Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2026

Μηδενισμός 17

 Συνέχεια από Σάββατο14. Φεβρουαρίου 2026

Μηδενισμός 17

Του Franco Volpi, εκδόσεις Editori Laterza, 1996

Κεφάλαιο δέκατο γ


Ο ευρωπαϊκός μηδενισμός στην ιστορία του Είναι: Χάιντεγγερ και Νίτσε

6. Τα πανεπιστημιακά μαθήματα για τον Nietzsche από το 1936 έως το 1940

......Σε αυτό μπορεί να προστεθεί και η μαρτυρία του Ernesto Grassi, ο οποίος αφηγείται ότι επισκέφθηκε κάποτε τον Χάιντεγκερ και τον βρήκε πολύ σκοτεινιασμένο. Στις ερωτήσεις του για την αιτία της διάθεσής του, ο Χάιντεγκερ του εκμυστηρεύτηκε:

«Εργάστηκα επί μακρόν σε μια νέα ταξινόμηση των νιτσεϊκών γραπτών της Βούλησης για δύναμη, σε αντιπαράθεση με εκείνη που μας άφησε η αδελφή του Nietzsche, Elisabeth Förster· σήμερα το πρωί κατέστρεψα τις σημειώσεις μου» (Grassi, 1988: 26).....

Έτσι συνέβη πράγματι. Από την αρχή, πάντως, η προσέγγιση του Heidegger προς τον Nietzsche ήταν ουσιωδώς προσανατολισμένη στη φιλοσοφική αντιπαράθεση, σε σχέση με την οποία η φιλολογική εργασία όφειλε να λειτουργεί υποστηρικτικά. Το ενδιαφέρον του Heidegger για τον Nietzsche άνθησε προς τα μέσα της δεκαετίας του ’30, σε μια περίοδο κατά την οποία είχε ανάψει μια σημαντική συζήτηση υπέρ και κατά του Nietzsche.

Ύστερα από τις μονογραφίες των Ernst Bertram (Nietzsche. Versuch einer Mythologie, Bondi, Berlin 1918), Ludwig Klages (Die psychologischen Errungenschaften Nietzsches, Barth, Leipzig 1926) και Alfred Baeumler (Nietzsche. Der Philosoph und Politiker, Reclam, Leipzig 1931), εμφανίστηκαν τότε ορισμένες φιλοσοφικές ερμηνείες που έμελλε να αφήσουν έντονο αποτύπωμα: πρωτίστως εκείνη ενός μαθητή του Heidegger, δηλαδή του Karl Löwith (Nietzsches Philosophie der ewigen Wiederkehr des Gleichen, Die Runde, Berlin 1935)· έπειτα εκείνη του Karl Jaspers (Nietzsche. Einführung in das Verständnis seines Philosophierens, de Gruyter, Berlin-Leipzig 1936)· και τέλος η σειρά σεμιναρίων για τον Zarathustra που διεξήγαγε στη Ζυρίχη από το 1934 έως το 1939 ο Carl Gustav Jung.

Ακριβώς προς τον Jaspers, στην ήδη μνημονευθείσα επιστολή της 16ης Μαΐου 1936, ο Heidegger γράφει ότι είχε ανακοινώσει για το χειμερινό εξάμηνο 1936-37 ένα μάθημα για τη Βούληση για δύναμη και προσθέτει:
«Θα είναι η πρώτη μου διάλεξη για τον Nietzsche. Τώρα όμως που κυκλοφόρησε το έργο Σας δεν υπάρχει ανάγκη να κάνω αυτή την απόπειρα· διότι η πρόθεση ήταν ακριβώς εκείνη που εκφράζετε καθαρά και απλά στον πρόλογο: να δείξετε ότι είναι καιρός να περάσουμε από το να διαβάζουμε τον Nietzsche στο να εργαζόμαστε πάνω του. Στην επόμενη διδακτική ώρα μπορώ να παραπέμψω στο έργο Σας, το οποίο μάλιστα είναι προσιτό και στο βαλάντιο των φοιτητών. Και για το χειμερινό εξάμηνο θα επιλέξω ένα άλλο μάθημα» (Heidegger-Jaspers, 1990: 160).

Στην πραγματικότητα, πολύ μακριά από το να αρκεστεί στην ερμηνεία του Jaspers — την οποία, αντίθετα, θα επικρίνει αποφασιστικά (Heidegger, 1994: 37 κ.ε.· HGA, XLVIII, 28, σημ.) — ο Heidegger παρέδωσε το χειμερινό εξάμηνο το πρώτο μιας ολόκληρης σειράς μαθημάτων για τον Nietzsche, στα οποία ανέπτυξε μια αντιπαράθεση που θα τον απασχολούσε επί μία δεκαετία, από το 1936 έως το 1946, και των οποίων τα αποτελέσματα θα συγκεντρώνονταν στο έργο του 1961.

Υπήρξε πιθανότατα η δραματικότερη δεκαετία στη ζωή του Heidegger, σημαδεμένη από μια βαθιά κρίση το 1938, εν μέσω της εξαντλητικής πάλης σώμα με σώμα με τα νιτσεϊκά κείμενα και όταν ήδη είχε ολοκληρώσει το μεγάλο ανέκδοτο έργο, τις Beiträge zur Philosophie (1936-38), καθώς και από μια νέα κρίση, μετά το τέλος του πολέμου, εξαιτίας της βαριάς προσωπικής κατάστασης στην οποία είχε περιέλθει.

Η σειρά των μαθημάτων για τον Nietzsche είναι πράγματι εντυπωσιακή, αν σκεφθεί κανείς ότι επί τέσσερα ολόκληρα χρόνια, από το 1936-37 έως το 1940, ο Heidegger δίδασκε σχεδόν αποκλειστικά για τον Nietzsche. Μια τέτοια επιμονή αποτελεί ένδειξη της πεισματικής έντασης με την οποία βασανίστηκε πάνω στα προβλήματα που έθετε το έργο του Nietzsche, και έχει το αντίστοιχό της μόνο στην εκτεταμένη αντιπαράθεσή του με τον Aristoteles κατά την πρώτη περίοδο διδασκαλίας στο Freiburg και στα πρώτα χρόνια στο Marburg.

Ας ανατρέξουμε, για λόγους σαφήνειας, στη σειρά των μαθημάτων.

1) Κατά το χειμερινό εξάμηνο 1936-37 ο Heidegger ανακοίνωσε δύο ώρες εβδομαδιαίου μαθήματος με τίτλο «Nietzsche. Η βούληση για ισχύ». Με την ευκαιρία της δημοσίευσης του μαθήματος — στο Nietzsche του 1961 και στο πλαίσιο της Gesamtausgabe (τόμ. XLIII) — ο τίτλος αυτός προσδιορίστηκε ως «Η βούληση για δύναμη ως τέχνη», τόσο επειδή το μάθημα πραγματεύεται πράγματι το τελευταίο κεφάλαιο του τρίτου βιβλίου της Wille zur Macht, αφιερωμένο στο πρόβλημα της τέχνης, όσο και για να διακριθεί από το μάθημα του θερινού εξαμήνου 1939, το οποίο επίσης πραγματεύεται τη βούληση για δύναμη, αλλά ως γνώση — θέμα του πρώτου κεφαλαίου του τρίτου βιβλίου του έργου.

2) Κατά το θερινό εξάμηνο 1937, αντί του μαθήματος που είχε αρχικά ανακοινωθεί με τίτλο «Η αλήθεια και η αναγκαιότητα της επιστήμης», ο Heidegger αποφάσισε να συνεχίσει την αντιπαράθεση με τον Nietzsche και ανακοίνωσε ένα νέο μάθημα δύο ωρών εβδομαδιαίως: «Η θεμελιώδης μεταφυσική θέση του Nietzsche», συνοδευόμενο από ασκήσεις επίσης αφιερωμένες στον Nietzsche («Über Sein und Schein»). Στο χειρόγραφο, και κατά τη διδασκαλία, προσδιόρισε στη συνέχεια το περιεχόμενο με έναν υπότιτλο: «Η αιώνια επιστροφή του ίδιου», ο οποίος στο βιβλίο του 1961 κατέστη ο μοναδικός τίτλος, ενώ στη Gesamtausgabe (τόμ. XLIV) παρατίθενται και οι δύο.

3) Κατά το θερινό εξάμηνο 1939, δηλαδή ύστερα από ένα φαινομενικό διάλειμμα δύο ετών — σημαδεμένο, μεταξύ άλλων, από την προαναφερθείσα κρίση του 1938 — ο Heidegger παρέδωσε εκ νέου το κύριο μάθημά του για τον Nietzsche. Κατά τη διάρκεια αυτών των δύο ετών, η «έγνοια για τον Nietzsche» συνεχίστηκε, όπως αποδεικνύεται από το γεγονός ότι το 1938-39 ο Heidegger παρέδωσε ένα σεμιναριακό φροντιστήριο για τη δεύτερη Unzeitgemässe Betrachtung (δημοσιευμένη στην HGA, XLVI).

Το μάθημα του θερινού εξαμήνου 1939, το τρίτο της σειράς, αποτελούμενο συνολικά από είκοσι διαλέξεις, έφερε τον τίτλο «Η νιτσεϊκή διδασκαλία της βούλησης για δύναμη ως γνώση». Στο βιβλίο του 1961 βρίσκεται στο τέλος του πρώτου τόμου και στη Gesamtausgabe αποτελεί τον τόμο XLVII.

Εδώ η αντιπαράθεση με τον Nietzsche καταλήγει σε ένα πρώτο σημαντικό αποτέλεσμα, όπως μαρτυρεί το γεγονός ότι το 1939 ο Heidegger συνέταξε ένα κείμενο — δημοσιευμένο στην αρχή του δεύτερου τόμου του βιβλίου του 1961 (ενώ τώρα, στην HGA, XLVII, έχει επανενταχθεί στο μάθημα του 1939) — το οποίο παρουσιάζει έναν απολογισμό του έργου που είχε επιτελεσθεί, αναδεικνύοντας ιδίως τη συνάφεια των δογμάτων της βούλησης για δύναμη και της αιώνιας επιστροφής ως συμπληρωματικών όψεων της «ενιαίας σκέψης» του Nietzsche, δηλαδή της σύλληψής του περί του όντος.

4) Κατά το δεύτερο τρίμηνο του 1940 η αντιπαράθεση επανεκκινήθηκε με το μάθημα «Nietzsche: ο ευρωπαϊκός μηδενισμός», δημοσιευμένο στον δεύτερο τόμο του βιβλίου του 1961 και πλέον και στην HGA, XLVIII.

5) Τον Αύγουστο του 1940 ο Heidegger συνέχισε να εργάζεται πάνω στον Nietzsche προετοιμάζοντας ένα περαιτέρω μάθημα, «Η μεταφυσική του Nietzsche», στο οποίο παρείχε μια συνοπτική συνολική έκθεση της ερμηνείας του. Τον Σεπτέμβριο, Οκτώβριο και Δεκέμβριο επανήλθε στο χειρόγραφο αυτού του σχεδιαζόμενου μαθήματος, το οποίο ανακοινώθηκε για το χειμερινό εξάμηνο 1941-42.

Στην πραγματικότητα, όμως, ο Heidegger κατέληξε να διδάξει ένα διαφορετικό μάθημα: «Ο ύμνος του Hölderlin Andenken». Ενέταξε ωστόσο το κείμενο στο βιβλίο του 1961. Σήμερα έχει επανεκδοθεί στην HGA, XL μαζί με το μάθημα του χειμερινού εξαμήνου 1944-45 «Εισαγωγή στη φιλοσοφία. Σκέψη και ποίηση», το οποίο πραγματεύεται εκτενώς και τον Nietzsche.

7. Γιατί ο μηδενισμός

Σε αυτό το σημείο αναδύεται αυθόρμητα ένα ερώτημα: πότε εισέρχεται ο όρος «μηδενισμός» στο φιλοσοφικό λεξιλόγιο του Heidegger, δεδομένου ότι στο Sein und Zeit (1927) δεν εμφανίζεται ακόμη; Και πότε καθίσταται δείκτης ενός για εκείνον καίριου ζητήματος — δηλαδή μιας θεμελιώδους φιλοσοφικής κατηγορίας;

Η απάντηση φαίνεται αυτονόητη: από τότε που ο Heidegger διασταυρώνεται με τη σκέψη του Nietzsche. Κι όμως δεν αρκεί, διότι ο Nietzsche είναι η conditio sine qua non, αλλά δεν είναι το παν. Είδαμε ότι το ενδιαφέρον για τη νιτσεϊκή σκέψη είναι παρόν ήδη από τις απαρχές της φιλοσοφικής πορείας του Heidegger, ήδη από τη νεανική ανάγνωση της Wille zur Macht, ότι καθίσταται έπειτα ρητό στο Sein und Zeit και γίνεται ακόμη σαφέστερο προς το τέλος της δεκαετίας του ’20, ιδίως στο μάθημα του 1929-30. Αλλά μέχρι εδώ, παρά τον Nietzsche, ο όρος «μηδενισμός» δεν κάνει ακόμη την εμφάνισή του.

Για να αναδυθεί, πρέπει να αναμένουμε έως ότου το ενδιαφέρον για τον Nietzsche συνδυαστεί με την προσοχή προς την αρνητικότητα που χαρακτηρίζει τη νεότερη εποχή και γενικότερα την ιστορία της μεταφυσικής και την ίδια την ιστορία του Είναι. Τότε — και μόνον τότε — ο μηδενισμός θα καταστεί μία από τις προνομιακές κατηγορίες για την ερμηνεία, αν επιτρέπεται να το πούμε έτσι, της νυχτερινής όψης της Δύσης.

Η φαινομενικά περιστασιακή μνεία του Nietzsche στον περίφημο λόγο για Η αυτοεπιβεβαίωση του γερμανικού πανεπιστημίου, που αναφέρθηκε παραπάνω, σηματοδοτεί τη σύμπλεξη αυτών των δύο μοτίβων. Σε αυτό το πλαίσιο — αλλότριο αλλά σημαίνον — ο Heidegger υπενθυμίζει τη νιτσεϊκή ρήση περί του θανάτου του Θεού, προτιθέμενος να τη σκεφθεί μέχρι τέλους και να την αναλάβει σε φιλοσοφικούς όρους.

Πράγματι, στα γειτονικά μαθήματα ωριμάζει σε αυτόν μια ολοένα αποφασιστικότερη προσοχή προς την εμπειρία της αρνητικότητας, αντιπαρατιθέμενος τόσο με την προοπτική του Hegel — την οποία ωστόσο απορρίπτει ως μη επαρκώς ριζική, επειδή παραμένει απλώς λογικο-θεωρησιακή — όσο και με τον Nietzsche, με τον οποίο, αντίθετα, εμπλέκεται σε στενή αντιπαράθεση.
Σε αυτό ακριβώς το σημείο ο Heidegger αρχίζει να χρησιμοποιεί με σημαίνοντα τρόπο τον όρο «μηδενισμός»: αρχικά σε σποραδικές εμφανίσεις, έπειτα με θεματικό τρόπο. Η πρώτη ένδειξη απαντά στο μάθημα για τον Schelling του θέρους 1936, του οποίου υπάρχουν δύο εκδοχές: εκείνη που δημοσίευσε ο ίδιος ο Heidegger (Schelling. Über das Wesen der menschlichen Freiheit [1809], Niemeyer, Tübingen 1971) και εκείνη που εκδόθηκε στη Gesamtausgabe ως τόμος 42 (Schelling: Vom Wesen der menschlichen Freiheit [1809], Klostermann, Frankfurt a.M. 1988).

Σε αυτό το μάθημα ο Heidegger ονομάζει το φαινόμενο του μηδενισμού, θέτοντας ρητά το πρόβλημα της υπέρβασής του. Αναγνωρίζει έτσι στον Nietzsche το μέρισμα ότι βίωσε πάνω στον εαυτό του όλη τη δύναμη του μηδενισμού, ότι επεξεργάστηκε μια «μεγάλη γνώση» του και ότι εγκαινίασε ένα αντι-κίνημα όχι απλώς αφηρημένο, αλλά φορέα αυθεντικών ιστορικών αποφάσεων.

Εδώ το κείμενο που δημοσίευσε ο Heidegger κλείνει τη συζήτηση για τον Nietzsche και περνά στην εξέταση του προβλήματος της ελευθερίας (Heidegger, 1971: 28).

Αντίθετα, το πρωτότυπο κείμενο του μαθήματος, όπως δημοσιεύθηκε στη Gesamtausgabe, συνεχίζει τις σκέψεις για τον μηδενισμό και για τα πιθανά αντι-κινήματα με μια φράση στην οποία αξίζει να επιστήσουμε την προσοχή:
«Είναι επίσης γνωστό — συνεχίζει ο Heidegger — ότι οι δύο άνδρες που στην Ευρώπη εγκαινίασαν, με διαφορετικό αντιστοίχως τρόπο, αντι-κινήματα βάσει της πολιτικής διαμόρφωσης του έθνους, δηλαδή του λαού, δηλαδή ο Mussolini και ο Hitler, επηρεάστηκαν ουσιωδώς από τον Nietzsche ως προς διάφορες πλευρές, χωρίς όμως το αυθεντικό μεταφυσικό πεδίο της νιτσεϊκής σκέψης να καταστεί άμεσα ενεργό» (HGA, XLII, 40-41).


Γεννάται τότε το ερώτημα: πώς συμβαίνει το πρόβλημα του μηδενισμού — που εδώ φαίνεται να αναδύεται αλλά σύντομα θα καταστεί επίμονο και πιεστικό — να συνδέεται με δύο τόσο βαριά ιστορικά ονόματα, σε σημείο ώστε στην έκδοση του 1971 να απαλειφθούν; Είναι η σύνδεση του Nietzsche και του μηδενισμού με τα γεγονότα της εποχής απλώς περιστασιακή; Εργαλειακή; Ευκαιριακή; Ή μήπως η απαλοιφή του 1971 σηματοδοτεί μια σύνδεση λίγο οικοδομητική, αλλά όχι γι’ αυτό λιγότερο αληθή και ουσιώδη;
Διαμορφώνεται έτσι μια υπόθεση, εξ ολοκλήρου προς επαλήθευση αλλά γοητευτική: στο να προκαλέσουν τον Heidegger και να τον ωθήσουν να εμβαθύνει το ζήτημα του μηδενισμού ενδέχεται να συνέβαλαν κίνητρα συνδεδεμένα με την ιδεολογική διαμάχη που είχε ανάψει στο εθνικοσοσιαλιστικό κίνημα για την πολιτισμική ηγεμονία.
Μετά την ένταξή του στο κόμμα και την ανάληψη της πρυτανείας, χάρη στη φήμη που απολάμβανε λόγω της επιτυχίας του Sein und Zeit, ο Heidegger άρχισε να θεωρείται «ο φιλόσοφος του εθνικοσοσιαλισμού». Το γεγονός προκάλεσε φθόνο και δυσαρέσκεια στο κόμμα, σε σημείο ώστε να σχηματισθεί ένα αντι-Χάιντεγκερ μέτωπο, εκπροσωπούμενο κυρίως από τον Alfred Rosenberg και, για διαφορετικούς λόγους, από τον Ernst Krieck.

Ιδίως ο τελευταίος — καθηγητής παιδαγωγικής και φιλοσοφίας που κατέστη ισχυρός αξιωματούχος των SS, κατόπιν πρύτανης του Πανεπιστημίου της Φραγκφούρτης το 1933-34 και τελικά μετακινήθηκε στη Χαϊδελβέργη ως διάδοχος του Heinrich Rickert — επιτέθηκε στον Heidegger με βίαιους όρους, προφανώς περισσότερο για πολιτική αντιζηλία παρά για πραγματικά φιλοσοφικούς λόγους.

Στο εθνικοσοσιαλιστικό περιοδικό «Volk im Werden», το οποίο διηύθυνε, έγραφε τον Φεβρουάριο του 1934:
«Το θεμελιώδες ιδεολογικό περιεχόμενο της διδασκαλίας του Heidegger καθορίζεται από τις έννοιες της Μέριμνας και της Αγωνίας, οι οποίες αμφότερες αποβλέπουν στο Μηδέν. Το νόημα αυτής της φιλοσοφίας είναι ένας ρητός αθεϊσμός και ένας μεταφυσικός μηδενισμός, ανάλογος προς εκείνον που εκπροσωπείται ιδίως από εβραίους συγγραφείς — άρα ένας ζυμομύκητας για τη διαφθορά και τη διάλυση του γερμανικού λαού» (Schneeberger, 1962: 225).

Μια τόσο ωμή και εργαλειακή χρήση μιας υψηλής φιλοσοφικής έννοιας όπως η μεταφυσική — πάνω στην οποία ο Heidegger στοχαζόταν ήδη από καιρό — και η σύνδεσή της με έναν όρο όπως ο μηδενισμός, που αφθονούσε στα κείμενα του Nietzsche αλλά του οποίου το βαθύτερο νόημα παρέμενε ακόμη προς ορισμό, ισοδυναμούσαν για τον Heidegger με μια αλαζονική, καυστική πρόκληση.

Έτσι αποδέχθηκε την πρόκληση και, σιωπηλά, χωρίς ποτέ να κατονομάσει τον Krieck, απάντησε στον αντίπαλο με μια μεγαλειώδη ιστορικο-θεωρησιακή ανάλυση που δεσπόζει στο κέντρο του έργου του αυτής της περιόδου και αποβλέπει στο να ορίσει τι είναι μεταφυσική, τι είναι μηδενισμός και πώς αυτά συμπλέκονται στον καθορισμό της ουσίας της δυτικής ιστορίας.


Το βλέπουμε ήδη εν μέρει στην Εισαγωγή στη Μεταφυσική, το μάθημα του θερινού εξαμήνου 1935 που απευθυνόταν σε φοιτητές όλων των σχολών. Αν από πολλές απόψεις αποτελεί απάντηση στις επικρίσεις που διατύπωσε ο Carnap στο δοκίμιο Überwindung der Metaphysik durch logische Analyse der Sprache (Η υπέρβαση της μεταφυσικής μέσω της λογικής ανάλυσης της γλώσσας, 1931), δεν λείπουν και συγκαλυμμένες αιχμές προς τις κατηγορίες του Krieck.

Υπάρχουν κατόπιν και τα επόμενα πανεπιστημιακά μαθήματα, στα οποία ο μηδενισμός καθίσταται ολοένα και περισσότερο μια κεντρική κατηγορία για την κατανόηση της μεταφυσικής και της λογικής της ιστορικής της ανάπτυξης. Ιδίως από το χειμερινό εξάμηνο 1936-37 ο Heidegger εγκαινιάζει την εντυπωσιακή, πολυετή σειρά διαλέξεων που αφιερώνεται εξ ολοκλήρου στην αντιπαράθεση με τον Nietzsche και τους πέντε θεμελιώδεις φιλοσοφικούς του άξονες: τον μηδενισμό, την ανατίμηση (μεταξιολόγηση) των αξιών, τη βούληση για ισχύ, την αιώνια επιστροφή του ίδιου και τον υπεράνθρωπο.

Με δυο λόγια, η επιφανειακή σύνδεση μηδενισμού και μεταφυσικής, που εκτοξεύθηκε από τον Krieck ως ύβρις, θα είχε προσφέρει στον Heidegger την αφορμή να εγκαινιάσει τη ριζική του διερεύνηση της ουσιώδους μεταξύ τους σχέσης.

Συνεχίζεται με:

8. Ο «Nietzsche» του 1961

Δεν υπάρχουν σχόλια: