Συνέχεια από: Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2026
ΟΙ ΛΟΓΟΙ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΟΠΟΙΟΥΣ Ο ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΟΥΔΕΝ ΣΥΝΕΓΡΑΨΕ ΣΕ ΣΥΝΑΡΤΗΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΑΝΑΤΡΕΠΤΙΚΟ ΡΟΛΟ ΠΟΥ ΔΙΕΔΡΑΜΑΤΙΣΕ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΠΡΟΦΟΡΙΚΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΩΣΑΠΟ ΤΟΝ ΠΟΙΗΤΙΚΟ-ΜΙΜΗΤΙΚΟ ΠΡΟΦΟΡΙΚΟ ΛΟΓΟ ΣΤΟΝ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΟ ΠΡΟΦΟΡΙΚΟ ΛΟΓΟ: ΜΙΑ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΠΟΥ ΕΚΤΥΛΙΧΘΗΚΕ ΠΑΡΑΛΛΗΛΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΓΕΝΕΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΓΡΑΦΗΣ
Τὰ βασικά σημεία-κλειδιά τῆς τεχνολογίας τῆς ἐπικοινωνίας τοῦ ποιητικού-μιμητικού προφορικού λόγου ποὺ ἔθεσε ὑπὸ ἀμφισβήτησιν ἡ σωκρατική διαλεκτική.Σε τί, όμως, έγκειται ἀκριβῶς αὐτὸ τὸ λεξικο-συντακτικό «σύστημα ἀναφορᾶς» τοῦ παραδοσιακού προφορικού λόγου τὸ ὁποῖο ὁ Σωκράτης κατάφερε νὰ θέσει ὁριστικῶς ὑπὸ ἀμφισβήτηση; Ποιὸ εἶναι το νέο λεξιλόγιο καὶ ποιὰ ἡ νέα σύνταξη που προτάθηκε;
1. Το λεξιλόγιο τοῦ παραδοσιακού προφορικού λόγου προσδιώριζε μὲ συγκεκριμένο τρόπο ἀνθρώπους, πράξεις καὶ γεγονότα ποικίλου είδους, τὰ ὁποῖα συμπεριλαμβάνονταν στὴν ἀφηγηματική διάσταστη.
Πιο συγκεκριμένα, ἡ πολλαπλότητα ἐπικρατοῦσε σαφῶς τῆς ἑνὸτητας σὲ κάθε ἐπίπεδο. Ας ἀναφέρουμε ένα παράδειγμα ἰδιαίτερης σπουδαιότητας: Στον Όμηρο δὲν ὑπάρχει λέξη ἡ ὁποία να δηλώνει το ἀνθρώπινο σώμα μὲ ἐνιαῖο τρόπο, ὑπάρχουν όμως ὀνόματα που δηλώνουν κατά κύριο λόγο τὰ μέρη στὰ ὁποῖα αὐτὸ διαρθρώνεται. Ο Bruno Snell διευκρινίζει: «Σώμα εἶναι μιὰ μεταγενέστερη ερμηνεία αὐτοῦ ποὺ ἀρχικά κάλυπταν οἱ λέξεις μέλεα ἢ γυῖα. Ο Όμηρος μιλά ἐπανειλημμένα γιὰ γρήγορα πόδια, γρήγορα γόνατα καὶ δυνατά χέρια»10.
Στον Όμηρο, ἐξ ἄλλου, ὅλα προβάλλονται ὑπὸ τὸ πρίσμα τοῦ «παρελθόντος», τοῦ «παρόντος» καὶ τοῦ «μέλλοντος». Ἐπὶ πλέον, ή ἀφήγηση ἔχει κυρίως «παρατακτικό» χαρακτήρα, γεγονός που συνεπάγεται παραθέσεις καὶ ἀκολουθίες, δίχως ὅμως ἀκριβεῖς διευκρινίσεις τῶν συνειρμῶν οἱ ὁποῖοι συνδέουν μεταξὺ τοὺς τὰ μέρη τοῦ λόγου, ή, ἂν μὴ τί ἄλλο, μὲ περιορισμό τῶν συνειρμῶν αὐτῶν σὲ φαντασιακό ἐπίπεδο.
2. Ἡ ἀφηγηματικὴ ἀλληλουχία, ἐξ ἄλλου, ἐκφράζεται κατά τρόπο σχηματικό, δηλαδή βάσει κριτηρίων ποὺ διευκολύνουν σὲ ὕψιστο βαθμὸ τὴν ἀπομνημόνευση. Ἡ ἀπομνημόνευση ἐξασφαλιζόταν μέσω τῆς συνεχοῦς «ἐπανάληψης» καὶ ἐλάμβανε χώρα μὲ ποικίλους τρόπους καὶ σε πολλαπλές περιστάσεις.
Ο Havelock διευκρινίζει: «Ἡ ἀπαγγελία ἑνὸς κιθαρωδοῦ πρὸς ὄφελος ἑνὸς μαθητῆ δὲν εἶναι ἀρκετή. Ο μαθητής μεγαλώνει καὶ μεγαλώνοντας ἴσως ξεχάσει. Ἡ ζωντανή μνήμη του πρέπει νὰ στερεώνεται σε κάθε του βήμα ἀπὸ τὴν κοινωνική πίεση. Αὐτὴ ἀσκεῖται στὸν κόσμο τῶν ἐνηλίκων ὅταν, στὸν ἰδιωτικό χώρο, ἡ ποιητική παράδοση επαναλαμβάνεται κατὰ τὴ διάρκεια ἑνὸς γεύματος, συμποσίου ἡ οἰκογενειακοῦ τελετουργικοῦ, ἀλλὰ καὶ δημοσίως στο θέατρο ἢ στην πλατεία τῆς ἀγορᾶς. Στὶς ἐπαγγελματικές ἀπαγγελίες ποιητών, ραψωδῶν καὶ ἦθοποιῶν, ἔρχονται νὰ προστεθοῦν οἱ ἀπαγγελίες τῶν ἐνηλίκων καὶ τῶν γερόντων, ὅπως ἡ ἐπανάληψη ἐκ μέρους τῶν παιδιῶν καὶ τῶν ἐφήβων. Ολόκληρη ή κοινότητα συνωμοτεῖ ἀσυνείδητα μὲ τὸν ἑαυτό της γιὰ νὰ διατηρήσει ζωντανὴ τὴν παράδοση καὶ νὰ τὴν ἐνδυναμώσει μέσα στη συλλογική μνήμη μίας κοινωνίας ὅπου ἡ μνήμη δὲν εἶναι τίποτε άλλο παρὰ τὸ σύνολο τῆς κάθε ἀτομικῆς μνήμης, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἐπαναφορτίζεται διαρκῶς σε κάθε ἡλικία»11.
3. Η δεσπόζουσα δομὴ στὴν τεχνολογία τῆς ποιητικῆς ἐπικοινωνίας ἦταν σὲ πολλαπλὰ ἐπίπεδα ἡ «μίμηση».
Ὁ ποιητής ἔπλαθε τοὺς χαρακτήρες διὰ μέσου τῆς μιμήσεως τῆς πραγματικότητας. Κατόπιν, ὁ ραψωδός-ἠθοποιός ἐμιμεῖτο τοὺς χαρακτήρες ποὺ παρουσίαζε κατὰ τὴν ἀπαγγελία του (χαρακτηριστικό παράδειγμα αὐτὸ ποὺ ἀναφέρει ὁ Πλάτων στον Ἴωνα). Οἱ ἀκροατές, τέλος, ἐντάσσονταν σὲ αὐτὴν τὴ διαδικασία «μιμήσεως», συμμετέχοντας καὶ ταυτιζόμενοι συγκινησιακῶς μὲ τὸ περιεχόμενο ποὺ ἐξέφραζε ὁ ποιητικός λόγος12.
Ὁ διάλογος τοῦ Πλάτωνος Ἴων ἐκφράζει στὴν ἐντέλεια τὴν ἐν λόγω συγκινησιακή ταύτιση τοῦ ραψωδοῦ μὲ τὴν ποιητικὴ ἀπόφανση, ἀπόφανση ἡ ὁποία, φυσικά, μεταφερόταν κατὰ ἕνα μεγάλο μέρος καὶ στοὺς ἀκροατές:
ΣΩ. Στάσου τώρα καὶ πές μου, Ἴωνα, μὴ μοῦ ἀποκρύψεις ὅ,τι σὲ ἐρωτήσω. Ὅταν ἀπαγγείλεις τὰ ἔπη ὡραῖα καὶ καταπλήξεις τοὺς θεατές στὸν μέγιστο βαθμό, τραγουδώντας τὸν ᾿Οδυσσέα νὰ πετιέται μὲ ἕνα πήδημα στο κατώφλι, νὰ φανερώνεται στοὺς μνηστῆρες καὶ νὰ χύνει τὰ βέλη μπροστὰ στὰ πόδια του· ἢ τὸν ᾿Αχιλλέα νὰ ὁρμᾶ κατὰ τοῦ Ἕκτορα ἢ τὶς ἀξιολύπητες σκηνές μὲ τὴν ᾿Ανδρομάχη, τὴν ᾿Εκάβη ἢ τὸν Πρίαμο, εἶσαι ἔμφρων ἢ ἐκτὸς ἑαυτοῦ καὶ ἡ ψυχή σου τότε, κατεχόμενη ἀπὸ ἐνθουσιασμόν, φαντάζεται πὼς παρευρίσκεται εἰς τὰ γεγονότα, ποὺ περιγράφεις, εἴτε εἰς τὴν Ἰθάκη, εἴτε εἰς τὴν Τροίαν ἢ ὁπωσδήποτε τὸ περιγράφουν οἱ στίχοι;
ΙΩΝ. Πόσον παραστατικόν εἶναι. Σωκράτη, αὐτὸ τὸ παράδειγμα, ποὺ μοῦ ἀνέφερες! Θὰ σοῦ τὸ εἰπῶς, καὶ δὲν θὰ σοῦ τὸ ἀποκρύψω. Nά, π.χ., όταν ἀπαγγέλλω κάτι συγκινητικόν, δάκρυα γεμίζουν τα μάτια μου καὶ ὅταν πάλιν κάτι τρομακτικὸν ἢ φοβερόν, ἀνορθώνονται αἱ τρίχες από τὸν τρόμον καὶ ἡ καρδιά μου ἀναπηδά.
