Συνέχεια από Tετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2026
Περί της τετραπλής ρίζας του αποχρώντος λόγου 9ΤΟΥ ΑΠΟΧΡΩΝΤΟΣ ΛΟΓΟΥ
ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΕΙΑ
ΑΡΘΟΥΡ ΣΟΠΕΝΧΑΟΥΕΡ
ΤΕΤΑΡΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ
Η ΠΡΩΤΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΤΩΝ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΩΝ ΓΙΑ ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ Η ΜΟΡΦΗ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΤΟΥ ΑΠΟΧΡΩΝΤΟΣ ΛΟΓΟΥ ΠΟΥ ΚΥΡΙΑΡΧΕΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ (Συνέχεια)
§20
Η αρχή του αποχρώντος λόγου του γίγνεσθαι (Συνέχεια)
… Εκείνη τη σύγχυση ή πιο πολύ ταύτιση της φυσικής δύναμης με το αίτιο δεν τη συναντάμε σε κανέναν πιο πολύ από όσο στον Μαιν ντε Μπιράν (Maine de Biran) στο βιβλίο του Nouvelles considérations des rapports du physique au moral. Αξιοπαρατήρητο είναι ότι, όταν μιλάει για τα αίτια, σχεδόν ποτέ δεν λέει μόνο «cause», παρά κάθε φορά λέει «cause ou force», αίτιο ή δύναμη, ακριβώς έτσι όπως είδαμε στην §8 να γράφει ο Σπινόζα οχτώ φορές σε μια σελίδα «ratio sive causa». Και οι δύο, δηλαδή, ταυτίζουν συνειδητά δυο ανόμοιες έννοιες, και ανάλογα με τις συνθήκες, χρησιμοποιούν πιο πολύ τη μία ή την άλλη, αφήνοντας για τον αναγνώστη ανοιχτή τη δυνατότητα της ταύτισης.
Η αιτιότητα λοιπόν, αυτός ο οδηγός κάθε μεταβολής, εμφανίζεται στη φύση με τρεις διαφορετικές μορφές: σαν αίτιο με τη στενότερη έννοια, σαν ερεθισμός και σαν κίνητρο. Σε αυτή ακριβώς τη διαφορετικότητα βασίζεται η πραγματική και ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στα ανόργανα σώματα, στα φυτά και στα ζώα, και όχι στα εξωτερικά ανατομικά ή χημικά χαρακτηριστικά.
Το αίτιο, με τη στενότερη έννοια, είναι αυτό με βάση το οποίο δημιουργούνται αποκλειστικά οι μεταβολές στο ανόργανο βασίλειο, δηλαδή εκείνες οι ενέργειες που είναι το θέμα της μηχανικής, της φυσικής και της χημείας. Μόνο εκεί ισχύει ο τρίτος βασικός νόμος του Νεύτωνα: «Δράση και αντίδραση είναι μεταξύ τους όμοιες». Αυτό σημαίνει πως η προηγούμενη κατάσταση (το αίτιο) γνωρίζει μια μεταβολή η οποία στο μέγεθος είναι όμοια με αυτή την οποία προξένησε (την ενέργεια). Και μόνο σε αυτή τη μορφή της αιτιότητας ο βαθμός της ενέργειας αντιστοιχεί ακριβώς στον βαθμό του αιτίου, έτσι που από το ένα μπορεί να υπολογιστεί το άλλο.
Η δεύτερη μορφή της αιτιότητας είναι ο ερεθισμός: αυτή η μορφή κυριαρχεί στην οργανική ζωή σαν τέτοια, δηλαδή στα φυτά και στο νευροφυτικό, επομένως μη συνειδητό μέρος της ζωής των ζώων, το οποίο είναι επίσης φυτική ζωή. Αυτή η μορφή χαρακτηρίζεται από την απουσία των ιδιοτήτων της πρώτης μορφής. Εδώ λοιπόν ενέργεια και αντενέργεια δεν είναι μεταξύ τους όμοιες, και με κανέναν τρόπο η ένταση της ενέργειας δεν ακολουθεί όλους τους βαθμούς της έντασης του αιτίου: πιο πολύ μπορεί μέσα από την ενίσχυση του αιτίου η ενέργεια να μειωθεί.
Η τρίτη μορφή της αιτιότητας είναι το κίνητρο: η μορφή αυτή κατευθύνει την κυρίως ζωική ζωή, δηλαδή την πράξη, που σημαίνει τις εξωτερικές, συνειδητές εκδηλώσεις κάθε ζωικού όντος. Το μέσον του κινήτρου είναι η αντίληψη η επιδεκτικότητα για αυτήν απαιτεί επομένως έναν νου. Γι' αυτό, το κύριο χαρακτηριστικό του ζώου είναι η αντίληψη, η παράσταση. Το ζώο κινείται σαν ζώο πάντα προς έναν σκοπό. Αυτόν πρέπει επομένως να τον έχει αντιληφθεί, που σημαίνει ότι ο σκοπός αυτός θα πρέπει να του παρουσιάζεται σαν κάτι διαφορετικό από αυτό τον ίδιο, που όμως του είναι συνειδητός. Κατά συνέπεια το ζώο μπορεί να οριστεί σαν «αυτό που αντιλαμβάνεται»: κανένας άλλος ορισμός δεν αποδίδει το ουσιαστικό, ίσως μάλιστα να μην ευσταθεί και κανένας άλλος. Το κίνητρο δημιουργεί τη συνειδητή κίνηση προς έναν σκοπό, ο ερεθισμός την ενστικτώδη της νευροφυτικής ζωής. Επομένως, ερεθιστικότητα και ευαισθησία είναι αχώριστες. Ο τρόπος εκδήλωσης ενός κινήτρου είναι φανερά δια-φορετικός από αυτόν ενός ερεθισμού: η επενέργεια του κινήτρου δηλαδή μπορεί να είναι πολύ σύντομη, και μάλιστα στιγμιαία, γιατί αυτή δεν έχει κάποια σχέση με τη διάρκεια, με τη γειτνίαση του αντικειμένου και τα παρόμοια, όπως συμβαίνει με τον ερεθισμό, παρά το κίνητρο χρειάζεται μόνο να γίνει αντιληπτό, για να επενεργήσει, ενώ ο ερεθισμός έχει ανάγκη την επαφή, συχνά μάλιστα την εσωτερίκευση, πάντα όμως μια ορισμένη διάρκεια.
Αυτή η σύντομη αναφορά στις τρεις μορφές της αιτιότητας είναι για εδώ αρκετή. Τη λεπτομερειακή παρουσίαση μπορεί να τη βρει κανείς στα Δυο βασικά προβλήματα της ηθικής και ειδικότερα στην «Πραγματεία για την ελευθερία». Μόνο ένα πρέπει εδώ να επισημανθεί. Η διαφορά μεταξύ αιτίου, ερεθισμού και κινήτρου είναι ολοφάνερα η συνέπεια του βαθμού της δεκτικότητας των όντων. Όσο μεγαλύτερη είναι αυτή, τόσο πιο εύκολη μπορεί να είναι η επενέργεια: η πέτρα πρέπει να πεταχτεί, ο άνθρωπος υπακούει σε ένα βλέμμα.
Και τα δυο όμως κινούνται με την ίδια αναγκαιότητα μέσα από ένα επαρκές αίτιο. Η αιτιότητα περνάει μέσα από την αντίληψη η νόηση είναι το μέσον των κινήτρων, γιατί αυτή καθιστά δυνατή τη δεκτικότητα στον μεγαλύτερο βαθμό της, και ο νόμος της αιτιότητας διατηρεί τη βεβαιότητά του. Το κίνητρο είναι ένα αίτιο και ενεργεί με την αναγκαιότητα που απορρέει από όλα τα αίτια. Στο ζώο, του οποίου ο νους είναι απλούστερος και επομένως μόνο η αντίληψη του παρόντος είναι δυνατή, εκείνη η αναγκαιότητα μπορεί να αναγνωριστεί εύκολα. Ο νους του ανθρώπου έχει δυο επίπεδα: κοντά στην παρατηρητική έχει επίσης και την αφηρημένη αντίληψη, η οποία δεν περιορίζεται στο παρόν. Γι' αυτό έχει τη δυνατότητα συνειδητής επιλογής: μπορεί δηλαδή να ζυγίσει αντίθετα κίνητρα, αφήνοντάς τα να περάσουν μέσα από τη βούλησή του, οπότε το πιο ισχυρό θα καθορίσει τις πράξεις του με τέτοια αναγκαιότητα, όπως το κύλισμα της σφαίρας που ωθήθηκε. Ελευθερία της βούλησης σημαίνει (όχι το λεκτικό κουβάρι των καθηγητών της φιλοσοφίας, παρά) «ότι σε έναν δεδομένο άνθρωπο, σε μια δεδομένη κατάσταση, είναι δυνατές δυο διαφορετικές ενέργειες». Το ότι όμως είναι εντελώς παράλογο να ισχυριστεί κανείς ότι αυτό ισχύει, είναι μια αλήθεια τόσο βέβαιη και αποδεδειγμένη, όσο καμιά που ξεπερνάει τον τομέα των καθαρών μαθηματικών. Με τη μεγαλύτερη σαφήνεια, μεθοδικότητα και πληρότητα, και επίσης λαμβάνοντας υπόψη και τις πραγματικότητες της αυτοσυνείδησης που παρακινούν ανίδεους ανθρώπους να θεωρούν επικυρωμένο τον παραπάνω παραλογισμό, παρουσιάζω το θέμα στο βραβευμένο από τη Βασιλική Νορβηγική Ακαδημία των Επιστημών έργο μου Πραγματεία για την ελευθερία της βούλησης. Βασικά έχουν όμως πει τα ίδια ήδη οι Χομπς, Σπινόζα, Πρίστλεϋ (Priestley), Βολταίρος και Καντ*. Αυτό βέβαια δεν εμποδίζει τους καθηγητές μας της φιλοσοφίας, εντελώς ανύποπτα και σαν να μην είχε προηγηθεί τίποτα, να μιλάνε για την ελευθερία της βούλησης σαν κάτι δεδομένο. Για ποιο λόγο λοιπόν νομίζουν οι κύριοι ότι χάρη στη φύση υπήρξαν οι μεγάλοι άντρες που αναφέραμε; Για να ζουν αυτοί από τη φιλοσοφία, έτσι; Αφού όμως στη βραβευμένη πραγματεία μου είχα παρουσιάσει την υπόθεση με περισσότερη από κάθε άλλον σαφήνεια, και επιπρόσθετα υπήρχε η αναγνώριση της Βασιλικής Ακαδημίας, οι κύριοι με το παραπάνω φρόνημα θεώρησαν καθήκον τους να αντιμετωπίσουν μια τέτοια επιζήμια παραπλάνηση και αηδιαστική αίρεση και να την αντικρούσουν ριζικά, τόσο περισσότερο, επειδή στον ίδιο τόμο με εκείνα (Τα δυο βασικά προβλήματα της ηθικής), στην «Πραγματεία για τα θεμέλια της ηθικής», κάνω κριτική στον πρακτικό λόγο και την κατηγορική προσταγή του Καντ, την οποία οι κύριοι τη χρησιμοποιούν με την ονομασία «νόμος της ηθικής» ακόμα σαν θεμέλιο λίθο των επιφανειακών τους συστημάτων ηθικής, και αποδεικνύω με σαφήνεια πόσο πολύ αβάσιμα είναι αυτά που ισχυρίζεται ο Καντ σχετικά, έτσι που κανένας άνθρωπος, με μόνο ελάχιστη κριτική ικανότητα, που με έχει διαβάσει, δεν μπορεί να πιστεύει ακόμα σε εκείνη τη φαντασία. Αλλά αυτοί οι κύριοι δεν θα διακινδυνέψουν να περπατήσουν σε παγωμένο έδαφος! Αποσιώπηση, στόμα κλειστό, αυτό είναι όλο τους το ταλέντο και το μοναδικό τους μέσο ενάντια στο πνεύμα, τον νου, τη σοβαρότητα και την αλήθεια. Σε κανένα από τα προϊ όντα της άχρηστης πολυγραφίας τους που εμφανίστηκαν μετά το 1841 δεν αναφέρεται η ηθική μου ούτε με μια λέξη, παρόλο που αυτή είναι το σημαντικότερο που συνέβη τα τελευταία 60 χρόνια στην ηθική: τόσο μεγάλος είναι ο φόβος τους από εμένα και την αλήθεια μου, που σε καμία λογοτεχνική εφημερίδα που εκδίδουν τα πανεπιστήμια και οι ακαδημίες δεν έχει ούτε καν αναφερθεί το έργο μου. Μόνο σιγά-σιγά, μη μάθει τίποτα ο κόσμος: αυτή είναι και παραμένει ολόκληρη η πολιτική τους. Βέβαια μπορεί αυτή η πονηρή τους στάση να βασίζεται στο ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Τότε μια ριζικά προσανατολισμένη στην αλήθεια φιλοσοφία, που δεν νοιάζεται για τίποτε άλλο, δεν πρέπει να παίξει τον ρόλο του σιδερένιου δοχείου, ανάμεσα στα πήλινα που αντιπροσωπεύουν αυτοί, που κλήθηκαν λόγω των καλών τους φρονημάτων να παίζουν τον ρόλο που παίζουν, δημιουργώντας τα συστηματάκια τους; Ο μίζερος φόβος τους από τα έργα μου είναι φόβος από την αλήθεια. Γεγονός είναι, πάντως, ότι αυτή η διδασκαλία μου βρίσκεται σε κραυγαλέα αντίθεση με όλες τις υποθέσεις της αγαπητής, σύμφωνης με τον εβραϊσμό φιλοσοφίας της ρόκας· αλλά η θίγεται μ αυστηρά δεν αυτόν τρόπο, τον αποδεικνύει, σαν ένα ένα «δός μοι που στώ», τη μηδαμινότητα όλης εκείνης της φιλοσοφίας της ρόκας και την αναγκαιότητα μιας βασικά διαφορετικής, ασύγκριτα βαθύτερης οπτικής της ουσίας του κόσμου και του ανθρώπου - αδιάφορο αν μια τέτοια θα είχε τη συναίνεση των καθηγητών της φιλοσοφίας ή όχι.
* «Όποια μεταφυσική έννοια σχετική με την ελευθερία της βούλησης και αν χρησιμοποιήσει κανείς, οι εμφανίσεις της βούλησης, οι ανθρώπινες ενέργειες, όπως και κάθε άλλο συμβάν στη φύση, καθορίζονται σύμφωνα με τους γενικούς φυσικούς νόμους» (Ιδέες για μια γενική ιστορία, η αρχή).
«Όλες οι ενέργειες του ανθρώπου είναι καθορισμένες από τον εμπειρικό του χαρακτήρα και τα άλλα αίτια που συνεπιδρούν, σύμφωνα με την τάξη της φύσης και αν μπορούσαμε να ερευνήσουμε όλες τις εκδηλώσεις του μέχρι το βάθος, δεν θα βρίσκαμε καμία ανθρώπινη ενέργεια την οποία δεν θα μπορούσαμε με βεβαιότητα να προβλέψουμε και να θεωρήσουμε σαν αναγκαία, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που προϋπήρχαν. Σε σχέση με αυτό τον εμπειρικό χαρακτήρα δεν υπάρχει λοιπόν καμία ελευθερία της βούλησης και έναν άνθρωπο μπορούμε να τον δούμε μόνο σε σχέση με αυτόν τον εμπειρικό χαρακτήρα του, όταν τον παρατηρούμε, και θέλουμε, όπως στην ανθρωπολογία, με βάση τις ενέργειές του, να ερευνήσουμε φυσιολογικά τα κινητήρια αίτια» (Κριτική του καθαρού λόγου).
«Μπορεί δηλαδή κανείς να ισχυριστεί ότι, αν μας ήταν δυνατο να εισχωρήσουμε βαθιά στον τρόπο που σκέφτεται ένας άνθρωπος, έτσι όπως εμφανίζεται με βάση τις εσωτερικές όσο και τις εξωτερικές εκδηλώσεις, αν μας ήταν γνωστή και η πιο μικρή κινητήρια δύναμη και όλες οι εξωτερικές συνθήκες, θα μπορούσαμε να προβλέψουμε τη συμπεριφορά ενός ανθρώπου στο μέλλον με τέτοια βεβαιότητα, όπως υπολογίζουμε την έκλειψη της σελήνης και του ηλίου» (Κριτική του πρακτικού λόγου).
§21
Το a priori του νόμου της αιτιότητας Η διανοητικότητα της εμπειρικής παρατήρησης
Ο νους
Η ΠΡΩΤΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΤΩΝ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΩΝ ΓΙΑ ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ Η ΜΟΡΦΗ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΤΟΥ ΑΠΟΧΡΩΝΤΟΣ ΛΟΓΟΥ ΠΟΥ ΚΥΡΙΑΡΧΕΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ (Συνέχεια)
§20
Η αρχή του αποχρώντος λόγου του γίγνεσθαι (Συνέχεια)
… Εκείνη τη σύγχυση ή πιο πολύ ταύτιση της φυσικής δύναμης με το αίτιο δεν τη συναντάμε σε κανέναν πιο πολύ από όσο στον Μαιν ντε Μπιράν (Maine de Biran) στο βιβλίο του Nouvelles considérations des rapports du physique au moral. Αξιοπαρατήρητο είναι ότι, όταν μιλάει για τα αίτια, σχεδόν ποτέ δεν λέει μόνο «cause», παρά κάθε φορά λέει «cause ou force», αίτιο ή δύναμη, ακριβώς έτσι όπως είδαμε στην §8 να γράφει ο Σπινόζα οχτώ φορές σε μια σελίδα «ratio sive causa». Και οι δύο, δηλαδή, ταυτίζουν συνειδητά δυο ανόμοιες έννοιες, και ανάλογα με τις συνθήκες, χρησιμοποιούν πιο πολύ τη μία ή την άλλη, αφήνοντας για τον αναγνώστη ανοιχτή τη δυνατότητα της ταύτισης.
Η αιτιότητα λοιπόν, αυτός ο οδηγός κάθε μεταβολής, εμφανίζεται στη φύση με τρεις διαφορετικές μορφές: σαν αίτιο με τη στενότερη έννοια, σαν ερεθισμός και σαν κίνητρο. Σε αυτή ακριβώς τη διαφορετικότητα βασίζεται η πραγματική και ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στα ανόργανα σώματα, στα φυτά και στα ζώα, και όχι στα εξωτερικά ανατομικά ή χημικά χαρακτηριστικά.
Το αίτιο, με τη στενότερη έννοια, είναι αυτό με βάση το οποίο δημιουργούνται αποκλειστικά οι μεταβολές στο ανόργανο βασίλειο, δηλαδή εκείνες οι ενέργειες που είναι το θέμα της μηχανικής, της φυσικής και της χημείας. Μόνο εκεί ισχύει ο τρίτος βασικός νόμος του Νεύτωνα: «Δράση και αντίδραση είναι μεταξύ τους όμοιες». Αυτό σημαίνει πως η προηγούμενη κατάσταση (το αίτιο) γνωρίζει μια μεταβολή η οποία στο μέγεθος είναι όμοια με αυτή την οποία προξένησε (την ενέργεια). Και μόνο σε αυτή τη μορφή της αιτιότητας ο βαθμός της ενέργειας αντιστοιχεί ακριβώς στον βαθμό του αιτίου, έτσι που από το ένα μπορεί να υπολογιστεί το άλλο.
Η δεύτερη μορφή της αιτιότητας είναι ο ερεθισμός: αυτή η μορφή κυριαρχεί στην οργανική ζωή σαν τέτοια, δηλαδή στα φυτά και στο νευροφυτικό, επομένως μη συνειδητό μέρος της ζωής των ζώων, το οποίο είναι επίσης φυτική ζωή. Αυτή η μορφή χαρακτηρίζεται από την απουσία των ιδιοτήτων της πρώτης μορφής. Εδώ λοιπόν ενέργεια και αντενέργεια δεν είναι μεταξύ τους όμοιες, και με κανέναν τρόπο η ένταση της ενέργειας δεν ακολουθεί όλους τους βαθμούς της έντασης του αιτίου: πιο πολύ μπορεί μέσα από την ενίσχυση του αιτίου η ενέργεια να μειωθεί.
Η τρίτη μορφή της αιτιότητας είναι το κίνητρο: η μορφή αυτή κατευθύνει την κυρίως ζωική ζωή, δηλαδή την πράξη, που σημαίνει τις εξωτερικές, συνειδητές εκδηλώσεις κάθε ζωικού όντος. Το μέσον του κινήτρου είναι η αντίληψη η επιδεκτικότητα για αυτήν απαιτεί επομένως έναν νου. Γι' αυτό, το κύριο χαρακτηριστικό του ζώου είναι η αντίληψη, η παράσταση. Το ζώο κινείται σαν ζώο πάντα προς έναν σκοπό. Αυτόν πρέπει επομένως να τον έχει αντιληφθεί, που σημαίνει ότι ο σκοπός αυτός θα πρέπει να του παρουσιάζεται σαν κάτι διαφορετικό από αυτό τον ίδιο, που όμως του είναι συνειδητός. Κατά συνέπεια το ζώο μπορεί να οριστεί σαν «αυτό που αντιλαμβάνεται»: κανένας άλλος ορισμός δεν αποδίδει το ουσιαστικό, ίσως μάλιστα να μην ευσταθεί και κανένας άλλος. Το κίνητρο δημιουργεί τη συνειδητή κίνηση προς έναν σκοπό, ο ερεθισμός την ενστικτώδη της νευροφυτικής ζωής. Επομένως, ερεθιστικότητα και ευαισθησία είναι αχώριστες. Ο τρόπος εκδήλωσης ενός κινήτρου είναι φανερά δια-φορετικός από αυτόν ενός ερεθισμού: η επενέργεια του κινήτρου δηλαδή μπορεί να είναι πολύ σύντομη, και μάλιστα στιγμιαία, γιατί αυτή δεν έχει κάποια σχέση με τη διάρκεια, με τη γειτνίαση του αντικειμένου και τα παρόμοια, όπως συμβαίνει με τον ερεθισμό, παρά το κίνητρο χρειάζεται μόνο να γίνει αντιληπτό, για να επενεργήσει, ενώ ο ερεθισμός έχει ανάγκη την επαφή, συχνά μάλιστα την εσωτερίκευση, πάντα όμως μια ορισμένη διάρκεια.
Αυτή η σύντομη αναφορά στις τρεις μορφές της αιτιότητας είναι για εδώ αρκετή. Τη λεπτομερειακή παρουσίαση μπορεί να τη βρει κανείς στα Δυο βασικά προβλήματα της ηθικής και ειδικότερα στην «Πραγματεία για την ελευθερία». Μόνο ένα πρέπει εδώ να επισημανθεί. Η διαφορά μεταξύ αιτίου, ερεθισμού και κινήτρου είναι ολοφάνερα η συνέπεια του βαθμού της δεκτικότητας των όντων. Όσο μεγαλύτερη είναι αυτή, τόσο πιο εύκολη μπορεί να είναι η επενέργεια: η πέτρα πρέπει να πεταχτεί, ο άνθρωπος υπακούει σε ένα βλέμμα.
Και τα δυο όμως κινούνται με την ίδια αναγκαιότητα μέσα από ένα επαρκές αίτιο. Η αιτιότητα περνάει μέσα από την αντίληψη η νόηση είναι το μέσον των κινήτρων, γιατί αυτή καθιστά δυνατή τη δεκτικότητα στον μεγαλύτερο βαθμό της, και ο νόμος της αιτιότητας διατηρεί τη βεβαιότητά του. Το κίνητρο είναι ένα αίτιο και ενεργεί με την αναγκαιότητα που απορρέει από όλα τα αίτια. Στο ζώο, του οποίου ο νους είναι απλούστερος και επομένως μόνο η αντίληψη του παρόντος είναι δυνατή, εκείνη η αναγκαιότητα μπορεί να αναγνωριστεί εύκολα. Ο νους του ανθρώπου έχει δυο επίπεδα: κοντά στην παρατηρητική έχει επίσης και την αφηρημένη αντίληψη, η οποία δεν περιορίζεται στο παρόν. Γι' αυτό έχει τη δυνατότητα συνειδητής επιλογής: μπορεί δηλαδή να ζυγίσει αντίθετα κίνητρα, αφήνοντάς τα να περάσουν μέσα από τη βούλησή του, οπότε το πιο ισχυρό θα καθορίσει τις πράξεις του με τέτοια αναγκαιότητα, όπως το κύλισμα της σφαίρας που ωθήθηκε. Ελευθερία της βούλησης σημαίνει (όχι το λεκτικό κουβάρι των καθηγητών της φιλοσοφίας, παρά) «ότι σε έναν δεδομένο άνθρωπο, σε μια δεδομένη κατάσταση, είναι δυνατές δυο διαφορετικές ενέργειες». Το ότι όμως είναι εντελώς παράλογο να ισχυριστεί κανείς ότι αυτό ισχύει, είναι μια αλήθεια τόσο βέβαιη και αποδεδειγμένη, όσο καμιά που ξεπερνάει τον τομέα των καθαρών μαθηματικών. Με τη μεγαλύτερη σαφήνεια, μεθοδικότητα και πληρότητα, και επίσης λαμβάνοντας υπόψη και τις πραγματικότητες της αυτοσυνείδησης που παρακινούν ανίδεους ανθρώπους να θεωρούν επικυρωμένο τον παραπάνω παραλογισμό, παρουσιάζω το θέμα στο βραβευμένο από τη Βασιλική Νορβηγική Ακαδημία των Επιστημών έργο μου Πραγματεία για την ελευθερία της βούλησης. Βασικά έχουν όμως πει τα ίδια ήδη οι Χομπς, Σπινόζα, Πρίστλεϋ (Priestley), Βολταίρος και Καντ*. Αυτό βέβαια δεν εμποδίζει τους καθηγητές μας της φιλοσοφίας, εντελώς ανύποπτα και σαν να μην είχε προηγηθεί τίποτα, να μιλάνε για την ελευθερία της βούλησης σαν κάτι δεδομένο. Για ποιο λόγο λοιπόν νομίζουν οι κύριοι ότι χάρη στη φύση υπήρξαν οι μεγάλοι άντρες που αναφέραμε; Για να ζουν αυτοί από τη φιλοσοφία, έτσι; Αφού όμως στη βραβευμένη πραγματεία μου είχα παρουσιάσει την υπόθεση με περισσότερη από κάθε άλλον σαφήνεια, και επιπρόσθετα υπήρχε η αναγνώριση της Βασιλικής Ακαδημίας, οι κύριοι με το παραπάνω φρόνημα θεώρησαν καθήκον τους να αντιμετωπίσουν μια τέτοια επιζήμια παραπλάνηση και αηδιαστική αίρεση και να την αντικρούσουν ριζικά, τόσο περισσότερο, επειδή στον ίδιο τόμο με εκείνα (Τα δυο βασικά προβλήματα της ηθικής), στην «Πραγματεία για τα θεμέλια της ηθικής», κάνω κριτική στον πρακτικό λόγο και την κατηγορική προσταγή του Καντ, την οποία οι κύριοι τη χρησιμοποιούν με την ονομασία «νόμος της ηθικής» ακόμα σαν θεμέλιο λίθο των επιφανειακών τους συστημάτων ηθικής, και αποδεικνύω με σαφήνεια πόσο πολύ αβάσιμα είναι αυτά που ισχυρίζεται ο Καντ σχετικά, έτσι που κανένας άνθρωπος, με μόνο ελάχιστη κριτική ικανότητα, που με έχει διαβάσει, δεν μπορεί να πιστεύει ακόμα σε εκείνη τη φαντασία. Αλλά αυτοί οι κύριοι δεν θα διακινδυνέψουν να περπατήσουν σε παγωμένο έδαφος! Αποσιώπηση, στόμα κλειστό, αυτό είναι όλο τους το ταλέντο και το μοναδικό τους μέσο ενάντια στο πνεύμα, τον νου, τη σοβαρότητα και την αλήθεια. Σε κανένα από τα προϊ όντα της άχρηστης πολυγραφίας τους που εμφανίστηκαν μετά το 1841 δεν αναφέρεται η ηθική μου ούτε με μια λέξη, παρόλο που αυτή είναι το σημαντικότερο που συνέβη τα τελευταία 60 χρόνια στην ηθική: τόσο μεγάλος είναι ο φόβος τους από εμένα και την αλήθεια μου, που σε καμία λογοτεχνική εφημερίδα που εκδίδουν τα πανεπιστήμια και οι ακαδημίες δεν έχει ούτε καν αναφερθεί το έργο μου. Μόνο σιγά-σιγά, μη μάθει τίποτα ο κόσμος: αυτή είναι και παραμένει ολόκληρη η πολιτική τους. Βέβαια μπορεί αυτή η πονηρή τους στάση να βασίζεται στο ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Τότε μια ριζικά προσανατολισμένη στην αλήθεια φιλοσοφία, που δεν νοιάζεται για τίποτε άλλο, δεν πρέπει να παίξει τον ρόλο του σιδερένιου δοχείου, ανάμεσα στα πήλινα που αντιπροσωπεύουν αυτοί, που κλήθηκαν λόγω των καλών τους φρονημάτων να παίζουν τον ρόλο που παίζουν, δημιουργώντας τα συστηματάκια τους; Ο μίζερος φόβος τους από τα έργα μου είναι φόβος από την αλήθεια. Γεγονός είναι, πάντως, ότι αυτή η διδασκαλία μου βρίσκεται σε κραυγαλέα αντίθεση με όλες τις υποθέσεις της αγαπητής, σύμφωνης με τον εβραϊσμό φιλοσοφίας της ρόκας· αλλά η θίγεται μ αυστηρά δεν αυτόν τρόπο, τον αποδεικνύει, σαν ένα ένα «δός μοι που στώ», τη μηδαμινότητα όλης εκείνης της φιλοσοφίας της ρόκας και την αναγκαιότητα μιας βασικά διαφορετικής, ασύγκριτα βαθύτερης οπτικής της ουσίας του κόσμου και του ανθρώπου - αδιάφορο αν μια τέτοια θα είχε τη συναίνεση των καθηγητών της φιλοσοφίας ή όχι.
* «Όποια μεταφυσική έννοια σχετική με την ελευθερία της βούλησης και αν χρησιμοποιήσει κανείς, οι εμφανίσεις της βούλησης, οι ανθρώπινες ενέργειες, όπως και κάθε άλλο συμβάν στη φύση, καθορίζονται σύμφωνα με τους γενικούς φυσικούς νόμους» (Ιδέες για μια γενική ιστορία, η αρχή).
«Όλες οι ενέργειες του ανθρώπου είναι καθορισμένες από τον εμπειρικό του χαρακτήρα και τα άλλα αίτια που συνεπιδρούν, σύμφωνα με την τάξη της φύσης και αν μπορούσαμε να ερευνήσουμε όλες τις εκδηλώσεις του μέχρι το βάθος, δεν θα βρίσκαμε καμία ανθρώπινη ενέργεια την οποία δεν θα μπορούσαμε με βεβαιότητα να προβλέψουμε και να θεωρήσουμε σαν αναγκαία, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που προϋπήρχαν. Σε σχέση με αυτό τον εμπειρικό χαρακτήρα δεν υπάρχει λοιπόν καμία ελευθερία της βούλησης και έναν άνθρωπο μπορούμε να τον δούμε μόνο σε σχέση με αυτόν τον εμπειρικό χαρακτήρα του, όταν τον παρατηρούμε, και θέλουμε, όπως στην ανθρωπολογία, με βάση τις ενέργειές του, να ερευνήσουμε φυσιολογικά τα κινητήρια αίτια» (Κριτική του καθαρού λόγου).
«Μπορεί δηλαδή κανείς να ισχυριστεί ότι, αν μας ήταν δυνατο να εισχωρήσουμε βαθιά στον τρόπο που σκέφτεται ένας άνθρωπος, έτσι όπως εμφανίζεται με βάση τις εσωτερικές όσο και τις εξωτερικές εκδηλώσεις, αν μας ήταν γνωστή και η πιο μικρή κινητήρια δύναμη και όλες οι εξωτερικές συνθήκες, θα μπορούσαμε να προβλέψουμε τη συμπεριφορά ενός ανθρώπου στο μέλλον με τέτοια βεβαιότητα, όπως υπολογίζουμε την έκλειψη της σελήνης και του ηλίου» (Κριτική του πρακτικού λόγου).
§21
Το a priori του νόμου της αιτιότητας Η διανοητικότητα της εμπειρικής παρατήρησης
Ο νους
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου