Συνέχεια από Παρασκευή 30. Ιανουαρίου 2026
Του Franco Volpi, εκδόσεις Editori Laterza, 1996
Κεφάλαιο δέκατο β
Ο ευρωπαϊκός μηδενισμός στην ιστορία του είναι: Χάιντεγγερ και Νίτσε
3. Το σημείο καμπής
Παρά αυτή την προσπάθεια οικειοποίησης, την εποχή του Είναι και Χρόνος ο Νίτσε δεν είναι ακόμη ένας αποφασιστικός στοχαστής. Θα γίνει όμως πολύ σύντομα. Ο ίδιος ο Χάιντεγγερ υποδεικνύει πότε. Παρουσιάζοντας τους δύο τόμους του για τον Νίτσε, δηλώνει ότι το έργο αυτό —που περιλαμβάνει κείμενα γραμμένα μεταξύ 1936 και 1946— προσφέρει μια εικόνα της διαδρομής που διήνυσε από το 1930 έως το 1947· έτσι ο Χάιντεγγερ δείχνει έμμεσα ότι ήδη στις αρχές της δεκαετίας του ’30 ο Νίτσε είχε καταστεί θεμελιώδες σημείο αναφοράς για τη σκέψη του. Σήμερα, με βάση τα κείμενα που δημοσιεύτηκαν στη Gesamtausgabe, μπορούμε να εντοπίσουμε ακόμη ακριβέστερα το σημείο καμπής, το οποίο τοποθετείται στο πανεπιστημιακό μάθημα του 1929-30.
Εκεί ο Νίτσε εμφανίζεται σε δύο σημαντικά σημεία: μια πρώτη φορά, όταν ένα ολόκληρο μάθημα αφιερώνεται στο να δείξει πώς οι κριτικές του πολιτισμού από τον Σπένγκλερ, τον Κλάγκεζ, τον Σέλερ και τον Τσίγκλερ εξαρτώνται, ως προς τη φιλοσοφική τους συγκρότηση, από τον Νίτσε — και συγκεκριμένα από την αντίθεση απολλώνιου και διονυσιακού, την οποία όλοι αυτοί επαναλαμβάνουν σιωπηρά σε διαφορετικές εκδοχές, χρησιμοποιώντας την ως κατηγορία φιλοσοφίας της ιστορίας για μια κριτική του παρόντος (HGA, XXIX-XXX, §18). Ο Νίτσε εμφανίζεται έπειτα ξανά στο τέλος του μαθήματος, όταν ο Χάιντεγγερ κλείνει πανηγυρικά τις διαλέξεις του απαγγέλλοντας το «μεθυσμένο άσμα» (trunknes Lied) του Ζαρατούστρα.
Αυτές οι δύο μνείες αποτελούν αδιαμφισβήτητα σημάδια της αρχόμενης προσέγγισης προς τον Νίτσε, η οποία συντελείται ενώ ο Χάιντεγγερ ριζοσπαστικοποιεί προοδευτικά την απομάκρυνσή του από τη μεταφυσική παράδοση και βρίσκει στη νιτσεϊκή σκέψη —και στη αποδομητική της στάση— ένα αποφασιστικό σημείο αντιπαράθεσης. Ήδη στην αρχή του μαθήματος 1929-30 ο Χάιντεγγερ αποσαφηνίζει τη οντο-θεο-λογική δομή της μεταφυσικής —την οποία είχε επίσης εκθέσει στο βιβλίο του για τον Καντ (1929)— και αποκτά ολοένα σαφέστερη συνείδηση του ακόμη υπερβολικά μεταφυσικού χαρακτήρα της «θεμελιώδους οντολογίας» του Είναι και Χρόνος.
Κατά συνέπεια, όσο περισσότερο εγκαταλείπει τις θεμελιωτικές προθέσεις που έως τότε επιδίωκε, τόσο μεταβάλλονται και τα σημεία αναφοράς που επιλέγει μέσα στην ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας. Μέχρι τότε είχε αφιερωθεί στη σύγκριση με θεμελιωτές στοχαστές —ιδίως τον Αριστοτέλη και τον Καντ, αλλά και τον Ντεκάρτ και τον Λάιμπνιτς— επιχειρώντας, μέσω της φαινομενολογικής «καταστροφής» (Destruktion), να οικειοποιηθεί ό,τι διδάσκουν για χάρη μιας ριζικότερης οικοδόμησης.
Όταν όμως ωριμάζει μέσα του η ιδέα ότι η μεταφυσική μπορεί να ξεπεραστεί μόνο αφήνοντάς την στον εαυτό της, χωρίς πλέον να επιδιώκει να αλλάξει οτιδήποτε σε αυτήν, στρέφεται τότε κυρίως προς τις μορφές της ολοκλήρωσης της μεταφυσικής: δηλαδή προς τον Νίτσε και προς στοχαστές που αντιπροσωπεύουν μια εναλλακτική, είτε προ-μεταφυσική (οι Προσωκρατικοί) είτε μετα-μεταφυσική (ο Χέλντερλιν).
Η ανάδυση του Νίτσε ως αποφασιστικού στοχαστή έχει, λοιπόν, έναν σαφή φιλοσοφικό λόγο. Το περίφημο δοκίμιο Η πλατωνική διδασκαλία της αλήθειας (Platons Lehre von der Wahrheit, γραμμένο στις αρχές της δεκαετίας του ’30 αλλά δημοσιευμένο μόλις το 1942) το δείχνει καθαρά: εκεί ο Νίτσε αναφέρεται ως εκείνος που οδηγεί στην ολοκλήρωση την μεταφυσική παράδοση που αρχίζει με τον Πλάτωνα, διότι, παρότι ανατρέπει τον πλατωνισμό —δηλαδή τη διδασκαλία των δύο κόσμων, του νοητού ως αληθινού και του αισθητού ως φαινομενικού— παραμένει εντός του ορίζοντα σκέψης που επιχειρεί να ανατρέψει· γι’ αυτό και χαρακτηρίζεται «ο πιο ξέφρενος πλατωνικός στην ιστορία της δυτικής μεταφυσικής» (Heidegger, 1987: 182).
4. Ο Νίτσε το 1933
Μια τρίτη μνεία —μετά από εκείνη στη διατριβή υφηγεσίας και εκείνη στο Είναι και Χρόνος— επιβεβαιώνει ότι ο Νίτσε είχε πλέον καταστεί για τον Χάιντεγκερ σταθερό σημείο αναφοράς. Βρίσκεται στο διαβόητο λόγο για την Αυτοβεβαίωση του γερμανικού πανεπιστημίου (Die Selbstbehauptung der deutschen Universität), που εκφωνήθηκε στις 27 Μαΐου 1933 με την ευκαιρία της ανάληψης της πρυτανείας. Εκεί ο Χάιντεγκερ μνημονεύει παρεμπιπτόντως τη νιτσεϊκή ρήση για τον θάνατο του Θεού.
Η σημασία της περίστασης και το γεγονός ότι κατονομάζεται μια κεντρική εμπειρία όπως εκείνη της αρνητικότητας —την οποία ο Χάιντεγκερ προτίθεται να αναλάβει φιλοσοφικά— καθιστούν την αναφορά, όσο παρεμπίπτουσα κι αν είναι, ιδιαιτέρως σημαντική. Προκειμένου να καταστήσει νοητό το «μεγάλο μετασχηματισμό» ενώπιον του οποίου «η ίδια η ιδιοπροσωπότερη ιστορική μας ύπαρξη βρίσκεται», ο Χάιντεγκερ επικαλείται τη μαρτυρία του Νίτσε, καλώντας τον ως τον «τελευταίο Γερμανό φιλόσοφο που αναζήτησε παθιασμένα τον Θεό» —έναν Θεό που, για τον Χάιντεγκερ, είναι εντονότερα παρών εκεί όπου βιώνεται ως ερώτημα και πρόβλημα, παρά εκεί όπου έχει μετατραπεί σε βεβαιότητα— και ο οποίος ωστόσο, στη διάγνωση της παρούσας εποχής, κατέληξε στο παγωτικό συμπέρασμα ότι «ο Θεός πέθανε». Μια θέση που πρέπει να ληφθεί ως πρόσκληση για στοχασμό πάνω σε «αυτή την εγκατάλειψη του σύγχρονου ανθρώπου μέσα στο ον» (Heidegger, 1933: 12).
Γνωρίζουμε με πόση επιμονή ο Χάιντεγκερ υπογράμμισε την κεντρικότητα αυτού του μοτίβου στον Νίτσε, και όχι μόνο στο περίφημο απόσπασμα 125 της Χαρούμενης Επιστήμης, «Ο τρελός άνθρωπος», όπου ο θάνατος του Θεού καθίσταται ρητά το σχήμα που συμβολίζει το λυκόφως των μέχρι τώρα ύψιστων αξιών. Εκείνο που εδώ ενδιαφέρει είναι ότι ο Χάιντεγκερ μνημονεύει τον θάνατο του Θεού ως απόδειξη της εγκατάλειψης του σύγχρονου ανθρώπου μέσα στο ον. Αρχίζει έτσι να «σκέπτεται παράλληλα» με τον Νίτσε: διαβάζει το νιτσεϊκό μοτίβο (τον «θάνατο του Θεού») υπό το φως του δικού του (την «εγκατάλειψη του ανθρώπου μέσα στο ον») και, αντιστρόφως, επεξεργάζεται και ενισχύει το δεύτερο με βάση το πρώτο. Ο Νίτσε καθίσταται ένα είδος καθοδηγητικού νήματος και όρου αντιπαραβολής για να σκεφθεί ριζικά την αρνητικότητα που ανήκει στο είναι.
Το πρόβλημα, όπως είναι γνωστό, είχε ήδη αναδυθεί στην εναρκτήρια διάλεξη Τι είναι Μεταφυσική; (Was ist Metaphysik?, 1929). Εκεί γινόταν λόγος για την αδυναμία εμπειρίας του Μηδενός μέσω της απλής λογικής άρνησης του όντος και, αντίθετα, υποστηριζόταν η ανάγκη μιας πιο πρωταρχικής εμπειρίας του, από εκείνη στην οποία φθάνει κανείς μέσω της λογικής κατηγόρησης —η οποία, για τον Χάιντεγκερ, εναντίον του Χέγκελ, δεν είναι παρά ένα ωχρό αντανακλάσμα της τεράστιας δύναμης του μηδενός. Μια τέτοια εμπειρία εντοπιζόταν στη θεμελιώδη διάθεση του άγχους.
Αναλόγως, στη διάλεξη Περί της ουσίας της αλήθειας (Vom Wesen der Wahrheit, συντεθειμένη το 1930 αλλά δημοσιευμένη το 1943) η «αλήθεια» του είναι νοείται μαζί με τη «μη-αλήθεια» ως ουσιώδες συστατικό της. Με τον ίδιο τρόπο και η «ουσία» (Wesen) νοείται ως περιλαμβάνουσα τη «μη-ουσία» ή «κακο-ουσία» (Unwesen). Παρεμπιπτόντως: για να αγκαλιάσει καλύτερα ολόκληρη τη διπλή αυτή κίνηση της σκέψης, ο Χάιντεγκερ τείνει, περίπου στα ίδια χρόνια, σε μια σημαντική μετατόπιση ορολογίας: το ερώτημα περί του νοήματος του είναι —έτσι διατυπώνεται το πρόβλημα στο Είναι και Χρόνος— αναδιατυπώνεται σιωπηρά ως ερώτημα περί της αλήθειας του είναι, εφόσον αυτή, ακριβώς όταν νοείται ως A-λήθεια και Un-verborgenheit (μη-απόκρυψη), εμπεριέχει αναφορά στο αρνητικό.
Το πρόβλημα της αρνητικότητας καταλήγει έτσι να καταλαμβάνει ολοένα σημαντικότερη θέση στους στοχασμούς του Χάιντεγκερ. Για να καταστεί αυτό σαφές, θα έπρεπε να εξεταστούν οι επανειλημμένες απόπειρες που αναλαμβάνει για να σκεφθεί το είναι μέσα στην απόσυρση και την άρνησή του, και να αναλυθεί η κεντρικότητα των προσδιορισμών Entzug (απόσυρση/στέρηση) και Verweigerung (άρνηση/άρνηση παραχώρησης), οι οποίοι εισάγονται στην προσπάθεια θεματικοποίησης της δομής του είναι.
Εκείνο όμως που εδώ μας ενδιαφέρει είναι οι στοχαστές με τους οποίους αντιπαρατίθεται ο Χάιντεγκερ: ο Χέγκελ εμφανίζεται ως το πρότυπο που πρέπει να κρατηθεί σε απόσταση, καθότι η αρνητικότητα δεν θα σκεφτόταν από αυτόν με επαρκώς ριζικό τρόπο και, ως εκ τούτου, θα υπερβαλλόταν υπερβολικά γρήγορα (για παράδειγμα στην αρχή της Λογικής, με τη μετάβαση του είναι και του μηδενός στο γίγνεσθαι).
Για ορισμένα χρόνια, και επανειλημμένα, ο Χάιντεγκερ ερμηνεύει τον Σέλλινγκ και την προσπάθειά του να συλλάβει το «κακό» όχι ως αντίρρηση έναντι του Θεού αλλά ως ουσιώδες συστατικό Του —και αυτό, όπως ο ίδιος γράφει στον Γιάσπερς— «μοχθώντας σε μια επίπονη εργασία όπως εκείνη πάνω στον Αριστοτέλη πριν από δεκαπέντε χρόνια» (Heidegger-Jaspers, 1990: 161).
Αλλά προπάντων είναι ο Νίτσε ο φίλος-εχθρός με τον οποίο πρέπει να διεξαχθεί μια στενή αντιπαράθεση πάνω στο πρόβλημα: ιδίως με τον Ζαρατούστρα και με τη διδασκαλία της αιώνιας επιστροφής του ίδιου (βλ. στο Nietzsche τις υποδειγματικές ερμηνείες του «Το όραμα και το αίνιγμα» και «Ο αναρρώσας») επιχειρεί να σκεφθεί την εμπειρία της αρνητικότητας εμμένοντας στην οπτική μιας ριζικής περατότητας.
Πιστή μετάφραση (στα ελληνικά)
5. Συγκυρίες: Χάιντεγκερ, Σέλερ και το Αρχείο-Νίτσε
Τώρα, πέρα από αυτούς και άλλους φιλοσοφικούς λόγους αρχής, αν επιχειρούσε κανείς να διερευνήσει ποιες συναφείς περιστάσεις υπήρξαν σημαντικές για τη στροφή του Χάιντεγκερ προς τον Νίτσε, τότε εκείνη που είναι πιθανότατα η πιο ενδιαφέρουσα —αν και μέχρι τώρα ελάχιστα ληφθείσα υπόψη— είναι η έντονη σχέση του Χάιντεγκερ με τον Σέλερ κατά τα έτη 1927 και 1928, σχέση που διεκόπη από τον θάνατο του τελευταίου (19 Μαΐου 1928).
Ο συγκινημένος επικήδειος που εκφώνησε ο Χάιντεγκερ στο μάθημα, όπου ο Σέλερ μνημονεύεται ως εκείνος που, μαζί με τον Ντίλταϋ και τον Μαξ Βέμπερ, είχε διορατικά προαναγγείλει όσα διαγράφονταν στον ορίζοντα της εποχής, αντανακλά την ένταση του φιλοσοφικού δεσμού μεταξύ τους (πρβλ. HGA, XXVI, § 2). Η σχέση με τον Σέλερ υπήρξε για τον Χάιντεγκερ ένας γόνιμος και παραγωγικός διάλογος από περισσότερες από μία απόψεις.
Καταρχάς, ως προς το σχέδιο μιας φιλοσοφικής κατανόησης του προβλήματος του ανθρώπου, το οποίο ο Σέλερ προσέγγιζε με όρους «φιλοσοφικής ανθρωπολογίας», ενώ ο Χάιντεγκερ με όρους «μεταφυσικής του Dasein». Η αφιέρωση στον Σέλερ του βιβλίου για τον Καντ (1929), όπου εμφανίζεται αυτή η δεύτερη ονομασία, αποτελεί εύγλωττη μαρτυρία.
Αλλά ο διάλογος με τον Σέλερ υπήρξε σημαντικός και για την ωρίμανση στον Χάιντεγκερ μιας ειδικής προσοχής προς το πρόβλημα της τεχνικής, το οποίο, όπως είναι γνωστό, θα καταστεί γι’ αυτόν κεφαλαιώδες. Τέλος —και αυτό είναι που εδώ μας ενδιαφέρει— υπήρξε καθοριστικός κυρίως για την ανακάλυψη και τη φιλοσοφική αξιοποίηση του Νίτσε, τον οποίο ο Σέλερ είχε προωθήσει λαμπρά, ώστε να του αποδοθεί το προσωνύμιο «χριστιανός Νίτσε» (E. Troeltsch).
Υπό το φως αυτής της συγκυρίας δεν είναι τυχαίο ότι, όταν ήδη το 1932 ο Χάιντεγκερ εισήλθε στην επιτροπή για την έκδοση των απάντων του Σέλερ —υπό τη διεύθυνση του Richard Oehler και με συμμετοχή, μεταξύ άλλων, των Nicolai Hartmann, Walter F. Otto και Adhémar Gelb— εξέφρασε την πρόθεση να μεταφέρει το αρχείο του Σέλερ στο Αρχείο-Νίτσε της Βαϊμάρης.
Οι σχέσεις του Χάιντεγκερ με το Αρχείο-Νίτσε, καθώς και η εμπλοκή του στο σχέδιο μιας νέας έκδοσης των μεταθανάτιων αποσπασμάτων της Βούλησης για δύναμη, αποτελούν μια άλλη σημαντική συγκυρία που πρέπει να ληφθεί υπόψη. Ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1920 ο Χάιντεγκερ είχε κάποιες επαφές με το Αρχείο, και μέσω της έκδοσης των έργων του Σέλερ, της οποίας ο διευθυντής, Richard Oehler (1878-1948), συγγενής του Νίτσε, ήταν ταυτόχρονα ένας από τους βασικούς συνεργάτες της Elisabeth Förster-Nietzsche και του Αρχείου της Βαϊμάρης.
Η πρώτη επίσκεψη του Χάιντεγκερ στο Αρχείο πραγματοποιήθηκε τον Μάιο του 1934, με αφορμή μια τυχαία περίσταση: ο Carl August Emge, καθηγητής φιλοσοφίας του δικαίου στην κοντινή Ιένα και πρόεδρος της επιστημονικής επιτροπής της ιστορικοκριτικής έκδοσης των έργων και επιστολών του Νίτσε (εκδ. Beck), είχε συγκαλέσει στο Αρχείο της Βαϊμάρης, από 3 έως 5 Μαΐου 1934, συνεδρίαση της επιτροπής φιλοσοφίας του δικαίου της Akademie für Deutsches Recht, της οποίας μέλος ήταν και ο Χάιντεγκερ.
Τότε ο Χάιντεγκερ έγινε δεκτός στη Βαϊμάρη από την Elisabeth, επισκέφθηκε το Αρχείο και εξέτασε τα χειρόγραφα. Μετά τον θάνατο της Elisabeth (8 Νοεμβρίου 1935), ο Emge —αφού απέτυχε στην προσπάθειά του να περιορίσει την επιρροή των συγγενών του Νίτσε, δηλαδή των Oehler, στη διεύθυνση του Αρχείου προσαρτώντας το στην Πρωσική Ακαδημία Επιστημών— παραιτήθηκε τόσο από το διοικητικό συμβούλιο όσο και από την επιστημονική επιτροπή.
Τον ακολούθησε στην απόφαση αυτή ο Spengler, ο οποίος ήδη από τις 22 Σεπτεμβρίου είχε γνωστοποιήσει στην αδελφή του την παραίτησή του από το διοικητικό συμβούλιο και, μαζί με τον Emge, αποχώρησε και από την επιστημονική επιτροπή. Για να καλυφθούν αυτές οι αποχωρήσεις εξελέγη στο διοικητικό συμβούλιο ο Walter F. Otto, ήδη μέλος της επιστημονικής επιτροπής από το 1933, ο οποίος με τη σειρά του φρόντισε να εκλεγεί ο Χάιντεγκερ στην επιτροπή.
Ο Χάιντεγκερ παρέμεινε στη θέση έως τις 26 Δεκεμβρίου 1942, ημερομηνία κατά την οποία υπέβαλε την παραίτησή του στον πρόεδρο Richard Leutheußer με την ακόλουθη επιστολή, η οποία σήμερα εκτίθεται στις προθήκες του ανακαινισμένου Αρχείου-Νίτσε στη Villa Silberblick της Βαϊμάρης:
«Αξιότιμε κύριε Υπουργέ,
Δηλώνω δια της παρούσης την αποχώρησή μου από την επιστημονική επιτροπή για την έκδοση των έργων του Friedrich Nietzsche. Οι πολυετείς προκαταρκτικές εργασίες μου για τη νέα έκδοση της Βούλησης για δύναμη έχουν ολοκληρωθεί. Οι τόμοι της μέχρι τώρα εκδοθείσας έκδοσης που μου είχαν αποσταλεί βρίσκονται στη διάθεση του Αρχείου.
Σας παρακαλώ προσωπικά, κύριε Υπουργέ, να συγχωρήσετε αυτό το βήμα που κατέστη αντικειμενικά αναγκαίο. Ταυτόχρονα σας παρακαλώ να γνωστοποιήσετε την αποχώρησή μου στα μέλη της επιτροπής.
Με εξαιρετική εκτίμηση,
ο αφοσιωμένος σας
[υπογρ.] Μ. Χάιντεγκερ.»
Πιστή μετάφραση (στα ελληνικά)
Η κύρια δραστηριότητα του Χάιντεγκερ —όπως προκύπτει από την επιστολή— θα έπρεπε να συνίσταται στην προετοιμασία μιας νέας έκδοσης της Βούλησης για δύναμη, την οποία ακριβώς ο Walter F. Otto, σε συνεδρίαση της 5ης Δεκεμβρίου 1934, είχε χαρακτηρίσει «εξαιρετικά σημαντική αλλά εξίσου δύσκολη», καθότι θα έπρεπε «να παρουσιάσει για πρώτη φορά τα αποσπάσματα που συντάχθηκαν στο πλαίσιο της Βούλησης για δύναμη χωρίς εκδοτικές παρεμβάσεις, ακριβώς όπως βρίσκονται στα χειρόγραφα τετράδια, εξαιρετικά δυσανάγνωστα και που τώρα πρέπει να αποκρυπτογραφηθούν εκ νέου» (Hoffmann, 1991: 105).
Είναι δύσκολο να διαπιστωθεί σε ποιον βαθμό ο Χάιντεγκερ ασχολήθηκε με το καθαυτό εκδοτικό έργο, και αυτό διότι το ενδιαφέρον που τον κινούσε ήταν ασφαλώς περισσότερο θεωρητικό παρά φιλολογικό. Στις 20 Δεκεμβρίου 1935 γράφει, για παράδειγμα, στην Elisabeth Blochmann:
«Θα έπρεπε να ανήκω στην επιτροπή για τη μεγάλη έκδοση του Nietzsche· ούτε γι’ αυτό έχω ακόμη αποφασίσει· σε κάθε περίπτωση θα συνεργαζόμουν μόνο ως σύμβουλος» (Heidegger-Blochmann, 1989: 87).
Και στις 16 Μαΐου 1936 ανακοινώνει στον Jaspers, συγχαίροντάς τον για το βιβλίο του για τον Nietzsche που μόλις είχε εκδοθεί:
«Από το περασμένο φθινόπωρο —αρκετά απρόθυμα, αλλά από αγάπη για το ίδιο το θέμα— βρίσκομαι στην επιτροπή για την έκδοση του Nietzsche. Θα φροντίσω, κατά δύναμιν, ώστε οι επιθυμίες σας να μη μείνουν απλές ευχές» (Heidegger-Jaspers, 1990: 160).
Γεγονός είναι ότι από το 1936 έως το 1938 ο Χάιντεγκερ μετέβαινε στη Βαϊμάρη δυο φορές τον χρόνο για να συμμετέχει στις συνεδριάσεις της επιστημονικής επιτροπής, εργάστηκε πάνω στα χειρόγραφα και υπέβαλε στο Αρχείο διάφορα ερωτήματα σχετικά με την ακριβή χρονολόγηση ορισμένων αποσπασμάτων (στα οποία απάντησε ο Karl Schlechta, κύριος επιμελητής της τότε εν εξελίξει ιστορικοκριτικής έκδοσης).
Αυτό, άλλωστε, μας επιτρέπει να κατανοήσουμε καλύτερα γιατί ο Χάιντεγκερ, στα πανεπιστημιακά του μαθήματα, σε κρίσιμα σημεία, εισέρχεται σε χρονολογικά και φιλολογικά ζητήματα και κρίνει κριτικά, με γνώση του αντικειμένου, την έκδοση της Βούλησης για δύναμη.
Από όσα ο ίδιος δηλώνει στην επιστολή παραίτησης φαίνεται ότι οι «προκαταρκτικές εργασίες», που διήρκεσαν χρόνια, είχαν «ολοκληρωθεί». Οι λόγοι για τους οποίους ο Χάιντεγκερ εγκατέλειψε το σχέδιο της νέας έκδοσης και αποχώρησε από την επιστημονική επιτροπή δεν προκύπτουν από την επιστολή προς τον Leutheußer, όπου η παραίτηση παρουσιάζεται απλώς ως «ένα βήμα που κατέστη αντικειμενικά αναγκαίο».
Μπορούμε, προς το παρόν, να αρκεστούμε στην υπόθεση που διατύπωσε η Marion Heinz, επιμελήτρια του πανεπιστημιακού μαθήματος του 1937. Από μια χειρόγραφη σημείωση του Χάιντεγκερ πάνω σε εγκύκλιο του Αρχείου-Nietzsche της 27ης Οκτωβρίου 1938, η Heinz συνάγει ότι ο λόγος της παραίτησης βρισκόταν στη δουλική στάση του Αρχείου-Nietzsche απέναντι στη Reichsschrifttumskammer, το όργανο που επέβλεπε όσα δημοσιεύονταν στη Γερμανία.
Για να αποφευχθεί ο αποκλεισμός της έκδοσης του Nietzsche από τα επιδοτούμενα έργα, αποφασίστηκε —φαίνεται παρά τη γνώμη του Χάιντεγκερ, ο οποίος πρότεινε διαφορετική στρατηγική— να υποβάλλονται οι τόμοι, πριν από τη δημοσίευση, στην έγκριση του εθνικοσοσιαλιστικού οργάνου.
Πάνω στην εν λόγω εγκύκλιο ο Χάιντεγκερ σημειώνει:
«Ήταν αναμενόμενο· κατά συνέπεια καθίσταται αδύνατη η συνεργασία μου στην επιτροπή έκδοσης· από εδώ και στο εξής θα εργαστώ μόνο για το έργο του Nietzsche — ανεξάρτητα από την έκδοση» (HGA, XLIV, 253-54).
Σε αυτό μπορεί να προστεθεί και η μαρτυρία του Ernesto Grassi, ο οποίος αφηγείται ότι επισκέφθηκε κάποτε τον Χάιντεγκερ και τον βρήκε πολύ σκοτεινιασμένο. Στις ερωτήσεις του για την αιτία της διάθεσής του, ο Χάιντεγκερ του εκμυστηρεύτηκε:
«Εργάστηκα επί μακρόν σε μια νέα ταξινόμηση των νιτσεϊκών γραπτών της Βούλησης για δύναμη, σε αντιπαράθεση με εκείνη που μας άφησε η αδελφή του Nietzsche, Elisabeth Förster· σήμερα το πρωί κατέστρεψα τις σημειώσεις μου» (Grassi, 1988: 26).
Συνεχίζεται με: 6. Τα πανεπιστημιακά μαθήματα για τον Nietzsche από το 1936 έως το 1940
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου