Του Dan Zahavi
Εισαγωγικά
Ο Dan Zahavi, γεννημένος το 1967· Καθηγητής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης και Διευθυντής του Κέντρου Έρευνας της Υποκειμενικότητας του Εθνικού Ιδρύματος Έρευνας της Δανίας. Κύριος ερευνητικός προσανατολισμός: φαινομενολογία και φιλοσοφία της συνείδησης.
Σημαντικότερες δημοσιεύσεις:
Intentionalität und Konstitution (1992),
Husserl und die transzendentale Intersubjektivität (1996),
Alterity and Facticity (επιμ. μαζί με Natalie Depraz) (1998),
Self-awareness and Alterity (1999),
One Hundred Years of Phenomenology (επιμ. μαζί με Frederik Stjernfelt) (2002),
The Structure and Development of Self-consciousness (επιμ. μαζί με Thor Grünbaum και Josef Parnas) (2004),
Hidden Resources (επιμ.) (2004),
Subjectivity and Selfhood (2005),
Phänomenologie für Einsteiger (2007),
The Phenomenological Mind (σε συνεργασία με Shaun Gallagher) (2008).
Συν-εκδότης του περιοδικού Phenomenology and the Cognitive Sciences. Πρώην πρόεδρος της Σκανδιναβικής Εταιρείας Φαινομενολογίας. Συνέγραψε πλήθος άρθρων για τον Husserl, την αυτοσυνείδηση και τη διυποκειμενικότητα.
Εισαγωγή
Ο Edmund Husserl γεννήθηκε στις 8 Απριλίου 1859 στο Proßnitz της Μοραβίας (τότε τμήμα της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας), σε εβραϊκή οικογένεια. Μεταξύ 1876 και 1882 σπούδασε φυσική, μαθηματικά, αστρονομία και φιλοσοφία, αρχικά στη Λειψία και αργότερα στο Βερολίνο και στη Βιέννη. Στη Βιέννη αναγορεύθηκε διδάκτορας μαθηματικών το 1882 και τα επόμενα χρόνια παρακολούθησε διαλέξεις του γνωστού ψυχολόγου και φιλοσόφου Franz Brentano.
Το 1886 ο Husserl προσχώρησε στον προτεσταντισμό και το 1887 υφηγήθηκε στο Πανεπιστήμιο του Halle με εργασία για την έννοια του αριθμού, όπου και εργάστηκε τα επόμενα δεκατέσσερα χρόνια ως ιδιωτικός διδάσκων. Κατά την περίοδο αυτή τον απασχόλησαν θεμελιώδη προβλήματα γνωσιοθεωρίας και θεωρίας της επιστήμης. Οι στοχασμοί του επί των ζητημάτων αυτών οδήγησαν στο πρώτο μεγάλο του έργο, Logische Untersuchungen (1900–1901).
Ως αποτέλεσμα αυτής της δημοσίευσης, ο Husserl εκλήθη στο Πανεπιστήμιο του Göttingen, όπου δίδαξε από το 1901 έως το 1916, αρχικά ως έκτακτος και από το 1906 ως τακτικός καθηγητής. Το επόμενο σημαντικό του έργο, που σηματοδότησε τη στροφή προς την υπερβατολογική φιλοσοφία, εκδόθηκε το 1913 με τον τίτλο Ideen zu einer reinen Phänomenologie und phänomenologischen Philosophie I (οι τόμοι II και III εκδόθηκαν μόνον μετά θάνατον).
Το 1916 ο Husserl μετεγκαταστάθηκε στο Freiburg, όπου ανέλαβε την έδρα φιλοσοφίας ως διάδοχος του νεοκαντιανού Heinrich Rickert. Κατά τα έτη του Freiburg, τόσο η Edith Stein όσο και ο Martin Heidegger εργάστηκαν ως βοηθοί του. Χάρη στην επιμέλεια των χειρογράφων του Husserl από αυτούς κατέστη δυνατή η δημοσίευση, το 1928, των περίφημων διαλέξεών του για τη φαινομενολογία της εσωτερικής χρονικής συνείδησης. Όταν ο Husserl συνταξιοδοτήθηκε το ίδιο έτος, τη θέση του ανέλαβε ο Heidegger.
Τα επόμενα χρόνια εκδόθηκαν δύο έργα: Formale und transzendentale Logik (1929) και Méditations cartésiennes (1931).¹ Κατά τα τελευταία πέντε έτη της ζωής του, ο Husserl υπήρξε θύμα της αντισημιτικής νομοθεσίας που ακολούθησε την άνοδο των εθνικοσοσιαλιστών στην εξουσία το 1933. Την ίδια χρονιά διαγράφηκε από τον κατάλογο των πανεπιστημιακών καθηγητών και — μεταξύ άλλων και με τη συνδρομή του Heidegger — του απαγορεύθηκε η χρήση της πανεπιστημιακής βιβλιοθήκης.
Παρότι αποκλεισμένος από το γερμανικό πανεπιστημιακό περιβάλλον κατά τη δεκαετία του 1930, προσκλήθηκε το 1935 να δώσει διαλέξεις στη Βιέννη και στην Πράγα. Οι διαλέξεις αυτές αποτέλεσαν τον πυρήνα του τελευταίου μεγάλου του έργου, Die Krisis der europäischen Wissenschaften und die transzendentale Phänomenologie, του οποίου το πρώτο μέρος δημοσιεύθηκε το 1936 σε γιουγκοσλαβικό περιοδικό.²
Τα έργα που ο ίδιος ο Husserl δημοσίευσε ήταν κατά κανόνα προγραμματικές εισαγωγές στη φαινομενολογία και αποτελούν μόνο μικρό μέρος της τεράστιας παραγωγής του. Είχε τη συνήθεια να καταγράφει καθημερινά τις σκέψεις του, και όταν πέθανε, στις 27 Απριλίου 1938, τα λεγόμενα ερευνητικά χειρόγραφά του — μαζί με χειρόγραφα διαλέξεων και αδημοσίευτα βιβλία — ανέρχονταν συνολικά σε περίπου 45.000 σελίδες.
Για προφανείς λόγους, τα χειρόγραφα αυτά δεν ήταν ασφαλή στη Γερμανία. (Σχεδόν ολόκληρη η πρώτη έκδοση του μεταθανάτια δημοσιευμένου έργου Erfahrung und Urteil, που εκδόθηκε το 1939 στην Πράγα, καταστράφηκε από τους Γερμανούς.) Λίγο μετά τον θάνατο του Husserl, ένας νεαρός Φραγκισκανός, ο Herman Leo Van Breda, κατόρθωσε να μεταφέρει λαθραία όλα τα έγγραφά του εκτός Γερμανίας σε μοναστήρι στο Βέλγιο.
Πριν ακόμη ξεσπάσει ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, ιδρύθηκε το Αρχείο Husserl στο Ινστιτούτο Φιλοσοφίας της Λουβέν, όπου φυλάσσονται μέχρι σήμερα τα πρωτότυπα χειρόγραφα. Παράλληλα ξεκίνησε και η κριτική έκδοση των έργων του Husserl — η Husserliana. Η έκδοση αυτή, που αριθμεί έως τώρα τριάντα εννέα τόμους, περιλαμβάνει όχι μόνο νέες εκδόσεις των έργων που δημοσιεύθηκαν όσο ζούσε, αλλά κυρίως προηγουμένως αδημοσίευτα έργα, άρθρα, διαλέξεις, ομιλίες και ερευνητικά χειρόγραφα.³
Όπως ήδη υπαινίχθηκε, η συγγραφική παραγωγή του Edmund Husserl υπήρξε εξαιρετικά εκτεταμένη· γι’ αυτό είναι απίθανο να υπήρξε ποτέ ένα και μόνο πρόσωπο που να διάβασε όλα όσα έγραψε — πόσο μάλλον να τα ενέταξε σε μια συστηματική ερμηνεία. Το γεγονός αυτό όχι μόνο καθιστά την έρευνα για τον Husserl μια ανοιχτή υπόθεση — ποτέ δεν γνωρίζει κανείς αν δεν θα εμφανιστεί ξαφνικά ένα χειρόγραφο που θα υπονομεύσει τη δική του ερμηνεία — αλλά δυσχεραίνει και την προσπάθεια συγγραφής μιας συστηματικής παρουσίασης της φιλοσοφίας του.
Φαίνεται λοιπόν αδύνατο ένα και μόνο έργο — και πολύ περισσότερο μια εισαγωγή αυτού του μεγέθους — να πραγματευθεί διεξοδικά όλες τις όψεις της σκέψης του. Γι’ αυτό αναγκάστηκα να προβώ σε επιλογή. Ίσως, επομένως, είναι σκόπιμο να ειπωθούν λίγα λόγια για την προοπτική που υιοθέτησα.
Ο τίτλος του βιβλίου είναι Husserls Phänomenologie, και αυτό που επιδιώκω να παρουσιάσω είναι ακριβώς η ανάπτυξη της φαινομενολογίας — εις βάρος ορισμένων πιο παραδοσιακών πλευρών της φιλοσοφίας του, όπως π.χ. η τυπική του οντολογία ή ο ουσιοκρατισμός του.
Η παρουσίασή μου διαιρείται σε τρία κύρια μέρη και συνδυάζει, έως έναν βαθμό, συστηματικές και χρονολογικές οπτικές. Ακολουθεί, σε γενικές γραμμές, την εξέλιξη της φιλοσοφίας του Husserl: από τις πρώιμες αναλύσεις της λογικής και της προθετικότητας, στις ώριμες υπερβατολογικές αναλύσεις της αναγωγής και της συγκρότησης, έως τις ύστερες αναλύσεις της διυποκειμενικότητας και του βιόκοσμου.
Το πρώτο μέρος έχει ως κεντρικό θέμα την πρώιμη θεωρία της προθετικότητας του Husserl. Αφενός πρόκειται για φυσική επιλογή, αφού η περιγραφή της κατευθυντικότητας της συνείδησης προς αντικείμενα ανήκει στις σημαντικότερες και επιδραστικότερες αναλύσεις του. Αφετέρου, η ανάλυση της προθετικότητας είναι ιδιαιτέρως κατάλληλη ως κλειδί για την κατανόηση της σκέψης του γενικότερα. Ένα σημαντικό μέρος των μεταγενέστερων αναλύσεών του — είτε πρόκειται για λεπτομερείς αναλύσεις συγκεκριμένων φαινομένων είτε για θεμελιωδέστερους υπερβατολογικούς στοχασμούς — μπορεί να θεωρηθεί ως απόπειρα ριζοσπαστικοποίησης και περαιτέρω ανάπτυξης των διοράσεων που περιέχονται στην πρώιμη έρευνά του περί της προθετικότητας της συνείδησης.
Στο δεύτερο μέρος παρουσιάζω τα κύρια στοιχεία της υπερβατολογικής φιλοσοφίας του Husserl. Γιατί ισχυρίζεται ότι η φαινομενολογία είναι μια μορφή ιδεαλισμού; Και πώς πρέπει να κατανοηθεί η επανειλημμένη του δήλωση ότι η υποκειμενικότητα είναι συγκροτητική του κόσμου; Στο πλαίσιο αυτό εξετάζονται οι κεντρικές του έννοιες: epoché, αναγωγή και συγκρότηση.
Αφού περιγράψω τα κίνητρα για τις πιο τυπικές και θεμελιώδεις αυτές έννοιες, καθώς και την οδό που οδήγησε σε αυτές μαζί με την ανάπτυξή τους, θα στραφώ, στο τρίτο και εκτενέστερο μέρος, σε ορισμένες πιο συγκεκριμένες αναλύσεις του Husserl. Οι — κυρίως ύστερες — αυτές έρευνες περί σώματος, χρόνου, διυποκειμενικότητας και βιόκοσμου δεν πρέπει να κατανοηθούν απλώς ως επιμέρους αναλύσεις, στις οποίες ο Husserl εφαρμόζει ήδη διαμορφωμένες φαινομενολογικές αρχές. Όπως θα φανεί, οι αναλύσεις του επί αυτών των συγκεκριμένων θεμάτων οδήγησαν σε συνεχή αναθεώρηση των ίδιων των θεμελιωδών αρχών της φαινομενολογίας.
Η παρουσίασή μου θα βασιστεί στα έργα που δημοσίευσε ο ίδιος ο Edmund Husserl, στα κείμενα που εκδόθηκαν αργότερα στη Husserliana, καθώς και σε μια σειρά ακόμη αδημοσίευτων χειρογράφων. Παρότι το βιβλίο αυτό προορίζεται ως εισαγωγή στη φαινομενολογία του Husserl, φιλοδοξεί να είναι κάτι περισσότερο από μια απλή αναπαραγωγή της καθιερωμένης, «τυπικής» ερμηνείας της φιλοσοφίας του. Θα ενσωματώσει επίσης και τις δικές μου έρευνες επί του πεδίου αυτού.
Η απόφαση να χρησιμοποιηθούν τα ερευνητικά χειρόγραφα του Husserl απαιτεί να αντιμετωπιστεί μια γνωστή μεθοδολογική ένσταση. Ορισμένοι (κριτικοί) ερμηνευτές του Husserl, όπως ο Paul Ricoeur, έχουν υποστηρίξει ότι μια ερμηνεία θα έπρεπε να βασίζεται, όσο το δυνατόν, αποκλειστικά στα κείμενα που δημοσίευσε ο ίδιος.⁴ Θεωρούν προβληματικό να γίνεται χρήση αδημοσίευτων χειρογράφων βιβλίων ή ερευνητικών σημειώσεων, τα οποία ο Husserl απέσυρε από τη δημοσίευση και τα οποία ενδεχομένως προορίζονταν μόνο για τα δικά του μάτια.
Κείμενα που έγραψε για να κατακτήσει μια διορατικότητα ακριβώς μέσω της ίδιας της διαδικασίας της γραφής (Hua 13/xviii–xix) μπορεί να αποκλείστηκαν από τη δημοσίευση ακριβώς επειδή δεν ήταν ικανοποιημένος από αυτά.⁵ Αν όμως εξετάσουμε την παρουσίαση της μεθόδου εργασίας του Husserl που δίνει ο Iso Kern στην εισαγωγή του στους τρεις τόμους περί διυποκειμενικότητας (πρβλ. Hua 14/xx), καθίσταται φανερό ότι η σχέση μεταξύ των ερευνητικών χειρογράφων και των δημοσιευμένων έργων είναι πιο σύνθετη.
Πρώτον, ο Husserl εργάστηκε πάνω σε πολλά από τα ύστερα ερευνητικά χειρόγραφα με στόχο να συγγράψει μια τελική, συστηματική έκθεση της φιλοσοφίας του — μια έκθεση που όμως δεν έλαβε ποτέ την οριστική της μορφή. Αυτό όμως δεν οφειλόταν στο ότι ήταν δυσαρεστημένος με το περιεχόμενο των χειρογράφων, αλλά στο ότι διαρκώς απορροφούνταν σε επιμέρους αναλύσεις (Hua 15/xvi, lxi).
Δεύτερον — και σημαντικότερο — εξαιτίας των επανειλημμένων δυσκολιών του να ολοκληρώσει μια συστηματική και συνολική παρουσίαση των σκέψεών του, ο Husserl εργαζόταν κατά περιόδους συνειδητά για τη μεταθανάτια παρακαταθήκη του (πρβλ. Hua 14/xix, 15/lxii, lxvii–iii). Αντίστοιχα, παρατηρούσε συχνά ότι το σημαντικότερο μέρος του έργου του βρισκόταν στα χειρόγραφά του. Έτσι, σε επιστολή του προς τον Adolf Grimme, της 5ης Απριλίου 1931, γράφει:
«Πράγματι, το μεγαλύτερο — και, όπως πιστεύω, το σημαντικότερο — μέρος του έργου της ζωής μου βρίσκεται ακόμη στα χειρόγραφά μου, τα οποία, λόγω της έκτασής τους, είναι σχεδόν αδύνατον να τιθασευθούν» (Hua 15/lxvi· πρβλ. 14/xix).
Τέλος, μπορεί κανείς να επιχειρηματολογήσει και από συστηματική σκοπιά. Αν μια σειρά από αδημοσίευτες αναλύσεις του Edmund Husserl είναι καλύτερα επεξεργασμένες και πειστικότερες από τις αναλύσεις που βρίσκουμε στα δημοσιευμένα έργα του, τότε δεν φαίνεται να υπάρχει κανένας φιλοσοφικός — αλλά το πολύ φιλολογικός — λόγος να περιοριστεί κανείς στις τελευταίες.
Σημειώσεις:
¹ Πρόκειται για τη γαλλική μετάφραση των Cartesianische Meditationen από τους Lévinas, Peiffer και Koyré. Το έργο γράφτηκε το 1929, αλλά εκδόθηκε στα γερμανικά μόλις το 1950.
² Ο Husserl έχει συχνά παρουσιαστεί ως ιδιαίτερα μονολογικός και μονολιθικός στοχαστής. Λέγεται, π.χ., η ακόλουθη ανέκδοτη ιστορία: μετά από ένα ανώτερο σεμινάριο επαίνεσε, υποτίθεται, ενώπιον του Heidegger τη ζωηρή συζήτηση — ενώ στην πραγματικότητα σε όλη τη διάρκεια είχε μιλήσει μόνο ο ίδιος (πρβλ. Biemel 1973, 16). Ως έναν βαθμό η περιγραφή αυτή είναι ασφαλώς εύστοχη, υπάρχουν όμως και ενδείξεις προς άλλη κατεύθυνση. Πρώτον, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι συζητήσεις του με τους δύο τελευταίους βοηθούς του, Ludwig Landgrebe και Eugen Fink, υπήρξαν καθοριστικές για την ανάπτυξη της ύστερης φιλοσοφίας του (πρβλ. Fink 1933, Cairns 1976, Bruzina 1989, Zahavi 1994c). Δεύτερον, η δημοσίευση της εκτεταμένης αλληλογραφίας του (σε δέκα τόμους) μαρτυρεί ότι σε όλη του τη ζωή βρισκόταν σε επαφή με μεγάλο αριθμό κορυφαίων διανοουμένων της εποχής του. Στην αλληλογραφία περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, επιστολές προς Bergson, Binswanger, Bühler, Cantor, Cassirer, Dilthey, Frege, Gurwitsch, Hartshorne, Hilbert, Hofmannsthal, Horkheimer, Jaspers, Koyré, Lask, Lévy-Bruhl, Lipps, Löwith, Mach, Marcuse, Masaryk, Natorp, Otto, Pato
ka, Russell, Schestow, Schütz, Sigwart, Simmel, Stumpf, Twardowski και Wertheimer.
³ Βλ. τον πρόλογο του Van Breda στον τόμο Husserliana I και Van Breda 1959.
⁴ Πρβλ. Ricoeur 1985, 44.
⁵ Παραπέμπω σταθερά στην κριτική έκδοση Husserliana. Ο πρώτος αριθμός δηλώνει τον τόμο και ο δεύτερος τη σελίδα. Οι παραπομπές μου στα αδημοσίευτα ερευνητικά χειρόγραφα θα φέρουν όλες την ένδειξη Ms. μαζί με την αντίστοιχη σήμανση του χειρογράφου.
¹ Πρόκειται για τη γαλλική μετάφραση των Cartesianische Meditationen από τους Lévinas, Peiffer και Koyré. Το έργο γράφτηκε το 1929, αλλά εκδόθηκε στα γερμανικά μόλις το 1950.
² Ο Husserl έχει συχνά παρουσιαστεί ως ιδιαίτερα μονολογικός και μονολιθικός στοχαστής. Λέγεται, π.χ., η ακόλουθη ανέκδοτη ιστορία: μετά από ένα ανώτερο σεμινάριο επαίνεσε, υποτίθεται, ενώπιον του Heidegger τη ζωηρή συζήτηση — ενώ στην πραγματικότητα σε όλη τη διάρκεια είχε μιλήσει μόνο ο ίδιος (πρβλ. Biemel 1973, 16). Ως έναν βαθμό η περιγραφή αυτή είναι ασφαλώς εύστοχη, υπάρχουν όμως και ενδείξεις προς άλλη κατεύθυνση. Πρώτον, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι συζητήσεις του με τους δύο τελευταίους βοηθούς του, Ludwig Landgrebe και Eugen Fink, υπήρξαν καθοριστικές για την ανάπτυξη της ύστερης φιλοσοφίας του (πρβλ. Fink 1933, Cairns 1976, Bruzina 1989, Zahavi 1994c). Δεύτερον, η δημοσίευση της εκτεταμένης αλληλογραφίας του (σε δέκα τόμους) μαρτυρεί ότι σε όλη του τη ζωή βρισκόταν σε επαφή με μεγάλο αριθμό κορυφαίων διανοουμένων της εποχής του. Στην αλληλογραφία περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, επιστολές προς Bergson, Binswanger, Bühler, Cantor, Cassirer, Dilthey, Frege, Gurwitsch, Hartshorne, Hilbert, Hofmannsthal, Horkheimer, Jaspers, Koyré, Lask, Lévy-Bruhl, Lipps, Löwith, Mach, Marcuse, Masaryk, Natorp, Otto, Pato
ka, Russell, Schestow, Schütz, Sigwart, Simmel, Stumpf, Twardowski και Wertheimer.
³ Βλ. τον πρόλογο του Van Breda στον τόμο Husserliana I και Van Breda 1959.
⁴ Πρβλ. Ricoeur 1985, 44.
⁵ Παραπέμπω σταθερά στην κριτική έκδοση Husserliana. Ο πρώτος αριθμός δηλώνει τον τόμο και ο δεύτερος τη σελίδα. Οι παραπομπές μου στα αδημοσίευτα ερευνητικά χειρόγραφα θα φέρουν όλες την ένδειξη Ms. μαζί με την αντίστοιχη σήμανση του χειρογράφου.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου