεως θα ήταν αποτέλεσμα εξαναγκασμού, και δεν θα είχε καμία αξία, γιατί θα προσέκρουε στην αγάπη τού Θεού. (Η αγάπη πάντοτε σέβεται την ελευθερία)[ΟΧΙ ΟΜΩΣ Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ]. Ο άνθρωπος λοιπόν, δημιουργήθηκε ελεύθερος, να κυριαρχεί στην λοιπή υλική δημιουργία όπως μαρτυρεί και η Γραφή: "Αυξάνεστε και πληθύνεστε και κατακυριεύσατε τής γης, και άρχειν επί τών ερπετών" κλπ, κλπ, αλλά την ελευθερία του αυτή την έλαβε από τον Θεό, όχι για να καταστρέφει, αλλά για να ενώνει με τον Θεό τον υλικό κόσμο. Ο άνθρωπος θα γινόταν έτσι ο μικρόκοσμος, που θα μεσίτευε μεταξύ ουρανού και γης, Θεού και κόσμου. Γι' αυτό ο άγιος Μάξιμος αφιερώνει μεγάλο μέρος τής διδασκαλίας του, αναλύοντας αυτό το μυστήριο τής μεσιτείας. Υπέρβαση τής διαιρέσεως μεταξύ τών δύο φύλων, μεταξύ παραδείσου και οικουμένης, μεταξύ ουρανού και γης, μεταξύ νοερών και αισθητών, και τέλος μεταξύ Θεού και κτίσεως. Αυτός είναι για τον άγιο Μάξιμο, ο προορισμός τού ανθρώπου. Τίποτε λιγότερο από αυτό.

Τον προορισμό αυτό, ο πρώτος άνθρωπος αρνείται να εκτελέσει. Άμα τη γενέσει του, (λέει ο άγιος Μάξιμος), ρέπει προς την αντίθετη φορά. Και αντί να ενώσει τον κόσμο με τον Θεό, έκανε τον εαυτό του θεό, και έσχατο σημείο αναφοράς όλου τού κόσμου. Έτσι επεκράτησε η φιλαυτία, η ρίζα όλων τών παθών, κατά τον άγιο Μάξιμο. Και η βουλή τού Θεού για την υπέρβαση τής θνητότητας, που ήταν εγγενής στη φύση τού κτιστού δεν πραγματοποιήθηκε. Ο άνθρωπος, ασκώντας την ελευθερία του ως αυτοαναφορά, ως φιλαυτία δηλαδή, καταδίκασε όλη την κτίση, και πρώτα τον ίδιο τον εαυτό του στο θάνατο. Έτσι η φυσική διαφορά μεταξύ τών όντων, και μεταξύ τών ανθρώπων και τής λοιπής δημιουργίας, από απλή διαφορά, έγινε διαίρεση και αντιπαλότητα. Κατά τον άγιο Μάξιμο, άλλο είναι διαφορά, και άλλο διαίρεση. Ο άνθρωπος διαφέρει από τα άλλα ζώα, αλλά δεν είναι διηρημένος από αυτά. Γι' αυτό και αν ερωτάτο σήμερα ο άγιος Μάξιμος, για τη σχέση ανθρώπου και άλλων ζώων, όπως αυτή προβάλλεται από τη σύγχρονη Βιολογία, θα έλεγε: "Ναι, ο άνθρωπος έχει βιολογικό δεσμό με τα άλλα ζώα, (όπως αποδεικνύει και η σύγχρονη Βιολογία). Αλλά και διαφέρει από αυτά ως προς το αυτεξούσιο και την ελευθερία". Η διαφορά δεν πρέπει να μας οδηγήσει στο να δεχθούμε διαίρεση, ωσάν ο άνθρωπος να μην ήταν ενωμένος με τη λοιπή δημιουργία, οπότε και θα ήταν αδύνατος ο ρόλος του ως μεσίτου μεταξύ Θεού και κόσμου, στον οποίο ρόλο επιμένει ο Μάξιμος τόσο πολύ. Αλλά και η βιολογική του ένωση με τα λοιπά ζώα, δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει και διαφορά. Γιατί τα ζώα στερούνται τού αυτεξουσίου και τής ελευθερίας που έχει ο άνθρωπος.

Αν λοιπόν αρνηθούμε τη βιολογική συνέχεια τού ανθρώπου με τα άλλα ζώα, τότε η μεσιτεία τού ανθρώπου μεταξύ υλικού κόσμου και Θεού, καθίσταται αδύνατη. Και αν δεν δεχθούμε τη διαφορά μεταξύ αυτών τών δύο, τότε η μεσιτεία αυτή καθίσταται ανελεύθερη και αναγκαστική. Και αυτό έχει πελώρια σημασία, (η φιλοσοφική αυτή θέση τού αγίου Μαξίμου), ότι άλλο διαφορά και άλλο διαίρεση.

Η κοσμολογία λοιπόν τού αγίου Μαξίμου, είναι ανθρωποκεντρική. Ο άνθρωπος είναι κεκλημμένος από τον Θεό, να υπηρετήσει την ενότητα τής δημιουργίας και την ανύψωσή της σε κοινωνία με τον Θεό. Δεν είναι όμως η κοσμολογία του ανθρωπομονιστική. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να νοηθεί αποκομμένος από τη λοιπή υλική δημιουργία. Είναι και αυτός μέρος της. Και ότι συμβαίνει στην υλική δημιουργία έχει άμεσες επιπτώσεις και σ' αυτόν.

4. Η Χριστολογική κοσμολογία τού αγίου Μαξίμου


Ας δούμε τώρα, τη Χριστολογική κοσμολογία τού Μαξίμου:

Η κλήση τού ανθρώπου από τον Θεό, να εκπληρώσει τον ύψιστο αυτό προορισμό τής ενώσεως τού κόσμου με τον Θεό;;; απέτυχε. Ο πρώτος Αδάμ αρνήθηκε να την πραγματοποιήσει, πράγμα που ούτως ή άλλως δεν θα μπορούσε καν, χωρίς ο ίδιος να ενωθεί με τον Θεό. (Αφού αρνήθηκε την ένωση με τον Θεό, αυτομάτως αρνήθηκε και την πραγματοποίηση τού προορισμού του). Γι' αυτό ο Θεός εισάγει νέο τρόπο πραγματώσεως τού αρχικού σχεδίου Του, που στην ουσία δεν είναι παρά η προαιώνια βουλή Του, να ενωθεί δια τού ανθρώπου όλη η κτίση με τον Θεό. Αυτός ο νέος τρόπος με τον οποίον, (όπως λέει ο άγιος Μάξιμος), "καινοποιεί", δηλαδή τροποποιεί τας φύσεις, ο Λόγος τού Θεού σαρκούται και γίνεται άνθρωπος, όχι για να σώσει μόνο τον άνθρωπο, (προσέξτε το αυτό), αλλά για να ενώσει όλη την κτίση δια τού ανθρώπου. Χαρακτηριστικά είναι όσα γράφει στο "Περί Διαφόρων Αποριών". Το διαβάζω στο πρωτότυπο, και αν χρειασθεί το μεταφράζω:

"Επειδή τοίνυν... ο άνθρωπος... τη προς ένωσιν τών διηρημένων δοθήσει αυτώ φυσική δυνάμει... εις τον τών ηνωμένων μάλλον διαίρεσιν παραχρησάμενος, (ότι ο άνθρωπος δηλαδή, τη δύναμη που πήρε για να ενώνει τον κόσμο, της έκανε κατάχρηση και τον οδήγησε προς τη διαίρεση τού κόσμου), και ταύτη μικρού δειν ελεεινώς εις το μη ον πάλιν κινδυνεύσας μεταχωρήσαι, (σε τέτοιο βαθμό που κινδύνευσε η κτίση να οδηγηθεί στο μη ον. Να εξαφανισθεί. Από το οποίο και προήλθε)"δια τούτο καινοτομούνται φύσεις,... και Θεός άνθρωπος γίνεται, ίνα σώσει τον απολόμενον άνθρωπον, και τής κατά το παν καθόλου φύσεως, δι' εαυτού το κατά φύσιν ενώσας ρήγματα,... δείξας τη μεγάλην βουλήν πληρώση τού μεγάλου Θεού και Πατρός, εις εαυτόν ανακεφαλαιώσας τα πάντα, τα εν ουρανώ και τα επί της γης, εν ω και εκτίσθησαν... και συν ημίν και δι' ημάς την άπασαν κτίσιν,... αλλήλοις διασφίγξας, παράδεισον και οικουμένην, ουρανόν και γην, αισθητά και νοητά,... τα πάντα εις εαυτόν ανακεφαλαιώσατο, μίαν υπάρχουσαν την άπασαν κτίσιν δείξας, καθάπερ άνθρωπον άλλον...".

5. Η σημασία τής ενσάρκωσης τού Λόγου

Νομίζω δεν χρειάζεται μετάφραση. Με λίγα λόγια, λέει ο άγιος Μάξιμος, ότι η σάρκωσις τού Λόγου, εσήμαινε την ανακεφαλαίωση τών πάντων, και την υπέρβαση όλων τών διαιρέσεων, πάλι δια τού ανθρώπου. Κι έτσι έχουμε μια ένωση εδώ, και τού ανθρώπου με την κτίση. Η κτίση δηλαδή με τον άνθρωπο γίνεται μια ενότητα. Γίνεται όπως λέγει: "καθάπερ άλλον άνθρωπον". Η κτίσις είναι σαν να γίνεται ένας άνθρωπος κι αυτή, η οποία πλέον επικοινωνεί με τον Θεό δια τού ανθρώπου. Αποκτά δηλαδή ένα στόχο, μια κεφαλή, ένα χέρι, το οποίο φέρει σε κοινωνία όλη τη δημιουργία με τον Θεό.

Το βαρυσήμαντο αυτό χωρίο, μας αποκαλύπτει ότι για τον άγιο Μάξιμο, ο σκοπός τής ενανθρωπίσεως, δεν είναι άλλος από το να πραγματοποιήσει την ένωση όλης τής κτίσεως, "καθάπερ άνθρωπον άλλον", δηλαδή δια τού ανθρώπου και εν τω ανθρώπω, ώστε να αποφευχθεί η επάνοδος εις το "μη είναι". ("Εις το μη ον πάλιν μεταχωρήσαι", δηλαδή να υπερβαθεί ο θάνατος). Έτσι για τον πατέρα αυτόν τής Εκκλησίας, η σωτηρία έχει ευρύτερη κοσμολογική διάσταση, και το επίκεντρό της, είναι η σχέση τού ανθρώπου με τη φύση. Ο άνθρωπος πλάσθηκε για να ενώσει τα διεστώτα στη φύση, αυτά που προκαλούν το θάνατο. (Ο θάνατος είναι ταυτόσημος με τη διαίρεση για τον άγιο Μάξιμο), και να τα αναγάγει όλα στον Θεό. Γι' αυτό ο Μάξιμος εκτός από την Ανάσταση που είναι νίκη κατά τού θανάτου, τονίζει ιδιαίτερα και την Ανάληψη, κατά την οποία, (αυτό το τονίζει ιδιαίτερα), ενώθηκε με τον Θεό, και αυτό το γήινο σώμα μας, ως στοιχείο που μας συνδέει με τα αισθητά, δηλαδή με το φυσικό μας περιβάλλον;;;.[ΓΗΙΝΟ ΤΟ ΑΝΑΣΤΗΜΕΝΟ ΣΩΜΑ;]

Στο σημείο αυτό πρέπει ιδιαιτέρως νά τονίσωμε, την αντίθεση που έχει η σκέψη τού Μαξίμου, με εκείνη τού Πλατωνισμού, και ακόμα τού Ωριγένη και τού Ευαγρίου, οι οποίοι πίστευαν ότι το σώμα δεν επιβιώνει στη Βασιλεία τού Θεού, αφού είναι υλικό και κατώτερο τής ψυχής και τού νου.[ΠΑΡΑΛΟΓΟΣ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ. ΑΜΦΙΒΟΛΗ ΠΡΟΧΕΙΡΟΤΗΣ ΜΑΛΛΟΝ ΛΟΓΩ ΤΗΣ ΑΡΝΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗΣ ΤΟΥ ΚΑΛΠΑΖΟΝΤΟΣ ΥΛΙΣΜΟΥ ΤΟΥ.] Η ανάδειξη τού σώματος ως στοιχείου που μετέχει στη Θέωση τού ανθρώπου, συνδέεται με την πεποίθηση ότι ολόκληρη η υλική δημιουργία του, είναι ιερή και πρέπει να είναι σεβαστή. Στην πεποίθηση αυτή στηρίχθηκε και η υπεράσπιση τών Ιερών Εικόνων αργότερα από Θεολόγους, όπως ο Ιωάννης Δαμασκηνός, ο οποίος δεν δίστασε να γράψει: "και την ύλην σέβω, δι' ης η σωτηρία μου γέγονε".

Η καταξίωση αυτή τού υλικού κόσμου σε τέτοιο βαθμό, ώστε να συνδέεται με τον Ίδιο τον Θεό, στο πρόσωπο τού Χριστού, αποτελεί την πιο τρανή απόδειξη τής σημασίας που απέδιδαν οι πατέρες τής Εκκλησίας στο φυσικό περιβάλλον.[ΑΛΛΟ ΦΥΣΗ ΑΛΛΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ] Ο άνθρωπος γι' αυτούς ήταν αδιανόητος χωρίς το φυσικό του περιβάλλον. Μαζί με αυτό πέφτει, και μαζί με αυτό σώζεται. Η πτώση τού ανθρώπου επέδρασε άμεσα και στη φύση του.[ΑΝΟΗΤΗ ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΤΑΥΤΟΤΗΣ Η ΟΠΟΙΑ ΕΦΤΑΣΕ ΣΤΗΝ ΑΡΝΗΣΗ ΤΗΣ ΑΞΟΠΙΣΤΙΑΣ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΓΙΑΝΝΑΡΑ]

Γι' αυτό ο Παύλος γράφει στην προς Ρωμαίους επιστολή, ότι "όλη η κτίση συστενάζει και συνωδίνει τώρα μαζί με τον άνθρωπο, και περιμένει πότε θα συνδοξασθεί και αυτή μαζί του". Ο άγιος Μάξιμος δίνει στην Παύλεια αυτή θεολογία το βαθύτερο θεολογικό και φιλοσοφικό της νόημα, προβάλλοντας μια χριστολογική κοσμολογία, στην οποία ο άνθρωπος διαδραματίζει καίριο ρόλο, για όλη τη δημιουργία. Η ευθύνη τού ανθρώπου για το φυσικό του περιβάλλον, γίνεται έτσι καίρια.

6. Η Εκκλησιολογική κοσμολογία τού Μαξίμου

Τρίτον, ας δούμε αυτό που θα το ονομάζαμε: Η Εκκλησιολογική κοσμολογία τού Μαξίμου.

Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει στη σκέψη τού αγίου Μαξίμου, η σύνδεση τής κοσμολογίας, τής ανθρωπολογίας και τής Χριστολογίας με την Εκκλησία. Η Εκκλησία για τον πατέρα αυτό, είναι τύπος όλου τού αισθητού κόσμου, με το Ιερατείο να συμβολίζει τον ουρανό, και τον Ναό με την ευπρέπειά του, την "κατά γην διακόσμηση". Αλλά και τον άνθρωπο συμβολίζει η Εκκλησία, γράφει στη "Μυσταγωγία" του. "Ψυχήν μεν έχουσα το Ιερατείο, και νου το θείον θυσιαστήριον, και σώμα τον Ναόν". Έτσι χάρις στην Εκκλησία κόσμος και άνθρωπος αλληλοεικονίζονται. Γράφει στη "Μυσταγωγία" του, αναφερόμενος στον Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη: "Κατά ταύτην δε πάλιν ευμιμήως την εικόνα και τον κόσμον όλον, τον εξ ορατών και αοράτων συνιστάμενον, άνθρωπον υπέβαλεν (ο Διονύσιος) είναι. Και κόσμον αύθις, τον εκ ψυχής και σώματος άνθρωπον... Και ψυχήν μεν είναι τών αισθητών τα νοητά, σώμα δε τών νοητών τα αισθητά".

Έτσι ο άνθρωπος, είναι μικρόκοσμος τού μακροκόσμου. Μικρός τών μεγάλων, αφού ενώνονται σ' αυτόν τα αισθητά και τα νοητά. Και η Εκκλησία είναι εικόνα τού ίδιου τού Τριαδικού Θεού[ΗΤΑΝ ΠΑΝΤΟΤΕ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΤ ΈΙΚΟΝΑ],[Ο ΚΥΡΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΠΥ ΠΑΤΡΟΣ ΚΑΤΟ ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟΥ ΥΙΟΥ.ΔΕΝ ΑΠΟΚΑΛΥΦΘΗΚΑΝ ΟΙ ΥΠΟΣΤΑΣΕΙΣ ΑΛΛΑ Η ΔΟΞΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥαφού σ' αυτή πραγματοποιείται η ένωση τών πάντων, κόσμου και ανθρώπου, παρά τις διαφορές, όπως λέγει "τών ιδιωμάτων τών τόπων και τών τρόπων", "ίνα μη αλλήλων παντάπασιν αλλότρια ει, (αυτά, οι διαφορές), και εχθρά τα τού ενός Θεού κτίσματα και ποιήματα, (να μην είναι οι διαφορές αυτές αφορμή αλλοτρίωσης και εχθρότητος, και μεταξύ τών κτιστών, και με τον Θεόν), και κινδυνεύσει (κατ' αυτόν τον τρόπον) αυτοίς και αυτό το είναι, εις το μη ον μεταπεσείν τού Θεού χωριζόμενον". Με αυτόν τον τρόπο, με τη διαίρεση, κινδυνεύει να επιστρέψει στο μη είναι η κτίση.

Συγκλονιστικά αυτά τα λόγια για την ουσία και την κοσμολογική σημασία τής Εκκλησίας. Πώς στον Θεό η διαφορά, δεν σημαίνει διαίρεση αλλά ενότητα. Έτσι και στην Εκκλησία ο κόσμος όλος και ο ίδιος ο άνθρωπος, παρά τη διαφορά που υπάρχει μεταξύ τών όντων, ενώνονται μεταξύ τους και με τον Θεό, όχι απλώς για να γίνουν καλύτεροι και να ζουν ευτυχέστερα, αλλά για να μην πάψουν να είναι, να υπάρχουν. Ο σκοπός τής Εκκλησίας δεν είναι ηθικός, αλλά οντολογικός. Η υπέρβαση τής διαιρέσεως ή τής αντιπαλότητας μεταξύ τών όντων, με μια ένωση που σέβεται και δεν καταργεί τη διαφορά, είναι ζήτημα ζωής ή θανάτου για τον κόσμο και τον άνθρωπο. Η Εκκλησία υπάρχει για να εικονίζει και να προσφέρει τη γεύση ενός κόσμου απαλλαγμένου από τη διαίρεση, η οποία είναι ταυτόσημη με τον θάνατο, και με το μηδέν που προηγήθηκε;;; τής δημιουργίας τού κόσμου.[ΤΟ ΜΗΔΕΝ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ, ΔΕΝ ΥΠΗΡΧΕ ΔΙΠΛΑ ΣΤΟ ΘΕΟ, ΕΙΝΑΙ ΝΙΑ ΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΡΓΙΑΣ ΕΝΕΚΕΝ]

Αυτή τη σχέση κόσμου, ανθρώπου και Θεού, τη βλέπει ο άγιος Μάξιμος να εικονίζεται κυρίως και κατ' εξοχήν στη Θεία Λειτουργία. Η Λειτουργία, είναι για τον πατέρα αυτόν τής Εκκλησίας, μία πορεία τού κόσμου με επικεφαλής τον άνθρωπο - ιερέα τής κτίσεως, προς ένα κόσμο ενότητας όλων τών διεστώτων, και αιώνιας ζωής σε κοινωνία με τον Θεό στη Βασιλεία Του. Η Λειτουργία είναι για τον Μάξιμο η εικόνα ενός κόσμου που υπερβαίνει τον θάνατο, χάριν στην υπέρβαση τής διαιρέσεως, μεταξύ ανθρώπου και κόσμου, και ανθρώπου, κόσμου και Θεού. Η Θεία Λειτουργία, (όπως και η ίδια η Εκκλησία), αποκτά έτσι, πελώρια υπαρξιακή σημασία, όχι μόνο για τον άνθρωπο, αλλά και για ολόκληρη την κτίση.[ΣΩΜΑ ΧΡΙΣΤΟΥ ΜΕ ΚΕΦΑΛΗ ΧΡΙΣΤΟΥ. Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ ΤΟΥ]

7. Συμπεράσματα

Και τώρα μερικά συμπεράσματα:

Είδαμε σε πολύ γενικές γραμμές, τη διδασκαλία ενός από τους πιο βαθείς Θεολόγους και φιλοσόφους τού Βυζαντίου, για τη θέση τού ανθρώπου μέσα στον υλικό κόσμο. Ο άνθρωπος κατά τον άγιο Μάξιμο, δημιουργήθηκε από τον Θεό, με το μοναδικό προνόμιο να μετέχει τόσο τών άλλων υλικών κτισμάτων, χάριν στο σώμα, (το σώμα είναι για τον Μάξιμο και για τους άλλους πατέρες, ήδη από την εποχή τού αγίου Ειρηναίου, συστατικό τής ίδιας τής ταυτότητας τού ανθρώπου, (χωρίς σώμα δεν υπάρχει η έννοια τού ανθρώπου), όσο και τών νοερών όντων, αλλά και τού Ιδίου τού Θεού, χάρις στο αυτεξούσιο που έχει[ΕΙΧΕ] ως πλασμένος  κατ' εικόνα Θεού. Αυτό το μοναδικό προνόμιο τής μετοχής του, τόσο στον υλικό, όσο και στον πνευματικό και νοερό κόσμο, δόθηκε στον άνθρωπο για έναν υψηλό σκοπό: Να βοηθήσει την κτίση να υπερβεί τη φυσική της θνητότητα και να ενωθεί με τον μόνον φύσει αθάνατο Θεό. Ο άνθρωπος λοιπόν πλάσθηκε όχι για να γίνει κυρίαρχος και εξουσιαστής τής φύσεως, αλλά για να γίνει Ιερέας της. Να την πάρει στα χέρια του και να την αναφέρει στον Θεό. Με τον τρόπο αυτό, ο άνθρωπος αποδεικνύεται απαραίτητος για τη φύση, αλλά και η φύση για τον άνθρωπο.

Η κοσμολογία τού αγίου Μαξίμου, είναι (όπως είπαμε) ανθρωποκεντρική, αλλά δεν είναι ανθρωπομονιστική. Την κοσμολογική αυτή αποστολή του, ο άνθρωπος ασκώντας την ελευθερία του, αρνήθηκε να την εκπληρώσει, με συνέπειες τραγικές τόσο για τον ίδιο, όσο και για όλη την κτίση. Η φύση έκτοτε κινδυνεύει από αυτόν που τάχθηκε να την προστατέψει και να την αναδείξει, δηλαδή από τον άνθρωπο. Ο κίνδυνος αυτός, (υπαινίσσεται ο άγιος Μάξιμος), μπορεί να φθάσει μέχρι και την επιστροφή στο μηδέν, δηλαδή στον αφανισμό.[ΚΑΘΟΤΙ ΤΑΥΤΙΣΤΗΚΕ ΜΕ ΤΗ ΦΥΣΗ] Η αμαρτία τού ανθρώπου, έχει καταστροφικές συνέπειες για όλη τη φύση. Τη σωτηρία από αυτή την υπαρξιακή απειλή αναλαμβάνει ο Χριστός, ως το δεύτερο πρόσωπο τής Αγίας Τριάδος, το οποίο γίνεται άνθρωπος, για να πραγματώσει αυτό που ο πρώτος άνθρωπος αρνήθηκε να κάνει;;;. Έτσι πάλι μέσω τού ανθρώπου, (ενωμένου όμως με τον Θεό), αποκτά η κτίση τη δυνατότητα να σωθεί από την καταστροφή.[Η ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ. ΤΟ ΨΩΝΙΟ ΤΩΝ ΑΧΡΙΣΤΩΝ]

O Χριστός σώζει την κτίση χωρίς να καταργήσει τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος εξακολουθεί να παραμένει το κλειδί για τη ζωή τού κόσμου. Όσο πιο πολύ ενώνεται με τον Θεό, τόσο πιο πολύ λυτρώνεται και η κτίση όλη από τη φθορά. Και όσο πιο πολύ αυτονομείται από τον Θεό, και ανάγει τον εαυτό του σε θεό, τόσο περισσότερο στενάζει η κτίση κάτω από το πέλμα του.

Η οικολογική κρίση που βιώνει σήμερα ο κόσμος μας, επιβεβαιώνει δραματικά την κοσμολογία τού αγίου Μαξίμου. Ο πρώτος που επεχείρησε στις μέρες μας να αναζητήσει τις ιστορικές καταβολές τής οικολογικής μας κρίσης, o αμερικανός ιστορικός Lynn White, σ' ένα κλασικό άρθρο του στο περιοδικό Σάιενς το 1967, επισήμανε την ευθύνη τής Χριστιανικής θεολογίας για τη γέννηση τού οικολογικού προβλήματος. Πρόκειται για την αντίληψη ότι ο άνθρωπος έχει το δικαίωμα να κατεξουσιάζει τη φύση, ως λογικά ανώτερος όλων τών άλλων όντων.

Ο Διαφωτισμός, με το στόμα ενός Μπέικον και ενός Ντεκάρτ, και ακόμη ενός Καντ, ήρθε να καλέσει τον άνθρωπο, να σύρει τη φύση δέσμια πίσω του, και με την πρόοδο τής επιστήμης και τής τεχνολογίας, να γίνει (κατά την έκφραση τού Ντεκάρτ), "κύριος και κάτοχος τής φύσεως". Αυτό και έγινε, και οι συνέπειες είναι μπροστά μας. Και θα γίνουν ακόμη πιο οδυνηρές για τις γενεές που έρχονται.

Αν το οικολογικό πρόβλημα έχει κάποια σχέση με την κοσμοθεωρία και τη νοοτροπία μας, (και αναμφίβολα έχει), τότε το Βυζάντιο έχει να μας διδάξει πολλά. Η κοσμολογική ανθρωπολογία τού αγίου Μαξίμου, την οποία προσπαθήσαμε επιγραμματικά να αναλύσουμε εδώ, δεν είναι μια μεμονωμένη αντίληψη ενός Βυζαντινού Θεολόγου. Ολόκληρος ο Βυζαντινός πολιτισμός, είναι ζυμωμένος με τις κοσμολογικές ιδέες τού Εκκλησιαστικού αυτού συγγραφέα. Η Βυζαντινή αρχιτεκτονική, και ιδιαίτερα η ναοδομία, η εικονογραφία και η διακόσμηση τών ναών. Προπάντων μάλιστα η Βυζαντινή Θεία Λειτουργία. Η υμνογραφία και η λαογραφία με τις παραδόσεις και τις γιορτές της, όλα αποτελούν εφαρμογές στην πράξη τής κοσμολογίας που συναντούμε στον πατέρα αυτό τής Εκκλησίας. Πρόκειται για έναν τρόπο και μια στάση ζωής, που προσεγγίζει την κτίση με σεβασμό, και την αναφέρει στον Θεό ως δικό Του δώρο, που του το αντιπροσφέρει εν ευχαριστία, λέγοντας: "τα σα εκ τών σων σοι προσφέρομεν, κατά πάντα και δια πάντα".

Μέσα στη Βυζαντινή Λειτουργία, ο άνθρωπος βρίσκει τη σωστή θέση του με το φυσικό του περιβάλλον, ενώ στη Βυζαντινή Μοναστική παράδοση, με την οποία ήταν ζυμωμένος ο άγιος Μάξιμος, όσο λίγοι Βυζαντινοί στοχαστές, ασκηταί, στην εκκρίζωση τής φιλαυτίας, αυτής τής μήτρας τού οικολογικού κακού.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία, στο βαθμό που συνεχίζει την παράδοση που εκπροσωπεί ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, (και αποτελεί ερώτημα, αν όντως τη συνεχίζει), μπορεί να συνεισφέρει στην αντιμετώπιση τής οικολογικής κρίσεως στην εποχή μας. Θεολόγοι όπως ο άγιος Μάξιμος, αποδεικνύονται επίκαιροι και σήμερα, αρκεί να αναδειχθεί η υπαρξιακή σημασία τής διδασκαλίας τους.[ Η ΝΕΑ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ. Ο ΥΠΑΡΞΙΣΜΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΖΕΤΑΙ. ΤΟ ΞΕΚΙΝΗΜΑ ΤΗΣ ΔΙΑΛΥΣΗΣ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ ΜΕ ΤΗΝ ΜΕΤΑΤΟΠΙΣΗ ΤΗΣ ΣΤΗ ΘΕΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ]

Η αποψινή ομιλία μου, αποτέλεσε μια ταπεινή προσπάθεια προς την κατεύθυνση αυτή.
Σας ευχαριστώ για την υπομονή σας να με ακούσετε.

Απομαγνητοφώνηση: Ν. Μ.

O ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΠΑΤΕΡΑΣ ΤΟΥ ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΥ.
Κείμενο

PG 91,1304D - 1313Β.

Μετάφραση

ΕΠΕ Φιλοκαλία Τόμος 14D, σελ. 424-437.

Εκ τού αυτού λόγου, εις το, "Καινοτομούνται φύσεις, και Θεός άνθρωπος γίνεται"

Οι τα πολλά τών θείων μυστηρίων εκ τών οπαδών και υπηρετών γενομένων τού Λόγου, και αυτόθεν αμέσως την τών όντων μυηθέντων γνώσιν, κατά διαδοχήν δια τών προ αυτών εις αυτούς διαδοθέντα λαβόντες άγιοί φασιν πέντε διαιρέσεσι διειλήφθαι την πάντων τών γεγονότων υπόστασιν·

ων πρώτην μεν φασιν είναι την διαιρούσαν τής ακτίστου φύσεως την κτιστήν καθόλου φύσιν, και δια γενέσεως το είναι λαβούσαν. Φασί γαρ τον Θεόν αγαθότητι πεποιηκότα τών όντων απάντων λαμπράν διακόσμησιν, μη αυτόθεν αυτή  καταφανή γενέσθαι τινά και διακρίνουσαν άγνοιαν διαίρεσιν λέγοντες. Την γαρ φυσικώς αλλήλων ταύτα διαιρούσαν, μηδέποτε δεχομένην εις μίαν ουσίαν ένωσιν, ως τον ένα και τον αυτόν μη δυναμένην επιδέξασθαι λόγον  είασαν άητον.

Δευτέραν δε, καθ ην η δια κτίσεως το είναι λαβούσα σύμπασα φύσις υπό Θεού διαιρείται εις νοητά και αισθητά.

Τρίτην, καθ ην η αισθητή φύσις διαιρείται εις ουρανόν και γην.

Τετάρτην δε, καθ ην η γη διαιρείται εις παράδεισον και οικουμένην,

και Πέμπτην, καθ ην ο επί πάσιν, ώσπερ τι τών όλων συνεκτικώτατον εργαστήριον, και πάσι τοις κατά πάσαν διαίρεσιν άκροις δι αυτού φυσικώς μεσιτεύων αγαθοπρεπώς κατά γένεσιν τοις ούσιν επεισαχθείς άνθρωπος διαιρείται εις άρσεν και θήλυ, πάσαν έχων δηλαδή φυσικώς ταις τών άκρων πάντων μεσότησι δια τής προς τα άκρα πάντα τών ιδίων μερών σχετικής ιδιότητος την προς ένωσιν δύναμιν, δι ης ο κατά την αιτίαν  τής τών διηρημένων γενέσεως συμπληρούμενος τρόπος έμελλε τού θείου σκοπού το μέγα μυστήριον έκδηλον δι εαυτού καταστήσαι, την προς άλληλα τών εν τοις ούσιν άκρων εναρμονίως από τών προσεχών επί τα πόω, και τών ηττόνων επί τα κρείττονα καθεξής ανατατικώς προϊούσαν, εις Θεόν αποπερατώσας ένωσιν.

Τούτου δη χάριν έσχατος επεισάγεται τοις ούσιν ο άνθρωπος, οιονεί σύνδεσμός τις φυσικός τοις καθόλου δια τών οικείων μερών μεσιτεύων άκροις, και εις εν άγων εν εαυτώ τα πολλώ κατά την φύσιν αλλήλων διεστηκότα τω διαστήματι, ίνα τής προς Θεόν, ως αίτιον, τα πάντα συναγούσης ενώσεως εκ τής ιδίας πρότερον αρξάμενος διαιρέσεως καθεξής δια τών μέσων ειρμώ και τάξει προβαίνων εις τον Θεόν λάβη το πέρας τής δια πάντων κατά την ένωσιν γινομένης υψηλής αναβάσεως, εν ω ουκ έστι διαίρεσις, την μηδαμώς ηρτημένην δηλαδή κατά τον προηγούμενον λόγον τής περί την γένεσιν τού ανθρώπου θείας προθέσεως κατά το θήλυ και το άρσεν ιδιότητα τη περί την θείαν αρετήν απαθεστάτη σχέσει πάντη τής φύσεως εκτιναξάμενος, ώστε δειχθήναί τε και γενέσθαι κατά την θείαν πρόθεσιν άνθρωπον μόνον, τη κατά το άρσεν και το θήλυ προσηγορία μη διαιρούμενον, καθ ον και προηγουμένως γεγένηται λόγον τοις νυν περί αυτόν ούσι τμήμασι μη μεριζόμενον, δια την τελείαν προς τον ίδιον, ως έφην, λόγον καθ ον εστιν γνώσιν·

είτα  τον παράδεισον και την οικουμένην δια τής οικείας αγιοπρεπούς αγωγής ενώσας μίαν ποιήσειε γην, μη διαιρούμενην αυτώ κατά την τών μερών αυτής διαφοράν, αλλά μάλλον συναγομένην, ως μηδεμίαν προς μηδέν τών αυτής υπαγωγήν παθόντι μερών· είτα ουρανόν και γην ενώσας δια την προς αγγέλους τής ζωής παντί τρόπω κατ αρετήν, ως εφικτόν ανθρώποις, ταυτότητα μίαν ποιήσειεν αδιαίρετον πάντη προς  εαυτήν την αισθητήν κτίσιν, μη διαιρουμένην αυτώ τοπικώς το παράπαν τοις διαστήμασι, κούφω γενομένω τω πνεύματι και μηδενί βάρει σωματικώ κατεχομένω προς γην, και τής προς ουρανούς αναβάσεως ειργομένω δια την προς ταύτα τού νου τελείαν αορασίαν γνησίως προς τον Θεόν επειγομένου, και σοφώς ποιουμένου τής προς αυτόν ανατάσεως εφεξής, ως εν οδώ κοινή, φυσικώς τού προ αυτού το φθάσαν επίβασιν·

είτα τα νοητά και τα αισθητά προς τούτοις ενώσας δια την προς αγγέλους κατά την γνώσιν ισότητα μίαν ποιήση κτίσιν την άπασαν κτίσιν,  μη διαιρουμένην αυτώ κατά την γνώσιν και την αγνωσίαν, ίσης αυτώ προς τους αγγέλους ανελλιπώς γενομένης τών εν τοις ούσι λόγων γνωστικής επιστήμης, καθ ην η τής αληθούς σοφίας απειρόδωρος χύσις επιγενομένη κατά το θεμιτόν ακραιφνώς λοιπόν την περί Θεού και αμεσιτεύτως παρέχεται τοις αξίοις αδιάγνωστον και ανερμήνευτον έννοιαν· και τέλος επί πάσι τούτοις, και κτιστήν φύσιν τη ακτίστω δι αγάπης ενώσας (ω τού θαύματος τής περί ημάς τού Θεού φιλανθρωπίας) εν και ταυτόν δείξειε κατά την έξιν τής χάριτος, όλος όλω περιχωρήσας ολικώς τω Θεώ, και γενόμενος παν ει τι πέρ εστιν ο Θεός, χωρίς τής κατ ουσίαν ταυτότητος, και όλον αυτόν αντιλαβών εαυτού τον Θεόν, και τής επ αυτόν τον Θεόν αναβάσεως οίον έπαθλον αυτόν μονώτατον κτησάμενος τον Θεόν, ως τέλος τής τών κινουμένων κινήσεως, και στάσιν βάσιμόν τε και ακίνητον τών επ αυτόν φερομένων, και παντός όρου και θεσμού και νόμου, λόγου τε και νου, και φύσεως όρον και πέρας αόριστόν τε και άπειρον όντα.

Επειδή τοίνυν φυσικώς, ως δεδημιούργητο, περί μεν το ακίνητον, ως αρχήν ιδίαν (φημί δε τον Θεόν) ο άνθρωπος ου κεκίνητο, περί δε τα υπ αυτόν, ων αυτός θεόθεν άρχειν επιτάγη, παρά φύσιν εκών ανοήτως κεκίνηται, τη προς ένωσιν τών διηρημένων δοθείση αυτώ φυσική δυνάμει κατά την γένεσιν εις τον τών ηνωμένων μάλλον διαίρεσιν παραχρησάμενος, και ταύτη μικρού δείν ελεεινώς εις το μη ον πάλιν κινδυνεύσας μεταχωρήσαι, δια τούτο καινοτομούνται φύσεις, και παραδόξως υπέρ φύσιν περί το φύσει κινούμενον ακινήτως, ίν ούτως είπω, κινείται το πάντη κατά φύσιν ακίνητον, και Θεός άνθρωπος γίνεται, ίνα σώση τον απολόμενον άνθρωπον, και τής κατά το παν καθόλου φύσεως δι εαυτού τα κατά φύσιν ενώσας ρήγματα, και τους καθόλου τών επί μέρους προφερομένους λόγους, οις η τών διηρημένων γίνεσθαι πέφυκεν ένωσις, δείξας την μεγάλην βουλήν πληρώση τού Θεού και Πατρός, εις εαυτόν ανακεφαλαιώσας τα πάντα, τα εν τω ουρανώ και τα επί τής γης, εν ω και εκτίσθησαν.

 

Αμέλει τοι τής καθόλου τών πάντων προς εαυτόν ενώσεως εκ τής ημών αρξάμενος διαιρέσεως γίνεται τέλειος άνθρωπος, εξ ημών δι ημάς καθ ημάς, πάντα τα ημών ανελλιπώς έχων, αμαρτίας χωρίς, τής κατά φύσιν ακολουθίας γαμικής ουδόλως εις τούτο προσδεηθείς· ομού τε και κατά το αυτό δεικνύς, ως οίμαι, τυχόν ως ην και άλλος τρόπος τής εις πλήθος τών ανθρώπων  αυξήσεως προεγνωσμένος Θεώ, ει την εντολήν ο πρώτος εφύλαξεν άνθρωπος και προς κτηνωδίαν εαυτόν τω κατά παράχρησιν τρόπω τών οικείων δυνάμεων μη κατέβαλε, και την κατά το άρεν και θήλυ διαφοράν τε και διαίρεσιν τής φύσεως εξωθούμενος, ης προς το γενέσθαι, καθάπερ έφην, άνθρωπος, ουδόλως προσεδεήθη, ων δε άνευ είναι τυχόν εστι δυνατόν. Ταύτα εις το διηνεκές παραμείναι ουκ ανάγκη. Εν γαρ Χριστώ Ιησού, φησίν ο θείος Απόστολος, ούτε άρεν ούτε θήλυ. Είτα την καθ ημάς αγίασας οικουμένην δια τής οικείας ανθρωποπρεπούς αναστροφής μετά θάνατον εις τον παράδεισον απαραποδίστως χωρεί, καθώς τω ληστή αψευδώς επηγγείλατο, Σήμερον, φήσας, έση μετ εμού εν τω παραδείσω.

Εντεύθεν ως κατ αυτόν λοιπόν μη εχούσης προς τον παράδεισον διαφοράν τής καθ ημάς οικουμένης πάλιν επ αυτής εφάνη τοις μαθηταίς συνδιαιτώμενος μετά την εκ νεκρών ανάστασιν, δεικνύς ως η γη μία ούσα τυγχάνει προς εαυτήν αδιαίρετος, τον καθ ον εστι λόγον τής κατά την διαφοράν διαιρέσεως ελεύθερον διασώζουσα. Είτα δια τής εις ουρανόν αναλήψεως τον ουρανόν ήνωσε δηλονότι και την γην, και μετά τούτου τού γηίνου σώματος τού ημίν ομοουσίου χωρήσας εις ουρανόν μίαν ούσαν τω κατ αυτήν καθολικωτέρω  λόγω πάσαν την αισθητόν φύσιν απέδειξε, τής τεμνούσης αυτήν εν εαυτώ διαιρέσεως αμαυρώσας την ιδιότητα.

Έπειτα προς τούτοις, τα αισθητά και τα νοητά καθεξής δια πάντων τών κατ ουρανόν θείων και νοητών ταγμάτων διελθών μετά τής ψυχής και τού σώματος, τουτέστι τελείας τής ημετέρας φύσεως, ήνωσε, την προς το εν τής όλης κτίσεως κατά τον εαυτής αρχικώτατόν τε και καθολικώτατον λόγον σύννευσιν δείξας εν εαυτώ παντελώς αδιαίρετόν τε και αστασίαστον.

Και τέλος επί πάσι τούτοις κατά την επίνοιαν τής ανθρωπότητος προς αυτόν γένεται τον Θεόν, εμφανισθείς υπέρ ημών δηλονότι, καθώς γέγραπται, τω προσώπω τού Θεού και Πατρός ως άνθρωπος ο καθ οιονδήποτε τρόπον μηδέποτε τού Πατρός ως Λόγος χωρισθήναι δυνάμενος, πληρώσας ως άνθρωπος έργω και αληθεία καθ υπακοήν απαράβατον όσα προώρισεν αυτός ως Θεός γενέσθαι, και τελειώσας πάσαν βουλήν τού Θεού και Πατρός υπέρ ημών τών αχρειωσάντων τη παραχρήσει την εξ αρχής ημίν φυσικώς προς τούτο δοθείσαν δύναμιν, και πρώτον ενώσας ημίν εαυτούς εν εαυτώ δια τής αφαιρέσεως τής κατά το άρεν και το θήλυ διαφοράς, και αντί ανδρών και γυναικών, οις ο τής διαιρέσεως ενθεωρείται μάλιστα τρόπος, ανθρώπους μόνον κυρίως τε και αληθώς αποδείξας, κατ αυτόν δι όλου μεμορφωμένους και σώαν αυτού και παντελώς ακίβδηλον την εικόναν φέροντας, ης κατ’ ουδένα τρόπον ουδέν τών φθοράς γνωρισμάτων άπτεται, και συν ημίν και δι’ ημάς την άπασαν κτίσιν δια τών μέσων ως μερών ιδίων τα άκρα περιλαβών και περί εαυτόν αλύτως  αλλήλοις διασφίγξας παράδεισον και οικουμένην, ουρανόν και γην, αισθητά και νοητά, ως σώμα και αίσθησιν και ψυχήν καθ ημάς έχων και νουν, οις ως μέρεσι καθ έκαστον το εκάστω καθόλου συγγενές οικειωσάμενος άκρον κατά τον προαποδοθέντα τρόπον θεοπρεπώς τα πάντα εις εαυτόν ανεκεφαλαιώσατο, μίαν υπάρχουσαν την άπασαν κτίσιν δείξας, καθάπερ άνθρωπον άλλον, τη τών μερών εαυτής προς άλληλα συνόδω συμπληρουμένην και προς εαυτήν νεύουσαν τη ολότητι τής υπάρξεως, κατά την μίαν και απλήν και απροσδιόριστον, τής εκ τού μη όντος παραγωγής και αδιάφορον έννοιαν, καθ ην ένα και τον αυτόν πάσα η κτίσις επιδέξασθαι δύναται λόγον παντελώς αδιάκριτον, το "Ουκ ην" τού "είναι" πρεσβύτερον έχουσα.

Πάντα γαρ κατά τον αληθή λόγον αλλήλοις συνεμπίπτει καθ οτιούν πάντως, ει και μη πάντη, τα μετά Θεόν όντα και εκ Θεού το είναι δια γενέσεως έχοντα, μηδενός καθόλου τών όντων, μηδέ τών άγαν τιμίων και υπερβεβηκότων τής προς το άγαν άσχετον γενικής σχέσεως, παντάπασι φυσικώς απολελυμένου, μήτε μην τού εν τοις ούσιν ατιμωτάτου τής προς τα ατιμιώτατα κατά φύσιν γενικής παντελώς απολιμπανομένου και αμοιρούντος σχέσεως. Πάντα γαρ τα ταις οικείαις ιδίως διαφοραίς αλλήλων διακεκριμμένα ταις καθόλου και κοιναίς γενικώς ταυτότησιν ήνωνται, και προς το εν και ταυτόν αλλήλοις γενικώ τινι λόγω φύσεως συνωθούνται, οίον τα μεν γένη κατά την ουσίαν αλλήλοις ενούμενα το εν έχει και ταυτόν και αδιαίρετον. Ουδέν γαρ τών καθόλου και περιεχόντων και γενικών τοις επί μέρους και περιεχομένοις και ιδικοίς παντελώς συνδιαιρείται. Ου γαρ έστι γενικόν είναι δύναται το μη συνάγον τα διηρημένα φυσικώς, αλά συνδιαιρούμενον αυτοίς, και τής οικείας μοναδικής ενότητος εξιστάμενον. Παν γαρ γενικόν κατά τον οικείον λόγον όλον όλοις αδιαιρέτως τοις υπ αυτό ενικώς ενυπάρχει, και το καθ έκαστον όλον ενθεωρείται γενικώς. Τα δε είδη κατά το γένος ωσαύτως τής εν τη διαφορά ποικιλίας απολυθέντα την προς άλληλα ταυτότητα δέχεται. Τα άτομα δε κατά το είδος την προς άλληλα δεχόμενα σύμβασιν εν και ταυτόν αλλήλοις πάντη καθέστηκε, τη ομοφυία το απαράλλακτον έχοντα και διαφοράς πάσης ελεύθερον. Τα δε συμβεβηκότα κατά το υποκείμενον αλλήλοις συγκριθέντα το ενιαίον έχει, τω υποκειμένω παντελώς μη σκεδαννύμενον.

Και μάρτυς τούτων αψευδής ο αληθής θεηγόρος, ο μέγας και άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, εν τω περί τελείου και ενός κεφαλαίω τής Περί θείων ονομάτων πραγματείας ουτωσί φάσκων· "Ουδέ γαρ εστι πλήθος αμέτοχόν πη τού ενός, αλλά το μεν πολλά τοις μέρεσιν εν τω όλω, και το πολλά τοις συμβεβηκόσιν εν τω υποκειμένω, και τα πολλά τω αριθμώ ή ταις δυνάμεσιν εν τω είδει, και το πολλά τοις είδεσιν εν τω γένει, και το πολλά τοις προόδοις εν τη αρχή, και ουδέν εστι  τών όντων ό μη μετέχει πη τού ενός." Και απλώς, ίνα συνελών είπω, πάντων τών διηρημένων και μερικών οι λόγοι τοις τών καθόλου και γενικών, ως φασι, περιέχονται λόγοις, και τους μεν τών γενικωτέρων και καθολικωτέρων λόγους υπό τής σοφίας συνέχεσθαι, τους δε μερικών ποικίλως τοις τών γενικών ενισχημένους υπό τής φρονήσεως περιέχεσθαι, καθ ην απλούμενοι πρότερον, και την εν τοις πράγμασι τοις υποκειμένοις απολύοντες συμβολικήν ποικιλίαν, υπό τής σοφίας ενίζονται, την εις ταυτότητα τοις γενικωτέροις συμφυίαν δεξάμενοι.

Σοφία δε τού Θεού και Πατρός και φρόνησίς εστιν ο Κύριος Ιησούς Χριστός, ο και καθόλου τών όντων συνέχων τη δυνάμει τής σοφίας, και τα συμπληρωτικά τούτων μέρη περιέχων τη φρονήσει τής συνέσεως ως πάντων φύσει δημιουργός και προνοητής, και εις εν άγων τα διεστώτα δι εαυτού, και τον εν τοις ούσι καταλύων πόλεμον, και προς ειρηνικήν φιλίαν τα πάντα και αδιαίρετον συνδέων ομόνοιαν, τα εν τοις ουρανοίς και τα επί τής γης, καθώς φησιν ο θείος Απόστολος.

Άλλη εις το αυτό άπορον θεωρία

Καινοτομούνται πάλιν αι φύσεις, τής μεν θείας δι αγαθότητα και φιλανθρωπίαν άμετρον τής καθ ημάς κατά θέλησιν εκούσιον σαρκικής υπερφυώς ανεχομένης γεννήσεως, τής ημετέρας δε παραδόξως άσπορον τω σαρκωθέντι Θεώ ξένω παρά την φύσιν θεσμώ την λογικώς εψυχωμένην γεωργούσης σάρκα, κατά πάντα την αυτήν ημίν ούσαν και απαράλλακτον χωρίς αμαρτίας, και το δη παραδοξότερον, μηδέν τού νόμου τής παρθενίας τής γενομένης μητρός δια τής γεννήσεως το σύνολον μειωθέντος. Καινοτομία δε κυρίως ου μόνον το γεννηθήναι χρονικώς κατά σάρκα τον ανάρχως ήδη γεγεννημένον αφράστως εκ τού Θεού και Πατρός Θεόν Λόγον, αλλά και το δούναι σάρκα την ημετέραν φύσιν άνευ σποράς, και το τεκείν παρθένου άνευ φθοράς. Τούτων γαρ έκαστον φανεράν έχον την καινοτομίαν τον καθ ον γέγονεν άρητόν τε και άγνωστον λόγον παντελώς αποκρύπτεται κατά ταυτόν και αποδείκνυσι, το μεν τω υπέρ φύσιν και γνώσιν τρόπω, το δε τω λόγω τής πίστεως, ω πάντα τα υπέρ φύσιν και γνώσιν αλίσκεσθαι πέφυκεν.

Ούτω μεν ουν, κατ εμέ φάναι, το άπορον ως δυνατόν επιλέλυται, και ουκ οιδ όπως ετέρως αυτό χρή διεξελθείν. Τής σης δ αν είη φιλοσοφίας ή εγκρίναι τα ειρημένα, ή τα κρείττω παρ εαυτής σοφώτερον εξευρείν τε και φράσαι, και μεταδούναί μοι καρπόν γνώσεως υψηλής και μηδέν εχούσης επίγειον.

Από τον ίδιο λόγο στο λεγόμενο: Ανακαινίζονται οι φύσεις και ο Θεός γίνεται άνθρωπος



Οι Άγιοι που πολλά από τα θεία μυστήρια τα έλαβαν από εκείνους που υπήρξαν ακόλουθοι και υπηρέτες του Λόγου κι από αυτά αμέσως μυήθηκαν τη γνώση των όντων, αφού τα έλαβαν με διαδοχή μεταβιβασμένα σ’ αυτούς από τους πριν από αυτούς, λένε ότι η υπόσταση όλων των γεγονότων περιέχεται σε πέντε διαιρέσεις.

Πρώτη από αυτές λένε πως είναι αυτή που χωρίζει από την άκτιστη φύση τη φύση που είναι γενικά κτιστή και που έλαβε το είναι με γένεση. 

Λένε δηλαδή ότι ο Θεός έχει δημιουργήσει από αγαθότητα τη λαμπρή αρμονία όλων των όντων, αλλά δεν έγινε από αυτό φανερό ποιος και τι λογής είναι, λέγοντας διαίρεση τη σχετικά με αυτό άγνοια που διακρίνει την κτίση του Θεού. 

Άφησαν δηλαδή άρρητη αυτήν που φυσικά τα διακρίνει μεταξύ τους και που ποτέ δεν δέχεται την ένωση σε μια ουσία, επειδή δεν μπορεί να δεχτεί τον ένα και τον αυτό λόγο.

Δεύτερη διάκριση είναι αυτή σύμφωνα με την οποία όλη συνολικά η κτίση που έλαβε το είναι από τον Θεό διαιρείται στα νοητά και αισθητά.

Τρίτη είναι η διάκριση κατά την οποία η αισθητή φύση διακρίνεται σε ουρανό και γη.

Τέταρτη αυτή κατά την οποία η γη διαιρείται στον παράδεισο και την οικουμένη.

Πέμπτη είναι αυτή κατά την οποία ο άνθρωπος, που είναι πάνω σε όλα, σαν ένα εργαστήριο που συγκρατεί τα πάντα, και που είναι φυσικά ενδιάμεσος του ακραίου σε κάθε διαίρεση και έχει γίνει επείσακτος από φιλανθρωπία με γέννηση ανάμεσα στα όντα, διαιρείται σε άνδρα και γυναίκα, κι έχει δηλαδή φυσικώς με τις μεσότητες όλων των άκρων μέσω της Ιδιότητας να σχετίζει τα άκρα των ίδιων μερών του, τη δύναμη για ένωση, με την οποία ο τρόπος που συμπληρώνεται σύμφωνα με την αιτία της γένεσης των χωρισμένων έμελλε να φανερώσει με τον εαυτό του το μέγα μυστήριο του θείου σκοπού, δηλαδή ν’ αποπερατώσει μέσα στον Θεό τη μεταξύ τους ένωση, που προχωρεί ανατατικά από τα κοντινά στα μακρινά, από τα χειρότερα στα καλύτερα στη συνέχεια.

Γι' αυτό ακριβώς το λόγο προσθέτεται στα όντα έσχατος ο άνθρωπος, σαν ένας σύνδεσμος φυσικός των γενικών άκρων, μεσιτεύοντας με τα οικεία μέρη και οδηγώντας σ’ ενότητα μέσα του αυτά που κατά τη φύση τους βρίσκονται σε μεγάλη απόσταση μεταξύ τους, ώστε, κάνοντας από την ίδια του τη διαίρεση πρώτα αρχή της ένωσης που συγκεντρώνει τα πάντα μέσα στον Θεό ως αίτιο και στη συνέχεια προχωρώντας από τα μέσα με ειρμό και τάξη, να λάβει το πέρας της υψηλής ανάβασης που επιτελείται κατά την ένωση διαμέσου όλων μέσα στον Θεό, στον οποίο δεν υπάρχει διαίρεση, αφού δηλαδή με την απαθέστατη έξη της θείας αρετής εκτίναξε τελείως από τη φύση την ιδιότητα του άνδρα και της γυναίκας που δεν ήταν καθόλου δεμένη κατά τον προηγούμενο λόγο μας με τη θεία πρόθεση σχετικά με τη γέννηση του ανθρώπου, ώστε να δειχθεί και να γίνει σύμφωνα με τη θεία πρόθεση άνθρωπος μόνο, που δεν διακρίνεται σε άνδρα και γυναίκα κατά την προσηγορία σύμφωνα και με το λόγο που έγινε προηγουμένως, αφού δεν θα χωρίζεται στα τμήματα που διακρίνεται τώρα, εξαιτίας της τέλειας, όπως είπα, γνώσης προς τον ίδιο το συστατικό του λόγο.

Έπειτα, αφού ενώσει τον παράδεισο και την οικουμένη με την αγία ζωή του, να κάνει μια γη, που δε θα διαιρείται σύμφωνα με τη διαφορά των μερών της, αλλά μάλλον που θα συνάγεται, επειδή δεν έπαθε καμιά υπαγωγή σε κανένα από τα μέρη της. 

Στη συνέχεια, αφού ενώσει με κάθε τρόπο τον ουρανό και τη γη χάρη στην κατ’ αρετή ταυτότητα, όσο είναι δυνατό στους ανθρώπους, της ζωής του προς τους αγγέλους, να κάνει μία τελείως αδιαίρετη από τον εαυτό της την αισθητή κτίση, χωρίς αυτός να τη διαιρεί καθόλου με τοπικές αποστάσεις, επειδή έγινε ανάλαφρος πνευματικά, χωρίς κανένα σωματικό βάρος να τον συγκρατεί στη γη και να εμποδίζει την ανάβασή του στους ουρανούς, και σπεύδει γνήσια στον Θεό, αφού για όλα αυτά είναι ο νους του τελείως τυφλός, και κάνοντας σοφά στην κατοπινή του ανάβαση, όπως στην συνηθισμένη πορεία, φυσική αφετηρία ό,τι πέτυχε για αυτό που σκοπεύει.

Έπειτα, αφού ενώσει μ’ αυτά τα αισθητά και τα νοητά χάρη στην ισότητά του κατά τη γνώση με τους αγγέλους, να κάνει μία ολόκληρη την κτίση, που να μην τη διακρίνει ως προς τη γνώση και την αγνωσία, επειδή η γνώση του και η επιστήμη για τους λόγους των όντων εξισώθηκε χωρίς υστέρηση με των αγγέλων. 

Σύμφωνα μ’ αυτήν η απλόχερη διάχυση των δώρων της αληθινής σοφίας, που επακολουθεί κατά το δυνατό, παρέχει στο εξής και χωρίς ενδιάμεσα στους άξιους την αδιάγνωστη και ανερμήνευτη έννοια. 

Και τέλος έπειτ’ από όλα αυτά, αφού ενώσει και την κτιστή φύση με την άκτιστη μέσω της αγάπης (πόσο θαυμαστή είναι η φιλανθρωπία του Θεού προς εμάς), ν’ αποδείξει ένα και το αυτό κατά τη δωρεά της χάριτος, αφού περιχωρήσει ολικά όλος σε όλο τον Θεό και αφού γίνει όλα οσαδήποτε είναι ο Θεός, χωρίς βέβαια την ταυτότητα της ουσίας, και παίρνοντας στη θέση τού εαυτού του όλο τον Θεό και κερδίζοντας κατάμονο τον Θεό σαν έπαθλο της ανάβασής του στον Θεό τον ίδιο, ως τέλος της κίνησης όσων κινούνται και στάση εδραία και αμετακίνητη όσων κινούνται προς αυτόν και κάθε ορίου και κάθε θεσμού και νόμου, κάθε λόγου και νου και της φύσης όρο και πέρας, αν και είναι απεριόριστος και άπειρος.

Επειδή λοιπόν φυσικά, έτσι όπως είχε δημιουργηθεί ο άνθρωπος, δεν κινήθηκε γύρω από το ακίνητο ως ίδιά του αρχή (εννοώ τον Θεό), γύρω όμως από τα κάτω από αυτόν, στα οποία αυτός έλαβε τη διαταγή από τον Θεό να άρχει, κινήθηκε ανόητα κι αντίθετα με τη φύση του, κάνοντας κακή χρήση για τη διαίρεση μάλλον των ενωμένων της φυσικής δύναμης που τού δόθηκε κατά τη δημιουργία για την ένωση των χωρισμένων, κι έτσι κινδύνεψε να μετακινηθεί πάλι θλιβερά στο μη αν, γι' αυτό οι φύσεις ανακαινίζονται και με τρόπο παράδοξο πάνω από τη φύση κινείται ακίνητα γύρω από αυτό που κινείται από τη φύση του, για να πω έτσι, το τελείως ακίνητο από τη φύση του, και ο Θεός γίνεται άνθρωπος, για να σώσει τον άνθρωπο που είχε χαθεί, κι αφού ενώσει με τον εαυτό του τα φυσικά ρήγματα της καθολικής φύσης μέσα στο σύμπαν και δείξει τους καθολικούς λόγους των επιμέρους όντων με τους όποιους είναι φυσικό να γίνεται η ένωση των χωρισμένων, να εκπληρώσει τη μεγάλη βουλή του Θεού και Πατέρα, ανακεφαλαιώνοντας τα πάντα, όσα είναι στον ουρανό και όσα πάνω στη γη, στον εαυτό του, μέσα στον οποίο και δημιουργήθηκαν.

Και βέβαια αρχίζοντας τη γενική ένωση των πάντων με τον εαυτό του κι από τη δική μας διαίρεση γίνεται τέλειος άνθρωπος, από εμάς για χάρη μας σύμφωνα μ’ εμάς, έχοντας όλα τα δικά μας γνωρίσματα, εκτός από την αμαρτία, χωρίς να χρειαστεί γι' αυτό τη φυσική ακολουθία του γάμου. 

Και σύμφωνα μ’ αυτό ίσως έδειξε, νομίζω, ότι ο Θεός είχε υπόψη του κι άλλους τρόπους για την αύξηση σε πλήθος των ανθρώπων, αν ο πρώτος άνθρωπος είχε φυλάξει την εντολή και δεν κατέβαζε στην κτηνωδία τον εαυτό του με την κακή χρήση των δυνάμεών του, και ταυτόχρονα απομάκρυνε τη διαφορά και τη διαίρεση της φύσης σε άνδρα και γυναίκα, διαφορά, όπως είπα, που δε χρειάστηκε καθόλου για να γίνει άνθρωπος, ενώ χωρίς αυτή είναι ίσως δυνατό. 

Αυτά τα φύλα δεν είναι ανάγκη να μείνουν στον αιώνα. Γιατί λέει ο θείος απόστολος, στον Ιησού Χριστό δεν υπάρχει ούτε άνδρας ούτε γυναίκα. 

Κι έπειτα, αφού αγίασε την οικουμένη μας με την ανθρώπινη ζωή του, βαδίζει μετά θάνατο ανεμπόδιστα στον παράδεισο, όπως υποσχέθηκε αληθινά στο ληστή, λέγοντας· σήμερα θα είσαι μαζί μου στον παράδεισο.

Εξ αιτίας αυτού λοιπόν, επειδή σύμφωνα μ’ αυτόν η δική μας οικουμένη δεν έχει διαφορά προς τον παράδεισο, πάλι φάνηκε πάνω σ' αυτήν να τρώει μαζί με τους μαθητές του μετά την ανάστασή του από τους νεκρούς, δείχνοντας ότι η γη είναι μία κι αδιαίρετη διασώζοντας το λόγο της ύπαρξης της ελεύθερο από τη διαφορά της διαίρεσης. Έπειτα με την ανάληψή του στον ουρανό ένωσε, είναι φανερό, τον ουρανό και τη γη, και αναχωρώντας μαζί με αυτό το γήινο σώμα του που έχει την ίδια φύση ως προς τον καθολικότερο λόγο της, εξαλείφοντας μέσα στον εαυτό του την Ιδιότητα της διαίρεσης που τη χώριζε.

Εκτός από αυτά έπειτα ένωσε τα αισθητά και νοητά, αφού πέρασε ανάμεσα από όλα στη συνέχεια τα ουράνια θεία και νοερά τάγματα, με ψυχή και σώμα, δηλαδή με τέλεια τη δική μας φύση, δείχνοντας με τον εαυτό του τη σύννευση (συνένωση) στο ένα όλης της κτίσης σύμφωνα με τον αρχικότατο και καθολικότατο λόγο της τελείως αδιαίρετο και αστασίαστο.

Και τέλος, έπειτ’ από όλα αυτά, έρχεται στον Θεό με την έννοια των ανθρώπων εμφανίσθηκε δηλαδή για μας, όπως έχει γράφει, μπροστά στο πρόσωπο του Θεού και Πατέρα σαν άνθρωπος, αυτός που ποτέ δεν μπορούσε ως Λόγος να χωριστεί από τον Πατέρα, εκπληρώνοντας ως άνθρωπος πραγματικά κι αληθινά με απαράβατη υπακοή, όσα προόρισε να γίνουν ο ίδιος ο Θεός, και ολοκληρώνοντας κάθε σχέδιο του Θεού και Πατέρα για μας που αχρηστέψαμε με την κακή χρήση τη δύναμη που εξαρχής μας είχε δοθεί γι' αυτό φυσικώς, και πρώτα ενώνοντας μ’ εμάς τους εαυτούς μας μέσα σ’ αυτόν με την εξάλειψη της διαφοράς σε άνδρα και γυναίκα, και αντί άνδρες και γυναίκες, στους οποίους κατ’ εξοχή παρατηρείται η διαίρεση, αποδεικνύοντάς μας κύρια κι αληθινά ανθρώπους μόνο, έχοντας αποκλειστικά τη δική του μορφή και σώα και τελείως γνήσια την εικόνα του, την οποία δεν αγγίζει με κανένα τρόπο κανένα γνώρισμα της φθοράς, και μαζί μ’ εμάς κι εξαιτίας μας όλη την κτίση με τα μεσαία ως δικά του μέρη περιλαμβάνοντας τα άκρα και γύρω από τον εαυτό του, αφού συνέσφιξε αδιάλυτα το ένα με το άλλο, τον παράδεισο και την οικουμένη, τον ουρανό και τη γη, τα αισθητά και τα νοητά, επειδή έχει σύμφωνα μ’ εμάς σώμα και αίσθηση και ψυχή και νου, με τα οποία σαν μέρη το καθένα, αφού έκανε δικό του το γενικό συγγενικό στο καθένα άκρο, σύμφωνα με τον τρόπο που εκθέσαμε, ανακεφαλαίωσε θεοπρεπώς μέσα στον εαυτό του τα πάντα, και έδειξε πως είναι μία όλη η κτίση, σαν ένας άλλος άνθρωπος, που συμπληρώνεται με τη συμφωνία των μερών της μεταξύ τους και που κλίνει προς τον εαυτό της με την ολότητα της ύπαρξης, σύμφωνα με τη μία κι απλή κι απροσδιόριστη της παραγωγής της από το μη ον και αδιάφορη έννοια, κατά την οποία όλη η κτίση μπορεί να δεχτεί ένα και το αυτό και τελείως αξεχώριστο λόγο, επειδή έχει πρεσβύτερο το ‘δεν ήταν’ από το είναι.

Γιατί όλα, σύμφωνα με τον αληθινό λόγο, συμπίπτουν το ένα με το άλλο οπωσδήποτε, αν και όχι με τον ίδιο τρόπο, όσα είναι μετά τον Θεό κι έχουν με δημιουργία το είναι από τον Θεό. 

Και κανένα γενικά αν, ούτε από τα υπερβολικά πολύτιμα και ανώτερα από όλα δεν είναι τελείως ανεξάρτητο φυσικώς από τη γενική σχέση προς το υπερβολικά άσχετο, αλλά ούτε και το τελείως άτιμο μέσα στα όντα δεν απολείπεται και δεν είναι άμοιρο τελείως από τη γενική σχέση προς τα τιμιότατα κατά τη φύση. 

Γιατί όλα όσα διακρίνονται από τα άλλα με τις δικές τους ατομικές διαφορές, είναι ενωμένα γενικά με τα κοινά γνωρίσματα και συνωθούνται μεταξύ τους κατά κάποιο γενικό λόγο της φύσης προς το ένα και το ταυτό, όπως για παράδειγμα τα γένη όταν ενώνονται μεταξύ τους κατά την ουσία έχουν το ένα και το ταυτό (ίδιο) και το αδιαίρετο. 

Γιατί κανένα από τα καθόλου κι όσα περιέχουν και γενικά δεν συνδιαιρείται πλήρως με τα μερικά και τα περιεχόμενα και τα ειδικά. 

Δεν μπορεί δηλαδή πια να είναι γενικό αυτό που θα συνάγει τα φυσικά χωρισμένα, αλλά συνδιαιρείται με αυτά και βγαίνει από την οικεία μοναδική ενότητά του. 

Γιατί κάθε γενικό κατά τον ίδιο του το λόγο ενυπάρχει ενικά ολόκληρο σε όλα αδιαίρετα τα κάτω από αυτό και καθένα μερικό θεωρείται γενικά σαν όλον. 

Τα είδη επίσης κατά το γένος ελευθερωμένα από την ποικιλία της διαφοράς δέχονται τη μεταξύ τους ταυτότητα. Τα άτομα κατά το είδος καθώς δέχονται τη συμφωνία μεταξύ τους γίνονται τελείως ένα και το αυτό μεταξύ τους, επειδή έχουν την κοινή προέλευση και είναι γι' αυτό απαράλλαχτα μεταξύ τους και ελεύθερα από κάθε διαφορά. 

Επίσης τα συμβεβηκότα, αφού συγκριθούν μεταξύ τους σύμφωνα με το υποκείμενο, έχουν το ενιαίο, που δεν διασκορπίζει το υποκείμενο.

Και αψευδής μάρτυρας αυτών είναι ο αληθινός θεηγόρος, ο μέγας και άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, ο οποίος στο ‘Περί του τελείου του και του ενός’ κεφάλαιο της πραγματείας του ‘Περί θείων ονομάτων’ λέει τα εξής: Ούτε βέβαια είναι το πλήθος αμέτοχο του ενός, άλλα όποιο είναι πολλά στα μέρη, είναι ένα στο όλο, και όποιο είναι πολλά στα συμβεβηκότα, είναι ένα στο υποκείμενο, και όποιο είναι πολλά στα είδη, είναι ένα στο γένος, κι όποιο είναι πολλά στις προόδους του, είναι ένα στην αρχή, και δεν υπάρχει κανένα από τα όντα που να μη μετέχει κατά κάποιο τρόπο το ένα. 

Και γενικά και με συντομία, όλων των χωρισμένων και μερικών οι λόγοι περιέχονται, όπως λένε, στους λόγους των καθόλου και γενικών. 

Οι λόγοι λοιπόν των γενικότερων και των καθολικότερων συνέχονται από τη σοφία, ενώ οι λόγοι των μερικών που υπάρχουν κατά ποικίλους τρόπους στους λόγους των γενικών περιέχονται από τη φρόνηση, σύμφωνα με την οποία, αφού απλουστεύσουν πρώτα και αποβάλουν τη συμβολική ποικιλία που υπάρχει στα υποκείμενά τους πράγματα, ενοποιούνται από τη σοφία, αφού δεχθούν τη συνένωσή τους που οδηγεί σε ταυτότητα με τους γενικότερους λόγους.

Αλλά σοφία του Θεού και Πατέρα και φρόνηση είναι ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, ο οποίος και τα καθόλου από τα όντα συνέχει με τη δύναμη της σοφίας, και τα συμπληρωτικά τους μέρη περιέχει με τη φρόνηση του νου τους, επειδή είναι φυσικός δημιουργός και προνοητής όλων, και με τον εαυτό του οδηγεί σε ενότητα όσα διίστανται, και καταλύει τον πόλεμο των όντων, και συνδέει τα πάντα σε φιλία ειρήνης μεταξύ τους και ομόνοια αδιαίρετη, όσα είναι στον ουρανό και όσα είναι στη γη, όπως λέει ο θείος απόστολος.

Άλλη εξήγηση για το ίδιο απορούμενο χωρίο

Ανακαινίζονται πάλι οι φύσεις· η θεία φύση από αγαθότητα και φιλανθρωπία άμετρη ανέχεται με τρόπο υπερφυσικό και με ολοπρόθυμη θέληση τη δική μας σαρκική γέννηση, ενώ η δική μας φύση καλλιεργεί δίχως σπόρο με τρόπο παράδοξο για τον Θεό που σαρκώθηκε με ξένο, αντίθετο με τη φύση μας, νόμο την προικισμένη με λογική ψυχή σάρκα, όμοια σε όλα με τη δική μας σάρκα και απαράλλαχτη, χωρίς αμαρτία, και το πιο παράδοξο, χωρίς να μειωθεί το παραμικρό με τη γέννηση η παρθενία αυτής που έγινε μητέρα. Κατά κυριολεξία καινοτομία (ανακαίνιση) δεν είναι μόνο το ότι γεννήθηκε χρονικά κατά σάρκα ο Θεός Λόγος που είχε ήδη γεννηθεί αφράστως από τον Θεό και Πατέρα, αλλά και το ότι έδωσε τη σάρκα η φύση μας χωρίς σπορά και το ότι γέννησε μία παρθένα χωρίς φθορά. Γιατί καθένα από αυτά, ενώ έχει φανερό το νέο χαρακτήρα, ωστόσο αποκρύπτει ταυτόχρονα και αποδεικνύει την άρρητη και άγνωστη αίτια κατά την οποία έγινε, από τη μια με τον πάνω από τη φύση και γνώση τρόπο, κι από την άλλη με το λόγο της πίστης, με τον οποίο συλλαμβάνονται όλα τα πάνω από τη φύση και τη γνώση.

Έτσι λοιπόν, κατά τη γνώμη μου, όσο είναι δυνατό, η απορία βρήκε τη λύση της και δεν γνωρίζω πώς αλλιώς πρέπει να την αντιμετωπίσομε. Έργο τώρα της δικής σου φιλόσοφης διάθεσης είναι ή να επιδοκιμάσεις τα όσα λέχθηκαν, ή να βρεις από μόνος σου και να διατυπώσεις μια καλύτερη και σοφότερη λύση και να μεταδώσεις και σ’ εμένα καρπό γνώσης ουράνιας και που δεν έχει κανένα στοιχείο επίγειο.

Πηγή

ΚΑΤΑ ΚΑΠΟΙΟ ΤΡΟΠΟ Η ΝΕΑ ΑΥΤΗ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΑΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣ ΣΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΠΩΣ; ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ. Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΕΝΔΟΞΟΥ ΔΕΥΤΕΡΑΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣ. ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΟΧΗΜΑ ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΑΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣ  ΕΙΝΑΙ ΟΛΑ ΤΕΤΕΛΕΣΜΕΝΑ. ΕΙΝΑΙ Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: