Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ralph-Rainer Wuthenow - ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΕΓΑΛΟΦΥΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ralph-Rainer Wuthenow - ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΕΓΑΛΟΦΥΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 30 Απριλίου 2019

ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΕΓΑΛΟΦΥΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ (3)

Συνέχεια από Τετάρτη, 10 Απριλίου 2019

                                            Ralph-Rainer Wuthenow
                          
                                   ΓΙΑ ΤΗ ΜΕΓΑΛΟΦΥΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

( Πρόλογος στη μονότομη έκδοση τού έργου τού Jacob Burckhardt «Ιστορία τού ελληνικού πολιτισμού» )

                                                          III.

       Επειδή στους  Έλληνες οφείλουμε επίσης τη θεμελίωση και τις αρχές κάποιων απ’ τις επιστήμες μας, αξίζει να σταχυολογήσουμε, πώς τις κρίνει, και όχι μόνον αυτές, ο Μπούρκχαρντ. Γιατί δεν πρόκειται τελικά παρά για την αρχή και τον κανόνα τής σκέψης και της έρευνας, για «γνώση και θέαση! Με τη γνώση τους για τον κόσμο φωτίζουν, εκτός απ’ την ίδια τους τη φύση, τη φύση όλων επίσης τών άλλων λαών· χωρίς αυτούς και χωρίς τούς Ρωμαίους που έγιναν φιλέλληνες δεν θα υπήρχε καμμιά απολύτως γνώση τής προϊστορικής εποχής, γιατί όλοι οι άλλοι λαοί πρόσεχαν μόνο τον εαυτό τους, τα βασιλικά τους κάστρα, τους ναούς και τους θεούς τους.
        Έκτοτε κάθε αντικειμενική γνώση τού κόσμου εξακολουθεί να υφαίνη στο ύφασμα που έχουν ξεκινήσει οι Έλληνες».
      Στις διαλέξεις του ο Μπούρκχαρντ πραγματεύεται επίσης ασυνήθιστα θέματα, όπως  τη μαγειρική τέχνη τών όψιμων Ελλήνων, την ομηρική χώρα τών Φαιάκων, τη λεπτή και ‘τρυφερή’ σχέση τών Ελλήνων προς τους καλλιτέχνες τους. Όταν γίνεται λόγος για φαγητό σε κωμωδίες τής μέσης και σύγχρονης εποχής, και μάλιστα γεμάτος πνεύμα και αστεϊσμούς, διαπερνά πότε-πότε και η λύπη έναν λαό, που παραδίδεται στην κοινή ‘καλή ζωή’, μη διαθέτοντας πια ελπίδες και ιδανικά και μη γνωρίζοντας καμμιά πλέον διέξοδο απ’ τον θρήνο και την απειλή τής καθημερινότητας. Ο Μπούρκχαρντ ανακαλύπτει ένα αντίστοιχο χωρίο στον Αντιφάνη: «Όποιος θεωρεί πως υπάρχει ακόμα κάτι το σίγουρο στην ζωή, αυτός πλανάται. Γιατί είτε θα του έχουν λαφυραγωγήσει οι φόροι ολόκληρο το σπίτι, είτε θα έχη συνάψει χρέη προς κάποιον που διοικεί, ή θα πρέπη να έχη προσφέρει ως δωρητής χρυσά ενδύματα σε χορωδία, ενώ κυκλοφορεί ο ίδιος με κουρέλια (…), ή θα τον αιχμαλωτίσουν σε κάποιο θαλασσινό ταξίδι, ή θα τον δολοφονήσουν οι σκλάβοι καθώς περπατά ή κοιμάται. Τίποτα δεν είναι σίγουρο, εκτός απ’ αυτό που προσπορίζεται κανείς καθημερινά γι’ αυτόν τον ίδιον. Αλλά μπορεί να έρθη και τότε ακόμα κάποιος και να του απομακρύνη το ήδη έτοιμο τραπέζι· μόνον όταν έχης τη μπουκιά ανάμεσα στα δόντια, μπορείς να σκεφτής:  αυτό πάντως είναι σίγουρο μέσα σε όλα τα άλλα».
      Πάνω απ’ τους θεούς και τους ανθρώπους κυριαρχεί η μοίρα, το πεπρωμένο· οι δήθεν φαιδροί και χαρούμενοι  Έλληνες «ήταν γεμάτοι αγνό, αμιγή απαισιόδοξο θρήνο για την ζωή πάνω στη γη. Μόνο που δεν  αφήνονταν σε έναν απλό ρεμβασμό και σκεπτικισμό, και δεν παραιτούνταν ποτέ απ’ το να ενεργούν και να θέλουν», παρατηρεί ο Μπούρκχαρντ, αναγνωρίζοντας σ’ αυτό ένα θαρραλέο «παρ’ όλ’ αυτά», αν και περιγράφει επίσης πολλές αυτοκτονίες.
      Ίσως δεν επιβεβαιώνει το συχνά επαναλαμβανόμενο εγκώμιο της παρακινδυνευμένης ‘ευζωίας’    τότε που δοξάζεται η χώρα τών Φαιάκων, όπου και περιγράφει ο Οδυσσέας τα περιπετειώδη  ταξίδια του – παρά μόνο το σημαντικό γεγονός, ότι η πραγματικότητα της ελληνικής ύπαρξης ήταν κατά βάσιν  – λιτά πάντως αποτυπωμένη – η σχόλη, που την πληρούσε η αγωνιστική άμιλλα, ή η ενισχυμένη συμμετοχή στην πολιτική ζωή στα ‘γεράματα’.
     Εφ’ όσον υπήρχαν σκλάβοι, «αρμόδιοι» για τη σωματική εργασία, μπορούσε να υποτιμά κανείς την εργασία, έτσι ώστε να μην εκτιμάται τελικά τόσο πολύ ούτε η ελεύθερη δραστηριότητα.  Το εμπόριο και τα θαλασσινά ταξίδια δεν απασχολούν μόνο τούς Αθηναίους Έλληνες, και φαίνεται πως δεν υπήρξε εύκολο να διατηρηθή ένα υπόλοιπο εκτίμησης για τη γεωργία. Τα επαγγέλματα εκτιμώνται ακόμα πιο χαμηλά, μόνον οι μέτοικοι ενδιαφέρονται γι’ αυτά, η αγγειοπλαστική εγγυάται ωστόσο και παρ’ όλ’ αυτά μιαν επικερδή εξαγωγική εργασία.
      «Ο πλούτος ήταν σε κάθε εποχή αγαπητός, και μόνο για να αποκτήση κανείς πλούτο αποφάσιζε να ασχοληθή με κάτι, με την πιο μεγάλη όμως δυσκολία, κυρίως όταν επρόκειτο για καταπονήσεις που φαίνονταν μη-ευγενείς · κάθε σωματική κούραση που δεν σχετιζόταν με τη γυμναστική και τον πόλεμο και ήταν καθωρισμένη και επαναλαμβανόμενη, φαινόταν κατ’ εξοχήν ως εξευτελιστική και δυστυχής». Σ’ αυτήν τη συνάφεια προέκυψε και η έννοια της βαναυσότητας (Banausentum) ως υποχρέωσης προς εργασία για χάρη τού κέρδους, μιας διαρκούς άρα καταπόνησης, που καθιστά αδύνατη μιαν ανώτερη καλλιέργεια (εκλέπτυνση) του σώματος και της ψυχής. Η εργασία δεν εξευγενίζει λοιπόν, το αντίθετο. Μπορούμε όμως δύσκολα να φανταστούμε ότι οι αγαλματοποιοί, που τα αγάλματά τους τα θαυμάζουμε ακόμα σήμερα,  είχαν προσβληθή ισχυρότατα απ’ αυτήν ακριβώς την προκατάληψη. Ένας αγαλματοποιός μπορούσε ασφαλώς να αποκτήση μεγάλη φήμη, τί μπορούσε όμως να τον απαλλάξη απ’ το ότι ζηλόφθονοι προετοίμαζαν την καταστροφή του; Έτσι λέγεται, πως ο Φειδίας πέθανε στη φυλακή και δηλητηριασμένος. Για τους αρχιτέκτονες και τους ζωγράφους ήταν καλύτερα τα πράγματα, είχαν λιγότερη σωματική απασχόληση, ως τεχνίτες, ενώ τη μεγαλύτερη εκτίμηση απολάμβαναν αντίστοιχα οι ποιητές.
       Ακόμα και οι στοχαστές, ερευνητές, ταξιδιώτες, οι θεμελιωτές πρώιμων επιστημών (που δεν ήταν βέβαια τότε κάποιοι μηχανικά απασχολούμενοι εφευρέτες) απολάμβαναν, όπως ήδη ο Πυθαγόρας, μιαν εξίσου υψηλή εκτίμηση, εφ’ όσον δεν περιέπιπταν βέβαια σε διαφωνία με την πολιτεία-κράτος ή δεν φαίνονταν να παροργίζουν τούς θεούς. «Είναι καλό», μας λέει ο Μπούρκχαρντ, «ότι οι παρελθόντες καιροί μάς απάλλαξαν απ’ τον κόπο, να περιγράψουμε ποιητικά έναν ανυψωμένο κόσμο. Γιατί θα σκοντάφταμε χίλιες φορές στα ‘πόδια τού αισθήματός’ μας και θα φιλονικούσαμε αναμεταξύ μας λόγω πολιτικών, θρησκευτικών και κοινωνικών επονομαζομένων ιδανικών». Ο Όμηρος ήταν ωστόσο σε θέση να περιγράψη στην «Οδύσσεια», με το βλέμμα στραμμένο στην ειρηνική ζωή τών Φαιάκων, μια σχετική ευτυχία (που βρισκόταν βέβαια υπό την απειλή τού εξοργισμένου Ποσειδώνα) – «Οι παρελθόντες καιροί ήταν και σε κάτι καλοί». Στον ‘πίνακα’ της ζωής τών Φαιάκων ανυψώνεται επανειλημμένα η ήδη ανυψωμένη ζωή τών ηρώων.
      Όσον αφορά στις επιστήμες, παρατηρεί επιγραμματικά ο Μπούρκχαρντ: «Το κρίσιμο και αποφασιστικό δεν είναι αυτός ή εκείνος ο βαθμός γνώσης που επιτυγχάνεται, αλλά η ικανότητα για κάθε γνώση». Οι Έλληνες έχουν έτσι να επιδείξουν και γεωγράφους και ιστοριογράφους, όπως κανένας άλλος λαός πριν απ’ αυτούς, είχαν αναπτύξει μάλιστα ένα «αντικειμενικό πνεύμα για όλο τον κόσμο». Υπήρχαν ωστόσο, όπως το βεβαιώνει με πολλούς υπαινιγμούς,  και κάποιοι μεμονωμένοι χωρίς αξίωμα ή δημόσια αποστολή, που δεν πληρώνονταν άρα από κανέναν και ήταν υπεύθυνοι μόνο για τον εαυτό τους.
       Όμως ο μύθος, για τον οποίον τόσο πολύ μιλήσαμε, ο μύθος που τα περιλαμβάνει και τα συνενώνει όλα, έπρεπε να γίνη ένας εχθρός τής επιστήμης, ακριβώς επειδή ήταν η αρχική της μορφή ή αιτία, απ’ την οποίαν και προήλθε η επιστήμη. Στην ποιητική του μορφή περιελάμβανε ήδη τη θρησκεία και την ιστορία, τη γνώση τής φύσης καθώς και του ανθρώπου: «Ο μυθικός κόσμος αιωρείτο πάνω από τούς  τότε Έλληνες σαν ένα εντελώς ακόμα κοντινό, μεγαλοπρεπές όραμα. Οικογένειες και ολόκληρα γένη κατάγονταν ακόμα απ’ τους θεούς· έθιμα και συνήθειες αναφέρονταν ακόμα λόγω τής καταγωγής τους στα μυθικά χρόνια».
      Αλλά ακόμα κι αυτό που χαρακτηρίζουμε ως ρήξη με τον μύθο, η πρώτη άρα στροφή προς τη φυσική ως γνώση τού παγκόσμιου οικοδομήματος, ακόμα και τότε ο μύθος ‘ήξευρε’ να επιζήση όλον αυτόν τον καιρό· έφτανε και επενεργούσε τόσο μακριά, όπου υπήρχαν Έλληνες, στις αποικίες τής Μικράς Ασίας και της Νοτίου Ιταλίας, και «επέζησε κατόπιν δίπλα στην επιστήμη μέχρι το τέλος τής αρχαιότητας, διεισδύοντας επίμονα και συνεχώς στη φυσική επιστήμη και στην ιστορία, και έγινε ο ίδιος μια επιστήμη, παρατείνοντας ‘βίαια’ την ύπαρξή του με τη μορφή λόγιων μυθικών συλλογών και παρομοιώσεων». Και θριάμβευσε έτσι στους Έλληνες ο μύθος ακόμα και πάνω σε κείνους που νόμιζαν ότι τον είχαν καταστήσει μια για πάντα περιττό. –
      Επιμένοντας στη μοναδική σημασία τών Ελλήνων, ‘καταδύεται’ ο Γιάκομπ Μπούρκχαρντ, παροργισμένος απ’ τον φραστικό δοξασμό αιώνων, και παρουσιάζει την παρελθούσα τους ζωή σε ένα φως που δεν ωραιοποιεί πια τα πάντα, αποκαλύπτοντας ακόμα κι εκείνα τα χαρακτηριστικά που μόνο σπάνια είχαν ληφθή μέχρι τότε υπ’ όψιν, τα πιο σκοτεινά, τονίζοντας έτσι σημεία που μας εκπλήσσουν.

                                                        ΤΕΛΟΣ

Τετάρτη 10 Απριλίου 2019

ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΕΓΑΛΟΦΥΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ (2)

Συνέχεια από Τετάρτη, 3 Απριλίου 2019

Ralph-Rainer Wuthenow
                          
                                   ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΕΓΑΛΟΦΥΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

( Πρόλογος στη μονότομη έκδοση τού έργου τού Jacob Burckhardt «Ιστορία τού ελληνικού πολιτισμού» )

                                                          ΙΙ.

     Μαζί με τις «Παρατηρήσεις στην παγκόσμια ιστορία» και ορισμένες παραδόσεις που αφορούν στην παλαιά Ελλάδα (Hellas), κάποιες επιστολές τού Μπούρκχαρντ εξηγούν επίσης μερικές φορές το μεγάλο εγχείρημα μιας ιστορίας τού ελληνικού πολιτισμού, επιστολές στις οποίες εστιάζει ακριβώς στον πολιτισμό ως την κινητικώτερη, πιο πολύπλευρη και εμφανώς πιο παραγωγική απ’ τις τρεις δυνάμεις (δίπλα στην πολιτεία και τη θρησκεία), χωρίς να παραμελή γι’ αυτόν τον λόγο την πολιτεία και τη θρησκεία στις συζητήσεις του. Η πολιτεία και η θρησκεία απ’ την πλευρά τους, λόγω τής εξαρτήσεως και του αμοιβαίου καθορισμού, πρέπει να ερμηνευτούν επίσης απ’ τη σκοπιά τού πολιτισμού, στον οποίον άλλωστε ανήκουν κατά έναν συγκεκριμένο τρόπο και οι ίδιες. Πέρα απ’ αυτό, η γλώσσα που διαπερνά όλα τα πεδία αποτελεί την ουσία (το άρωμα!...) τρόπον τινά ενός πολιτισμού, διαφυλάσσοντας κατά έναν ορισμένον τρόπο την κινητικότητα, την πολυμορφία και τη διάρκειά του. Οι Έλληνες  ήταν ευνοημένοι, παρατηρεί ο Μπούρκχαρντ, απ’ την τόσο πλούσια όσο και ευλύγιστη και μετρικά πανέτοιμη γλώσσα τους, η οποία και κατέστη βάση τής ποίησης, αλλά εξίσου και της φιλοσοφικής σκέψης. Σε μια διάλεξη για το επιστημονικό κέρδος τών Ελλήνων λέγονται εν συντομία τα εξής: «Φαίνονται να κατέχουν δυνάμει ήδη απ’ την αρχή την ποίηση, τη φιλοσοφία, τη ρητορική και την επιστήμη». Ένας λαός, που του ανήκει μια τέτοια γλώσσα, θα έχη επίσης σε όλες τις περιστάσεις αναλυτικό και ευκίνητο πνεύμα. «Έχουμε να κάνουμε μ’ έναν πλήρως αποσπασμένο απ’ τα μεμονωμένα πράγματα γλωσσικό κόσμο, με μια γλώσσα η οποία είναι, όπως σωστά λέγεται, καθ’ εαυτή ήδη μια πρακτική διαλεκτική και γι’ αυτό καθ’ υπερβολήν ήδη δημιουργική σε φιλοσοφικούς χαρακτηρισμούς», παρατηρεί στην «Ιστορία τού ελληνικού πολιτισμού». Η μόρφωση στον λόγο και τη γραφή έχαιρε όμως επίσης υψηλής εκτίμησης  – ακόμα κι απ’ αυτήν την άποψη θα είχαμε βέβαια και σήμερα να μάθουμε κάποια πράγματα απ’ τους Έλληνες, αν μόνο γνωρίζαμε, τί μάς λείπει.
      Τα καθαρά αρχαιολογικά γεγονότα δεν ήταν εξάλλου ούτε για τον νεαρό Μπούρκχαρντ  αποφασιστικά. Πότε «θα έρθη τελικά ο Οδυσσέας, να απελευθερώση την αρχαία ιστορία απ’ τη ‘μάνδρα’ τών φιλολόγων;» ρωτάει σ’ ένα του γράμμα (2.10.1842)· για να συμπληρώση την επόμενη μέρα αυτό το ερώτημα με μιαν αξιοπρόσεκτη σκέψη: «Δεν είναι αξιοθρήνητο, ότι ύστερα από τρεις δεκαετίες μιας αποδεδειγμένα τυραννικής κλασσικής μόρφωσης, δεν υπάρχει ακόμα καμμιά συνετή ελληνική ιστορία; Ρώτησα κάποτε έναν διάσημο φιλόλογο γι’ αυτό και πήρα την εξής απάντηση:  Οι όψεις τού μύθου δεν έχουν ακόμα εδώ και καιρό διευκρινιστή ικανοποιητικά».
      Η θετικιστική ασημαντότητα τού φαίνεται ήδη νωρίς τόσο αξιοκαταφρόνητη όσο και η πεισματική πίστη στη σημασία μηδαμινοτήτων. Υποψιάζεται ωστόσο και το ιστορικο-φιλοσοφικό αίτημα, εκεί όπου το αίτημα αυτό απομακρύνεται ασυλλόγιστα απ’ το μόνο πραγματικό. Εφ’ όσον θεωρεί το ‘ιδανικό’ ως αληθινό (και δεν εννοεί την ανιαρή δόξα, αλλά τον συμβολισμό, που κατανοείται με τη συγκέντρωση), είναι και ο μύθος ‘αληθινός’· τα ξεχωριστά περιστατικά χάνουν εδώ γρήγορα σε ενδιαφέρον, σημασία και βαρύτητα. Διαφεύγουν έτσι ακόμα και οι σημαντικότερες εργασίες τού Μπούρκχαρντ την ειδική επιστημονική (ακόμα και δικαιολογημένη συμπτωματικά) διόρθωση. Σ’ ένα όψιμο μάλιστα γράμμα του στον Friedrich von Preen παραδέχεται, ότι το μυθικό στοιχείο τον ελκύει όλο και περισσότερο, αποξενώνοντάς τον απ’ το ιστορικό (24.8.1889).
     Με έμφαση επισημαίνει ο Μπούρκχαρντ, ότι ο μεγαλοφυής λαός τών Ελλήνων, με όλα του τα λάθη, τις αδυναμίες και τους ενδοιασμούς του, έθεσε όρια, «που δεν θα επιτρεπόταν να μείνουμε πίσω απ’ αυτά. Αναφέρονταν όμως μόνιμα σε μορφές και απόψεις τής αρχαιότερης εποχής, κυρίως στην ποίηση, και ειδικά στην τραγωδία. Στον Μύθο οι Έλληνες (Hellenen) διαφύλαξαν και ‘υπερασπίστηκαν’ τρόπον τινά την πρώιμη νεότητά τους».
     Έλαβε έτσι στα σοβαρά τον Μύθο ο Μπούρκχαρντ και δεν τον ‘αποκήρυξε’ ως αποτέλεσμα προ-λογικής μυθολόγησης, οπότε θα λυπόμασταν που δεν ζήτησε να απελευθερωθή νωρίτερα απ’ αυτήν ένας τόσο προικισμένος λαός.
     « Όσο κι αν οριζόταν ως αμφίβολη η πραγματική γνώση τών πανάρχαιων χρόνων, ο Μύθος κυριάρχησε σαν μια ισχυρή δύναμη, την ελληνική ζωή, και αιωρούνταν πάνω απ’ αυτήν σαν ένα κοντινό, εξαίσιο φαινόμενο· το οποίο έφεγγε μέσα στο ελληνικό παρόν, παντού και μέχρι τούς όψιμους χρόνους, σαν να μην ήταν ακόμα ένα μακρινό παρελθόν, ενώ περιέγραφε κατά βάση τη θεωρία και την πράξη τού έθνους σε μιαν υψηλότερη απεικόνιση».
       Καθίσταται φυσικά ύποπτος όποιος  εξυμνεί μ’ αυτόν τον τρόπο τον Μύθο, όποιος τολμά να θέση τις απόψεις πάνω απ’ τα  συμβάντα, αυτός για τον οποίον έχουν μεγαλύτερη σημασία οι θεωρίες και οι τρόποι σκέψης τών Ελλήνων απ’ τις μακρές συζητήσεις τής ιστορικής εξέλιξης με όλα της τα γεγονότα.
       Σε τί διαφέρουν λοιπόν οι Έλληνες απ’ τους λαούς τής αρχαίας Ανατολής και από εκείνους τών εποχών που ακολούθησαν;  Ανάμεσα στην Ανατολή και τη Δύση κατέλαβαν μιαν παγκοσμίως ιστορική θέση· εμφανίζονται «γνήσιοι, αυθόρμητοι και συνειδητοί, εκεί όπου σε άλλους λαούς φαίνεται να κυριαρχή ακόμα ένα πνιγηρό ‘πρέπει΄». Μ’ αυτό που πέτυχαν οι Έλληνες, κατάφεραν να επιβάλουν σε όλον τον επόμενο κόσμο τη σπουδή αυτών τών επιτευγμάτων. Όπου πραγματεύεται κάτι το μεμονωμένο ο συγγραφέας μας, το δικαιώνει ως παράδειγμα, και όχι ως απλό ενδιαφέρον για ένα απομονωμένο γεγονός· το μόνιμο θριαμβεύει πάνω στο στιγμιαίο. «Είμαστε ανεπιστημονικοί», ομολογεί, «και δεν έχουμε καμμιά μέθοδο, τουλάχιστον κάποια μέθοδο που έχουν οι άλλοι». Δεν υπερασπίζεται την πολυμάθεια συναναστρεφόμενος με τους Έλληνες, αλλά τούς Έλληνες ως ένα «μέσον μόρφωσης και απόλαυσης που κρατά για όλη μας την ζωή». 
    Και ο Φρίντριχ Νίτσε έβλεπε τους Έλληνες διαφορετικά απ’ ό,τι οι διάσημοι φιλόλογοι μαζί και μετά τον Wilamowitz-Moelendorff, προπαντός επειδή γνώριζε ότι μπορεί να είναι κανείς, και χωρίς πολύ πνεύμα, ένας σπουδαίος πολυμαθής (κάτι που δεν επιτρέπεται ασφαλώς να ισχύη για τον πολυ-αμφισβητημένο Wilamowitz). Στο «Λυκαυγές τών ειδώλων» ο Νίτσε εξυμνεί τον Μπούρκχαρντ, τον «σεβαστό φίλο» του, ως σπάνια εξαίρεση και ως έναν απ’ τους λίγους μεγάλους παιδαγωγούς, στον οποίον και οφείλει η πόλη τής Βασιλείας την υπεροχή της σε ανθρωπισμό. Σ’ ένα άλλο δε σημείο τού βιβλίου λέγεται, χωρίς μετριοφροσύνη: «Ήμουν ο πρώτος που πήρα στα σοβαρά, για να κατανοήσω το αρχαιότερο, πλούσιο ακόμα, και επερχόμενο σαν πλημμύρα ελληνικό ένστικτο, εκείνο το θαυμαστό φαινόμενο, που φέρει το όνομα Διόνυσος: το οποίο μπορεί να εξηγηθή μόνον από μιαν υπερβολή δυνάμεως. Όποιος ερευνά τούς Έλληνες όπως εκείνος ο βαθύτατος γνώστης τού πολιτισμού τους, που ζη στις μέρες μας, όπως δηλ. ο Γιάκομπ Μπούρκχαρντ στη Βασιλεία, αυτός γνώριζε πως επρόκειτο για κάτι σημαντικό: ο Μπούρκχαρντ πρόσθεσε στον «Πολιτισμό τών Ελλήνων» ένα ιδιαίτερο τμήμα για το παραπάνω φαινόμενο». Μια συμπλήρωση στο μεγάλο έργο που πρέπει βέβαια κατ’ αρχάς να αποδειχτή.
       Μπορούμε να εξηγήσουμε αυτό που ισχυρίζεται ο Νίτσε σαν μια επιθυμητή μάλλον ιδέα, γιατί ακόμα και η αναφορά τού Διόνυσου στη διάλεξη του Μπούρκχαρντ για τον Πυθαγόρα δεν επαρκεί ως εξήγηση. Ο Νίτσε τίμησε στον υψηλότατο βαθμό, μέχρι τις μέρες τής κατάρρευσής του, τον Μπούρκχαρντ και προσπάθησε να συνάψη μια στενώτερη φιλική σχέση προς τον παλαιότερο, συνεσταλμένο σύντροφό του, όταν ήταν κι εκείνος έτοιμος να του την προσφέρη. Έτσι θαύμαζε ο Νίτσε αυτόν που τιμούσε, χωρίς να παρατηρή όμως, με πόση λεπτή ειρωνία αντιδρούσε εκείνος, περισσότερο υπεκφεύγοντας γεμάτος σεβασμό παρά θαυμάζοντας τα κείμενά του. Ακόμα και το κείμενο «Η γένεση της τραγωδίας απ’ το πνεύμα τής μουσικής» δεν εγκωμιάστηκε ποτέ απ’ τον Μπούρκχαρντ, όπως θεωρούσε ο Νίτσε.
     Στις σημειώσεις του ωστόσο για μια περαιτέρω σχεδιασμένη «Αναχρονιστική θεώρηση» υπάρχουν υπό τον τίτλο «Εμείς οι φιλόλογοι» παρατηρήσεις, απόψεις και κρίσεις, που συμφωνούν απολύτως με κείνες τού Μπούρκχαρντ, ιδίως όσον αφορά στη λανθασμένη πλέον τοποθέτηση των φιλολόγων απέναντι στην κλασσική αρχαιότητα. Οι «σκιές τού Άδη», όπως τους ονομάζει ο Νίτσε, δεν μπορούν να αντιληφθούν το συμβολικό στοιχείο. Διαφορετικά όμως επιθετικός απ’ τον Μπούρκχαρντ, ο Νίτσε θέλει να εγκαθιδρύση εχθρότητα ανάμεσα στον σύγχρονο πολιτισμό  και τον πολιτισμό τής ελληνικής αρχαιότητας – το ότι δεν υπάρχει σύνδεσμος ανάμεσα στους δυό πολιτισμούς, αυτό πρέπει να γίνη σαφές. Στην ‘αποτελεσματική’ και ‘επιτυχημένη’ ιστορία τής κλασσικής φιλολογίας δεν βρίσκει παρά νοθεία και πλάνη, και μόνον ένας κατ’ αυτόν έχει δη σωστά: ο Γιάκομπ Μπούρκχαρντ. Ακόμα και ο Γκαίτε και ο Βίνκελμαν δεν ήταν σε θέση να δουν και να διαπραγματευτούν σωστά την αρχαιότητα, ενώ ο Φρίντριχ Σλέγκελ  παραλείπεται εντελώς.  Προπάντων όμως σ’ αυτό το σημείο δεν αναφέρεται το όνομα Μπαχόφεν. Ο ίδιος ο Μπούρκχαρντ  εκφράζεται λιγότερο ‘πολεμικά’, διαπιστώνοντας στην εισαγωγή του στην «Ιστορία τού ελληνικού πολιτισμού» ότι «έχει διαμορφωθή σταδιακά απ’ το σύστημα διδασκαλίας μια δυσαναλογία ανάμεσα στο Γυμνάσιο και την πραγματική πνευματική μετέπειτα κατεύθυνση», η οποία δυσαναλογία «θα μπορούσε να καταλήξη άλλη μια φορά», όπως συμπεραίνει και προειδοποιεί, «σε μιαν καταστροφή».
       Όπως ακριβώς για τον Μπούρκχαρντ, οι ‘Ελληνες ήταν και για τον Νίτσε ικανοί να επινοούν και να στιχουργούν περαιτέρω την πραγματικότητα, ήταν ο μοναδικός μεγαλοφυής λαός στην παγκόσμια ιστορία, μεγαλοφυείς ακόμα και στο να παραλαμβάνουν, να μαθαίνουν, να αφομοιώνουν. Όμως ο φθόνος και η ζήλεια, απ’ τα οποία γνωρίζουμε εμείς ως θετική πλευρά τη φιλοδοξία στους αγώνες (Agon), επενεργούσαν επίσης στην καθημερινότητά τους και στην πολιτική τους ύπαρξη.
      Η μυθική συνάφεια και το βάθος διαλύθηκαν απ’ τον Σωκράτη, όπως διαβάζουμε ήδη στο κείμενο για την τραγωδία, ένα σημαντικό γεγονός, αν μπορή να εννοήση κανείς τη σημασία τού Μύθου, όπως αναγνωρίζεται άλλωστε κι απ’ την εκτενή περιγραφή τού Μπούρκχαρντ. Ο λόγος για τους ‘ευκολοζώητους’ θεούς σημαίνει κατά τον Νίτσε για τους Έλληνες, για τη γνώση τής αθλιότητας και του θρήνου τής ύπαρξης και του ανθρώπινου πόνου, το να ‘κερδίσουν’ μια μεγαλειώδη όσο και λεπτή φαιδρότητα, έτσι όπως λαμπρύνεται η δυστυχία τών θνητών τραγουδώντας για τους θεούς. Οι θεοί είναι όμως για τους Έλληνες κατά κάποιον τρόπο κοντινοί και παρόντες, έτσι όπως δεν μπορεί καν να το φανταστή ο σύγχρονος άνθρωπος: Δεν επρόκειτο λοιπόν για κάποιαν αξιαγάπητη «ποιητικότητα», αλλά μάλλον για ένα είδος παραίσθησης με εντελώς πραγματική επίδραση. Ακόμα και η λέξη ‘παραίσθηση’ που χρησιμοποιεί εδώ ο Νίτσε, δεν συμπίπτει ακριβώς μ’ αυτό που συμβαίνει, το οποίο δεν μπορεί να το αντιληφθή τρόπον τινά ο μοντέρνος άνθρωπος. Η κλασσική φιλολογία είναι απ’ την πλευρά της ιστορική, η αρχαιότητα όμως, με την οποία και ασχολείται, είναι κλασσική, κι εδώ βρίσκεται, όπως εiχε υποδείξει κάποτε ο Karl Reinhardt, το ασυμβίβαστο των δύο εποχών.
     Οχτώ, εννιά χρόνια αργότερα, προσπαθώντας να αποκτήση ως ανθρωπογνώστης μια σαφή εικόνα για τους Έλληνες, ο Νίτσε συνειδητοποιεί ότι μετατοπίζονται σε ολοένα και μεγαλύτερη απόσταση, όσο περισσότερο τους παρατηρούμε· θεωρεί μάλιστα πως μαθαίνει απ’  αυτήν την αντίθεση, «ότι η απογοήτευσή μας είναι πιο διδακτική απ’ το αίσθημά μας τής οικειότητας».
      Στο εγχείρημά μας να ‘εξιχνιάσουμε’ ψυχολογικά τον άνθρωπο, θα αισθανόταν ένας Έλληνας κατά τη γνώμη του «μιαν ασέβεια απέναντι στη φύση, μιαν έλλειψη ντροπής, αιδούς και αισχύνης· αντίθετα εμείς ξαφνιαζόμαστε όταν ακούμε τη λέξη γνώση· όταν υπάρχη η γνώση, πρέπει να ακολουθή και η πράξη· και το ότι οφείλει να είναι ευδαιμονία και μακαριότητα η αρετή, αυτό ηχεί στ’ αυτιά μας τόσο ξένο και αναξιόπιστο (…)».

     ( συνεχίζεται )

ΔΥΣΤΥΧΩΣ ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΓΚΛΩΒΙΣΜΕΝΟΙ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΙΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ ΚΑΙ ΔΕΝ ΒΛΕΠΟΥΜΕ ΟΤΙ Ο ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ Ο ΟΠΟΙΟΣ  ΓΟΝΙΜΟΠΟΙΕΙ ΤΙΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΤΗΣ ΤΑΞΕΩΣ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΗΜΕΡΑ ΣΤΑ ΑΖΗΤΗΤΑ. ΠΝΙΓΜΕΝΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΤΑΥΤΙΣΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ. ΔΕΝ ΑΠΟΚΑΘΙΣΤΑ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ.

Αμέθυστος

Τετάρτη 3 Απριλίου 2019

ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΕΓΑΛΟΦΥΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ


Ralph-Rainer Wuthenow
                          
                                   ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΕΓΑΛΟΦΥΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

( Πρόλογος στη μονότομη έκδοση τού έργου τού Jacob Burckhardt «Ιστορία τού ελληνικού πολιτισμού» )

                                                         Ι.

     Ο Jakob Burckhardt  δεν  έγραψε κάποιαν ιστορία τής ελληνικής τέχνης ή λογοτεχνίας· δεν επρόκειτο επίσης σ’ αυτήν την προσπάθεια γιά μιά ιστορία τού πολιτισμού τής ελληνικής αρχαιότητας, επικεντρωμένης ολοφάνερα στην Αθήνα, για μια μεταφορά ή συνέχεια αυτού που είχε με τόση επιτυχία αναλάβει παρουσιάζοντας τον «Πολιτισμό τής Αναγέννησης στην Ιταλία» (1869). Όφειλαν όμως να εμφανισθούν, κοντά στην πραγματική και μεμονωμένη ιστορία, η πληθώρα – κι αυτό είναι το καινούργιο – και η συνάρτηση των εκδηλώσεων τής ελληνικής ζωής, τις οποίες έπρεπε ωστόσο να τις απομονώση παρατηρώντας και εξηγώντας τες, επειδή σημαίνουν για πρώτη φορά μαζί κάτι που θα το ονομάζαμε ‘πολιτισμό’, την πραγματικότητα δηλ. τής ύπαρξης ανάμεσα στην πολιτική και τη θρησκεία, ορατή στις μορφές έκφρασης τής πραγματικής ζωής.
       Δεν μπορεί να μας εκπλήσση το ότι ο κόσμος τών ειδικών, ακριβολόγος και πάντοτε φθονερός, αντιμετώπισε με άρνηση ή δυσπιστία την «Ιστορία τού ελληνικού πολιτισμού» (1898-1902) τού Μπούρκχαρντ, που εκδόθηκε απ’ τα κατάλοιπά του, στα οποία και ανήκε ως χειρόγραφο παραδόσεων. Διαφορετικά απ’ ό,τι «Ο πολιτισμός τής Αναγέννησης στην Ιταλία», αυτό το βιβλίο είχε συνταχθή από κάποιον που δεν ανήκε στη «συντεχνία», ο οποίος ήταν περισσότερο ιστορικός παρά φιλόλογος, περισσότερο ιστορικός τής τέχνης παρά «γνήσιος» ιστορικός και βέβαια εξίσου συγγραφέας όπως και πολυμαθής. Ακόμα και σήμερα προσκρούει αυτό το όψιμο έργο σε επιφυλάξεις, έστω κι αν στερεώθηκε προ πολλού η φήμη τού συντάκτη του, τη στιγμή που το όνομα τού Wilamowitz-Moelledorff, που τον είχε κάποτε  προκαλέσει  αγανακτισμένος ο Νίτσε να εγκαταλείψη τη διδασκαλική του έδρα, και που εκφράστηκε επίσης ευτελώς για την «Ιστορία τού ελληνικού πολιτισμού», μένει ακόμα γνωστό στον στενώτατο μόνο κύκλο τής ειδικότητας – ακριβώς ως το όνομα του φιλόδοξου αντιπάλου τού Νίτσε.
      Το ότι διευκρινίζονται εδώ όχι μόνον όσα αφορούν στην κλασσική αρχαιότητα, αλλά και η ημι-έντιμη δική μας σχέση προς αυτήν, αυτό μπορεί να προκάλεσε πάνω απ’ όλα τη γενική ‘εξέγερση’· ήταν κανείς τόσο σίγουρος για το ‘θέμα’ του, δηλ. την αρχαιότητα, όπως και ο εκπαιδευτής μικροαστός στον Νίτσε για το δικό του. Θεωρούσε πράγματι ο Βιλαμόβιτς πως έχει ‘μισθώσει’ τρόπον τινά την κατανόηση του Ελληνισμού, όντας όμως περισσότερο ένας διαχειριστής  καταλοίπων παρά ένας κληρονόμος.
      Δεν είναι ωστόσο δύσκολο να αποδεχτή κανείς την άποψη τού Μπούρκχαρντ ή έστω να την ανεχθή· αυτό που λέει, οι αντίπαλοί του θεωρούν ότι κι αυτοί το καταλαβαίνουν, αλλά ο Μπούρκχαρντ το εκφράζει χωρίς πάθος (Pathos), χωρίς αυτοδικαίωση, κι αυτό τον καθιστά σημαντικό φιλόλογο και ήδη απ’ την αρχή τής σταδιοδρομίας του τόσο αξιοπρόσεκτο. Ο Μπούρκχαρντ θεωρεί ότι οι Έλληνες, αυτός ο μεγαλοφυής λαός, δεν χρειάζεται να δοξαστούν, «δεν σκεφτόμαστε πουθενά να ‘περιορίσουμε’ τους ενθουσιώδεις ρήτορες του ωραίου. Οι Έλληνες έφθασαν σε κάθε τι το πνευματικό σ’ ένα τέτοιο ύψος, κάτω απ’ το ποίο δεν επιτρέπεται πλέον να υστερήση, τουλάχιστον ως προς την αναγνώριση και την αφομοίωση, η ανθρωπότητα, ακόμα κι αν δεν φθάνη πια τους Έλληνες ως προς τα επιτεύγματά τους».
       Μετριόφρων είναι ακόμα κι ο ‘τόνος’ τού Μπούρκχαρντ: «Το ότι έχουν ήδη εργαστή χιλιάδες άνθρωποι πριν από εμάς, δεν μας απαλλάσσει απ’ τον δικό μας κόπο. Αυτό το είδος τής εργασίας δεν ‘τέλειωσε’ ποτέ, δεν έγινε ποτέ μια φορά για πάντα. Τρόπον τινά, κάθε εποχή θεωρεί το πιο απομακρυσμένο παρελθόν εκ νέου και διαφορετικά· μπορεί π.χ. να αφηγείται ο Θουκυδίδης ένα γεγονός πρώτης τάξεως, που θα αναγνωρισθή για πρώτη φορά ύστερα από εκατό χρόνια».
     Μ’ αυτόν τον τρόπο, δεν είναι ποτέ σταθερή η ιστορική γνώση, πρέπει όλα να ξεκινούν συνεχώς εκ νέου, και πρέπει να παραμερίζουμε συνεχώς κάθε τι το περιττό. Αλλά κι αυτό δεν αρέσει στον καθέναν, και δεν αρέσει κυρίως σε κείνον που διαχειρίζεται τις γνώσεις ως ιδιοκτησία. Ο Μπούρκχαρντ  θέλησε να το ‘συλλάβη’ διαφορετικά στις πολιτισμο-ιστορικές παραδόσεις του, γιατί τον ενδιέφερε να τονίση τα γεγονότα, «τα οποία και είναι σε θέση να συνομολογήσουν μιαν πραγματική εσωτερική σχέση με το πνεύμα μας, να προκαλέσουν μιαν πραγματική συμμετοχή, είτε λόγω συγγένειας είτε και λόγω αντίθεσης. Τα ερείπια όμως τα παραμερίζει».
      Δεν αποτελούν μια ‘εργολαβοποιημένη’ ούτε μια απλώς θετικιστική παρατήρηση, αλλά η επικαιροποίηση και η υποκειμενική συμμετοχή στις προϋποθέσεις, που παρ΄όλο ότι συνομολογούνται και μπορούν επιπλέον να ελεγχθούν και να επαληθευθούν, τόσο λιγότερο μπορεί να είναι αρεστές  στους αυστηρούς εκπροσώπους τής ‘ορθόδοξης’ επιστήμης. Όποιος εννοεί τον εαυτό του ως «εκπρόσωπο του κλάδου», στρέφεται ευχαρίστως κατά τών «ερασιτεχνών».
       Τί σημαίνει όμως εδώ «ιστορία τού πολιτισμού»; Πώς φτάνει να βλέπη ο Μπούρκχαρντ κρυμμένη στα επί μακρόν επενεργούντα συμβάντα της, μια βεβαιότητα, την οποία δεν μπορεί, δεν πρέπει να διαθέτη με τις αποφάσεις και τα περιστατικά της η πολιτική ιστορία;
       Στις «Παρατηρήσεις» του «τής παγκόσμιας ιστορίας» ο Μπούρκχαρντ  πραγματεύεται, ξεχωρίζοντας προγραμματικά απ’ τους «Κενταύρους» τής φιλοσοφίας τής ιστορίας καθώς και απ’ την πίστη στα πραγματικά δεδομένα τού θετικισμού, την πόλη, τη θρησκεία και τον πολιτισμό ως τις τρεις επενεργούσες δυνάμεις, που αποτελούν περισσότερο δομές παρά περιεχόμενα.  Από εδώ φωτίζεται και η συντεταγμένη στα ίδια χρόνια «Ελληνική ιστορία τού πολιτισμού», καθώς ο Μπούρκχαρντ αποδίδει στον πολιτισμό μιαν ιδιαίτερη, συμπτωματική και μάλιστα κριτική λειτουργία,  ορίζοντάς τον ως εξής: «Πολιτισμό ονομάζουμε το σύνολο εκείνων τών εξελίξεων του πνεύματος, που συμβαίνουν αυθόρμητα και δεν απαιτούν καμμιά καθολική ή υποχρεωτική ισχύ». Ο πολιτισμός επενεργεί αδιάκοπα τροποποιώντας και αποσυνθέτοντας τους δυό σταθερούς θεσμούς τής ζωής, την πολιτεία και τη θρησκεία – παντού όπου αυτοί δεν τον εξυπηρετούν πλήρως και τον έχουν περιορίσει ως προς τους σκοπούς του.
      Έτσι κρίνει ο πολιτισμός και τους δυό θεσμούς, είναι το ρολόι που φανερώνει την ώρα, καθώς δεν καλύπτονται πια σ’ αυτούς η μορφή και το ‘πράγμα’. Δεν χαρακτηρίζει λοιπόν η λανθασμένη πολιτική απομόνωση αυτό που αποκαλούμε πολιτισμό· η στενή του συνάρτηση με την πολιτεία και τη θρησκεία οδηγεί μάλλον στο να μπορή να δίνη σήματα , να δηλώνη σημασίες και να επισημαίνη καθυστερήσεις ή οπισθοχωρήσεις. To «πνευματικό πλεόνασμα» γεννιέται σε κάθε αυτοτελή εργασία, που δεν εκφράζεται και δεν εξαντλείται στην απλή χρεία ή ανάγκη, και ωφελεί κάθε παραγωγή, κοσμήματα και αγάλματα, σκέψη και λόγο, «και πριν να το γνωρίση ο ίδιος ο άνθρωπος, ξυπνάει μια εντελώς άλλη ανάγκη σ’ αυτόν από κείνη με την οποία ξεκίνησε την εργασία του, κι αυτή η ανάγκη αναλαμβάνει και επενεργεί τότε περαιτέρω».
     ‘Ετσι γεννιέται μια δεύτερη, ιδεώδης παραγωγή· οι εικόνες επιζούν, έχουν απομακρυνθή απ’ τη χρονικότητα ως σκοπιμότητα, είναι «μια γλώσσα για όλα τα έθνη», μια νέα πραγματικότητα. Η ποίηση δεν θέλει να αφηγηθή αυτά που υπάρχουν, αλλά να φέρη στο φως καινούργιες, πλασματικές πραγματικότητες.
      Στους μεγάλους τόπους μεταφόρτωσης, την Αθήνα και τη Φλωρεντία, «διαμορφώνεται η ισχυρή τοπική προκατάληψη, ότι εδώ πρέπει να τα μπορή κανείς όλα, κι ότι εδώ υπάρχει η καλύτερη κοινωνία και η πιο μεγάλη, μοναδική μάλιστα παρότρυνση και εκτίμηση». Γεννιούνται έτσι και μέσα απ’ τους ίδιους τους δημότες άτομα με μεγαλύτερη τού συνήθους σημασία, με τα οποία και επενεργούν αυτές οι πόλεις στον κόσμο. Κι αυτό είναι ακριβώς που τις διακρίνει απ’ τις σύγχρονες μεγαλουπόλεις με τις πολυάριθμες δυνατότητες μόρφωσης, που «παράγουν απλώς κουρδισμένες μετριοπάθειες, απέναντι στην αξιοθαύμαστη αφύπνιση των υψίστων δυνάμεων με κάτι το έκτακτο και εξαιρετικό. Δεν “ξυπνούν τα ταλέντα”, αλλά η μεγαλοφυία καλεί τη μεγαλοφυία». Γνώριζαν να υπάρχουν και διαφορετικά οι άνθρωποι: «Η δική μας ζωή είναι μια ασχολία, η τότε ζωή ήταν το να παρευρίσκεσαι και να υπάρχης· μόλις και υπήρχε ένας συνολικός λαός – το λαϊκό στοιχείο όμως ήταν ανθισμένο».
      Ο Μπούρκχαρντ βλέπει ένα σημαντικό χαρακτηριστικό, μιαν ιδιαιτερότητα μάλιστα υψηλοτέρων πολιτισμών στην «ικανότητά τους να αναγεννηθούν». «Είτε ο ίδιος λαός είτε ένας λαός που έρχεται αργότερα παραλαμβάνει με ένα είδος κληρονομικού δικαίου ή με το δίκαιο του θαυμασμού έναν παρελθόντα πολιτισμό εν μέρει στον δικό του».
       Όταν φτάνη να μιλήση αργότερα για την ελληνική πόλη (Polis), για την πιεστική πανταχού παρουσία τής πολιτείας-κράτους, προσκρούει με όλη του την επιφύλαξη ο Μπούρκχαρντ στις διαφορές προς την δικτατορική κρατική εξουσία τής σύγχρονης εποχής· διαφορετικά απ’ την αρχαία πόλη  η σύγχρονη κρατική δύναμη  σκοπεύει απλώς στην επιδιωκόμενη παντοδυναμία, «ώστε να μην τής ξεφύγη κανείς υλικά, ενώ η αρχαία πόλη ήθελε να την υπηρετή ο καθένας θετικά, και αναμιγνυόταν γι’ αυτό σε πολλά, που έχουν παραχωρηθή τώρα στο άτομο… Στην αγάπη και το μίσος  η πόλη είναι ιδιαιτέρως ορμητική και σφοδρή, απελευθερώνοντας το ατομικό. Κι απ’ αυτό δέχεται ισχυρές παρορμήσεις ο πολιτισμός. Κάθε ρήγμα είναι φοβερό και οδηγεί συχνά σε φρικώδεις, επιζητούντες την εξόντωση του αντιπάλου κομματικούς αγώνες και σε απέλαση ολοκλήρων στρωμάτων, ιδιαιτέρας μορφώσεως, του πληθυσμού». Αυτές είναι λοιπόν οι σκιώδεις πλευρές τής τόσο φημισμένης δημοκρατίας. Συνεχίζει όμως και συμπληρώνει ο Μπούρκχαρντ: «Και μόνον η λάμψη τής δόξας και της μόρφωσης  υπερτερεί στο τέλος σε όλα. Μόνο σε μιαν ελληνική κρατική οντότητα κατόρθωναν όλες οι δυνάμεις τού απελευθερωμένου ατόμου εκείνη την ένταση και τη δόνηση, που επέτρεπε τις υψηλότατες παντού εκπληρώσεις».
     Με τους Αθηναίους βρίσκει αφορμή ο Μπούρκχαντ να σταθή περισσότερο στην πόλη τους και την «ιδιότητά της ως εστία πολιτισμού» παρά στην κρατική της υπόσταση. Δεν είναι κανείς παρά «μόνον πολίτης»· κατόπιν όμως «ελευθερώνεται ταυτόχρονα η ατομικότητα», δίπλα στην περιπαθώς δραστήρια ‘μεσαία τάξη, «την οποία και καταπολεμούν με απλοϊκά αντίδοτα όπως τον οστρακισμό κ.τ.λ., και ύστερα με δίκες στρατηγίας, ασέβειας και δημόσιας οικονομίας. Για να αναπτυχθή τότε εκείνη η απερίγραπτη ζωή τού πέμπτου π.Χ. αιώνα: τα άτομα μπορούν να κρατηθούν στην κορυφή είτε πραγματοποιώντας  το ανήκουστο κατά την έννοια τής πόλης (όπως ο Περικλής) είτε ανοσιουργώντας (όπως ο Αλκιβιάδης). Μ’ αυτό το είδος ενεργητικότητας σύρεται βίαια η Αθήνα σ’ έναν φοβερό υπαρξιακό αγώνα και υποκύπτει. Για να ακολουθήση όμως τώρα μια περαιτέρω ζωή ως πνευματική δύναμη, ως εστία φωτιάς εκείνης τής φλόγας, που έχει ανεξαρτητοποιηθή απ’ την πόλη (Polis) και έχει γίνει στο μεταξύ μια ισχυρή ανάγκη τών Ελλήνων (Hellene)· το πνεύμα καθίσταται ξαφνικά κοσμοπολιτικό». Μ’ αυτόν τον τρόπο «παρέρχεται αμέτρητη ιστορική γνώση γι’ αυτήν την πόλη!» Στην οποία πόλη εκδηλώνεται η πλήρης σημασία ενός αναγνωρισμένου και γενικώς καταξιωμένου τόπου ανταλλαγής.
      Ο Μπούρκχαρντ δεν ξεχνά ωστόσο, ότι οι εξωτερικές προϋποθέσεις σ’ αυτήν την Αθήνα ήταν εντελώς διαφορετικές απ’ ό,τι γενικά μπορούμε να φανταστούμε σήμερα. «Διακρίνεται λοιπόν στην Αθήνα  το ελεύθερο και ανοιχτό πνεύμα ή απαυγάζει τουλάχιστον παντού όπως μέσα από ένα ελαφρό κάλυμμα, εξαιτίας τής απλότητας του οικονομικού βίου, της ικανοποίησης με μιαν ολιγαρκή γεωργία, εμπόριο και βιομηχανία, της μεγάλης μετριοπάθειας της ζωής· εύκολα και ακτινοβόλα απελευθερώνεται απ’ αυτήν την απασχόληση η (συμ)μετοχή στην πόλη, την ευφράδεια, την τέχνη, την ποίηση και τη φιλοσοφία».
      Αναπτύσσεται μια γενική αντίληψη, ένα κοινό λοιπόν, στο οποίο μπορούν να υπολογίζουν ο ρήτορας όπως φυσικά και ο δραματικός ποιητής: «Οι άνθρωποι είχαν χρόνο και πνεύμα για το ύψιστο και το πιο λεπτό, γιατί δεν υπέκυπταν στο πνεύμα τού κέρδους και της τάξης και στη λανθασμένη αξιοπρέπεια.  Ήταν ικανοί για το υπέροχο και για τους πιο λεπτούς υπαινιγμούς, αλλά και για το πιο αναιδές και θρασύ αστείο».
      Εκπληκτικές και συγκρίσιμες πάλι μόνο με τη Φλωρεντία είναι η ποιότητα και η επενέργεια αυτού τού φαινομένου, το οποίο ονομάζουμε Αθήνα και το οποίο μεταβιβάζει επίσης ακόμα στις μεταγενέστερες γενιές αυτό που δεν είναι η δική του ειδική παραγωγή, αλλά η παραγωγή άλλων ελληνικών φύλων. Και δεν πρόκειται εδώ, όπως το επιβεβαιώνει δικαιολογώντας το τρόπον τινά ο Μπούρκχαρντ, «για μια φανταστική προτίμηση, που νοσταλγεί μιαν εξιδανικευμένη αρχαία Αθήνα, αλλά για έναν τόπο, όπου η γνώση ρέει πλουσιώτερα απ’ ό,τι συνήθως, για ένα κλειδί, που ανοίγει κατόπιν και άλλες πόρτες, για μιαν ύπαρξη, όπου εκφράζεται πιο πολύπλευρα το ανθρώπινο».
 
      ( συνεχίζεται )