ΣΩ.. Λοιπόν, ἡμποροῦμεν νὰ βεβαιώσωμεν, Ἴων, ὅτι εὑρίσκεται την στιγμὴν αὐτὴν εἰς τὰ λογικά του ἕνας ἄνθρωπος, πού, στολισμένος με φόρεμα πολύχρωμον καὶ μὲ στεφάνια χρυσά, κλαίει μέσα εἰς τὰς θυσίας καὶ μέσα εἰς τὰ πανηγύρια, χωρίς τίποτε νὰ ἔχῃ χάσει ἀπὸ αὐτά, ἢ που καταλαμβάνεται ἀπὸ φόβον, ἐνῷ εὑρίσκεται μεταξύ εἴκοσι χιλιάδων καὶ πλέον ἀνθρώπων, ποὺ ἔχουν δι᾿ αὐτὸν ἀγαθὰς διαθέσεις, χωρίς κανείς να τὸν κλέβῃ ἢ νὰ ζητῇ νὰ τὸν βλάψῃ;
ΙΩΝ. Μὰ τὸν θεὸν, ὄχι καὶ τόσον πολύ. Σωκράτη, διὰ νὰ εἶμαι είλικρινής.
ΣΩ. Γνωρίζεις λοιπὸν ὅτι καὶ εἰς τοὺς περισσοτέρους θεατάς τὴν ἰδίαν ἀκριβῶς ἐπίδρασιν σεῖς ἐξασκεῖτε;
ΙΩΝ. Καὶ πολὺ καλά μάλιστα τὸ γνωρίζω. Διότι κάθε φορά, ἐπάνω ἀπὸ τὸ βῆμα, τοὺς παρακολουθῶ πῶς κλαίουν καὶ τὸ βλέμμα των γίνεται τρομαγμένον καὶ συνταράττονται μὲ ὅσα ἀπαγγέλλονται13.
Η συγκινησιακή ταύτιση συνεπάγετο ἕνα εἶδος ταύτισης τοῦ ὑποκειμένου μὲ τὸ ἀντικείμενο τῆς γνώσης, ὡς ἡ ἰδιαίτερη στιγμὴ τῆς ἔνταξης τοῦ ὑποκειμένου – μὲ τὴν καθολικὴ ἔννοια – στην προφορική παράδοση. «Η συγκινησιακή ταύτιση», ἐξηγεῖ ὁ Havelock, «εἶχε βυθίσει τὴν προσωπικότητα στην παράδοση, καθιστώντας ἀνέφικτη τη συνειδητή διάκριση ἀπὸ ἐκείνην»14.
Ἤδη οἱ προσωκρατικοί φιλόσοφοι (ὅπως θὰ διαπιστώσουμε στην ἑπόμενη παράγραφο) ἐκινοῦντο σὲ ἕνα ἐπίπεδο τὸ ὁποῖο συνεπάγετο τὴ μετατροπή τῶν βασικῶν αὐτῶν προϋποθέσεων. Ο Σωκράτης, όμως, τις ἀμφισβήτησε ριζικῶς, χαράσσοντας κάποιες κατευθυντήριες γραμ μὲς ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπρόκειτο ἀργότερα νὰ κινηθεῖ ἡ Δυτική φιλοσοφική διανόηση.
1. Το νέο λεξιλόγιο δὲν ἀναφέρεται στὴν περιγραφὴ τοῦ πράγματος ἀλλὰ στὴ φύση καὶ στὸν λόγο ὕπαρξής του· ἀποσκοπεῖ, δηλαδή, στὴν ἀνάδειξη ὄχι μόνον τῶν εἰκόνων ἀλλὰ καὶ τῶν ἐπονομαζόμενων «οὐσιῶν», οἱ ὁποῖες ἐκφράζονται ὑπὸ μορφὴν «ἐννοιῶν» (ἀποσκοπεί στὸ ὄφελος τοῦ «τί ἐστί» τοῦ πράγματος).
Τὸ ὄφελος τοῦ «τὶ ἐστί», ὅπως θὰ ἐξηγήσουμε λεπτομερώς, συνεπάγεται μία μετάβαση ἀπὸ τὴ διάσταση τῆς «πολλαπλότητας» στη διάσταση τῆς «ἑνότητας». Ο Σωκράτης θὰ ἐξηγήσει τις ἀρετές τοῦ ἀνθρώπου ἀνάγοντάς τες ἀκριβῶς στὴν ἑνότητα τῆς οὐσίας τους (στη γνώση).
Ο λόγος περί τοῦ «τί ἐστί», δηλαδή περὶ τῆς οὐσίας τοῦ πράγματος, προϋποθέτει ἐπίσης τὴν πλήρη ὑπέρβαση τῆς στρατηγικῆς τῆς ἀφήγησης ὅπως αὐτὴ ἐκτυλίσσεται βάσει τῶν κατηγοριῶν τοῦ παρελθόντος, τοῦ παρόντος καὶ τοῦ μέλλοντος, καθ' ὅσον οἱ οὐσίες τῶν πραγμάτων τίθενται πέραν τοῦ χρόνου, κατά τρόπον ὥστε νὰ παραμένουν πάντοτε ταυτόσημες μὲ τὸν ἑαυτό τους.
Πέραν τούτου, ἡ μορφή συλλογισμοῦ ποὺ ὁδηγεῖ στὸν ἐντοπισμό τῆς οὐσίας τῶν πραγμάτων δὲν μπορεῖ πλέον νὰ ἔχει «παρατακτικό» ἀλλὰ «ὑποτακτικό» χαρακτήρα, ὀφείλει δηλαδὴ νὰ εἶναι ἕνας συλλογισμὸς ὁ ὁποῖος βασίζεται σε συγκεκριμένους συνειρμούς, στοὺς ὁποίους καὶ πρέπει νὰ δίδεται ἡ κατάλληλη έμφαση.
Ο Havelock ὀρθῶς ὑποστηρίζει ὅτι: «Η φιλοσοφία βαθμιαίως ἐλησμόνησε τὸν ἀρχικό στόχο της, ὁ ὁποῖος συνίστατο στὴν ἀκύρωση τῆς μνημονικῆς γοητείας τῆς ἀφήγησης. ᾿Αντιθέτως, προσπάθησε να ἀκυρώσει τὴ γοητεία τῶν ὑλικῶν πραγμάτων. Σὲ ἀμφότερες τὶς περιπτώσεις, όμως, διεκδικεῖ τὴ φιλοσοφική υποστήριξή μας, ἐπὶ τῇ βάσει μίας ἀφηρημένης λογικῆς ἱκανότητας ἡ ὁποία ἀναγνωρίζει τις ταυτότητες ὡς ἀμετάβλητες»15.
2. Η παραστατική δομὴ τοῦ λόγου, ὅπως αὐτὴ ἐκφράζεται μέσῳ τοῦ ποιητικοῦ στίχου καὶ τοῦ συναφούς μηχανισμοῦ τῆς ἐπανάληψης με στόχο τὴν ἀπομνημόνευση, ἀπεβλήθη ἀπὸ τὴ σωκρατική διαλεκτική, στὴν ὁποία καὶ θὰ ἀναφερθοῦμε διεξοδικῶς16. Πράγματι, ἡ διαλεκτική μέθοδος ἐπικεντρώνεται στη δυναμική τῆς «ἐρώτησης» καὶ τῆς «ἀπάντησης», ἡ ὁποία συνεπάγεται τὴν πλήρη ὑπέρβαση κάθε μορφῆς ἀφομοίωσης τῶν λεχθέντων ἀπὸ ἄλλους καί, ὡς ἐκ τούτου, τῆς μηχανικῆς ἐπανάληψης ὅσων ἔχουν ἀπομνημονευθεί. Πιο συγκεκριμένα, διδάσκει τὴν ἀνάπτυξη ἑνὸς αὐτόνομου τρόπου διανόησης, ὁ ὁποῖος, ὅπως θὰ δούμε, ἀποβλέπει στη γνώση τοῦ ἰδίου τοῦ ἀμφισβητούμενου πράγματος.
3. Τέλος, ὁ μηχανισμός τῆς «μιμήσεως» στην πολυσύνθετη δομή καὶ δυναμική του, καθώς καὶ ἡ συναφής ταύτιση ὑποκειμένου και αντικειμένου τὴν ὁποία ὁ ἐν λόγω μηχανισμός συνεπάγετο, τίθενται ἀπὸ τὸν Σωκράτη ἐκτὸς παιγνιδιού διὰ μέσου τῆς μεγαλειώδους θεωρίας περί ψυχῆς ὡς οὐσίας τοῦ ἀνθρώπου καὶ περὶ θεραπείας τῆς ψυχῆς ὡς ὑψίστου ἠθικού καθήκοντος.
Στο πρόβλημα αὐτὸ θὰ ἀναφερθοῦμε ἐκτενῶς στὰ ἑπόμενα κεφάλαια. ᾿Αρεσκόμαστε, ἐν τούτοις, νὰ ἐπισημάνουμε τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Havelock ἀνεγνώρισε στο πρόσωπο τοῦ Σωκράτους ἐκεῖνον ποὺ ἀνεκάλυψε καὶ ἔφερε στο προσκήνιο τὴν ταύτιση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὴν ψυχή του. Μὲ τὴν ἀνακάλυψη αὐτή, ἡ ὁποία ἐπεβλήθη καὶ καθιερώθη ὁριστικῶς ἀπὸ τὸν Πλάτωνα, τὸ πνεῦμα τῶν Ἑλλήνων «πρέπει νὰ παύσει νὰ θρυμματίζεται σε μία σειρά ἀτελείωτων ψυχικών καταστάσεων. Πρέπει νὰ ἀποσπαστεῖ ἀπὸ αὐτὴν καὶ μὲ μεγάλη θέληση νὰ συγκεντρωθεῖ ἕως ὅτου θὰ εἶναι σε θέση νὰ πεῖ: “Εγώ εἶμαι ἐγώ, ἕνα μικρὸ αὐτόνομο σύμπαν, ἱκανὸ νὰ ὁμιλῆ, νὰ σκέπτεται καὶ νὰ δρα ἀνεξαρτήτως ὅσων συμβαίνει νὰ θυμάμαι”. Αὐτὸ ἰσοδυναμεῖ μὲ τὴν ἀποδοχὴ τῆς προϋπόθεσης ὅτι ὑπάρχει ἕνα “εγώ”, ἕνα “ὑποκείμενο", μία "ψυχή", μία αὐτοκυριαρχούμενη συνείδηση ποὺ ἀνακαλύπτει τὸν λόγο τῆς πράξης στὸν ἑαυτό της καὶ ὄχι στὴ μίμηση τῆς ποιητικῆς ἐμπειρίας. Ἡ θεωρία περί αὐτόνομης ψυχῆς ἔρχεται νὰ ἀντισταθμίσει τὴν ἀπόρριψη τοῦ πολιτισμοῦ τοῦ προφορικού λόγου»17.
Ένα μόνον σημεῖο τοῦ κειμένου αὐτοῦ πρέπει νὰ τροποποιηθεί. Η θεωρία περὶ αὐτόνομης ψυχῆς εἶναι, βεβαίως, ἡ ἄλλη πλευρὰ τῆς ἄρνησης τοῦ πολιτισμοῦ τοῦ προφορικού λόγου, πρέπει όμως να διευκρινιστεῖ ἀμέσως ὅτι πρόκειται γιὰ τὸν πολιτισμὸ τοῦ ποιητικού μιμητικού προφορικού λόγου. Ἐπὶ πλέον – καὶ τούτη εἶναι ἡ θέση που ἐμεῖς ὑποστηρίζουμε, μεταβάλλοντας ριζικῶς τὴ θέση τοῦ Havelock – ἡ θεωρία περί αὐτόνομης ψυχῆς, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται ὡς ἀντίλογος στὴν ἀπόρριψη τοῦ πολιτισμοῦ τοῦ ποιητικού-μιμητικού προφορικού λόγου, υλοποιήθηκε ἀπὸ τὸν Σωκράτη στο πλαίσιο τῆς προφορικῆς παράδοσης ὑπὸ νέα μορφή, δηλαδή μέσῳ τῆς διαλεκτικῆς προφορικής παράδοσης, καὶ ὄχι στὸ πλαίσιο τῆς γραφῆς (ἢ μόνον τῆς γραφῆς).
Συνεπώς, δὲν ἦταν ἡ γραφή – ἢ καλλίτερα δὲν ἦταν μόνον ἡ γραφή – ποὺ ἐνεργοποίησε τὴν ἀνατροπή αὐτή. Ἡ τελευταία ἐνεργοποιήθηκε καὶ ἐπισπεύσθηκε ἀπὸ μία μορφή προφορικού λόγου ὁ ὁποῖος ἀντιτασσόταν σε μία ἄλλη μορφὴ ἀντιθετικοῦ προφορικού λόγου καὶ ὁ ὁποῖος εἶχε τὴν τάση νὰ τὴν ἀντικαταστήσει. Θὰ πρέπει, ωστόσο, νὰ ληφθεῖ ὑπ' ὄψη ὅτι, γιὰ λόγους τοὺς ὁποίους θὰ ἀναλύσουμε παρακάτω, ἡ ἐπανάσταση αὐτή, μολονότι δὲν προκλήθηκε ἀπὸ τὴ γραφή, δὲν θὰ εἶχε τὴ δυνατότητα νὰ ἐπιτελεσθεῖ παρὰ μόνον διά μέσου τῆς γραφής.
Ὑπάρχει, ἐν τούτοις, ἕνα ἀκόμη σημεῖο στὸ ὁποῖο ἀξίζει νὰ ἐμβαθύνουμε, πρὶν νὰ ὁλοκληρώσουμε το θέμα τοῦ κεφαλαίου αὐτοῦ, σημεῖο τὸ ὁποῖο ἀφορᾶ τὸν ρόλο που διεδραμάτισαν οἱ προσωκρατικοί φιλόσοφοι στὴν ἐπανάσταση αὐτή.
Σημειώσεις
10. Β. SNELL, Ἡ ἀνακάλυψη τοῦ πνεύματος, σ. 27.11. E.A. HAVELOCK, Cultura orale e civiltà della scrittura (Προφορική κουλτούρα και πολιτισμός της γραφής), σ. 42.
12. Αὐτόθι, σποράδην.
13. ΠΛΑΤΩΝΟΣ, Ἴων, Βιβλιοθήκη Αρχαίων Συγγραφέων, ᾿Αθήνα, Ι. Ζαχαρόπουλος, 535 b-e.
14. E. A. HAVELOCK, Cultura orale e civiltà della scrittura, σ. 165.
15. Αὐτόθι, σ. 205.
16. Αὐτόθι, πβ. κεφ. 5 καὶ 6.
17. Αὐτόθι, σ. 163.
ΤΟ ΑΝΤΙΠΑΛΟΝ ΔΕΟΣ ΤΟΥ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟΥ ΟΠΩΣ ΤΟ ΑΠΕΚΑΛΥΨΕ Ο HADOT ΣΤΗΝ ΕΠΙΡΡΟΗ ΠΟΥ ΑΣΚΗΣΕ Ο ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ ΣΤΟΝ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟ.
ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΗΓΕΣ ΤΟΥ ''ΠΕΡΙ ΤΡΙΑΔΟΣ'' ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ (19) Συνέχεια από:Πέμπτη, 15 Ιανουαρίου 2015
ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΗΓΕΣ ΤΟΥ DE TRINITATE ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ
ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ ΚΑΙ ΒΙΤΤΟΡΙΝΟ.
Του Pierre Hadot.
Ο Πορφύριος φαίνεται να'χει διακρίνει εξίσου δύο καταστάσεις του Νού, στην πραγματεία του ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΑΡΧΩΝ. Σύμφωνα με τον Πρόκλο είχε ομολογήσει σ'αυτό του το έργο πώς ο Νούς, καθότι αιώνιος, διαθέτει εν εαυτώ το "προαιώνιο". Αυτό το προαιώνιο ένωνε τον νού στο Ένα. Σύμφωνα με τις υποδείξεις τού Πρόκλου, πολύ λίγες πάντως, φαίνεται πώς αυτό το προαιώνιο ήταν ένα είδος πρωτογενούς καταστάσεως τού νοός, μία κάποια προϋπαρξη τού νού σε σχέση με τον εαυτό του, που μπορεί να παρομοιαστεί με τον νού που δέν μπορεί να επιστρέψει στον εαυτό του. (Πρόκλος, Θεολογία πλατωνική, Ι, 11: Πορφύριος δε αύ μετά τούτον (Τον Πλωτίνο) εν τη περί αρχών πραγματεία τόν νούν είναι μέν αιώνιον εν πολλοίς και καλοίς αποδείκνυσι λόγοις, έχειν δέ όμως εν εαυτώ και προαιώνον. Και το μέν προαιώνον τον νούν τω ενί συνάπτειν...Ο νούς έχει τι κρείττον εν εαυτώ του αιωνίου).
Ο Πορφύριος μπορούσε να βρεί στον δάσκαλο του Πλωτίνο ένα σχέδιο αυτής της Θεωρίας. Αυτός κάνει πολλές φορές αναφορά σε μία κατάσταση του Νού στην οποία αυτός υπερβαίνει τόν εαυτό του και συμπίπτει με το Ένα. (Ενν. VI, 9,3,27/ V,5,8,24/ VI,7,35,30). Αλλά ο Πορφύριος πάει πιο μακρυά. Τείνει να ξεχωρίσει δύο νόες. Ο πρώτος είναι ένας Νούς σε ησυχία, σε μία κατάσταση απολύτου απλότητος. Αυτός δέν μπορεί να επιστρέψει στον εαυτό του ακριβώς επειδή είναι απολύτως απλός. Μοιάζει να συγχέεται με το ίδιο το Ένα. Ο δεύτερος είναι ένας Νούς σε κίνηση και σε ενέργεια, ο οποίος εξέρχεται αυτού για να επιστρέψει στην συνέχεια σ'αυτόν. Αυτή η θεωρία θυμίζει την αντίστοιχη του Νουμήνιου. Ακόμη και ο ίδιος ο Πλωτίνος που την είχε δεχθεί σε μία πρώτη στιγμή την απέρριψε αποφασιστικά! (Ενν ΙΙΙ 9,1,26: ουδ επινοείν τον μέν τίνα νούν εν ησυχία τίνι, τον δέ οίον κινούμενον, ΙΙ, 9,1,33, ού μήν ουδέ διά τούτο πλείους νούς ποιείν, εί ο μέν νοεί, ο δέ νοεί ότι νοεί). Μοιάζει σαν να θέλησε ο Πορφύριος να δικαιώσει μ'αυτή την θεωρία, την πρόοδο του Νοός, δηλώνοντας την σύμπτωση με το Ένα, του νοός ο οποίος δέν μπορεί να επιστρέψει στον εαυτό του, για να τονίσει την συνέχεια ανάμεσα στον καταγωγικό αυτό Νού και τον Νού εν ενεργεία, που γεννά τον εαυτό του σαν Νόηση.
Το απόσπασμά μας λοιπόν συγκρίνει την νόηση η οποία δέν μπορεί να επιστρέψει στον εαυτό της (διότι απλή) με την κοινή αίσθηση (ή τον κοινό νού). Δύο λόγοι μπορούσαν να οδηγήσουν τον Πορφύριο να χρησιμοποιήσει αυτό το παράδειγμα. [Ώσπερ μέν τοίνυν όρασις μέν του ακουστού ούκ εφάπτεται (ούδ'ακοή του ορατού) ούδ αμφότερας του γευστού, ούδέ οίδεν εκάστη ότι ετέρα εστίν της ετέρας ούδ' ότι ακουστόν έτερον του ορατού (και κανένα απο αυτά δέν γνωρίζει ότι διαφέρει απο το άλλο, ότι το αντικείμενο της ακοής είναι διαφορετικό απο της οράσεως) άλλη δ'εστίν δύναμις επαναβεβηκνία τούτων (αλλά υπάρχει μία δύναμις που τις ξεπερνά όλες τις αισθήσεις), ή ταύτα διακρίνει και το ταυτόν αυτών γιγνώσκει και το έτερον και την ουσίαν και πάθος, η και δύναται πασών εφάπτεσθαι, χρήσθαι δε αυταίς ώς οργάνοις, διά το κρείττον είναι και επαναβεβηκένας (υπερβαίνει) αυτών, ούτως και η δύναμις καθ'λην ορά ο νούς μή δυνάμενος εισέλθειν εις εαυτόν ετέρα άν είη, (γνωρίζει ότι είναι διαφορετική, ετέρα), της νοήσεως και του νοουμένου επινοίας διαφέρουσα και επέκεινα τούτων ούσα πρεσβεία και δυνάμει].
Κατά πρώτον, ο Πορφύριος δεχόταν έναν στενό παραλληλισμό ανάμεσα στην νόηση και την αίσθηση. Εάν στην συνέχεια δεχόταν, ακολουθώντας τον Αριστοτέλη, ότι οι αισθήσεις προϋποθέτουν μία άτμητη δύναμη η οποία τις υπερβαίνει και θεμελιώνει την δυνατότητα τής αισθήσεως, αναλόγως, μπορούσε να εννοήσει μία άτμητη ενέργεια η οποία υπερβαίνει την αντίθεση ανάμεσα στο υποκείμενο και το αντικείμενο και η οποια θεμελιώνει την δυνατότητα της νοερής γνώσεως.
Κατά δεύτερον, η κοινή αίσθηση ( ο κοινός νούς), έτσι όπως είχε περιγραφεί απο τον Αριστοτέλη, προσέφερε μία πραγματικότητα η οποία μπορούσε να είναι άτμητη και χωριστή ταυτόχρονα. Και αυτός ο τύπος της πραγματικότητος ακριβώς μπορούσε να επιτρέψει την κατανόηση μίας διακρίσεως των δύο καταστάσεων της νοήσεως ( του νού).
Και πράγματι ο κοινός νούς σύμφωνα με την περιγραφή του Αριστοτέλη, είχε σαν κύρια λειτουργία την εξασφάλιση της ενότητος τού αντιλαμβανομένου υποκειμένου. Έπρεπε λοιπόν να αντιληφθεί ταυτόχρονα τον αισθανόμενο και το αισθητό, να εξασφαλίσει την συνείδηση τής αισθήσεως και μαζί την συνείδηση της ενότητος του αντικειμένου. Έπρεπε λοιπόν να παραμείνει άτμητο για να συστήσει ένα κέντρο μοναδικής αντιλήψεως και μαζί να διαχωριστεί για να διακρίνει τα διαφορετικά αισθητά και τις διαφορετικές αισθήσεις, ο Αριστοτέλης τον είχε παρομοιάσει με το σημείο που χωρίζει δύο τμήματα μίας ευθείας. Είναι δυνατόν να υπολογισθεί σαν άτομο εάν λαμβάνεται καθ'αυτό ή αλλιώς σαν διπλό εάν υπολογισθεί σαν όριο κάθε τμήματος της ευθείας. (Αριστοτέλης, Περί ψυχής, ΙΙΙ 2, 426 b 9- 427 a 17).
Ο Αλέξανδρος ο Αφροδισιεύς θεωρεί αυτό το σημείο ένα κέντρο: "είναι όπως στον κύκλο όπου οι διάφορες ακτίνες φεύγουν απο την περιφέρεια για να συναντήσουν το κέντρο: Αυτές, σ'εκείνο το όριο, συμπίπτουν, λόγω του γεγονότος ότι τα άκρα τους συμπίπτουν με το κέντρο τού κύκλου και έτσι αυτό το όριο είναι ένα και πολλαπλό. Στο μέτρο κατά το οποίο είναι το ακραίο σημείο των διαφόρων και ξεχωριστών ακτίνων, αυτό το όριο είναι πολλαπλό, στο μέτρο όμως που τα στοιχεία συμπίπτουν τα μέν με τα άλλα, το όριο είναι Ενα. Έτσι λοιπόν είναι απαραίτητο να δεχθούμε πώς ο Κοινός νούς διαθέτει ταυτοχρόνως την ιδιότητα να είναι ένα και πολλά (Αλεξάνδρου, περί ψυχής, σ 63,8 Bruns). Αυτή η εικόνα προσφέρει στον Αλέξανδρο ένα επιχείρημα ενάντια στον Στωϊκό υλισμό. Ο κοινός νούς δέν μπορεί να είναι σωματικός εάν μπορούμε να του εφαρμόσουμε αυτή την σύγκριση. Δέν μπορεί να διαθέτει άλλη σημασία απο εκείνη για την οποία γίνεται λόγος, για μία ικανότητα, και όχι ένα σώμα, η οποία είναι κατά κάποιο τρόπο το όριο τού σώματος το οποίο χρησιμοποιεί.
Αυτή η αντιστωϊκή επιχειρηματολογία θα επαναδιατυπωθεί απο τον Πλωτίνο καί θα του χρησιμεύσει να δείξει την ενότητα και το άϋλο τού αντιλαμβανόμενου υποκειμένου, δηλαδή εν τέλει της ίδιας της ψυχής.
Αυτή η εικόνα τού σημείου, μοναδικού καθότι κέντρο και πολλαπλού καθότι όριο των ακτίνων, θα μπορούσε να χρησιμεύσει στον Πορφύριο για να καταστήσει φανερό ότι η νόηση μπορεί να είναι ταυτόχρονα σε μία κατάσταση απλότητος και σε μία κατάσταση πολλαπλότητος. Ο Πορφύριος θέλει να σχολιάσει εκείνο το χωρίο του Παρμενίδη στο οποίο το Ενα λαμβάνεται ξεχωριστά από τό Ον, μέσα στό Ολον πού είναι τό Ένα-Όν. Βρισκόμαστε στην παρουσία μιάς πραγματικότητος: στο Ένα-όν, το οποίο εάν υπολογισθεί μόνον απο την πλευρά του καθεαυτού Ενός, είναι απολύτως απλό και εάν υπολογίζεται στην ολότητά του είναι πολλαπλό. Για τον Πορφύριο αυτή η πραγματικότης είναι ο ΝΟΥΣ. Ο κοινός νούς που είναι και αυτός μία πραγματικότητα γνωστικής τάξεως, του προσέφερε επομένως ένα μοντέλο που του επέτρεπε να συλλάβει αυτή την διπλή όψη του Νού. Διότι ο κοινός νούς παρουσιάζεται ταυτόχρονα κάτω απο μία ολοκληρωτική ατομικότητα, που εξασφαλίζει την ενότητα τής αντιλήψεως και κάτω απο έναν διαχωρισμό, που εξασφαλίζει την επαφή του κοινού νού με τις ιδιαίτερες αισθήσεις. Πώς να μήν φανταστούμε τον Νού σύμφωνα μ'αυτό το μοντέλο; Στην κατάσταση της ατομικότητος είναι σε καταγωγική ενότητα, θεμελιώνει την δυνατότητα ταυτίσεως ανάμεσα στο αντικείμενο και στο υποκείμενο, και στην συνέχεια διαχωρίζει σε μία τριαδική κίνηση η οποία εξασφαλίζει την διάκριση ανάμεσα στο υποκείμενο και το αντικείμενο.
Συνεχίζεται
Σχόλιο: ''Ο Πορφύριος δεχόταν έναν στενό παραλληλισμό ανάμεσα στην νόηση και την αίσθηση''. Αυτός ο Νόμος στάθηκε μοιραίος γιά τήν Δύση. Μαζί μέ τόν υπερτονισμό τού υποκειμένου τού ιδίου τού Πορφύριου (δές τήν 11η ανάρτηση) δημιούργησαν τό μεγάλο ρήγμα πού χώρισε τήν Δύση από τούς Ελληνες μέσω τού Αυγουστίνου, καί οδήγησε γρήγορα καί στό Φιλιόκβε, όπως καί στήν Πολιτεία τού Θεού πού πήρε τήν θέση τής εκκλησίας δημιουργώντας τό τερατώδες παπάτο καί τήν θεολογία τής αναλογίας, τής ιδιοποιήσεως τής Κυριότητος τών προσώπων τής Αγίας Τριάδος, τού Ακινάτη.
Λόγω τής ψυχικής ευφορίας από τήν ένωση τού νού μέ τό Ενα, ο Πορφύριος προχώρησε στήν δήλωση ότι δέν είναι απαραίτητη η άμεση εμπειρία η οποία αναγεννά τόν νού, αρκεί νά διαβάσουμε αυτά πού έγραψαν όσοι είχαν τήν εμπειρία. Γεννώντας τήν sola scriptura, η οποία κυριαρχεί στόν πολιτισμό τής Γραφής καί στόν κληρικαλισμό. Υπάρχουν μάλιστα μερικοί όπως ο Λουδοβίκος, οι οποίοι δηλώνουν ότι εγώ δέν έχω καμμία από αυτές τίς εμπειρίες αλλά θά σάς πώ τί κατάλαβα. Σ' αυτή τήν μείωση τής εμπειρίας σέ ψυχική ανάπαυση καί παρηγορία οφείλονται οι κτιστές ενέργειες τού παπισμού. Τό πρόβλημα πού λύνεται είναι ότι τό Ενα φανερώνεται όποτε θέλει αυτό, δέν είναι σίγουρο, όπως τό επέκεινα, τό αγαθό τού Πλάτωνος. Όπως καί ο Κύριος μετά τήν Ανάσταση. Εδώ ανήκει καί η εμπειρία τού Αγίου Σιλουανού.
Αμέθυστος


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου