Συνέχεια από Τρίτη 17. Φεβρουαρίου 2026
Του Franco Volpi, εκδόσεις Editori Laterza, 1996
Κεφάλαιο δέκατο γ
Ο ευρωπαϊκός μηδενισμός στην ιστορία του είναι: Χάιντεγγερ και Νίτσε
8. Ο «Νίτσε» του 1961
.....Με δυο λόγια, η επιφανειακή σύνδεση μηδενισμού και μεταφυσικής, που εκτοξεύθηκε από τον Krieck ως ύβρις, θα είχε προσφέρει στον Heidegger την αφορμή να εγκαινιάσει τη ριζική του διερεύνηση της ουσιώδους μεταξύ τους σχέσης.....
8. Ο «Νίτσε» του 1961
.....Με δυο λόγια, η επιφανειακή σύνδεση μηδενισμού και μεταφυσικής, που εκτοξεύθηκε από τον Krieck ως ύβρις, θα είχε προσφέρει στον Heidegger την αφορμή να εγκαινιάσει τη ριζική του διερεύνηση της ουσιώδους μεταξύ τους σχέσης.....
Μόνο ύστερα από χρονική απόσταση περίπου είκοσι ετών ο Χάιντεγκερ αποφάσισε να συγκεντρώσει και να δημοσιεύσει συνολικά τα αποτελέσματα της εξαντλητικής αντιπαράθεσής του με τον Νίτσε – παρά τις αντιστάσεις της συζύγου του, η οποία φοβόταν μήπως επαναληφθεί η βαθιά κρίση στην οποία, το 1938, τον είχε καταβυθίσει ο Νίτσε.
Με τη βοήθεια του Όττο Πέγκελερ, ο οποίος τότε εργαζόταν στο βιβλίο του Der Denkweg Martin Heideggers (Neske, Pfullingen 1963), ο Χάιντεγκερ συγκέντρωσε τα πέντε πανεπιστημιακά μαθήματα της περιόδου 1936-1940, αποκλείοντας το σεμινάριο για τη δεύτερη Ανεπίκαιρη Θεώρηση (1938-39) λόγω του αποσπασματικού χαρακτήρα του χειρογράφου, και προσθέτοντας ορισμένες πραγματείες που είχαν συγγραφεί μεταξύ 1940 και 1946.
Κατά την εκδοτική προετοιμασία του κειμένου, ακόμη και αφού είχε ολοκληρωθεί η τυπογραφική στοιχειοθεσία, ο Χάιντεγκερ θεώρησε αναγκαίο να επέμβει σε βάθος: προχώρησε ιδίως σε λεπτομερέστερη διάρθρωση σε κεφάλαια, των οποίων οι τίτλοι διατυπώθηκαν κατά μεγάλο μέρος από τον Πέγκελερ, πράγμα που συνεπέφερε όχι λίγες τροποποιήσεις και αναδιατυπώσεις, επεκτάσεις και περικοπές.
«Τις εβδομάδες αυτές – γράφει ο Χάιντεγκερ στην Ελίζαμπετ Μπλοχμάν στις 12 Απριλίου 1961 – ολοκληρώνω το ενοχλητικό έργο της διόρθωσης των δύο τόμων του Nietzsche. Αλλά το πιο κοπιαστικό ήταν ότι έπρεπε να διατρέξω ακόμη μία φορά αυτούς τους συλλογισμούς, οι οποίοι αποτελούν ένα τελικό σημείο της δυτικής σκέψης, αλλά ταυτόχρονα είναι πραγματικότητα, σε πολλαπλές, συχνά μη αναγνωρίσιμες εξωτερικές μορφές» (Heidegger-Blochmann, 1989: 114).
Το αποτέλεσμα ήταν το μεγάλο έργο που εκδόθηκε σε δύο τόμους από τον εκδοτικό οίκο Neske στο Pfullingen το 1961 με τον τίτλο Nietzsche. Στο μεταξύ επανεκδόθηκε ως τόμος VI, σε δύο μέρη, στο πλαίσιο της Gesamtausgabe. Σε αυτό επανεκδόθηκαν επίσης τα μαθήματα της περιόδου 1936-1940 στην αρχική τους μορφή, δηλαδή χωρίς τις αναθεωρήσεις που έγιναν για την έκδοση του 1961 και με την προσθήκη των Wiederholungen («Ανακεφαλαιώσεων»), τις οποίες ο Χάιντεγκερ συνήθιζε να παρουσιάζει στην αρχή κάθε ώρας για να επαναλάβει το θέμα της προηγούμενης διάλεξης.
9. Νίτσε: ούτε αληθινός ούτε ψευδής, αλλά ή ζωντανός ή νεκρός
Όσο για το περιεχόμενο του έργου, αυτό βρίσκεται μπροστά στα μάτια μας σε όλη του την έκταση και πολυπλοκότητα, και δεν είναι εδώ ο τόπος για να αναλυθεί. Εκείνο που πρέπει να υπογραμμιστεί είναι ότι ο Χάιντεγκερ δεν προτίθεται να προτείνει ακόμη μία μονογραφία για τον Νίτσε – άλλωστε η ίδια η δομή του κειμένου το δείχνει – ούτε θέλει να προσφέρει μια νέα και ίσως πρωτότυπη εικόνα του Νίτσε. Υπερβαίνει σαφώς τα όρια μιας απλής ερμηνείας.
Όπως δηλώνουν τα λόγια με τα οποία ανοίγει το έργο, εδώ το όνομα του Νίτσε «στέκει, ως τίτλος, για να δηλώσει το πράγμα που τίθεται υπό εξέταση στη σκέψη του», και αυτό το πράγμα είναι για τον Χάιντεγκερ το ζήτημα του Είναι, στο οποίο ο Νίτσε, όπως και όλοι οι μεγάλοι στοχαστές, δίνει τη δική του απάντηση.
Η προσέγγιση που θέτει σε εφαρμογή ο Χάιντεγκερ είναι, αντιστοίχως, εκείνη μιας εκτεταμένης και σφοδρής αντιπαράθεσης σε όλα τα επίπεδα, την οποία ονομάζει Aus-einander-setzung: ο όρος αυτός σημαίνει το «αντιπαρατίθεσθαι», το να αντιμάχεται και να συζητά κανείς ένα «πράγμα» με κάποιον. Ο Χάιντεγκερ τον χρησιμοποιεί και ως τεχνικό όρο για να αποδώσει τον πόλεμο του Ηρακλείτου.
Η γραφή που χρησιμοποιεί, προκειμένου να αναδείξει τα συστατικά της λέξης, θέλει να υποδηλώσει ό,τι συνεπάγεται μια αντιπαράθεση: δηλαδή τη διάταξη των μερών το ένα απέναντι στο άλλο, την ανάπτυξη των δυνάμεων που βρίσκονται στο πεδίο και τη λήψη της αναγκαίας απόστασης μεταξύ τους με σκοπό να αντιπαλέψουν χάριν του ίδιου του ζητήματος που τίθεται. Πρόκειται για μια διαμάχη όχι αυτοσκοπική αλλά προσανατολισμένη στο πρόβλημα που συζητείται, μια διαμάχη μὴ κατὰ δόξαν ἀλλὰ κατ’ οὐσίαν.
Αναλαμβάνοντας αυτή την αντιπαράθεση, ο Χάιντεγκερ ανακρίνει με σφυροκοπητική επιμονή τα νιτσεϊκά κείμενα και φθάνει να ανακαλύψει το νήμα που συνδέει τις κεφαλαιώδεις διδασκαλίες του Νίτσε σε ένα ενιαίο πλέγμα συνδεδεμένο με τη μεταφυσική παράδοση: τη βούληση για δύναμη και την αιώνια επιστροφή του ίδιου (διδασκαλίες που θα απαντούσαν στα παραδοσιακά μεταφυσικά ερωτήματα περί του «τί είναι» και «πώς είναι» το ον), την ανατίμηση όλων των αξιών, τον μηδενισμό, και τον Υπεράνθρωπο.
Κατά μήκος μιας διαδρομής που εκτείνεται από τον Νίτσε στον Πλάτωνα, και από τον Πλάτωνα σε εμάς, διασχίζοντας ολόκληρη την ιστορία της φιλοσοφίας, ο Χάιντεγκερ δείχνει ότι όλες αυτές οι διδασκαλίες δεν αποτελούν το εκκεντρικό γέννημα του άρρωστου νου του στοχαστή-ποιητή, αλλά συνιστούν την ουσιώδη και αναπόφευκτη ολοκλήρωση της δυτικής μεταφυσικής, αυστηρά σκεπτόμενης μέχρι τις έσχατες συνέπειές της.
Γι’ αυτό είναι περιοριστικό και ανεπαρκές να ερμηνεύεται ο Νίτσε ως ηθικολόγος και ψυχολόγος, όσο σημαντικές κι αν είναι οι ψυχολογικο-ηθικές κατακτήσεις που του αναγνωρίζονται (Klages)· ή ως πολιτικός στοχαστής και κριτικός του πολιτισμού, όσο διαυγές και διορατικό κι αν είναι το σχέδιο που του αποδίδεται (Baeumler)· ή ακόμη ως φιλόσοφος της ύπαρξης, του οποίου οι διατυπώσεις προκαλούν σκάνδαλο αλλά δεν είναι δεσμευτικές και δεν απαιτούν να ληφθούν στα σοβαρά (Jaspers).
Για τον Χάιντεγκερ, αντιθέτως, η σκέψη του Νίτσε δεν είναι «λιγότερο αντικειμενική και αυστηρή από τη σκέψη του Αριστοτέλη, ο οποίος στο τέταρτο βιβλίο της Μεταφυσικής σκέπτεται την αρχή της μη αντιφάσεως ως την πρώτη αλήθεια περί του Είναι του όντος» (HGA, V, 249). Και η φιλοσοφία του είναι η κατεξοχήν μεταφυσική της σύγχρονης εποχής, διότι σκέπτεται τη δική μας αλήθεια περί του όντος στο σύνολό του ως βούληση για δύναμη και παρέχει μια διεισδυτική διάγνωση των θεμελιωδών χαρακτηριστικών της εποχής μας.
Ως «ο πιο αχαλίνωτος πλατωνικός στην ιστορία της δυτικής μεταφυσικής», ο Νίτσε πραγματοποιεί μια ριζική αναστροφή της μεταφυσικής, οδηγώντας την μέχρι το έσχατο όριό της, και ανοίγει, στο κατώφλι του εικοστού αιώνα, ερωτήματα για μια κρίση – και για την πιθανή υπέρβασή της – που βασανίζουν την αυτοκατανόηση του κόσμου μας.
Δεν πρόκειται λοιπόν ούτε να αντιταχθεί κανείς στον Νίτσε ούτε να ταχθεί υπέρ του, αλλά να σκεφθεί εκείνο που αυτός ολοκλήρωσε και εκείνο που προείδε με το έργο του. Και αυτό είναι δυνατό μόνο αν ληφθεί υπόψη το ίδιο το πράγμα που τίθεται υπό συζήτηση στη σκέψη του, δηλαδή η απάντηση που αυτή δίνει στο κατευθυντήριο ερώτημα της μεταφυσικής:«τί είναι το ὂν;»
Η απάντηση αυτή διατυπώνεται ως εξής: «το ὂν είναι βούληση για δύναμη και αιώνια επιστροφή του ίδιου».
Παρουσιασμένη κατ’ αυτόν τον τρόπο, η χαϊντεγγεριανή ερμηνεία φαίνεται να έχει όλη την όψη μιας αυθαίρετης βίας που απλώνει το έργο του Νίτσε στην κλίνη του Προκρούστη του ερωτήματος του Είναι. Αν όμως ακολουθήσει κανείς το ερμηνευτικό νήμα που υφαίνει ο Χάιντεγκερ βήμα προς βήμα, στο τέλος καθίσταται σαφές ότι για εκείνον πρόκειται πρωτίστως για το «να ακούσει τον ίδιο τον Νίτσε, να θέσει τα ερωτήματα μαζί του, μέσω αυτού και έτσι ταυτόχρονα εναντίον του, αλλά χάριν του ενός και μόνου ενδόμυχου κοινού πράγματος που τίθεται υπό συζήτηση στη δυτική φιλοσοφία» (Heidegger, 1994: 34-35).
Υπό αυτή την προοπτική ο Νίτσε είναι ένας από εκείνους τους στοχαστές που δεν είναι ούτε αληθείς ούτε ψευδείς, αλλά μόνο ή ζωντανοί ή νεκροί.
Τώρα, το πράγμα που τίθεται υπό συζήτηση στη σκέψη του Νίτσε αναδεικνύεται για τον Χάιντεγκερ όχι τόσο στο δημοσιευμένο έργο, το οποίο παραμένει «πρόθυρο» και «προοίμιο», όσο στα μεταθανάτια σημειώματα, τα οποία ο Χάιντεγκερ αρνείται ακόμη και να αποκαλέσει «αποσπάσματα», θεωρώντας τα ολοκληρωμένες σκέψεις – και σε εκείνο που θα έπρεπε να αποτελέσει το «κεφαλαιώδες έργο» (Hauptwerk), δηλαδή τη Βούληση για δύναμη.
Η καθαυτό φιλοσοφία του Νίτσε περιέχεται στα ανέκδοτα χειρόγραφα της δεκαετίας του 1880, και το αληθινό έργο που αυτά θέτουν είναι φιλοσοφικό: να ταξινομηθούν με τέτοιο τρόπο ώστε να καταστεί δυνατό να συλληφθεί το βαθύ τους νόημα.
Ο Χάιντεγκερ εντοπίζει λοιπόν στη «βούληση για δύναμη» το πρόβλημα που βρίσκεται στο κέντρο της σκέψης του ύστερου Νίτσε. Αυτό δεν σημαίνει ωστόσο ότι εγκρίνει ή νομιμοποιεί την έκδοση της Βούλησης για δύναμη που επιμελήθηκε η αδελφή του. Είναι απολύτως σαφής γι’ αυτόν η διαφορά ανάμεσα στο φιλοσοφικό πρόβλημα της βούλησης για δύναμη, στο λογοτεχνικό σχέδιο που αφιέρωσε ο Νίτσε σε αυτό το πρόβλημα και στη συνοπτική ανακατασκευή αυτού του σχεδίου που πραγματοποιήθηκε εκ των υστέρων από την αδελφή του με τη βοήθεια του Peter Gast.
Κατά τη διάρκεια των μαθημάτων του ο Χάιντεγκερ επανέρχεται επανειλημμένα σε αυτό το ζήτημα με πολύ ρητές κριτικές απέναντι στις επιλογές των επιμελητών (Heidegger, 1994: 338 κ.ε., 342 κ.ε., 399 κ.ε., 572-74, 619, 639-40), και οι περιστάσεις της συνεργασίας του με το Αρχείο-Νίτσε για μια επανέκδοση της Βούλησης για δύναμη φωτίζουν περαιτέρω τους λόγους αυτών των φιλολογικών παρεκβάσεων.
Εκείνο που τον ενδιαφέρει πρωτίστως είναι όμως η φιλοσοφική αντιπαράθεση με τον Νίτσε, μέσα στην οποία θέτει σε εφαρμογή μια λεπτή στρατηγική οικειοποίησης και αποστασιοποίησης. Περιοριζόμενοι στις δύο θεμελιώδεις διδασκαλίες της βούλησης για δύναμη και της αιώνιας επιστροφής, θα παρατηρήσουμε ότι η ερμηνεία της βούλησης για δύναμη σε οντολογικό κλειδί — δηλαδή ως τον τρόπο με τον οποίο ο Νίτσε συλλαμβάνει τη ζωή κατά τον τρόπο του είναι της, άρα το είναι του όντος στο σύνολό του ως προς το «τί είναι», ενώ παραμένει σταθερή σε όλη τη διάρκεια της αντιπαράθεσης — αντιμετωπίζεται άλλοτε με μια συμπεριληπτική στάση κατανόησης και άλλοτε με μια αποκλειστική στάση κριτικής.
Αρχικά, συσχετίζοντας τη βούληση για δύναμη με τον χαρακτήρα της ως πάθους, ορμής και συναισθήματος, ο Χάιντεγκερ αναδεικνύει τις όψεις εκείνες κατά τις οποίες η βούληση είναι μη-βούληση, δηλαδή εξαρτάται από μια κατάσταση και από την αντίστοιχη Stimmung. Τείνει δηλαδή να τη σκεφθεί παραλλήλως προς τη δική του σύλληψη της «αποφασιστικότητας» (Entschlossenheit) ως φέρουσας καθοριστικότητας του Dasein, η οποία είναι πάντοτε μια gestimmte Entschlossenheit, όπως δείχνει στο Είναι και Χρόνος.
Αυτός ο παραλληλισμός εγκαταλείπεται στο δεύτερο βιβλίο, όπου η βούληση καθίσταται αντιθέτως ολοένα και σαφέστερα η τελική μορφή της «υποκειμενικότητας» (Subiectität), δηλαδή της αρχής που διέπει τη μεταφυσική στο σύνολό της και ειδικότερα τη μεταφυσική της νεότερης εποχής, συγκροτώντας την οντολογική συνθήκη δυνατότητας του «εγκαταστασιακού πλαισίου» (Gestell) ως εποχικής μορφής της τεχνικής εποχής.
Κάτι ανάλογο μπορεί να λεχθεί και για την άλλη θεμελιώδη διδασκαλία, εκείνη της αιώνιας επιστροφής του ίδιου. Αυτή συνδέεται στενά, για τον Χάιντεγκερ, με τη διδασκαλία της βούλησης για δύναμη. Αν η τελευταία λέγει τί είναι το ον στο σύνολό του — δεδομένου ότι υπό την ηγεμονία της αρχής της υποκειμενικότητας καθετί που είναι προσλαμβάνει τον χαρακτήρα της βούλησης για δύναμη — η αιώνια επιστροφή λέγει πώς είναι το ον που έχει αναχθεί σε βούληση για δύναμη.
Εκεί όπου ο Χάιντεγκερ, με μια υποβλητική ερμηνεία των κεφαλαίων του Ζαρατούστρα «Το όραμα και το αίνιγμα» και «Ο αναρρώσας», ερμηνεύει την αντανάκλαση της διδασκαλίας της επιστροφής πάνω στην ανθρώπινη ύπαρξη και τις πρακτικο-ηθικές συνέπειες που απορρέουν από αυτήν, καθίσταται εμφανής η προσπάθειά του να διαβάσει και να φωτίσει το νιτσεϊκό κείμενο μέσω δικών του φιλοσοφικών διαισθήσεων — συγκεκριμένα μέσω της δικής του σύλληψης του Dasein, επικεντρωμένης στην ιδέα ότι η πρωταρχική κίνηση της ανθρώπινης ζωής έχει χαρακτήρα πράξης και θεμελιώνεται στο δύνασθαι-είναι της και στη χρονικότητά της.
Με αυτή την έννοια ο Χάιντεγκερ επιδεικνύει γνήσια δείγματα ερμηνευτικής δεξιοτεχνίας.
Για παράδειγμα, η ανάλυση του αποσπάσματος «Πώς ο “αληθινός κόσμος” κατέληξε να γίνει μύθος», το οποίο ο Χάιντεγκερ διαβάζει ως έκθεση, σε έξι κεφάλαια, της ιστορίας του πλατωνισμού. Ή ακόμη η ερμηνεία της αινιγματικής νιτσεϊκής διατύπωσης: «circulus vitiosus deus», η οποία εκλαμβάνεται ως υποθετική διατύπωση της αιώνιας επιστροφής ως εναλλακτική λύση προς την παραδοσιακή θεολογική εξήγηση του γίγνεσθαι (deus?), και συνεπάγεται την επιστροφή όλων των πραγμάτων, ακόμη και των αρνητικών, ακόμη και του ίδιου του μηδενισμού (vitium).
Τέλος, η αποσαφήνιση του υπότιτλου του Ζαρατούστρα, βιβλίο «για όλους και για κανέναν»: «για όλους» καθόσον ο καθένας μπορεί να στραφεί προς τη φιλοσοφία, «για κανέναν» επειδή κανείς μας δεν μπορεί να επιτύχει μια τέτοια μεταστροφή χωρίς κατάλληλη διάθεση και μύηση. Πρόκειται για την ίδια αντίληψη περί φιλοσοφίας που καλλιεργούσε ο Χάιντεγκερ εναντίον της ακαδημαϊκής φιλοσοφίας της εποχής του και εναντίον του ίδιου του δασκάλου του, Χούσσερλ.
Και εδώ, ωστόσο, στην προσπάθεια οικειοποίησης ακολουθούν η αποστασιοποίηση και η κριτική.
10. Από το νιτσεϊκό «de profundis»
Πώς να χαρακτηριστεί, λοιπόν, η αντιπαράθεση που εγκαινιάζει ο Χάιντεγκερ με τον Νίτσε; Ένα πράγμα είναι βέβαιο: πρόκειται για μια φιλοσοφική ερμηνεία (εξήγηση) υψηλής δεξιοτεχνίας, για μια αξέχαστη σύγκρουση που αποκαθιστά το ίλιγγος του φιλοσοφείν σε μεγάλο ύφος. Παρά τις εξαναγκαστικές ερμηνευτικές του πιέσεις, ο Χάιντεγκερ φθάνει πολύ πιο πέρα από τις αναρίθμητες ερμηνείες – όσο αξιόλογες κι αν είναι, όσο και μονομερείς και τελικά μη ικανοποιητικές – που διαδέχθηκαν η μία την άλλη στον εικοστό αιώνα.
Με τον Χάιντεγκερ, περισσότερο απ’ ό,τι με οποιονδήποτε άλλον, έχουμε την αίσθηση – αν όχι ότι λύνουμε – ότι φθάνουμε τουλάχιστον πολύ κοντά στο «αίνιγμα Νίτσε»· εκείνο το αίνιγμα που ο ίδιος ο Νίτσε είχε προβλέψει ότι θα αποτελούσε, όταν, στον μοιραίο μονόλογο που αναφέρθηκε παραπάνω, είχε προβάλλει τη σκιά του πεπρωμένου του πάνω στους καιρούς που θα έρχονταν. Και αυτό διότι η νιτσεϊκή σκέψη – όπως ειπώθηκε – δεν είναι για τον Χάιντεγκερ ούτε αληθής ούτε ψευδής, αλλά είτε ζωντανή είτε νεκρή.
Λαμβάνοντάς την επιτέλους στα σοβαρά, ακόμη και στις πιο δυσάρεστες και δύσκολες διατυπώσεις της, ο Χάιντεγκερ καταλήγει να βιώνει ο ίδιος όλη τη συντριπτική δύναμη της σκεπτικιστικής της ισχύος. Προσεγγίζει τον Νίτσε χωρίς να φοβηθεί τη βαθιά αλήθεια στην οποία παρέπεμπε ο Τόμας Μαν με την προσεκτική του προειδοποίηση:
«Όποιος παίρνει “στα σοβαρά” τον Νίτσε, όποιος τον παίρνει κατά γράμμα και τον πιστεύει, είναι χαμένος» (Th. Mann, 1968, III, 46· 1980: 100).
Και, μέσα στη σώμα-με-σώμα πάλη του με τα κείμενα και με τις επικίνδυνες φαντασμαγορίες που αυτά εγείρουν, καταλήγει να καταποντίζεται και ο ίδιος, από ένα ορισμένο σημείο και έπειτα, σε αυτό που θα αποκαλέσει την «άβυσσο» του Νίτσε.
Η εμπειρία του μηδενισμού πυροδοτεί στον Χάιντεγκερ μια βαθιά κρίση, προσωπική και φιλοσοφική. Στα χρόνια που ακολουθούν αμέσως μετά την αντιπαράθεση με τον Νίτσε, γράφει στον Γιάσπερς: «Έχω την αίσθηση ότι πλέον αναπτύσσομαι μόνο στις ρίζες, όχι πια στα κλαδιά» (Heidegger-Jaspers, 1990: 174).
Στο σπίτι και με τους φίλους του επαναλαμβάνει: «Ο Νίτσε με κατέστρεψε!». Στις 16 Αυγούστου 1960 γράφει στον φίλο του Medard Boss: «Βρίσκομαι ακόμη στην “άβυσσο” του Νίτσε» (Heidegger, 1987: 320).
Ανάμεσα στους λόγους για τους οποίους ο Χάιντεγκερ δεν δημοσίευσε ποτέ το μεγάλο έργο που συνέγραψε παράλληλα με την αντιπαράθεσή του με τον Νίτσε, δηλαδή τα Beiträge zur Philosophie (Συμβολές στη Φιλοσοφία), θα έπρεπε να ληφθεί σοβαρά υπόψη η κρίση στην οποία τον είχε οδηγήσει ο Νίτσε. Είναι άραγε τυχαίο ότι το Nietzsche ανοίγει με ένα παράθεμα από τον Αντίχριστο που αντιστοιχεί ακριβώς στο τέλος των Beiträge; Εκεί γίνεται λόγος για τον έσχατο Θεό, ενώ το πρώτο κεφάλαιο του Nietzsche ανοίγει με το ακόλουθο επίγραμμα:
«Σχεδόν δύο χιλιετίες και ούτε ένας νέος θεός!» (Heidegger, 1994: 17).
Η προκλητική υπόδειξη που θα μπορούσε να εξαχθεί από αυτό είναι να διαβαστεί η σκέψη του Χάιντεγκερ μετά την αντιπαράθεσή του με τον Νίτσε – δηλαδή ο ύστερος Χάιντεγκερ – ως η απεγνωσμένη προσπάθεια να αναδυθεί από το νιτσεϊκό de profundis.
Η περίπτωση Χάιντεγκερ επιβεβαιώνει έτσι την προφητεία που είχε κάποτε διατυπώσει ο Νίτσε για τον ίδιο του τον εαυτό, και που διατηρεί ακέραιη την ισχύ της:
αφού ανακαλύψει κανείς τον Νίτσε, ήταν εύκολο να τον βρει· το δύσκολο, τώρα, είναι να τον χάσει.
Συνεχίζεται με:
Κεφάλαιο ενδέκατο
Πέρα από τη γραμμή του μηδενισμού: Jünger «versus» Heidegger
Με τη βοήθεια του Όττο Πέγκελερ, ο οποίος τότε εργαζόταν στο βιβλίο του Der Denkweg Martin Heideggers (Neske, Pfullingen 1963), ο Χάιντεγκερ συγκέντρωσε τα πέντε πανεπιστημιακά μαθήματα της περιόδου 1936-1940, αποκλείοντας το σεμινάριο για τη δεύτερη Ανεπίκαιρη Θεώρηση (1938-39) λόγω του αποσπασματικού χαρακτήρα του χειρογράφου, και προσθέτοντας ορισμένες πραγματείες που είχαν συγγραφεί μεταξύ 1940 και 1946.
Κατά την εκδοτική προετοιμασία του κειμένου, ακόμη και αφού είχε ολοκληρωθεί η τυπογραφική στοιχειοθεσία, ο Χάιντεγκερ θεώρησε αναγκαίο να επέμβει σε βάθος: προχώρησε ιδίως σε λεπτομερέστερη διάρθρωση σε κεφάλαια, των οποίων οι τίτλοι διατυπώθηκαν κατά μεγάλο μέρος από τον Πέγκελερ, πράγμα που συνεπέφερε όχι λίγες τροποποιήσεις και αναδιατυπώσεις, επεκτάσεις και περικοπές.
«Τις εβδομάδες αυτές – γράφει ο Χάιντεγκερ στην Ελίζαμπετ Μπλοχμάν στις 12 Απριλίου 1961 – ολοκληρώνω το ενοχλητικό έργο της διόρθωσης των δύο τόμων του Nietzsche. Αλλά το πιο κοπιαστικό ήταν ότι έπρεπε να διατρέξω ακόμη μία φορά αυτούς τους συλλογισμούς, οι οποίοι αποτελούν ένα τελικό σημείο της δυτικής σκέψης, αλλά ταυτόχρονα είναι πραγματικότητα, σε πολλαπλές, συχνά μη αναγνωρίσιμες εξωτερικές μορφές» (Heidegger-Blochmann, 1989: 114).
Το αποτέλεσμα ήταν το μεγάλο έργο που εκδόθηκε σε δύο τόμους από τον εκδοτικό οίκο Neske στο Pfullingen το 1961 με τον τίτλο Nietzsche. Στο μεταξύ επανεκδόθηκε ως τόμος VI, σε δύο μέρη, στο πλαίσιο της Gesamtausgabe. Σε αυτό επανεκδόθηκαν επίσης τα μαθήματα της περιόδου 1936-1940 στην αρχική τους μορφή, δηλαδή χωρίς τις αναθεωρήσεις που έγιναν για την έκδοση του 1961 και με την προσθήκη των Wiederholungen («Ανακεφαλαιώσεων»), τις οποίες ο Χάιντεγκερ συνήθιζε να παρουσιάζει στην αρχή κάθε ώρας για να επαναλάβει το θέμα της προηγούμενης διάλεξης.
9. Νίτσε: ούτε αληθινός ούτε ψευδής, αλλά ή ζωντανός ή νεκρός
Όσο για το περιεχόμενο του έργου, αυτό βρίσκεται μπροστά στα μάτια μας σε όλη του την έκταση και πολυπλοκότητα, και δεν είναι εδώ ο τόπος για να αναλυθεί. Εκείνο που πρέπει να υπογραμμιστεί είναι ότι ο Χάιντεγκερ δεν προτίθεται να προτείνει ακόμη μία μονογραφία για τον Νίτσε – άλλωστε η ίδια η δομή του κειμένου το δείχνει – ούτε θέλει να προσφέρει μια νέα και ίσως πρωτότυπη εικόνα του Νίτσε. Υπερβαίνει σαφώς τα όρια μιας απλής ερμηνείας.
Όπως δηλώνουν τα λόγια με τα οποία ανοίγει το έργο, εδώ το όνομα του Νίτσε «στέκει, ως τίτλος, για να δηλώσει το πράγμα που τίθεται υπό εξέταση στη σκέψη του», και αυτό το πράγμα είναι για τον Χάιντεγκερ το ζήτημα του Είναι, στο οποίο ο Νίτσε, όπως και όλοι οι μεγάλοι στοχαστές, δίνει τη δική του απάντηση.
Η προσέγγιση που θέτει σε εφαρμογή ο Χάιντεγκερ είναι, αντιστοίχως, εκείνη μιας εκτεταμένης και σφοδρής αντιπαράθεσης σε όλα τα επίπεδα, την οποία ονομάζει Aus-einander-setzung: ο όρος αυτός σημαίνει το «αντιπαρατίθεσθαι», το να αντιμάχεται και να συζητά κανείς ένα «πράγμα» με κάποιον. Ο Χάιντεγκερ τον χρησιμοποιεί και ως τεχνικό όρο για να αποδώσει τον πόλεμο του Ηρακλείτου.
Η γραφή που χρησιμοποιεί, προκειμένου να αναδείξει τα συστατικά της λέξης, θέλει να υποδηλώσει ό,τι συνεπάγεται μια αντιπαράθεση: δηλαδή τη διάταξη των μερών το ένα απέναντι στο άλλο, την ανάπτυξη των δυνάμεων που βρίσκονται στο πεδίο και τη λήψη της αναγκαίας απόστασης μεταξύ τους με σκοπό να αντιπαλέψουν χάριν του ίδιου του ζητήματος που τίθεται. Πρόκειται για μια διαμάχη όχι αυτοσκοπική αλλά προσανατολισμένη στο πρόβλημα που συζητείται, μια διαμάχη μὴ κατὰ δόξαν ἀλλὰ κατ’ οὐσίαν.
Αναλαμβάνοντας αυτή την αντιπαράθεση, ο Χάιντεγκερ ανακρίνει με σφυροκοπητική επιμονή τα νιτσεϊκά κείμενα και φθάνει να ανακαλύψει το νήμα που συνδέει τις κεφαλαιώδεις διδασκαλίες του Νίτσε σε ένα ενιαίο πλέγμα συνδεδεμένο με τη μεταφυσική παράδοση: τη βούληση για δύναμη και την αιώνια επιστροφή του ίδιου (διδασκαλίες που θα απαντούσαν στα παραδοσιακά μεταφυσικά ερωτήματα περί του «τί είναι» και «πώς είναι» το ον), την ανατίμηση όλων των αξιών, τον μηδενισμό, και τον Υπεράνθρωπο.
Κατά μήκος μιας διαδρομής που εκτείνεται από τον Νίτσε στον Πλάτωνα, και από τον Πλάτωνα σε εμάς, διασχίζοντας ολόκληρη την ιστορία της φιλοσοφίας, ο Χάιντεγκερ δείχνει ότι όλες αυτές οι διδασκαλίες δεν αποτελούν το εκκεντρικό γέννημα του άρρωστου νου του στοχαστή-ποιητή, αλλά συνιστούν την ουσιώδη και αναπόφευκτη ολοκλήρωση της δυτικής μεταφυσικής, αυστηρά σκεπτόμενης μέχρι τις έσχατες συνέπειές της.
Γι’ αυτό είναι περιοριστικό και ανεπαρκές να ερμηνεύεται ο Νίτσε ως ηθικολόγος και ψυχολόγος, όσο σημαντικές κι αν είναι οι ψυχολογικο-ηθικές κατακτήσεις που του αναγνωρίζονται (Klages)· ή ως πολιτικός στοχαστής και κριτικός του πολιτισμού, όσο διαυγές και διορατικό κι αν είναι το σχέδιο που του αποδίδεται (Baeumler)· ή ακόμη ως φιλόσοφος της ύπαρξης, του οποίου οι διατυπώσεις προκαλούν σκάνδαλο αλλά δεν είναι δεσμευτικές και δεν απαιτούν να ληφθούν στα σοβαρά (Jaspers).
Για τον Χάιντεγκερ, αντιθέτως, η σκέψη του Νίτσε δεν είναι «λιγότερο αντικειμενική και αυστηρή από τη σκέψη του Αριστοτέλη, ο οποίος στο τέταρτο βιβλίο της Μεταφυσικής σκέπτεται την αρχή της μη αντιφάσεως ως την πρώτη αλήθεια περί του Είναι του όντος» (HGA, V, 249). Και η φιλοσοφία του είναι η κατεξοχήν μεταφυσική της σύγχρονης εποχής, διότι σκέπτεται τη δική μας αλήθεια περί του όντος στο σύνολό του ως βούληση για δύναμη και παρέχει μια διεισδυτική διάγνωση των θεμελιωδών χαρακτηριστικών της εποχής μας.
Ως «ο πιο αχαλίνωτος πλατωνικός στην ιστορία της δυτικής μεταφυσικής», ο Νίτσε πραγματοποιεί μια ριζική αναστροφή της μεταφυσικής, οδηγώντας την μέχρι το έσχατο όριό της, και ανοίγει, στο κατώφλι του εικοστού αιώνα, ερωτήματα για μια κρίση – και για την πιθανή υπέρβασή της – που βασανίζουν την αυτοκατανόηση του κόσμου μας.
Δεν πρόκειται λοιπόν ούτε να αντιταχθεί κανείς στον Νίτσε ούτε να ταχθεί υπέρ του, αλλά να σκεφθεί εκείνο που αυτός ολοκλήρωσε και εκείνο που προείδε με το έργο του. Και αυτό είναι δυνατό μόνο αν ληφθεί υπόψη το ίδιο το πράγμα που τίθεται υπό συζήτηση στη σκέψη του, δηλαδή η απάντηση που αυτή δίνει στο κατευθυντήριο ερώτημα της μεταφυσικής:«τί είναι το ὂν;»
Η απάντηση αυτή διατυπώνεται ως εξής: «το ὂν είναι βούληση για δύναμη και αιώνια επιστροφή του ίδιου».
Παρουσιασμένη κατ’ αυτόν τον τρόπο, η χαϊντεγγεριανή ερμηνεία φαίνεται να έχει όλη την όψη μιας αυθαίρετης βίας που απλώνει το έργο του Νίτσε στην κλίνη του Προκρούστη του ερωτήματος του Είναι. Αν όμως ακολουθήσει κανείς το ερμηνευτικό νήμα που υφαίνει ο Χάιντεγκερ βήμα προς βήμα, στο τέλος καθίσταται σαφές ότι για εκείνον πρόκειται πρωτίστως για το «να ακούσει τον ίδιο τον Νίτσε, να θέσει τα ερωτήματα μαζί του, μέσω αυτού και έτσι ταυτόχρονα εναντίον του, αλλά χάριν του ενός και μόνου ενδόμυχου κοινού πράγματος που τίθεται υπό συζήτηση στη δυτική φιλοσοφία» (Heidegger, 1994: 34-35).
Υπό αυτή την προοπτική ο Νίτσε είναι ένας από εκείνους τους στοχαστές που δεν είναι ούτε αληθείς ούτε ψευδείς, αλλά μόνο ή ζωντανοί ή νεκροί.
Τώρα, το πράγμα που τίθεται υπό συζήτηση στη σκέψη του Νίτσε αναδεικνύεται για τον Χάιντεγκερ όχι τόσο στο δημοσιευμένο έργο, το οποίο παραμένει «πρόθυρο» και «προοίμιο», όσο στα μεταθανάτια σημειώματα, τα οποία ο Χάιντεγκερ αρνείται ακόμη και να αποκαλέσει «αποσπάσματα», θεωρώντας τα ολοκληρωμένες σκέψεις – και σε εκείνο που θα έπρεπε να αποτελέσει το «κεφαλαιώδες έργο» (Hauptwerk), δηλαδή τη Βούληση για δύναμη.
Η καθαυτό φιλοσοφία του Νίτσε περιέχεται στα ανέκδοτα χειρόγραφα της δεκαετίας του 1880, και το αληθινό έργο που αυτά θέτουν είναι φιλοσοφικό: να ταξινομηθούν με τέτοιο τρόπο ώστε να καταστεί δυνατό να συλληφθεί το βαθύ τους νόημα.
Ο Χάιντεγκερ εντοπίζει λοιπόν στη «βούληση για δύναμη» το πρόβλημα που βρίσκεται στο κέντρο της σκέψης του ύστερου Νίτσε. Αυτό δεν σημαίνει ωστόσο ότι εγκρίνει ή νομιμοποιεί την έκδοση της Βούλησης για δύναμη που επιμελήθηκε η αδελφή του. Είναι απολύτως σαφής γι’ αυτόν η διαφορά ανάμεσα στο φιλοσοφικό πρόβλημα της βούλησης για δύναμη, στο λογοτεχνικό σχέδιο που αφιέρωσε ο Νίτσε σε αυτό το πρόβλημα και στη συνοπτική ανακατασκευή αυτού του σχεδίου που πραγματοποιήθηκε εκ των υστέρων από την αδελφή του με τη βοήθεια του Peter Gast.
Κατά τη διάρκεια των μαθημάτων του ο Χάιντεγκερ επανέρχεται επανειλημμένα σε αυτό το ζήτημα με πολύ ρητές κριτικές απέναντι στις επιλογές των επιμελητών (Heidegger, 1994: 338 κ.ε., 342 κ.ε., 399 κ.ε., 572-74, 619, 639-40), και οι περιστάσεις της συνεργασίας του με το Αρχείο-Νίτσε για μια επανέκδοση της Βούλησης για δύναμη φωτίζουν περαιτέρω τους λόγους αυτών των φιλολογικών παρεκβάσεων.
Εκείνο που τον ενδιαφέρει πρωτίστως είναι όμως η φιλοσοφική αντιπαράθεση με τον Νίτσε, μέσα στην οποία θέτει σε εφαρμογή μια λεπτή στρατηγική οικειοποίησης και αποστασιοποίησης. Περιοριζόμενοι στις δύο θεμελιώδεις διδασκαλίες της βούλησης για δύναμη και της αιώνιας επιστροφής, θα παρατηρήσουμε ότι η ερμηνεία της βούλησης για δύναμη σε οντολογικό κλειδί — δηλαδή ως τον τρόπο με τον οποίο ο Νίτσε συλλαμβάνει τη ζωή κατά τον τρόπο του είναι της, άρα το είναι του όντος στο σύνολό του ως προς το «τί είναι», ενώ παραμένει σταθερή σε όλη τη διάρκεια της αντιπαράθεσης — αντιμετωπίζεται άλλοτε με μια συμπεριληπτική στάση κατανόησης και άλλοτε με μια αποκλειστική στάση κριτικής.
Αρχικά, συσχετίζοντας τη βούληση για δύναμη με τον χαρακτήρα της ως πάθους, ορμής και συναισθήματος, ο Χάιντεγκερ αναδεικνύει τις όψεις εκείνες κατά τις οποίες η βούληση είναι μη-βούληση, δηλαδή εξαρτάται από μια κατάσταση και από την αντίστοιχη Stimmung. Τείνει δηλαδή να τη σκεφθεί παραλλήλως προς τη δική του σύλληψη της «αποφασιστικότητας» (Entschlossenheit) ως φέρουσας καθοριστικότητας του Dasein, η οποία είναι πάντοτε μια gestimmte Entschlossenheit, όπως δείχνει στο Είναι και Χρόνος.
Αυτός ο παραλληλισμός εγκαταλείπεται στο δεύτερο βιβλίο, όπου η βούληση καθίσταται αντιθέτως ολοένα και σαφέστερα η τελική μορφή της «υποκειμενικότητας» (Subiectität), δηλαδή της αρχής που διέπει τη μεταφυσική στο σύνολό της και ειδικότερα τη μεταφυσική της νεότερης εποχής, συγκροτώντας την οντολογική συνθήκη δυνατότητας του «εγκαταστασιακού πλαισίου» (Gestell) ως εποχικής μορφής της τεχνικής εποχής.
Κάτι ανάλογο μπορεί να λεχθεί και για την άλλη θεμελιώδη διδασκαλία, εκείνη της αιώνιας επιστροφής του ίδιου. Αυτή συνδέεται στενά, για τον Χάιντεγκερ, με τη διδασκαλία της βούλησης για δύναμη. Αν η τελευταία λέγει τί είναι το ον στο σύνολό του — δεδομένου ότι υπό την ηγεμονία της αρχής της υποκειμενικότητας καθετί που είναι προσλαμβάνει τον χαρακτήρα της βούλησης για δύναμη — η αιώνια επιστροφή λέγει πώς είναι το ον που έχει αναχθεί σε βούληση για δύναμη.
Εκεί όπου ο Χάιντεγκερ, με μια υποβλητική ερμηνεία των κεφαλαίων του Ζαρατούστρα «Το όραμα και το αίνιγμα» και «Ο αναρρώσας», ερμηνεύει την αντανάκλαση της διδασκαλίας της επιστροφής πάνω στην ανθρώπινη ύπαρξη και τις πρακτικο-ηθικές συνέπειες που απορρέουν από αυτήν, καθίσταται εμφανής η προσπάθειά του να διαβάσει και να φωτίσει το νιτσεϊκό κείμενο μέσω δικών του φιλοσοφικών διαισθήσεων — συγκεκριμένα μέσω της δικής του σύλληψης του Dasein, επικεντρωμένης στην ιδέα ότι η πρωταρχική κίνηση της ανθρώπινης ζωής έχει χαρακτήρα πράξης και θεμελιώνεται στο δύνασθαι-είναι της και στη χρονικότητά της.
Με αυτή την έννοια ο Χάιντεγκερ επιδεικνύει γνήσια δείγματα ερμηνευτικής δεξιοτεχνίας.
Για παράδειγμα, η ανάλυση του αποσπάσματος «Πώς ο “αληθινός κόσμος” κατέληξε να γίνει μύθος», το οποίο ο Χάιντεγκερ διαβάζει ως έκθεση, σε έξι κεφάλαια, της ιστορίας του πλατωνισμού. Ή ακόμη η ερμηνεία της αινιγματικής νιτσεϊκής διατύπωσης: «circulus vitiosus deus», η οποία εκλαμβάνεται ως υποθετική διατύπωση της αιώνιας επιστροφής ως εναλλακτική λύση προς την παραδοσιακή θεολογική εξήγηση του γίγνεσθαι (deus?), και συνεπάγεται την επιστροφή όλων των πραγμάτων, ακόμη και των αρνητικών, ακόμη και του ίδιου του μηδενισμού (vitium).
Τέλος, η αποσαφήνιση του υπότιτλου του Ζαρατούστρα, βιβλίο «για όλους και για κανέναν»: «για όλους» καθόσον ο καθένας μπορεί να στραφεί προς τη φιλοσοφία, «για κανέναν» επειδή κανείς μας δεν μπορεί να επιτύχει μια τέτοια μεταστροφή χωρίς κατάλληλη διάθεση και μύηση. Πρόκειται για την ίδια αντίληψη περί φιλοσοφίας που καλλιεργούσε ο Χάιντεγκερ εναντίον της ακαδημαϊκής φιλοσοφίας της εποχής του και εναντίον του ίδιου του δασκάλου του, Χούσσερλ.
Και εδώ, ωστόσο, στην προσπάθεια οικειοποίησης ακολουθούν η αποστασιοποίηση και η κριτική.
10. Από το νιτσεϊκό «de profundis»
Πώς να χαρακτηριστεί, λοιπόν, η αντιπαράθεση που εγκαινιάζει ο Χάιντεγκερ με τον Νίτσε; Ένα πράγμα είναι βέβαιο: πρόκειται για μια φιλοσοφική ερμηνεία (εξήγηση) υψηλής δεξιοτεχνίας, για μια αξέχαστη σύγκρουση που αποκαθιστά το ίλιγγος του φιλοσοφείν σε μεγάλο ύφος. Παρά τις εξαναγκαστικές ερμηνευτικές του πιέσεις, ο Χάιντεγκερ φθάνει πολύ πιο πέρα από τις αναρίθμητες ερμηνείες – όσο αξιόλογες κι αν είναι, όσο και μονομερείς και τελικά μη ικανοποιητικές – που διαδέχθηκαν η μία την άλλη στον εικοστό αιώνα.
Με τον Χάιντεγκερ, περισσότερο απ’ ό,τι με οποιονδήποτε άλλον, έχουμε την αίσθηση – αν όχι ότι λύνουμε – ότι φθάνουμε τουλάχιστον πολύ κοντά στο «αίνιγμα Νίτσε»· εκείνο το αίνιγμα που ο ίδιος ο Νίτσε είχε προβλέψει ότι θα αποτελούσε, όταν, στον μοιραίο μονόλογο που αναφέρθηκε παραπάνω, είχε προβάλλει τη σκιά του πεπρωμένου του πάνω στους καιρούς που θα έρχονταν. Και αυτό διότι η νιτσεϊκή σκέψη – όπως ειπώθηκε – δεν είναι για τον Χάιντεγκερ ούτε αληθής ούτε ψευδής, αλλά είτε ζωντανή είτε νεκρή.
Λαμβάνοντάς την επιτέλους στα σοβαρά, ακόμη και στις πιο δυσάρεστες και δύσκολες διατυπώσεις της, ο Χάιντεγκερ καταλήγει να βιώνει ο ίδιος όλη τη συντριπτική δύναμη της σκεπτικιστικής της ισχύος. Προσεγγίζει τον Νίτσε χωρίς να φοβηθεί τη βαθιά αλήθεια στην οποία παρέπεμπε ο Τόμας Μαν με την προσεκτική του προειδοποίηση:
«Όποιος παίρνει “στα σοβαρά” τον Νίτσε, όποιος τον παίρνει κατά γράμμα και τον πιστεύει, είναι χαμένος» (Th. Mann, 1968, III, 46· 1980: 100).
Και, μέσα στη σώμα-με-σώμα πάλη του με τα κείμενα και με τις επικίνδυνες φαντασμαγορίες που αυτά εγείρουν, καταλήγει να καταποντίζεται και ο ίδιος, από ένα ορισμένο σημείο και έπειτα, σε αυτό που θα αποκαλέσει την «άβυσσο» του Νίτσε.
Η εμπειρία του μηδενισμού πυροδοτεί στον Χάιντεγκερ μια βαθιά κρίση, προσωπική και φιλοσοφική. Στα χρόνια που ακολουθούν αμέσως μετά την αντιπαράθεση με τον Νίτσε, γράφει στον Γιάσπερς: «Έχω την αίσθηση ότι πλέον αναπτύσσομαι μόνο στις ρίζες, όχι πια στα κλαδιά» (Heidegger-Jaspers, 1990: 174).
Στο σπίτι και με τους φίλους του επαναλαμβάνει: «Ο Νίτσε με κατέστρεψε!». Στις 16 Αυγούστου 1960 γράφει στον φίλο του Medard Boss: «Βρίσκομαι ακόμη στην “άβυσσο” του Νίτσε» (Heidegger, 1987: 320).
Ανάμεσα στους λόγους για τους οποίους ο Χάιντεγκερ δεν δημοσίευσε ποτέ το μεγάλο έργο που συνέγραψε παράλληλα με την αντιπαράθεσή του με τον Νίτσε, δηλαδή τα Beiträge zur Philosophie (Συμβολές στη Φιλοσοφία), θα έπρεπε να ληφθεί σοβαρά υπόψη η κρίση στην οποία τον είχε οδηγήσει ο Νίτσε. Είναι άραγε τυχαίο ότι το Nietzsche ανοίγει με ένα παράθεμα από τον Αντίχριστο που αντιστοιχεί ακριβώς στο τέλος των Beiträge; Εκεί γίνεται λόγος για τον έσχατο Θεό, ενώ το πρώτο κεφάλαιο του Nietzsche ανοίγει με το ακόλουθο επίγραμμα:
«Σχεδόν δύο χιλιετίες και ούτε ένας νέος θεός!» (Heidegger, 1994: 17).
Η προκλητική υπόδειξη που θα μπορούσε να εξαχθεί από αυτό είναι να διαβαστεί η σκέψη του Χάιντεγκερ μετά την αντιπαράθεσή του με τον Νίτσε – δηλαδή ο ύστερος Χάιντεγκερ – ως η απεγνωσμένη προσπάθεια να αναδυθεί από το νιτσεϊκό de profundis.
Η περίπτωση Χάιντεγκερ επιβεβαιώνει έτσι την προφητεία που είχε κάποτε διατυπώσει ο Νίτσε για τον ίδιο του τον εαυτό, και που διατηρεί ακέραιη την ισχύ της:
αφού ανακαλύψει κανείς τον Νίτσε, ήταν εύκολο να τον βρει· το δύσκολο, τώρα, είναι να τον χάσει.
Πέρα από τη γραμμή του μηδενισμού: Jünger «versus» Heidegger
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου