Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η χρονικότητα του Θεού - Schubert M. Ogden. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η χρονικότητα του Θεού - Schubert M. Ogden. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 9 Απριλίου 2025

Η χρονικότητα του Θεού α

  Του Schubert M. Ogden

στην συλλογή: Zeit und Geschichte, Dankesgabe an Rudolf Bultmann zum 80. Geburtstag, ed. Erich Dinkler (Tubingen: J. C. B. Mohr, 1964), 381‑398.
I
Είναι γενικώς παραδεκτό, πως η φιλοσοφία του Martin Heidegger άσκησε μια από τις σημαντικότερες επιρροές στην πλειονότητα της θεολογικής σκέψης της εποχής μας. Λιγότερο κοινώς παραδεκτό είναι πως και το αντίστροφο είναι το ίδιο αληθές - ότι στα αποφασιστικά σημεία, το φιλοσοφικό έργο του Heidegger έχει λάβει αφορμές, και ίσως να έχει και καθοριστεί, από επιρροές που πηγάζουν από την σύγχρονη θεολογία.

Μια από τις πολλές συνεισφορές της μελέτης του Otto Pöggeler[1], είναι πως κατέστησε σαφές, τόσο το γεγονός όσο και την φύση αυτής της αμοιβαίας επίδρασης. Μιλώντας για την σημαντική στροφή στην σκέψη του Heidegger, κατά τα χρόνια που ακολούθησαν τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, ο Pöggeler σχολιάζει: «ο Heidegger άρχισε το προσκύνημα του πλησίον της θεολογίας, η οποία ήταν πεπεισμένη περισσότερο πως τώρα, μετά από αιώνες, χιλιετίες μάλιστα, συσκότισης της χριστιανικής πίστης με την φιλοσοφία και την θεολογία, ήταν ανάγκη να υπάρξει μια νέα εμπειρια της πίστης αυτής μέσα στο πρωταρχικό της νόημα. Οι μάρτυρες της πίστεως, όπως ο Λούθηρος και ο Kierkegaard υποστήριζαν αυτή την άποψη, και ακριβώς αυτοί ήταν σημαντικοί για τον νεαρό Heidegger. Η σχέση του Heidegger με την μοντέρνα ιστορική σκέψη, που με τον Dilthey κατέστη φιλοσοφικά αυτοσυνείδητη, ήταν από την αρχή επισκιασμένη με την σχέση μέ μια άλλη, πιο αρχέγονη ιστορική σκέψη: πριν την εμφάνιση της μοντέρνας μορφής σκέψης περί ιστορίας, υπήρξε η εμπειρία της ιστορίας, όπως εκφράστηκε από την πρώιμη χριστιανική πίστη»[2].
Σύμφωνα με τον Pöggeler, στοχαζόμενος πάνω στην πρωτόγονη χριστιανική θρησκευτικότητα, ως μοντέλο εμπειρίας της ζωής, ως «πραγματικής» ή «ιστορικής», ο Heidegger απέκτησε τις καθοδηγητικές έννοιες, με τις οποίες ανέλαβε να αναπτύξει την οντολογική δομή της ανθρώπινης ύπαρξης στο «Είναι και Χρόνος». Την ίδια στιγμή, ο Heidegger είχε αρχίσει να διαπιστώνει με όλο και μεγαλύτερη σαφήνεια, πως η καθαρή εστίαση αυτής της πρωτόγονης εμπειρίας, θα μπορούσε να οδηγήσει σε τίποτα λιγότερο από την αποδόμηση ολόκληρης της μεταφυσικής-θεολογικής παράδοσης που πηγάζει από την κλασσική Ελλάδα. Οι μελέτες του πάνω στον Αυγουστίνο για παράδειγμα, τον έπεισαν για την αδυναμία συμφιλίωσης των αντιθέσεων μεταξύ της εννοιολόγησης της μεταφυσικής αυτής παράδοσης και της κατανόησης της ύπαρξης, που ο Αυγουστίνος και άλλοι προσπάθησαν να εξηγήσουν θεολογικά με εργαλείο την εννοιολόγηση αυτή. Είχε διαπιστώσει, πως δεδομένης αυτής της εννοιολόγησης, δεν μπορούσε να συλλάβει κανείς ορθώς, ούτε «την παροντικότητα της πραγμικής ύπαρξης» (ιστορικότητα του ανθρώπου) ούτε την «θεότητα του Θεού», όπως τις κατανοεί η χριστιανική πίστη[3]. Από την άλλη, διαπίστωσε, πως μια οντολογική ανάλυση, που θα έψαχνε τις καθοδηγητικές έννοιες στην κατανόηση της πίστεως, θα μπορούσε να οδηγηθεί μόνο σε ένα ριζικό αναπροσανατολισμό της παραδοσιακής μεταφυσικής σκέψης. Έτσι λοιπόν, σύμφωνα με τον Pöggeler, ο συγγραφέας του «Είναι και Χρόνος», ήταν ένας στοχαστής, η συνάντηση του οποίου με την Καινή Διαθήκη και τους θεολόγους όπως ο Αυγουστίνος, ο Λούθηρος και ο Kierkegaard, του «προκάλεσε την υποψία, ότι ο Θεός της φιλοσοφίας δεν είναι ο ζωντανός Θεός της πίστεως, και πως η μεταφυσική θεολογία δεν είναι η τελική απάντηση στα ερωτήματα περί σκέψης»[4].
Η σημασία της άποψης του Pöggeler για την τοποθέτηση μας στο παρόν κείμενο, ίσως βοηθήσει να κατανοήσουμε καλύτερα το απόσπασμα από το «Είναι και Χρόνος», με το οποίο θα ασχοληθούμε στο παρόν δοκίμιο. Σε μια υποσημείωση στο μέρος αυτού του έργου, όπου ο Heidegger διαπραγματεύεται την γένεση «της κοινής έννοιας του χρόνου», παρατίθενται οι εξής αξιωσημείωτες προτάσεις: «δεν απαιτείται εκτεταμένη συζήτηση για να δείξουμε πως η παραδοσιακή έννοια της αιωνιότητας, με την σημασία του «στατικού τώρα» (nunc stans), προέρχεται από την κοινή κατανόηση του χρόνου και περιορίζεται από τον προσανατολισμό στην ιδέα της «σταθερής» παρουσίας. Αν παραδεχθούμε πως η αιωνιότητα του Θεού έχει «κατασκευστεί» φιλοσοφικά, τότε μπορεί να κατανοηθεί μόνο ως μια πιο πρωτόγονη και «άπειρη» χρονικότητα. Το εάν ο via negationis et eminentiae είναι ένας πιθανός δρόμος προς τον σκοπό αυτό παραμένει αβέβαιο»[5].
Αποκάλεσα τις προτάσεις αυτές αξιωσημείωτες, για τέσσερις στενά συνδεόμενους λογους. Πρώτον, αποτελούν μια από τις λίγες συγκεκριμένες αναφορές στον Θεό ή την θεολογία, σε ένα έργο που ο κεντρικός του σκοπός και το θέμα του διαφέρουν από αυτά που κανονικά ορίζεται ως δουλειά του θεολόγου. Δεύτερον, το απόσπασμα αυτό είναι το μόνο όπου ο Heidegger κάνει σαφές, τι θα σήμαινε η προσπάθεια του να αναπροσανατολίσει την παραδοσιακή μεταφυσική σκέψη για την φιλοσοφική διδασκαλία περί Θεού. Στις άλλες του αναφορές, ο σκοπός του είναι ιστορικός ή κριτικός - όπου προσπαθεί να επισημάνει τους προγόνους ορισμένων ιδεών στην θεολογική παράδοση ή να διακρίνει την δική του «οντολογική» χρήση των εννοιών από την «οντική» σημασία όπως αυτή χρησιμοποιείται από τους θεολόγους. Στην υποσημείωση αυτή όμως, η προσπάθεια του είναι εποικοδομητική-να καταστήσει σαφή τα πλαίσια της φιλοσοφικής «κατασκευής» του Θεού, την οποία εισηγείται στην νέα του ανάλυση της βάσης της μεταφυσικής σκέψης. Τρίτον, η φιλοσοφική θεολογία την οποία ο Heidegger παρουσιάζει εδώ συνοπτικά, περιλαμβάνει μια ριζική απόκλιση από την κλασσική φιλοσοφική-θεολογική παράδοση. Κρίνοντας από την θέση αυτής της παράδοσης, η πρόταση του πως η αιωνιότητα του Θεού πρέπει να κατασκευστεί ως η «άπειρη χρονικοτητα του», αποτελεί εγκατάλειψη ακριβώς εκείνων των προϋποθέσεων, από τις οποίες μπορεί να αναπτυχθεί μια επαρκής διδασκαλία περί Θεού.
Αν είναι βέβαια ορθή η θεώρηση του Pöggeler περί του θεολογικού υπόβαθρου του «Είναι και Χρόνος», τότε υπάρχει και ένας τέταρτος και πιο σημαντικός λόγος γιατί αυτές οι προτάσεις είναι αξιοπρόσεκτες. Εαν η φαινομενολογική αναλύση από πλευράς του Heidegger, της ανθρώπινης ύπαρξης, παριστάνει την μετάφραση της αντίληψης περί ανθρώπου όπως τέθηκε από την Καινή Διαθήκη, σε τυπικές οντολογικές έννοιες, τότε η πρόταση του Heidegger για την φιλοσοφική κατασκευή της αιωνιότητας του Θεού ως άπειρης χρονικότητας, φαίνεται πως παριστάνει μια παρόμοια «οντολογικοποίηση» της πρωτόγονης χριστιανικής αντίληψης περί Θεού.
Φυσικά ο Heidegger δεν φαίνεται να έχει ερμηνεύσει τις παρατηρήσεις του με τον τρόπο που εισηγείται ο Pöggeler. Με βάση αυτό το δεδομένο, η υποσημείωση δεν κάνει κάτι άλλο από το να παραθέτει την φιλοσοφική ερμηνεία του Θεού που είναι σύμφωνη με την ανάλυση της ανθρώπινης ύπαρξης από τον Heidegger, και όπως αυτή η ανάλυση, έτσι και η περί Θεού πρόταση είναι πέρα για περα επαναστατική ως προς την συμβατική μεταφυσική σοφία. Αλλά ακόμα και έτσι, είμαι πεπεισμένος πως δεν είμαστε μακριά από την αλήθεια, εάν θεωρήσουμε πως η πρόταση του έλαβε αφορμή, ή ίσως και να καθορίστηκε από τις ίδιες θεολογικές επιρροές, που ήταν καθοριστικές για αυτή την φάση του έργου του. Θεωρώ ως πολύ πιθανό, πως εδώ, όπως σε ολόκληρο το «Είναι και Χρόνος», το ιστορικό υπόβαθρο τω δηλώσεων του Heidegger, είναι η αντίληψη περί ανθρώπου και Θεού, για την οποία τον πληροφόρησε η συνάντηση του με την χριστιανική θεολογία.
Ας είναι. Η κύρια έγνοια μου στο παρόν κείμενο, δεν είναι οι ιστορικοί πρόγονοι της πρότασης του Heidegger, αλλά η σημασία της πρότασης. Απ’ ότι γνωρίζω, το απόσπασμα αυτό σπάνια, ίσως και καθόλου, δεν έχει μελετηθεί από τους άλλους μελετητές της σκέψης του Heidegger. Γι’ αυτόν και μόνο τον λόγο φαίνεται πως υπάρχει πολύς χώρος για την διαπραγμάτευση που σκοπεύουμε. Τουλάχιστον, μια ερμηνεία της υποσημείωσης του Heidegger ίσως προσφέρει κάτι σαν μια υποσημείωση στην εκτεταμένη ερμηνεία της φιλοσοφίας του, που συνεχίζει να υπεραπασχολεί τόσα μορφωμένα και ικανά μυαλά. Αυτό όμως, εάν είναι ορθά όσα λέω, δεν εξαντλεί την σημασία της προσπάθειας ερμηνείας του αποσπάσματος αυτού. Όπως θα παραθέσω παρακάτω, οι συνηθισμένες προσπάθειες των θεολόγων σήμερα, να επαναδιατυπώσουν την χριστιανική αντίληψη περί Θεού, οδηγούν συνήθως σε ένα αδιέξοδο, από το οποίο η συμβατική φιλοσοφική σοφία, παλιά και νέα, δεν προσφέρει δυνατότητα διαφυγής. Η πεποίθηση μου είναι πως το είδος της φιλοσοφικής θεολογίας που προτείνει ο Heidegger προσφέρει ένα δρόμο που βγάζει από το αδιέξοδο. Αν η πεποίθηση αυτή αποδειχθεί ορθή, η προσπάθεια κατανόησης της πρότασης του ίσως αποκτήσει θεολογική σημασία, περισσότερο από επαρκή, για να δικαιλογήσει την προσπάθεια.

Στα όσα ακολουθούν θα ασχοληθούμε με δυο θέματα: πρώτον, να ερμηνεύσουμε την υποσημείωση του Heidegger, επισημαίνοντας τις συνέπειες που έχει στο ευρύτερο πλαίσιο του «Είναι και Χρόνος». Και δεύτερον, να δείξουμε πως αυτό που προτείνει ως φιλοσοφική ερμηνεία της αιωνιότητας του Θεού έχει μοναδική σημασία για τις προσπάθειες των χριστιανών θεολόγων να αναπτύξουν μια επαρκή για την εποχή μας διδασκαλία περί Θεού.


[1] O. Pöggeler, Der Denkweg Martin Heideggers, 1963
[2] Ibid. 35f
[3] Ibid. 45.
[4] Ibid. 46.
[5] M. Heidegger, Sein und Zeit, 1927, 427 n. I

Πέμπτη 12 Σεπτεμβρίου 2024

Η χρονικότητα του Θεού α

 Του Schubert M. Ogden
στην συλλογή: Zeit und Geschichte, Dankesgabe an Rudolf Bultmann zum 80. Geburtstag, ed. Erich Dinkler (Tubingen: J. C. B. Mohr, 1964), 381‑398.
I
Είναι γενικώς παραδεκτό, πως η φιλοσοφία του Martin Heidegger άσκησε μια από τις σημαντικότερες επιρροές στην πλειονότητα της θεολογικής σκέψης της εποχής μας. Λιγότερο κοινώς παραδεκτό είναι πως και το αντίστροφο είναι το ίδιο αληθές - ότι στα αποφασιστικά σημεία, το φιλοσοφικό έργο του Heidegger έχει λάβει αφορμές, και ίσως να έχει και καθοριστεί, από επιρροές που πηγάζουν από την σύγχρονη θεολογία.

Μια από τις πολλές συνεισφορές της μελέτης του Otto Pöggeler[1], είναι πως κατέστησε σαφές, τόσο το γεγονός όσο και την φύση αυτής της αμοιβαίας επίδρασης. Μιλώντας για την σημαντική στροφή στην σκέψη του Heidegger, κατά τα χρόνια που ακολούθησαν τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, ο Pöggeler σχολιάζει: «ο Heidegger άρχισε το προσκύνημα του πλησίον της θεολογίας, η οποία ήταν πεπεισμένη περισσότερο πως τώρα, μετά από αιώνες, χιλιετίες μάλιστα, συσκότισης της χριστιανικής πίστης με την φιλοσοφία και την θεολογία, ήταν ανάγκη να υπάρξει μια νέα εμπειρια της πίστης αυτής μέσα στο πρωταρχικό της νόημα. Οι μάρτυρες της πίστεως, όπως ο Λούθηρος και ο Kierkegaard υποστήριζαν αυτή την άποψη, και ακριβώς αυτοί ήταν σημαντικοί για τον νεαρό Heidegger. Η σχέση του Heidegger με την μοντέρνα ιστορική σκέψη, που με τον Dilthey κατέστη φιλοσοφικά αυτοσυνείδητη, ήταν από την αρχή επισκιασμένη με την σχέση μέ μια άλλη, πιο αρχέγονη ιστορική σκέψη: πριν την εμφάνιση της μοντέρνας μορφής σκέψης περί ιστορίας, υπήρξε η εμπειρία της ιστορίας, όπως εκφράστηκε από την πρώιμη χριστιανική πίστη»[2].
Σύμφωνα με τον Pöggeler, στοχαζόμενος πάνω στην πρωτόγονη χριστιανική θρησκευτικότητα, ως μοντέλο εμπειρίας της ζωής, ως «πραγματικής» ή «ιστορικής», ο Heidegger απέκτησε τις καθοδηγητικές έννοιες, με τις οποίες ανέλαβε να αναπτύξει την οντολογική δομή της ανθρώπινης ύπαρξης στο «Είναι και Χρόνος». Την ίδια στιγμή, ο Heidegger είχε αρχίσει να διαπιστώνει με όλο και μεγαλύτερη σαφήνεια, πως η καθαρή εστίαση αυτής της πρωτόγονης εμπειρίας, θα μπορούσε να οδηγήσει σε τίποτα λιγότερο από την αποδόμηση ολόκληρης της μεταφυσικής-θεολογικής παράδοσης που πηγάζει από την κλασσική Ελλάδα. Οι μελέτες του πάνω στον Αυγουστίνο για παράδειγμα, τον έπεισαν για την αδυναμία συμφιλίωσης των αντιθέσεων μεταξύ της εννοιολόγησης της μεταφυσικής αυτής παράδοσης και της κατανόησης της ύπαρξης, που ο Αυγουστίνος και άλλοι προσπάθησαν να εξηγήσουν θεολογικά με εργαλείο την εννοιολόγηση αυτή. Είχε διαπιστώσει, πως δεδομένης αυτής της εννοιολόγησης, δεν μπορούσε να συλλάβει κανείς ορθώς, ούτε «την παροντικότητα της πραγμικής ύπαρξης» (ιστορικότητα του ανθρώπου) ούτε την «θεότητα του Θεού», όπως τις κατανοεί η χριστιανική πίστη[3]. Από την άλλη, διαπίστωσε, πως μια οντολογική ανάλυση, που θα έψαχνε τις καθοδηγητικές έννοιες στην κατανόηση της πίστεως, θα μπορούσε να οδηγηθεί μόνο σε ένα ριζικό αναπροσανατολισμό της παραδοσιακής μεταφυσικής σκέψης. Έτσι λοιπόν, σύμφωνα με τον Pöggeler, ο συγγραφέας του «Είναι και Χρόνος», ήταν ένας στοχαστής, η συνάντηση του οποίου με την Καινή Διαθήκη και τους θεολόγους όπως ο Αυγουστίνος, ο Λούθηρος και ο Kierkegaard, του «προκάλεσε την υποψία, ότι ο Θεός της φιλοσοφίας δεν είναι ο ζωντανός Θεός της πίστεως, και πως η μεταφυσική θεολογία δεν είναι η τελική απάντηση στα ερωτήματα περί σκέψης»[4].
Η σημασία της άποψης του Pöggeler για την τοποθέτηση μας στο παρόν κείμενο, ίσως βοηθήσει να κατανοήσουμε καλύτερα το απόσπασμα από το «Είναι και Χρόνος», με το οποίο θα ασχοληθούμε στο παρόν δοκίμιο. Σε μια υποσημείωση στο μέρος αυτού του έργου, όπου ο Heidegger διαπραγματεύεται την γένεση «της κοινής έννοιας του χρόνου», παρατίθενται οι εξής αξιωσημείωτες προτάσεις: «δεν απαιτείται εκτεταμένη συζήτηση για να δείξουμε πως η παραδοσιακή έννοια της αιωνιότητας, με την σημασία του «στατικού τώρα» (nunc stans), προέρχεται από την κοινή κατανόηση του χρόνου και περιορίζεται από τον προσανατολισμό στην ιδέα της «σταθερής» παρουσίας. Αν παραδεχθούμε πως η αιωνιότητα του Θεού έχει «κατασκευστεί» φιλοσοφικά, τότε μπορεί να κατανοηθεί μόνο ως μια πιο πρωτόγονη και «άπειρη» χρονικότητα. Το εάν ο via negationis et eminentiae είναι ένας πιθανός δρόμος προς τον σκοπό αυτό παραμένει αβέβαιο»[5].
Αποκάλεσα τις προτάσεις αυτές αξιωσημείωτες, για τέσσερις στενά συνδεόμενους λογους. Πρώτον, αποτελούν μια από τις λίγες συγκεκριμένες αναφορές στον Θεό ή την θεολογία, σε ένα έργο που ο κεντρικός του σκοπός και το θέμα του διαφέρουν από αυτά που κανονικά ορίζεται ως δουλειά του θεολόγου. Δεύτερον, το απόσπασμα αυτό είναι το μόνο όπου ο Heidegger κάνει σαφές, τι θα σήμαινε η προσπάθεια του να αναπροσανατολίσει την παραδοσιακή μεταφυσική σκέψη για την φιλοσοφική διδασκαλία περί Θεού. Στις άλλες του αναφορές, ο σκοπός του είναι ιστορικός ή κριτικός - όπου προσπαθεί να επισημάνει τους προγόνους ορισμένων ιδεών στην θεολογική παράδοση ή να διακρίνει την δική του «οντολογική» χρήση των εννοιών από την «οντική» σημασία όπως αυτή χρησιμοποιείται από τους θεολόγους. Στην υποσημείωση αυτή όμως, η προσπάθεια του είναι εποικοδομητική-να καταστήσει σαφή τα πλαίσια της φιλοσοφικής «κατασκευής» του Θεού, την οποία εισηγείται στην νέα του ανάλυση της βάσης της μεταφυσικής σκέψης. Τρίτον, η φιλοσοφική θεολογία την οποία ο Heidegger παρουσιάζει εδώ συνοπτικά, περιλαμβάνει μια ριζική απόκλιση από την κλασσική φιλοσοφική-θεολογική παράδοση. Κρίνοντας από την θέση αυτής της παράδοσης, η πρόταση του πως η αιωνιότητα του Θεού πρέπει να κατασκευστεί ως η «άπειρη χρονικοτητα του», αποτελεί εγκατάλειψη ακριβώς εκείνων των προϋποθέσεων, από τις οποίες μπορεί να αναπτυχθεί μια επαρκής διδασκαλία περί Θεού.
Αν είναι βέβαια ορθή η θεώρηση του Pöggeler περί του θεολογικού υπόβαθρου του «Είναι και Χρόνος», τότε υπάρχει και ένας τέταρτος και πιο σημαντικός λόγος γιατί αυτές οι προτάσεις είναι αξιοπρόσεκτες. Εαν η φαινομενολογική αναλύση από πλευράς του Heidegger, της ανθρώπινης ύπαρξης, παριστάνει την μετάφραση της αντίληψης περί ανθρώπου όπως τέθηκε από την Καινή Διαθήκη, σε τυπικές οντολογικές έννοιες, τότε η πρόταση του Heidegger για την φιλοσοφική κατασκευή της αιωνιότητας του Θεού ως άπειρης χρονικότητας, φαίνεται πως παριστάνει μια παρόμοια «οντολογικοποίηση» της πρωτόγονης χριστιανικής αντίληψης περί Θεού.
Φυσικά ο Heidegger δεν φαίνεται να έχει ερμηνεύσει τις παρατηρήσεις του με τον τρόπο που εισηγείται ο Pöggeler. Με βάση αυτό το δεδομένο, η υποσημείωση δεν κάνει κάτι άλλο από το να παραθέτει την φιλοσοφική ερμηνεία του Θεού που είναι σύμφωνη με την ανάλυση της ανθρώπινης ύπαρξης από τον Heidegger, και όπως αυτή η ανάλυση, έτσι και η περί Θεού πρόταση είναι πέρα για περα επαναστατική ως προς την συμβατική μεταφυσική σοφία. Αλλά ακόμα και έτσι, είμαι πεπεισμένος πως δεν είμαστε μακριά από την αλήθεια, εάν θεωρήσουμε πως η πρόταση του έλαβε αφορμή, ή ίσως και να καθορίστηκε από τις ίδιες θεολογικές επιρροές, που ήταν καθοριστικές για αυτή την φάση του έργου του. Θεωρώ ως πολύ πιθανό, πως εδώ, όπως σε ολόκληρο το «Είναι και Χρόνος», το ιστορικό υπόβαθρο τω δηλώσεων του Heidegger, είναι η αντίληψη περί ανθρώπου και Θεού, για την οποία τον πληροφόρησε η συνάντηση του με την χριστιανική θεολογία.
Ας είναι. Η κύρια έγνοια μου στο παρόν κείμενο, δεν είναι οι ιστορικοί πρόγονοι της πρότασης του Heidegger, αλλά η σημασία της πρότασης. Απ’ ότι γνωρίζω, το απόσπασμα αυτό σπάνια, ίσως και καθόλου, δεν έχει μελετηθεί από τους άλλους μελετητές της σκέψης του Heidegger. Γι’ αυτόν και μόνο τον λόγο φαίνεται πως υπάρχει πολύς χώρος για την διαπραγμάτευση που σκοπεύουμε. Τουλάχιστον, μια ερμηνεία της υποσημείωσης του Heidegger ίσως προσφέρει κάτι σαν μια υποσημείωση στην εκτεταμένη ερμηνεία της φιλοσοφίας του, που συνεχίζει να υπεραπασχολεί τόσα μορφωμένα και ικανά μυαλά. Αυτό όμως, εάν είναι ορθά όσα λέω, δεν εξαντλεί την σημασία της προσπάθειας ερμηνείας του αποσπάσματος αυτού. Όπως θα παραθέσω παρακάτω, οι συνηθισμένες προσπάθειες των θεολόγων σήμερα, να επαναδιατυπώσουν την χριστιανική αντίληψη περί Θεού, οδηγούν συνήθως σε ένα αδιέξοδο, από το οποίο η συμβατική φιλοσοφική σοφία, παλιά και νέα, δεν προσφέρει δυνατότητα διαφυγής. Η πεποίθηση μου είναι πως το είδος της φιλοσοφικής θεολογίας που προτείνει ο Heidegger προσφέρει ένα δρόμο που βγάζει από το αδιέξοδο. Αν η πεποίθηση αυτή αποδειχθεί ορθή, η προσπάθεια κατανόησης της πρότασης του ίσως αποκτήσει θεολογική σημασία, περισσότερο από επαρκή, για να δικαιλογήσει την προσπάθεια.

Στα όσα ακολουθούν θα ασχοληθούμε με δυο θέματα: πρώτον, να ερμηνεύσουμε την υποσημείωση του Heidegger, επισημαίνοντας τις συνέπειες που έχει στο ευρύτερο πλαίσιο του «Είναι και Χρόνος». Και δεύτερον, να δείξουμε πως αυτό που προτείνει ως φιλοσοφική ερμηνεία της αιωνιότητας του Θεού έχει μοναδική σημασία για τις προσπάθειες των χριστιανών θεολόγων να αναπτύξουν μια επαρκή για την εποχή μας διδασκαλία περί Θεού.


[1] O. Pöggeler, Der Denkweg Martin Heideggers, 1963
[2] Ibid. 35f
[3] Ibid. 45.
[4] Ibid. 46.
[5] M. Heidegger, Sein und Zeit, 1927, 427 n. I

Παρασκευή 6 Ιανουαρίου 2023

Η χρονικότητα του Θεού ε

 Συνέχεια από Πέμπτη 5 Ιανουαρίου 2023

Του Schubert MOgden
στην συλλογή: Zeit und Geschichte, Dankesgabe an Rudolf Bultmann zum 80. Geburtstag, ed. Erich Dinkler (Tubingen: J. C. B. Mohr, 1964), 381398.

VI

Αν αυτή η ερμηνεία τής υποσημείωσης του Heidegger είναι ορθή, τότε πιστεύω πως το μόνο που μπορούμε να συμπεράνουμε, είναι πως αυτά που λέει, έχουν την μέγιστη σημασία στο σημερινό διάλογο που λαμβάνει χώρα στην χριστιανική θεολογία. Για να διασαφηνίσω τους λόγους που στηρίζουν αυτή την πεποίθηση, θα πρέπει να παρουσιάσω ένα σχηματικό χαρακτηρισμό αυτού του διαλόγου, εφόσον έχει να κάνει με κεντρικό καθήκον της ανάπτυξης μιας επαρκούς διδασκαλίας περί Θεού, στην κατάσταση που βρισκόμαστε.

Οι συνήθεις προσπάθειες των θεολόγων σήμερα, να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα του Θεού, αντιπροσωπεύουν μια από τις δυο γενικές τοποθετήσεις. Η πρώτη τοποθέτηση είναι ο κλασσικός χριστιανικός θεϊσμός, που είναι παρόν στην Εκκλησία από την εποχή των πατέρων, όπως και η ενότητα που επέφερε, μεταξύ της πίστης όπως εκφράζεται στην Αγία Γραφή και της μεταφυσικής τής αρχαιότητας. Η μέθοδος αυτού του θεϊσμού ήταν πάντα κάποια μορφή τής αποφατικής και καταφατικής θεολογίας, και οι πιο χαρακτηριστικές της διαβεβαιώσεις πάντα περιείχαν την άρνηση ότι ο Θεός είναι με οποιοδήποτε κυριολεκτικό τρόπο χρονικός ή πραγματικά συσχετισμένος προς τον κόσμο. Στην εποχή μας, είναι ίσως λίγοι οι θεολόγοι που υποστηρίζουν αυτή την τοποθέτηση με την μορφή που είχε στην κλασσική της μεσαιωνική καθαρότητα. Μεταξύ των προτεσταντών, η επίδραση των μετακλασσικών μορφών φιλοσοφίας ήταν αρκετά μεγάλη ώστε να επιφέρει ορισμένες μικρές μεταμορφώσεις και εκλεπτύνσεις. Στην Βρετανία για παράδειγμα, στο έργο του Ian Ramsey και άλλων, αυτός ο κλασσικός θεϊσμός επαναδιατυπώνεται με μέσα που προσφέρει η σχετικά μοντέρνα φιλοσοφία της γλωσσικής ανάλυσης. Στην Αμερική, ο Paul Tillich έχει γράψει ένα λαμπρό κεφάλαιο, με μια τοποθέτηση που φέρει τα σημάδια της γερμανικής φιλοσοφίας τού 19ου αιώνα, και σε μικρότερο βαθμό του υπαρξισμού. Αλλά ακόμα και σε αυτές τις μοντέρνες τοποθετήσεις όπως των Ramsey και Tillich, διακρίνονται ακόμα πολύ εύκολα τα χαρακτηριστικά τής κλασσικής θεολογίας. Ότι και να γράφουν αποδέχονται τον μη-χρονικό θεϊσμό.

Η άλλη κύρια τοποθέτηση στον σημερινό διάλογο, είναι σαφώς πιο μοντέρνα, αλλά και πιο δύσκολο να περιγραφεί. Οι φιλοσοφικές της βάσεις ποικίλουν και λαμβάνει διάφορες μορφές. Χαρακτηριστικό όλων όμως είναι η αυστηρή απόρριψη του κλασσικού θεϊσμού και της αναλογίας που έχει ως βάση. Κοινή είναι η βαθιά πεποίθηση, περί της πραγματικότητας και σημασίας του χρόνου και της ιστορίας, που δύσκολα συμβιβάζεται με την κλασσική μεταφυσική.

Στην Ήπειρο (Continent) η κύρια έκφραση αυτής της γενικής άποψης είναι η θεολογία βασική πηγή της οποίας είναι η υπαρξιακή φιλοσοφία, είτε με την μορφή που της έδωσε ο Heidegger, είτε κάποια άλλη. Η θεολογία αυτή έχει μια γενική καχυποψία για όλη την μεταφυσική και την «φυσική θεολογία», και προσπαθεί να ερμηνεύσει τις δηλώσεις περί Θεού, ως πλήρως ή πρωταρχικώς δηλώσεις περί της ανθρώπινης ύπαρξης. Δηλαδή ως δηλώσεις που εκφράζουν μια πιθανότητα υπαρξιακής αυτό-κατανόησης. Στις Αγγλοσαξονικές χώρες, οι θεολόγοι που επηρεάστηκαν από την αναλυτική φιλοσοφία έχουν μια παρόμοια άποψη. Η απόρριψη της μεταφυσικής και της αναλογίας δικαιολογείται όχι μόνο με την επισήμανση των εγγενών αντιφάσεων στις παραδοσιακές τους μορφές, αλλά και με την απαίτηση για ένα εμπειρικό κριτήριο σημασίας και αληθείας, που καθιστά την μεταφυσική ή την θεολογική αναλογία ουσιαστικά αδύνατη. Σε αυτή την εμπειριστική βάση, οι θεολογικές δηλώσεις ερμηνεύονται ως μη πραγματικές διαβεβαιώσεις, αλλά ως «blik», ματιά, (R.M. Hare) ή ως «πρόθεση συμπεριφοράς με ένα συγκεκριμένο τρόπο» (R. B. Braithwaite). Και οι δυο χαρακτηρισμοί έχουν πιθανόν την ίδια σημασία στην χρήση του υπαρξιακού όρου «αυτό-κατανόηση».

Η πιο προκλητική δήλωση που εκφράζει αυτή την τοποθέτηση είναι αυτή του Αμερικανού θεολόγου Paul M. van Buren, στο βιβλίο του «Η εκκοσμικευμένη σημασία του Ευαγγελίου». Με σχεδόν την ίδια ορολογία όπως αυτή του Braithwaite, θεωρεί ότι οι υποτιθέμενες θεολογικές παραδοχές περί Θεού και της δράσης Του, είναι στην πραγματικότητα εκφράσεις της ανθρώπινης «ιστορικής προοπτικής», που είναι κατά κάποιο τρόπο αιτιωδώς συνδεδεμένη με την «ιστορία» της ζωής, θανάτου και ανάστασης του Ιησού από την Ναζαρέτ, ως ιστορία της ριζικής ελευθερίας του ανθρώπου. Έτσι για παράδειγμα, η αληθινή σημασία του λόγου «ο Θεός είναι αγάπη», λέγεται πως είναι κάτι σαν: «εγώ, το πρόσωπο που κάνει αυτή την δήλωση, προτίθεμαι να ζήσω μια ζωή αγαπητικής υπηρεσίας προς τους συνανθρώπους μου». Το πλεονέκτημα μιας τέτοιας ερμηνείας, είναι σύμφωνα με τον van Buren, είναι ότι όχι μόνο σέβεται τά στενά όρια του εμπειρισμού του σύγχρονου ανθρώπου, αλλά επίσης κάνει σαφή την παντελώς ανθρώπινη, ηθική και «κοσμική» σημασία του χριστιανικού ευαγγελίου.

Η άποψη του van Buren είναι αναμφίβολα ακραία, και είναι λίγοι αυτοί, οι οποίοι μοιράζονται την εκτίμηση του για την αναλυτική φιλοσοφία, και οι οποίοι θα έβγαζαν τέτοια ακραία συμπεράσματα. Η σημασία του βιβλίου του έγκειται στο ότι εξέφρασε την πλήρως μη θεϊστική τάση, που υποβόσκει στις προσπάθειες αντιμετώπισης του προβλήματος του Θεού, η οποία στηρίζεται σε αυτή την δεύτερη τοποθέτηση. Υπάρχουν φυσικά άλλες προσπάθειες, όπου η τάση αυτή απορρίπτεται. Ο Rudolf Bultmann, έχει για κάποιο καιρό τονίσει πόσο απαραίτητη είναι μια κάποια θεολογική αναλογία, και σε ένα από τα πιο πρόσφατα γραπτά του, έχει εκφράσει μια σαφή, αν και όχι κλασσική, θεϊστική ερμηνεία της ιδέας του Θεού. Αλλά και η άποψη του Bultmann δεν είναι ασφαλής από την παρεξήγηση της πρόθεσης του. Η δεύτερη τοποθέτηση δεν διακρίνεται επαρκώς από την μη θεϊστική ή την περίπου θεϊστική χρονικότητα.

Από αυτή την σύντομη περιγραφή των συνηθισμένων θεολογικών εναλλακτικών, θα πρέπει να έχει γίνει ξεκάθαρο, γιατί ο σύγχρονος διάλογος περί του ορισμού του Θεού οδηγεί αναπόφευκτα σε αδιέξοδο. Από την μια, αυτοί που αντιπροσωπεύουν τον κλασσικό θεϊσμό, είναι σε θέση να παρουσιάσουν την αναφορά στον υπερβατικό Θεό, μόνο δια της άρνησης ή σοβαρής συσκότισης της πραγματικότητας και της σημασίας της χρονικότητας. Από την άλλη πλευρά, οι εκπρόσωποι της πιο μοντέρνας άποψης καταφέρνουν να δικαιώσουν την χρονικότητα, και με τον τρόπο αυτό τον άνθρωπο και την ιστορικότητα του, μόνο δια της άρνησης ή της αποτυχίας έκφρασης της βεβαιότητας της πίστεως στο αιώνιο θεμέλιο της. Το αδιέξοδο γίνεται φανερό μόνο στις ακραίες εκφάνσεις αυτών των δυο στάσεων. Στις περισσότερες περιπτώσεις το αδιέξοδο παραμένει κρυμμένο, και βλέπουμε κλασσικούς θεϊστές που προσπαθούν να προσαρμοστούν στις ανάγκες της χρονικότητας και μοντέρνους τεμποραλιστές που αναφέρονται στον Θεό του κλασσικού θεϊσμού. Σε καμιά περίπτωση δεν μας προσφέρουν μια τρίτη εναλλακτική, και μας αφήνουν να επιλέξουμε μεταξύ της άρνησης του χρόνου και του ανθρώπου χάριν της αιωνιότητας του Θεού και της εγκατάλειψης του Θεού και του απείρου χάριν της χρονικότητας του ανθρώπου. Αυτή η τραγική επιλογή αποκαλύπτει την πραγματική φτώχεια της κατάστασης μας.

Η πρόταση του Heidegger περί της χρονικότητας του Θεού μας προσφέρει μια πραγματική λεωφόρο για να ξεφύγουμε από αυτήν ακριβώς την κατάσταση. Σε αντίθεση με αυτούς που αποδέχονται μόνο τα δυο άκρα, ο Heidegger πάει στην ρίζα του προβλήματος, και καθιστά σαφές γιατί αυτές οι δυο δεν είναι οι μόνες εναλλακτικές. Κατανοώντας το είναι, και με τον τρόπο αυτό και τον Θεό, ως ουσιαστικά χρονικό, αποδέχεται όλα όσα ένας τεμποραλιστής θα μπορούσε να αποδεχθεί, και ταυτόχρονα υποβάλλει μια μέθοδο αναλογίας ελεύθερη από αντιφάσεις, οι οποίες δικαιολογούν την απόρριψη της παραδοσιακής μεθόδου. Κάνοντας το αυτό, ο Heidegger κάνει κάτι που οι τεμποραλιστές δεν είναι σε θέση να κάνουν: μας δείχνει ότι ο Θεός μπορεί να κατανοηθεί φιλοσοφικά, και μας δείχνει και τον τρόπο, και έτσι εκθέτει μια αυθεντική φιλοσοφική θεολογία.

Από την κλασσική οπτική γωνία, η εναλλακτική που προσφέρει ο Heidegger θα θεωρηθεί ότι ζημιώνεται από τις συγκαταθέσεις που κάνει στον μοντερνισμό. Ο ριζικός του τεμποραλισμός, θα θεωρηθεί ως άρνηση της Χριστιανικής αλήθειας, και η αποφυγή της αντίφασης θα απορριφθεί ως διανοητική διάλυση του αναπόφευκτου «μυστηρίου». Το μόνο που μπορούμε να απαντήσουμε σε αυτό είναι πως η Χριστιανική πίστη δεν έχει καμιά σχέση με την αχρείαστη λογική σύγχυση, ακόμα και αν αυτή η σύγχυση από ευσέβεια ονομάζεται μυστήριο. Να τονίσουμε επίσης, πως η χρονικότητα δεν είναι άρνηση της πίστης, αλλά ένας από τους κύριους καρπούς της. Όπως έδειξε ο Friedrich Gogarten και άλλοι, η σημασία του εκκοσμικευμένου με την μοντέρνα, και με τον τρόπο αυτό η σημασία του χρόνου και της ιστορίας, δεν μπορεί να κατανοηθεί παρά συγκρίνοντας την με την μεταρρύθμιση της έννοιας της πίστεως, και η οποία τονίζει την παράδοξη ελευθερία του ανθρώπου από τον κόσμο αλλά και την ευθύνη του γι’ αυτόν. Η θεμελιώδης επίγνωση ότι ο Θεός είναι ουσιαστικά χρονικός και ότι σχετίζεται προς τους άλλους, δεν είναι επινόηση του Heidegger και κάποιων άλλων μοντέρνων φιλοσόφων. Είναι μάλλον η κεντρική ανακάλυψη που προκύπτει από την βιβλική πίστη, και ο locus classicus της είναι η Παλαιά και η Καινή Διαθήκη. Ας θυμηθούμε για παράδειγμα την περίληψη του νόμου που δίνει ο Ιησούς στο κατά Μάρκον ιβ:28-34, όπου ο Θεός που κηρύσσεται συνδέεται στενά προς τον εαυτό και τον πλησίον, έτσι ώστε η αγάπη προς αυτούς περιέχεται στην πλήρη και αμέριστη αγάπη προς Αυτόν. Ή ας δούμε μια το ίδιο χτυπητή έκφραση, στην περιγραφή της τελικής κρίσης στο κατά Ματθαίον κε:31-46, στην οποία ο Bultmann αναφέρθηκε ως την πιο εντυπωσιακή από όλες τις εκφράσεις αυτού που ο Ernst Barlach ονομάζει «οι μεταμορφώσεις του Θεού».

Επομένως, όταν ο Heidegger αποδίδει στον Θεό χρονικότητα, αυτό δεν είναι απλή αποδοχή του πνεύματος της εποχής, αλλά είναι επαναδιατύπωση των τυπικών οντολογικών όρων για την κατανόηση του Θεού, όπως προκύπτει από την Αγία Γραφή. Αυτός είναι ο βαθύτερος λόγος, για να θεωρήσουμε σύμφωνα με την άποψη του Pöggeler, πως και το γενικό θεολογικό υπόβαθρο της σκέψης του Heidegger επιβεβαιώνεται στο σημείο αυτό. Η βασική απόδειξη μιας τέτοιας θεολογικής επίδρασης, είναι πως ο Θεός για τον οποίο ο Heidegger μιλά ως φιλόσοφος, είναι ο ίδιος Θεός όπως τον βίωσε και γνώρισε η πρωτόγονη χριστιανική πίστη.

Και αν φαίνεται βέβαιο πως η πρόταση του Heidegger θα προκαλέσει ερωτήματα στους κλασσικούς θεϊστές, φοβόμαστε πως το ίδιο ισχύει και για την ομάδα που αντιπροσωπεύει την μοντέρνα θεολογική τοποθέτηση. Από την δική τους σκοπιά, η άποψη του Heidegger φαίνεται πως πέφτει πίσω στην μεταφυσική και την φυσική θεολογία, που στην καλύτερη έχει μια αρνητική θεολογική επίδραση. Αλλά και στο σημείο αυτό μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τις κριτικές. Αν η πρόταση του Heidegger εμπεριέχει μεταφυσική, αλλά ακόμα και φυσική θεολογία, αυτές είναι ριζικά διαφορετικές από αυτό που αντιπροσωπεύουν παραδοσιακά τα ονόματα τους. Οι δυσφημήσεις επομένως δεν έχουν καμιά επίδραση. Τονίσαμε σε αρκετή έκταση πως οι προτάσεις του Heidegger περί Θεού, που έχουν ως βάση την αναλογία είναι ελεύθερες από τις συνηθισμένες αντιφάσεις, ώστε ξεφεύγουν από «θάνατο των χιλιάδων ιδιοτήτων» που απειλεί τις παραδοχές που κάνει η παραδοσιακή μέθοδος της αναλογίας. Επιπλέον, ο Θεός στον οποίο αναφέρεται, είναι κάθε άλλο παρά άσχετος προς τις ηθικές και κοσμικές μας αποφάσεις. Αντιθέτως, εμπλέκεται με αυτές με τον πιο προσωπικό τρόπο, και είναι το θεμέλιο της σημασίας τους. Επειδή ο Θεός είναι ουσιαστικά εν-τω-κόσμω-είναι, και βρίσκεται σε πραγματική εσωτερική σχέση προς εμάς και όλους τους άλλους, το έσχατο πλαίσιο των δικών μας πεπερασμένων αποφάσεων είναι η αιώνια ζωή του Θεού. Με τον τρόπο αυτό είμαστε σε θέση να καταστήσουμε την πεποίθηση μας πραγματικά πνευματική (διανοητική). Τέλος, η κοινώς αποδεκτή θέση πως ο Θεός της πίστης δεν είναι ο deus philosophorum, ο Θεός των φιλοσόφων, χάνει την δύναμη της λόγω της πρότασης του Heidegger. Αν η θέση αυτή εννοεί πως το είναι του Θεού δεν είναι το μεταφυσικό Απόλυτο, αλλά το είναι του Ενός το οποίο είναι αυθεντικά προσωπικό, τότε συμφωνεί με αυτό που λέει ο Heidegger. Αν από την άλλη εννοεί, πως η πίστη στον Θεό είναι κάτι διαφορετικό από φιλοσοφική ερμηνεία της ουσίας του Θεού, και αυτό το λαμβάνει υπ’ όψιν η θέση του Heidegger. Πράγματι, κατανοώντας τον Θεό ως άπειρη χρονικότητα, παρέχει την μόνη δυνατή βάση, για να γίνει αυτή η διάκριση με ένα σαφή και αυτό-συνεπή τρόπο.

Το μόνο που μπορώ να συμπεράνω λοιπόν, είναι πως η πρόταση του Heidegger στο «Είναι και Χρόνος», έχει μοναδική σημασία για την σημερινή κατάσταση στην θεολογία. Αυτό δεν σημαίνει πως θεωρώ αυτές τις λίγες προτάσεις ως επαρκή μορφή έκφρασης αυτής της τοποθέτησης. Από όσα γνωρίζω, ο Heidegger δεν αναπτύσσει πουθενά την ιδέα του αυτή, και είναι πιθανόν ότι το έργο της «ύστερης» λεγόμενης φάσης του να περιέχει και την ανατροπή της πρότασης αυτής. Εν πάση περιπτώσει, υπάρχουν σύγχρονοι φιλόσοφοι-ο πιο αξιοσημείωτος είναι ο Αμερικανός στοχαστής Charles Hartshorne-οι οποίοι θωρούν πως η άποψη αυτή δεν βρίσκεται σε μια υποσημείωση, αλλά εκτίθεται επιμελώς στην νεοκλασσική μεταφυσική. Όπως και να έχουν τα πράγματα, είμαι πεπεισμένος, πως αυτή την βαθιά αλήθεια περί της χρονικότητας του Θεού, θα πρέπει αργά ή γρήγορα να την μάθουμε εμείς οι θεολόγοι, και επίσης πιστεύω πως η υποσημείωση του Heidegger μπορεί να μας την διδάξει. Στο σημείο αυτό δεν μπορώ παρά να θυμηθώ τα λόγια του Gogarten, που αναφέρονται σε παρόμοια θεματολογία: «Δεν χρειάζεται να το μάθει κανείς αυτό απαραίτητα από τον Heidegger. Αν νομίζει ότι από αλλού μπορεί να το μάθει καλύτερα, έχει καλώς. Με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο όμως, πρέπει να το μάθει.»

                                  Τέλος.

ΟΥΔΕΠΟΤΕ Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΑΠΕΔΕΧΘΗ ΤΗΝ ΑΝΑΛΟΓΙΑ.  Η ΠΑΓΙΔΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΕΛΕΥΘΕΡΩΘΟΥΝ ΕΙΝΑΙ Η ΨΕΥΔΟΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΙ ΑΚΙΝΑΤΗ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΚΤΙΣΤΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΩΝ ΤΟΥ ΘΕΟΥ. ΔΕΝ ΚΑΤΑΝΟΟΥΝ ΛΟΙΠΟΝ ΤΗΝ ΜΕΤΟΧΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΟΥΣΙΩΣΗ ΤΗΣ ΦΥΣΕΩΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ, ΟΠΩΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΖΩΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΦΥΣΕΩΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΤΙΣΕΩΣ, ΤΗΝ ΠΡΟΝΟΙΑ, ΑΝΑΓΚΑΖΟΜΕΝΟΙ ΝΑ ΕΠΙΝΟΟΥΝ ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΑΤΑ.
ΤΟ ΑΙΩΝΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΑΠΕΙΡΟ ΔΕΝ ΑΝΗΚΟΥΝ ΣΤΟΝ ΘΕΟ. ΕΙΝΑΙ ΛΟΓΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΕΝΕΚΕΝ ΚΑΙ Η ΧΡΗΣΗ ΤΟΥΣ ΣΤΗΝ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΒΑΣΙΖΕΤΑΙ ΣΤΑ ΔΥΟ Α'ΠΡΙΟΡΙ ΤΟΥ ΚΑΝΤ, ΤΟΝ ΧΩΡΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ.

Αμέθυστος

Πέμπτη 5 Ιανουαρίου 2023

Η χρονικότητα του Θεού δ


Του Schubert M. Ogden

στην συλλογή: Zeit und Geschichte, Dankesgabe an Rudolf Bultmann zum 80. Geburtstag, ed. Erich Dinkler (Tubingen: J. C. B. Mohr, 1964), 381‑398.
ΙV
Όπως ο Heidegger θεωρεί τον άνθρωπο, το στοιχείο που τον χαρακτηρίζει δεν είναι η χρονικότητα του, αλλά η περατότητα (Endlichkeit) του. Ο άνθρωπος δεν είναι μόνο εν-τω-κόσμω-είναι, σε σχέση με τους άλλους και σε σχέση με το ίδιο του το μέλλον και παρελθόν. Είναι επίσης ύπαρξη που περιγράφεται από συγκεκριμένα όρια, και επομένως περιβάλλεται από αυτό που η ίδια δεν είναι. Έτσι για παράδειγμα, η χρονικότητα του είναι χρονικά καθορισμένη. Κατά πρώτον, ο άνθρωπος δεν είναι το υπόστρωμα ή η αρχή της ίδιας του της ύπαρξης, αλλά βρίσκει τον εαυτό του «ερριμμένο» (geworfen) μέσα στον κόσμο, σαν έχει προέλθει επομένως από μια πηγή πέραν του εαυτού του. Η γέννηση του είναι μια διαρκής υπόμνηση, πως κάποτε δεν υπήρχε, και το γεγονός αυτού του «τίποτα» (Nichts), θέτει ένα αδιαπέραστο όριο στην ύπαρξη του ως ανθρώπου. Αυτό το προηγούμενο του τίποτα, δεν είναι το μόνο χρονικό όριο που τον περιορίζει. Καθορίζεται επίσης από το επόμενο τίποτα του θανάτου, πέρα από το οποίο γνωρίζει πως δε θα υπάρχει. Ο Heidegger επιμένει, πως ο άνθρωπος διαπιστώνει την δυνατότητα του για αυθεντική ύπαρξη, όντας «είναι-προς-θάνατον» (Sein-zum-Tode), ως αποφασιστική αποδοχή της περατότητας μέσα στον χρόνο, που ο θάνατος αποκαλύπτει με τον πιο ισχυρό τρόπο. Επειδή η χρονικότητα που καθορίζει την ύπαρξη του, είναι η ίδια χρονικά πεπερασμένη και περιορισμένη, ο άνθρωπος μπορεί να είναι αυτό που αληθινά είναι, μόνο με την πλήρη συνείδηση της περατότητας του και της αποδοχής των χρονικών του ορίων.
Στην περίπτωση του Θεού βέβαια, το διακριτικό στοιχείο είναι η πλήρης απουσία τέτοιας χρονικής περατότητας και χρονικών ορίων. Η δήλωση του Heidegger, πως η χρονικότητα του Θεού είναι άπειρη, μπορεί να σημαίνει μόνο, πως σε ριζική αντίθεση προς τον άνθρωπο, η χρονικότητα του Θεού δεν περιορίζεται χρονικά.[ Ο ΘΕΟΣ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΣΩΜΑ] Επομένως δεν υπάρχει χρόνος κατά τον οποίο ο Θεός δεν υπήρξε, ούτε υπάρχει ο χρόνος κατά τον οποίο θα πάψει να υπάρχει. Σε αντίθεση προς τον άνθρωπο, το είναι του Θεού δεν άρχισε ούτε θα τελειώσει. Το παρελθόν και το μέλλον προς τα οποία σχετίζεται σε κάθε διαδοχική στιγμή της παρούσας εμπειρίας του, δεν μπορεί να είναι παρά απεριόριστο παρελθόν και μέλλον.[Πώς κατανοεί τόν χρόνο τού θεού σάν παρελθόν, εφόσον ο θεός δέν προέρχεται από μία πηγή πέραν τού εαυτού του; Δύσκολη ιστορία η θεολογία.]
Αν έχουν έτσι τα πράγματα, τότε η αποχώρηση του Heidegger από την θεολογική παράδοση, όσο ριζική και να είναι, δεν απορρίπτει εξολοκλήρου τους ισχυρισμούς της. Και για τον ίδιο υπάρχει μια ποιοτική διαφορά, μια διάκριση όχι απλά στο επίπεδο των γεγονότων, αλλά μια διάκριση αρχής, μεταξύ του πεπερασμένου είναι του ανθρώπου και του άπειρου είναι του Θεού. Η διαφορά του Heidegger από την παράδοση, είναι πως ορίζει την διαφορετικότητα του Θεού, όχι ως μια άρνηση της χρονικότητας, αλλά ως την σημαντικότερή της έκφανση. Η αιωνιότητα του Θεού δεν είναι απλή απουσία χρόνου, αλλά μια άπειρη πληρότητα χρόνου, για την οποία η δική μας περιορισμένη χρονικότητα παρέχει μια πραγματική, αλλά όχι σαφή ομοιότητα.[πώς εννοεί τόν χρόνο χωρίς σώμα; πώς εννοεί τό καθ' ομοίωσιν κατά γράμμα;] Αυτό σημαίνει πως η από τον Heidegger προτεινόμενη επαναδιατύπωση της analogia entis, δεν κινδυνεύει όπως η κλασσική διατύπωση, από την αντιφατικότητα. Χαρακτηριστικά που περιέχουν χρονικές διακρίσεις μπορούν να αποδοθούν στον Θεό, χωρίς να καθίστανται κενά νοήματος δια των αντίθετων σημασιών. Και η αποδοχή της ποιοτικής διάκρισης του Θεού από τα άλλα όντα, δεν αποκλείει, αλλά υπονοεί θετικά το νόημα μιας τέτοιας απόδοσης χαρακτηριστικών στον Θεό.
Αλλά ο πεπερασμένος χαρακτήρας του ανθρώπου, όπως τον θεωρεί ο Heidegger, δεν έγκειται μόνο στον περιορισμό της χρονικότητας του μέσα στον χρόνο. Το είναι του είναι επίσης ριζικά περιορισμένο μέσα στον χώρο. Ο κόσμος του ανθρώπου, αποτελούμενος από άλλα όντα προς τα οποία ο άνθρωπος συσχετίζεται ουσιαστικά και πραγματικά, ποτέ δεν συμπίπτει με τήν πληρότητα των όντων ως τέτοια, αλλά είναι πάντα περιορισμένος στο φαινομενικό πεδίο, δεμένος σε ένα εξωτερικό περιβάλλον. Όπως έχουμε δει, ο λόγος είναι πως, το γεγονός ότι ο άνθρωπος έχει ένα κόσμο δεν οφείλεται στην ανοικτοσύνη τού ανθρώπου προς την δυνατότητα ως τέτοια. Οφείλεται στο γεγονός πως ο άνθρωπος είναι αναγκαστικά περιορισμένος σε ένα συγκεκριμένο φάσμα δυνατοτήτων, τις οποίες κληρονομεί από το πεπερασμένο του παρελθόν και τις οποίες προβάλλει στο πεπερασμένο του μέλλον. Επομένως η συσχέτιση του ανθρώπου προς τους άλλους είναι και η ίδια σχετική. Ο άνθρωπος δεν συμμετέχει πλήρως σε αυτά προς τα οποία σχετίζεται, όπως αυτά πράγματι είναι, αλλά αναγκάζεται να τα συναντήσει υπό την προοπτική την οποία τού επιβάλλουν οι δικές του προβολές (προβάλλοντας τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος καταλαβαίνει τον εαυτό του). Φυσικά στην καθημερινή του ύπαρξη, ο άνθρωπος δεν έχει πλήρη συνείδηση αυτού του χωρικού περιορισμού του κόσμου του, και κρύβει από τον εαυτό του τον καταστατικό χαρακτήρα της «αλήθειας», η οποία αποτελείται από τις ιδιαίτερα περιορισμένες συναντήσεις του με τους άλλους. Θεωρεί τα άλλα πράγματα και πρόσωπα, ως απλά αντικείμενα της πεπερασμένης του αντίληψης, και έτσι «πέφτει» ή υποκύπτει στον κόσμο του, απολυτοποιώντας τους περιορισμούς του (του κόσμου). Ως αυθεντική ύπαρξη όμως, ο άνθρωπος αναγνωρίζει πως η αλήθεια στην οποία βρίσκεται είναι πάντα μια σχετική αλήθεια, και κρατά τον εαυτό ανοικτό για κάθε νέα συνάντηση με τους άλλους, το είναι των οποίων υπερβαίνει το γεγονός πως είναι για τον προς αυτά σχετιζόμενο απλώς αντικείμενα μέσα στον κόσμο του. Επειδή όμως ο άνθρωπος είναι αναγκασμένος να συνεχίζει να υπάρχει εντός του κόσμου του, και μπορεί κάθε στιγμή να υποκύψει σε ένα νέο δεσμό μαζί του, η αυθεντικότητα συνίσταται στο ότι είναι διαλεκτικά ελεύθερη από τον κόσμο, και με τον τρόπο αυτό ελεύθερη από τον ίδιο και άλλα όντα που αποτελούν το περιβάλλον του.
Βάσει αυτών, ο άπειρος χαρακτήρας που ο Heidegger αποδίδει στην χρονικότητα του Θεού, μπορεί μόνο να επισημάνει την ποιοτική διαφορά του από τον άνθρωπο. Αν και το είναι του Θεού, όπως και το είναι του ανθρώπου, είναι ένα εν-τω-κόσμω-είναι, στην πραγματική όμως σχέση προς τους άλλους, η φύση της σχέσης του Θεού προς τους άλλους είναι ριζικά διαφορετική από αυτήν του ανθρώπου, αφού δεν είναι απλά σχετική, αλλά πλήρως απόλυτη. Το γεγονός ότι ο Θεός σχετίζεται προς άλλα όντα, δεν είναι σχετικό προς οτιδήποτε πέραν του Θεού, αλλά θεμελιώνεται στην δική του πλήρη ανοικτοσύνη προς την δυνατότητα ή προς το μέλλον καθ’ εαυτώ. Επομένως, ο κόσμος του Θεού δεν μπορεί να περιλαμβάνει τίποτε λιγότερο από το σύνολο-πλήρωμα όλων των όντων διαφορετικών από τον ίδιο, παρόντων και παρελθόντων. Το μόνο του περιβάλλον είναι το πλήρως εσωτερικό περιβάλλον, το οποίο περιβάλλεται όχι από την πεπερασμένη, αλλά από την άπειρη φροντίδα του. Επιπλέον, η αλήθεια η οποία προκύπτει από την συνάντηση του Θεού με τον κόσμο του, δεν είναι απλά κάποια σχετική αλήθεια, αλλά η αλήθεια- αλήθεια με την απόλυτη και οριστική σημασία της. Το τελικό μέτρο όλων των όντων, είναι ακριβώς η ύπαρξη τους μέσα στην και για την άπειρη φροντίδα του Θεού. Και το οργανωμένο όλο της σημασίας που σε κάθε στιγμή αποτελεί τον πραγματικό του κόσμο, είναι η τελική ολοκλήρωση όλως των σημασιών που υφίστανται.
Για μια ακόμη φορά βλέπουμε πως η αντίθεση του Heidegger προς την θεολογική παράδοση, όσο οξεία και αν είναι, δεν είναι αδικαιολόγητη. Κατά την άποψη του, ο Θεός είναι ουσιαστικά διαφορετικός από τον άνθρωπο, αφού υπάρχει με ένα πραγματικά μη σχετικό, δηλαδή απόλυτο τρόπο. Ενώ όμως για την παράδοση η απολυτότητα του Θεού περιλαμβάνει την άρνηση της πραγματικής του σχέσης προς άλλους, για τον Heidegger, η πραγματική σχέση του Θεού προς όλα, και όχι η απλή σχέση προς κάτι άλλο από αυτόν, ορίζει το είναι του ως απόλυτο. Το ένα πράγμα που στον Θεό είναι αυστηρά ανεξάρτητο, που δεν σχετίζεται με κανένα άλλο ον, είναι η ουσιαστική του δομή, τό σημαίνον εν-τω-κόσμω-είναι, τό σημαίνον είναι, σε πραγματική σχέση προς άλλους και με τον τρόπο αυτό σε αυθεντική εξάρτηση από αυτούς. Το δικό μας εν-τω-κόσμω-είναι είναι μια θολή εικόνα αυτής της χωρίς όρια σχετικότητας και εξάρτησης. Σε αυτήν ακριβώς την εικόνα έχουν την αναλογική τους βάση οι ιδιότητες του Θεού, οι τόσο σημαντικές για την κατανόηση της χριστιανικής πίστης και της Αγίας Γραφής. Οι ιδιότητες αυτές σύμφωνα με τον Heidegger δεν αντιφάσκουν προς τον άπειρο ή απόλυτο χαρακτήρα του Θεού, αλλά δεν εκφράζουν την ουσιαστική σημασία του χαρακτήρα αυτού.
Από όλα αυτά, όπως και από το προηγούμενο επιχείρημα, πρέπει να έχει γίνει σαφές γιατί ο Heidegger πρέπει να θεωρεί το αβέβαιο ως το καλύτερο, ενώ η παραδοσιακή via negationis et eminentiae (αποφατική και καταφατική θεολογία) προσφέρει μια ισχύουσα θεολογική μέθοδο. Ερμηνεύοντας την πρόταση του, την οποία αναπτύξαμε εδώ, επισημαίνει μια διαφορετική θεωρία και πράξη της αναλογίας, από αυτή του παραδοσιακού δρόμου. Σημειώσαμε πως η δυσκολία που παρουσιάζει ο παραδοσιακός δρόμος, όπως και όλη η θεϊστική τοποθέτηση, της οποίας η αναλογία αποτελεί τμήμα, είναι η αντίφαση των δυο στοιχείων από τα οποία αποτελείται. Οι θετικές ιδιότητες που αποδίδονται στον Θεό δια του δρόμου της (καταφατικής θεολογίας) eminence είναι στην πραγματικότητα κενές νοήματος. Καθίστανται κενές νοήματος δια των απόλυτων αρνήσεων στις οποίες καταλήγει κανείς δια της αποφατικής οδού. Και έτσι, ενώ ο κλασικός δρόμος προσποιείται πως ακολουθεί την μέση οδό μεταξύ ανθρωπομορφισμού και αγνωστικισμού, δεν καταφέρνει να αποφύγει ούτε το ένα ούτε το άλλο, αλλά τα χρησιμοποιεί αναλόγως της περίστασης.
Ο λόγος που ισχύει αυτό, είναι ότι η παραδοσιακή αποφατική θεολογία, οδηγεί στην κυριολεκτική άρνηση, όχι μόνο τών ορίων της περατότητας του Θεού, αλλά όπως δείχνει ο Heidegger, και στην άρνηση των θετικών ιδιοτήτων, εγγενών στην σημασία του είναι, και υπονοείται επίσης από τα συνηθισμένα προσωνύμια της καταφατικής θεολογίας, δηλ της πρωταρχικής χρονικότητας και εσωτερικής συσχέτισης προς τους άλλους. Μια τέτοια άρνηση δεν μπορεί παρά να φαίνεται τυχαία, μέχρι να διαπιστώσει κανείς μαζί με τον Heidegger, πως η αποφατική και η καταφατική θεολογία, αλλά και η όλη μεταφυσική στάση στην οποία ανήκουν, δεν προσανατολίζεται στο πρωταρχικό φαινόμενο της δικής μας ύπαρξης ως εαυτών που βιώνουν τις εμπειρίες, αλλά στρέφεται στο εξ επαγωγής φαινόμενο του αντικειμενικού κόσμου, ως πεδίου όπου λαμβάνει χώρα η συνηθισμένη μας αντίληψη. Βάσει αυτού του προσανατολισμού, η χρονικότητα μπορεί να σημαίνει μόνο την διαδοχή εξ ολοκλήρου εξωτερικά σχετιζόμενων στιγμών. Η δε συσχέτιση προς του άλλους σημαίνει μόνο την απλή θέση στην σχέση προς το εξωτερικό περιβάλλον. Επομένως, όταν μιλούμε για άπειρη χρονικότητα και συσχέτιση, έχουμε μια θολή contradictio in adiecto, και η ποιοτική μοναδικότητα του Θεού μπορεί να οριστεί μόνο με την άρνηση όλων των χρονικών διακρίσεων και σχέσεων προς τους άλλους. Εφόσον όμως ο συνηθισμένος ανθρωπομορφικός χαρακτηρισμός του Θεού δια του καταφατικού δρόμου, προσανατολίζεται προς το ίδιο εξ επαγωγής φαινόμενο, και επομένως προϋποθέτει την ίδια σημασία για την χρονικότητα και συσχετικότητα, μια τέτοια αποφατική στάση μπορεί να περιέχει μόνο πλήρη άρνηση ή αντίφαση. Από εδώ προκύπτει και η οικεία κατάσταση, όπου ο προσωπικός Θεός, όπως περιγράφεται στην μυθική γλώσσα της Γραφής, «απομυθοποιείται» με όρους μεταφυσικής κατασκευής του άπειρου όντος, που αδειάζει μια τέτοια γλώσσα από κάθε νόημα.
Η πρόταση του Heidegger βέβαια, υπερβαίνει αυτή την κατάσταση, και προσανατολίζεται προς την θεωρία και την πράξη πέραν της αποφατικής και καταφατικής οδού. Επειδή ο βασικός οντολογικός προσανατολισμός του Heidegger δεν είναι ο αντικειμενικός κόσμος της συνηθισμένης αντίληψης, το πρωταρχικό φαινόμενο της ανθρώπινης ύπαρξης, φαίνεται πως η περατότητα για τον Heidegger δεν συνίσταται στην χρονικότητα και συσχετικότητα ως τέτοιες, αλλά στον περιορισμένο τρόπο αυτών των ιδιοτήτων, όπως αρμόζουν στην ύπαρξη μας ως ανθρώπων. Στην αληθινή τους πρωταρχική σημασία, η χρονικότητα και η σχετικιστική δομή είναι συνιστώσες του είναι, και η μοναδικότητα λοιπόν τού Θεού κατασκευάζεται όχι απλά δια της αρνήσεως των ιδιοτήτων αυτών, αλλά δια της συλλήψεως τους στον άπειρο τους τρόπο, δια της αρνήσεως των ορίων τους, όπως τα αντιλαμβανόμαστε στον εαυτό μας.[ ο θεός είναι υπεράνθρωπος]. Παρόλο που η μέθοδος της αναλογίας που προτείνει ο Heidegger έχει στοιχεία παράλληλα προς την κλασική μέθοδο, δεν χρησιμοποιεί εσφαλμένα την θεμελιώδη διάκριση της μεθόδου. Κατά την γνώμη του, μπορούμε να συνεχίσουμε να μιλάμε για κατάφαση και απόφαση, αλλά με νέα και διαφορετική σημασία, σε σύγκριση προς την θεολογική παράδοση.


Συνεχίζεται
Αμέθυστος.

Τετάρτη 4 Ιανουαρίου 2023

Η χρονικότητα του Θεού γ

 Συνέχεια από Τρίτη 3 Ιανουαρίου 2023

Του Schubert MOgden

στην συλλογή: Zeit und Geschichte, Dankesgabe an Rudolf Bultmann zum 80. Geburtstag, ed. Erich Dinkler (Tubingen: J. C. B. Mohr, 1964), 381398.
ΙΙΙ

Αποδεχόμενος επομένως την χρονικότητα του Θεού, ο Heidegger αποχωρεί ριζικά από την κλασική δυτική παράδοση της φιλοσοφικής θεολογίας. Το χαρακτηριστικό αυτής της παράδοσης ήταν η άρνηση πως ο Θεός μπορεί να συγγενεύει, με οποιοδήποτε τρόπο, με άλλο ον εκτός από τον εαυτό του. Ως «causa sui», το είναι του οποίου προέρχεται μόνο από τον εαυτό του (a se), η μόνη σχέση του Θεού προς τον κόσμο είναι η πλήρως εξωτερική σχέση του μεταφυσικού «απολύτου». Φυσικά, στις παραλλαγές αυτές της παράδοσης, όπου η επίδραση της καθαρά χριστιανικής εμπειρίας, δεν ήταν απλώς συμβολική, αυτή η άρνηση της πραγματικής σχέσης προς τον Θεό, δεν ήταν ποτέ ξεκάθαρη. Αναγνωρίζοντας πως ο Θεός των Γραφών είναι αναμφισβήτητα ο Θεός που σχετίζεται με τα πλάσματα του, οι θεολόγοι έδωσαν την δυνατότητα η θεότητα να χαρακτηρίζεται με έννοιες σχέσης, δεδομένου ότι αυτές κατανοούνται αναλογικά και όχι κυριολεκτικά. Η δυσκολία βέβαια που προκύπτει από τις συμβατικές μεταφυσικές προϋποθέσεις, είναι πως λέγοντας ότι ο Θεός δεν σχετίζεται κυριολεκτικά με τον κόσμο, σημαίνει πως κυριολεκτικά δεν σχετίζεται με τον κόσμο. Και έτσι η κλασική analogia entis, όπως και παραδοσιακός θεϊσμός εν γένει, απειλείται από αντιφάσεις και αυτό-αναίρεση. Προτείνοντας όμως, πως το είναι του Θεού μπορεί να συλληφθεί ως χρονικό, ο Heidegger διαφεύγει ακριβώς από αυτό τον θεϊσμό. Ανοίγει τον δρόμο για μια θέα του Θεού, έτσι όπως ο ίδιος είναι στη σχέση του με τα άλλα όντα, και με τον τρόπο αυτό την θέα του Θεού ως όντος ριζικά διαφορετικού από το απόλυτο της μεταφυσικής παράδοσης.
Επιπλέον, από την αναλογία που προτείνει ο Heidegger υπονοείται πως ο Θεός, όπως και ο άνθρωπος, έχει παρελθόν και μέλλον, αλλά και παρόν, χαρακτηριστικό που περιγράφεται με τον όρο «πρωταρχική χρονικότητα». Αναγνωρίζεται συνήθως, πως μια από τις σημαντικότερες συνεισφορές του Heidegger στην φιλοσοφία, είναι η γενική διασάφηση του φαινομένου του χρόνου, στη οποία αφιερώνεται ένα σημαντικό μέρος του «Είναι και Χρόνος». Η καθοδηγητική ιδέα αυτής της διασάφησης, είναι πως η καθημερινή μας εμπειρία του χρόνου, στην οποία βασίζεται και η έννοια του «κοινού»(πρόστυχου) χρόνου, δεν είναι αυθεντική, αλλά ένα παράγωγο, που θεμελιώνεται στην περισσότερο πρωταρχική χρονικότητα. Χτίζοντας πάνω στα θεμέλια που πρώτος έθεσε ο Αυγουστίνος, στην ανάλυση του χρόνου όπως παρουσιάζεται στις Εξομολογήσεις, ο Heidegger ισχυρίζεται, πως ο αληθινά πρωταρχικός χρόνος της εμπειρίας μας, δεν είναι η χρονικότητα-εντός, με την οποία ταξινομούμε τα αντικείμενα των εξωτερικών μας προσλήψεων, αλλά ο χρόνος που προκύπτει από την εμπειρία μας πως ο χρόνος λαμβάνει χώρα. Ακριβώς ως φροντίδα, η ανθρώπινη ύπαρξη δεν σχετίζεται μόνο με το είναι των άλλων, αλλά με τον εαυτό της: με το παρελθόν δια της μνήμης, και ακόμα πιο σημαντικό, σχετίζεται προς τις μελλοντικές της δυνατότητες δια της προσμονής. Ο Heidegger ισχυρίζεται, πως μόνο δια της σχέσης προς το μέλλον του, και επομένως και προς το παρελθόν του, ο άνθρωπος είναι σε θέση να έχει οποιοδήποτε κόσμο, οποιαδήποτε παροντική σχέση με άλλους. Μόνο επειδή διαρκώς προβάλλουμε τους εαυτούς μας στο μέλλον, με όρους ενός συγκεκριμένου φάσματος δυνατοτήτων, που κληρονομήσαμε από το παρελθόν μας, συμμετέχουμε στην καλώς οργανωμένη «σημαντικότητα» (Bedeutsamkeit), η οποία συνιστά τον κόσμο μας. Επομένως, όταν το παρόν συλλαμβάνεται στην πρωταρχική του σημασία, τότε το παρόν δεν είναι ένα χωρίς προεκτάσεις σημείο της εμπειρίας μας, αλλά μια αποφασιστική στιγμή (Augenblick), κατά την οποία η εμπειρία μας λαμβάνει χώρα και υφίσταται ως τέτοιο, το παρόν επεκτείνεται τόσο στο παρελθόν, όσο και στο μέλλον, και είναι στην πραγματικότητα η ένωση των δυο αυτών τρόπων ή «εκστάσεων» (Ekstasen) του χρόνου.[ Αλλη μία ένωση τών αντιθέτων.] Η πρωταρχική χρονικότητα επομένως, είναι απλώς η δομή τού είναι μας ως εαυτών που βιώνουν την εμπειρία. Στις διαδοχικές περιστάσεις της εμπειρίας η δομή αυτή καθίσταται διαρκώς χρονική, με την μορφή μιας διαρκώς εκ νέου συνθέσεως, του προσδοκώμενου μέλλοντος και του εκ μνήμης παρελθόντος, σε οργανωμένα σύνολα σημαντικότητας.
Εάν λοιπόν αποδώσουμε στο Θεό χρονικότητα, αυτό σημαίνει τίποτα λιγότερο, παρά ότι και αυτός είναι ένας εαυτός που βιώνει τις εμπειρίες, και προσμένει το μέλλον και θυμάται το παρελθόν, του οποίου οι διαδοχικές περιστάσεις της παροντικής εμπειρίας είναι χρονικά συμβάντα. Αποδεχόμενος αυτό, ο Heidegger έρχεται για μια ακόμα φορά σε οξεία αντίθεση με την κλασική θεολογική παράδοση. Όπως επισημαίνει στην υποσημείωση, η παραδοσιακή αντίληψη περί Θεού ως αιώνιου, ανήκει στον γενικό προσανατολισμό της κλασικής φιλοσοφίας προς την κοινή αντίληψη περί χρόνου, η οποία πηγάζει από τήν κανονική μας πρόσληψη  των αντικειμένων, τα οποία βρίσκονται εντός του πεδίου του φαινομενικού μας κόσμου. Βάσει αυτής της κατανόησης, το παρόν είναι μια στιγμή χωρίς επεκτάσεις ή ένα τώρα (Jetzt), και ο χρόνος ως όλο είναι ένα ατέλειωτο συνεχές τέτοιων στιγμών, όπου το τώρα κινείται διαρκώς, καθώς η μια στιγμή διαδέχεται την άλλη. Αναφερόμενοι σε αυτή την αντίληψη περί χρόνου, ως «κινούμενης εικόνας», η αιωνιότητα ορίζεται ως ένα «στατικό τώρα» ή απλή μη χρονικότητα ή έλλειψη χρόνου. Όταν λοιπόν οι παραδοσιακοί θεολόγοι μιλούν περί αιωνιότητας του Θεού αναφέρονται στην πραγματικότητα σε μια τέτοια έλλειψη χρόνου, σε μια απουσία οποιωνδήποτε χρονικών διακρίσεων. Επίσης αληθές είναι, πως η απόλυτη άρνηση τους να αποδεχθούν μια βασική έννοια περί Θεού, είναι λίγο πολύ αμφίβολη. Αναλογικά τουλάχιστον, ο Θεός γίνεται συμβατικά αντιληπτός ως έχων θέληση ή πρόθεση, όπως και άλλες τέλειες ιδιότητες, που υπονοούν χρονικές διακρίσεις. Μια τέτοια αναλογική αναφορά, είναι κενή νοήματος, λόγω της μή αναλογικής άρνησης, ότι το είναι του Θεού μπορεί να είναι με οποιοδήποτε τρόπο χρονικό. Η έννοια αυτής της αιωνιότητας κατανοείται ως κυριολεκτική άρνηση ή αποκλεισμός των διακρίσεων που περιέχει η έννοια της χρονικότητας. Για τον Heidegger από την άλλη, οι λογικές σχέσεις μεταξύ των δυο εννοιών, δεν έχουν χαρακτήρα αμοιβαίας άρνησης και αποκλεισμού, αλλά εντελώς θετικό χαρακτήρα, όπου το ένα υπονοεί το άλλο. Ο Heidegger θεωρεί πως μπορούμε να συλλάβουμε ορθώς την αιωνιότητα του Θεού, εάν την κατασκευάσουμε ως την χρονικότητα του.
Με αυτή την επισήμανση ερχόμαστε στην δεύτερη υπόθεση. Κρίσιμη για την κατανόηση των λεγομένων του Heidegger. Στην συζήτηση μας υποθέσαμε, για λόγους που έχουν εν μέρει εξηγηθεί, πως η σχέση μεταξύ ανθρώπου και Θεού, όπως την αποδέχεται ο Heidegger, είναι μια αναλογική σχέση. Η επιχειρηματολογία μας προσπάθησε να δείξει μέχρι τώρα, το ελάχιστο που πρέπει να υποτεθεί, ώστε η αναλογία αυτή να έχει οποιοδήποτε νόημα. Είπαμε επομένως, πως εάν το είναι του Θεού κατασκευαστεί ως μια περισσότερο πρωταρχική χρονικότητα, αυτό μπορεί να σημαίνει μόνο, πως ο Θεός, όπως και ο άνθρωπος, είναι ουσιαστικά ένα εν-τω-κόσμω-είναι, σε εσωτερική σχέση με τους άλλους. Σημαίνει επίσης, πως ως τέτοιο είδος εαυτού, ο οποίος φροντίζει και βιώνει την εμπειρία, κάθε μια από τις διαδοχικές του περιστάσεις παροντικής εμπειρίας εμπεριέχουν τις ίδιες σχέσεις προς το μέλλον και το παρελθόν, όπως και οι δικές μας περιστάσεις  τής ανθρώπινης εμπειρίας. Αν όμως μόνο αυτό μπορούσαμε να πούμε, δε θα μπορούσαμε να ερμηνεύσουμε την σχέση μεταξύ ανθρώπου και Θεού ως αναλογική σχέση, όπως σκοπεύει ο Heidegger. Η έννοια της αναλογίας υπονοεί μια διαφορά, αλλά και μια ομοιότητα, των δυο αναλόγων τα οποία συσχετίζει. Επομένως, εάν το είναι του Θεού δομηθεί ως ανάλογο προς το ανθρώπινο είναι, αυτό σημαίνει πως η ουσιαστική δομή του Θεού δεν είναι μόνο ίδια προς αυτήν του ανθρώπου, αλλά και σε σημαντικά σημεία διαφορετική. Αυτό φυσικά επιβεβαιώνει ο Heidegger, όταν προτείνει η αιωνιότητα του Θεού να δομηθεί όχι απλώς ως χρονικότητα, αλλά ως μια χρονικότητα «άπειρη» (unendlich)9 (πρέπει να σημειωθεί, πως ο Heidegger βάζει την λέξη άπειρο,στα εισαγωγικά. Ο λόγος είναι, ότι σε άλλες περιπτώσεις χρησιμοποιεί τον όρο μαζί με την κοινή έννοια του χρόνου, αναφερόμενος σε ένα ατέλειωτο συνεχές παρόντων, που αποτελεί χρονικότητα-εντός. Όπως και οι άλλοι όροι που έχουν να κάνουν με τον χρόνο, το «άπειρο» έχει διαφορετική σημασία, που εξαρτάται από το αν τον κατανοούμε ως σχετιζόμενο προς τον παράγωγο χρόνο της εξωτερικής μας αντιλήψεως, ή σε σχέση με τον πρωταρχικό χρόνο της εσωτερικής μας εμπειρίας ως εαυτός. Στο παρόν κείμενο υποθέτουμε πως ο Heidegger  χρησιμοποιεί τον όρο με την δεύτερη σημασία του). Ο σκοπός μας τώρα είναι να κατανοήσουμε τις συνέπειες αυτής τής σημαντικής ιδιότητας.
 
Σχόλιο.

ΑΠΛΩΣ ΞΕΧΑΣΕ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΜΑΡΤΙΑ ΦΥΣΙΚΑ. Εδώ τρώει ο Ζηζιούλας καί όταν χωνεύει μεταμορφώνεται σέ ορθόδοξο θεολόγο. 

Συνεχίζεται

Τρίτη 3 Ιανουαρίου 2023

Η χρονικότητα του Θεού β

 Συνέχεια από Κυριακή 1η Ιανουαρίου 2023

Η χρονικότητα του Θεού β
Του Schubert MOgden

στην συλλογή: Zeit und Geschichte, Dankesgabe an Rudolf Bultmann zum 80. Geburtstag, ed. Erich Dinkler (Tubingen: J. C. B. Mohr, 1964), 381398.
ΙΙ
 Σε μια υποσημείωση στο μέρος αυτού του «Είναι και Χρόνος», όπου ο Heidegger διαπραγματεύεται την γένεση «της κοινής έννοιας του χρόνου», παρατίθενται οι εξής αξιωσημείωτες προτάσεις: «δεν απαιτείται εκτεταμένη συζήτηση για να δείξουμε πως η παραδοσιακή έννοια της αιωνιότητας, με την σημασία του «στατικού τώρα» (nunc stans), προέρχεται από την κοινή κατανόηση του χρόνου και περιορίζεται από τον προσανατολισμό στην ιδέα της «σταθερής» παρουσίας. Αν παραδεχθούμε πως η αιωνιότητα του Θεού έχει «κατασκευστεί» φιλοσοφικά, τότε μπορεί να κατανοηθεί μόνο ως μια πιο πρωτόγονη και «άπειρη» χρονικότητα. Το εάν ο via negationis et eminentiae είναι ένας πιθανός δρόμος προς τον σκοπό αυτό παραμένει αβέβαιο»

 Όπως θα παραθέσω παρακάτω, οι συνηθισμένες προσπάθειες των θεολόγων σήμερα, να επαναδιατυπώσουν την χριστιανική αντίληψη περί Θεού, οδηγούν συνήθως σε ένα αδιέξοδο, από το οποίο η συμβατική φιλοσοφική σοφία, παλιά και νέα, δεν προσφέρει δυνατότητα διαφυγής. Η πεποίθηση μου είναι πως το είδος της φιλοσοφικής θεολογίας που προτείνει ο Heidegger προσφέρει ένα δρόμο που βγάζει από το αδιέξοδο. Αν η πεποίθηση αυτή αποδειχθεί ορθή, η προσπάθεια κατανόησης της πρότασης του ίσως αποκτήσει θεολογική σημασία, περισσότερο από επαρκή, για να δικαιλογήσει την προσπάθεια.
Στα όσα ακολουθούν θα ασχοληθούμε με δυο θέματα: πρώτον, να ερμηνεύσουμε την υποσημείωση του Heidegger, επισημαίνοντας τις συνέπειες που έχει στο ευρύτερο πλαίσιο του «Είναι και Χρόνος». Και δεύτερον, να δείξουμε πως αυτό που προτείνει ως φιλοσοφική ερμηνεία της αιωνιότητας του Θεού έχει μοναδική σημασία για τις προσπάθειες των χριστιανών θεολόγων να αναπτύξουν μια επαρκή για την εποχή μας διδασκαλία περί Θεού.

Μπορούμε να ξεκινήσουμε ρωτώντας για τήν καθαρά τυπική σημασία της φιλοσοφικής ερμηνείας του Θεού, δεδομένης τής γενικής μεθόδου και προσέγγισης του Heidegger στο έργο αυτό. Επειδή ο Heidegger πουθενά δεν αναφέρεται άμεσα στο ερώτημα αυτό, και εμείς μπορούμε να απαντήσουμε μόνο έμμεσα, προσπαθώντας να εφαρμόσουμε  στην φιλοσοφική θεολογία, αρχές που χρησιμοποιούνται αλλού στο έργο. Από την πορεία τής επιχειρηματολογίας μας θα πρέπει να φανεί πως η μέθοδος μας δεν είναι απλώς μια υποκειμενική ερμηνεία της σκέψης του Heidegger, αλλά πως πράγματι μας δίνει την ικανότητα να απαντήσουμε στο ερώτημα μας.

Σύμφωνα με τον Heidegger, σκοπός της φιλοσοφίας είναι η τυπική οντολογική ανάλυση. Σε αντίθεση με τις επιμέρους επιστήμες, που κατευθύνονται προς την κατανόηση ενός συγκεκριμένου όντος ή περιοχής όντων (das Seiende), τελικός σκοπός της φιλοσοφίας είναι η πλήρως γενική οντολογία, δηλαδή η κατανόηση του όντος ως Είναι (das Sein). Αυτό απαιτεί μια «θεμελιώδη-οντολογική» ανάλυση της ανθρώπινης ύπαρξης (Dasein ή Existenz), ως ύπαρξης που έχει μοναδική οντική ή οντολογική προτεραιότητα. Ακόμα και έτσι όμως, ο σκοπός αυτής της προκαταρκτικής ανάλυσης δεν έγκειται στον εαυτό της, λες και ο σκοπός της φιλοσοφίας μπορεί να εξαντληθεί στην παροχή μιας ανθρωπολογίας. Η ανθρώπινη ύπαρξη μάλλον, γίνεται αντικείμενο αυτής τής αναζήτησης, με πρωταρχικό σκοπό, σε αυτή την βάση να απαντηθεί το έσχατο φιλοσοφικό ερώτημα περί της σημασίας του όντος καθ’ εαυτώ. Επιπλέον, έστω και ως υπαρξιακή ανάλυση,η λειτουργία της φιλοσοφίας  είναι τυπική και οντολογική, παρά υλική και οντική. Για τον λόγο αυτό, ο Heidegger διακρίνει μεταξύ τής υπαρξιακής (existenzial) κατανόησης, που είναι πρέπουσα δουλειά της φιλοσοφίας, και της υπαρκτικής  (existenziell) κατανόησης, με την οποία ασχολείται κάθε υπαρκτό πρόσωπο ξεχωριστά.

Φαίνεται σαφώς λοιπόν, πως ο ειδικός σκοπός της φιλοσοφικής θεολογίας, πού προχωρά βάσει αυτών των γενικών αρχών τής μεθόδου, μπορεί να είναι μόνο το να προσφέρει μια τυπική οντολογική ανάλυση της ύπαρξης (είναι) του Θεού. Το ερώτημα που πρέπει να τεθεί από μια τέτοια θεολογία, δεν είναι ένα «υπαρξιακό» ερώτημα περί Θεού, που μπορούμε να υποθέσουμε πως ο καθένας που ρωτά περί της αυθεντικότητας (Eigentlichkeit) (6)του, το θέτει. Είναι μάλλον ένα καθαρά θεωρητικό ερώτημα περί Θεού, το οποίο ακολουθεί παράλληλα το «υπαρξιακό» ερώτημα που η φιλοσοφία ορθώς θέτει περί της ανθρώπινης υπάρξεως. Αυτό υποβάλλει πως το αντικείμενο της φιλοσοφικής θεολογίας δεν είναι η θεία «ύπαρξη» (Existenz), αλλά με κάποια έννοια η θεία «υπαρκτικότητα» (Existenzialitaet), δηλαδή η βασική δομή ή ουσία, που καθορίζει την «θεότητα του Θεού». Όπως δηλαδή η υπαρκτικότητα στην περίπτωση του ανθρώπου είναι η οντολογική δομή που καθορίζει την ανθρωπότητα τού ανθρώπου.

Η σημασία μιας τέτοιας άποψης, είναι πως το πεδίο δράσης της φιλοσοφικής θεολογίας δεν θα αντιτίθεται, αλλά μάλλον θα συμπληρώνει το πεδίο δράσης της ομολογιακής θεολογίας που θεμελιώνεται στην πίστη. Όπως δεν μπορεί να υπάρξει αντίθεση μεταξύ της φιλοσοφικής ανάλυσης της ανθρώπινης ύπαρξης και της θεολογικής έκθεσης της αυτό-κατανόησης της χριστιανικής πίστης, έτσι δεν υπάρχει καμιά ασυμβατότητα μεταξύ της κατάλληλης φιλοσοφικής κατασκευής τής ύπαρξης του Θεού και της θεολογικής δήλωσης περί της συγκεκριμένης δράσης του Θεού όπως αποκαλύφθηκε στον Ιησού Χριστό. Αντιθέτως, μια τέτοια κατασκευή θα προσέφερε το μόνο δυνατό μέσο για να γίνει η θεολογική έκθεση η δράσις του Θεού, που διακρίνεται από την έκθεση που προσφέρει το κήρυγμα και η προσωπική μαρτυρία (7). Η προϋπόθεση για μια επαρκή θεολογική τοποθέτηση, είναι μια εννοιολόγηση, που κάποτε ήταν κατάλληλη για την πίστη και κατανοητή στην δεδομένη ιστορική κατάσταση. Αν η πίστη ως αυτό-κατανόηση από την φύση της είναι και μια κατανόηση του Θεού και της θείας του ενέργειας, δεν υπάρχει άλλη έκθεση της πίστεως κατάλληλη, εκτός από τις έννοιες που μόνο η φιλοσοφική θεολογία είναι σε θέσει να δώσει.

Μια πιθανή αντίρρηση στην ερμηνεία αυτή του Heidegger, είναι ότι προϋποθέτει μια αυστηρή αναλογία μεταξύ του είναι του ανθρώπου και του είναι του Θεού. Μια αναλογία μέχρι σημείου μάλιστα, ώστε να θεωρείται πως η διάκριση μεταξύ ουσιαστικής δομής στον άνθρωπο (existeniality) και της συγκεκριμένης πραγμάτωσης της δομής αυτής (existence), πρέπει να ισχύει και στην περίπτωση του Θεού. Η απάντηση στην αντίρρηση αυτή, είναι πως ο Heidegger προϋποθέτει ακριβώς αυτό μιλώντας περί της πρωταρχικής χρονικότητας του Θεού. Επειδή ο Heidegger χρησιμοποιεί τον όρο διαφορετικά, η «πρωταρχική χρονικότητα» (ursprüngliche Zeitlichkeit) διακρίνεται τόσο από την «έσω-χρονικότητα» (Innerzeitigkeitwithin-timeness) που είναι ο εξ αναγωγής τρόπος χρονικής ύπαρξης των απλών αντικειμένων ή «πρόχειρη παρουσία (Vorhandenheit), όσο και από τον «πρωταρχικό χρόνο» (ursprüngliche Zeit)  που την εννοεί ως «χρονοποίηση της χρονικότητας» (Zeitigung der Zeitlichkeit). Μια τέτοια χρήση υπονοεί σαφώς ότι η σχέση μεταξύ της πρωταρχικής χρονικότητας και του γεγονότος του πρωταρχικού χρόνου, είναι παράλληλη-ένας άλλος τρόπος έκφρασης-προς την σχέση υπαρκτικότητας και ύπαρξης. Δεν ξαφνιάζει επομένως, που ο Heidegger είναι σε θέση να ορίσει την υπαρκτικότητα της ύπαρξης ως «φροντίδα» (Sorge), και μπορεί να πει πως η σημασία της αυθεντικής φροντίδας ( μέριμνας) συμπεραίνεται πως είναι η χρονικότητα.

Επιβεβαιώνοντας πως ο Heidegger προϋποθέτει την αυστηρή αναλογία μεταξύ του είναι του ανθρώπου και του είναι του Θεού, πρέπει να έχουμε ξεκαθαρισμένο τι περιέχει η αναλογία. Διακινδυνεύοντας να υπεραπλουστεύσω αυτό που εννοεί ο Heidegger, και διατυπώνοντας το με άλλους όρους, θεωρώ πως κατανοούμε πώς εννοεί την αναλογία, εάν λάβουμε υπόψιν δυο βασικές θεωρήσεις.

Κατά πρώτον, αποδεχόμενος πως η αιωνιότητα του Θεού πρέπει να κατασκευαστεί ως μια περισσότερο πρωταρχική χρονικότητα, ο Heidegger αναγκαστικώς υπονοεί, πως το είναι του Θεού, όπως και το είναι του ανθρώπου, είναι κατά κάποιο τρόπο «εν-τω κόσμω-είναι» (In-der-Welt-Sein). Σύμφωνα με τον Heidegger, ο άνθρωπος είναι εντελώς παρεξηγημένος, εάν δεν αναγνωριστεί πως η εσωτερική συσχέτιση προς τους άλλους, ανθρώπους και μη, δεν είναι ένα τυχαίο δεδομένο της ύπαρξης του, αλλά η ουσιαστική του δομή(8). Η καρτεσιανή θέση πως ο εαυτός είναι ένα άκοσμο εγώ, η δυνατότητα του οποίου για σχέση προς τους άλλους είναι αβέβαιη, μπορεί να θεωρηθεί ως εσφαλμένη ανάγνωση των φαινομενολογικών δεδομένων. Το καθ’εαυτώ είναι του ανθρώπου είναι η ύπαρξη του με τους άλλους, και η δυνατότητα για μια συγκεκριμένη σχέση είναι εγγυημένη από το γεγονός της πρωταρχικής του συσχετικότητας. Ο χαρακτήρας της συσχετικότητας αυτής δεν κατανοείται επαρκώς, εάν θεωρηθεί ως απλή θεωρητική γνώση, η σημασία της οποίας έχει υπερεκτιμηθεί στην κλασική φιλοσοφική παράδοση. Η σχέση του ανθρώπου προς τον κόσμο του δεν είναι πρωταρχικώς μια αδιάφορη διαπίστωση των γυμνών δεδομένων μέσα στην συνείδηση, αλλά είναι μια ενεργός συμμετοχή στους άλλους, συμμετοχή πρακτικού και συναισθηματικού είδους. Ο Heidegger θεωρεί πράγματι, πως ο μόνος όρος με τον οποίο μπορεί να περιγραφεί περιληπτικά το «είναι εντός» (In-Sein) του ανθρώπου, είναι ο μη θεωρητικός όρος «φροντίδα». Και ακριβώς αυτή η φροντίδα, αυτή η πραγματική συναισθηματική σχέση προς τους άλλους, συνιστά την υπαρκτικότητα ή την ουσιαστική δομή της ανθρώπινης ύπαρξης.

Κατ’ αναλογίαν λοιπόν, ο Θεός πρέπει να κατανοηθεί ως ουσιαστικώς συσχετιζόμενος προς τον κόσμο των άλλων, στο είναι των οποίων συμμετέχει ενεργώς, βάσει της όμοιας θεμελιώδους δομής της φροντίδας. Στο ερώτημα, τι περιέχει ο κόσμος του Θεού, η μόνη απάντηση, όπως θα δούμε πιο καθαρά πάρα κάτω, είναι το σύνολο των όντων, παρόντων και παρελθόντων, τα οποία είναι διακριτά από τον Θεό. Εδώ πρέπει να επισημάνουμε, πως οι έννοιες του Heidegger «χρονικότητα» και «φροντίδα» συνδέονται λογικά με τέτοιο τρόπο, ώστε ο Θεός μπορεί να θεωρηθεί(κατασκευαστεί) χρονικός, μόνο εφόσον το είναι του κατασκευαστεί ως φροντίδα. Το είναι του Θεού ως φροντίδα, σημαίνει εν-τω-κόσμω-είναι με τους άλλους, σε μια αληθινή εσωτερική σχέση προς αυτούς.

"Στο ερώτημα, τι περιέχει ο κόσμος του Θεού, η μόνη απάντηση, όπως θα δούμε πιο καθαρά πάρα κάτω, είναι το σύνολο των όντων, παρόντων και παρελθόντων, τα οποία είναι διακριτά από τον Θεό."
18.  Για όσα πάλι έγραψε ο μέγας Διονύσιος στο περί του όντος, ότι η ύπαρξις (το είναι) και οι αρχές των όντων υπάρχουν εκ του Θεού και εν τω Θεώ, ο πολύς στα θεία Μάξιμος λέγει, «τα εξ αυτού και εν αυτώ είναι νόες ομοιάζοντες με θεωρήματα της επιστήμης. Είναι δε μαζί αυτά και διακεκριμένα εν αυτώ, όπως και στην ψυχή οι επιστήμες, αν και είναι πολλές μαζί, μένουν ασύγχυτες και ενεργούν έξω ανά μία, όταν χρειάζεται». 

ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΑΚΤΙΣΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΤΗΣ ΦΥΣΕΩΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΟΙ ΟΠΟΙΕΣ ΤΑΥΤΙΖΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ , ΟΠΩΣ ΙΣΧΥΡΙΣΤΗΚΑΝ Ο ΒΑΡΛΑΑΜ ΚΑΙ Ο ΑΚΙΝΔΥΝΟΣ. ΟΙ ΥΠΟΣΤΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΤΑ ΠΕΡΙ ΑΥΤΩΝ ΔΕΝ ΥΦΙΣΤΑΝΤΑΙ.

Συνεχίζεται 


ΜΙΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΗΣ ΒΑΣΕΩΣ ΣΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΘΕΜΕΛΙΩΝΕΤΑΙ Η ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ, ΤΗΣ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ ΒΟΛΟΥ ΙΔΙΑΙΤΕΡΩΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΥ, ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΑΠΕΜΕΙΝΑΝ ΑΓΩΝΙΖΟΜΕΝΟΙ ΣΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ.
 
Η ΑΙΩΝΙΟΤΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΑΠΕΙΡΟ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, ΕΜΦΑΝΙΖΟΝΤΑΙ ΣΤΗΝ ΣΚΕΨΗ, ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΕΝΕΚΕΝ. ΕΞΑΡΤΩΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΕΚ ΤΟΥ ΜΗΔΕΝΟΣ Ή ΑΠΟ ΠΡΟΥΠΑΡΧΟΥΣΑ ΥΛΗ. ΤΟ ΜΗΔΕΝ ΟΜΩΣ ΔΕΝ ΠΡΟΥΠΑΡΧΕΙ ΣΤΟΝ ΘΕΟ ΑΛΛΑ ΕΜΦΑΝΙΖΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΛΟΓΙΚΗ, ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΛΟΓΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΕΝΕΚΕΝ. ΟΙ ΔΥΟ ΑΥΤΟΙ ΟΡΟΙ ΕΞΑΡΤΩΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΑ ΔΥΟ a'priori ΤΗΣ ΓΝΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΚΑΝΤ, ΤΟΝ ΧΩΡΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ. ΑΥΤΗ Η ΠΡΟΥΠΑΡΞΗ ΤΟΥ ΜΗΔΕΝΟΣ ΣΤΟ ΘΕΟ ΚΑΘΟΡΙΖΕΙ ΤΗΝ ΝΕΑ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΝΕΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΕΠΑΝΑΦΕΡΕΙ ΤΟΝ ΠΟΛΥΘΕΙΣΜΟ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ.

Αμέθυστος