Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παναγία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παναγία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 15 Αυγούστου 2026

Το Ευαγγέλιο της Θεοτόκου – Άγιος Νικόλαος Ζίτσης (Βελιμίροβιτς)


              Το Ευαγγέλιο της Θεοτόκου – Άγιος Νικόλαος Ζίτσης (Βελιμίροβιτς)

Ιδού, η Αγία Παρθένος δεν έγραψε τίποτε σε χαρτί που θα μπορούσε να ονομαστεί Ευαγγέλιο. Ούτε κάποιος άλλος κατέγραψε τα λόγια της και τα δημοσίευσε ως δικό της Ευαγγέλιο. Το μόνο που διασώθηκε από τα λόγια της και καταγράφηκε στο Ευαγγέλιο του Λουκά είναι ο ευχαριστήριος ύμνος της προς τον Θεό: «Μεγαλύνει ἡ ψυχή μου τὸν Κύριον». Αυτός ο ύμνος ψάλλεται στην Ορθόδοξη Εκκλησία κάθε ημέρα κατά την ακολουθία του Όρθρου. Ως προς την ομορφιά του, αυτός ο ύμνος της Θεοτόκου μπορεί να συγκριθεί με τους ωραιότερους ψαλμούς του Δαβίδ. Και ως προς το βάθος και τη σοφία του, αποτελεί ένα μικρό Ευαγγέλιο.

Αναμφίβολα, η Θεομήτωρ πρόφερε ακόμη πολλά θαυμάσια λόγια και νουθεσίες κατά τη διάρκεια της ζωής της. Όμως, κατά τη θεία Πρόνοια, αυτά παρέμειναν κρυμμένα από εμάς. Αλλά, αδελφοί μου, το Ευαγγέλιο της Θεοτόκου δεν βρίσκεται στα λόγια της, αλλά στη ζωή της. Ολόκληρη η ζωή της είναι Ευαγγέλιο, είναι μια μεγάλη Χαρμόσυνη Αγγελία προς το ανθρώπινο γένος. Διότι το Ευαγγέλιο πάντοτε και για πάντα σημαίνει Χαρμόσυνη Αγγελία.

Ας εξετάσουμε το πρώτο και εισαγωγικό φύλλο:


Οι άγιοι Ουρανοί ανήγγειλαν μέσω αγγέλου στον Ιωακείμ και στην Άννα ότι, ως απάντηση στην προσευχή τους, θα τους δοθεί μία θυγατέρα, την οποία όλες οι γενεές της γης και όλοι οι λαοί θα ονομάζουν ευλογημένη. Τι βλέπουμε εδώ; Πρώτον, βλέπουμε προσευχή με ελπίδα· δεύτερον, την εισάκουση και την αγγελική φανέρωση· τρίτον, τον τοκετό μιας υπέργηρης και στείρας γυναίκας. Τρεις χαρές μαζί, δεμένες η μία με την άλλη.

Είναι χαρά να βλέπει κανείς ανθρώπους που προσεύχονται στον Θεό με πίστη και ελπίδα και ζητούν από τον Θεό κάτι που σε ολόκληρο τον κόσμο φαίνεται αδύνατο και γελοίο. Είναι χαρά να βλέπει κανείς πώς ο Θεός ακούει ακόμη και τέτοιες προσευχές και δίνει την υπόσχεσή Του. Και είναι χαρά να βλέπει κανείς πώς ο Κύριος δεν καταισχύνει τις προσευχές, την πίστη και την ελπίδα των δικαίων, αλλά πραγματικά, κατά τρόπο θαυμαστό, εκπληρώνει την επιθυμία τους ενάντια στους νόμους της φύσεως — Εκείνος, ο Δημιουργός της φύσεως.

Αυτό είναι το πρώτο φύλλο του Ευαγγελίου της πρώτης δούλης του Κυρίου, φύλλο πλούσια φωτισμένο από το ουράνιο φως και περίλαμπρα στολισμένο. Όποιος διαβάσει και κατανοήσει σωστά αυτό το φύλλο, θα γεμίσει με μεγάλη σοφία και θα αποκομίσει μεγάλη ωφέλεια.

Ας εξετάσουμε τώρα το δεύτερο φύλλο.

Ως τρίχρονο κοριτσάκι, η Μαρία παραδόθηκε στον Ναό και αφιερώθηκε στην υπηρεσία του Θεού — ως δούλη του Κυρίου. Και υπηρέτησε πιστά και με χαρά, χωρίς μισθό και χωρίς επίγεια ανταμοιβή, επί έντεκα ολόκληρα χρόνια. Δεν επρόκειτο για κάποια ιδιαίτερη, εκλεκτή ή εκλεπτυσμένη υπηρεσία, αλλά για μια συνηθισμένη, εντελώς συνηθισμένη διακονία. Αυτή συνίστατο στο ράψιμο, στο κέντημα και σε άλλες γυναικείες εργασίες, καθώς και στη μεταφορά νερού από μακριά, μέσα στο κρύο και στη ζέστη, στο καθάρισμα και στο πλύσιμο, στην υποδοχή των επισκεπτών και στην υπακοή προς τους ιερείς, τους Λευίτες και όλους τους προεστώτες του Ναού.

Ήταν μια υπηρεσία χωρίς γογγυσμό, καθαρή και αγία. Μια ψυχή γεμάτη βαθιά σιωπή, μέσα στην οποία αντηχούσε αδιάκοπη προσευχή προς τον Θεό. Αυτή η αγόγγυστη, προσευχητική και εντελώς ανιδιοτελής υπηρεσία, χωρίς μισθό και χωρίς καμία επίγεια ανταμοιβή — δεν είναι άραγε το δεύτερο υπέροχο φύλλο από το Ευαγγέλιο της πρώτης δούλης του Κυρίου;

Η Εύα στον Παράδεισο ήταν κυρία, την οποία υπηρετούσαν όλα τα επίγεια δημιουργήματα· κι όμως, απομακρύνθηκε από τον Θεό, άδειασε από την ευχαριστήρια προσευχή προς τον Δημιουργό της και, μέσα στην υπερηφάνειά της, προτίμησε να υπακούσει στον διάβολο παρά στον Θεό.

Η αγία Παρθένος Μαρία, αντίθετα, δεν ήταν κυρία αλλά δούλη, πιστή και αφοσιωμένη δούλη του Κυρίου μέσα σε έναν αμαρτωλό κόσμο και ανάμεσα στους πειρασμούς του κόσμου.

Ας κοιτάξουν όλοι αυτό το ευαγγελικό φύλλο, το οποίο η Θεοτόκος έγραψε με την υπηρεσία της προς τον Θεό επί έντεκα ολόκληρα χρόνια, και ας φωτίσουν την ψυχή τους με τη λευκότητα της καθαρότητας και με τη λάμψη του όλοι εκείνοι που σε ολόκληρη τη ζωή τους υπηρετούν μόνο τον εαυτό τους και σε ολόκληρη τη ζωή τους αισθάνονται ανόητοι όπως η Εύα, σκοτεινοί όπως ο σκοτεινός δαίμονας και δυστυχισμένοι όπως ο Κάιν.

Όποιος διαβάσει σωστά αυτό το δεύτερο φύλλο του Ευαγγελίου της Θεοτόκου, θα διώξει από την ψυχή του το αρχαίο φίδι, θα αναγεννηθεί, θα φωτιστεί και θα σωθεί.

Τρίτο φύλλο.


Στη Ναζαρέτ εμφανίζεται στην αγία Παρθένο Μαρία ο μέγας αρχάγγελος του Θεού Γαβριήλ, την αποκαλεί κεχαριτωμένη και ευλογημένη μεταξύ των γυναικών και της αποκαλύπτει το μυστήριο της αιώνιας Προνοίας: ότι θα γεννήσει τον Υιό του Θεού και Βασιλέα των βασιλέων, του οποίου η Βασιλεία δεν θα έχει τέλος.

Πόσο θα υπερηφανευόταν από μια τέτοια ανήκουστη τιμή η Εύα, η κυρία του Παραδείσου! Όμως η ταπεινή Μαρία δεν υπερηφανεύθηκε. Αισθάνθηκε τη μεγάλη χαρά που της ανήγγειλε ο αρχάγγελος του Θεού, αλλά ο φόβος του Θεού κρατούσε αυτή τη χαρά κλεισμένη βαθιά μέσα στην καρδιά της.

Χαρά μαζί με φόβο — αυτή ακριβώς είναι, αδελφοί, η αγία χαρά, η οποία ποτέ δεν άφησε τους Αγίους του Θεού να παραφρονήσουν από την έπαρση και να υπερηφανευθούν για τον εαυτό τους.


Τη μεγαλύτερη τιμή από τον Θεό τους την δέχονταν με το ερώτημα: ποια άραγε υπηρεσία συνδέεται με αυτή την τιμή; Δεχόμενοι την τιμή, δεν σκέφτονταν την τιμή, αλλά την υπηρεσία. Δεχόμενοι το δώρο, φρόντιζαν για το αντίδωρο, για το χρέος τους προς τον ελεήμονα Δημιουργό τους.

Έτσι και η Παναγία Θεοτόκος. Όταν άκουσε ολόκληρο το μήνυμα του αρχαγγέλου, απάντησε:

«Ιδού η δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου».

Αυτό είναι το τρίτο φύλλο του Ευαγγελίου της πρώτης δούλης του Κυρίου. Ένα θαυμαστό και πανέμορφο ευαγγελικό φύλλο, επάνω στο οποίο είναι γραμμένα η ταπείνωση και η αγία χαρά.


Χιλιάδες και χιλιάδες άνθρωποι στον κόσμο σήμερα έχουν ανάγκη από αυτό το Ευαγγέλιο όπως από τον επιούσιο άρτο — πολλές χιλιάδες από εκείνους που έλαβαν τιμές από τον Θεό, αλλά αρνήθηκαν να υπηρετήσουν τον Θεό· που υπερηφανεύθηκαν για τα δώρα του Θεού σαν να ήταν δικά τους και δεν σκέφτονται καν το αντίδωρο· που έχουν μια χυδαία ικανοποίηση, αλλά δεν έχουν αγία χαρά, επειδή δεν έχουν φόβο Θεού.

Αυτοί είναι βαριά άρρωστοι, των οποίων οι άρρωστες ψυχές κείτονται μέσα στο σώμα σαν επάνω σε νεκρική κλίνη. Αν δεν πάρουν εγκαίρως το φάρμακο που τους προσφέρει η Αγία Θεοτόκος με το Ευαγγέλιό της, δηλαδή την ταπείνωση και την αγία χαρά, θα πεθάνουν με αιώνιο θάνατο, από τον οποίο δεν θα υπάρξει Ανάσταση.

Ας γυρίσουμε παρακάτω τις σελίδες.

Όταν ο δίκαιος Ιωσήφ υποψιάστηκε την Αγία Παρθένο, όταν αμφέβαλε για την παρθενική της τιμή βλέποντάς την έγκυο, εκείνη δεν δικαιολογήθηκε. Όπως δεν φοβήθηκε όταν άκουσε από τον αρχάγγελο είδηση που ποτέ άλλοτε δεν είχε ακούσει γυναικείο αυτί, έτσι και τώρα δεν φοβήθηκε τις υποψίες και τις απειλές του Ιωσήφ.

Εκτελούσε το καθήκον της, κρατώντας την ψυχή της μέσα σε βαθιά σιωπή, από την οποία αντηχούσε μια μουσική προσευχής, ακουστή μόνο στον Θεό τον Ύψιστο. Και την υπεράσπιση του εαυτού της, της αγνότητάς της και της αθωότητάς της, την άφηνε στον Θεό.
Και ο Θεός έκανε ό,τι έπρεπε να γίνει. Μέσω του αγγέλου Του δικαίωσε ενώπιον του Ιωσήφ τη δούλη Του (Ματθ. 1,20).

Δεν είναι άραγε αυτό, αδελφοί, ακόμη ένα χρυσό φύλλο από το Ευαγγέλιο της πρώτης δούλης του Κυρίου;

Και δεν μαθαίνουμε από αυτό το φύλλο ότι δεν πρέπει να φοβόμαστε τους ανθρώπους όταν υπηρετούμε τον Θεό; Ούτε να φοβόμαστε για την τιμή μας όταν αγωνιζόμαστε για την τιμή του Θεού; Ούτε να ντρεπόμαστε μπροστά στους ανθρώπους όταν υπομένουμε κάτι που είναι σύμφωνα με το θέλημα του Θεού;

Ας ξεφυλλίσουμε και πολλά άλλα φύλλα από το Ευαγγέλιο της Υπεραγίας Θεοτόκου, ας κατανοήσουμε τα χρυσά τους γράμματα και ας διδαχθούμε από τις σιωπηλές αλλά ζωντανές εικόνες τους.

Ποιμένες και βασιλείς, μαζί με αγγέλους, προσκυνούν τον Υιό της στο σπήλαιο της Βηθλεέμ, κι εκείνη φυλάσσει όλα αυτά βαθιά μέσα στην καρδιά της και σιωπά· και σιωπώντας φροντίζει για το Παιδί της, πώς να το σπαργανώσει και πώς να το θρέψει.

Σε κάθε στιγμή δόξας Εκείνου, εκείνη ζητά να εκπληρώσει το δικό της χρέος. Το ίδιο και σε κάθε στιγμή φόβου και τρόμου, εκείνη πάλι ζητά μόνο να εκπληρώσει το χρέος της, αφήνοντας όλα τα υπόλοιπα στο θέλημα του Θεού.

Όταν ο Ηρώδης αναζητεί με το ξίφος τον Υιό της, εκείνη ακούει τη φωνή του Θεού, παίρνει το Παιδί στην αγκαλιά της και καταφεύγει στη σκοτεινή και μακρινή Αίγυπτο. Χωρίς φόβο για τον Ηρώδη, αλλά με τον αδιάκοπο φόβο του Παντοδύναμου Θεού.

Όταν ο Υιός της χύνει την ουράνια διδασκαλία σαν ζωοποιό βροχή επάνω στις αποξηραμένες ανθρώπινες ψυχές, εκείνη ακούει και σιωπά όπως και οι άλλοι — μάλιστα σιωπά περισσότερο από όλους τους άλλους.

Όταν Εκείνος επιτελεί θεία θαύματα, όταν πλήθη λαού συρρέουν πίσω Του σαν πίσω από τον Λυτρωτή και Σωτήρα τους, όταν Τον εξυψώνουν και Τον δοξάζουν, εκείνη ακολουθεί από μακριά μαζί με τις άλλες ευσεβείς γυναίκες και φροντίζει τι θα μπορούσε η ίδια, ως μητέρα, να κάνει για Εκείνον, τον Παντοδύναμο και Πάμπλουτο.

Όταν κάποιος μέσα από το πλήθος φωνάζει προς τον Κύριο: «Μακαρία η κοιλία που σε βάστασε και οι μαστοί που θήλασες», εκείνη δεν εμφανίζεται και δεν λέει: «Εγώ Τον βάστασα και εγώ Τον θήλασα», αλλά κρύβεται πράα μέσα στο πλήθος του λαού, σκεπτόμενη μόνο με ποιον τρόπο θα μπορούσε να Τον υπηρετήσει — εκείνη, η δούλη του Κυρίου.


Τι θαυμαστή νουθεσία για εκείνες τις μητέρες που, όταν τα παιδιά τους πάρουν έναν καλό βαθμό σε κάποιο μικρό σχολικό μάθημα, τα ανακηρύσσουν ιδιοφυΐες, εξαιρετικά παιδιά, υπερβολικά προικισμένα, πρόωρα ώριμα, και με αυτούς τους παράλογους επαίνους κάνουν τα παιδιά τους να χάσουν το μέτρο και τρέφουν μέσα τους τα σκουλήκια της φιλαυτίας και της υπερηφάνειας!

Και όταν αυτά τα «ιδιοφυή» παιδιά μεγαλώσουν, αρνηθούν τον Θεό, βυθιστούν στην ανηθικότητα και αποκαλέσουν τις μητέρες τους αγροίκες, τότε εκείνες οι ανόητες μητέρες, πνιγμένες στα δάκρυα, αντιλαμβάνονται ότι δεν ανέθρεψαν ιδιοφυΐες, αλλά δαίμονες.

Ας σταθούμε όμως σε αυτό το φύλλο, στο οποίο παρουσιάζεται η σταύρωση του Υιού του Θεού και η σταύρωση της καρδιάς της Θεομήτορος, σύμφωνα με την προφητεία του γηραιού Συμεών του Θεοδόχου (Λουκ. 2,35). Ο Ποιμένας επλήγη και το ποίμνιο διασκορπίστηκε. Αλλά πού θα μπορούσε να φύγει εκείνη, η Μητέρα; Εκείνη στέκεται σιωπηλή και πονεμένη δίπλα στον Σταυρό. Με την παρουσία της εκεί μαρτυρεί ότι Αυτός είναι ο Υιός του Ανθρώπου, ο Υιός της, και ότι εκείνη είναι η Μητέρα Του. Κάθε επώδυνος σπασμός του Εσταυρωμένου Κυρίου επαναλαμβάνεται μέσα στην ψυχή της σαν χτύπημα μαχαιριού. Κάθε οδυνηρή κραυγή Του αντηχεί στην ψυχή της όχι σαν ηχώ, αλλά σαν βροντερός κρότος. Εκείνη όμως κρατά το στόμα της κλειστό και τη γλώσσα της άφωνη, ώστε η ψυχή της να μην έχει πού να ξεχύσει τον πόνο της. Και έτσι η ψυχή της, φορτωμένη υπέρμετρα με πόνο, να αισθανθεί όλο το βάρος των σταυρικών Του βασάνων.

Ενώ οι ληστές ουρλιάζουν από τους πόνους, ενώ ο Υιός της συσπάται μέσα στις επιθανάτιες αγωνίες, ενώ οι αποσκληρυμένοι στρατιώτες στέκονται αδιάφοροι απέναντι στα βάσανα των άλλων και κοιτάζουν μόνο τι θα μπορούσαν να κλέψουν ή να αρπάξουν από τα υπάρχοντα των σταυρωμένων, και ενώ η άθεη αγέλη των Ιουδαίων αρχόντων με τα γέλια και τους εμπαιγμούς της αυξάνει τη φρίκη και τον τρόμο της μεγάλης ανομίας, τι κάνει εκείνη; Στέκεται κοντά στον Σταυρό, ολόκληρη παραδομένη στο θέλημα του Θεού, όπως πάντοτε, με το βουητό της προσευχής μέσα στην καρδιά της, διακοπτόμενο από τις πύρινες οδύνες του πόνου, και με το σιωπηλό ερώτημα: «Με τι μπορεί να Σε υπηρετήσει η δούλη του Κυρίου, Υιέ μου και Θεέ μου;»

Ω γλυκιά Μητέρα! Μητέρα πάνω από όλες τις μητέρες! Πόσο πολύ, πόσο απέραντα υπηρετείς τον Θεό και τους ανθρώπους απλώς και μόνο στεκόμενη εκεί, δίπλα στον Εσταυρωμένο Κύριο! Πρώτα απ’ όλα, πόσο πολύ υπηρετείς την Ορθόδοξη Πίστη στεκόμενη σε εκείνον τον φοβερό τόπο! Με αυτό κλείνεις για πάντα τα στόματα των αιρετικών όλων των εποχών, οι οποίοι θα διδάσκουν ψευδώς ότι ο Χριστός ήταν φαινομενικός άνθρωπος και όχι αληθινός άνθρωπος.


Αν ήταν φαινομενικός άνθρωπος, τότε τι κάνεις εσύ κάτω από τον Σταυρό, στον αιματοβαμμένο Γολγοθά; Αν Τον γέννησες ως φάντασμα και αν ως φάντασμα Τον κράτησες στην αγκαλιά σου, από πού προέρχεται τόσος πόνος μέσα στην ψυχή σου, Πανάχραντε Αμνά του Θεού; Γιατί θα θρηνούσες για ένα φάντασμα;

Αν ο Χριστός είναι φαινομενικός άνθρωπος, τότε μόνο οι ληστές υποφέρουν επάνω στους σταυρούς τους, και όχι Εκείνος που κατέβηκε για να σώσει τους ληστές. Τότε φαινομενική είναι και η ενανθρώπηση του Υιού του Θεού, φαινομενικό το σώμα Του, φαινομενικό το πάθος Του, φαινομενική η μητρότητά σου, και τέλος — ω φρίκη! — φαινομενική και η αγάπη του Θεού προς τους ανθρώπους.

Όλο αυτό το σύνολο των βλασφημιών εσύ το συντρίβεις σε σκόνη με την παρουσία σου κάτω από τον Σταυρό Του και με τον σταυρό μέσα στην ψυχή σου. Γι’ αυτό οι αιρετικοί δεν σε αγαπούν και δεν σε τιμούν, Θεοτόκε. Γι’ αυτό τους είναι μισητό το όνομά σου, όπως μισητοί τους είμαστε και όλοι εμείς που σε αναγνωρίζουμε και σε δοξάζουμε ως Θεομήτορα. Εμείς όμως σε επικαλούμαστε και σε δοξάζουμε ως τον πρώτο προσωπικό μάρτυρα και στύλο της Ορθόδοξης Πίστεως:
της πίστεως στην αληθινή ενανθρώπηση του Θεού Λόγου,
της πίστεως στην απέραντη αγάπη Του προς το ανθρώπινο γένος,
της πίστεως στην αληθινή θυσία Του για τη σωτηρία των αμαρτωλών,
της πίστεως στις φοβερές πληγές του σώματός Του,
της πίστεως στο πανάχραντο αίμα Του που χύθηκε και στον αληθινό θάνατό Του.

Εσύ τα μαρτύρησες όλα αυτά, Οδηγήτρια, με το δικό σου πάθος κάτω από τον Σταυρό του Πάσχοντος. Στη δική σου μαρτυρία προσφεύγει η Ορθόδοξη Εκκλησία κάθε Τετάρτη και Παρασκευή, ψάλλοντας τα Σταυροθεοτοκία, μνημονεύοντας το δικό σου πάθος εξαιτίας των δικών Του παθών και τους στεναγμούς σου, Αμνά του Θεού, για τον Εσταυρωμένο Αμνό του Θεού.

Και επιπλέον — πέρα από αυτή την ανυπολόγιστη υπηρεσία προς την Ορθόδοξη Πίστη — πόσο θαυμαστά υπηρετείς και καθέναν από εμάς προσωπικά, διδάσκοντάς μας με πόση πραότητα πρέπει να σηκώνουμε τον σταυρό μας κατά τον θανάσιμο αποχωρισμό από τα παιδιά μας, τους συγγενείς και τους φίλους μας! Με ήσυχο πόνο, ο οποίος, σφιγμένος μέσα στην καρδιά, φλογίζει την ελπίδα μας στον Ζωντανό και Παντοδύναμο Θεό.

Πράα σαν πρόβατο στεκόσουν κάτω από τα ρεύματα του αίματος Εκείνου που εσύ γέννησες, χωρίς να τραβάς τα μαλλιά σου, χωρίς να σπαράζεις τα χέρια σου, χωρίς κραυγές και θρήνους. Η πίστη σου στη νίκη της δικαιοσύνης Του δεν κλονίστηκε ούτε εκείνη την ώρα, όταν όλες οι φρίκες είχαν σωρευθεί πάνω από το κεφάλι σου, όταν οι κακούργοι θριάμβευαν μανιασμένα, όταν ο ήλιος σκοτείνιασε και η γη σείστηκε, ω γενναιότερη από όλες τις γυναίκες.

Η ψυχή σου ήταν ολόκληρη ντυμένη με το ένδυμα ενός υπέρβαρου πόνου, αλλά πόνου ευπρεπούς, συγκρατημένου, παρθενικού — αγίου πόνου, που δεν ζητά τη συμπάθεια κανενός άλλου παρά μόνο του Θεού, ω αιώνια ταπεινή και αιώνια σεμνή Παρθένε, Θεόνυμφε.

Αυτό είναι, αδελφοί, το Γολγοθινό φύλλο του Ευαγγελίου της Θεοτόκου, χρυσό, υπέρχρυσο. Με αυτό το φύλλο στερεώνεται η πίστη μας, απαλύνεται η θλίψη, εμφυσάται θάρρος και αποκαθίσταται η παρθενική σεμνότητα. Μακάριοι όσοι με τα πνευματικά μάτια βλέπουν τη Θεομήτορα κάτω από τον Σταυρό στον Γολγοθά και γνωρίζουν να δεχθούν ολόκληρο το Ευαγγέλιο που εκείνη, με την παρουσία της σε εκείνον τον φοβερό τόπο και εκείνη τη φοβερή ώρα, προσφέρει στον κόσμο.

Και τώρα, αδελφοί μου, σκύψτε επάνω από το υπέροχο φύλλο του Αναστάσιμου Ευαγγελίου της Θεοτόκου.

Η Υπεραγία Θεομήτωρ γνώριζε με βεβαιότητα ότι ο Υιός της θα νικούσε τον θάνατο και θα ανασταινόταν εκ νεκρών. Ιδού, είχε μάθει από την παιδική της ηλικία να πιστεύει ακλόνητα σε κάθε λόγο του Θεού. Γνώριζε ότι Εκείνος θα αναστηθεί, αλλά, όσο είναι γνωστό στους ανθρώπους, δεν ήταν η πρώτη που πληροφορήθηκε την Ανάστασή Του εκ νεκρών.

Το μεγαλειώδες αυτό γεγονός, ο άξονας της ανθρώπινης ιστορίας, το είδαν πρώτοι οι εχθροί του Χριστού και γι’ αυτό άκουσαν πρώτοι οι εχθροί Του. Πρώτοι το είδαν οι φρουροί, και από αυτούς πρώτοι το άκουσαν οι άρχοντες των Ιουδαίων, οι θεοκτόνοι. Έπειτα το έμαθε η αγαθή Μαρία από τα Μάγδαλα, έπειτα οι Μυροφόρες γυναίκες, ανάμεσα στις οποίες ήταν και εκείνη, η δούλη του Κυρίου.


Στο Πάθος στον Γολγοθά εκείνη ήταν πρώτη και σχεδόν μόνη· όμως στη νίκη και στη δόξα του Υιού της εκείνη είναι πρώτος μάρτυρας, αλλά είτε μαρτυρεί μαζί με άλλους είτε πίσω από άλλους. Είναι αυτό παρθενική σεμνότητα ή θεία Πρόνοια; Και το ένα και το άλλο.

Η Ανάσταση του Χριστού δεν προκαλεί μέσα της μια αχαλίνωτη χαρά που τρέχει, κραυγάζει, διακηρύττει και προκαλεί φθόνο, αλλά αγία χαρά, δηλαδή χαρά συγκρατημένη από τον φόβο του Θεού, όπως άλλοτε στη Ναζαρέτ, κατά τη συνομιλία της με τον αρχάγγελο Γαβριήλ.


Και η πανσοφή Πρόνοια του Θεού ακριβώς αυτό θέλησε: την ένδοξη Ανάσταση του Σωτήρα να τη δουν πρώτα οι εχθροί Του και έπειτα οι φίλοι Του, αφήνοντας τη Μητέρα στο βάθος, ώστε να μην πουν οι άπιστοι: «Η Μητέρα Του το ανήγγειλε στον κόσμο».

Έτσι το αναστάσιμο φύλλο του Ευαγγελίου της Μαρίας είναι κεντημένο με το χρυσάφι της θείας σοφίας και στολισμένο με το μαργαριτάρι της παρθενικής της πραότητας.

Και τα υπόλοιπα φύλλα του Ευαγγελίου της Θεοτόκου, από την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος επάνω σε εκείνη και στους Αποστόλους έως την Κοίμησή της — ποιος θα μπορούσε να τα ξεφυλλίσει και ποιος να τα περιγράψει;

Το μόνο βέβαιο είναι ότι όλα αυτά τα φύλλα είναι γεμάτα πνευματική δύναμη και ηθικό κάλλος. Ιδού, η Αγία Θεοτόκος είχε γίνει η Μητέρα της Εκκλησίας επάνω στη γη μετά την Ανάληψη του Κυρίου. Το σπίτι του αγίου Ιωάννη στη Σιών ήταν σαν κυψέλη, από την οποία οι μεν ιεραπόστολοι της Βασιλείας του Θεού πετούσαν σαν εργατικές μέλισσες, συνοδευόμενοι από την προσευχή και την ευλογία της Θεομήτορος, και στην οποία οι δε επέστρεφαν πάλι γεμάτοι από το μέλι της εμπειρίας, της επιτυχίας και του γλυκού παθήματος για τον Κύριό τους, για να λάβουν από τη Μητέρα έπαινο, συμβουλή, ενθάρρυνση και δύναμη για νέους αγώνες.

Μέσα σε αδιάκοπη νηστεία εκείνη προσευχόταν αδιάκοπα στον Θεό για την Εκκλησία Του επάνω στη γη. Και η ωφέλεια των προσευχών της γινόταν αισθητή κοντά και μακριά.

Ήταν τα πάντα για όλους.

Για τους Ευαγγελιστές ήταν ευαγγελίστρια,
για τους Αποστόλους συνεργάτιδα,
για τους μάρτυρες συμμάρτυρας,
για τους φοβισμένους θάρρος,
για τους γενναίους αγαλλίαση,
για ολόκληρη την Εκκλησία ψυχή, Μητέρα και Μάνα.

Για όλους τους νεοφώτιστους χριστιανούς στον κόσμο, εκείνη ήταν το πιο ελκυστικό πρόσωπο. Όλοι επιθυμούσαν να τη δουν όπως επιθυμούσαν να δουν τον Χριστό. Πήγαιναν σε εκείνη ως σε προσκύνημα. Πλούσιος και φτωχός, μορφωμένος και αμαθής, δίκαιος και αμαρτωλός, όλοι όσοι διψούσαν για το πρόσωπο του Χριστού ταξίδευαν προς εκείνη για να πιουν σαν από ζωοδόχο πηγή.

Κι εκείνη τους δεχόταν όλους με μητρική αγαθότητα και παρθενική ταπείνωση. Και ο καθένας έφευγε από κοντά της ανανεωμένος στο πνεύμα, αναγεννημένος, παρηγορημένος και καθαρμένος, και επέστρεφε στο σπίτι του με περισσότερο ζήλο για τον Χριστό και με μεγαλύτερη αγνότητα στην ψυχή.

Διότι εκείνη, ακτινοβολώντας τις παρθενικές αρετές, τις μετέδιδε σε μεγάλο βαθμό σε όλους όσοι την πλησίαζαν με πνευματική δίψα.
Έτσι, με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, δημιουργούσε πολυάριθμες παρθενικές ψυχές, οι οποίες την ακολούθησαν στον Παράδεισο, σύμφωνα με την προφητεία του μεγάλου Προφήτη:
«Θα οδηγηθούν στον Βασιλέα παρθένες πίσω της... θα οδηγηθούν με ευφροσύνη και αγαλλίαση, θα εισαχθούν στο παλάτι του Βασιλέως» (Ψαλμ. 45)
.


Αυτό που η Θεομήτωρ έδειξε με τη ζωή της και με ολόκληρη την ύπαρξή της, το εξέφρασε ο Απόστολος Παύλος με λόγια, λέγοντας προς τους Κορινθίους:
«Σας αρραβώνιασα με έναν άνδρα, για να σας παρουσιάσω στον Χριστό ως αγνή παρθένο» (Β΄ Κορ. 11,2).
Και μετανοημένες αμαρτωλές γίνονταν παρθένες στην ψυχή.

Και όλοι εμείς έχουμε κληθεί να αποκτήσουμε παρθενική ψυχή, να γίνουμε και πάλι παρθένοι, καθαροί και άγιοι, όμοιοι με την Υπεραγία Παρθένο Μαρία.
Αυτός είναι ο σκοπός του κόπου μας επάνω στη γη.


Και μόνο έτσι μπορούμε να ελπίζουμε ότι και εμείς θα εισέλθουμε στον Παράδεισο, στη σειρά των άλλων παρθένων, οι οποίες αδιάκοπα οδηγούνται προς τον ουράνιο Βασιλέα πίσω από την Παρθένο Θεομήτορα.

Και έτσι, το Ευαγγέλιο της Θεοτόκου δεν διαφέρει ούτε κατά μία κεραία από το Ευαγγέλιο του Χριστού. Ολόκληρη η ψυχή της είναι Χαρμόσυνη Αγγελία, ολόκληρη είναι Ευαγγέλιο. Ιδού, το Ευαγγέλιό της δεν είναι τίποτε άλλο παρά το Ευαγγέλιο του Χριστού, αφομοιωμένο μέσα της και πραγματοποιημένο σε αυτήν. Και μολονότι εκείνη, ως Μητέρα, έδωσε τον Χριστό από τον εαυτό της, ως χριστιανή Τον δέχθηκε πάλι μέσα της ως πνευματική πραγματικότητα, ώστε μπορούσε να πει, όπως ο Απόστολος και πριν ακόμη από τον Απόστολο: «Δεν ζω πλέον εγώ, αλλά ζει μέσα μου ο Χριστός» (Γαλ. 2,20).

Ποτέ κανείς στον κόσμο δεν έμοιασε περισσότερο με τον Χριστό τον Κύριο από τη Μαρία τη Θεομήτορα· και όχι τόσο επειδή εκείνη Τον γέννησε, όσο επειδή Τον πραγματοποίησε μέσα της και έγινε σαν ζωντανή εικόνα Του. Αυτό ακριβώς είχε δει από μακριά και προείδε ο αρχαίος Προφήτης, ο πρόγονός της, ο βασιλιάς Δαβίδ, λέγοντας: «Πᾶσα ἡ δόξα τῆς θυγατρὸς τοῦ βασιλέως ἔσωθεν· ἐν κροσσωτοῖς χρυσοῖς περιβεβλημένη» (Ψαλμ. 45).

Και ποια άλλη, μεγαλύτερη ωραιότητα θα μπορούσε να υπάρχει μέσα της εκτός από τον Ζώντα Χριστό στην ψυχή της; Το χρυσοστόλιστο ένδυμα, πάλι, είναι ο πλούτος των αρετών, των παρθενικών αρετών, με τις οποίες ήταν ενδεδυμένη η βασιλική ψυχή της.

Και τώρα, αδελφοί, ας επιστρέψουμε σε εκείνη, εκεί όπου την αφήσαμε, στη Σιών, μπροστά στη νεκρική της κλίνη. Μαζί με τους Αποστόλους ας πλησιάσουμε προς εκείνη, ας ασπαστούμε το χέρι της και ας ζητήσουμε την αγία της ευλογία.

Αλλά μάταια· εκείνη δεν βρίσκεται πια εκεί. Αργήσαμε πολλούς αιώνες για να λάβουμε από εκείνη την ευλογία πάνω στη γη. Ο Κύριος Χριστός, περιβαλλόμενος από τις ουράνιες δυνάμεις, κατέβηκε ο Ίδιος στη Σιών, παρέλαβε την αγία ψυχή της και την ανέβασε στους ουρανούς, στους ύψιστους ουρανούς, πάνω από τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ.

Η πρώτη δούλη του Κυρίου πάνω στη γη έγινε η πρώτη θυγατέρα του Βασιλέως στους ουρανούς. «Παρέστη ἡ βασίλισσα ἐκ δεξιῶν σου».

Δούλη του Κυρίου πάνω στη γη, θυγατέρα του δικαίου Ιωακείμ και της Άννας, δούλη στον Ναό της Ιερουσαλήμ, δούλη στη Ναζαρέτ, στη Βηθλεέμ, δούλη στην Αίγυπτο, δούλη του Υιού της και Θεού, δούλη των αγγέλων και των ανθρώπων, δούλη και στο πάθος και στη δόξα, δούλη της Εκκλησίας του Θεού πάνω στη γη, δούλη του σωτηρίου Ευαγγελίου από την πρώτη μέχρι την τελευταία ημέρα της ζωής της πάνω στη γη — αυτή η δούλη είναι τώρα Βασίλισσα του Κυρίου στον ουρανό, στα δεξιά του Βασιλέως Χριστού.

Μήπως όμως δεν μπορούμε, αδελφοί, και τώρα να ζητήσουμε από εκείνη την ευλογία της; Μπορούμε, βεβαίως και μπορούμε. Ιδού, αν και έγινε η πρώτη θυγατέρα του Βασιλέως Θεού, δεν έπαψε να είναι η πρώτη δούλη του Κυρίου.

Από αγάπη προς τον Δημιουργό της και από φιλανθρωπία, εκείνη και τώρα υπηρετεί την Εκκλησία του Χριστού πάνω στη γη. Και τώρα σπεύδει σε βοήθεια των πιστών, όπου κι αν οι πιστοί κραυγάζουν ζητώντας τη βοήθειά της, και μάλιστα τώρα με μεγαλύτερη δύναμη, ευκολία και ταχύτητα.

Γι’ αυτό ας την επικαλεστούμε και ας ζητήσουμε την ευλογία της. Σε όποιον εκείνη χαρίσει με έλεος την ευλογία της, αν είναι αμαρτωλός, θα δικαιωθεί· αν είναι αδύναμος, θα ενδυναμωθεί· αν είναι λεπρός, θα καθαριστεί· αν έχει πέσει, θα σηκωθεί· αν είναι λυπημένος, θα χαρεί.

Μακάριος καθένας που λαμβάνει την ευλογία της Αγίας Θεομήτορος. Και θα τη λάβει καθένας που την αισθάνεται και τη δοξάζει. Κατά την παρθενική και μητρική της ευσπλαχνία, εκείνη θα σώσει όλους όσοι με προσευχή και δάκρυα κραυγάζουν προς αυτήν:

Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς!

Στον Θεό μας, τον Τριαδικό, ανήκει η δόξα και η ευχαριστία, και σε όλους εσάς χάρη και ειρήνη και υγεία και χαρά και αιώνια σωτηρία, με τις πρεσβείες της Υπεραγίας Θεοτόκου και όλων των Αγίων.


Αμήν.

Παρασκευή 14 Αυγούστου 2026

Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής: Ἡ Κοίμησις τῆς Θεοτόκου

 

Ἀπό τό βιβλίο: «Ὁ Βίος τῆς ὑπερευλογημένης Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καί Ἀειπαρθένου Μαρίας», Ἱερόν Κελλίον Ἁγίου Νικολάου «Μπουραζέρη», Ἅγιον Ὄρος, 2010


Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής

Tώρα μὲ τὴν Χάριν της θὰ ὁμιλήσωμε περὶ τῆς ἐξόδου καὶ τῆς Μεταστάσεως αὐτῆς ἀπὸ τὸν παρόντα κόσμον εἰς τὴν αἰώνιον Βασιλείαν τοῦ Υἱοῦ της. Εἶναι ὄντως φαιδρὰ καὶ χαρμόσυνος γιὰ τὴν ἀκοὴν τῶν φιλοθέων ἡ τοιαύτη διήγησις.
Ὅταν, λοιπόν, ὁ Χριστός, ὁ Θεός μας, εὐδόκησε νὰ μεταθέση τὴν παναγίαν καὶ πανάμωμον μητέρα του ἀπὸ τὸν κόσμον αὐτὸν εἰς τὴν Βασιλείαν του, προκειμένου νὰ λάβη τὸν ἄφθαρτον στέφανον τῶν ὑπερφυῶν ἀγώνων καὶ ἀρετῶν της, νὰ τὴν τοποθετήση θεομητροπρεπῶς «ἐκ δεξιῶν του, περιβεβλημένην μὲ πορφύραν καὶ πεποικιλμένην ἐν ἱματισμῷ διαχρύσῳ» (Ψαλμ. μδ΄, 12) καὶ νὰ τὴν ἀνακηρύξη Βασίλισσαν πάντων τῶν κτισμάτων, ὁδηγῶν αὐτὴν εἰς τὸ...ἐσώτερον τοῦ καταπετάσματος καὶ ἐγκαθιστῶν εἰς τὰ ἐπουράνια Ἅγια τῶν Ἁγίων, τῆς ἐγνωστοποίησε ἐκ τῶν προτέρων τὴν ἔνδοξον αὐτῆς μετάστασιν.
Ἀπέστειλε πάλιν εἰς αὐτὴν τὸν ἀρχάγγελον Γαβριὴλ γιὰ νὰ τῆς ἀναγγείλη τὴν ἔνδοξον ἐκδημίαν της, καθὼς ἄλλοτε τὴν θαυμαστὴν αὐτῆς σύλληψιν.

Τὴν ἐπεσκέφθη λοιπὸν ὁ ἀρχάγγελος καὶ τῆς ἐπέδωσε ἕνα κλάδον φοίνικος, σύμβολον τῆς νίκης, τὸ ὁποῖον εἶχε ἄλλοτε χρησιμοποιήσει ὁ λαὸς ὑποδεχόμενος εἰς τὴν Ἱερουσαλὴμ τὸν Υἱόν της, τὸν νικητὴν τοῦ θανάτου καὶ ἐξολοθρευτὴν τοῦ Ἅδου.
Ὁμοίως καὶ τώρα ὁ Γαβριὴλ δίδει αὐτὸν τὸν κλάδον εἰς τὴν Παρθένον, ὡς σύμβολον τῆς νίκης κατὰ πάντων τῶν δεινῶν καὶ τῆς καταλύσεως τοῦ θανάτου, λέγοντας· «Ὁ Κύριος καὶ Υἱός σου σὲ προσκαλεῖ: Ἔφθασε ἡ ὥρα νὰ ἔλθης πλησίον μου, ὦ καλὴ μῆτερ μου (Ἆσμ. ἀσμ. β΄, 10 καὶ 13).


Γιὰ τοῦτο μὲ ἀπέστειλε πάλι νὰ σοῦ ἀνακοινώσω, ὦ «εὐλογημένη ἐν γυναιξί», ὅτι σήμερα θὰ εὐφράνης, ὦ Κεχαριτωμένη, τὶς οὐράνιες στρατιὲς μὲ τὴν ἄνοδόν σου καὶ θὰ λαμπρύνης περισσότερον τὶς ψυχὲς τῶν ἁγίων, καθὼς ἔπλησες εὐφροσύνης τοὺς εὑρισκομένους εἰς τὴν γῆν. Ἀγάλλου καὶ σὺ μαζί τους καθὼς ἄλλοτε τὸ εἶχες φανερώσει, διότι ἀπὸ τώρα θὰ σὲ μακαρίζουν εἰς τοὺς αἰῶνας ὅλα τὰ λογικὰ κτίσματα, «πᾶσαι αἱ γενεαί». «Χαῖρε, κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος μετὰ σοῦ».

Οἱ προσευχὲς καὶ οἱ ἱκεσίες σου ἀνέβησαν εἰς τὸν οὐρανόν, πρὸς τὸν Υἱόν σου, ὅθεν κατὰ τὸ αἴτημά σου σὲ προστάζει νὰ ἀφήσης τὸν κόσμον αὐτὸν καὶ νὰ ἀνέλθης εἰς τὰ οὐράνια σκηνώματα γιὰ νὰ εἶσαι αἰωνίως μαζί του, εἰς τὴν ἀληθινὴν καὶ αἰωνίαν ζωήν».
Καθὼς ἤκουσε ἡ ἁγία Θεοτόκος τοὺς λόγους τούτους ἐπλήσθη χαρᾶς καὶ ἔδωσε εἰς τὸν ἄγγελον τὴν ἰδίαν, ὅπως καὶ παλαιά, ἀπόκρισιν: «Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι —καὶ τώρα— κατὰ τὸ ρῆμα σου⋅ καὶ ἀπῆλθεν ἀπ’ αὐτῆς ὁ ἄγγελος» (Λουκ. α΄, 38).

Τότε ἡ ὑπερευλογημένη καὶ ἔνδοξος Θεοτόκος Μαρία ἠγέρθη καὶ ἀγαλλομένη ἐπορεύθη εἰς τὸ ὄρος τῶν Ἐλαιῶν γιὰ νὰ ἀπευθύνη πρὸς τὸν Κύριον ἐν ἡσυχίᾳ τὶς εὐχαριστίες καὶ τὰ αἰτήματά της γι’ αὐτὴν τὴν ἰδίαν καὶ γιὰ τὸν κόσμον ὅλον.

Ὅταν ἀνέβη εἰς τὸ ὄρος, ὕψωσε τὰ χέρια καὶ προσέφερε τὴν λογικὴν λατρείαν εἰς τὸν Υἱόν της, τὶς δεήσεις καὶ τὶς εὐχαριστίες της. Συνέβη τότε ἕνα μέγα θαῦμα, τὸ ὁποῖον γνωρίζουν ἐκεῖνοι ποὺ ἠξιώθησαν τῆς τοιαύτης ἐμπειρίας καὶ δι’ αὐτῶν ἔφθασε ἕως ἐμᾶς.Ἐνῷ, δηλαδή, προσηύχετο καὶ παρακαλοῦσε τὸν Κύριον μέσα εἰς μίαν πραγματικὴν μυσταγωγίαν, ὅλα τὰ ἐκεῖ εὑρισκόμενα δένδρα ἔκλιναν πρὸς τὴν γῆν καὶ τὴν προσεκύνησαν. Ὅταν ἐτελείωσε τὴν ἱκεσίαν καὶ τὴν εὐχαριστίαν της, πλημμυρισμένη ὅλη ἀπὸ Θεὸν ἐπέστρεψε εἰς τὴν Σιών.

Εὐθὺς ἀμέσως ὁ Κύριος ἀπέστειλε ἐπὶ νεφέλης τὸν εὐαγγελιστὴν καὶ Θεολόγον Ἰωάννην, καθ’ ὅτι ἡ ἁγία Παρθένος εἶχε μεγάλην ἐπιθυμίαν νὰ τὸν ἰδῆ, δεδομένου ὅτι ὁ Κύριος τοὺς εἶχε συνδέσει δι’ υἱοθεσίας. Ἡ ἐξ ὅλων τῶν γυναικῶν ὑπερευλογημένη καθὼς τὸν εἶδε ἐχάρη ἀκόμη περισσότερον καὶ ἐζήτησε νὰ προσευχηθοῦν.
Μετὰ τὴν εὐχὴν ἡ ἁγία καὶ ἀειπάρθενος Βασίλισσα ἀνεκοίνωσε εἰς τὸν Ἰωάννην καὶ εἰς τὶς ἐκεῖ παρευρισκόμενες παρθένους τὸ νέον μήνυμα τοῦ ἀρχαγγέλου ποὺ ἀφοροῦσε τὴν μετάθεσίν της καὶ τοὺς ἔδειξε τὸν κλάδον τοῦ φοίνικος τὸν ὁποῖον παρέλαβε ἀπὸ αὐτόν.

Παρήγγειλε νὰ ἑτοιμάσουν τὸν οἶκον της, νὰ ἀνάψουν λαμπάδες καὶ νὰ θυμιάσουν, διότι τὸν εἶχε ἤδη διακοσμήσει ὡς ἄλλον νυμφικὸν θάλαμον εἰς τὸν ὁποῖον θὰ ὑπεδέχετο τὸν ἀθάνατον Νυμφίον, τὸν παντευλόγητον Υἱόν της, τὸν ὁποῖον προσδοκοῦσε μὲ μίαν ἀκατάσχετον ἐλπίδα. Ὅταν ὅλα ἐτακτοποιήθησαν, ἐγνωστοποίησε εἰς τοὺς συνοδοὺς καὶ τοὺς γνωστούς της τὸ ἐπικείμενον μυστήριον τῆς Μεταστάσεώς της καὶ ἐκεῖνοι ἀμέσως τὴν περιεκύκλωσαν κλαίοντας καὶ θρηνώντας γιὰ τὸν ἀποχωρισμόν τους, καθ’ ὅτι μετὰ Θεὸν αὐτὴν εἶχαν ἐλπίδα καὶ βοήθειαν.

Ἡ ἀδελφή τους ὅμως, ἡ Θεομήτωρ καὶ Βασίλισσα, τοὺς παρηγοροῦσε ἕναν ἕναν χωριστὰ καὶ ὅλους μαζὶ καὶ τοὺς ἀπηύθηνε ἕνα συγκινητικὸν χαιρετισμὸν λέγουσα: «Χαίρετε, τέκνα μου εὐλογημένα καὶ μὴ κάμετε τὴν μετάστασίν μου ἀφορμὴν θρήνου, ἀλλὰ πλησθῆτε ἀγαλλιάσεως, διότι ἔρχεται ἡ αἰώνιος εὐφροσύνη, ὁ Κύριός μου καὶ Υἱός μου καὶ ἡ Χάρις καὶ τὸ ἔλεός του θὰ εἶναι πάντοτε μαζί σας».

Ἐκοίταξε ἔπειτα τὸν εὐαγγελιστὴν Ἰωάννην καὶ τοῦ εἶπε νὰ δώση τὴν ἐσθῆτα καὶ τὸ μαφόριόν της εἰς τὶς δύο χῆρες οἱ ὁποῖες τὴν ὑπηρετοῦσαν. Ἐν συνεχείᾳ τοὺς ἐφανέρωσε τὰ μυστήρια τῆς ἐκδημίας της καὶ τῆς ἐπ’ εὐκαιρίᾳ αὐτῆς θείας ἐπισκέψεως, καθὼς καὶ τὴν σημασίαν τοῦ κάθε γεγονότος. Ἔπειτα ἐκανόνισε τὰ τῆς κηδείας καὶ τοὺς παρήγγειλε πὼς νὰ τὴν μυρώσουν καθὼς καὶ ποῦ νὰ θάψουν τὸ πανάσπιλον σῶμα της.

Μετὰ ταῦτα ἡ ἔνδοξος Θεομήτωρ ἀνεκλίθη εἰς ἕνα κράββατον, τὴν κλίνην ἐκείνην τὴν ὁποίαν καθ’ ἑκάστην νύκτα ἔλουζε μὲ τὰ δάκρυα τῶν ὀφθαλμῶν της ἀπὸ ἀγάπην πρὸς τὸν Υἱόν της Ἰησοῦν Χριστὸν καὶ τὴν ἐλάμπρυνε μὲ τὶς προσευχὲς καὶ τὶς δεήσεις αὐτῆς. Κατόπιν ἐζήτησε καὶ πάλιν νὰ ἀνάψουν τὶς λαμπάδες. Οἱ δὲ ἐκεῖ συγκεντρωμένοι πιστοί, αἰσθανόμενοι ὅτι ἐγγίζει ἡ ὥρα τῆς ἐκδημίας τῆς μητρὸς αὐτῶν Παναγίας Παρθένου, ἐξέσπασαν εἰς λυγμούς.

Ἔπεσαν εἰς τὸ ἔδαφος καὶ τὴν ἱκέτευαν νὰ μὴ τοὺς ἀφήση ὀρφανούς. Ἐὰν ὅμως ἦταν ἀναπόφευκτος ἡ ἀναχώρησίς της ἀπὸ τὸν κόσμον αὐτόν, νὰ τοὺς συνοδεύη εἰς τὸ ἑξῆς μὲ τὴν Χάριν καὶ τὶς πρεσβεῖες της. Ἡ ἁγία Θεοτόκος ἤνοιξε τότε τὸ ἀμόλυντον καὶ καθαρώτατον στόμα της καὶ τοὺς εἶπε: «Ἡ εὐδοκία τοῦ Υἱοῦ καὶ Θεοῦ μου ἐπ’ ἐμέ⋅ «οὗτός μου Θεὸς καὶ δοξάσω αὐτόν⋅Θεὸς τοῦ Πατρός μου καὶ ὑψώσω αὐτόν» ( Ἐξοδ. ιε΄, 2). Αὐτὸς εἶναι ὁ Υἱός μου, ὁ ὁποῖος κατὰ σάρκα ἐγεννήθη ἀπὸ ἐμέ, ὅμως πατὴρ αὐτοῦ εἶναι ὁ Θεός, ὁ καὶ τῆς μητρὸς αὐτοῦ δημιουργός. Γιὰ τοῦτο ποθῶ νὰ πορευθῶ πρὸς αὐτόν, ὁ ὁποῖος χορηγεῖ εἰς πάντας τὸ εἶναι καὶ τὴν ζωήν.

Παρ’ ὅλον δὲ ποὺ θὰ ὑπάγω ἐκεῖ πλησίον του, δὲν θὰ παύσω νὰ παρακαλῶ καὶ νὰ πρεσβεύω ὑπὲρ ὑμῶν καὶ ὑπὲρ πάντων τῶν χριστιανῶν καὶ τοῦ κόσμου παντός, οὕτως ὥστε ὁ φιλάνθρωπος Κτίστης, κατὰ τὸ μέγα ἔλεός του, νὰ εὐσπλαγχνίζεται ὅλους τοὺς πιστούς, νὰ τοὺς ἐνισχύη καὶ νὰ τοὺς καθοδηγῆ εἰς τὸν δρόμον τῆς ἀληθινῆς ζωῆς· νὰ μεταστρέφη τοὺς ἀπίστους καὶ νὰ τοὺς συμπεριλάβη ὅλους εἰς μίαν ποίμνην ( Ἰωάν., ι΄16), καθ’ ὅτι ὡς καλὸς Ποιμὴν ἔδωσε τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ὑπὲρ τῶν προβάτων του, γνωρίζει δὲ τὰ ἰδικά του καὶ ἀναγνωρίζεται ἀπὸ αὐτά».

Καὶ καθὼς ἡ ὑπερευλογημένη μήτηρ τοῦ Χριστοῦ τοιουτοτρόπως ὡμιλοῦσε καὶ συγχρόνως τοὺς εὐλογοῦσε, ἠκούσθη αἴφνης δυνατὴ βροντὴ καὶ ἐνεφανίσθη μία νεφέλη φερομένη ἀπὸ γαλήνιαν αὔρα. Ἀπὸ τὴν μεγαλειώδη αὐτὴν νεφέλην, ἤρχισαν νὰ πίπτουν εἰς τὴν γῆν ὡς σταγόνες μυριπνόου δρόσου οἱ ἅγιοι ἔνδοξοι μαθηταὶ καὶ Ἀπόστολοι τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, συνερχόμενοι «ἐπὶ τὸ αὐτό» ἀπὸ τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης εἰς τὴν αὐλὴν τῆς Παναγίας Παρθένου καὶ Θεοτόκου Μαρίας. Ἀμέσως ὁ εὐαγγελιστὴς καὶ Θεολόγος Ἰωάννης, ἀφοῦ τοὺς ὑπεδέχθη καὶ ἤρεμα τοὺς ἐχαιρέτισε, τοὺς ὡδήγησε ἐνώπιον τῆς ὑπεραγίας καὶ μακαρίας Παρθένου.

Δὲν ἦλθαν μόνον οἱ δώδεκα, ἀλλὰ καὶ ἀρκετοὶ ἀπὸ τοὺς πολυάριθμους μαθητάς των οἱ ὁποῖοι εἶχαν ἐπιλεγῆ καὶ ἀξιωθῆ τῆς ἀποστολικῆς διαδοχῆς, ὅπως μᾶς τὸ δηλώνει ὁ μέγας Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης εἰς τὴν πρὸς Τιμόθεον ἐπιστολήν του.
Λέγει, δηλαδή, ὅτι αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ Διονύσιος μαζὶ μὲ τὸν Τιμόθεον, τὸν Ἱερόθεον καὶ ἄλλους ὁμοψύχους των ἔφθασαν ἐκεῖ μὲ τοὺς Ἀποστόλους γιὰ τὴν ἐκδημίαν τῆς Βασιλίσσης. Εἰσῆλθαν, λοιπόν, καὶ παρέστησαν ἐνώπιόν της καὶ τὴν προσεκύνησαν μετὰ δέους καὶ ἄκρας εὐλαβείας. Ἡ δὲ μακαρία καὶ Παναγία Παρθένος τοὺς εὐλόγησε καὶ τοὺς ἀνήγγειλε τὴν ἀναχώρησίν της ἀπὸ τὸν κόσμον αὐτόν.

Τοὺς διηγήθη ἐπίσης περὶ τοῦ εὐαγγελισμοῦ τῆς κοιμήσεώς της ἐκ μέρους τοῦ ἀρχαγγέλου, καὶ ἀφοῦ τοὺς ἔδειξε τὸ ἐπινίκιον σύμβολον τῆς Μεταστάσεώς της, τὸν κλάδον δηλαδὴ τοῦ φοίνικος τὸν ὁποῖον τῆς ἔδωσε ὁ ἀρχηγὸς τῶν ἀγγέλων, τοὺς ἐπαρηγόρησε καὶ πάλι τοὺς εὐλόγησε, ἐνισχύουσα καὶ στηρίζουσα αὐτοὺς εἰς τὴν ὁλοκλήρωσιν τοῦ εὐαγγελικοῦ κηρύγματος.

Ἀπεχαιρέτισε τὸν Πέτρον καὶ τὸν Παῦλον καθὼς καὶ ὅλους τοὺς λοιπούς, λέγοντας πρὸς αὐτούς: «Χαίρετε τέκνα, φίλοι καὶ μαθηταὶ τοῦ υἱοῦ καὶ Θεοῦ μου. Εἶσθε μακάριοι, ποὺ ἔχετε κριθῆ ἄξιοι νὰ γίνετε μαθηταὶ τοῦ εὐλογητοῦ καὶ ἐνδόξου Κυρίου καὶ Δεσπότου, ὁ ὁποῖος σᾶς ἐνεπιστεύθη τὴν διακονίαν τοιούτων μεγίστων μυστηρίων καὶ σᾶς ἐξέλεξε συμμετόχους τῶν διωγμῶν καὶ τῶν Παθῶν αὐτοῦ, γιὰ νὰ σᾶς ἀξιώση νὰ γίνετε κοινωνοὶ καὶ τῆς δόξης καὶ Βασιλείας του ὅπως σᾶς τὸ ὑπεσχέθη καὶ τὸ οἰκονόμησε ὁ ἴδιος, ὁ Βασιλεὺς τῆς δόξης».

Τοὺς ἐξέθεσε δὲ μίαν τοιαύτην εὐλογημένην διδασκαλίαν ἀνάλογον τοῦ ὕψους τῆς δόξης της καὶ ἀφοῦ ὥρισε τὶς τελευταῖες λεπτομέρειες σχετικῶς μὲ τὴν κηδείαν καὶ τὴν ταφήν της, ὕψωσε τὰ χέρια εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἤρχισε νὰ εὐχαριστῆ τὸν Κύριον ὡς ἑξῆς:
»Εὐλογῶ σε, τὸν Βασιλέα τοῦ παντὸς καὶ μονογενῆ Υἱὸν τοῦ ἀνάρχου Πατρός, τὸν ἀληθινὸν Θεὸν ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ, διότι εὐδόκησες, εὐαρεστῶν τὸν Πατέρα δι’ ἄφατον φιλανθρωπίαν νὰ σαρκωθῆς ἀπὸ ἐμὲ τὴν δούλην σου μὲ τὴν συνδρομὴν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

»Εὐλογῶ σε, τὸν χορηγὸν κάθε εὐλογίας καὶ φωτοπάροχον, τὸν αἴτιον παντὸς ἀγαθοῦ καὶ εἰρηνάρχην, ποὺ μᾶς ἐχάρισες τὴν ἐπίγνωσίν σου καὶ τοῦ ἀνάρχου Πατρὸς καὶ τοῦ συναϊδίου καὶ ζωοποιοῦ Πνεύματος.
»Εὐλογῶ σε, γιὰ τὸ ὅτι εὐηρεστήθης νὰ κατοικήσης εἰς τὴν κοιλίαν μου ἀνεκλαλήτως.
»Εὐλογῶ σε, διότι ἠγάπησες τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν, μέχρι τοῦ σημείου νὰ ὑπομείνης πρὸς χάριν μας τὸν Σταυρὸν καὶ τὸν θάνατον, καὶ μὲ τὴν Ἀνάστασίν σου νὰ ἀναστήσης τὴν φύ- σιν μας ἀπὸ τὰ ἔγκατα τοῦ Ἅδου, νὰ τὴν ἀναβιβάσης εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ νὰ τὴν δοξάσης μὲ δόξαν ἀσύλληπτον.

»Εὐλογῶ σε καὶ μεγαλύνω τοὺς λόγους σου, τοὺς ὁποίους μᾶς παρέδωσες ἐν πάσῃ ἀληθείᾳ καὶ πιστεύω εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν ὅλων τῶν πρὸς ἐμὲ ἐπαγγελιῶν σου».
Ὅταν ἡ ἁγία καὶ ὑπερευλογημένη Θεοτόκος ἐτελείωσε τὸν αἶνον καὶ τὴν προσευχήν της, οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι, κινούμενοι ὑπὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἤρχισαν νὰ ὁμιλοῦν, νὰ ἀνυμνοῦν καὶ νὰ δοξολογοῦν, ὁ καθεὶς ἀναλόγως τῆς ἱκανότητός του καὶ τοῦ θείου φωτισμοῦ.

Ἐγκωμίασαν καὶ ἀνύμνησαν τὴν ἀπροσμέτρητον γενναιοδωρίαν τῆς θείας κυριαρχίας καὶ μὲ τὴν θαυμαστὴν θεολογίαν τους εὔφραναν τὴν καρδίαν τῆς ὑπερενδόξου Θεομήτορος, καθώς μᾶς παρέδωσε ὁ προαναφερθεὶς ἅγιος Διονύσιος εἰς τὸ κεφάλαιον ὅπου καταδεικνύει τὴν δύναμιν τῶν εὐχῶν καὶ τῆς θεολογίας ποὺ ἐξέφρασε πανευλαβῶς ὁ μακάριος Ἱερόθεος [Εἰς τὸ Περὶ θείων ὀνομάτων: «Τίς ἡ τῆς εὐχῆς δύναμις καὶ περὶ τοῦ μακαρίου Ἱεροθέου καὶ περὶ εὐλαβεί- ας καὶ συγγραφῆς θεολογικῆς», Ρ.G. 3, 681D].

Συγκεκριμένα, εἰς τὸ οἰκεῖον κεφάλαιον τοῦ λόγου του πρὸς τὸν Τιμόθεον, ἀναφέρει περὶ τῆς συναθροίσεως τῶν ἁγίων Ἀποστόλων κατὰ τὴν ἐκδημίαν τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου, καθὼς καὶ περὶ τοῦ τρόπου μὲ τὸν ὁποῖον ὁ καθείς, ἐμπνεόμενος ἀπὸ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, διετράνωσε διὰ λόγων αἰνέσεως τὴν δόξαν τῆς ἀπειροδυνάμου θείας ἐξουσίας καὶ τὴν φιλανθρωπίαν τοῦ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος εὐδόκησε νὰ κατέλθη εἰς τὴν γῆν χωρὶς νὰ χωρισθῆ ἀπὸ τοὺς πατρικοὺς κόλπους καὶ νὰ σαρκωθῆ ἀπὸ τὴν πανάμωμον Παρθένον.

Ἔκλινε τοὺς οὐρανοὺς καὶ κατέβη, ἐπειδὴ ηὗρε τὴν Παναγίαν καὶ ὑπερένδοξον Μαριὰμ ὑπήκοον καὶ ὑψηλοτέραν πάσης τῆς κτίσεως· εὐδόκησε νὰ κατοικήση ἐντός της, ἐνεδύθη ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν καὶ τοιουτοτρόπως ἠλέησε καὶ ἔσωσε τὸ ἀνθρώπινον γένος μὲ τὴν μεγαλειώδη καὶ ἀνέκφραστον Οἰκονομίαν του καὶ τὸ ἐδόξασε, πλουτίζων αὐτὸ μὲ τὴν Χάριν του ἕνεκα τῆς ἀνυπερβλήτου εὐσπλαγχνίας καὶ μακροθυμίας του.

Μετὰ ταῦτα ἡ ἁγία Παρθένος τοὺς εὐλόγησε γιὰ μίαν ἀκόμη φορὰν καὶ ἡ καρδία της ἐπλήσθη θείας παρηγορίας. Καὶ ἰδού, ἔλαβε χώραν ἡ μεγαλειώδης καὶ θαυμαστὴ ἄφιξις Χριστοῦ τοῦ υἱοῦ καὶ Θεοῦ αὐτῆς, συνοδευομένου ἀπὸ ἀναρίθμητες στρατιὲς ἀγγέλων καὶ ἀρχαγγέλων, καθὼς καὶ ἀπὸ ἄλλα τάγματα, Σεραφίμ, Χερουβὶμ καὶ Θρόνους⋅ ὅλοι οἱ ἄγγελοι παρίσταντο ἐνώπιον τοῦ Κυρίου μετὰ φόβου, καθ’ ὅσον «ὅπου βασιλέως παρουσία, καὶ ἡ τάξις παραγίγνεται».

Ἡ ὑπεραγία Θεοτόκος ἐγνώριζε ὅλα αὐτὰ ἐκ τῶν προτέρων, τὰ προσδοκοῦσε μὲ ἀκράδαντον ἐλπίδα· γιὰ τοῦτο ἔλεγε: «πιστεύω ὅτι ὅλες οἱ πρὸς ἐμὲ ὑποσχέσεις σου θὰ πραγματοποιηθοῦν».
Ἀκολούθως εἶδαν καὶ οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι ἐμφανῶς, εἶδαν ἔκπληκτοι τὴν θεϊκήν του δόξαν, ὁ καθεὶς βέβαια ἀναλόγως τῆς δυνατότητος αὐτοῦ. Ἡ παροῦσα ἔλευσις τοῦ Κυρίου ἦταν μεγαλοπρεπεστέρα καὶ φοβερωτέρα τῆς πρώτης, καθ’ ὅτι τώρα ἐνεφανίσθη λαμπρότερος τῆς ἀστραπῆς, ἀλλὰ καὶ τῆς ἐπὶ τοῦ Θαβὼρ Μεταμορφώσεώς του, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν ἔδειξε παρὰ τὴν φυσικήν του δόξαν, διότι μετὰ τὴν Ἀνάληψιν ὁ Χριστὸς εἶναι ἀπρόσιτος καὶ ἀόρατος.

Ἐνώπιον τοιούτου μυστηρίου «οἱ μαθηταὶ ἔπεσον ἐπὶ πρόσωπον αὐτῶν καὶ ἐφοβήθησαν σφόδρα, γενόμενοι ὡσεὶ νεκροί» (Ματθ. ιε΄, 6). Τότε ὁ Κύριος τοὺς εἶπε: «Εἰρήνη ὑμῖν», ὅπως παλαιά, ὅταν «εἰσῆλθε τῶν θυρῶν κεκλεισμένων, ὅπου ἦσαν οἱ μαθηταὶ συνηγμένοι διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων» ( Ἰωάν. κ΄, 21, 19) εἰς τὸν ἴδιον αὐτὸν οἶκον τοῦ Ἰωάννου.
Κάτι παρόμοιον συνέβη καὶ τώρα, εἰς τὴν Κοίμησιν τῆς μητρὸς τοῦ Ἀναστάντος. Ὅταν οἱ Ἀπόστολοι ἤκουσαν τὴν γλυκυτάτην καὶ παμπόθητον φωνὴν αὐτοῦ, ἀνεζωογονήθησαν καὶ ἐνισχύθησαν ψυχικῶς καὶ σωματικῶς καὶ ἔμειναν νὰ θεωροῦν μὲ δέος τὸ ὑπέρλαμπρον κάλλος καὶ τὴν Θείαν αἴγλην τοῦ Προσώπου του.

Ὡς ἐκ τούτου, ἡ παναγία καὶ ἄμωμος καὶ εὐλογημένη Θεοτόκος ἐπλήσθη χαρᾶς καὶ τὸ πρόσωπον αὐτῆς κατηυγάσθη μὲ θείαν φωτοφάνειαν. Ἀλλὰ καὶ ἐκείνη, βλέπουσα μετ’ εὐλάβειας καὶ φόβου τὴν δόξαν καὶ τὴν λαμπρότητα ποὺ ἀκτινοβολοῦσε ὁ υἱὸς καὶ Βασιλεύς της Ἰησοῦς Χριστός, ἐμεγάλυνε ἀκόμη περισσότερον τὴν θεότητά του καὶ προσηύχετο ὑπὲρ τῶν Ἀποστόλων καὶ πάντων τῶν παρόντων.
Τὶς ὕστατες αὐτὲς στιγμὲς ἐμεσίτευσε ὑπὲρ τῶν ἁπανταχοῦ εὑρισκομένων πιστῶν, παρεκάλεσε ὑπὲρ τοῦ κόσμου παντὸς καὶ ὑπὲρ πάσης ψυχῆς ἐπικαλουμένης τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου καὶ τῆς μητρὸς αὐτοῦ, ἐζήτησε δὲ ὅπου μνημονεύονται τὰ δύο αὐτὰ ὀνόματα νὰ ἐκχέεται πλούσια ἡ θεία εὐλογία.

Τότε ἡ ἁγία Παρθένος Μαρία κοιτάζοντας καὶ πάλιν πρὸς τὸν Υἱόν της τὸν ἀντίκρυσε μὲ δόξαν τοιαύτην ὥστε οὐδεμία γλώσσα ἀνθρωπίνη νὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ τὴν ἐκφράση. Καὶ εἶπεν: «Εὐλόγησόν με, Κύριε, μὲ τὴν δεξιάν σου καὶ εὐλόγησον ὅλους ὅσους σὲ δοξάζουν καὶ μνημονεύουν τὸ ὄνομά μου κάθε φορὰν ποὺ προσφέρουν εἰς σὲ τὴν προσευχὴν καὶ δέησίν των».
Ὁ Κύριος τότε ἐξέτεινε τὴν δεξιάν του, εὐλόγησε τὴν μητέρα του καὶ τῆς εἶπε: «Μακαρία σύ, ἀγαλλιάσθω ἡ καρδία σου Μαρία, εὐλογημένη ἐν γυναιξί, διότι τὸ πλήρωμα τῆς Χάριτος καὶ ὅλες οἱ δωρεὲς σοῦ ἐδόθησαν ἀπὸ τὸν Πατέρα μου τὸν οὐράνιον· καὶ κάθε ψυχὴ ἡ ὁποία θὰ ἐπικαλεῖται τὸ ὄνομά μου μετ’ εὐλαβείας δὲν θὰ παραβλεφθῆ ἀλλὰ θὰ εὕρη ἔλεος καὶ παρηγορίαν εἰς τὴν παροῦσαν ζωὴν καὶ εἰς τὸν μέλλοντα αἰῶνα.


Σὺ δέ, πορεύου ἐν εἰρήνῃ καὶ χαρᾷ εἰς τὰ αἰώνια σκηνώματα, εἰς τοὺς ἀπέραντους θησαυροὺς τοῦ Πατρός μου, γιὰ νὰ θεωρῆς τὴν δόξαν μου καὶ νὰ εὐφραίνεσαι μὲ τὴν Χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος».
Ἀμέσως δέ, δι’ ἐντολῆς τοῦ Κυρίου οἱ ἄγγελοι ἤρχισαν νὰ ψάλλουν ἕνα γλυκύτατον ὕμνον μὲ φωνὴν ζωηρὰν καὶ θελκτικωτάτην, ἐνῷ οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι ἔκλιναν εὐλαβῶς τὶς κεφαλές των ἐνώπιον τῆς ἁγιοπνευματικῆς μυσταγωγίας καὶ ἀφιέρωσαν μὲ τὴν σειράν τους εἰς τὴν Παρθένον μίαν ὑμνωδίαν ἀγγελομίμητον.

Καὶ εἰς αὐτὸ τὸ κλίμα ἡ Παναγία μήτηρ τοῦ Κυρίου παρέδωσε τὴν μακαρίαν καὶ ἀμόλυντον ψυχὴν αὐτῆς εἰς τὸν Βασιλέα καὶ υἱόν της καὶ ἐκοιμήθη ὕπνον γλυκὺν καὶ ἐράσμιον. Ὅπως εἰς τὸν ἀπόρρητον τοκετόν της ἐγέννησε ἀνωδύνως τὸν Κύριον Ἰησοῦν, τοιουτοτρόπως ἔμεινε ἀνέπαφος ἀπὸ τοὺς ἐπιθανάτιους πόνους καὶ κατὰ τὴν κοίμησίν της, καθ’ ὅτι ὁ Βασιλεὺς καὶ Δημιουργὸς κάθε κτιστῆς φύσεως, αὐτὸς ὁ ἴδιος εἶναι ποὺ τότε καὶ τώρα μετέτρεψε τοὺς φυσικοὺς νόμους.
Οἱ στρατιὲς τῶν ἀγγέλων ὕψωσαν μὲ θαυμασμὸν τὰ ἀόρατα χέρια τους καθὼς διήρχετο ἡ παναγία αὐτῆς ψυχή. Ὁ οἶκος τῆς Σιών, καθὼς καὶ ὅλη ἡ περιοχή, ἐπλήσθη ἀπὸ μίαν ἄρρητον εὐωδίαν.

Ἐπάνω δὲ ἀπὸ τὸ πανάχραντον σῶμα της ἐπλανᾶτο μία φωτεινὴ ὕπαρξις ἀόρατος ἀπὸ τοὺς αἰσθητοὺς ὀφθαλμούς. Τοιουτοτρόπως ὁ Διδάσκαλος καὶ οἱ μαθηταί, τὰ οὐράνια καὶ τὰ ἐπίγεια, συνώδευσαν ἀπὸ κοινοῦ τὴν ἁγίαν Παρθένον.
Καὶ ὁ μὲν εὐλογητὸς Κύριος καὶ ἔνδοξος Δεσπότης τοῦ παντὸς εἰσήγαγε τὴν ἁγίαν ψυχὴν τῆς παναχράντου αὐτοῦ μητρὸς εἰς τοὺς οὐρανούς, οἱ δὲ μαθηταὶ ἀπέθεσαν τὸ πανάσπιλον σῶμα της εἰς τὴν γῆν, γιὰ νὰ τὸ ἀλείψουν μὲ ἀρώματα καὶ κατόπιν νὰ τὸ μεταφέρουν ὅπου θὰ ἐπιθυμοῦσε ἐκείνη· ἀπὸ ἐκεῖ ἔμελλε μετ’ ὀλίγον νὰ μεταστῆ εἰς τὸν Παράδεισον ἢ ὁπουδήποτε ἠθέλησε ὁ υἱὸς καὶ Θεός της.

Η ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

Ερμηνευτικὴ τῆς εἰκόνας καὶ τῆς ὑμνολογίας


Α) Η ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΑΣ

Δεκαπενταύγουστος! Τὸ Πάσχα τοῦ Καλοκαιριοῦ. Ἡ μεγάλη θεομητορικὴ γιορτὴ τοῦ Αὐγούστου, ἡ Κοίμηση τῆς Θεοτόκου, συγκλονίζει κάθε πιστὴ ψυχή. Ἤδη ἀπὸ τὴν πρώτη του μηνὸς στὶς ἐκκλησίες ψάλλονται καθημερινὰ οἱ Παρακλήσεις - ἐναλλὰξ ἡ Μικρὴ καὶ ἡ Μεγάλη. Οἱ πιστοὶ προετοιμάζονται -νηστεύουν, ἐξομολογοῦνται, κοινωνοῦν- γιὰ νὰ γιορτάσουν ἀληθινὰ τὸ μεγάλο πανηγύρι.

Μητέρα τῆς Ζωῆς ἡ Παναγία μεθίσταται πρὸς τὴν ὄντως Ζωή, τὸν Υἱὸ καὶ Θεό Της. Ἡ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας ἀναφέρεται στὴν Μετάστασή Της. Χάρη σ᾿ αὐτὴν τὸ ἄχραντο σῶμα τῆς Νέας Εὔας, τῆς γυναίκας ποὺ γέννησε τὸν φθορέα τῆς φθορᾶς, δὲ γεύεται τῆς φθορᾶς τὴ δύναμη. «Ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς ἐν μνημείῳ τίθεται», ὅμως «κλίμαξ πρὸς οὐρανὸν ὁ τάφος γίνεται».

Σὲ ἄλλο ἄρθρο τοῦ περιοδικοῦ μας, πέρυσι, ἀναφερθήκαμε στὰ γεγονότα τῆς παράδοσης γύρω ἀπὸ τὴν Κοίμηση τῆς Παναγίας μας. Σήμερα θὰ δοῦμε τὴν περιγραφὴ-ἑρμηνεία τῆς Βυζαντινῆς εἰκόνας τῆς Κοιμήσεώς της καὶ κάποια κείμενα σχετικά.

Ἡ ἁγία εἰκόνα τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου εἶναι πολυπρόσωπη. Δυὸ ὅμως πρόσωπα ξεχωρίζουν στὴν ὅλη παράσταση: Ὁ Χριστὸς καὶ ἡ Παναγία. Ὁ Χριστός μας μὲ τὸ ἡγεμονικό Του παράστημα ποὺ κρατεῖ τὴν ψυχὴ τῆς Παναγίας Μητέρας Του, βρέφος φασκιωμένο, καὶ τὸ λιπόσαρκο σκήνωμα τῆς Παναγίας.

«Στὴν εἰκόνα δεσπόζει τὸ νεκρικὸ κρεβάτι, στολισμένο μὲ πλούσια ποδέα, ὅπου ἀναπαύεται ἡ Παναγία μὲ τὰ χέρια σταυρωμένα. Μπροστὰ στερεωμένο σὲ ἕνα ἁπλὸ κηροπήγιο καίει ἕνα χοντρὸ κερί. Πίσω ἀπὸ τὸ νεκρικὸ κρεβάτι καὶ στὴ μέση ἀκριβῶς στέκει ὁ Χριστὸς μὲ τὸ σῶμα σὲ περίεργη στροφὴ πρὸς τὰ δεξιά, πρὸς τὴν κεφαλὴ τῆς Μητέρας Του. Στὰ χέρια Του ἁπλωμένα στὴν ἴδια κατεύθυνση, κρατεῖ τὴν ψυχή της, ποὺ ἔχει τὴ μορφὴ φασκιωμένου μωροῦ μὲ τὰ χέρια σταυρωμένα. Τὸν τριγυρίζει δόξα. Μέσα σ᾿ αὐτὴν εἶναι ζωγραφισμένοι στὴν κορυφὴ ἕνα ἑξαπτέρυγο καὶ σὲ μονοχρωμία τέσσερεις ἄγγελοι ποὺ πλαισιώνουν τὸ Χριστὸ μὲ χειρονομίες καὶ ἔκφραση λύπης στὰ πρόσωπά τους... Πάνω ἀκριβῶς ἀπὸ τὸ Χριστὸ στὴν κορυφὴ τοῦ τόξου τῆς εἰκόνας ἔχουν ἀνοίξει οἱ πύλες τοῦ οὐρανοῦ καὶ φαίνονται δυὸ ἄγγελοι, πάλι σὲ μονοχρωμία, νὰ σκύβουν μὲ σκεπασμένα χέρια γιὰ νὰ πάρουν μὲ τὴ σειρὰ τοὺς τὴν ψυχή της. Στὴν κεφαλὴ καὶ στὰ πόδια τοῦ νεκρικοῦ κρεβατιοῦ εἶναι μαζεμένοι οἱ δώδεκα ἀπόστολοι μὲ ἐκφράσεις, στάσεις καὶ χειρονομίες ποὺ δείχνουν βαθειὰ λύπη. Ὁ Πέτρος θυμιατίζει στὴν κεφαλὴ τῆς Παναγίας, ὁ δὲ Ἀπόστολος Παῦλος καὶ ὁ Θεολόγος Ἰωάννης σκύβουν στὰ πόδια της καὶ τὴν ἀσπάζονται. Πιὸ πίσω εἶναι τρεῖς ἱεράρχες μὲ ἀνοιχτὰ βιβλία καὶ στὰ ἀριστερά, στὸ βάθος, θρηνοῦν τρεῖς γυναῖκες. Τὴ σύνθεση κλείνουν στὸ βάθος, πίσω ἀπὸ τὶς ὁμάδες τῶν μαθητῶν, δυὸ συμβατικὰ ἀρχαιόπρεπα κτήρια. Ἀνάμεσα σ᾿ αὐτὰ διαβάζεται ἡ ἐπιγραφὴ Η ΚΟΙΜΗΣΙΣ ΤΗΣ Θ(ΕΟ)ΤΟΚΟΥ» (Ἀ. Καρακατσάνη). Οἱ τέσσερεις (εἰκονίζονται οἱ τρεῖς) Ἱεράρχες ποὺ παραβρέθηκαν στὴν Κοίμηση, ἦταν: ὁ Ἰάκωβος ὁ Ἀδελφόθεος, ὁ Ἰερόθεος, ὁ Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης καὶ ὁ Τιμόθεος. Ὁ Ἰερόθεος δὲν εἰκονίζεται.

Σὲ κάποιες εἰκόνες βλέπουμε στὴ δεξιὰ ἄκρη τοῦ σπιτιοῦ τὸν Ἰωάννη τὸ Δαμασκηνὸ ποὺ βαστᾶ χαρτί (πάπυρο) μὲ τὰ ἑξῆς λόγια: «Ἀξίως ὡς ἔμψυχόν σε οὐρανὸν ὑπεδέξαντο οὐράνια Πάναγνε θεῖα σκηνώματα καὶ παρέστηκας...» Καὶ στὰ ἀριστερὰ τὸν ἅγιο Κοσμᾶ τὸν ποιητὴ κρατώντας ἄλλο χαρτὶ ποὺ λέει: «Γυναίκα σε θνητήν, ἄλλ᾿ ὑπερφυῶς καὶ μητέρα Θεοῦ εἰδότες, πανάμωμε…»

Σ᾿ ὅλα τὰ πρόσωπα διακρίνεται ἡ θλίψη, ἀνάμικτη ὅμως μὲ τὴ γλυκιὰ ἐλπίδα. Εἶναι ἡ «χαρμολύπην», τὸ «χαροποιὸν πένθος», γνώρισμα τῶν πιστῶν ποὺ ζοῦν μὲ τὴν προσμονὴ τῆς ἀνάστασης. Τοῦτο βλέπουμε καὶ στὰ τροπάρια τῆς ἑορτῆς, ποὺ ἄλλοτε τονίζουν τὸν τρόμο καὶ τὸ δέος τῶν Ἀποστόλων, τοὺς ὁποίους παρουσιάζουν νὰ δακρύζουν καὶ ἄλλοτε τονίζουν τὴ χαρά τους, ποὺ τὴν ἐκδηλώνουν μὲ ψαλμοὺς καὶ ὕμνους. Παραθέτουμε δυὸ ἀποσπάσματα «Ὅτε ἡ μετάστασις τοῦ ἀχράντου σου σκήνους ηὐτρεπίζετο, τότε οἱ Ἀπόστολοι περικυκλοῦντες τὴν κλίνην τρόμω ἐώρων σε» (Στιχηρὸ ἰδιόμελο ὄρθρου). «...Καὶ τὸ ζωαρχικὸν καὶ θεοδόχον σου σῶμα κηδεύσαντες ἔχαιρον, πανύμνητε» (Δοξαστικὸ ἀποστίχων Ἑσπερινοῦ).

Σὲ μερικὲς εἰκόνες εἰκονίζονται στὸν οὐρανὸ σύννεφα, ποὺ μετέφεραν τοὺς ἀποστόλους στὴν Ἱερουσαλήμ. Σὲ πολλὲς εἰκόνες τῆς Κοίμησης ζωγραφίζεται καὶ τὸ ἐπεισόδιο τοῦ ἀγγέλου καὶ κόβει μὲ τὸ ξίφος του τὰ χέρια τοῦ Ἰεφονία. (Πρόκειται γιὰ ἐκεῖνο τὸν Ἑβραῖο ποὺ ἀποπειράθηκε νὰ ρίξει στὸ ἔδαφος τὸ λείψανο τῆς Θεοτόκου).

Β) ΥΜΝΟΛΟΓΙΑ, ΛΟΓΟΙ ΠΑΤΕΡΩΝ

Στὴν Ἐκκλησία ὁ θάνατος γίνεται πανηγύρι. Δὲν λέγεται θάνατος ἢ τελευτή. Ἀποκαλεῖται «Κοίμηση». Δὲν ἐξαντλοῦνται τὰ πάντα στὸ ἐδῶ καὶ τώρα. Ὑπάρχει τὸ ἐπέκεινα τοῦ τάφου: ἡ αἰώνια ζωή. Ὁ Χριστιανὸς πιστεύει ὅτι κοιμᾶται προσώρας, γιὰ νὰ ξυπνήσει στὴν αἰωνιότητα. Ὁ θάνατος, μὲ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, γίνεται ἕνας μεγάλος ὕπνος. Αὐτὸ τὸ πανηγύρι,τὴν ἐλπίδα τῆς αἰώνιας βασιλείας,τὴν ἀγάπη μας στὴν Παναγία Μητέρα ὅλων μας, θὰ δοῦμε καὶ μέσα ἀπὸ κάποια κείμενα.

Ἡ ὑμνολογία μᾶς ἀποκαλύπτει μὲ τρόπο ποιητικὸ τὶς ἀλήθειες τῆς ὀρθόδοξης θεολογίας γιὰ τὸ πρόσωπο τῆς Παναγίας. Οἱ ὕμνοι τῆς μεγάλης γιορτῆς, ἀποδοσμένοι στὴ Νεοελληνικὴ ἀπὸ τὸν Φώτη Κόντογλου, ψέλνουν τὴν Κυρία τῶν Ἀγγέλων, ὡς ἑξῆς:

«Στὴν γέννα σου τὴν παρθενία ἐφύλαξες, στὴν κοίμησή σου τὸν κόσμο δὲν τὸν ἄφησες, Θεοτόκε. Μίσεψες στὴ ζωή, γιατὶ εἶσαι μητέρα τῆς ζωῆς καὶ λυτρώνεις μὲ τὶς πρεσβεῖες σου τὶς ψυχές μας ἀπὸ τὸν θάνατο». (ἀπολυτίκιο Κοιμήσεως)

«Νικηθήκανε τῆς φύσης οἱ νόμοι σὲ σένα, Παρθένε ἄχραντε. Γιατί σὲ σένα παρθενεύει ἡ γέννα, καὶ μὲ τὴ ζωὴ σμίγει ὁ θάνατος. Ἐσὺ ποὺ ἀπόμεινες μετὰ τὴ γέννα Παρθένος καὶ μετὰ θάνατο ζωντανή, σῶζε παντοτινά, Θεοτόκε, τὴν κληρονομία σου». (καταβασία θ´ ᾠδῆς)

Τὴν Παναγία Μητέρα μας ἂς ἑτοιμασθοῦμε κι ἐφέτος νὰ τιμήσουμε καὶ νὰ δοξολογήσουμε στὴν πάσνσεπτη κοίμησή της μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς Ἁγίους, τὶς Οὐράνιες δυνάμεις, τοὺς Ἁγίους Ἀποστόλους καὶ κάθε πιστὴ ψυχὴ δεόμενοι ἐκτενῶς μαζὶ μὲ τὸ μελῳδὸ Θεοφάνη:

«…μὴ ἐπιλάθου (μὴ ξεχάσεις), Δέσποινα, τῶν πιστῶς ἑορταζόντων, τὴν παναγίαν σου Κοίμησιν». Ἀμήν.(Δοξαστικὸ τῆς Λιτῆς της Κοιμήσεως)

πηγή 

ΤΡΕΛΟ-ΓΙΑΝΝΗΣ: Η ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

Πέμπτη 13 Αυγούστου 2026

Αγία Γαβριηλία: Ομιλία σε Προτεστάντες για την Παναγία στην Αμερική


                                                             Αγία Γαβριηλία (1897-1992).



(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)

Γερόντισσα Γαβριηλία: Μια φορά στην Αμερική μου ζήτησαν να μιλήσω σ’ ένα ακροατήριο με Προτεστάντες πάνω σε όποιο θέμα ήθελα. Τότε, εγώ τους μίλησα για την Παναγία.

Τους είπα: «Είναι ένα μέρος από τα Ευαγγέλια που είναι πολύ παραγνωρισμένο από ορισμένα τμήματα του Χριστιανισμού. Γιατί δεν το έχουν μελετήσει αρκετά. Για μας όμως, στη δική μας Εκκλησία, την Παναγία Την παραδεχόμαστε σαν Μητέρα μας.

Κι επειδή εμείς -ειδικά εμείς οι Μοναχοί- είμεθα Υπηρέτες της, γι’ αυτό φροντίζουμε και μελετάμε την ζωή της πάρα πολύ. Αν προσέξετε θα δείτε ότι Εκείνη είπε το Μεγαλύνει η ψυχή μου τον Κύριον.

Θα δείτε ότι όταν την διάλεξε ο Θεός έστειλε τον Αρχάγγελο κι ότι μόλις της το είπε, Εκείνη αμέσως είπε Ιδού η δούλη Σου. Δεν έφερε αντίσταση. Κι επειδή εμείς, μελετούμε πάρα πολύ την υπακοή στο Θέλημα του Θεού, είναι για μας ένα Πρότυπο. Αυτό είναι το Πρώτον.

Δεύτερον» τους λέω, «η Παναγία, με το να έχει Υιόν χωρίς πατέρα, συκοφαντήθηκε φοβερά τότε από όλον τον κόσμο. Γι’ αυτό όπου υπάρχει μια γυναίκα σήμερα που συκοφαντείται, η Παναγία είναι Μητέρα της και περνάει όλα αυτά μαζί της.

Τρίτον, εμείς περάσαμε πολλές Προσφυγιές και μέσα στην Προσφυγιά θυμούμαστε ότι Μωρό πήρε τον Χριστό η Παναγία κι έφυγε στην Αίγυπτο.

Τέταρτον, Τόσες γυναίκες στον Πόλεμο και παντού χάνουν τα παιδιά τους που σκοτώνονται μέσ’ στα νειάτα, μα μεγαλύτερο δράμα έζησε η Παναγία που είδε τον Αναμάρτητο Υιό της που δεν είχε φταίξει, στον Σταυρό. Πέρασε κι αυτόν τον πόνο ή Παναγία.

Πέμπτον, και όταν έμεινε μόνη της, και δεν είχε πού να μείνει (επειδή δεν είχε άλλα παιδιά…), την περισυλλέγει ένας άνθρωπος, ο Μαθητής, για να ζήσει κοντά του. Όπως γίνεται και με μας όταν γεράσουμε.

Δηλαδή όλη η ζωή της είναι μία διαδρομή, ένα δρομολόγιο, όπως είναι και η ζωή του κάθε ανθρώπου…

Αλλά να σας πω κι ένα άλλο φίλοι μου. Εσείς, δεν λέτε, αδελφέ μου Ρόμπερτ, προσευχήσου για μένα… αδελφή μου Λίλα, προσευχήσου για μένα… Πού είναι το κακό αν πούμε: Μητέρα του Χριστού, προσευχήσου για μας»;

Και τότε, πετιέται ένας βλ… από το ακροατήριο και μου λέει: «Μα, εκείνη είναι νεκρή»!

Οπότε κι εγώ του είπα: «Ω! Συγγνώμη! Εμείς, στην Εκκλησία μας πιστεύουμε στην Ανάσταση»!


Κι όλα αυτά, παιδιά μου, μπροστά σε μαγνητόφωνα!

Από το το βιβλίο «Ασκητική της αγάπης, Γερόντισσα Γαβριηλία 1897-1892» των εκδόσεων Πορφύρα.

Κυριακή 2 Αυγούστου 2026

Παρασκευή 13 Μαρτίου 2026

«Το κλειδί της βασιλείας του Χριστού δεν το κρατάει μόνο ο άγιος Πέτρος»


                                     Μιχάλης Κουτσός, Φιλόλογος – Συγγραφέας

ΣΤΑΣΙΣ Γ’

Η Νέα κτίση που εγκαινίασε ο Χριστός

Νέαν ἔδειξε κτίσιν, ἐμφανίσας ὁ Κτίστης, ὑμῖν τοῖς ὑπ’ αὐτοῦ γενομένοις
ἐξ ἀσπόρου βλαστήσας γαστρός καὶ φυλάξας ταύτην, ὥσπερ ἦν, ἄφθορον, ἵνα τὸ θαῦμα
βλέποντες, ὑμνήσωμεν αὐτήν, βοῶντες·
Ερμηνεία
Ο σκοπός της εμφάνισης του Χριστού στη γη ήταν να δείξει ότι ο ίδιος που έπλασε την κτίση, ήρθε τώρα να την ανακαινίσει, διότι η σήψη, η φθορά και η διαφθορά είχε τόσο προχωρήσει ώστε δεν πήγαινε άλλο. Έπρεπε να ανακαινιστεί, να μπουν άλλες βάσεις. Αυτό έγινε με την γέννηση του Χριστού, ο οποίος είναι ο βλαστός που βλάστησε χωρίς σπόρο από μια γαστέρα, την οποία διατήρησε αδιάφθορη, ακριβώς δηλαδή όπως ήταν. Αυτό το θαύμα ας βλέπουμε και ας υμνούμε αυτήν «την ευλογημένη για τον καρπό της κοιλίας της». Κι αν είναι θαύμα η γέννηση του Χριστού εξίσου μεγάλο θαύμα είναι η ανακαινισμένη φύση που υποσχέθηκε και πραγματοποίησε ο Χριστός.

Χαῖρε, τὸ ἄνθος της ἀφθαρσίας,
χαῖρε, τὸ στέφος της ἐγκρατείας.
Ερμηνεία
Η Παναγία δεν κατέκτησε απλώς την αφθαρσία αλλά το άνθος της αφθαρσίας, δηλαδή την αφθαρσία σε μεγάλο βαθμό, κι αυτό οφείλεται στην επίγεια εγκράτειά της, για την οποία στεφανώθηκε με το να καταξιωθεί να γεννήσει τον αιώνιο Θεό.


Χαῖρε, ἀναστάσεως τύπον ἐκλάμπουσα,
χαῖρε, των Ἀγγέλων τὸν βίον ἐμφαίνουσα.
Ερμηνεία
Η Παναγία είναι αυτή που έφερε την Λαμπρή, είναι η προτύπωση της ανάστασης του Χριστού και των ανθρώπων. Κι αυτό, γιατί έζησε μια αγγελική ζωή, αν και ζούσε στη γη. Βλέποντας τον άμεμπτό της βίο αντιλαμβανόμαστε πώς είναι η ζωή των αγγέλων.

Χαῖρε, δένδρον ἀγλαόκαρπον, ἐξ οὗ τρέφονται πιστοί,
χαῖρε, ξύλον εὐσκιόφυλλον, ὑφ’ οὐ σκέπονται πολλοί.
Ερμηνεία
Η Παναγία είναι από τη μια το δένδρο με τον αγλαό καρπό, τον ευλογημένο καρπό, και αυτός «ο ευλογημένος καρπός της κοιλίας της», ο Κύριος ημών Ιησού Χριστός, γίνεται ο άρτος της ζωής, από τον οποίο τρέφονται πάρα πολλοί και υλικά και πνευματικά. Από την άλλη είναι το πλατύφυλλο και σκιερό δένδρο, το οποίο σκεπάζει, δροσίζει και ξεκουράζει όλους τους ανθρώπους. Αποτελεί και τροφή και αναψυχή για τους ανθρώπους.

Χαῖρε, κυοφοροῦσα ὁδηγὸν πλανωμένοις,
χαῖρε, ἀπογεννῶσα λυτρωτὴν αἰχμαλώτοις.
Ερμηνεία
Η Παναγία κυοφόρησε και γέννησε αυτόν που οδηγεί τους πλανώμενους στην οδό της σωτηρίας, αυτόν που λυτρώνει τους αιχμαλώτους της αμαρτίας. Βαδίζοντας κανείς την οδό της σωτηρίας, την οδό που μας υπέδειξε ο Κύριος (εγώ ειμί η οδός), οδηγείται στη σωτηρία και ελευθερώνεται από τη δουλεία της αμαρτίας. Σε αυτό ακριβώς συνέβαλε η Παναγία με την άμεμπτη ζωή της και τη γέννηση του Σωτήρα Χριστού.

Χαῖρε, Κριτοῦ δικαίου δυσώπησις,
χαῖρε, πολλῶν πταιόντων συγχώρησις.
Ερμηνεία
Όταν βρεθούμε μπροστά στη βήμα του δίκαιου κριτή, θα χρειαστούμε έναν συνήγορο, για να μας υπερασπιστεί. Καλύτερη όμως υπερασπίστρια από την Παναγία δεν μπορούμε να βρούμε. Κι αυτό θα γίνει, εφόσον ζητήσουμε συγχώρηση για τα πολλά μας πταίσματα. Τότε η Παναγιά μας θα έχει την παρρησία μπροστά στον Υιό της να μας υπερασπιστεί. Επομένως δεν πρέπει να κάνουμε πταίσματα, κι όταν κάνουμε να ζητάμε από την Παναγία συγχώρηση, για να μπορεί και αυτή να μιλήσει για εμάς την φοβερή εκείνη ημέρα της κρίσεως στον Υιό της και Θεό της.

Χαῖρε, στολή των γυμνῶν παρρησίας,
χαῖρε, στοργὴ πάντα πόθον νικῶσα.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.
Ερμηνεία
Από τότε που γυμνωθήκαμε στον Παράδεισο, δεν έχουμε παρρησία να παρουσιαστούμε μπροστά στον Θεό, όπως ο Αδάμ που τον φώναζε ο Θεός: «Αδάμ πού είσαι», κι αυτός δεν εμφανίζονταν, γιατί η παρακοή τον απογύμνωσε από τη Χάρη του Θεού. Τώρα όμως με την Παναγία που έγινε η στολή παρρησίας των γυμνών, δηλαδή ημών των ανθρώπων, μπορούμε να ελπίζουμε ότι θα δούμε «Θεού πρόσωπο». Γι αυτό σε χαιρετίζουμε εσένα που είσαι η μόνη νύφη, που γέννησε παιδί, χωρίς να γνωρίσει άνδρα.

Από την άλλη δεν υπάρχει ανθρώπινος πόθος, στον οποίο να μην ανταποκρίνεται η Παναγία και να μην βγαίνει νικήτρια. Όλους μας λοιπόν τους πόθους, όλες μας τις επιθυμίες, όλους μας τους καϋμούς ας τους εναποθέσουμε στα πόδια της Παναγίας και αυτή ξέρει πώς να μας ικανοποιήσει.

Ο υψηλός Θεός εφάνη ταπεινός άνθρωπος

Ξένον τόκον ἰδόντες, ξενωθῶμεν του κόσμου,
τὸν νοῦν εἰς οὐρανὸν μεταθέντες, διὰ τοῦτο γὰρ
ὁ ὑψηλὸς Θεὸς ἐπὶ γῆς ἐφάνη ταπεινὸς ἄνθρωπος,
βουλόμενος ἑλκύσαι πρὸς τὸ ὕψος
τους Αὐτῷ βοῶντας· Ἀλληλούϊα.
Ερμηνεία
Είμαστε ξένοι και πάροικοι σ’ αυτήν την ζωή, γιατί η πολιτεία ημών, η κατοικία μας, δηλαδή ο Παράδεισος, βρίσκεται στον ουρανό. Ας αποξενωθούμε λοιπόν από ετούτον εδώ τον κόσμο βλέποντας τον «ξένον τόκον». Ο Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας ζητούσε από τον Πιλάτο το σώμα του Χριστού λέγοντας: «δός μοι τούτον τον ξένον, ίνα κρύψω εν τάφω, ως ξένος ουκ έχει πού την κεφαλήν κλίνη», όπως ακούμε στο τροπάριο της Μ. Παρασκευής. Ας βλέπουμε, λοιπόν, όλα κάτω από το φως της αιωνιότητας και ας στρέψουμε τον νου μας εκεί στον ουρανό. Αυτός είναι ο λόγος που ο Θεός έγινε άνθρωπος, γιατί ήθελε να ανορθώσει το ανθρώπινο γένος και να το ξαναφέρει και πάλι στην πρώτη κατοικία, τον Παράδεισο. Ο Θεός όμως «ο υψηλά κατοικών και τα ταπεινά εφορών» άφησε τα μεγαλεία του και ντύθηκε την απλότητα και την ταπείνωση θέλοντας να διδάξει στους ανθρώπους ότι έτσι και αυτοί θα αξιωθούνε να πάνε ψηλά εκεί στον Παράδεισο.

Η συγκατάβαση του Θεού

Ὅλος ἦν ἐν τοῖς κάτω, καί των ἄνω οὐδόλως ἀπὴν ὁ ἀπερίγραπτος Λόγος
συγκατάβασις γὰρ θεϊκή,οὐ μετάβασις δὲ τοπικὴ γέγονε·
καὶ τόκος ἐκ Παρθένου θεολήπτου ἀκουούσης ταῦτα·
Ερμηνεία
Ο Λόγος του Θεού, ο Χριστός, με την ενανθρώπισή του δεν έπαψε να είναι Θεός, αλλά ήταν Θεάνθρωπος. Αυτό σημαίνει ότι όσο καιρό ήταν εδώ κάτω στη γη, παράλληλα ήταν και στον ουρανό. Το γεγονός όμως αυτό δεν περιγράφεται με λόγια, γι’ αυτό και ο Λόγος του θεού χαρακτηρίζεται ως απερίγραπτος. Ο επόμενος στίχος το διευκρινίζει απόλυτα λέγοντας ότι η ενανθρώπιση του Χριστού δεν ήταν μετάβαση τοπική αλλά συγκατάβαση Θεϊκή. «Συγκαταβαίνων ὁ Σωτήρ, τῷ γένει τῶν ἀνθρώπων, κατεδέξατο σπαργάνων περιβολήν» ακούμε σε ένα τροπάριο στον εσπερινό της Περιτομής του Κυρίου. Το νόημα αυτής της συγκατάβασης είναι ότι καταδέχτηκε «σπαργάνων περιβολήν» και από άκρα κατανόηση για τη δυστυχία του ανθρώπου μακριά από το Θεό, θέλησε να υπηρετήσει το προαιώνιο σχέδιο του Θεού Πατρός για τη σωτηρία του ανθρώπου. Ο τόκος αυτός έγινε από την Παρθένο Μαρία, η οποία ήταν «θεόληπτος», δηλαδή πήρε μέσα της τον Θεό, γι’ αυτό και της αξίζει να ακούσει τους παρακάτω σχετικούς χαιρετισμούς.

Χαῖρε, Θεοῦ ἀχωρήτου χώρα·
χαῖρε, σεπτοῦ μυστηρίου θύρα.
Ερμηνεία
Πώς η Παναγία έγινε ο χώρος που χώρεσε τον αχώρητο Θεό, είναι όντως ένα μεγάλο μυστήριο και μόνο μέσω της Παναγιάς, που είναι η θύρα του σεπτού μυστηρίου, πρέπει κανείς να περάσει όχι για να καταλάβει το μυστήριο αλλά για να το ζήσει.

Χαῖρε, των ἀπίστων ἀμφίβολον ἄκουσμα·
χαῖρε, των πιστῶν ἀναμφίβολον καύχημα.
Ερμηνεία
Όλα αυτά φαίνονται απίστευτα, γι’ αυτό και οι άπιστοι αμφιβάλλουν με αυτά που ακούνε, ενώ οι πιστοί όχι μόνον δεν έχουν καμιά αμφιβολία αλλά επί πλέον καυχιούνται.

Χαῖρε, ὄχημα πανάγιον του ἐπί των Χερουβείμ·
χαῖρε, οἴκημα πανάριστον του ἐπί των Σεραφείμ.
Ερμηνεία
Ο β΄ στίχος έχει συνηχήσεις σε όλες τις λέξεις του με τον α΄ στίχο: «ὄχημα – οἴκημα, πανάγιον – πανάριστον, του ἐπί των Χερουβείμ – του ἐπί των Σεραφείμ». Η Παναγία μας είναι και όχημα και οίκημα, όχημα «από γης προς ουρανόν» και μάλιστα πανάγιο, γιατί μεταφέρει αυτόν που κάθεται πάνω στα Χερουβείμ, αλλά και οίκημα πανάριστο γι αυτόν που κάθεται πάνω στα Σεραφείμ. Ο ουράνιος Θεός που δορυφορείται από τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ μπαίνει σε ένα όχημα, την Παναγία, που το αγιάζει, και κατοικεί σε ένα οίκημα, πάλι την Παναγία, που δεν υπάρχει καλύτερο. Ουρανός και γη ενώνονται στο πρόσωπο της Παναγίας.

Χαῖρε, ἡ ταναντία εἰς ταυτὸ ἀγαγοῦσα·
χαῖρε, ἡ παρθενίαν καὶ λοχείαν ζευγνύσα.
Ερμηνεία
Η Παναγία ενώνει δυο αντίθετα πράγματα, την παρθενία και την λοχεία. Σύνθεση αντιθέσεων, αρμονική ισορροπία πέρα και πάνω από κάθε λογική. Αυτά αποτελούν αντιφατικά πράγματα για τους ανθρώπους, αλλά και για την Παρθένο Μαρία, για τον Θεό όμως είναι «πάντα δυνατά», γι’ αυτό και της έδωσε τη σχετική διαβεβαίωση.

Χαῖρε, δι’ ἧς ἐλύθη παράβασις·
χαῖρε, δι’ ἧς ἠνοίχθη Παράδεισος.
Ερμηνεία
Ο αποκλεισμός του Αδάμ από τον Παράδεισο οφειλόταν στην παράβαση της παρακοής, με πρωταρχική υπαίτιο την Εύα. Μια γυναίκα, η Εύα, απέκλεισε τον άνθρωπο από τον Παράδεισο, μια γυναίκα, η Παναγία, τον άνοιξε και πάλι. Η λύση όμως της παράβασης που έφερε η Παναγία δεν είναι μόνο η επαναφορά μας στον Παράδεισο, αλλά αυτή που δημιούργησε όλες τις προϋποθέσεις για να λυθεί «άπαξ δια παντός» το πρόβλημα της επανασύνδεσης του ανθρώπου με τον Θεό.

Χαῖρε, ἡ κλείς της Χριστοῦ βασιλείας·
χαῖρε, ἐλπὶς ἀγαθῶν αἰωνίων.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.
Ερμηνεία
Το κλειδί της βασιλείας του Χριστού, του Παραδείσου, δεν το κρατάει μόνο ο άγιος Πέτρος, αλλά πολύ περισσότερο η Παναγία. Αυτή που έφερε στον κόσμο το Ξύλο της Ζωής, το οποίο μας οδηγεί στη βασιλεία του Θεού, σε αντίθεση με το ξύλο του θανάτου από το οποίο έφαγε η Εύα και ο Αδάμ και βρήκαν τον θάνατο.

Αυτή είναι η ελπίδα μας για να απολαύσουμε τα αιώνια αγαθά. «Η των απηλπισμένων μόνη ελπίς και των πολεμουμένων βοήθεια, η ετοίμη αντίληψις τως ει σε προστρεχόντων»
Αλήθεια, πόσων δωρεών έγινε πρόξενος η Παναγία. Γι’ αυτό στηριζόμαστε και ελπίζουμε σε αυτήν, που μπορεί να μεσιτεύσει στον Υιό της και Θεό μας και να εισακουστεί από αυτόν.

Η κατάπληξη των Αγγέλων
Πᾶσα φύσις Ἀγγέλων κατεπλάγη τὸ μέγα της σῆς ἐνανθρωπήσεως ἔργον, τὸν ἀπρόσιτον γὰρ ὡς Θεόν, ἐθεώρει πᾶσι προσιτὸν ἄνθρωπον
ἡμῖν μὲν συνδιάγοντα, ἀκούοντα δὲ παρὰ πάντων οὕτως· Ἀλληλούϊα.
Ερμηνεία
Το προαιώνιο σχέδιο του Θεού για τη σωτηρία του ανθρώπου το γνώριζαν οι άγγελοι, αλλά δεν γνώριζαν το πώς, γι’ αυτό έμειναν κατάπληκτοι με το έργο της ενανθρωπίσεως του Χριστού. Αυτός που ήταν απρόσιτος στους αγγέλους και έπρεπε να καλύπτουν με τα φτερά τους το πρόσωπό τους, γιατί δεν μπορούσαν να αντέξουν την λαμπρότητα της Θεότητας, αυτός γίνεται απόλυτα προσιτός σε όλους τους ανθρώπους. Σε αυτόν λοιπόν που συναναστράφηκε μαζί μας αξίζει τώρα να ακούει από όλους και όλα τον θείο έπαινο: «Δόξα σοι ο Θεός» (αλληλούϊα).

Άφωνοι οι πολύφθογγοι ρήτορες
Ῥήτορας πολυφθόγγους ὡς ἰχθύας ἀφώνους ὁρῶμεν ἐπὶ σοί, Θεοτόκε· ἀποροῦσι γὰρ λέγειν τὸ πὼς καὶ Παρθένος μένεις καὶ τεκεῖν ἴσχυσας;
ἡμεῖς δὲ τὸ Μυστήριον θαυμάζοντες, πιστῶς βοῶμεν·
Ερμηνεία
Οι ρήτορες μπορούν να λένε πολλά αλλά στην προκειμένη περίπτωση μένουν άφωνοι, γιατί δεν μπορούν εξηγήσουν πώς μια κοπέλα μπορεί να γεννήσει και ταυτόχρονα να μείνει Παρθένος. Αυτό το φαινόμενο δεν εξηγείται αλλιώς, διότι είναι ένα μυστήριο, που εμείς δεν μπορούμε να το αναλύσουμε παρά μόνο να το θαυμάσουμε. Συνεπώς είναι δικαιολογημένοι οι σχετικοί χαιρετισμοί που απευθύνει ο υμνογράφος στην Παναγία:

Χαῖρε, σοφίας Θεοῦ δοχεῖον,
χαῖρε, προνοίας αὐτοῦ ταμεῖον.
Ερμηνεία
Η Παναγία δεν έλεγε πολλά, έτσι τουλάχιστον την παρουσιάζουν οι Ευαγγελιστές, όμως μέσα στη σιωπή της έκρυβε σοφία, την σοφία του Θεού. Όσα της είπε ο Συμεών κατά την περιτομή, τα έβαλε βαθιά στην καρδιά της αναγνωρίζοντας ότι είναι όργανο ενός Θείου μυστηρίου, καθώς και όταν δωδεκαετής ο Χριστός δίδαξε στη Συναγωγή και τον είχαν χάσει ο Ιωσήφ και Παναγία και ο Κύριος είπε ότι πρέπει να είναι στο σπίτι τους Πατρός, δηλαδή στην εκκλησία: «καὶ ἡ μήτηρ αὐτοῦ διετήρει πάντα τὰ ῥήματα ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῆς(Λουκ 2.51)
Εκτός όμως από δοχείο της σοφίας του Θεού ήταν και «προνοίας αὐτοῦ ταμεῖον». Τι εννοεί με αυτό ο υμνογράφος: Είναι το ταμείο της προνοίας του Θεού, γιατί στο πρόσωπο της Παναγίας είναι συσσωρευμένη όλη η πρόνοια του Θεού για τη σωτηρία του ανθρώπου.

Χαῖρε, φιλοσόφους ἀσόφους δεικνύουσα·
χαῖρε, τεχνολόγους ἀλόγους ἐλέγχουσα.
Ερμηνεία
Παντού διαπιστώσαμε αντιθέσεις και συνηχήσεις αλλά εδώ είναι αρκετά ευρηματικές που δεν εξαντλούνται μόνο σε λεξιλογικές καινοτομίες αλλά και σε νοηματικές – θεολογικές. Προσέξτε: «φιλοσόφους – ἀσόφους, τεχνολόγους – ἀλόγους». Οι εκφράσεις αυτές μας παραπέμπουν σε αγιογραφικές αναφορές. Ο απ. Παύλος γράφει σχετικά: « ποῦ σοφός; οὐχὶ ἐμώρανεν ὁ θεὸς τὴν σοφίαν τοῦ κόσμου; ἀλλὰ τὰ μωρὰ τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ὁ θεὸς ἵνα καταισχύνῃ τοὺς σοφούς, καὶ τὰ ἀσθενῆ τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ὁ θεὸς ἵνα καταισχύνῃ τὰ ἰσχυρά, (Α΄ Κορ. 1, 21- 27) Η Παναγία έχει αυτή τη σοφία του Θεού, κι ας είναι μια απλή γυναίκα, και γι’ αυτό αποδεικνύει τους φιλοσόφους εντελώς ως ασόφους μπροστά σε αυτήν την σοφία. Και αλλού ο απόστολος Παύλος γράφει ότι εμείς δεν σας κηρύξαμε το λόγο του Θεού με φιλοσοφικές και λογικές αποδείξεις αλλά τις αποκαλύψεις που είχαμε από τον Θεό. Η Παναγία μας δεν χρειάστηκε να επιστρατεύσει ρητορικά και λογικά επιχειρήματα για να πειστεί, αλλά είχε μέσα της τον Θεό και τον ζούσε μέσα στην καρδιά της, δηλώνοντας την βιωματική προσέγγιση του Θεού και όχι την λογικοκρατούμενη.

Χαῖρε, ὅτι ἐμωράνθησαν οἱ δεινοῖ συζητηταὶ·
χαῖρε, ὅτι ἐμαράνθησαν οἱ των μύθων ποιηταί.
Ερμηνεία
Τονίζουμε και πάλι τη συνήχηση «ἐμωράνθησαν – ἐμαράνθησαν» και επισημαίνουμε ότι και τα δύο ρήματα μιλούν για το ίδιο πράγμα με τον μωρασμό των δεινών συζητητών και τον μαρασμό των μεγάλων ποιητών. Μπροστά στο μυστήριο της Θεοτόκου οποιαδήποτε συζήτηση και η πιο εκλεπτυσμένη είναι περιττή και η οποιαδήποτε μυθολόγηση αδυνατεί και ωχριά.

Χαῖρε, των Ἀθηναίων τὰς πλοκὰς διασπῶσα·
χαῖρε, των ἀλιέων τὰς σαγῆνας πληροῦσα.
Ερμηνεία
Έρχεται τώρα να μιλήσει για πιο συγκεκριμένα πράγματα. Η Παναγία μας αποδεικνύει ότι οι Αθηναίοι με τους πολύπλοκους φιλοσοφικούς στοχασμούς έφερναν σύγχυση στα μυαλά των ανθρώπων σε αντίθεση με τη διδασκαλία του Υιού της που έκανε τους απλούς ψαράδες με το να σαγηνεύουν τους ανθρώπους να γεμίζουν τα δίχτυα τους όχι με ψάρια αλλά με ψυχές ανθρώπων και να τους χαρίζει την ειρήνη και την γαλήνη, προσωποποίηση των οποίων ήταν η ίδια.

Χαῖρε, βυθοῦ ἀγνοίας ἐξέλκουσα·
χαῖρε, πολλοὺς ἐν γνώσει φωτίζουσα.
Ερμηνεία
Οι άνθρωποι πριν να φέρει στον κόσμο η Παναγία τον Χριστό, βρίσκονταν σε μια βαθιά άγνοια, σε ένα βαθύ σκοτάδι. Αυτούς τους βγάζει από το βυθό της άγνοιας και φωτίζει ακόμη και αυτούς που κατέχουν την γνώση. Με τη γνώση προσπάθησαν οι αρχαίοι σοφοί να προσεγγίσουν τον Χριστό, οι οποίοι γνώριζαν πολλά αλλά δεν γνώριζαν ένα μόνο, τον Χριστό που είναι η αλήθεια και η ζωή. Το «εν οίδα ότι ουδέν οίδα» του Σωκράτη, θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτό το ένα που δεν γνώριζε ούτε ο Σωκράτης ούτε κανένας άλλος σοφός της αρχαιότητας, ήρθε ο Χριστός να το διδάξει και αποδείξει ότι με την γνώση δεν μπορεί κανείς να φτάσει τον Θεό αλλά με την πίστη στον ένα και μοναδικό Θεό, που είναι η αλήθεια.

Χαῖρε, ὁλκάς των θελόντων σωθῆναι·
χαῖρε, λιμήν του βίου πλωτήρων.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.
Ερμηνεία
Η ολκάς ήταν ένα μεγάλο φορτηγό πλοίο που έπαιρνε πολλά προϊόντα, σαν τα σημερινά τάνκερ. Η ολκάς όμως της Παναγίας δεν μεταφέρει προϊόντα αλλά ανθρώπους, οι οποίοι θέλουν να σωθούν και καταφεύγουν σε αυτήν. Αλλά και οι πλωτήρες ήταν μεγάλα πλοία και έπρεπε για να αράξουν να βρουν ένα γαλήνιο λιμάνι για να «δέσουν». Τέτοιο λιμάνι για ανθρώπους χιλιοχτυπημένους από τα κύματα της ζωής είναι η Παναγία μας. Σε αυτό βρίσκουν γαλήνη, ειρήνη και ασφάλεια όλοι οι άνθρωποι. Γι’ αυτό χαιρετίζουμε για μια ακόμη φορά την Παναγία μας, το μεγάλο μυστήριο της ανθρωπότητας, την Κόρη, την Νύμφη που δεν παντρεύτηκε αλλά γέννησε παιδί χωρίς άνδρα.

Η βούληση του Θεού για τη σωτηρία μας
Σῶσαι θέλων τὸν κόσμον ὁ των ὅλων κοσμήτωρ,
πρὸς τοῦτον αὐτεπάγγελτος ἦλθε καὶ ποιμὴν ὑπάρχων ὡς Θεός,

δι’ ἡμᾶς ἐφάνη καθ’ ἡμᾶς ἄνθρωπος· ὁμοίω γὰρ τὸ ὅμοιον καλέσας,
ὡς Θεὸς ἀκούει· Ἀλληλούϊα.
Ερμηνεία
Ο Θεός, ο δημιουργός του κόσμου, αυτός που έβαλε όλα τα πράγματα σε τάξη, «ο κοσμήτωρ», θέλησε να σώσει τον κόσμο, που αυτός έπλασε, αλλά ο άνθρωπος με την απομάκρυνσή του από τον Θεό συμπαρέσυρε όλον τον κόσμο στην καταστροφή. Δεν του βάσταγε όμως η καρδιά να παιδεύεται το πλάσμα του και αποφάσισε να το σώσει. Κανένας δεν τον υποχρέωσε, μόνος του ήρθε από πολλή αγάπη για το πλάσμα του. Και χρειάστηκε να γίνει ποιμήν λογικών προβάτων και να διακινδυνεύψει ψάχνοντας το απολωλός πρόβατο, για να το σώσει. Χρειάστηκε λοιπόν να γίνει άνθρωπος, όπως εμείς, και να καλέσει ως άνθρωπος τους ομοίους του, για να πετύχει το σωτήριο έργο του.

Παρασκευή 21 Νοεμβρίου 2025

Αρχιμ. Ζαχαρίας Ιεράς Σταυροπηγιακής Μονής Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ - «τα Εισόδια της Θεοτόκου»


«Αύριο είναι Κυριακή» 24.11.18 Αρχιμ. Ζαχαρίας Ιεράς Σταυροπηγιακής Μονής Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ

Την εκπομπή επιμελείται και παρουσιάζει ο Πρωτοπρεσβύτερος Ιωσήφ Παλιούρας.

Η σημερινή μας εκπομπή «Αύριο είναι Κυριακή» αναφέρεται στα Εισόδια της Θεοτόκου, στην Μεγάλη Θεομητορική γιορτή και μιλάει για μας ο Αρχιμανδρίτης Ζαχαρίας Ζαχάρου, μέσα στο Καθολικό της Ιεράς Σταυροπηγιακής Μονής του Τιμίου Προδρόμου στο Έσσεξ.

Το θέμα του «τα Εισόδια της Θεοτόκου»

Δευτέρα 8 Σεπτεμβρίου 2025

Πώς το Γενέσιον της Θεοτόκου συνιστά την απαρχή της σωτηρίας μας (Μέγας Φώτιος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως)


Τι έκανε λοιπόν ο πλάστης και κηδεμόνας μας; Άφησε άραγε μέχρι το τέλος το πλάσμα του να ταλαιπωρείται, να μένει δούλος των παθών; Όχι βέβαια. Πώς δηλαδή θα ανεχόταν, αυτό που έπλασε από υπερβολική αγάπη, να το βλέπει μ’ ευχαρίστησή του να μένει αιχμάλωτο και να ζει στην πλάνη; Γι’ αυτό, αφού συνεδρίασε με τον εαυτό της, αν επιτρέπεται να το πω έτσι, η ενό­τητα της αγίας Τριάδας (είναι όμως θεμιτό να το πούμε για την ανάπλαση, επειδή και το, «ας δημιουργήσουμε άνθρωπο σύμφω­να με την εικόνα μας και όμοιο με μας» έχει λεχθεί για την αρχική πλάση) με την ενιαία θέλησή της διευθέτησε την ανάπλα­ση του πλάσματός του που είχε συντριβή.

Κι αυτή (γιατί είχαν εξαγριωθεί και ρημαχτεί φοβερά οι άνθρωποι και δεν επέστρεφαν ούτε με απειλές ούτε με ποινές ούτε με νόμους ούτε με προφήτες), ζητούσε άνθρωπο που είχε την ίδια μ’ εμάς φύση, στον οποίο θα ήταν δυνατό να δει απαράβατη την τήρηση της νομοθεσίας, ώστε και για να μπορούν οι άνθρωποι, με όσα έβλε­παν τους συνανθρώπους τους να πράττουν, να τους μιμούνται, και αυτό με το οποίο έλαβε τη δύναμή του εναντίον μας αυτός ο μηχανορράφος, με το ίδιο να καθαιρεθεί από την κυριότητα με νόμιμη νίκη και αγώνισμα.

Έπρεπε λοιπόν κάποιο από τα πρόσωπα της Τριάδας να έρθει στους ανθρώπους, ώστε, όποιας φύσης ήταν το δημιούργημα, αυτής να φανεί ότι είναι και το αναδημιούργημα· και έπρεπε οπωσδήποτε εκείνο να γίνει κάτω Υιός και να μην ατιμάσει το άνω αξίωμά του, που από τους αιώνες το είχε και δοξαζόταν μ’ αυτό. Αλλά να βρεθεί ανάμεσα στους υιούς των ανθρώπων δεν ήταν δυνατό χωρίς τη σάρκωση. Γιατί η σάρκωση είναι η οδός για τη γέννηση, και γέννηση είναι η κατάληξη της κυοφορίας. Κι αυτή, περιγράφοντας μητέρα, ζητούσε εύλογα να γίνει από πριν η ετοιμασία της. Έπρεπε άρα να ετοιμαστεί κάτω μητέρα του πλάστη για την ανάπλαση εκείνου που είχε συντριβεί, κι αυτή να είναι παρθένος, ώστε, όπως από παρθένα γη πλάσθηκε ο πρώτος άνθρωπος, έτσι κι από παρθενική μήτρα να πραγμα­τοποιηθεί η ανάπλαση, και καμιά παρέμβαση ηδονής ούτε νόμιμη, ούτε και να επινοηθεί στη γέννηση του δημιουργού· γιατί ήταν αιχμάλωτος της ηδονής αυτός που ο Δεσπότης θέλη­σε να ελευθερώσει και καταδέχθηκε να γεννηθεί.

Αλλά ποια ήταν άξια να γίνει διάκονος του μυστη­ρίου; Ποια ήταν άξια να γίνει μητέρα του Θεού και να δανείσει σάρκα σ’ εκείνον που πλουτίζει τα σύμπαντα; Ποια λοιπόν ήταν άξια; Ή είναι φανερό ότι είναι αυτή που σήμερα βλάστησε με τρόπο παράδοξο από την άκαρπη ρίζα, τον Ιωακείμ και την Άννα, της οποίας εμείς εορτάζουμε λαμπρά τη γέννησή της και της οποίας η γέννηση κάνει την αρχή του θαύματος του μεγί­στου μυστηρίου, εννοώ της ένσαρκης γέννησης του Σωτήρα και για την οποία συγκροτήθηκε αυτή η θεία και πάνδημη σύναξη; Γιατί έπρεπε, έπρεπε αυτή που από τα σπάργανα διατήρησε αγνό το σώμα της, αγνή τη ψυχή και αγνούς τους λογισμούς με ανώτερο λόγο, να προοριστεί αυτή μητέρα του πλάστη.

Έπρεπε αυτή που από βρέφος προσφέρθηκε στο ναό και εισήλθε στους άβατους χώρους, να φανεί έμψυχος ναός εκείνου που της έδωσε τη ψυχή. Έπρεπε αυτή που γεννήθηκε από άγονη μήτρα με λόγο παράδοξο και εξάλειψε το όνειδος των γονέων της, να ανα­καλέσει και το σφάλμα των προπατόρων. Γιατί είχε τον προορι­σμό η απόγονος να αποκαταστήσει την ήττα την προγονική γεν­νώντας με γέννα χωρίς άνδρα τον Σωτήρα του γένους και δίνο­ντας σώμα σ’ αυτόν. Έπρεπε αυτή που με το κάλλος της ψυχής της έδωσε ωραία στον εαυτό της μορφή, να εμφανισθεί ξεχωρι­στή νύμφη που να ταιριάζει στον ουράνιο νυμφίο. Έπρεπε αυτή, που με τις σαν άστρα εκδηλώσεις των αρετών της, κατέστησε τον εαυτό της ουρανό, ανατέλλοντας τον ήλιο της δικαιοσύνης να γίνει γνωστός σε όλους τους πιστούς. Έπρεπε αυτή που μία φορά έβαψε τον εαυτό της με το πορφυρό χρώμα των παρθενικών αιμάτων της, να γίνει αλουργίδα (βασιλικό ένδυμα) του Βασιλιά των πάντων.

Πω πω θαύμα! αυτόν που η φύση όλη δεν χωρεί, τον κυοφο­ρεί άνετα η παρθενική μήτρα. Αυτόν που δεν τολμούν να ατενί­σουν τα Χερουβίμ, η Παρθένος τον κρατεί στην αγκαλιά της με τα πήλινα χέρια της. Το όρος το άγιο προέρχεται από την έρημη και άγονη μήτρα, από το οποίο, αφού αποκόπηκε χωρίς σύμπραξη χεριών λίθος πολύτιμος ακρογωνιαίος ο Χριστός ο Θεός μας, συνέτριψε τους ναούς των δαιμόνων και τα βασίλεια του Άδη μαζί με την ίδια την τυραννική εξουσία. Ο έμψυχος και ουράνιος κλίβανος κατασκευάζεται στη γη, μέσα στον οποίο ο πλάστης, αφού έψησε της δικής μου ζύμης την απαρχή και κατέκαψε μαζί και τα ζιζάνια που φύτρωσαν, καθαρή όλη τη ζύμη την κάνει άρτο για τον εαυτό του. Αλλά τι θα μπορούσε να πει κανείς και τι δεν θα πάθει διαπλέοντας το πέλαγος των χαρι­σμάτων και κατορθωμάτων της Παρθένου; Δειλιάζει και χαίρε­ται και ηρεμεί κι αναπήδα από χαρά. Και πάλι σωπαίνει και βρί­σκει τη μιλιά του, συστέλλεται και πλατύνεται, συρόμενος ταυτό­χρονα από τη μια από το φόβο, και από την άλλη από τον πόθο.

Εγώ όμως παραδίδοντας τον εαυτό μου στον πόθο μάλλον παρά στο φόβο, με ευχαρίστηση, γνωρίζετε καλά, ήρθα και πολλά λέγοντάς σας, αν και είναι άχρηστα, με τον σαν ποτάμι λόγο μου, καθώς τα παρθενικά αίματα με κάνουν να λιμνάζω (να ακινητοποιούμαι) και να πλημμυρώ, και μάλιστα βλέποντας και εσάς να ανοίγετε πρόθυμα τις ακοές σας και όλο σας το νου να τον έχετε στρέψει στον ύμνο της Αειπάρθενου, και συνάμα να εξαγνίζεσθε, αν εγώ έχω μυηθεί κάπως στα παρθενικά μυστήρια. Αλλ’ όμως η περίσταση σε άλλα μας παρακινεί, σε άλλου είδους τιμή της Παρθένου· εννοώ να αρχίσουμε τη μυστική και αναίμακτη θυσία (γιατί τιμή της μητέρας είναι η ανάμνηση των εκού­σιων παθημάτων του Υιού), προς την οποία έλκομαι στη συνέχεια και την οποία είναι πολύ επίκαιρο να τελέσω ως ιερουργός.

Αλλά εσύ, Παρθένε και μητέρα του Λόγου, ο δικός μου εξιλασμός και η καταφυγή, που με παράδοξο τρόπο καλλιεργή­θηκες από τη στείρα και που καρποφόρησες για μας ακόμα πιο παράδοξα το στάχυ της ζωής, πρεσβεύοντας και μεσιτεύοντας προς τον Υιό σου και Θεό μας για μας που είμαστε υμνητές σου να καθαρισθούμε από κάθε ρύπο και κάθε μόλυσμα, ανάδειξέ μας άξιους για τον ουράνιο νυμφώνα προς αιώνια ανάπαυση και καταφωτιζόμενους από το τριπλό φως της υπερούσιας Τριάδας και εντρυφώντας μέσα στα υπερφυσικά και άρρητα θεάματα αυτής με τη χάρη του Ιησού Χριστού του Κυρίου μας, στον οποίο ανήκει η δόξα και η δύναμη στους αιώνες των αιώ­νων. Αμήν.

 

[Αγίου Φωτίου του Μεγάλου, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, Ομιλία Θ΄, Εις το Γενέσιον της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου, ΕΠΕ 12, σ. 248-273 (αποσπάσματα)]

 

(Πηγή ψηφ. κειμένου: pemptousia.gr)

https://alopsis.gr

Πατερικός: Πώς το Γενέσιον της Θεοτόκου συνιστά την απαρχή της σωτηρίας μας (Μέγας Φώτιος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως)

Σάββατο 23 Αυγούστου 2025

Ἡ Κυρία Θεοτόκος ρίζα τῆς ἐλευθερίας μας

 Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

+Καθηγούμενος Γέροντας Γεώργιος

Ἱ. Μ. Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγ. Ὄρους


Ὁ Ἀδάμ καί ἡ Εὔα ὑπέκυψαν στόν πειρασμό νά τοποθετήσουν ὡς περιεχόμενο τῆς ἐλευθερίας τους τόν ἑαυτό τους. Ἔτσι, χώρισαν τόν ἄνθρωπο ἀπό τόν Θεό. Χωρισμένοι ἀπό τόν Θεό, οἱ ἄνθρωποι ἔχασαν τήν μεταξύ τους ἑνότητα, ὅπως καί τήν ἐσωτερική τους ἑνότητα.

Πρώτη ἡ Εὔα ὑπέκυψε στόν πειρασμό. Ἡ Μαρία, κατά τόν ἅγιο Εἰρηναῖο, ἐπίσκοπο Λουγδούνου (Λυῶν), μάρτυρα καί ἀρχαῖο Πατέρα τῆς Ἐκκλησίας (+202; μ.Χ.), διορθώνει τό λάθος τῆς Εὔας. Ἡ πρώτη γυναῖκα μέ τήν ἀνυπακοή της φέρει στόν κόσμο τόν θάνατο. Ἡ Μαρία μέ τήν ὑπακοή της φέρει τήν ζωή.

Ἡ Εὔα μᾶς ἔκλεισε τόν δρόμο πρός τόν Θεό. Μᾶς ἀποπροσανατόλισε. Ἡ Μαρία μᾶς ἀνοίγει τόν δρόμο πρός τόν Θεό. Μᾶς προσανατολίζει πρός τόν Θεό. Χάρισε τή θέληση καί τήν ἀγάπη της ὁλοκληρωτικά στόν Θεό.

Αὐτή τήν ὁλοκληρωτική προσφορά της στόν Θεό ἐκφράζει ἡ Παρθενία της, πού γι’ αὐτό δέν εἶναι κάτι, πού φανερώνει ἔλλειψη ἤ κάτι ἄγονο, ἀλλά εἶναι πλήρωμα, παρθενία γονιμότερη ἀπό κάθε σαρκική συνάφεια. Παρθενία πού φέρει τή Ζωή. Γι’ αὐτό καί δικαίως μακαρίζεται ὡς Νύμφη ἀνύμφευτος.

Ἡ Θεοτόκος εἶχε ἐμπιστοσύνη στόν Θεό καί δέν φοβήθηκε νά τοῦ προσφέρει τήν ἐλευθερία της.

Ἡ Εὔα φοβήθηκε καί φοβᾶται ὁ ἄνθρωπος, ὅτι, ὅταν χαρίσει τήν ἐλευθερία του στόν Θεό, θά χάσει τή δική του ἐλευθερία. Δέν θά ὁλοκληρωθεῖ ὡς ἄνθρωπος. Θά γίνει στεῖρος. Προσπαθεῖ, ἔχοντας ὡς κέντρο τόν ἑαυτό του καί τή δική του κτιστῆ θέληση, νά βιώσει τό μυστήριο τῆς ἐλευθερίας. Νομίζει, ὅτι ἡ ὑπακοή του στόν Θεό εἶναι ὑποδούλωση σέ κάποιον ἐξωτερικό νόμο, πού θά τοῦ ἐπιβληθεῖ (ἑτερονομία). Γιά νά ἀποφύγει αὐτή τήν ἑτερονομία, διαλέγει τήν αὐτονομία, πού κατ’ οὐσίαν εἶναι ὁ θάνατος τῆς ἐλευθερίας του καί ὁ θάνατος ὅλων τῶν προσπαθειῶν του γιά δημιουργία, πολιτισμό, δικαιοσύνη.

Ἡ τραγωδία τοῦ ἀνθρώπου βρίσκεται στό ὅτι, αὐτό πού φοβᾶται ὅτι θά πάθει ἄν προσφέρει τήν ἐλευθερία του στόν Θεό, τό παθαίνει μή προσφέροντάς την. Μή προσφέροντας τήν ἐλευθερία του – ἀγάπη του πρός τόν Θεό, ὁ ἄνθρωπος δέν βγαίνει ἀπό τό ἀρρωστημένο ἐγωκεντρικό του κύκλωμα, δέν ὑψώνεται ἐπάνω ἀπό τήν ἐφθαρμένη του φύση καί ἀναγκαιότητα, δέν νικᾷ τόν θάνατο, δέν ἐκπληρώνει τόν θεόσδοτο δυναμισμό τῆς ὑπάρξεώς του, τήν ἐρωτική δίψα τῆς ψυχῆς του, πού μόνο στό Θεό μπορεῖ νά ξεδιψάσει.

Προσπαθεῖ νά ξεδιψάσει μέ ὑποκατάστατα τοῦ Θεοῦ. Πάντα, ὅμως, μένει ἀνεκπλήρωτος. Ἔτσι αὐτοπεριορίζεται, αὐτοφυλακίζεται στό κτιστό καί περιορισμένο, αὐτοευνουχίζεται πνευματικά. Δέν ἀφήνει τή φύση του νά γίνει θεοτόκος.

Ὅταν ἡ ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου δέν πηγάζει ἀπό τήν ἄκτιστη ἐλευθερία τοῦ Θεοῦ καί δέν συμμετέχει σ’ αὐτήν, εἶναι φυσικό στό τέλος νά ἐκπίπτει σέ αὐτολατρία, εἰδωλολατρία, φιλοσαρκία, ἐγωκεντρισμό, φιλαυτία.

Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος, πού ἀπορρίπτει τό Χριστό καί τήν Παναγία, ζητᾶ τήν ἐλευθερία του στήν ἐγωιστική ἱκανοποίηση τοῦ ἐαυτού του, ὅπως ἡ Εὔα. Ὄχι στήν ἀγάπη πρός τόν Θεό καί τούς ἀνθρώπους. Νομίζει τόν ἑαυτό του ἐλεύθερο, ὅταν κάνει αὐτό πού θέλει, τό ἐγωιστικό του θέλημα καί ὄχι αὐτό πού θέλει ὁ Δημιουργός του καί ἡ ἀγάπη ἐπιβάλλει. Τόν πλανᾶ ὁ διάβολος νά νομίζει, ὅτι αὐτό πού ἐγωιστικά θέλει εἶναι καλύτερο ἀπό αὐτό, πού ὁ Δημιουργός του θέλει γι’ αὐτόν. Τό ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς ἐγωιστικῆς ἐκλογῆς εἶναι ἡ ἀποτυχία τοῦ σκοποῦ τῆς ζωῆς μας, πού εἶναι ἡ θέωση καί ἡ ὑποδούλωσή μας στά χειρότερα πάθη καί τελικά στόν διάβολο.

Ὁ ἄνθρωπος ζητᾶ νά ὑψωθεῖ χωρίς τόν Θεό. Τελικά, ὅμως, συντρίβεται. Ἡ κοινωνία ἀρρωσταίνει βαθιά. Γεμίζει ὁ κόσμος ἀπό ἀνθρώπους πνευματικά ἀποτυχημένους, ἀνεκπλήρωτους, ἀκοινώνητους μέσα στή μοναξιά τους.

Ὡς ἄνθρωποι καί ὡς Χριστιανοί βρισκόμαστε σ’ ἕνα σταυροδρόμι. Ἔχουμε νά διαλέξουμε μεταξύ δύο δρόμων, τρόπων ζωῆς. Τοῦ δρόμου τῆς Εὔας, πού ἔφερε στόν κόσμο τήν ψευδοελευθερία τοῦ ἐγωισμοῦ, καί τοῦ δρόμου τῆς Μαρίας, πού μᾶς ἔφερε τήν ἐλευθερία τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ καί τῶν ἀνθρώπων. Αὐτή τήν ἐλευθερία σφράγισε ὁ Χριστός μέ τόν Σταυρό Του.

Τήν ἐκλογή αὐτή καλούμαστε νά κάνουμε κάθε λεπτό στή ζωή μας. Θά ζοῦμε καί ἐνεργοῦμε γιά τόν ἑαυτό μας ἤ γιά τόν Θεό;

Ὁ δρόμος τῆς Εὔας φαίνεται νά εἶναι ὁ εὔκολος δρόμος, πού ὁδηγεῖ ὅμως σέ μία ἀνυπέρβλητη μοναξιά, γιατί μᾶς χωρίζει ἀπό τόν Θεό καί τούς ἀνθρώπους.

Ὁ δρόμος τῆς Εὐλογημένης Μαρίας εἶναι δύσκολος, σταυρικός, ἀλλά ὁδηγεῖ στή φιλία μέ τόν Θεό καί τούς ἀνθρώπους καί στή χαρά πού δίνει αὐτή ἡ φιλία. Θέλει ἀγῶνα, ἄσκηση, προσευχή. Ἀλλά δίνει ἀνάπαυση καί εἰρήνη στήν ψυχή.

Γνωρίζουμε ὡς Χριστιανοί καί μέλῃ τῆς Ἐκκλησίας, ποιό δρόμο πρέπει νά ἐκλέγουμε. Πολλές φορές, ὅμως, ἀποτυγχάνουμε. Ὁ ἐγωισμός μας δέν μᾶς ἀφήνει νά προσφερθοῦμε στόν Θεό καί στόν ἄνθρωπο. Τότε χάνουμε τή Χάρη τοῦ Θεοῦ. Κλεινόμαστε ἀρρωστημένα στόν ἑαυτό μας. Ἡ μετάνοια, ὅμως, ἐπαναπροσανατολίζει τήν ἐλευθερία μας στό Θεό.

Εὐγνωμονοῦμε τήν Παναγία μας, πού μᾶς ἄνοιξε αὐτό τόν δρόμο.

Πέμπτη 21 Αυγούστου 2025

Αγίου Δαμασκηνού του Στουδίτου, Οι Απόστολοι κηδεύουν την Θεοτόκο

(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)

                                                              Δαμασκηνού του Στουδίτου
                                                                      Λόγος πανηγυρικός


Εις την Κοίμησιν της υπερευλογημένης Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας

Ο Πέτρος δε ο Απόστολος και ο Ιωάννης ο Θεολόγος ήτον εκεί πλησίον, οπού εκήρυπαν και διατί ακόμη δεν εμάκρυναν, ότι ο μεν Πέτρος είχε πολλήν πίστιν εις την Θεοτόκον· ο δε Ιωάννης ήτον ωσάν υιοθετός της υιός και δεν επήγαιναν μακράν, δια να υπηρετούν την Παναγίαν.

Την τρίτην γουν [λοιπόν] ημέραν, εκεί οπού εκάθοντο και εδίδασκαν, παρευθύς σύννεφον τους άρπαξε, και ήφερέ-τους εις την Γεθσημανή εις το σπίτι της Παναγίας· ομοίως και τους άλλους Αποστόλους όλους σύννεφον τους άρπαξε, και υπήγε τους έως την Παναγίαν.

Τότε ήτον και ο Αρεοπαγίτης Διονύσιος, και ο διδάσκαλός του Ιερόθεος, και ο Ιάκωβος, οπού ωνομάζετο Αδελφόθεος, και αυτούς επήραν τα σύννεφα, και εμάζωξάν τους όλους εις την Γεθσημανή.

Η δε Παναγία ωσάν τους είδε παρευθύς εχάρη, και λέγει τους· Καθίσατε τέκνα μου να σας αποχαιρετήσω, ότι σήμερον υπάγω εις τον υιόν μου τον ηγαπημένον· διότι ο Άγγελος Γαβριήλ, οπού με ευηγγέλισε την σύλληψιν του Υιού μου, πάλιν ήλθε, και έδωκέ με τούτο το κλαδί της φοινικίας, και είπέ με· Χαίρε Θεοτόκε, να ηξεύρης ότι μετά τρεις ημέρας μετατίθεσαι από την γην εις τα ουράνια· δια τούτο ευχαριστώ τον Υιόν μου και Θεόν, ότι σας εμάζωξεν όλους, καν τώρα εις το τέλος να σας ιδώ.

Και ωσάν ήκουσαν οι Απόστολοι, όλοι τους έκλαυσαν μεγάλως. Απεκρίθη γουν με πολλά δάκρυα ο Ιωάννης, και λέγει την· Κυρία Θεοτόκε και μήτηρ μου, ο Υιός σου ο ηγαπημένος ήτον με ημάς, και είχομέν τον παρηγορίαν· όμως αυτός μεν ανελήφθη εις τους ουρανούς, και άφησέ μας να έχωμεν εσένα· τώρα μας αφήνεις και εσύ; αμή τίνα [αλλά ποιον] να έχωμεν ημείς οι ονειδισμένοι [οι ντροπιασμένοι, οι έρημοι] Απόστολοι από όλα τα έθνη διά παρηγορίαν; τις να μας διδάσκη, και να μας καθοδογή; τίνα να βλέπωμεν ημείς εις την γην να παρηγορούμεθα, εάν μας αφήσης εσύ;

Τότε λέγει τους η Παναγία και αυτή κλαίουσα· Μη λυπείσθε τέκνα μου, και κάμνετε και εμένα και λυπούμαι, βλέποντας εσάς οπού κλαίετε· μην έχετε λύπην δια τον θάνατόν μου· εάν και από την γην μετατίθωμαι, ω φίλοι του Υιού μου, αλλά δεν θέλω χωρισθή από εσάς, μηδέ από όλους οπού με προσκαλούνται.

Αμή [αλλά] εγώ θέλω είμαι πρέσβυς και μεσίτρια εις τον ηγαπημένον μου Υιόν δια όλον το Χριστιανικόν γένος· μόνον εσείς μη κλαίετε, αλλά ιδέτε να με ενταφιάσετε κατά πώς με ευρίσκετε, και με βλέπετε.

Απεκρίθη ο Απόστολος Παύλος μετά πολλών δακρύων, και λέγει προς την Παναγίαν· Κυρία Θεοτόκε, εγώ τον ηγαπημένον σου Υιόν τον Χριστόν δεν τον είδα σωματικώς εις την γην, αμή βλέπωντας εσένα έχω-το ωσάν να βλέπω και εκείνον. Τώρα με αφήνεις και εσύ; αμή τις να με παρηγορή εις τους πειρασμούς οπού παθαίνω, αμή τις να με λυπηθή εις τους ονειδισμούς; τίνα να έχω εγώ ο ταπεινός δια παρηγορίαν των θλίψεων μου και των πειρασμών;

Λέγει του η Παναγία Παύλε φίλε του ηγαπημένου μου Υιού και εμού, ο Υιός μου και η χάρις μου να σε παρηγορή, και εσένα, και τους άλλους Μαθητάς.

Μόλις από τα κλαύματα άνοιξε και ο Πέτρος το στόμα του, και λέγει προς την Παναγίαν· Κυρία Θεοτόκε αληθώς μέλλεις να αποθάνης, εγώ τι εκάθουμουν πλησίον εδώ, και δεν επήγαινα μακράν, έτσι εθάρρουν εγώ, και δεν έφευγα μακράν να μην ιδώ τον θάνατόν σου, και καίεται η καρδία μου; εθάρρουν [υπολόγιζα] να σε βλέπω, να με παρηγορής τον γέροντα, και τώρα με αφήνεις και εσύ; δεν σώνει μας [δεν μας φτάνει η θλίψη] ο σωματικός χωρισμός του Υιού σου, αμή θέλεις να μας αφήσης και εσύ Παναγία;

Λέγει τον η Παναγία· Ηγαπημένε μου Πέτρε, μη λυπήσαι τίποτε ωσάν με είχατε εις την γην σωματικά, έτσι χάριτι του Χριστού μου να με έχετε και νοητά βοηθόν σας και παρηγορίαν σας από την σήμερον ημέραν· αμή εσύ είσαι γεροντότερος από όλους τους φίλους μου, Πέτρε, δια τούτο τώρα μίαν δύο ημέρας παρηγόρησαι τους νεωτέρους, στήριξαι τους αχαμνοτέρους [τους αδύνατους], να μη λυπούνται εις τον θάνατόν μου.

Απηλογήθησαν οι επίλοιποι Απόστολοι, και λέγουσι προς την Παναγίαν· Εσύ μεν Κυρία Θεοτόκε, εγνωρίσαμεν, ότι μετατίθεσαι εις τους ουρανούς, καν άφησαί μας λόγον τινά και παρηγορίαν εκ του αγίου σου στόματος, να ενθυμούμεσθεν ημείς οι δούλοι σου.
Συνεχίζεται

Από το βιβλίο, «Λόγοι πανηγυρικοί εις την Κοίμησιν της Θεοτόκου».


Λέγει τους η Παναγία:
Τέκνα μου ηγαπημένα, ακούσατε λόγον σύντομον και διδαχήν μικράν από το στόμα μου, επειδή ζητείτε και αγαπάτε.

Βλέπετε, τέκνα μου, τον κόσμον τούτον, αν πραγματεία είναι [σαν εμπόριο]. Ο δε Θεός είναι ως βασιλεύς. Εσείς δε οι δούλοι του ηγαπημένου μου Υιού είστε ωσάν πραγματευτάδες. Λοιπόν, να σας το ειπώ ωσάν εις παραβολήν.

Ήτον τις βασιλεύς μέγας και ισχυρός, και είχε δύο δούλους και ήκουσεν ότι εις τον δείνα τόπον γίνεται μέγα πανηγύριον, και κάμνουσιν οι άνθρωποι μεγάλην πραγματείαν και μέγα διάφορον [εμπορικα κέρδη] εκεί, και κράζει τους δύο του δούλους, και λέγει τους: Επάρτε βίον περισσόν [χρήματα αρκετά], και σύρτε εις τον δείνα τόπον, όπου γίνεται το πανηγύριον, και κάμνετε πραγματείαν εκεί [να κάνετε εμπορικές συναλλαγές], και εις ένα μήνα πάλιν να έλθετε. Όποιος δε αργήσει περισσότερον, να είναι κομμένον το κεφάλι του.

Επήραν οι δύο δούλοι εκείνοι τα άσπρα [τα λεφτά], και υπήγαν εις το πανηγύρι και ο μεν ένας ως άγνωστος και μωρός οπού ήτον δεν αγόρασε πράγματα, οπού λείπουν τον βασιλέα, και τα έχει χρείαν, να υπάγη και γλήγορα, αμή αγόρασε σπήτια και εργαστήρια και χωράφια, και όσα ο βασιλεύς χρείαν δεν τα είχε, μηδέ διάφορον [κέρδος] τον έδιδαν εκείνα τον βασιλέα.

Και όσον να σπείρη ο δούλος τα χωράφια, και να φτιάση τα εργαστήρια και τα σπήτια όθεν ήτον χαλασμένα, επέρασαν τρεις τέσσαρες μήνες και περισσότεροι. Ο δε άλλος ως φρονιμώτερος οπού ήτον, αγόρασε λίθους πολυτίμους, και υπήγεν εις τον βασιλέα. Και ο βασιλεύς ετίμησέ τον, και εδόξασέ τον, επειδή εφάνη εμπιστεμένος [άνθρωπος κατάλληλος για να τον εμπιστευτεί για ανάλογες πράξεις]. Τον δε άλλον απέστειλεν ορισμόν [διαταγήν], και απεκεφάλισαν τον ως εχθρόν και εναντίον του βασιλέως.

Έτσι είστε και εσείς όλοι σας οι Απόστολοι του Υιού μου.

Έστειλέ σας ο Υιός μου ο ηγαπημένος να υπάτε [να πάτε] εις τον κόσμον ως πραγματευτάδες, και να κερδίσετε τας ψυχάς των πλανημένων ανθρώπων, οπού ήκουσαν το όνομά του. Αλλά είτις είναι από εσάς φίλοι μου και τέκνα μου, οπού φανή φίλος του διδασκάλου του Υιού μου, τον θέλει τιμήσει και αυτός εις την βασιλείαν του. Ει δε είναι ότι δεν ιδήτε να αρέσετε τον διδάσκαλόν σας, μοναχοί σας ηξεύρετε τι θέλετε πάθη.

Διά τούτο, τέκνα μου ηγαπημένα, σπουδάσετε να κηρύξετε, να φωτίσετε, να καθοδηγήσετε τον πεπλανημένον κόσμον, μη να τον κερδήσετε [για να τον κερδίσετε], και τον υπάτε εις την βασιλείαν του Υιού μου. Μη φοβάσθε από τους βασιλείς, οπού δύνονται μόνον το κορμί σας να βλάψουν, και την ψυχήν σας δεν δύνονται να την κάμωσι τίποτε.

Αλλά φοβάσθε από τον Θεόν, οπού δύνεται και το κορμί σας και την ψυχήν σας να ζημιώση, ωσάν [όπως] σας το έλεγεν ο Υιός μου. Έχετε αγάπην και ειρήνην αλλήλους σας, και χαίρεσθε και ευφραίνεσθε, ότι πολύς είναι ο μισθός σας εις την βασιλείαν των ουρανών.

Και εάν εγώ φίλοι μου υπάγω εις την βασιλείαν του Υιού μου, αλλά αείποτε [πάντοτε] θέλω είμαι μετ’ εσάς να σας στηρίζω, και να σας παρηγορώ εις τας θλίψεις.

Αυτά είπεν η Παναγία προς τους Αποστόλους, και άλλα περισσότερα και παρευθύς έκλεισε τους αγίους της οφθαλμούς, και είπε μεγάλη φωνή:
Υιέ μου εις χείρας σου παρατίθημι το πνεύμα μου. Και εκοιμήθη.

Και την μεν αγίαν της ψυχήν εδέχθη ο Υιός της εις τας χείράς του. Και η Παναγία εζήτησε τον Υιόν της να υπάγη εις τον άδην να ιδή τας ψυχάς πώς κολάζονται, και να ιδή τους τόπους, όπου επήγεν ο Υιός της να ευγάλη [να βγάλει] τους προπάτορας, και επήκουσέ την.

Και Άγγελοι φωτεινοί επήραν την αγίαν της ψυχήν, και υπήγαν την όθεν ήθελε μονάχη της η ψυχή.

Και μαρτυρεί το ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός εις ένα του τροπάριον της τετάρτης ωδής σήμερον, και λέγει:
Θάμβος ην θεάσασθαι τον ουρανόν του παμβασιλέως τον έμψυχον, τους κενεώνας υπερχόμενον της γης, ήγουν, θαύμα και έκπληξις ήτον να ιδή τινάς της Παναγίας την ψυχήν πώς επεριπάτει εις τα κατώτατα της γης, ήγουν εις τον άδην.

Και η μεν ψυχή της υπήγεν εις τον άδην, ως το εζήτησε, το δε άγιον και Θεοδόχον της σώμα το συνέστειλαν οι Μαθηταί, και επήράν το εις τους ώμους των να το υπάγουν εις τον τάφον.

Και από την μεν μίαν μεραίαν [μεριά] επίασεν ο Θεολόγος Ιωάννης, από την άλλην ο Πέτρος, από την τρίτην μεραίαν επίασεν ο Ιάκωβος ο αδελφός του Ιωάννου, από δε την άλλην ο Παύλος.

Οι δε επίλοιποι Απόστολοι και Αρχιερείς υπήγαιναν ψάλλοντες και υμνούντες.

Οι Ιουδαίοι γουν, ως φθονεροί οπού είναι εξ αρχής, ακούοντες την υμνωδίαν των αγγέλων, και βλέποντες την πολλήν παρρησίαν, εφθόνησαν και βάνουσι βουλήν να υπάγωσι να ρίξουν το κρεββάτι της Παναγίας κάτω με το άγιόν της κορμί.

Και όλοι τους ώρμησαν να πηγαίνουν εις το μέσον των Αποστόλων, και παρευθύς ετυφλώθησαν, και δεν έβλεπεν ένας τον άλλον. Ένας δε απ’ εκείνους ως τολμηρότερος επήγε να πιάση το κρεββάτι, και Άγγελος Κυρίου έκοψε τα χέρια του αοράτως.

Τότε ωσάν εγνώρισαν οι Ιουδαίοι το θαύμα, εμετανόησαν, και επρόσπεσαν εις τους Αποστόλους να ιατρευθούν.

Οι δε Απόστολοι ως είδαν, ότι μετανοούσιν, επήρασι το κλαδί εκείνο της φοινικίας, και έβαλάν το εις το πρόσωπον των τυλφωθέντων Ιουδαίων, και του αποκεκομμένου το χέρι, και με την βοήθειαν της Παναγίας όλοι τους ιατρεύθησαν.

                                               Επιτάφια εγκώμια των Αποστόλων

Ωσάν δε έφθασαν εις τον τάφον, έθεσαν κάτω το λείψανον, να το αποχαιρετήσουν όσοι ευρέθησαν εκεί.

Τότε άρχισεν ένας προς ένας να αποχαιρετά την Παναγίαν, και να λέγη εγκώμια προς αυτήν, και όλοι τους είπαν εγκώμια.

Ο δε Ιερόθεος τοιαύτα εγκώμια είπεν, οπού όχι εγώ, οπού είμαι άνθρωπος αμαρτωλός και θνητός δύνομαι να τα ειπώ, αλλά, τολμώ ειπείν, μηδέ αυτοί οι Άγγελοι ήθελαν δυνηθή να τα ειπούσι καταλεπτώς [με ακρίβεια, με λεπτομέρεια], ως τα είπεν εκείνος· εις δε τα εγκώμια των άλλων Αποστόλων ο Απόστολος Παύλος επροτιμάτο, και αυτός άρχιζε· και μαρτυρεί το ο Δαμασκηνός Ιωάννης εις ένα του τροπάριον της πέμπτης ωδής σήμερον [της εορτής της Κοιμήσεως] και λέγει· Το σκεύος διέπρεπε, της εκλογής τοις ύμνοις σου, όλως εξιστάμενος Παρθένε· και τα εξής· ήγουν [δηλαδή] ο Απόστολος Παύλος, οπού ωνομάζετο σκεύος και δοχείον της εκλογής, ήγουν του διαλεξήματος [που ήταν επιλογή] του Θεού, αυτός διέπρεπεν εις τους ύμνους της Παναγίας.

Αλλά των Αποστόλων καταλεπτώς τα εγκώμια και τα επιτάφια λόγια δύσκολον είναι να τα διηγούμεσθεν [να τα διηγηθούμε]· όμως τόσον να ειπούμεν, όσον μήτε οι προκομμένοι και γνωστικοί και μαθηματικοί να μας βαρεθούν ως πολυλόγους, μήτε οι αμαθείς και αγράμματοι να απομείνουσιν αμαθέστεροι, και να μην ακούσωσι τίποτες, ως διά ενθύμησιν· μόνον των εγκωμίων εκείνων.

Ω θαύμα των πάντων θαυμάτων, οπού βλέπομεν οι άνθρωποι· η βασίλισσα του παντός πώς άπνους τίθεται; η Μήτηρ του Ιησού πώς απέθανεν; συ είσαι Παρθένε το κήρυγμα των Προφητών, συ είναι το κήρυγμα το εδικόν μας, εσένα προσκυνούσιν οι Άγγελοι, τιμούσιν οι άνθρωποι, δοξάζουσιν οι Άγιοι.
Η Κοίμησις της Θεοτόκου.

Χαίρε λοιπόν Κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά σου, και διά σου μεθ’ ημών· μετά του Γαβριήλ σε υμνούμεν, μετά των Αγγέλων σε δοξάζομεν, μετά των Προφητών σε εγκωμιάζομεν· ότι εσένα εκήρυτταν οι Προφήται, διατ’ εσένα [για σένα] εφωτίσθησαν εκ Πνεύματος αγίου· διατ’ εσένα επροφήτευσαν όλοι τους· ο Αββακούμ εσένα είδεν ωσάν όρος σύνδεδρον [βουνό κατάφυτο, γεμάτο δέντρα], ότι εσύ είσαι σκεπασμένη από τα χαρίσματα του αγίου Πνεύματος· ο Δανιήλ εσένα εθεώρησεν ωσάν όρος και αυτός, από το οποίον όρος χωρίς σποράν ανδρός εγεννήθη ο στερεός και ισχυρός βασιλεύς Χριστός· εσένα είδεν ο δίκαιος Ιακώβ ωσάν σκάλαν· ότι από την γέννησίν σου ο μεν Θεός εκατέβη και συνέφαγε και συνέπιε με ημάς, ημείς δε οι δούλοι αυτού μέλλει να ανεβούμεν εις τους ουρανούς, αλλά και συ ιδού οπού ανεβαίνεις προτήτερα από ημάς.

Χαίρε Παρθένε, ότι ο Γεδεών πόκον σε είδεν· ο Δαυίδ Παρθένον και θυγατέρα και βασίλισσαν ο Ησαΐας Μητέρα του Θεού σε ονομάζει· ο Ιεζεκιήλ πύλην και όλοι οι Προφήται σε εγκωμίασαν.

Ημείς δε τι να σε ονομάσωμεν Παρθένε; Παράδεισον; και πρέπει σε, ότι εσύ εβλάστησες το άνθος της αφθαρσίας τον Χριστόν, οπού ευωδίασε και εμύρισε τας ψυχάς των ανθρώπων· Παρθένον; και αληθώς Παρθένος είσαι, ότι χωρίς σποράν ανδρός εγέννησες τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, ότι και πρό του τόκου Παρθένος ήσουν, και εν τω τόκω Παρθένος ευρέθης, και μετά τόκον πάλιν Παρθένος απόμεινες· να σε ονομάσωμεν Μητέρα; πρέπει
σε και αυτό· ότι Μήτηρ έγινες του βασιλέως των όλων Χριστού· να σε ειπούμεν ουρανόν; πρέπει σε και αυτό· ότι ανέτειλες τον Ήλιον της δικαιοσύνης Χαίρε λοιπόν Παρθένε, και ύπαγε εις την κατάπαυσιν του Υιού σου· πορεύου εις τα σκηνώματα τα ηγαπημένα σοι σύρε εις τον ετοιμασμένον σοι τόπον, και ενθυμού και ημάς και το γένος μας όλον Κυρία Θεοτόκε· ότι και ημείς και εσύ Παρθένε, από ένα γένος του Αδάμ είμεσθεν· διά τούτο μεσίτευε, διά τούτο παρακάλει τον Υιόν σου, οπού τον εβάστασες, οπού τον εθήλασες, να μας βοηθήση εις το κήρυγμα, και μετά ταύτα να μας αξιώση να απολαύσωμεν τας ελπίδας μας.

Σύρε Παρθένε από την γην εις τον ουρανόν· από την φθοράν εις την αφθαρσίαν· από την λύπην του κόσμου τούτου εις την χαράν της βασιλείας των ουρανών· από την φθαρτήν γην εις άφθαρτον ουρανόν· σύρε Παρθένε εις το φως το ουράνιον, εις τους ύμνους των Αγγέλων, εις τας δοξολογίας των απ’ αιώνος αγίων· σύρε Παρθένε εις τον τόπον του Υιού σου, εις την βασιλείαν του, εις την εξουσίαν του υμνήσατε Άγγελοι, δοξάσατε Προφήται, επαινέσετε Αρχάγγελοι του βασιλέως την Μητέρα, του φωτός την λυχνίαν, του ουρανού την πλατυτέραν, του στερεώματος την υψηλοτέραν, την προστασίαν των Χριστιανών, και
μεσίτριαν του γένους ημών.

Με τοιαύτα και τοσαύτα εγκώμια αποχαιρέτησαν και ανασπάσθησαν το σώμα της Παναγίας, έπειτα υπήγαν και έθαψάν το εις τον τάφον, οπού ήτον προετοιμασμένος.

Από το βιβλίο, «Λόγοι πανηγυρικοί εις την Κοίμησιν της Θεοτόκου».