(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
Αγίου Γρηγορίου Παλαμά
Ομιλία 6
Προτρεπτική προς τη νηστεία
Όπου γίνεται σύντομος λόγος και περί της γενέσεως του κόσμου
1 Πολυμήχανος και πολυτροπώτατος για την κακία, μάλλον δε παμμήχανος είναι ο νοητός όφις, ο πρωταίτιος του κακού. Έχει τα μέσα να εμποδίση την αγαθή πρόθεσί μας και πράξι, μόλις αρχίζει. Κι’ αν δεν μπορέση να την εμποδίση στην αρχή, γνωρίζει άλλες μηχανές, με τις οποίες την αχρηστεύει όταν ευρίσκεται σ’ ενέργεια· κι’ αν δεν μπορέση να την αχρηστεύση, όταν τελήται κάπου στη μέση, πάλι γνωρίζει άλλα σοφίσματα και άλλους τρόπους για να την αφανίση όταν τελειωθή και να την καταστήση ανωφελή, μάλλον δε και επιζημία για όσους δεν προσέχουν πολύ.
Και πρώτα μεν υποδεικνύει το επίπονο και δυσκατόρθωτο της αρετής, ώστε με αυτό να μας εμβάλη ραθυμία και ανελπισία, με την σκέψι ότι επιχειρούμε δύσκολα και αδύνατα, κι’ έτσι ότι δεν θα μπορέσωμε να φέρωμε σε έργο την πρόθεσι· προσέτι δε γεννά στους αγωνιζομένους και απιστία στα υπεσχημένα από τον Θεό βραβεία.
2 Αλλά εμείς, αδελφοί, πρέπει να υπερπηδήσωμε αυτήν την παγίδα με την ψυχική ανδρεία, την προθυμία και την πίστι, λαμβάνοντας υπ’ όψι ότι ούτε γη αποδίδει χρησίμους καρπούς χωρίς κόπους ούτε η ψυχή θ’ αποκτήση τίποτε θεοφιλές και σωτήριο χωρίς πνευματικούς αγώνες.
Και γη μεν ακατάλληλη για καλλιέργεια μπορείς να εύρης, ενώ κάθε λογική ψυχή είναι επιδεκτική αρετής. Επειδή δε εξ αιτίας της προγονικής ενοχής κατακριθήκαμε να ζούμε με κόπο και μόχθο, και δεν είναι δυνατό να το αποφύγωμε αυτό, ας κάμωμε την ανάγκη φιλοτιμία· το ακουσίως προσόν’ ας το προσφέρωμε στον Θεό ως εκούσιο, ως δώσωμε αντί των μονίμων τα πρόσκαιρα και ας λάβωμε αντί των δεινών τα χρηστά, καθιστώντας τον πρόσκαιρο κόπο μέσο πορισμού αιωνίας ανέσεως.
Διότι κοπιάζοντας εδώ για την αρετή ασφαλώς θα επιτύχωμε την αναψυχή που μας έχει επαγγελθή για τον μέλλοντα αιώνα. Είναι βεβαίως αξιόπιστος αυτός που επαγγέλθηκε, που είναι επίσης βοηθός έτοιμος σε όσους εξεκίνησαν έτοιμοι τον αγώνα της αρετής. Όταν δε βοηθή αυτός, που μπορεί τα πάντα, ποιο πράγμα θα είναι ακατόρθωτο;
3 Αλλά όταν, ενθυμούμενοι αυτά, αναλάβωμε προθύμως τα έργα της αρετής, γνωρίζοντας εκείνος ο πονηρός ότι το καλό δεν είναι καλό, αν δεν γίνη καλώς, προσπαθεί να μας πείση να μη εκτελούμε κατά θεάρεστο τρόπο την εργασία του καλού ούτε προς τον έπαινο εκ μέρους του Θεού, αλλά προς τον εκ μέρους των ανθρώπων, για να μας αποστερήση κι’ έτσι την μισθαποδοσία από τον Θεό και τα πνευματικά και ουράνια.
Εμείς δε ας αποδείξωμε κι’ αυτήν την προσπάθειά του άπρακτη υπολογίζοντας αφ’ ενός μεν το μέγεθος των αμοιβών που περιμένουν τους θεαρέστους ζώντας, αφ’ ετέρου δε την μηδαμινότητα της ανθρωπαρεσκείας, η οποία δεν είναι αξιόλογη όχι μόνο σε σύγκρισι προς εκείνο το μελλοντικό μέγεθος της θείας δόξας, αλλ’ ούτε για την κάκωσι και την τήξι της σαρκός.
4 Αλλά και μετά την εναντίον του αυτή νίκη ο αρχέκακος εκείνος όφις μας προκαλεί υπούλως την υπερηφάνεια, σαν τελευταίο και πονηρότατο βάραθρο, υποβάλλοντάς μας λογισμούς υπεροψίας και πείθοντάς μας να καυχώμαστε ότι τάχα κατακτήσαμε την αρετή με την δική μας δύναμι και σύνεσι.
Αλλά εμείς ας ενθυμηθούμε την αυτοαλήθεια που λέγει ότι «χωρίς εμένα δεν μπορείτε να κάμετε τίποτε»· και έτσι ας αποκρούωμε τις πολυειδείς μηχανές του πονηρού, εκτελώντας και μάλιστα εκτελώντας καλώς το καλό και με την αρμόζουσα ταπείνωσι γνωρίζοντας ότι, όπως, όταν κάποιος έχη σε αγγείο πολύτιμο μύρο, είτε σε κόπρο το χύση είτε την κόπρο βάλη στο αγγείο, ομοίως αχρειώνει και καταστρέφει το μύρο, έτσι και την αρετή, είτε την απωθήση κανείς και την απορρίψη από τον εαυτό του με την απραξία είτε αναμίξη με την εκτέλεσί της την πονηρία, και με τους δύο τρόπους την αχρειώνει και την καταστρέφει ομοίως.
5 Κι αυτά τα λέγω προς την αγάπη σας με την ευκαιρία της νηστείας, για να την φυλάξωμε αμιγή από κάθε κακία για χάρι μας. Πραγματικά τον Φαρισαίο εκείνον του ευαγγελίου, άν και ενήστευε πάντοτε δύο ημέρες την εβδομάδα, δεν τον ωφέλησε καθόλου η νηστεία, διότι είχε αναμιγμένη με αυτήν την υπερηφάνεια και την κατάκρισι προς τον πλησίον. Αλλ’ αυτό δεν σημαίνει ότι η νηστεία δεν είναι ωφέλιμη· διότι πόσο είναι το όφελος σ’ αυτούς που την τελούν θεαρέστως κι’ όπως αρμόζει, το έδειξαν ο Μωυσής, ο Ηλίας, ο ίδιος ο Κύριος.
6 Πραγματικά ο Μωυσής, κρατώντας πολυήμερη νηστεία (αλλά, παρακαλώ, εντείνατε τη διάνοιά σας και ανυψώσατέ την τώρα, που είναι η ευκαιρία, μαζί με τις αναβάσεις του Μωυσέως επάνω στο όρος πρός τον Θεό, ώστε διά μέσου αυτών, ξαναρχίζοντας πάλι την ανάβασι στο δρόμο, να συνανυψωθήτε με τον Χριστό, που ανεβαίνει όχι στο όρος πλέον αλλά στον ουρανό και μας παίρνει μαζί τους.
Ο Μωυσής λοιπόν, κρατώντας τεσσαρακονταήμερη νηστεία επάνω στο όρος, βλέπει τον Θεό, σύμφωνα με την Γραφή κατά πρόσωπο και όχι αινιγματικώς και ομιλεί προς αυτόν, όπως ομιλεί κανείς προς τον φίλο του, μαθαίνει από τον Θεό και διδάσκει γι’ αυτόν όλους, ότι αυτός είναι ο παντοτινά ων, που δεν μεταβαίνει στο μη ον, αλλά και καλεί τα μη όντα ως όντα και παρήγαγε τα πάντα εκ μη όντων και δεν αφήνει να εκπέσουν προς το μη ον.
Αυτός πρώτα μόνο με το νεύμα και το θέλημα παρήγαγε όλη την αισθητή κτίσι με μιας εκ μη όντων, διότι «στην αρχή», λέγει, «κατεσκεύασε ο Θεός τον ουρανό και τη γην όχι πάντως αδειανά ούτε χωρίς όλα τα ενδιάμεσα μεταξύ τους· η γη ήταν ανάμικτη με το ύδωρ, το κάθε μέρος ήταν γεμάτο με αέρα και ζώα και φυτά όλων των ειδών, ο δε ουρανός ήταν γεμάτος διάφορα φώτα και λάμψεις, από τα οποία συνίσταται το σύμπαν.
7 Έτσι λοιπόν εδημιούργησε ο Θεός στην αρχή τον ουρανό και τη γη, σαν ύλη που δέχεται τα πάντα και δυνάμει φέρει τα πάντα, καλώς ραπίζοντας από μακριά εκείνους που κακώς νομίζουν ότι η ύλη προϋπήρχε αυτοτελώς.
Έπειτα καλλιεργώντας και στολίζοντας τον κόσμο κατένειμε σε έξι ημέρες την κατάλληλη και αρμοδία στο καθένα τάξι από τα προσόντα του που συμπληρώνουν τον κόσμο του· εξεχώριζε το καθένα με το πρόσταγμα μόνο και σαν να εξήγε από κρυφό θησαυροφυλάκιο κατά είδος τα φυλαγμένα, διέθετε και συνέθετε με άκρα αρμονία και προσαρμογή το ένα προς το άλλο, το καθένα πρός το σύνολο και τα πάντα προς το καθένα.
Έτσι λοιπόν παρήχθηκε ένα πρώτο από τα όντα στην κτίσι και μετά το πρώτο άλλο και μετά από αυτό άλλο και έτσι στη συνέχεια, έπειτα δε από όλα ο άνθρωπος, ο οποίος αξιώθηκε μεγαλυτέρας τιμής από τον Θεό και προνοίας, και πριν πλασθή και μετά την πλάσι, ώστε και ο αισθητός τούτος κόσμος όλος να γίνη γι’ αυτόν πριν απ’ αυτόν και η βασιλεία των ουρανών να ετοιμασθή γι’ αυτόν πριν από αυτόν, από την θεμελίωσι του κόσμου, ώστε να προηγηθή γι’ αυτόν βουλή, να πλασθή με το χέρι του Θεού και κατ’ εικόνα Θεού και να μη πάρη το σύνολό του από την ύλη αυτή και από τον κόσμο κατ’ αίσθησι, όπως στα άλλα ζώα, αλλά μόνο το σώμα, ενώ την ψυχή έλαβε από τα υπερκόσμια, μάλλον δε από τον ίδιο τον Θεό με απόρρητο εμφύσημα, σαν κάτι μεγάλο και θαυμαστό, που υπερέχει όλων των άλλων και εποπτεύει στο σύνολο κι’ επιστατεί σε όλα, σαν κάτι που είναι γνωστικό και συγχρόνως δεκτικό και αποδεικτικό του Θεού.
Εξοχώτερο από κάθε άλλο αποτέλεσμα της υπερβατικής μεγαλειότητος του τεχνίτη. Γι’ αυτό ως κατοικία έλαβε τον παράδεισο, φυτευμένον κι’ αυτόν κατά εξαίρετο τρόπο από τον Θεό, για να έχη εκεί θεία θέα και ομιλία αυτοπροσώπως και λάβη σ’ αυτόν συμβουλή και εντολή από τον Θεό, που ώρισε την αρμόζουσα εκεί νηστεία, με την έννοια ότι, αν την εκρατούσε και την διατηρούσε, θα παρέμενε διαπαντός αθάνατος και ακούραστος και άλυπος.
11 Αυτός όμως, προτιμήσας από αυτήν την εντολή και συμβουλή την επιβουλή, αλλοίμονο, του αρχεκάκου όφεως εκουσίως, κατέλυσε την εντεταλμένη νηστεία· έτσι αντί της αειζωίας λαμβάνει τον θάνατο και αντί του τόπου της άφθαρτης τρυφής τον πολυπαθή και γεμάτο συμφορές τούτον τόπο της αμαρτίας, μάλλον δε τον Άδη, καταδικαζόμενος στο εκεί σκότος.
Και θα διέμενε η φύσις μας στα καταχθόνια κάτω από τα κρησφύγετα του όφεως εκείνου που τον εξαπάτησε στην αρχή, αν δεν ερχόταν ο Χριστός, που αρχίζοντας από νηστεία κατήργησε στο τέλος την τυραννίδα του, εμάς δε ελευθέρωσε και αναζωοποίησε, πράγμα που προείπε και ο Μωυσής.
Διότι αυτός, νηστεύοντας επάνω εκεί στο όρος, δέχεται τις θεότευκτες πλάκες και τον νόμο πάλι γραμμένο με το δάκτυλο του Θεού σε δεύτερες πλάκες, σύμφωνα με τον οποίο εκπαιδεύοντας τότε τον ιερό λαό προετύπωσε και προϋπέδειξε εμπράκτως όλα τα του Χριστού, αναδειχθείς ελευθερωτής και σωτήρ του Αβραμιαίου γένους, όπως ο Χριστός ύστερα του ανθρωπίνου γένους.
Συνεχίζεται
Ομιλία 6
Προτρεπτική προς τη νηστεία
Όπου γίνεται σύντομος λόγος και περί της γενέσεως του κόσμου
1 Πολυμήχανος και πολυτροπώτατος για την κακία, μάλλον δε παμμήχανος είναι ο νοητός όφις, ο πρωταίτιος του κακού. Έχει τα μέσα να εμποδίση την αγαθή πρόθεσί μας και πράξι, μόλις αρχίζει. Κι’ αν δεν μπορέση να την εμποδίση στην αρχή, γνωρίζει άλλες μηχανές, με τις οποίες την αχρηστεύει όταν ευρίσκεται σ’ ενέργεια· κι’ αν δεν μπορέση να την αχρηστεύση, όταν τελήται κάπου στη μέση, πάλι γνωρίζει άλλα σοφίσματα και άλλους τρόπους για να την αφανίση όταν τελειωθή και να την καταστήση ανωφελή, μάλλον δε και επιζημία για όσους δεν προσέχουν πολύ.
Και πρώτα μεν υποδεικνύει το επίπονο και δυσκατόρθωτο της αρετής, ώστε με αυτό να μας εμβάλη ραθυμία και ανελπισία, με την σκέψι ότι επιχειρούμε δύσκολα και αδύνατα, κι’ έτσι ότι δεν θα μπορέσωμε να φέρωμε σε έργο την πρόθεσι· προσέτι δε γεννά στους αγωνιζομένους και απιστία στα υπεσχημένα από τον Θεό βραβεία.
2 Αλλά εμείς, αδελφοί, πρέπει να υπερπηδήσωμε αυτήν την παγίδα με την ψυχική ανδρεία, την προθυμία και την πίστι, λαμβάνοντας υπ’ όψι ότι ούτε γη αποδίδει χρησίμους καρπούς χωρίς κόπους ούτε η ψυχή θ’ αποκτήση τίποτε θεοφιλές και σωτήριο χωρίς πνευματικούς αγώνες.
Και γη μεν ακατάλληλη για καλλιέργεια μπορείς να εύρης, ενώ κάθε λογική ψυχή είναι επιδεκτική αρετής. Επειδή δε εξ αιτίας της προγονικής ενοχής κατακριθήκαμε να ζούμε με κόπο και μόχθο, και δεν είναι δυνατό να το αποφύγωμε αυτό, ας κάμωμε την ανάγκη φιλοτιμία· το ακουσίως προσόν’ ας το προσφέρωμε στον Θεό ως εκούσιο, ως δώσωμε αντί των μονίμων τα πρόσκαιρα και ας λάβωμε αντί των δεινών τα χρηστά, καθιστώντας τον πρόσκαιρο κόπο μέσο πορισμού αιωνίας ανέσεως.
Διότι κοπιάζοντας εδώ για την αρετή ασφαλώς θα επιτύχωμε την αναψυχή που μας έχει επαγγελθή για τον μέλλοντα αιώνα. Είναι βεβαίως αξιόπιστος αυτός που επαγγέλθηκε, που είναι επίσης βοηθός έτοιμος σε όσους εξεκίνησαν έτοιμοι τον αγώνα της αρετής. Όταν δε βοηθή αυτός, που μπορεί τα πάντα, ποιο πράγμα θα είναι ακατόρθωτο;
3 Αλλά όταν, ενθυμούμενοι αυτά, αναλάβωμε προθύμως τα έργα της αρετής, γνωρίζοντας εκείνος ο πονηρός ότι το καλό δεν είναι καλό, αν δεν γίνη καλώς, προσπαθεί να μας πείση να μη εκτελούμε κατά θεάρεστο τρόπο την εργασία του καλού ούτε προς τον έπαινο εκ μέρους του Θεού, αλλά προς τον εκ μέρους των ανθρώπων, για να μας αποστερήση κι’ έτσι την μισθαποδοσία από τον Θεό και τα πνευματικά και ουράνια.
Εμείς δε ας αποδείξωμε κι’ αυτήν την προσπάθειά του άπρακτη υπολογίζοντας αφ’ ενός μεν το μέγεθος των αμοιβών που περιμένουν τους θεαρέστους ζώντας, αφ’ ετέρου δε την μηδαμινότητα της ανθρωπαρεσκείας, η οποία δεν είναι αξιόλογη όχι μόνο σε σύγκρισι προς εκείνο το μελλοντικό μέγεθος της θείας δόξας, αλλ’ ούτε για την κάκωσι και την τήξι της σαρκός.
4 Αλλά και μετά την εναντίον του αυτή νίκη ο αρχέκακος εκείνος όφις μας προκαλεί υπούλως την υπερηφάνεια, σαν τελευταίο και πονηρότατο βάραθρο, υποβάλλοντάς μας λογισμούς υπεροψίας και πείθοντάς μας να καυχώμαστε ότι τάχα κατακτήσαμε την αρετή με την δική μας δύναμι και σύνεσι.
Αλλά εμείς ας ενθυμηθούμε την αυτοαλήθεια που λέγει ότι «χωρίς εμένα δεν μπορείτε να κάμετε τίποτε»· και έτσι ας αποκρούωμε τις πολυειδείς μηχανές του πονηρού, εκτελώντας και μάλιστα εκτελώντας καλώς το καλό και με την αρμόζουσα ταπείνωσι γνωρίζοντας ότι, όπως, όταν κάποιος έχη σε αγγείο πολύτιμο μύρο, είτε σε κόπρο το χύση είτε την κόπρο βάλη στο αγγείο, ομοίως αχρειώνει και καταστρέφει το μύρο, έτσι και την αρετή, είτε την απωθήση κανείς και την απορρίψη από τον εαυτό του με την απραξία είτε αναμίξη με την εκτέλεσί της την πονηρία, και με τους δύο τρόπους την αχρειώνει και την καταστρέφει ομοίως.
5 Κι αυτά τα λέγω προς την αγάπη σας με την ευκαιρία της νηστείας, για να την φυλάξωμε αμιγή από κάθε κακία για χάρι μας. Πραγματικά τον Φαρισαίο εκείνον του ευαγγελίου, άν και ενήστευε πάντοτε δύο ημέρες την εβδομάδα, δεν τον ωφέλησε καθόλου η νηστεία, διότι είχε αναμιγμένη με αυτήν την υπερηφάνεια και την κατάκρισι προς τον πλησίον. Αλλ’ αυτό δεν σημαίνει ότι η νηστεία δεν είναι ωφέλιμη· διότι πόσο είναι το όφελος σ’ αυτούς που την τελούν θεαρέστως κι’ όπως αρμόζει, το έδειξαν ο Μωυσής, ο Ηλίας, ο ίδιος ο Κύριος.
6 Πραγματικά ο Μωυσής, κρατώντας πολυήμερη νηστεία (αλλά, παρακαλώ, εντείνατε τη διάνοιά σας και ανυψώσατέ την τώρα, που είναι η ευκαιρία, μαζί με τις αναβάσεις του Μωυσέως επάνω στο όρος πρός τον Θεό, ώστε διά μέσου αυτών, ξαναρχίζοντας πάλι την ανάβασι στο δρόμο, να συνανυψωθήτε με τον Χριστό, που ανεβαίνει όχι στο όρος πλέον αλλά στον ουρανό και μας παίρνει μαζί τους.
Ο Μωυσής λοιπόν, κρατώντας τεσσαρακονταήμερη νηστεία επάνω στο όρος, βλέπει τον Θεό, σύμφωνα με την Γραφή κατά πρόσωπο και όχι αινιγματικώς και ομιλεί προς αυτόν, όπως ομιλεί κανείς προς τον φίλο του, μαθαίνει από τον Θεό και διδάσκει γι’ αυτόν όλους, ότι αυτός είναι ο παντοτινά ων, που δεν μεταβαίνει στο μη ον, αλλά και καλεί τα μη όντα ως όντα και παρήγαγε τα πάντα εκ μη όντων και δεν αφήνει να εκπέσουν προς το μη ον.
Αυτός πρώτα μόνο με το νεύμα και το θέλημα παρήγαγε όλη την αισθητή κτίσι με μιας εκ μη όντων, διότι «στην αρχή», λέγει, «κατεσκεύασε ο Θεός τον ουρανό και τη γην όχι πάντως αδειανά ούτε χωρίς όλα τα ενδιάμεσα μεταξύ τους· η γη ήταν ανάμικτη με το ύδωρ, το κάθε μέρος ήταν γεμάτο με αέρα και ζώα και φυτά όλων των ειδών, ο δε ουρανός ήταν γεμάτος διάφορα φώτα και λάμψεις, από τα οποία συνίσταται το σύμπαν.
7 Έτσι λοιπόν εδημιούργησε ο Θεός στην αρχή τον ουρανό και τη γη, σαν ύλη που δέχεται τα πάντα και δυνάμει φέρει τα πάντα, καλώς ραπίζοντας από μακριά εκείνους που κακώς νομίζουν ότι η ύλη προϋπήρχε αυτοτελώς.
Έπειτα καλλιεργώντας και στολίζοντας τον κόσμο κατένειμε σε έξι ημέρες την κατάλληλη και αρμοδία στο καθένα τάξι από τα προσόντα του που συμπληρώνουν τον κόσμο του· εξεχώριζε το καθένα με το πρόσταγμα μόνο και σαν να εξήγε από κρυφό θησαυροφυλάκιο κατά είδος τα φυλαγμένα, διέθετε και συνέθετε με άκρα αρμονία και προσαρμογή το ένα προς το άλλο, το καθένα πρός το σύνολο και τα πάντα προς το καθένα.
Έτσι λοιπόν παρήχθηκε ένα πρώτο από τα όντα στην κτίσι και μετά το πρώτο άλλο και μετά από αυτό άλλο και έτσι στη συνέχεια, έπειτα δε από όλα ο άνθρωπος, ο οποίος αξιώθηκε μεγαλυτέρας τιμής από τον Θεό και προνοίας, και πριν πλασθή και μετά την πλάσι, ώστε και ο αισθητός τούτος κόσμος όλος να γίνη γι’ αυτόν πριν απ’ αυτόν και η βασιλεία των ουρανών να ετοιμασθή γι’ αυτόν πριν από αυτόν, από την θεμελίωσι του κόσμου, ώστε να προηγηθή γι’ αυτόν βουλή, να πλασθή με το χέρι του Θεού και κατ’ εικόνα Θεού και να μη πάρη το σύνολό του από την ύλη αυτή και από τον κόσμο κατ’ αίσθησι, όπως στα άλλα ζώα, αλλά μόνο το σώμα, ενώ την ψυχή έλαβε από τα υπερκόσμια, μάλλον δε από τον ίδιο τον Θεό με απόρρητο εμφύσημα, σαν κάτι μεγάλο και θαυμαστό, που υπερέχει όλων των άλλων και εποπτεύει στο σύνολο κι’ επιστατεί σε όλα, σαν κάτι που είναι γνωστικό και συγχρόνως δεκτικό και αποδεικτικό του Θεού.
Εξοχώτερο από κάθε άλλο αποτέλεσμα της υπερβατικής μεγαλειότητος του τεχνίτη. Γι’ αυτό ως κατοικία έλαβε τον παράδεισο, φυτευμένον κι’ αυτόν κατά εξαίρετο τρόπο από τον Θεό, για να έχη εκεί θεία θέα και ομιλία αυτοπροσώπως και λάβη σ’ αυτόν συμβουλή και εντολή από τον Θεό, που ώρισε την αρμόζουσα εκεί νηστεία, με την έννοια ότι, αν την εκρατούσε και την διατηρούσε, θα παρέμενε διαπαντός αθάνατος και ακούραστος και άλυπος.
11 Αυτός όμως, προτιμήσας από αυτήν την εντολή και συμβουλή την επιβουλή, αλλοίμονο, του αρχεκάκου όφεως εκουσίως, κατέλυσε την εντεταλμένη νηστεία· έτσι αντί της αειζωίας λαμβάνει τον θάνατο και αντί του τόπου της άφθαρτης τρυφής τον πολυπαθή και γεμάτο συμφορές τούτον τόπο της αμαρτίας, μάλλον δε τον Άδη, καταδικαζόμενος στο εκεί σκότος.
Και θα διέμενε η φύσις μας στα καταχθόνια κάτω από τα κρησφύγετα του όφεως εκείνου που τον εξαπάτησε στην αρχή, αν δεν ερχόταν ο Χριστός, που αρχίζοντας από νηστεία κατήργησε στο τέλος την τυραννίδα του, εμάς δε ελευθέρωσε και αναζωοποίησε, πράγμα που προείπε και ο Μωυσής.
Διότι αυτός, νηστεύοντας επάνω εκεί στο όρος, δέχεται τις θεότευκτες πλάκες και τον νόμο πάλι γραμμένο με το δάκτυλο του Θεού σε δεύτερες πλάκες, σύμφωνα με τον οποίο εκπαιδεύοντας τότε τον ιερό λαό προετύπωσε και προϋπέδειξε εμπράκτως όλα τα του Χριστού, αναδειχθείς ελευθερωτής και σωτήρ του Αβραμιαίου γένους, όπως ο Χριστός ύστερα του ανθρωπίνου γένους.
Συνεχίζεται
Από το βιβλίο, Αγίου Γρηγορίου Παλαμά, «Έργα 9», των Εκδόσεων Πατερικών Μελετών «Γρηγόριος ο Παλαμάς». Εισαγωγή, κείμενο, μετάφραση, σχόλια Παναγιώτης Χρήστου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου