Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2026

Από το βιβλίο: Ο Άγιος Σιλουανός (σελ. 42-52, και 572)

Να θυμάσαι και να φοβάσαι δύο λογισμούς! Ο ένας λέει:⁣⁣⁣󠀠­­­ «Είσαι Άγιος» και ο άλλος: «Δεν θα σωθείς»! Και οι δύο αυτοί οι λογισμοί προέρχονται από τον εχθρό και δεν έχουν αλήθεια μέσα τους. Εσύ όμως να σκέφτεσαι: «Εγώ είμαι μεγάλος αμαρτωλός, αλλά ο ελεήμων Κύριος αγαπά πολύ τους ανθρώπους και θα συγχωρέσει και σε μένα τις αμαρτίες μου». Πίστευε έτσι και θα γίνει σύμφωνα με την πίστη σου. Όχι λοιπόν για τις ασκήσεις μας, αλλά δωρεάν κατά τη Χάρη Του, ελεεί ο Κύριος. Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης "Περί του Πνευματικού Αγώνα"


Από το βιβλίο: Ο Άγιος Σιλουανός (σελ. 42-52, και 572)

Ὁ Συμεών, πλήρης ἀπορίας, μετέβη εἰς τὸ Παλαιὸν Ρωσικόν, ἵνα ζητήσῃ συμβουλὴν παρά τοῦ Γέροντος ᾿Ανατολίου. Ο τελευταῖος, ἀκούσας ὅσα πάσχει ὁ νεαρός μοναχός, λέγει εἰς αὐτόν:
Προσεύχεσαι, ὡς φαίνεται, πολύ.
Προσεύχομαι ἀδιαλείπτως, ἀπήντησεν ὁ Συμεών.
- Νομίζω ὅτι προσεύχεσαι ἐσφαλμένως πως καὶ διὰ τοῦτο συχνάκις βλέπεις δαίμονας.

Δὲν ἐννοῶ τι σημαίνει «προσεύχομαι ἐσφαλμένως ἢ ὀρθῶς», ἀλλὰ γνωρίζω ὅτι πρέπει νὰ προσεύχωμαι πάν-τοτε καὶ διὰ τοῦτο προσεύχομαι ἀδιακόπως.

– Κατὰ τὴν προσευχὴν φύλαττε τὸν νοῦν καθαρὸν ἀπὸ πάσης φαντασίας καὶ παντὸς λογισμοῦ καὶ περίκλειε αὐτὸν εἰς τοὺς λόγους τῆς προσευχῆς, εἶπεν εἰς αὐτὸν ὁ Γέρων ᾿Ανατόλιος, καὶ ἐξήγησε τί σημαίνει νοῦς «καθα-ρός» καὶ πῶς «περικλείεται» εἰς τοὺς λόγους τῆς προσευ-χῆς.
Ἔμεινεν ἀρκετὸν καιρὸν ὁ Συμεών πλησίον τοῦ Γένροντος ᾿Ανατολίου. Τὰς διδακτικὰς καὶ ὠφελίμους ὁδηγίας αὐτοῦ ὁ πατήρ ᾿Ανατόλιος κατέκλεισε μετὰ φανερᾶς καταπλήξεως:
«Ἐὰν νῦν τοιοῦτος γέγονας, τί λοιπὸν θὰ εἶσαι κατὰ τὸ γῆρας»;

Ο πατήρ ᾿Ανατόλιος ἦτο ὑπομονητικὸς καὶ ἐπιμελὴς ἀσκητής. Διῆλθε τὴν μακρὰν αὐτοῦ ζωήν, ὡς ἔλεγε περί αὐτοῦ ὁ Γέρων Σιλουανός, ἐν νηστείᾳ καὶ μετανοίᾳ, ἀλλὰ μόνον εἰς τὸ γῆρας, κατὰ τὸ τεσσαρακοστόν πέμπτον ἔν τος τῆς μοναχικῆς αὐτοῦ ζωῆς, ἐγεύθη τοῦ μεγάλου ἐλέ ους τοῦ Θεοῦ καὶ ἐγνώρισε πῶς ἐνεργεῖ ἡ χάρις. Τὸ ὅτι κατεπλάγη ἐκ τῆς ζωῆς τοῦ νεαροῦ μοναχοῦ εἶναι φυσι-κόν, ἀλλ᾽ ὅμως δὲν ἔπρεπε νὰ φανερώσῃ τὴν ἔκπληξιν αὐ-τοῦ. Εἰς τοῦτο συνίστατο τὸ σφάλμα αὐτοῦ, διότι ἔδωκεν εἰς τὸν νεαρὸν ἀθλητὴν ἀφορμὴν κενοδοξίας, πρὸς τὴν ὁ-ποίαν ἐκεῖνος δὲν εἶχεν εἰσέτι μάθει νὰ παλαίῃ.

Τὸ σφάλμα τοῦ Γέροντος ᾿Ανατολίου δὲν ἦτο μόνον παιδαγωγικόν, ἀλλὰ καὶ κατὰ τῆς χάριτος. Ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ δὲν ἐπιτρέπει εἰς τὸν ἀληθῆ ἀσκητὴν νὰ εἴπῃ εἰς τὸν ἀδελφὸν ἔπαινον, τὸν ὁποῖον ἔτι καὶ οἱ τέλειοι συ-χνάκις δὲν δύνανται νὰ βαστάσουν ἄνευ ζημίας. Ἔπαι-νοι λέγονται μόνον, ὅταν τις ἀποκάμνῃ ἐκ τῆς ἀπογνώ-σεως. Νὰ ἀνοίγωνται ὅμως οἱ ὀφθαλμοὶ τῆς «ἀριστερᾶς» εἰς ἐκεῖνα, ἅτινα ποιεῖ μεθ᾽ ἡμῶν ἡ δεξιὰ τοῦ Ὑψίστου, ἢ οὐδόλως ἐπιτρέπεται ἢ πρέπει νὰ γίνηται μετ' ἄκρας τέχνης καὶ προσοχῆς.

Οὕτως ἢ ἄλλως διὰ τὸν νεαρὸν καὶ εἰσέτι ἄπειρον μοναχὸν Συμεὼν ἤρχισεν ἡ πλέον δύσκολος, ἡ πλέον πε-ρίπλοκος, ἡ πλέον «λεπτή» μάχη κατὰ τῆς κενοδοξίας. Ἡ ὑπερηφανία καὶ ἡ κενοδοξία ἐπισύρουν πάσας τὰς συμ-φορὰς καὶ τὰς πτώσεις. Ἡ χάρις ἐγκαταλείπει, ἡ καρδία ψυχραίνεται, ἡ προσευχὴ ἀτονεῖ, ὁ νοῦς διασκορπίζεται καὶ οἱ ἐμπαθεῖς λογισμοὶ ἀρχίζουν νὰ προσβάλλουν αὐ-τόν. Ψυχὴ θεωρήσασα τὴν ἄλλην ζωήν, καρδία γευθεῖσα τῆς γλυκύτητος τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος, νοῦς γνωρίσας τὴν καθαρότητα, δὲν θέλουν νὰ συγκατατεθοῦν εἰς τὴν ἀποδοχὴν τῶν πολιορκούντων ἀτόπων λογισμῶν. Πῶς ὅμως νὰ ἐπιτευχθῇ τοῦτο;

Πρὸ τῆς Ἐμφανείας ἡ ψυχὴ τοῦ Συμεὼν δὲν ἠδύνατο νὰ ἀπωθῇ τοὺς λογισμοὺς καὶ ἔφθασε μέχρι τῆς ἀπογνώ-σεως παρὰ τὴν ἀκαταπαύστως ἐνεργοῦσαν προσευχήν. Μετὰ τὴν Ἐμφάνειαν ἡ ψυχὴ αὐτοῦ ἐγνώρισε τὴν εἰρή-νην τῆς χάριτος τοῦ ᾿Αγίου Πνεύματος καὶ ἡ ζωὴ αὐτοῦ ἐγένετο συνεχής προσευχὴ καὶ δοξολογία. Ἀλλ᾽ ἐν τού-τοις, ἐκ νέου πάντα ταῦτα ἀποχωροῦν καὶ ἄρχεται πάλιν ὁ ἀγὼν πρὸς τοὺς λογισμούς. Η ψυχή νοσταλγεί, ζητεῖ, ἰκετεύει, θρηνεῖ, ἀγωνίζεται, ἵνα κρατήσῃ τὸν ᾿Ακρά-τητον, ἀλλὰ τὸ φῶς, καὶ ὅταν ἐπιστρέφῃ, ἐπ' ὀλίγον μό-νον διαμένει καὶ πάλιν ἀπομακρύνεται. "Ηρξαντο οἱ μα-κροί χρόνοι τῶν ἐναλλαγῶν τῆς χάριτος καὶ τῆς ἐγκατα-λείψεως.

Οὔτε ἡ πεῖρα τῶν βασάνων τοῦ ᾅδου, οὔτε ἡ δωρεά τῆς ἀδιαλείπτου ἐσωτερικῆς προσευχῆς, οὔτε εἰσέτι ἡ ἐμ-φάνισις τοῦ Κυρίου ἔδωκαν εἰς τὸν νεαρὸν μοναχὸν τὴν πλήρη ἀπαλλαγὴν ἐκ τῶν δαιμονικῶν ἐπιθέσεων καὶ τῆς πάλης τῶν λογισμῶν. Παρ᾿ ὅλην τὴν ἐντατικὴν προσευχὴν ὁ νοῦς αὐτοῦ ἐσκοτίζετο κατά καιροὺς ἐκ τῆς ὁράσεως τῶν δαιμόνων καὶ τῆς ἀπωλείας τῆς εἰρήνης. "Ολη ἡ ἐξαίρετος πεῖρα αὐτοῦ δὲν ἔδωκεν εἰς αὐτὸν τὴν γνῶσιν πῶς νὰ διαμένῃ εἰς τὴν κατάστασιν ἐκείνην τὴν ὁποίαν ἐγνώρισεν ἡ ψυχὴ κατὰ τὴν ὥραν τῆς ὁράσεως, νὰ δεχθῇ δὲ ἡσύχως τὴν ἀπομάκρυνσιν τοῦ φωτὸς ἦτο πλέον ἀδύ-νατον.

Ἡ συμβουλὴ τοῦ Γέροντος ᾿Ανατολίου, νὰ περικλείῃ τὸν νοῦν εἰς τοὺς λόγους τῆς προσευχῆς, ἐβοήθησε τὸν Συμεών νὰ καθάρῃ μέχρι τινὸς τὸν νοῦν, ἀλλ᾽ ἀνεπαρ-κῶς, καὶ οὕτως ἐνώπιον αὐτοῦ ἠγείρετο μεθ' ὅλης τῆς δυνάμεως τὸ πρόβλημα τοῦ ἀσκητικοῦ «ἀγῶνος πρὸς τὸν λογισμόν».

Διὰ τὸν εἰσελθόντα εἰς τὴν πορείαν τῆς πνευματικῆς ζωῆς ἡ πάλη τῶν λογισμῶν δὲν εἶναι ψιλὴ σκέψις διὰ τοῦτο ἡ δι᾽ ἐκεῖνο, ἀλλ' ἀντίστασις «πρὸς τὰς μεθοδείας τοῦ διαβόλου» (Ἐφεσ. ς' 11). Ἡ ἐξωτερική μορφή, τὴν ὁποίαν ἐνδύεται ὁ λογισμός, συχνάκις δὲν ἐπιτρέπει νὰ ἀντιληφθῇς ΠΟΘΕΝ προέρχεται οὗτος. Οὐχὶ σπανίως ὁ λογισμός πλησιάζει ἀθορύβως ὡς κλέπτης, ἡ δὲ πρώτη λογικὴ αὐτοῦ μορφὴ δύναται νὰ φανῇ οὐχὶ μόνον ἐντε λως φυσική, ἀλλὰ καὶ σοφή, ἔτι δὲ καὶ ἁγία. Καὶ ὅμως, ἐνίοτε ἀρκεῖ καὶ ἡ πλέον ἐλαφρά προσέγγισις τοιούτου λογισμοῦ, ἵνα προκαλέσῃ βαθεῖαν ἀλλαγὴν εἰς τὴν ψυ-χήν. Ἡ κρίσις περὶ τῆς φύσεως τοῦ λογισμοῦ δὲν πρέπει νὰ στηρίζηται ἐπὶ τῆς ἐξωτερικῆς αὐτοῦ μορφῆς. Μόνον ἡ πεῖρα ὁδηγεῖ εἰς τὴν γνῶσιν περὶ τοῦ ποίαν δύναμιν καὶ λεπτότητα καὶ ποίας ποικιλομόρφους ὄψεις δύνανται νὰ προσλαμβάνουν αἱ δαιμονικαὶ ὑποβολαί. Προσέτι καὶ ὅταν ὁ λογισμός κατὰ τὴν φύσιν αὐτοῦ εἶναι ἀγαθός, δυ-νατὸν νὰ παρεισφρήσῃ εἰς αὐτὸν ἀλλότριον στοιχεῖον, οὕτω δὲ νὰ ἀλλάξῃ οὐσιωδῶς τὸ πνευματικὸν αὐτοῦ πε-ριεχόμενον καὶ τὴν ἐφ' ἡμᾶς ἐνέργειαν.

Ὁ λογισμὸς εἶναι τὸ πρῶτον στάδιον τῆς ἁμαρτίας. Ἡ ἐμφάνισις αὐτοῦ εἰς τὴν σφαῖραν τῆς συνειδήσεως δὲν λογίζεται ὡς ἁμαρτία, ἀλλ' εἶναι μόνον ἡ πρότασις αὐτῆς. Ἡ ἀπόκρουσις τοῦ λογισμοῦ ἀποκλείει τὴν περαι-τέρω ἀνάπτυξιν τῆς ἁμαρτίας.

Ὁ ὀρθόδοξος μοναχὸς ὡς κύριον ἔργον αὐτοῦ θεω-ρεῖ τὴν μετὰ τῆς ἐσωτερικῆς νοερᾶς προσοχῆς καρδιακὴν προσευχήν. Τοῦτο δίδει εἰς αὐτὸν τὴν δυνατότητα νὰ βλέ-πῃ τὸν λογισμόν, πρὶν ἢ εἰσέλθῃ εἰς τὴν καρδίαν. Νοῦς ἱ-στάμενος ἐν ἡσυχαστικῇ προσοχῇ ἐν τῇ καρδίᾳ βλέπει πῶς ὁ λογισμὸς πλησιάζει ἔξωθεν προσπαθῶν νὰ εἰσχωρήσῃ εἰς τὴν καρδίαν, καὶ ἐκδιώκει αὐτὸν διὰ τῆς προσευχῆς. Τοῦτο τὸ ἔργον, τὸ καλούμενον «νοερὰ νῆψις» ἢ «νοερὰ ἡσυχία» ἢ «τήρησις τοῦ νοός», ἤρχισε νὰ διδάσκηται ὁ Συμεών. Ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης, ὅτε κατὰ τὴν δωρεάν τῆς Θεομήτορος ἤρχισε νὰ ἐνεργῆται ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ ἡ εὐχὴ τοῦ Ἰησοῦ, μέχρι τοῦ τέλους τῆς ζωῆς αὐτοῦ, ἡ προσευχὴ αὕτη οὐδέποτε διεκόπη, ἀλλὰ παρὰ ταῦτα δὲν ἦτο εἰσέτι τελεία. Δὲν ἠδύνατο τότε νὰ εἶναι τοιαύτη, ἐπειδὴ οὗτος δὲν ἦτο εἰσέτι ἀπαθής. Ἡ δωρεά, τῆς ὁποίας ἠξιώθη ὁ Συμεών, ἦτο μεγάλη καὶ ἐδείχθη 1-σχυρὸν θεμέλιον τῆς πνευματικῆς αὐτοῦ ζωῆς, ἀλλὰ δὲν ὡδήγησεν αὐτὸν παρευθὺς εἰς τὴν τελειότητα. Εἰς αὐτὸν συνέβη τι μεγαλύτερον, ἀλλ᾽ ὁπωσδήποτε ὅμοιον πρὸς ὅ,τι συμβαίνει εἰς πολλοὺς ἄλλους: Διὰ τῆς φλογερᾶς ὁρ μῆς αὐτῶν φθάνουν εἰς τὴν ἀδιάλειπτον προσευχήν, ἀλ-λὰ μὴ ὄντες κεκαθαρμένοι ἀπὸ τῶν παθῶν διὰ τῆς μα-κρᾶς ἀσκήσεως, παρὰ τὴν ἐνέργειαν τῆς προσευχῆς, πί-πτουν εἰς τὴν κατὰ τὸ πάθος ἁμαρτίαν. Ὁ ἀσκητὴς δὲν δύναται νὰ ἱκανοποιηθῇ διὰ τοιαύτης καταστάσεως.
Ὁ ἀδελφὸς Συμεὼν δὲν ἐγνώριζεν εἰσέτι νὰ «τηρῇ τὸν νοῦν», καὶ οὕτω, προσευχόμενος, δὲν ἀνεχαίτιζε τὴν ἐνέργειαν τῆς φαντασίας, διὰ τῆς ὁποίας ἐπενεργοῦν οἱ δαίμονες. Ἡ ἀναπόφευκτος εἰς πάντα ἀρχάριον φαντασία ἐπιφέρει παραμόρφωσιν εἰς τὴν πνευματικὴν ζωήν, ἥτις ὅμως, καθ' ὁ ἀναπόφευκτος κατὰ τὴν ἀρχικὴν περί-οδον, δὲν θεωρεῖται «πλάνη». Οπωσδήποτε ὅμως ὁ ἀρχάριος ὁδηγεῖται βαθμηδὸν ἐξ αὐτοῦ τοῦ εἴδους προ-ευχῆς εἰς ἕτερον, ὅπερ συνίσταται εἰς τὸ «περικλείειν τὸν νοῦν εἰς τοὺς λόγους τῆς προσευχῆς». Ἡ μορφή αὕτη τῆς προσευχῆς εἶναι δυσκολωτέρα πως καὶ ξηροτέρα, ἀλλὰ προτιμᾶται ὡς ὀρθοτέρα καὶ ὀλιγώτερον ἐπικίνδυνος.

Εἰς τὸν διαπύρως ἐφιέμενον τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ τελείως ἁπλοῦν καὶ ἀφελῆ ἀδελφὸν Συμεών, ἡ προσευχή συνοδευομένη ὑπὸ τῆς φαντασίας ἔλαβε ταχέως ἐπικίνδυνον μορφὴν καὶ ἔδωκεν εἰς τὰ πονηρά πνεύματα τὴν δυνατότητα νὰ πειράζουν τὸν νεαρὸν ἀσκητήν. Καὶ τὸ ἀλλότριον ἐκεῖνο φῶς, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπληρώθη νύκτα τινὰ τὸ κελλίον αὐτοῦ καὶ ἐφώτισεν εἰσέτι καὶ τὰ ἔσω τοῦ σώματος αὐτοῦ, καὶ ἐκεῖναι αἱ τερατώδεις μορφαί, αἵτινες τὴν νύκτα ἐπλήρουν τὸ κελλίον αὐτοῦ, ἔτι δὲ καὶ τὴν ἡμέραν ἐνεφανίζοντο εἰς αὐτὸν καὶ συνωμίλουν μετ' αὐτοῦ, πάντα ταῦτα, ἐκυοφόρουν μεγάλους κινδύνους.

Εἶναι ἀληθὲς ὅτι σχεδόν πάντες οἱ ἅγιοι ἀσκηταὶ δι-ἤλθον τὸ στάδιον τοῦ ἀγῶνος πρὸς τοὺς δαίμονας, καὶ οὕτως εἶναι φυσικὸν νὰ συναντήσῃς αὐτοὺς ἐν τῇ πορεία πρὸς τὴν πνευματικήν τελειότητα. ᾿Αλλὰ πόσοι ἦσαν ἐκεῖνοι, οἵτινες ὑπέφεραν ἐξ αὐτῶν καὶ ἐζημιώθησαν; Πόσοι ἔμειναν μέχρι τέλους τοῦ βίου αὐτῶν ἀσθενεῖς ψυχι κῶς, ἐξέστησαν τῶν φρενῶν, ἔφθασαν εἰς τὴν φοβερὰν ἀ-πόγνωσιν καὶ ἀπώλοντο; Πόσαι αὐτοκτονίαι καὶ παντὸς εἴδους ἐγκλήματα δὲν διεπράττοντο ἐν τῷ κόσμῳ ὡς ἐπα-κόλουθα δαιμονιώδους πνευματικότητος;

Ἐκεῖνος ὅστις διεξήγαγε κατ' αὐτῶν ἀγῶνα, αὐτὸς γνωρίζει πόσον εἶναι «σοφοί» καὶ συχνάκις κολακευτι-κοὶ πρὸς ὅσους δέχονται αὐτοὺς καὶ πόσον λυσσαλέοι πρὸς ὅσους ἀποκρούουν αὐτούς. Οσάκις συμβαίνει εἰς τὸν ἀσκητὴν ὅ,τι συνέβη εἰς τὸν ἀδελφὸν Συμεών, ὁ πνευ-ματικός πατὴρ ἐντείνει ὅλην τὴν προσοχὴν αὐτοῦ. Ἡ πά-λη πρὸς τοὺς δαίμονας δὲν πρέπει νὰ ἐμβάλλῃ εἰς φόβον. Ὁ φόβος εἶναι ἤδη ήττα κατὰ τὸ ἥμισυ· ἡ ἐμφάνισις αὐτοῦ ἀτονεῖ τὴν ψυχὴν καὶ καθιστᾷ αὐτὴν προσιτὴν εἰς τὸν δαιμονικόν βιασμόν.
Ὁ ἀδελφὸς Συμεών ἦτο ἁπλοῦς ἀλλ᾽ ἀνδρεῖος. Ἐν τούτοις νὰ μείνῃ τις ἤρεμος εἰς τοιαύτας περιστάσεις εἶναι ἀδύνατον.

***

Ἐκ τῶν Βίων τῶν Ἁγίων, ἐκ τῶν ἀσκητικῶν συγγραμμάτων τῶν Πατέρων, ἐκ τῶν συνομιλιῶν μετὰ πνευματικῶν καὶ ἄλλων συγχρόνων αὐτοῦ ἀσκητῶν τοῦ ῾Α-γίου Ὄρους ὁ νεαρός μοναχός διδάσκεται βαθμηδόν τελειοτέραν ἀσκητικὴν πρᾶξιν, ἐνῷ συνεχῶς εὑρίσκεται εἰς ἀγῶνα, ὅστις εἰς πολλοὺς θὰ ἐφαίνετο ἐν γένει ἀδύνατος. Ὁ ὕπνος αὐτοῦ, ὡς καὶ πρότερον, ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι διακεκομμένος, κατὰ διαστήματα 15΄-20΄ λεπτῶν ἐν ὅλῳ, περίπου μεταξὺ μιᾶς καὶ ἡμισείας ὥρας ἕως καὶ δύο και τὰ τὸ εἰκοσιτετράωρον· ἐπὶ κλίνης δὲν κατακλίνεται, ἀλλὰ κοιμᾶται καθήμενος εἰς τὸ σκαμνίον· τὴν ἡμέραν κο-πιᾷ ὡς ἐργάτης· καρτερεῖ εἰς τὴν ἐργασίαν τῆς ἐσωτερικῆς ὑπακοῆς τῆς ἀποκοπῆς τοῦ ἰδίου θελήματος-διδάσκεται τὴν κατὰ τὸ δυνατὸν πλήρη παράδοσιν ἑαυτοῦ εἰς τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ· ἐγκρατεύεται εἰς τὴν τροφήν, εἰς τὰς ὁμιλίας, εἰς τὰς κινήσεις· προσεύχεται ἐπὶ μακρὸν διὰ τῆς νοερᾶς προσευχῆς τοῦ Ἰησοῦ —ἐργασίας δυσκολωτάτης, συντριβούσης κυριολεκτικῶς πάσας τὰς ἀνθρωπίνας δυνάμεις. Καὶ ὅμως, παρὰ τὴν ἄσκησιν αὐ-τοῦ, τὸ φῶς τῆς χάριτος πολλάκις ἐγκαταλείπει αὐτὸν καὶ πλήθη δαιμόνων περιβάλλουν αὐτὸν κατὰ τὴν νύκτα. Ἡ ἐναλλαγὴ καταστάσεων, ἄλλοτε ἐπισκέψεις τῆς χάριτος, ἄλλοτε ἐγκατάλειψις καὶ δαιμονικαὶ προσβολαί, δὲν παραμένει ἄκαρπος. ᾿Ακριβῶς ἔνεκα τῆς ἐναλλαγῆς αὐτῆς ἡ ψυχὴ τοῦ μοναχοῦ Σιλουανοῦ εὐρίσκεται εἰς συνεχῆ ἐσωτερικὴν μέριμναν, ἐπαγρύπνησιν καὶ ἔνθερ-μον ἀναζήτησιν διεξόδου. Ἡ ἀδιάλειπτος προσευχὴ καὶ ἡ νοερὰ νῆψις, τὴν ὁποίαν ἐδιδάχθη διὰ τῆς ἰδιαζούσης εἰς αὐτὸν ὑπομονῆς καὶ ἀνδρείας, διήνοιξαν εἰς αὐτὸν νέους ὁρίζοντας πνευματικῆς γνώσεως καὶ παρέσχον εἰς αὐτὸν νέα ὅπλα διὰ τὸν ἀγῶνα κατὰ τῶν παθῶν. Ὁ νοῦς αὐτοῦ ἔτι καὶ ἔτι συχνότερον εὑρίσκει ἐν τῇ καρδίᾳ ἐ-κεῖνο «τὸ σημεῖον τῆς προσοχῆς», τὸ ὁποῖον ἔδιδεν εἰς αὐτὸν τὴν δυνατότητα νὰ ἐπιτηρῇ τὰ τελούμενα ἐν τῷ ἐ-σωτερικῷ κόσμῳ τῆς ψυχῆς. Ἡ σύγκρισις τῶν καταστά-σεων καὶ βιωμάτων αὐτοῦ ὁδηγεῖ αὐτὸν εἰς καθαρωτέ-ραν ἀντίληψιν τοῦ τελουμένου ἐν αὐτῷ. ᾿Αρχίζει νὰ γεν-νᾶται ἡ ἀληθὴς πνευματική γνῶσις. ᾿Αποκτᾶται ἡ διά-κρισις περὶ τοῦ πῶς πλησιάζουν ἀθορύβως οἱ λογισμοί τῶν διαφόρων παθῶν καὶ πῶς ἐνεργεῖ ἡ χάρις. Ὁ Σι-λουανός εἰσέρχεται εἰς τὴν ζωὴν τοῦ συνετοῦ ἀσκητοῦ καὶ συνειδητοποιεῖ ὅτι τὸ κύριον νόημα τῆς ἀσκήσεως συνίσταται εἰς τὴν ἀπόκτησιν τῆς χάριτος, Οὕτως τὸ ἐ-ρώτημα περὶ τοῦ πῶς ἐνεργεῖ ἡ χάρις, πῶς διαφυλάττεται ὑπὸ τοῦ ἀνθρώπου (ὅστις εἶδε τὸ φῶς τοῦ ἀνάρχου Εἶναι, ἐγεύθη τοῦ πληρώματος τῆς χαρᾶς καὶ τῆς ἀνε-κλαλήτου γλυκύτητος τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ), διὰ τί καὶ πρὸς τί αὕτη ἐγκαταλείπει τὴν ψυχήν, γίνεται ἓν ἐκ τῶν βασικῶν καὶ κεφαλαιωδών μελημάτων τῆς ζωῆς αὐτοῦ,

Εἰς τὸν ἀγῶνα πρὸς διαφύλαξιν τῆς χάριτος ὁ μοναχός Σιλουανός ἔφθασεν εἰς μέτρα τὰ ὁποῖα εἰς ἀνθρώ πους ἄλλου τύπου θὰ φανοῦν ἀνεπιτρέπτως σκληρά, δυ-νατὸν δὲ καὶ νὰ προκαλέσουν εἰσέτι τὴν σκέψιν ὅτι τοι-ούτου εἴδους ἀσπλαγχνία πρὸς ἑαυτὸν εἶναι διαστροφή τοῦ Χριστιανισμοῦ. Τοῦτο βεβαίως δὲν εἶναι ὀρθόν. Ψυ χὴ γνωρίσασα τὸν Θεόν, ὑψωθεῖσα εἰς τὴν θεωρίαν τοῦ κόσμου τοῦ αἰωνίου φωτὸς καὶ ἀκολούθως ἀπολέσασα τὴν χάριν αὐτήν, εὑρίσκεται ἐν τοιαύτῃ καταστάσει, τὴν ὁποίαν, ὅστις δὲν ἐγνώρισεν εἰς τὸ αὐτὸ μέτρον, οὐδόλως δύναται νὰ φαντασθῇ. Τὸ μαρτύριον καὶ ἡ ὀδύνη τῆς ψυχῆς αὐτῆς εἶναι ἄφατα· αἰσθάνεται ἰδιαίτερόν τι μεταφυσικὸν ἄλγος. Διὰ τὸν ἄνθρωπον, ὅστις ἐβίωσε τὴν ἀπερίγραπτον γλυκύτητα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, οὐδὲν πλέον παραμένει ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ δυνάμενον νὰ γοητεύσῃ ἢ νὰ πλανήσῃ αὐτόν. Ὑπό τινα ἔποψιν ἡ ἐπίγειος ζωὴ ἀποβαίνει δι' αὐτὸν καταθλιπτικόν φορτίον, οὗτος δὲ μετὰ κλαυθμοῦ ζητεῖ πάλιν ἐκείνην τὴν ζωήν, τῆς ὁποίας πρό τινος ἥψατο. Ανὴρ ἀπολέσας τὴν ἑαυτοῦ γυ-ναῖκα, ὕπαρξιν θερμῶς καὶ βαθέως ἠγαπημένην, ἢ μήτηρ στερηθεῖσα μονογενοῦς καὶ ἠγαπημένου υἱοῦ, μόνον ἐν μέρει δύναται νὰ συλλάβῃ τὴν ὀδύνην τοῦ ἀπολέσαντος τὴν χάριν, διότι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ λόγῳ τῆς δυνάμεως, τῆς ἀξίας καὶ τῆς γλυκύτητος αὐτῆς, τοῦ ἀσυγκρίτου κάλλους καὶ τῆς ἐξουσίας αὐτῆς, ὑπερβαίνει ἀπείρως πᾶ-σαν ἄλλην ἀνθρωπίνην ἀγάπην. Ὡς ἐκ τούτου ὁ ῞Αγιος Ἰωάννης ὁ τῆς Κλίμακος λέγει περὶ τῶν ἀπολεσάντων τὴν χάριν ὅτι ἡ βάσανος αὐτῶν ὑπερβαίνει τὰς βασάνους τῶν εἰς θάνατον καταδίκων, τὸ δὲ πένθος αὐτῶν τὸ πένθος τῶν ἐπὶ «νεκρούς κοπτομένων».

Τὸ μέγεθος τῆς ἀπωλείας καὶ αἱ ὀδύναι, αἵτινες συνδέονται μετ᾿ αὐτῆς, ὠθοῦν εἰς μεγάλους ἀγῶνας. ᾿Αναλο-γίσθητε τὸ μαρτύριον τῆς ἀγωνιζομένης ψυχῆς, ἥτις φθάνει μέχρις ἐξαντλήσεως τῶν δυνάμεων αὐτῆς καὶ ὅμως δὲν ἐπιτυγχάνει τοῦ ποθουμένου. Ἡ χάρις ἐνίοτε μόνον καὶ ἐπ᾿ ὀλίγον μαρτυρεῖ τὴν ἐγγύτητα αὐτῆς καὶ πάλιν ἀφίσταται. Ἡ ψυχὴ πάσχει βαρέως ἐκ τοῦ ζόφου τῆς  Θείας ἐγκαταλείψεως· ὁ νοῦς, παρὰ τὸν δύσκολον ἄθλον τῆς ἀδιαλείπτου ἐσωτερικῆς προσευχῆς, σκοτίζεται καὶ βλέπει δαίμονας· κατὰ τὰς νύκτας συχνάκις ἔρχονται καὶ ἐνοχλοῦν τὸν μοναχόν, προσπαθοῦντες νὰ ἀποσπάσουν αὐτὸν ἀπὸ τῆς προσευχῆς ἢ τουλάχιστον νὰ μὴ ἀφήσουν αὐτὸν νὰ προσεύχηται καθαρῶς. Πολλά πράγματα παρα-μένουν ἀσαφῆ· ἐκ τῶν πολλῶν ὀδυνηρῶν παθημάτων τῆς καρδίας ὁ μοναχὸς θρηνεῖ, ἡ ψυχὴ ἐπιπόνως ἐκζητεῖ τὸν Θεόν, ἀλλὰ πέριξ αὐτῆς οὐδὲν εὑρίσκει εἰ μὴ μόνον ζο-φερούς, ἀναιδεῖς, χυδαίους, κακοὺς καὶ ἀποκρουστικούς δαίμονας. «Σὺ δέ, Κύριε, ἕως πότε... ἵνα τί με ἐγκατέλιπες»;

Ἡ μεγάλη καὶ ἀσύγκριτος πεῖρα τῶν Πατέρων ἡμῶν ἀπὸ γενεᾶς εἰς γενεὰν ἔδειξεν ὅτι σχετικῶς πολλοὶ ἠξιώ-θησαν ἐπισκέψεων τῆς χάριτος ἐν τῇ ἀρχῇ τῆς πρὸς τὸν Θεὸν στροφῆς, ἀλλὰ μόνον ὀλίγοι ὑπέμειναν εἰς ἐκεῖνον τὸν ἀγῶνα, ὅστις εἶναι ἀπολύτως ἀπαραίτητος, ἵνα ὁ ἀ-σκητὴς ἐπανακτήσῃ ἐν ἐπιγνώσει πλέον τὴν χάριν τῆς ὁποίας ἠξιώθη. Μεταξὺ αὐτῶν τῶν ὀλίγων δέον ὅπως καταταγῇ ὁ Σιλουανός. Λέξεις δὲν δύνανται νὰ ἀποδώσουν τὴν ἀδημονίαν οὐδὲ μιᾶς νυκτὸς τοῦ ἀγῶνος τῆς ἐγκατα-λειφθείσης ὑπὸ τῆς χάριτος ψυχῆς, εἰς τὸν ὁποῖον ἐκεῖνος διῆλθεν ὁλοκλήρους χρόνους. Ἐνθυμούμεθα ὅτι ὁ Γέρων, ὅστις ἐν γένει δὲν ἠγάπα νὰ ὁμιλῇ περὶ ἑαυτοῦ, εἶπεν: «Ἐὰν δὲν ἔδιδεν εἰς ἐμὲ ὁ Κύριος ἐξ ἀρχῆς νὰ γνωρίσω τὸ ἄμετρον τῆς ἀγάπης Αὐτοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπον, δὲν θὰ ἠδυνάμην οὐδὲ μίαν τοιαύτην νύκτα νὰ ὑπομείνω· καὶ ὅμως διῆλθον πλῆθος».

Δεκαπέντε χρόνοι παρῆλθον ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ἐμφανίσεως τοῦ Κυρίου εἰς αὐτόν. Καὶ ἰδού, εἴς τινα ἐξ αὐτῶν τῶν μαρτυρικῶν νυκτερινῶν ἀγώνων πρὸς τοὺς δαί μονας, ὅτε παρὰ τὰς προσπαθείας αὐτοῦ δὲν ἠδύνατο νὰ προσευχηθῇ καθαρῶς, ἠγέρθη ὁ Σιλουανὸς ἀπὸ τοῦ σκαμνίου, ἵνα ποιήσῃ μετανοίας, ἀλλὰ εἶδεν ἐνώπιον αὐτοῦ γιγαντιαίαν μορφὴν δαίμονος, ἱσταμένου πρὸ τῆς εἰκό-νος καὶ ἀναμένοντος νὰ λάβῃ δι' ἑαυτὸν τὴν προσκύνη-σιν. Τὸ κελλίον ἔγεμε δαιμονίων. Ο Σιλουανός ἐκάθισε πάλιν εἰς τὸ σκαμνίον καί, κύψας τὴν κεφαλήν, ἐν ὀδύνῃ καρδίας προέφερε τὴν προσευχήν.

«Κύριε, βλέπεις ὅτι θέλω νὰ προσευχηθώ μετά καθα-ροῦ νοῦ, ἀλλ' οἱ δαίμονες δὲν μὲ ἀφίνουν. Δίδαξόν με τί πρέπει νὰ πράττω διὰ νὰ μὴ μὲ ἐνοχλοῦν;».
Καὶ ἤκουσεν ἐν τῇ ψυχῇ τὴν ἀπάντησιν:
«Οἱ ὑπερήφανοι πάντοτε οὕτως ὑποφέρουν ἐκ τῶν δαιμόνων».
«Κύριε, δίδαξόν με τί πρέπει νὰ πράττω, ἵνα ταπεινωθῇ ἡ ψυχή μου», λέγει ὁ Σιλουανός Καὶ ἐκ νέου ἦλθεν ἀπάντησις ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐν τῇ καρδίᾳ:
«Κράτει τὸν νοῦν σου εἰς τὸν ἄδην, καὶ μὴ ἀπελπίζου»
(σ. 572).

Ἡ σύντομος αὕτη ἐν προσευχή συνομιλία μετὰ τοῦ Θεοῦ ὑπῆρξε νέον, λίαν σπουδαῖον γεγονὸς εἰς τὴν ζωὴν τοῦ Σιλουανοῦ.

Μέσον ἀσύνηθες, ἀκατάληπτον, κατὰ τὸ φαινόμενον σκληρόν, ἀλλ᾽ ἐκεῖνος ἐδέχθη αὐτὸ μετὰ χαρᾶς καὶ εὐγνωμοσύνης. Η καρδία αὐτοῦ ἠσθάνθη ὅτι ὁ Κύριος εἶναι ἐλεήμων πρὸς αὐτὸν καὶ ὁ Ἴδιος χειραγωγεῖ αὐτόν. Νὰ κρατῇ ἑαυτὸν εἰς τὸν ᾄδην δὲν ἦτο διὰ τὸν Σιλουανόν νέον τι. Πρὸ τῆς εἰς αὐτὸν ἐμφανείας τοῦ Κυρίου εἶχε διαμείνει ἐν αὐτῷ. Τὸ καινὸν εἰς τὴν θείαν ὑπόδειξιν ἦτο τὸ «καὶ μὴ ἀπελπίζου». Προηγουμένως ἔφθασε μέχρι τοῦ σημείου τῆς ἀπελπισίας. Νῦν ἐκ νέου, μετὰ πολλὰ ἔτη βαρέος ἀγῶνος, συχνῶν ἐγκαταλείψεων, ἐβίωσεν ὥρας, ἂν μὴ ἀπελπισίας, ὅμως παραπλησίων πρὸς αὐτὴν παθημάτων. Ἡ μνήμη τοῦ ὀφθέντος Κυρίου ἐφύλαττεν αὐτὸν ἀπὸ τῆς ἐσχάτης ἀπογνώσεως, ἀλλὰ τὰ παθήματα ἐκ τῆς ἀπωλείας τῆς χάριτος παρέμενον οὐχὶ ὀλιγώτερον ὀδυ νηρά. Τῷ ὄντι, ἐκεῖνο ὅπερ ἔξη ἦτο ώσαύτως ἀπελπισία, ἀλλ᾽ ἑτέρου εἶδους ἢ ἡ πρώτη. Κατὰ τὴν διάρκειαν του σούτων ἐτῶν, παρὰ τοὺς μόχθους μέχρι τῶν ἐσχάτων ὁρίων τῶν δυνάμεων αὐτοῦ, δὲν κατώρθωσε τὸ ποθούμε-νον, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἀπώλεσε τὴν ἐλπίδα ὅτι θὰ ἐπε τύγχανέ ποτε τούτου.

"Ὅτε, μετὰ ἐπίπονον ἀγῶνα διὰ προσευχήν, ἠγέρθη ἀπὸ τοῦ σκαμνίου, ἵνα ποιήσῃ μετανοίας εἰς τὸν Θεόν, καὶ εἶδεν ἐνώπιον αὐτοῦ ἕνα δαίμονα ἀναμένοντα λα-τρείαν πρὸς αὐτόν, τότε ἡ ψυχὴ αὐτοῦ ἐπόνεσεν ἰσχυρῶς. Καὶ ἰδοῦ, ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἔδειξεν εἰς αὐτὸν τὴν ὁδὸν πρὸς τὴν καθαρὰν προσευχήν.

᾿Αναγνωρίζομεν ὅτι οἱαδήποτε ἀπόπειρα διατυπώσε-ως διὰ λόγων ἑνὸς βαθέος πνευματικοῦ γεγονότος τυγ-χάνει ἀνεπαρκής. Μὴ δυνάμενοι ὅμως νὰ πράξωμεν και λύτερόν τι, προσφεύγομεν εἰς ὅ,τι καθίσταται εἰς ἡμᾶς προσιτόν.


᾿Αλλ' εἰς τί συνίσταται ἡ οὐσία τῆς ὑποδείξεως τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν πατέρα Σιλουανόν;

Εἰς τὸ ὅτι ἀπὸ τοῦ νῦν ἀπεκαλύφθη εἰς τὴν ψυχὴν αὐτοῦ, καὶ τοῦτο οὐχὶ ἀφηρημένως ἢ διανοητικῶς ἀλλ᾽ ὑπαρξιακῶς, ὅτι ρίζα πασῶν τῶν ἁμαρτιῶν, σπόρος τοῦ θανάτου, τυγχάνει ἡ ὑπερηφανία· ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ταπείνωσις. Ἐγνώρισεν ὅτι ἐκείνη ἡ ἀνεκλαλήτως γλυκεῖα καὶ μεγάλη ταπείνωσις τοῦ Χριστοῦ, τῆς ὁποίας ἔλαβε πεῖ-ραν κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς Ἐμφανείας, εἶναι ἀναφαίρετον ἰδίωμα τῆς Θείας ἀγάπης, τοῦ Θείου Εἶναι. ῾Ὡς ἐκ τού του, ὅστις ἐπιθυμεῖ νὰ ἑνωθῇ μετά τοῦ Θεοῦ, δέον ὅπως ἐνδυθῇ τὴν ταπείνωσιν. Ἀπὸ τοῦ νῦν ἐγνώρισεν ἐν ἀλη θείᾳ ὅτι ὅλος ὁ ἀγῶν ὀφείλει νὰ κατευθύνηται πρὸς ἀπό-κτησιν τῆς ταπεινώσεως.

Νῦν ἡ ψυχὴ τοῦ Σιλουανού πανηγυρίζει, πανηγυρί ζει δι' ὅλως ἰδιαιτέρου τρόπου, ἀγνώστου εἰς τοὺς υἱοὺς τοῦ αἰῶνος τούτου. Ἐδόθη εἰς αὐτὸν νὰ γνωρίσῃ τὸ μέγα μυστήριον τοῦ Εἶναι, νὰ γνωρίσῃ τοῦτο ὀντολογικῶς.
*Ω, πόσον ἐλεήμων ὁ Κύριος! ᾿Αποκαλύπτει τὰ θεῖα μυ-στήρια εἰς τὸν ταπεινὸν δοῦλον Αὐτοῦ καὶ διδάσκει εἰς αὐτὸν τὰς ὁδοὺς τῆς αἰωνίου ζωῆς! Ἀπὸ τοῦ νῦν ὁ Σι-λουανός δι' ὅλων τῶν δυνάμεων τῆς ψυχῆς αὐτοῦ θὰ ὁδεύῃ τὴν ὁδόν, τὴν ὁποίαν ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς ὑπέδειξεν εἰς αὐτόν.


Ηρχισε νέον στάδιον εἰς τὴν πνευματικήν ζωὴν τοῦ μοναχοῦ Σιλουανοῦ. Ἡ πρώτη εἰς αὐτὸν ἐμφάνισις τοῦ Κυρίου ὑπῆρξε πλήρης ἀπεριγράπτου φωτός. Ἐξέχεεν ἐπ' αὐτὸν πλοῦτον αἰσθημάτων: τὴν δύναμιν τῆς ἀγάπης, τὴν χαρὰν τῆς ἀναστάσεως, τὸ ἀληθινὸν καὶ ἀξιόπιστον συναίσθημα τῆς «ἐκ θανάτου πρὸς ζωὴν» μεταβάσεως (Ἰωάν. ε΄ 24). ᾿Αλλὰ γεννᾶται τὸ ἐρώτημα: Διὰ τί τότε ἐκρύβη ἐκεῖνο τὸ φῶς; Διὰ τὶ δὲν ὑπῆρξε τὸ δώρημα ἀμετάκλητον κατὰ τὸν λόγον τοῦ Κυρίου: «καὶ τὴν χαρὰν ὑμῶν οὐδεὶς αἴρει ἀφ' ὑμῶν»; (Ἰωάν. ις' 22). Ἦτο ἀρά γε τὸ δώρημα ἀτελές, ἢ ἡ ψυχὴ ἦτο ἀνίκανος νὰ βαστάση τοῦτο;
Κατέστη πλέον ἔκδηλος ἡ αἰτία τῆς ἀπωλείας τῆς χάριτος: Ἡ ψυχὴ δὲν κατεῖχεν οὔτε τὴν ὀρθὴν γνῶσιν, οὔτε τὰς ἀπαιτουμένας δυνάμεις, ἵνα διαφυλάξῃ αὐτήν. Νῦν ὅμως ἐδόθη εἰς τὸν Σιλουανὸν τὸ «φῶς τὸ τῆς γνώσεως» καὶ τὸ «συνιέναι τὰς Γραφάς». Ενώπιον τοῦ πνευματικοῦ αὐτοῦ ὀφθαλμοῦ διηνοίχθη καθαρῶς ἡ ὁδὸς πρὸς τὴν σωτηρίαν καὶ ἀπεκαλύφθησαν εἰς αὐτὸν πλεῖστα μυστήρια ἐκ τῶν Βίων τῶν Ἁγίων καὶ τῶν ἔργων τῶν Πατέρων.
Πνεύματι εἰσεχώρησεν εἰς τὸ μυστήριον τοῦ ἀγῶνος τοῦ Ὁσίου Σεραφείμ του Σαρώφ, ὅστις μετὰ τὴν πρὸς αὐτὸν ἐμφάνισιν τοῦ Κυρίου ἐν τῷ ναῷ κατὰ τὴν ὥραν τῆς Λειτουργίας, αἰσθανόμενος τὴν ἀπώλειαν τῆς χάριτος καὶ τὴν θείαν ἐγκατάλειψιν, χιλίας ἡμέρας καὶ χιλίας νύκτας ἴστατο ἐπὶ μιᾶς πέτρας ἐν τῇ ἐρήμῳ ἰκετεύων…


Από τη σελίδα 572:
Διάκονός τις διηγήθη εἰς ἐμέ:

«Ἐνεφανίσθη εἰς ἐμὲ ὁ Σατανᾶς ἐν εἴδει ἀγγέλου φωτὸς καὶ κολακευτικῶς ἔλεγεν: “Αγαπῶ τοὺς ὑπερηφά νους, καὶ οὗτοι θὰ εἶναι μετ' ἐμοῦ. Σὺ εἶσαι ὑπερήφανος, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἀνήκεις εἰς ἐμέ”. Ἐγὼ δὲ ἀπεκρίθην: “Εἶμαι χείριστος πάντων". Καὶ ὁ Σατανᾶς ἐγένετο ἄφαν τος».
Καὶ εἰς ἐμὲ συνέβη παρόμοιόν τι, ὅτε ἐνεφανίσθησαν οἱ δαίμονες. Ἐφοβήθην ὀλίγον, ἀλλ᾽ εἶπα:
– Κύριε, Σὺ βλέπεις ὅτι τὰ δαιμόνια δὲν μὲ ἀφίνουν νὰ προσεύχωμαι. Εἰπὲ εἰς ἐμὲ τί ὀφείλω νὰ πράξω, ἵνα ἀπέλθουν ἀπ' ἐμοῦ οἱ δαίμονες.

Καὶ ὁ Κύριος λέγει εἰς τὴν ψυχήν μου:
Αἱ ὑπερήφανοι ψυχαί πάντοτε πάσχουν ἐκ τῶν δαιμόνων.
Καὶ τότε εἶπα:
Κύριε, φώτισόν με, τί πρέπει νὰ σκέπτωμαι, ἵνα ἡ ψυχή μου εἶναι ταπεινή.
Καὶ λαμβάνω ἀπάντησιν εἰς τὴν ψυχήν:
– Κράτει τὸν νοῦν σου εἰς τὸν ἅδην, καὶ μὴ ἀπελπίζου.
Έκτοτε ἤρχισα νὰ πράττω οὕτω, καὶ ἡ ψυχή μου εύρεν ἀνάπαυσιν ἐν τῷ Θεῷ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: